September 16, 2018

Στο Φτερό / Λάσπες χωρίς κάθαρση


«Ηλέκτρα» του Σοφοκλή / Σκηνοθεσία: Θάνος Παπακωνσταντίνου


Η Ηλέκτρα, στην φερώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή (χρονολογείται, πιθανόν, περί το 412 με 411 π.Χ.), σε βαθύ πένθος, ταμένη στην εκδίκηση του φόνου του πατέρα της Αγαμέμνονα, βασιλιά των Μυκηνών, όταν επέστρεψε απ’ την εκστρατεία στην Τροία, φόνου που διέπραξαν η μάνα της Κλυταιμνήστρα κι ο εραστής της Αίγισθος, οι οποίοι τώρα 


βασιλεύουν, περιθωριοποιημένη, σχεδόν δούλα πια στο ανάκτορο, αναγνωρίζει και υποδέχεται ως εκδικητή τον αδελφό της Ορέστη που η Κλυταιμνήστρα είχε απομακρύνει για ν’ αποφύγει τις συνέπειες κι ο οποίος φτάνει με τεχνάσματα, για να πάρει πίσω το 
αίμα του πατέρα τους με αίμα, όπως ο Απόλλων του έχει υποδείξει:σκοτώνει μάνα κι εραστή και αποκαθιστά (;) την τάξη στον Οίκο των Ατρειδών. Ο Θάνος Παπακωνσταντίνου εκλήθη απ’ το Εθνικό Θέατρο να σκηνοθετήσει -για πρώτη φορά στην Επίδαυρο- τη μια απ’ τις δυο παραστάσεις-συμμετοχές του στο φετινό Φεστιβάλ. Η επιλογή αυτή, παρά το 
ρίσκο της, πιστεύω ότι δικαιώνει το Εθνικό. Ο νεαρός σκηνοθέτης διάλεξε το δρόμο του στιλιζαρίσματος ρίχνοντας, μέσα στον περίγυρο αυτό, μια Ηλέκτρα σχεδόν νατουραλίστικη, σχεδόν ριχαρντστραουσική. Από μια χοάνη, μια μήτρα -έξοχο το πάλλευκο σκηνικό της Νίκης Ψυχογιού, υπηρετεί απόλυτα την παράσταση- εκβράζονται τα πρόσωπα αυτά του μύθου για να τελέσουν τη λειτουργία των δυο
φόνων. Στα λευκά, ως αδελφές νοσοκόμες του Μεγάλου Πολέμου, που περιβάλλουν, περιθάλπουν μια Ηλέκτρα άρρωστα εμμονική, στα όρια της παράκρουσης, τα κορίτσια του Χορού, σε μια απόλυτη γεωμετρία που σπάζει στο τέλος, όταν πετούν τα λευκά 
για να μείνουν με γκρίζα, στα μαύρα, ως μοναχοί, ο Παιδαγωγός κι ο Πυλάδης που σύρουν τον φασκιωμένο και με κλειστά τα μάτια Ορέστη στο σκοπό που του έχει υπαγορεύσει ο Απόλλωνας για να τον λύσουν και να του βγάλουν το μαύρο πανί απ’ τα μάτια πριν γίνει ο εκούσιος/ακούσιος εκτελεστής, με πολυτελή κοστούμια που παραπέμπουν στο γιαπωνέζικο θέατρο η Κλυταιμνήστρα, ο 
Αίγισθος κι η περίφοβη Χρυσόθεμις, με τονισμένα ειρωνικά στοιχεία το ζευγάρι της εξουσίας, κινούνται (σχεδιασμός κίνησης Χαρά Κότσαλη) αργά, υπνωτικά ως από άλλο πλανήτη, ως σε άλλη σφαίρα -τη σφαίρα του μύθου-, σε μια τελετουργία που περιβάλλει τη σπαρασσόμενη Ηλέκτρα. Κι όσο το έργο προχωράει προς την κάθαρση, που τελικά δεν έρχεται, η Ηλέκτρα ακολουθεί αντίστροφο δρόμο: πασαλείβεται όλο και 
περισσότερο με λάσπες που απλώνονται και στον Ορέστη. Τον ίδιο, αντίστροφο δρόμο που ακολουθεί κι όλη η παράσταση -το λευκό μαυρίζει, βρομίζει. Με το λόγο της έξοχης, ελεύθερης μετάφρασης του Γιώργου Χειμωνά να της ταιριάζει γάντι, με τη μουσική του Δημήτρη Σκύλλα, παιγμένη ζωντανά και με έμφαση στα κρουστά, να την αγκαλιάζει δυναμικά -ειδική μνεία για τη μουσική διδασκαλία του εξαιρετικού επιπέδου Χορού στην Μελίνα 

