November 14, 2018

Στο Φτερό / Αναπηρία με χιούμορ, με χορούς και με τραγούδια


«Πιο δυνατός κι από τον Σούπερμαν» του Ρόι Κιφτ / Σκηνοθεσία: Βασίλης Κουκαλάνι-Αντώνης Ρέλλας


Ο Άρης, αγόρι στην προεφηβική ηλικία, είναι ανάπηρος -και δεν του αρέσουν οι χαρακτηρισμοί «άτομο με ειδικές ικανότητες». Είναι παράλυτος απ’ τη μέση και κάτω εκ γενετής και κινείται σε αμαξίδιο. Ο πατέρας του τους έχει εγκαταλείψει, ζει με τη μάνα και την αδελφή του, την Ζήλη, που του παραστέκονται με θέρμη, 
παρά τις δυσκολίες -και τις οικονομικές-, και τον αντιμετωπίζουν ως ίσο προς ίσους αλλά χωρίς να καλλωπίζουν την κατάστασή του. Σε καινούργιο σπίτι, σε καινούργια γειτονιά, τα παιδιά ψάχνουν διέξοδο. Παίζουν στο σπίτι αλλά πηγαίνουν να παίξουν και σ’ ένα γειτονικό, ισοπεδωμένο μετά από κατεδάφιση οικόπεδο, απ’ όπου, όμως, τους κυνηγάει ο φύλακας, επειδή «πρόκειται για ιδιωτική ιδιοκτησία» κι επειδή «εκεί πρόκειται να χτίσουν». Αλλά εκεί θα συναντήσουν και τον Φάνη. Που πάει να παίξει μπάλα αλλά ο φύλακας, επίσης, τον διώχνει. 
Άπραγος κι ανίδεος τι σημαίνει παραπληγικός, ο Φάνης παίρνει ένα καλό μάθημα απ’ τα δυο παιδιά, όπως μάθημα θα πάρει κι ο φύλακας που κοροϊδεύει και διώχνει το «σπαστικό». Ο Άρης, όμως, εκτός απ’ τις δυσκολίες που ζει, νοιώθει να επικρέμαται άλλος ένας κίνδυνος: στο σπίτι φτάνει μια επιστολή απ’ την Υπηρεσία Υγείας και Πρόνοιας που, με την αδελφή του, τη διαβάζουν και μαθαίνουν ότι η μητέρα τους είναι σ’ επαφή με τον υπεύθυνο για τον Άρη κοινωνικό λειτουργό, ότι εκείνος συζήτησε μαζί της το ενδεχόμενο να βάλουν το παιδί σε ίδρυμα και ότι της το προτείνουν και πάλι, ώστε να ελαφρώσει απ’ τη φροντίδα του. Ο Άρης δε θέλει βέβαια να πάει σε ίδρυμα. Η μητέρα τους, όταν της το λένε, τους διαβεβαιώνει πως, όντως, της 

το πρότειναν και το συζήτησε αλλά πώς το αρνήθηκε κατηγορηματικά και πως δε θα το δεχτεί ποτέ. Στο μεταξύ, με τον Φάνη έχουν γίνει φίλοι κολλητοί, παίζουν μαζί -ο Άρης αγαπάει το ρόλο του Σούπερμαν-, κουβεντιάζουν, κάνουν φάρσες... Πηγαίνουν και σινεμά, όπου, όμως, ο ιδιοκτήτης τους αρνείται την είσοδο, 

