July 19, 2018

Όπου και να ταξιδέψω, ο «πολυχώρος» με πληγώνει…


Το Τέταρτο Κουδούνι / 19 Ιουλίου 2018 



Δύσκολα πέρασα. Δύσκολα… Να πέφτουν απειλητικά -Frau Blücher…-, κατά ριπάς, τα δελτία Τύπου απ’ το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, για τις «Ευμενίδες» του Αισχύλου που παρουσίασε ως μονόλογο η Στεφανία Γουλιώτη στις 6 τα ξημερώματα, στο αρχαίο στάδιο της Επιδαύρου. Κρρρρρ: «Η παράσταση θα ξεκινήσει αυστηρά στις 06:00 το πρωί». Κρρρρρ: «Το δημοσιογραφικό πούλμαν θα αναχωρήσει την Κυριακή στις 03:00 τα ξημερώματα (ή αν προτιμάτε βράδυ Σαββάτου) από την οδό Φιλελλήνων και Ξενοφώντος». Κρρρρρ: «Δεν θα κάνει στάση στην Ομόνοια. Η στάση αυτή καταργείται για τα επόμενα δρομολόγια». Κρρρρρ: «Παρακαλούμε να δηλώσετε/επιβεβαιώσετε με απάντηση στο παρόν email μέχρι αύριο το απόγευμα 12/7». Κρρρρρ: «1) αν θα καλύψετε δημοσιογραφικά την παράσταση, ώστε να φροντίσουμε για την πρόσκλησή σας». Κρρρρρ: «2) αν θα χρειαστείτε μεταφορά με το δημοσιογραφικό πούλμαν, ώστε να γίνει καταμέτρηση των θέσεων».
«Καταμέτρηση»; Εκεί σκιάχτηκα. Αυτό το «καταμέτρηση» ήταν το καθοριστικό. Να ’ναι 11 Ιουλίου, να ’ρχονται τα δελτία και να ’ναι επέτειος (76 χρόνια, 11 Ιουλίου 1942) της συγκέντρωσης στην εκεί πλατεία Ελευθερίας και καταμέτρησης των Εβρέων της Θεσσαλονίκης -το πρώτο στάδιο της εξόντωσής τους. Ε, πώς το μυαλό μου, το ιδιόμορφο, να μην κάνει τον ασεβή συνειρμό; (Δεν 

μπόρεσα, τελικά, να πάω. Πάντως, τ’ ομολογώ, θα ’θελα να ’μαι κι εγώ εκεί).


Όλο και πιο σκληρά γίνονται, πάντως, τα πράγματα για τους πολιτιστικούς -και δη περί το θέατρο- συντάκτες, Καψόνια! «Τελετουργικό κάλεσμα στον ήλιο», 6 τα ξημερώματα, στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου είχαμε, ήδη απ’ τον ιαπωνικό θίασο «Νο» το 2015, πέρσι το Φεστιβάλ Αθηνών είχε κάτι σαν «Ξημέρωμα στον Λυκαβηττό», φέτος δυο αλλεπάλληλα χτυπήματα: 6 το πρωί αναχώρηση του πούλμαν για Δελφούς, για το αφιέρωμα απ’ το Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών στον Θεόδωρο


Τερζόπουλο, ολημερίς-ολονυχτίς -κορωνίδα οι «Τρωάδες» του με την Δέσποινα Μπεμπεδέλη (κι εκεί θα θελα να μαι αλλά...)-, μ’ επιστροφή περί τα μεσάνυχτα, κατόπιν οι «Ευμενίδες»… Αφήστε κάτι τρίωρες, τετράωρες, πεντάωρες, δεκάωρες, δωδεκάωρες έως και εικοσιτετράωρες έως και πολυήμερες παραστάσεις, αφήστε κάτι ολονυχτίες της Αποστολίας Παπαδαμάκη που όλο και πυκνώνουν… Υγεία κι αντοχή να ’χουμε. Κι από ποιον να ζητήσεις επίδομα ανθυγιεινής πλέον… «Τι να κάνουμε όμως, πρέπει να ζήσουμε! Θείε Βάνια, θα ζήσουμε»... (Συν)αδέλφια, ψηλά το κεφάλι!  


Με την ευκαιρία. Διάβασα για το αρχαίο θέατρο των Δελφών, όπου παίχτηκαν οι «Τρωάδες» του Θεόδωρου Τερζόπουλου, ότι «η πρώτη και τελευταία φορά που λειτούργησε ήταν το 1927 και το 1930 (από την Εύα Σικελιανού-Πάλμερ) ύστερα από 2.000 χρόνια. Μετά σιωπή». Κι όμως! Εγώ είδα εκεί, με τα μάτια μου, το 1977, την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή, απ’ τους «Δεσμούς» της Ασπασίας Παπαθανασίου, σε σκηνοθεσία της και με την ίδια -που ζει και βασιλεύει και τον Νοέμβριο κλείνει τα 100 χρόνια της κι ελπίζω κάποιος να σκεφτεί να τα/την τιμήσει…- στον επώνυμο
ρόλο κι ακόμα ακούω τις Φαιδριάδες ν’ αντιλαλούν στο «χτύπα αν μπορείς διπλά!» της Ηλέκτρας της κι ανατριχιάζω. Αλλά νομίζω πως, προηγουμένως, κι ο Ιορδάνης Μαρίνος έπαιξε εκεί πολλές φορές τραγωδία -ίσως κι άλλοι. 