Παιονίδου-, με τους φωτισμούς της Χριστίνας Θανάσουλα λειτουργικούς, με τα ετερογενή κοστούμια -επίσης της Νίκης Ψυχογιού-, κατά περίεργο τρόπο, να δένουν θαυμαστά -συγκλονιστικό της Κλυταιμνήστρας, με τη μακριά ουρά που 

παραπέμπει σε ερπετό- η σοφόκλεια «Ηλέκτρα» του Παπακωνσταντίνου προτείνει μια καινούργια ανάγνωση άξια μνείας. Πολύ σπλάτερ κι άτυχο μου φάνηκε το φινάλε, με το κομμένο κεφάλι της Κλυταιμνήστρας, η σκηνή, όμως, της αναγνώρισης, με την Ηλέκτρα και τον Ορέστη να τρέχουν ολόγυρα, να μην τολμούν ν’ αγκαλιαστούν αλλά ν’ αγγίζουν μόνο τ’ ακροδάχτυλά τους, 
μολονότι η παράσταση αποφεύγει τη συγκίνηση, δε με συγκίνησε απλώς, με συγκλόνισε -για ανθολογία. Κι αν βρήκα κάπως λίγο, στον Πρόλογο ιδίως, τον καλό Αλέξανδρο Μαυρόπουλο, σχετικά 
άπειρη, σωστή, πάντως, την Ελένη Μολέσκη (Χρυσόθεμις) και με μέγεθος αλλά κάπως εμφατικό στους τονισμούς του -λέξη-λέξη- τον Νίκο Χατζόπουλο (Παιδαγωγός), η ηγεμονική, έξοχα κινούμενη Μαρία Ναυπλιώτου κι ο -αγνώριστος- Χρήστος 
Λούλης, ως Κλυταιμνήστρα κι Αίγισθος αντίστοιχα, με ικανοποίησαν απόλυτα καθώς επιδέξια ισορρόπησαν στην κόψη του γκροτέσκο. Ο Μάριος Παναγιώτου κάνει αισθητή τη βουβή παρουσία του ως Πυλάδης. Θα μείνω, όμως, περισσότερο στην Αλεξία Καλτσίκη: με φωνή «γδαρμένη», με ρυθμούς ε-ξαι-ρε-τι-κούς, εναλλασσόμενους, με φωνητικές μεταπτώσεις, με απότομες συγκοπές στο λόγο της, στεγνωμένη πια απ’ το πένθος και το κλάμα, ερμηνεύει την Ηλέκτρα απ’ τα σπλάχνα της, με μια ένταση υπεράνθρωπη. Μια ερμηνεία συγκλονιστική. Ναι, έχουν εκφραστεί αντιρρήσεις αλλά εγώ, προσωπικά, σας συνιστώ να δείτε την παράσταση. Αν ήμουν Εθνικό Θέατρο θα την 
κρατούσα στο ρεπερτόριο και θα την προωθούσα εκτός Ελλάδος (Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή).


Θέατρο Βράχων «Μελίνα Μερκούρη», Φεστιβάλ «Στη Σκιά των Βράχων», Εθνικό Θέατρο, 14 Σεπτεμβρίου 2018.