γιατί δεν ειδοποίησαν εγκαίρως, ώστε να ετοιμάσουν χώρο για το αμαξίδιο, αλλά παίρνει κι αυτός το μάθημά του. Ο Φάνης θα χει ένα ατύχημα, θα σπάσει το πόδι του, θα βρεθεί, επίσης, σε αμαξίδιο για κάποιες βδομάδες και θα πάρει τη γλύκα πώς είναι να καθηλώνεσαι. Θα καταλήξουν πάλι στο οικόπεδο για να σκαρώσουν φάρσα στο 
φύλακα που, τελικά, υποχωρεί και θα τους αφήνει πια να παίζουν εκεί. Ενώ το τελευταίο καλό νέο είναι ότι ο Φάνης, αν και με αμαξίδιο, θα συνεχίσει να πηγαίνει στο σχολείο της γειτονιάς, στο οποίο πήγαινε μέχρι να βρεθεί σε αμαξίδιο. Οπότε, θα το παλέψουν να πηγαίνει εκεί και ο Άρης ο οποίος μέχρι τότε πήγαινε σε «ειδικό» σχολείο που, μετά τη μετακόμισή τους στο καινούργιο σπίτι, ήταν πολύ μακριά και το σχολικό θα ’πρεπε να περνάει να τον παίρνει δυο ώρες πριν αρχίσουν τα μαθήματα. Ο 
Βρετανός -Ουαλός για την ακρίβεια- Ρόι Κιφτ έγραψε το έργο για μεγάλα παιδιά «Πιο δυνατός κι από τον Σούπερμαν» (1980, πρεμιέρα, μεταφρασμένο στα γερμανικά, στο Βερολίνο), ξεκινώντας απ’ τον προβληματισμό του φίλου του Φόλκερ Λούντβιχ, γερμανού συγγραφέα έργων για παιδιά κι έφηβους, καλλιτεχνικού διευθυντή του βερολινέζικου Θεάτρου «Grips» -όπου το «Πιο δυνατός κι από τον Σούπερμαν» έκανε την πρεμιέρα του- πώς μπορεί να γραφτεί ένα έργο για παιδιά με θέμα τα ανάπηρα παιδιά χωρίς να ’ναι θλιβερό αλλά με 

χιούμορ. Κι ο Κιφτ το κατάφερε. Το έργο του έχει ήρωα ένα ανάπηρο παιδί σε αμαξίδιο, υπάρχει δεύτερο πρόσωπο στο έργο σε αμαξίδιο κι ένα τρίτο -αυτό προσωρινά. Και τα προβλήματα του αγοριού -μέχρι ότι κατουριόταν πάνω του μέχρι να γίνει έφηβος και τώρα κατουράει χρησιμοποιώντας καθετήρα- ακούγονται ακομπλεξάριστα, σα φυσική ροή της ζωής του, με το χιούμορ να κυριαρχεί. Είναι δυνατόν; Είναι! Το έργο έχει σίγουρα εκπαιδευτικό χαρακτήρα -ένα μανιφέστο για τα δικαιώματα των ανάπηρων να ζούν όπως όλοι μας- και το δείχνει -στόχος του να εξοικειώσει τα παιδιά με την αναπηρία και να τα κάνει να νοιώσουν πως οι ανάπηροι έχουν διαφορές χωρίς να ’ναι διαφορετικοί από ’μας- 
αλλά καταφέρνει ο διδακτισμός του να μην κουράζει και να ’ναι ανάλαφρο και διασκεδαστικό. Αυτό οφείλεται, κατά πολύ, στους άμεσους διαλόγους του που με αμεσότητα, επίσης, έχει διοχετεύσει η πολύ επιτυχημένη μετάφραση της Φωτεινής Πίπη καθώς κι η μεταφορά/διασκευή του έργου απ’ τους Βασίλη Κουκαλάνι κι Αντώνη Ρέλλα. Η εύρυθμη σκηνοθεσία που συνυπογράφουν οι δυο τους συντελεί στο κλίμα ευφορίας. Όπως και τόσο η μουσική και τα τραγούδια του Φοίβου Δεληβοριά που βρίσκεται σε φόρμα, όσο και το τριπλής όψεως λειτουργικό σκηνικό του Αριστοτέλη Καρανάνου και της Αλεξάνδρας Σιάφκου: κι αν το εσωτερικό του δωματίου πάσχει, το οικόπεδο και το εξωτερικό του κινηματογράφου είναι έξοχα. Σωστά τα κοστούμια τους -έχουν μια έξοχη αίσθηση του χρώματος οι δυο τους- κι εξυπηρετικά η επιμέλεια κίνησης της Εριφύλης Στεφανίδου κι οι φωτισμοί του Γιώργου Αγιανίτη. Η παράσταση 
πολλά χρωστάει και στην καλή διανομή: η εξαίρετη Τάνια Παλαιολόγου, η Μαρία Μοσχούρη, ο Μιχάλης Τιτόπουλος, ο ίδιος ο Βασίλης Κουκαλάνι, κυρίως ως Κύριος Ντάνιας, κι ο Θοδωρής Σκυφτούλης πράττουν το καλύτερο. Μείζον τάλαντο της γενιάς του, με φιγούρα που γράφει, με πλούσια κοιτάσματα κωμικού, εύπλαστος, σκηνικά ευφυής ο Γιώργος Κατσής ως Άρης διακρίνεται. Θα σας συνιστούσα ένθερμα να πάτε τα παιδάκια σας στην παράσταση αυτή. Μην τη φοβηθείτε. Θα μάθουν πολλά για ένα σοβαρότατο θέμα διασκεδάζοντας.


(Επισημαίνω, εξάλλου, ότι ο χώρος του θεάτρου είναι προσβάσιμος και φιλικός σε ανάπηρους κι εμποδιζόμενα άτομα, ότι διατίθεται διαγραμμισμένος χώρος μπροστά απ’ την πρώτη σειρά θέσεων για χρήστες αναπηρικών αμαξιδίων και χώρος υγιεινής αναπήρων ενώ οι σκύλοι-οδηγοί τυφλών είναι ευπρόσδεκτοι με τους χρήστες τους. Τις Κυριακές πραγματοποιούνται καθολικά προσβάσιμες παραστάσεις για όλους, με ταυτόχρονη διερμηνεία στην Ελληνική Νοηματική Γλώσσα (ΕΝΓ), Ενδογλωσσικούς Υπέρτιτλους για Κ/κωφούς και βαρήκοους (CAP) καθώς κι Ακουστική Περιγραφή για ανθρώπους με προβλήματα όρασης (AD).
Το πολύχρωμο πολύπτυχο πρόγραμμα της παράστασης, επαρκές, μ' ένα εξαιρετικό κείμενο του ομότιμου καθηγητή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης   Διατίθεται και σε μεγαλογράμματη γραφή, σε κώδικα Braille και Qr code). 

«Σύγχρονο Θέατρο», «Συντεχνία του Γέλιου»-Κίνηση Ανάπηρων Καλλιτεχνών, 4 Νοεμβρίου 2018.

November 11, 2018

Στο Φτερό / Η ζωγραφιά που έσβησε...


«Το αγόρι με τη βαλίτσα» του Μάικ Κένι / Σκηνοθεσία: Ηλίας Καρελλάς.