September 14, 2018

Στο Φτερό / Black is beautiful


«Αμερικανικό Χοροθέατρο Άλβιν Έιλι». Α΄- Β΄ Πρόγραμμα 



Ήταν καλοκαίρι του 1982 όταν πρωτοεμφανίστηκε στην Ελλάδα, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, το «Αμερικανικό Χοροθέατρο Άλβιν Έιλι». Είκοσι τέσσερα χρόνια απ’ την ίδρυσή του (1958) -ζούσε, τότε, ακόμα, ο ιδρυτής του Άλβιν Έιλι που ’φυγε απ’ τη ζωή πρόωρα, στα 58 του χρόνια, το 1989. Ήταν σαν να ’χε πέσει κεραυνός: ένα αποκλειστικά μαύρο, ρωμαλέο, δυναμικό, συγκλονιστικό χορευτικό σύνολο, με δική του γλώσσα -ένα σύγχρονο ιδίωμα-, που πατούσε πάνω στη μαύρη μουσική -στην τζαζ- αντλώντας απ’ τον κλασικό χορό αλλά χωρίς να διστάζει ν’ αγγίξει και τα όρια του μιούζικαλ. Οι «Αποκαλύψεις» («Revelations») -χορογραφία του ίδιου του Άλβιν Έιλι-, ειδικά, ήταν κυριολεκτικά μια αποκάλυψη. Πέρασαν, έκτοτε, άλλα 36 χρόνια. Το συγκρότημα επισκέφθηκε πολλές φορές την Ελλάδα -με την ίδια απήχηση. Φέτος που γιορτάζει τα 60 του χρόνια επανήλθε: ένα αποκλειστικά μαύρο -με μια-δυο λευκές και κίτρινες «πινελιές»-, ρωμαλέο, δυναμικό, συγκλονιστικό χορευτικό σύνολο, με δική του γλώσσα -ένα σύγχρονο ιδίωμα- που πατάει πάνω στη μαύρη μουσική -στην τζαζ- αντλώντας απ’ τον κλασικό χορό αλλά χωρίς να διστάζει να αγγίξει και τα όρια του μιούζικαλ. Σα να μην πέρασε ο χρόνος. Πολλά έχουν αλλάξει, ο χορός έχει προχωρήσει, έχει ακολουθήσει καινούργιους δρόμους, η Τζούντιθ Τζάμισον -που διαδέχτηκε τον Άλβιν Έιλι στην καλλιτεχνική διεύθυνση του συγκροτήματος και κράτησε τη θέση της 21 χρόνια, μέχρι το 2011- δε χορεύει πια την καθηλωτική «Κραυγή» του, η σπουδαία Ντόνα Γουντ έχει αποσυρθεί αλλά το «Άλβιν Έιλι», με το προσωπικό του ύφος, εξακολουθεί την πορεία του και μεταφέρει τη ζωογόνο πνοή του στην τέχνη του αμερικάνικου χορού χωρίς να αφήνει καμιά μουσειακή αίσθηση. 
Το Α΄ Πρόγραμμα -απ’ τα δυο που παρουσιάζει- ανοίγει με το χορογραφικό τρίπτυχο «Ο χειμώνας στην Λισαβόνα» (1992) του Μπίλι Γουίλσον ο οποίος εύφορα κινεί τη μουσική του Ντίζι Γκιλέσπι καταλήγοντας, μετά από ένα ερωτικότατο ντουέτο, σ’ ένα λάτιν φινάλε που ξεσηκώνει. 
Ο Τζαμάρ Ρόμπερτς με το «Τα μέλη δεν κουράζονται» (2017, πρεμιέρα, εκτός ΗΠΑ, στην Αθήνα) συνδέει, σε μουσικές του Τζον Κολτρέιν, διακριτικά αλλά καίρια τη δουλειά του με το φλέγον και στη χώρα του πολιτικό θέμα των παράνομων μεταναστών: μια χορογραφία μάλλον αδύναμη που την υπερασπίζονται, όμως, με θέρμη οι χορευτές του. Η «Έλα» (2008) του Ρόμπερτ Μπατλ, του σημερινού, τρίτου στη σειρά καλλιτεχνικού διευθυντή του 
συγκροτήματος, σόλο που το 2016 ο χορογράφος μετέτρεψε σε ντουέτο, κρατάει όσο και το τραγούδι «Airmail Special» της Έλα Φιτζέραλντ, με τα κωμικά στοιχεία να κυριαρχούν δυναμικά.
Με Άλβιν Έιλι ξεκινάει το Β΄ Πρόγραμμα: το συναρπαστικό «Πλάσμα της νύχτας» (1974, 1975). H μουσική, του Ντιουκ Έλινγκτον -αγαπημένου συνθέτη του Έιλι που θαυματούργησε χορογραφώντας επανειλημμένα μουσικές του. Ο
Έιλι δένει την τζαζ με το κλασικό μπαλέτο και προχωράει, με τους λικνιζόμενους χορευτές του, από τον αισθησιασμό σε μια ξέφρενη κορύφωση. Στο «In/Side» (2008) ο Ρόμπερτ Μπατλ χρησιμοποιεί