Ο Ναζ, ένα αγόρι, που ’χει μεγαλώσει με τα παραμύθια που του λέει ο πατέρας του, απ’ τις «Χίλιες και μια νύχτες», για τον Σιντμπάντ -τον οποίο, εμείς, τον λέμε Σεβάχ- τον Θαλασσινό και τα εφτά ταξίδια του, ζει με την οικογένειά του σε μια ακαθόριστη χώρα της Εγγύς ίσως, ίσως της Μέσης Ανατολής. Σε μια χώρα με καταπιεστικό καθεστώς. Στη φτώχεια και στον πόλεμο που ενεδρεύει. Ο μεγάλος του αδελφός βρίσκεται, πια, στο Βερολίνο -ο μόνος απ’ τους τόπους του έργου που κατονομάζεται, αν και στο πρωτότυπο είναι το Λονδίνο- και σε μια κάρτα που τους στέλνει τους γράφει πως εκεί και καλή δουλειά έχει και καλά περνάει και πως οι άνθρωποι είναι φιλικοί. Η οικογένεια αποφασίζει να φύγει 
για το Βερολίνο -κοντά του. Αλλά λογαριάζουν χωρίς τον ξενοδόχο: τα λεφτά που τους ζητάει ο διακινητής δε φτάνουν ούτε για τον ένα τους. Τελικά οι γονείς τού δίνουν -χωρίς ο γιος τους να το μάθει, παρά την τελευταία στιγμή- όσα μαζεύουν, ώστε να φύγει, έστω μόνος του, ο Ναζ. Έτσι και γίνεται. Το αγόρι ξεκινάει με τη βαλιτσούλα του. Μέσα έχει, εκτός απ’ τα χρειώδη, ένα ρολόι-ξυπνητήρι που του ’χει χαρίσει ο παππούς του, μια ζωγραφιά που του ’χει ζωγραφίσει η αδελφούλα του και την καρτ ποστάλ του αδελφού του, απ’ το Βερολίνο. Στο λεωφορείο συναντιέται μ’ ένα κορίτσι που το λένε Κρίσια, που κατάγεται, όπως του λέει, από πλούσια οικογένεια και που κυκλοφορούσε με λιμουζίνα αλλά που, επίσης, ταξιδεύει μόνο
του -σύντομα θα του αποκαλύψει πως του ’πε ψέματα και πως σ’ επίσης φτωχή οικογένεια ανήκει. Θα γίνουν φίλοι, θα δεθούν, θα συντροφέψουν και θα προστατέψουν ο ένας τον άλλον και μαζί θα περάσουν τα δύσκολα που, ιδιοφυώς, ανάγονται στις περιπέτειες του Σεβάχ κατά τη διάρκεια των επτά ταξιδιών του -θα διασχίσουν ερήμους, θα σκαρφαλώσουν σε ψηλά, χιονισμένα βουνά, θα πεινάσουν, θα συναντήσουν κάποιους καλούς ανθρώπους, θα συναντήσουν και κάποιους επικίνδυνους, θα τους κυνηγήσουν στρατιώτες, θα εγκλωβιστούν σ’ ένα λιμάνι, όμηροι κάποιου που τους δίνει δουλειά αλλά όχι και τα λεφτά τους 
όταν είναι να πληρωθούν και που τους εκμεταλλεύεται άγρια για ένα κομμάτι ψωμί, θα το σκάσουν αρπάζοντας από μόνα τους τα λεφτά, θα μπουν σ’ ένα καράβι, θα τους πετάξουν στη θάλασσα κι εκεί θα χαθούν. Ο Ναζ γλυτώνει, ένα ζευγάρι γέρων, που δεν ξέρει τη γλώσσα τους, τον περιμαζεύει και, τελικά, με χίλια βάσανα φτάνει στο Βερολίνο, στον αδελφό του. Μέσα στη βαλίτσα το ρολόι του παππού έχει, πια, σπάσει απ’ τις ταλαιπωρίες, η ζωγραφιά της αδελφούλας έχει σβηστεί απ’ τα νερά, το ίδιο κι η κάρτα του αδελφού -τι μπορεί να σημειολογήσει με πιο συγκλονιστικό τρόπο την ουσία της προσφυγιάς; Ο Ναζ, βέβαια, θυμάται απέξω τι τους έγραφε. Αλλά τα πράγματα δεν ειν έτσι. Δουλειά υπάρχει, η ζωή, όμως, δεν είναι και τόσο όμορφη, ούτε οι άνθρωποι τόσο φιλικοί... Ο αδελφός δεν τους τα ’γραφε
αυτά «για να μην τους στενοχωρήσει». Όπως κάνει κι ο Ναζ. Σ’ αυτούς που έμειναν πίσω στέλνει κάρτες «θετικής ενέργειας» -πως όλα είναι ωραία κι ανθηρά- «για να μην τους στενοχωρήσει». Η ζωή, όμως, συνεχίζεται: στο σπίτι-τρύπα και στη δουλειά -σ’ ένα βενζινάδικο. Όπου μια μέρα ανοίγει το παράθυρο μιας λιμουζίνας, όπως αυτές που φαντασιωνόταν, κι εμφανίζεται για λίγο η Κρίσια. Δεν πνίγηκε. Έχει γλυτώσει. Και κυκλοφορεί, πια, με τη λιμουζίνα κάποιου -η ζωή συνεχίζεται... Ο Βρετανός -Ουαλός- Μάικ Κένι 
έχει γράψει ένα μικρό αριστούργημα για μεγάλα παιδιά: «Το αγόρι με τη βαλίτσα» (2004). Ένα έργο ευφυές, στέρεης δομής, σφιχτό, ποιητικό, τρυφερό, βαθιά συγκινητικό, ποτέ μελοδραματικό αλλά με χιούμορ, ανάλαφρο, αν και μ’ ένα τόσο σοβαρό θέμα. Ένα έργο που όχι μόνο ισχύει, ακόμα περισσότερο, εδώ και σήμερα αλλά και συνεχίζει να σαγηνεύει και να καθηλώνει, άρτια μεταφρασμένο απ’ την Ξένια Καλογεροπούλου που το πρωτοπαρουσίασε στην «Πόρτα» της, τη σεζόν 2005/2006, σε μια έξοχη παράσταση του 