το τραγούδι «Άγριος είναι ο άνεμος» του Ντμίτρι Τιόμκιν, σε στίχους Νεντ Γουάσινγκτον, γραμμένο για την ομότιτλη ταινία (1957) του Τζορτζ Κιούκορ, σπαρακτικά τραγουδημένο εδώ απ’ την Νίνα Σιμόν, ως αφορμή για ένα φόρο τιμής στους νεοϊορκέζους άντρες χορευτές που χάθηκαν στην επιδημία του AIDS -ας μην ξεχνούμε πως κι ο Άλβιν Έιλι θύμα του ήταν: ένα συγκλονιστικό σόλο που ο υπέροχος Σάμιουελ Λι Ρόμπερτς ερμήνευσε αποστομωτικά. 
Τρίτο κομμάτι του Β΄ Προγράμματος που, προσωπικά βρήκα και το πιο ενδιαφέρον, οι «Τέσσερις γωνιές» (2013), χορογραφία του Ρόναλντ Κ. Μπράουν, σε μουσικές Καρλ Χάνκοκ Ραξ, Ρασάαν Ρόλαντ Κερκ και Γιακούμπ: οι δοκιμασίες ενός πνευματικού ταξιδιού που, τελικά, οδηγούν στο θρίαμβο. Μια χορογραφική γλώσσα με αφρικάνικες επιρροές, εξαιρετικά ταιριαστή στο μαύρο συγκρότημα.
Και τα δυο Προγράμματα κλείνουν με τις εμβληματικές «Αποκαλύψεις» (1960) του Άλβιν Έιλι -σήμα κατατεθέν του «Αμερικανικού Χοροθεάτρου Άλβιν Έιλι». Πάνω σε γκόσπελ, κυρίως, ο Έιλι έχει πλάσει, έχει σμιλέψει ένα αριστούργημα υποδειγματικής, μοναδικής ισορροπίας, που δοξάζει τα πάθη των Αφροαμερικανών αλλά αποτελεί, ταυτόχρονα, κι έναν ύμνο χαράς, που κάθε σκηνή του είναι ένα διαμάντι κι όλες μαζί συνθέτουν ένα αξεπέραστο κομμάτι το οποίο, παρά τα 58 χρόνια που το βαραίνουν, δεν έχει χάσει τίποτα απ’ τη φρεσκάδα του. Τα κοστούμια και οι φωτισμοί, εξαιρετικού επιπέδου σ’ όλα τα κομμάτια και μια παραγωγή υψηλού επιπέδου. Μη χάσετε την ευκαιρία! (Φωτογραφίες: 1.AP Photo/GaryMallerbaVisually, 2, 7, 8.Paul Kolnik, 3.Andrea Mohin, 4.Teresa Wood, 6.Gert Krautbauer).

«Αμερικανικό Χοροθέατρο Άλβιν Έιλι», Μέγαρο Μουσικής Αθηνών / Αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη», 11 (Α΄ Πρόγραμμα) και 12 (Β΄ Πρόγραμμα) Σεπτεμβρίου 2018.

August 24, 2018

Στο Φτερό / Έρωτας στα χρόνια της χολέρας


«120 χτύποι στο λεπτό» του Ρομπέν Καμπιγιό

Παρίσι, αρχές δεκαετίας του ’90 κι η νεοπαγής (1989) ακτιβιστική οργάνωση του ομοφυλοφιλικού κινήματος ACT UP -η οποία αγωνίζεται κατά του νεοφερμένου AIDS, προσπαθώντας να αφυπνίσει τον κόσμο, να τον ενημερώσει ότι δεν πρόκειται για 
αποκλειστικά «ασθένεια των ομοφυλόφιλων», να εξαλείψει προκαταλήψεις και, κυρίως, να πιέσει τους κρατούντες -Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Φρανσουά Μιτεράν- να ενεργοποιηθούν σθεναρά και να πάρουν μέτρα ουσιαστικά κατά του AIDS-, 
«θυγατρική» της διεθνούς ACT UP που ’χε ιδρυθεί στην Nέα Ιόρκη το 1987 -δυο χρόνια πριν-, συνεδριάζει, ασκεί πιέσεις, σχεδιάζει δράσεις. Η εικόνα των σχέσεων ανάμεσα στα μέλη της -στην πλειονότητά τους ομοφυλόφιλοι και βασικά οροθετικοί- δεν είναι ειδυλλιακή: υπάρχουν διαφωνίες, υπάρχουν συγκρούσεις, υπάρχουν παρεξηγήσεις... Όμως τίποτα δεν τους 
σταματάει. Η ταινία «120 χτύποι στο λεπτό» («120 Battements par Minute», 2017) του Γάλου Ρομπέν Καμπιγιό επικεντρώνεται στις δράσεις της γαλικής ACT UP ενάντια στη φαρμακευτική εταιρεία Melton Pharm που ’χει κάνει σχετική έρευνα αλλά περιμένει να ανακοινώσει τα αποτελέσματά της τα οποία, πιθανόν, θα βοηθήσουν, στο συνέδριο για το AIDS που θα γίνει στο Βερολίνο μετά από ένα χρόνο ενώ άνθρωποι πεθαίνουν από την ασθένεια, χωρίς να αγνοεί άλλες παρεμβάσεις της, όπως στα Gay Pride, σε κηδείες μελών της, σε σχολεία... Στους κόλπους της οργάνωσης ο Γαλοχιλιανός Σον, 