Θωμά Μοσχόπουλου. Ο Ηλίας Καρελλάς, που υπογράφει, τώρα, σκηνοθεσία, σκηνικά και φωτισμούς, έχει οργανώσει μια εύρυθμη παράσταση -παίζεται για δεύτερη σεζόν-, τα σκηνικά του, όμως -που είναι φτηνά και το δείχνουν-, τα κοστούμια της Αγγελικής Μπόζου κι οι χορογραφίες της Αντιγόνης Γύρα αφήνουν την αίσθηση ότι δεν πρόκειται για παραγωγή πραγματικά προσεγμένη. Αλλά την παράσταση ενισχύουν κι ισορροπούν τα εξαιρετικά κομμάτια με τις σκιές -ειδικευμένος, ταλαντούχος σκιοπαίχτης (καραγκιοζοπαίχτης) της νεότερης γενιάς ο Ηλίας Καρελλάς- κι η μουσική και τα τραγούδια από διάφορους τόπους, που ερμηνεύει  


με την υπέροχη φωνή της και στο σαντούρι της η Αρετή Κετιμέ η οποία μας παίρνει σ’ ένα μουσικό ταξίδι παράλληλο με του Ναζ. Ως προς τη διανομή, η παράσταση στηρίζεται στους ώμους του Δημήτρη Μακαλιά -ηθοποιός ιδιαίτερα ταλαντούχος, εύπλαστος, ευλύγιστος, εκφραστικότατος, με χιούμορ, που, εδώ, δεν ξεφεύγει σε υπερβολές στις οποίες έχει μια τάση- ο οποίος ερμηνεύει τον Ναζ έχοντας πλάι του, ικανοποιητικότατη Κρίσια, την Κατερίνα Αθανασιάδη αλλά κάπως αδύναμους τους υπόλοιπους. Παρά τα κάποια ελαττώματα που εντόπισα, σας συνιστώ να πάτε οπωσδήποτε τα παιδιά σας να τη δουν: διαπαιδαγωγεί, χωρίς ούτε μια στιγμή να πάσχει από διδακτισμό. Πιστεύω ότι θα διασκεδάσουν, θα την ευχαριστηθούν και κάτι περισσότερο θα μάθουν και θα νιώσουν για τα προσφυγάκια του σχολείου τους, της γειτονιάς τους, των δρόμων... Κι εσείς είμαι σίγουρος πως θα συγκινηθείτε -ίσως, όσο κι εγώ.

Θέατρο «Κάππα», 4 Νοεμβρίου 2018.