με προχωρημένα τα συμπτώματα της ασθένειας αλλά εξαιρετικά δραστήριος κι ο νεοφερμένος Νατάν που δεν είναι οροθετικός ερωτεύονται και κάνουν σχέση. Αλλά, όσο η σχέση εξελίσσεται 
-ένας έρωτας στα χρόνια της χολέρας, στα δύσκολα χρόνια, πριν βρεθούν οι σημερινοί αποτελεσματικοί τρόποι αντιμετώπισης της νόσου-, τόσο η κατάσταση του Σον επιδεινώνεται. Ο Νατάν θα μείνει κοντά του, θα του σταθεί, θα τον φροντίσει και, στο τέλος, θα τον «βοηθήσει» να φύγει απ’ τη ζωή πιο γρήγορα, για να μην υποφέρει περισσότερο -γιατί υποφέρει. Ο Ρομπέν Καμπιγιό έχει 


αντιμετωπίσει την ταινία, στο πρώτο και μεγαλύτερο μέρος της, σαν ντοκιμαντέρ, σαν χρονικό της δράσης της ACT UP, οδηγώντας τους ηθοποιούς του σ’ ένα φυσικό, άμεσο παίξιμο. Στο δεύτερο δίνει θέση, μετατοπίζοντας τον άξονα, στην ιστορία των δυο εραστών: με μέτρο, με συγκίνηση -αλλά χωρίς ποτέ να την εκβιάζει, 

χωρίς ποτέ να γίνεται μελοδραματικός-, με περισσή τρυφερότητα -η παρουσία της μητέρας του Σον, διακριτική, χωρίς τίποτα να υπερτονίζεται, συγκλονίζει-, βυθίζοντας την οθόνη στα σκοτάδια και τα ημίφωτα, δίνοντας τις τρεις ερωτικές σκηνές με τη μεγαλύτερη διακριτικότητα, σχεδόν μόνο με ήχους, μη ξεχνώντας το χιούμορ και κλείνοντας την ταινία με μια ξέφρενη εισβολή των φίλων/συντρόφων του Σον στη δεξίωση ενός συνεδρίου ασφαλιστών υγείας -να σκορπίζουν, κατά την επιθυμία του, τις στάχτες του στους φορτωμένους μπουφέδες. Ο Σον του Αργεντινού Ναουέλ Πέρες Μπισκαγιάρ, εξαιρετικός. Μια καθηλωτική ταινία, που γίνεται συγκλονιστική στο τέλος. Αν ο σκηνοθέτης είχε μαζέψει τη διάρκειά της -140 λεπτά- δε θα ’χα την παραμικρή ένσταση.

Κινηματογράφος «Άλιμος», 23 Αυγούστου 2018.