Στο Φτερό / Τσιμέντο να γίνουν…


«The Factory» του Μοχάμαντ αλ-Άταρ / Σκηνοθεσία: Ομάρ Αμπουσαάντα 

Ένα τεράστιο εργοστάσιο παραγωγής τσιμέντου. Ιδιοκτησίας της Lafarge (Λαφάρζ), του γαλικών συμφερόντων κολοσσού της τσιμεντοβιομηχανίας. Με μετοχές στα χέρια του Φιράζ Τλας, της οικογένειας των σίρων μεγιστάνων Τλας -ο πατέρας του, Μουσταφά Τλας, ήταν επί χρόνια υπουργός Άμυνας του προέδρου Χαφέζ αλ-Άσαντ αλλά και του γιου του Μπασάρ αλ-Άσαντ που τον διαδέχτηκε. Το εργοστάσιο κτίστηκε το 2010. Στην Τζαλαμπίγια της Βόρειας Σιρίας, κοντά στα σιριοτουρκικά σύνορα.
Απ’ τις  μεγαλύτερες ξένες επενδύσεις που ’γιναν στην «υπό ανάπτυξιν» Σιρία του Μπασάρ αλ-Άσαντ. Αλλά, το 2011 έφτασε η «Αραβική Άνοιξη» στην Σιρία. Οι ειρηνικές διαδηλώσεις κατά του... κατ’ αποκλειστικότητα κυβερνώντος κόμματος Μπάαθ και του Άσαντ εξελίχθηκαν σ’ ένοπλη εξέγερση εναντίον του ολοκληρωτικού καθεστώτος κι η εξέγερση, σε γενικευμένο Εμφύλιο που ακόμα ταλανίζει κι έχει διαλύσει την Σιρία. Το εργοστάσιο, όμως, της
Lafarge κατάφερε να αντέξει μέχρι και το 2014, αν και κτισμένο στην περιοχή της Ράκα, η οποία έχει πληγεί ιδιαίτερα απ’ τις πολλές φατρίες που συγκρούονται εκεί, για να «κατακυρωθεί», τελικά, στο Ισλαμικό Κράτος και στους τζιχαντιστές -κατάσταση που και πάλι ανατράπηκε πρόσφατα. Έπρεπε, κατά τους ιδιοκτήτες και τους συνεργάτες τους, ν’ αντέξει. Διότι τα κέρδη οι βιομήχανοι δεν τα αποτάσσονται εύκολα... Το εργοστάσιο, άλλωστε, στόχευε να παίξει πρώτο ρόλο στην ανοικοδόμηση, μετά τη λήξη του πολέμου. Και πώς τα κατάφερε ν’ αντέξει; Με τις κεφαλές του να λαδώνουν τους εμπόλεμους, δεξιά κι αριστερά. Τα τεράστια ποσά που δαπανήθηκαν, κυρίως προς το Ισλαμικό Κράτος, για να διασφαλιστεί η λειτουργία του εργοστασίου αλλά με τους εργάτες του και τις οικογένειές τους να βρίσκονται σε άμεσο, διαρκή κίνδυνο απ’ τις εχθροπραξίες, αποκαλύφθηκαν απ’ την ανεξάρτητη 
γαλοαλγερινή δημοσιογράφο Ντοροτέ Μιριάμ Κελού που ζει στο Παρίσι. Οι αποκαλύψεις της για το καυτό αυτό θέμα, το οποίο έχει
ένα πλήθος ανεξερεύνητων παραμέτρων ως προς τις σχέσεις εξουσίας-χρήματος-πολέμου, ήταν η αφετηρία για τη δίκη που εξελίσσεται σήμερα στην Γαλία κατά της Lafarge για συνενοχή σ’ εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Αλλά ήταν αφετηρία και για παράσταση θεατρική: «The Factory» («Το εργοστάσιο»). Θέατρο-ντοκουμέντο με τέσσερα πρόσωπα επί σκηνής -σίροι ηθοποιοί κι οι τέσσερις. Που αναφέρονται, ως ρόλοι, μόνο με τα μικρά τους ονόματα, ίσως και κάπως παρεφθαρμένα: η Μαριάμ (η δημοσιογράφος που
αποκάλυψε το θέμα), ο Φιράζ (ο άμεσα εμπλεκόμενος σίρος μεγιστάνας με μετοχές στην Lafarge της Σιρίας), ο φιλόδοξος Αμρ (ο Σίρος του Καναδά επίσης επιχειρηματίας, επιχειρηματικός σύμβουλος στο εργοστάσιο) κι ο Άχμεντ (εργάτης του). Ο καθένας δίνει τη δική του εκδοχή με του εργάτη να τίθεται στην πρώτη γραμμή. Το κείμενο που υπογράφει ο Μοχάμαντ αλ-Άταρ, Σίρος εγκατεστημένος στο Βερολίνο, αντλώντας απ’ την έρευνα της δημοσιογράφου, συμπληρώνει τις μαρτυρίες με στοιχεία-αλλά όχι αυθαίρετα- μυθοπλασίας, χωρίς, πάντως, να δίνει μια απόλυτα ξεκάθαρη εικόνα -στην κατανόηση δυσκολεύει σίγουρα η ταχύτητα που πέφτουν οι ελληνικοί υπέρτιτλοι κι η θέση στην οποία προβάλλονται. Ενώ ο -σίρος επίσης- σκηνοθέτης Ομάρ Αμπουσαάντα διευθετεί μια παράσταση εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ως θέμα -καθαρόαιμο πολιτικό θέατρο- αλλά χωρίς ιδιαίτερη θεατρική θερμοκρασία, μολονότι κι 

οι τέσσερις ηθοποιοί του -στην αρχή και στο τέλος με καίριες μάσκες (Μοχάμαντ Ομράν) «τσιμεντωμένες»- θερμά την υπερασπίζονται, όπως κι οι λοιποί συντελεστές (Φωτογραφίες: Αντρέας Σιμόπουλος).
(Απ’ το πρόγραμμα της παράστασης θα ’θελα περισσότερα στοιχεία).

«Στέγη» Ιδρύματος Ωνάση / Κεντρική Σκηνή, Rhurtriennale-«VolksBuhne» Berlin, 8 Νοεμβρίου 2018.

November 10, 2018

Στο Φτερό / Η επανάσταση που ποτέ δεν ξέσπασε ή Το κόστος σε αίμα της Βιομηχανικής Επανάστασης


«Peterloo» του Μάικ Λι 

Ο Ναπολέοντας συντρίφτηκε οριστικά απ’ τα ενωμένα ευρωπαϊκά μοναρχικά στρατεύματα το 1815, στη μάχη του Oυατερλό (Γουατερλού/Βατερλό). Το -τότε- Ενωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Ιρλανδίας ήταν ανάμεσα στους νικητές. Όχι, βέβαια, ο λαός του. Αντίθετα, οι άγγλοι προλετάριοι, μ’ αφορμή
μια πρώτη κρίση -γνώριμά μας χαρακτηριστικά...- της καλπάζουσας τότε εκβιομηχάνισης -καρπού της Βιομηχανικής Επανάστασης- στη χώρα, την οποία κυβερνούσε, λόγω της παραφροσύνης του βασιλιά Γεωργίου Γ΄, ως αντιβασιλέας, ο γιος του, Πρίγκηπας της Ουαλίας Γεώργιος, με τον τίτλο Πρίγκιπας Αντιβασιλέας -ο κατοπινός Γεώργιος Δ΄- και με κυβέρνηση του κόμη του Λίβερπουλ, ζούσαν, μετά τη λήξη των ναπολεόντειων πολέμων, στην ανεργία, στη φτώχεια και στην πείνα -λιμός διαρκείας. Αποτέλεσμα της κατάστασης αυτής ήταν, στο Μάντσεστερ, απ’ τα βιομηχανικά κέντρα της χώρας, και στην ευρύτερη περιοχή της κομητείας του Λάνκασερ, ν’ αναπτυχθεί ένα πολιτικό ρεύμα, εμποτισμένο, βέβαια, απ’ τις ιδέες της Γαλικής 
Επανάστασης του 1789 που είχαν διαχυθεί, το οποίο στόχευε σε καλυτέρευση της ζωής μέσω μεταρρυθμίσεων στην ισχνή κοινοβουλευτική εκπροσώπηση της Βόρειας Αγγλίας, χωρίς να λείπουν κι οι ακραίες τάσεις που έφταναν μέχρι και προτάσεις για το κόψιμο του κεφαλιού του βασιλιά α λα Λουδοβίκος 16ος. Οι επί κεφαλής του ρεύματος αυτού -ανάμεσά τους και γυναίκες με προσωπικότητα και με 
ιδεολογικές θέσεις-, της Patriotic Union Society, αποφάσισαν, τελικά, μια μεγάλη ειρηνική συγκέντρωση διαμαρτυρίας στην πλατεία του Αγίου Πέτρου (Saint Peter’s Fields) του Μάντσεστερ, με κεντρικό ομιλητή τον ριζοσπάστη χαρισματικό ρήτορα και αγκιτάτορα Χένρι Χαντ τον οποίο προσκάλεσαν. Γύρω στα 60.000 με 80.000 άτομα -άντρες, γυναίκες με παιδιά, νέοι, γέροι...- , απ’ την πόλη κι όλη την περιοχή, μαζεύτηκαν στις 16 Αυγούστου του 1819 για να διαδηλώσουν ειρηνικά αλλά οι ντόπιες αρχές, σύσσωμες -δικαστές, 

για παράδειγμα, που ’στελναν στην κρεμάλα ή στα κάτεργα της Αυστραλίας κακόμοιρα ανθρωπάκια για ψύλλου πήδημα...- κάλεσαν το στρατό να επέμβει για να τους διαλύσει και να 

συλλάβει τον Χαντ και τους οργανωτές. Κι ο στρατός επενέβη. Και το ιππικό. Με τραβηγμένες τις σπάθες. Ο πανικός που ακολούθησε είχε ως καρπό 15 νεκρούς και 400 με 700 τραυματίες ενώ ο Χαντ κι οι πρωτεργάτες πιάστηκαν και ρίχτηκαν στα μπουντρούμια. Το
τραγικό συμβάν έμεινε στην ιστορία ως «η σφαγή του Πιτερλού (Peterloo)», τραγικά ειρωνική υπόμνηση (Saint Peter’s) του πρόσφατου Γουατερλού (Βατερλό). Κι αποτέλεσμα δεν είχε παρά μια σειρά σκληρών νόμων που περιόριζαν την ελευθερία του συνέρχεσθαι και το δικαίωμα της διαδήλωσης και τους οποίους 