August 21, 2018

Στο Φτερό / Ματωμένο παραμύθι


«Ο λαβύρινθος του Πάνα» του Γκιγιέρμο ντελ Τόρο 


Ένα παραμύθι είναι «Ο λαβύρινθος του Πάνα» («El Laberinto del Fauno», 2006), ταινία ισπανομεξικάνικης παραγωγής που προβάλλεται σ’ επανέκδοση. Αλλά ένα παραμύθι άγριο που ’χει 
σκαρώσει ο Μεξικανός Γκιγιέρμο ντελ Τόρο: μετεμφυλιοπολεμική Ισπανία, 1944, κι η μικρή Οφέλια, στα πρόθυρα της εφηβείας, ορφανή από πατέρα, βουτηγμένη στην αλήθεια των παραμυθιών της ακόμα, ακολουθεί την ξαναπαντρεμένη και έγκυο μητέρα της 
Κάρμεν εκεί όπου είναι στρατοπεδευμένος ο πατριός της Λοχαγός Μπιδάλ, αξιωματικός που, ψυχή τε και σώματι, βοηθάει το φρανκικό καθεστώς να εδραιωθεί προσπαθώντας να ξεριζώσει τις τελευταίες εστίες αντίστασης στην περιοχή του και να εξοντώσει τους αντάρτες που ακόμα, πέντε χρόνια μετά τη λήξη του Εμφύλιου, πολεμούν τους Φαλαγγίτες του Φράνκο. Η
ονειροπαρμένη μικρή θα βρεθεί σ’ έναν μυθικό λαβύρινθο όπου θα συναντήσει έναν Φαύνο (κι όχι τον Πάνα του τίτλου) που θα της αποκαλύψει ότι είναι η ενσάρκωση της πριγκίπισσας του Κάτω Κόσμου Μοάνα που ’χει χαθεί πάνω στη γη. Κι ότι θα μπορέσει να επιστρέψει εκεί που ανήκει και στους πραγματικούς γονείς της, τους βασιλιάδες του Κάτω Κόσμου, αν περάσει από τρεις δοκιμασίες. Η Μοάνα, ενώ ο σκληρός, αιμοσταγής Μπιδάλ εξοντώνει «ύποπτους», ενώ η μητέρα της πεθαίνει στην γέννα, ενώ οι αντάρτες επιτίθενται στο στρατιωτικό απόσπασμα, περνάει τις δοκιμασίες, βρίσκει, όμως, και το θάνατο απ’ το χέρι του Μπιδάλ, πριν τον σκοτώσουν οι παρτιζάνοι. Αλλά ο 

θάνατός της, στο παραμύθι, ταυτίζεται με τη λύτρωσή της: γυρίζει 
εκεί που ανήκε -στον Κάτω Κόσμο. Ο Γκιγιέρμο ντελ Τόρο, αντλώντας από σκοτεινά παραμύθια αλλά κι από ιστορικά
γεγονότα της εποχής, έχει γράψει ο ίδιος ένα σενάριο δεξιοτεχνικό που δένει αποδοτικότατα το ρεαλιστικό με το φανταστικό στοιχείο -μια ψυχαναλυτική παραβολή πάνω στο πέρασμα στη εφηβεία. Δε διστάζει να γίνει βίαιος, σκληρός, με εικόνες που ενοχλούν αλλά, απ’ την άλλη, δημιουργεί μια ταινία σφιχτή, με σασπένς και με αστείρευτη φαντασία, έστω κι αν τα
«τέρατά» του κάποτε είναι χοντροκομμένα. Η δωδεκάχρονη Ιβάνα Βακέρο, καλά οδηγημένη, είναι πειστικότατη Οφέλια, γλυκύτατη η Κάρμεν της Αριάδνα Ζιλ, σωστή όλη η διανομή, σαφώς, όμως, ξεχωρίζει ο Λοχαγός Μπιδάλ του Σέρζι Λόπεθ. Αγνώριστος, ο καλός ηθοποιός σχεδιάζει κι ερμηνεύει -έστω κι αν θα ’ταν πιο ενδιαφέρον αν ο σκηνοθέτης 
τού ζητούσε κι άλλες αποχρώσεις του χαρακτήρα και δεν τον οδηγούσε στο μονόδρομο του «κακού»- ένα αξέχαστο αιματοβαμμένο μιλιταριστικό γουρούνι που αποπνέει, πάντως, ερωτισμό στους υπαινιγμούς του προς την οικονόμο του, την Μερθέδες, αδελφή ενός απ’ τους παρτιζάνους και κατάσκοπο/συνεργάτριά τους. Μια ταινία που σου κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον.

Κινηματογράφος «Ταινιοθήκη της Ελλάδος», 20 Αυγούστου 2018.

August 19, 2018

Στο Φτερό / «Οιδίπους» με ήχο «Mamma Mia» ή Ν’ αντιλαλούν οι κάμποι...