ψήφισε το κοινοβούλιο. Έτσι η Επανάσταση δεν ξέσπασε ποτέ στην Αγγλία ενώ οι επαναστάσεις, την εποχή εκείνη, σάρωναν την Ευρώπη. Και στη σύγχρονη βρετανική ιστορία το Peterloo πέρασε μέσα από λίγες γραμμές. Ο Μάικ Λι θέλησε να αποκαταστήσει την αδικία αυτή. Κι έφτιαξε την ταινία «Peterloo» (2018) -μια ταινία μακριά απ’ το προσωπικό στιλ του, με σαφή μαρξιστική θέση. 
Η ταινία ξεκινάει και συνεχίζεται, στο πρώτο μέρος της, με ατομικές περιπτώσεις φτώχειας, ανεργίας, αδικίας, αντίδρασης, εξέγερσης... που συσσωρεύονται προοδευτικά για να καταλήξουν στην έκρηξη -μια έκρηξη ειρηνική: τη μεγάλη -ματωμένη τελικά- συγκέντρωση. Ο Μάικ Λι, που γραψε ο ίδιος το, ενίοτε προβληματικό, κάπως «παρατακτικό», σενάριο, χωρίς απόλυτο πρωταγωνιστή, χωρίς κέντρο βάρους, συνθέτει, με τη βοήθεια, κυρίως, του διευθυντή φωτογραφίας Ντικ Ποπ, των έξοχων κοστουμιών της Τζάκλιν Ντουράν αλλά και της 
εκπληκτικής επιλογής για τη διανομή φυσιογνωμιών σπάνιας αυθεντικότητας, πλάνα-πίνακες, φωτισμένα έτσι που η ταινία του θα μπορούσε να συγκριθεί με το «Μπάρι Λίντον» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Αλλά και το μπρεχτικό, α καπέλα, τραγούδι της γυναίκας στην αρχή, η συγκλονιστική έναρξη, με τον νεαρό στρατιώτη σαλπιγκτή να τα ’χει χαμένα με τις ομοβροντίες και τα 
πτώματα που σωριάζονται γύρω του στο πεδίο της Μάχης του Γουατερλού και το νήμα που τον ακολουθεί μέχρι την επιστροφή στην αγκαλιά της μάνας του, στην ανεργία και, στο τέλος, στο θάνατο που δεν τον βρήκε στο Γουατερλού από εχθρικά πυρά αλλά στο Πίτερλου από «φίλια» είναι απ’ τις έξοχες ιδέες του σκηνοθέτη. Τα πλάνα του, σ’ όλο το πρώτο μέρος της ταινίας, κοντινά και γενικά, μιλούν. Γι αυτή την, κοντά στην εξαθλίωση, κοινωνία των αρχών του 19ου αιώνα. Όμως, όσο προχωράει η ταινία κι η προοδευτική προετοιμασία της συγκέντρωσης, ο Μάικ Λι σα να χάνει την μπάλα. Γίνεται εύκολος, γίνεται λαϊκιστής, γίνεται μανιχαϊστικός -οι της εξουσίας είναι μόνο κακοί, οι του λαού είναι μόνο καλοί...-, βρήκα φτηνή τη 

γκροτέσκα εικόνα του Πρίγκηπα Αντιβασιλέα και της ερωμένης του Λέδης Κόνινχαμ κι η σύγκρουση στη διαδήλωση, ενώ 
πρόκειται για μεγάλη παραγωγή, δεν ευοδώνεται. Οι ηθοποιοί, βέβαια -Μάικ Λι ειν’ αυτός...-, εξαιρετικά οδηγημένοι. Κατά περίεργο τρόπο, εκείνος που δε μου άρεσε είναι ο πιο γνωστός, ο Ρόρι Κινίαρ. Ο Χαντ του είναι πολύ καλά σχεδιασμένος -ολίγον Νάρκισσος, ολίγον επηρμένος, ο μόνος απ’ τους επαναστάτες που δεν είναι μονόχρωμος- αλλά η υλοποίηση του ρόλου δε με ικανοποίησε. Ξεχώρισα τον Τζόζεφ Τζόνσον του Τομ Γκιλ -εύπλαστος, χαριτωμένος, ευφυής ο μικροκαμωμένος αυτός ηθοποιός- και τον «χαμένο» Τζόζεφ του Ντέιβιντ Μουρστ. Μια άνιση, κατά τη γνώμη μου, ταινία: έμεινα εκστατικός στο σπάνιας ποιότητας πρώτο μέρος αλλά, σιγά-σιγά, στο δεύτερο απογοητεύτηκα (Φωτογραφία 12: Simon Mein).

Κινηματογράφος «Σπόρτινγκ» / Αίθουσα 2, 6 Νοεμβρίου 2018.