«Οιδίπους επί Κολωνώ» του Σοφοκλή / Σκηνοθεσία: Γιάννης Κόκκος 
 
Με την ύστατη τραγωδία «Οιδίπους επί Κολωνώ», που ο Σοφοκλής έγραψε στα ενενήντα του, περίπου, χρόνια (πιθανόν 406 π.Χ., μεταθανάτια πρώτη παρουσίαση 401 π.Χ.), το Φεστιβάλ των Σιρακουσών, το οποίο οργανώνεται απ’ το εκεί ,Εθνικό Ινστιτούτο Αρχαίου Δράματος (INDA), έκλεισε το φετινό Φεστιβάλ Επιδαύρου: ο γέροντας Οιδίπους, που, όταν έμαθε τι είχε διαπράξει, εν αγνοία του, έχει βγάλει τα μάτια του με τα ίδια του τα χέρια, εξόριστος απ’ την Θήβα της οποίας ήταν βασιλιάς, φτάνει, με  την κόρη του Αντιγόνη 
στον αθηναϊκό Κολωνό και ζητάει απ’ το βασιλιά της Αθήνας, τον Θησέα, να του επιτρέψει να πεθάνει εκεί αφήνοντας στην πόλη την ευλογία του. Θα τον διεκδικήσει με «τρομοκρατικές» μεθόδους ο γυναικάδελφός του Κρέων που φτάνει απ’ την Θήβα και του ζητάει να επιστρέψει για να καρπωθεί η δική τους πόλη, μετά το θάνατό του, την ευλογία του αλλά κι ο γιος του Πολυνείκης που εκστρατεύει κατά της Θήβας διεκδικώντας απ’ τον αδελφό του Ετεοκλή το θρόνο και ζητάει την υποστήριξή του. Ο Οιδίπους
θ’ αρνηθεί και στους δυο και, παίρνοντας, τελικά, την άδεια του Θησέα, αποσύρεται μαζί του στο Άλσος των Ευμενίδων όπου πεθαίνει μέσα σε μια μεταφυσική ατμόσφαιρα -μια Ανάληψη. Έργο βαθιάς ωριμότητας -στοχασμός πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη αλλά και ύμνος του Σοφοκλή στην πατρίδα του, την Αθήνα- ο Γιάννης Κόκκος, με συνεργαζόμενο σκηνοθέτη τον Άλφιο Σκουντέρι και καλλιτεχνική συνεργάτρια την Ανίκ Μπλανκάρ, το αντιμετώπισε ρεαλιστικά σε μια παράσταση που θέλησε να δώσει έμφαση στο πολιτικό στοιχείο αλλά του στέρησε το μεταφυσικό
μέγεθος, μετρημένη, καλαίσθητη αλλά χωρίς έμπνευση. Σ’ ένα σκηνικό του όπου δέσποζε ο φαραωνικού μεγέθους γλυπτός μισός κορμός μιας γυμνής μορφής πλάτη -το πεπρωμένο;-, με μια πύλη ανοιχτή πάνω της -η πύλη προς το Άλσος των Ευμενίδων, προς το επέκεινα-, σκηνικό, κατά τη γνώμη μου, χοντροκομμένο, όχι αντάξιο της εικαστικής φήμης του σκηνογράφου/σκηνοθέτη, ο Γιάννης Κόκκος οδήγησε το θίασο σε 
μια συμβατική ανάγνωση, με πινελιές μοντέρνες που τις πρόσθεσαν τα καλόγουστα κοστούμια -κυρίαρχο το μαύρο- της Πάολα Μαριάνι. Στον επώνυμο ρόλο ο Μάσιμο ντε
Φράνκοβιτς, ηθοποιός, οπωσδήποτε, μεγέθους, έπαιξε, πιστεύω, εξωτερικά, με θεατρινισμούς, μεγάλες, οπερατικές χειρονομίες, στα όρια του στόμφου, μ’ έναν Θησέα (Σεμπαστιάνο Λο Μόνακο) που θύμιζε μαφιόζο νονό, περιστοιχισμένος από ηθοποιούς απλώς σωστούς και πολύ αδύναμο Χορό. Ξεχώρισα μόνο τον Πολυνείκη του Φαμπρίτσιο Φάλκο. 



H παράσταση θα μου θύμιζε συμβατικές του παλιού Εθνικού μας Θεάτρου, αν δεν κρατούσα την πραγματικά κατανυκτική έξοδο προς το επέκεινα του Οιδίποδος, με δυο Χορούς/χορωδίες -αντρικό και γυναικείο- να άδουν ένα κράμα βυζαντινών καταβολών και δυτικής πολυφωνίας: αναμφισβήτητο συν οι μουσικές του

Αλέξανδρου Μαρκέα. Μέγα μειονέκτημα, η σθεναρή χρήση μικροφώνων -γενικεύεται...- που δημιουργούσαν στο θέατρο του Πολυκλείτου αντίλαλο -ν’ αντιλαλούν οι κάμποι…-, με τις φωνές 

των ηθοποιών ν’ ακούγονται συχνά εις... διπλούν -ειδικά της Ισμήνης- ή αλλού να βρίσκονται κι απ αλλού ν ακούγονται. Τη βρήκα απαράδεκτη -με παρέπεμπε σε παράσταση του «Mamma mia».

Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, Φεστιβάλ Σιρακουσών, Φεστιβάλ Επιδαύρου, 17 Αυγούστου 2018.

August 15, 2018

Στο Φτερό / Η Θεραπεία Καντονά


«Αναζητώντας τον Έρικ» του Κεν Λόουτς 
 

Ταχυδρόμος, πενηντάρης, στο Μάντσεστερ, οπαδός βαμμένος της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, σ’ ένα σπίτι-αχούρι, ο Έρικ περνάει 
κρίση. Εικοσάρης φοβήθηκε τα βάρη κι εγκατέλειψε την έγκυο
γυναίκα του, την Λίλι, αν και πολύ αγαπιόντουσαν, πενηντάρη τον εγκατέλειψε η δεύτερη γυναίκα του αφήνοντάς του τους δυο έφηβους γιους της που τους μεγαλώνει. Η κόρη του -απ’ τον πρώτο γάμο- του ζητάει, επειδή ετοιμάζει τη διπλωματική εργασία της, να κρατάει το χωρίς πατέρα μωρό της και κατόπιν να 
το παραδίδει στη μητέρα της που ο Έρικ δεν έχει συναντήσει αφότου την εγκατέλειψε και φοβάται να τη συναντήσει. Παράλληλα, ο ένας απ’ τους γιους μπλέκει σε μια συμμορία και γίνεται στόχος, μ’ ένα όπλο που ο αρχηγός της του δίνει να κρύψει. Στα δύσκολα εμφανίζεται απ’ το πουθενά, ως από μηχανής θεός, ο… Ερίκ Καντονά. Που ο Έρικ, όντως, τον έχει Θεό -στην Μάντσεστερ 
τελείωσε την καριέρα του ο Γάλος Καντονά, με σειρά θριάμβων, μεταξύ 1992 και 1997. Κι αρχίζει ο πρώην ποδοσφαιριστής να τον συμβουλεύει. Η Θεραπεία Καντονά έχει επιτυχία. Ο Έρικ συναντάει την Λίλι και η σχέση τους αναθερμαίνεται. Η αστυνομία θα κάνει έφοδο στο σπίτι αλλά δε θα βρει το όπλο. Ο μαφιόζος, όμως, έχει τον πιτσιρικά στο χέρι και τον εκβιάζει. Ο Έρικ, κατά συμβουλή του Ερίκ, επιστρατεύει την παρέα του, συναδέλφους του και φαν της Μάντσεστερ -τρία πούλμαν!- και θα 

εισβάλουν με μάσκες στο σπίτι του γκάνγκστερ, θα τον ξεφτιλίσουν βιντεοσκοπώντας τα τεκταινόμενα και θα τον αναγκάσουν ν’ αναδιπλωθεί εκβιάζοντάς τον πως, αν κάνει οποιαδήποτε κίνηση, θ ανεβάσουν το βίντεο στο youtube. Το τέλος είναι, γενικώς, αίσιο: η κόρη του αποφοιτά κι ο Έρικ ξανασμίγει με την Λίλι. Για το «Αναζητώντας τον Έρικ» («Looking
for Eric», 2009) ο μόνιμος, εδώ και πολλά χρόνια, συνεργάτης του Κεν Λόουτς, ο Πολ Λάβερτι, του ’γραψε μια δραματική κωμωδία -με κοινωνικό υπόβαθρο πάντα, καταδεικτική της κατάστασης στην οποία βρίσκεται το αγγλικό προλεταριάτο- έξυπνη, ανάλαφρη, με 
τις σκληρές στιγμές της την οποία, έστω κι αν έχει κάποιες ρωγμές και κάποιες αφέλειες, ο Λόουτς χειρίζεται με την εξαιρετική ικανότητά του να καταγράφει, με αποχρώσεις, ψυχικές καταστάσεις κάνοντας, όμως, πολιτικό σινεμά. Και γι άλλη μια φορά αποδεικνύεται μεγάλος μάστορας να καθοδηγεί, για πρωταγωνιστικούς, μάλιστα, ρόλους, ερασιτέχνες ή άπειρους ηθοποιούς, όπως, εδώ, ο Στιβ Έβετς ως Έρικ, σε παίξιμο εντυπωσιακά φυσικό με τον Ερίκ Καντονά πλάι του να φέρει επιτυχώς τον εαυτό του. 

Κινηματογράφος «Mikrokosmos», 13 Αυγούστου 2018.