Διαβάζω στην ιστοσελίδα του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, στο «κεφάλαιο» Ιστορία:
«[…] Ο καλλιτεχνικός πληθωρισμός της δεκαετίας του 1990 ενέτεινε το από χρόνια διαφαινόμενο αδιέξοδο. Αυτή την πραγματικότητα επιδίωξε να ανατρέψει η διεύθυνση του Γιώργου Λούκου, που η θητεία του ξεκίνησε το 2006. Το πρόγραμμα στην Επίδαυρο διευρύνθηκε, με τη μετάκληση διάσημων καλλιτεχνών που παρουσίασαν στην αρχαία σκηνή και νεότερα έργα κλασικών δημιουργών, από Σαίξπηρ έως και Μπέκετ. Ταυτόχρονα, στοίχημα της επιτυχημένης αυτής διεύθυνσης, που προίκισε το Φεστιβάλ Αθηνών με τους πολύτιμους χώρους της Πειραιώς 260, υπήρξε η εκ νέου διεκδίκηση του μοντερνισμού, το συστηματικό άνοιγμα στο καινούργιο που παράγεται παγκοσμίως, η ανάδειξη των νέων εγχώριων δυνάμεων που μπορούν να μιλήσουν στο σύγχρονο κοινό.
Από τον Απρίλιο του 2016 η νέα διεύθυνση, του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, προσθέτει στα παραπάνω τις συμπαραγωγές με διεθνή καλλιτεχνικά σχήματα θεάτρου και χορού […]».
Κάτι ανάλογο διάβασα και στο σημείωμα του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου στο πρόγραμμα του «Αγαμέμνονα» των «Επιδαυρίων».
Α, εδώ θα διαφωνήσω. Και νομίζω πως θα ’πρεπε να γίνει μια διόρθωση. Και οι «συμπαραγωγές με διεθνή καλλιτεχνικά σχήματα θεάτρου και χορού» επί Γιώργου Λούκου είχαν αρχίσει -απλώς τώρα, καλώς, λίαν καλώς, συνεχίζονται. Τι να πρωτοθυμηθώ; Τον «Άμλετ» του Τόμας Όστερμάγιερ και της «Σάουμπίνε», το σεξπιρικό «Χειμωνιάτικο παραμύθι» του Σαμ Μέντες στην Επίδαυρο, το 

«Radio Muezzin» ή τον «Προμηθέα στην Αθήνα» των «Rimini Protocoll», το «Sutra» της Σιλβί Γκιλέμ, συμπαραγωγή με το «Sadler’s Wells» και το Φεστιβάλ της Αβινιόν, το «Democracy in America» του Ρομέο Καστελούτσι, το «East Shadow» του Γίρζι Κύλιαν και… και…;


Προκηρύχτηκαν και φέτος απ’ το υπουργείο Πολιτισμού οι επιχορηγήσεις θεάτρου -για την περίοδο 2018/2019. Και πάλι, όμως, το θέατρο για παιδιά απουσιάζει -δεν περιλαμβάνεται. Τίθεται μάλιστα ρητά αυστηρός όρος: «Αποκλείονται […] παραγωγές παιδικού ή εφηβικού θεάτρου»! Αποκλείονται;!! Και 
βέβαια καταλαβαίνω κάποιες παραμέτρους -εκμετάλλευση από επιτήδειους κλπ- αλλά πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι; Μου είπαν πως το κονδύλι για τις επιχορηγήσεις είναι μικρό, δίνονται από πέρσι πολύ λίγα στον κάθε θίασο κι αν προστεθούν κι οι θίασοι για παιδιά θα γίνουν ακόμα λιγότερα. Κι ότι οι θίασοι αυτοί «τα βγάζουν τα έξοδά τους έτσι κι αλλιώς». Ίσως έτσι να ’ναι αλλά ΠΩΣ τα βγάζουν; Μήπως με εκπτώσεις; Με ΜΕΓΑΛΕΣ, πάσης «φύσεως», εκπτώσεις; Δεν είναι ντροπή το θέατρο για παιδιά να ωθείται πίσω στη δεκαετία του ’60; Με υπουργό, μάλιστα, ηθοποιό/σκηνοθέτρια που ’χει γνώση τι σημαίνει θέατρο για παιδιά;


Δεν ανήκει στους σκηνοθέτες που μ’ έχουν γοητεύσει ο Πολονός Κσίστοφ Βαρλικόφσκι -ο μεταμοντερνισμός του δεν είναι και τόσο του γούστου μου. Έτσι και με το «We Are Leaving» (2018),

διασκευή του έργου (1983) του Ισραϊλινού Χανόχ Λεβίν «Αυτοί που ετοιμάζουν βαλίτσες», μια πολυπρόσωπη κυνική κωμωδία με… οκτώ κηδείες. Όλοι οι φίλοι μου ενθουσιάστηκαν, εγώ, περίπου, αμέτοχος έμεινα. Βρήκα ενδιαφέροντα στοιχεία αλλά…



Μέρες Λούλας Αναγνωστάκη έζησα τον Ιούνιο: Αφιέρωμα Λούλα Αναγνωστάκη στο Φεστιβάλ Αθηνών -σας έγραφα στο προηγούμενο «Τέταρτο Κουδούνι», στις 29 Ιουνίου- αλλά, ιδού, καπάκι, και το «Εντευκτήριο», το εκλεκτό περιοδικό που, με πίκρες και με βάσανα αλλά και με χαρές κι επιτυχίες μεγάλες μάς το ’χει φοδραρισμένο και το εκδίδει εδώ και τριάντα χρόνια -διανύει το τριακοστό πρώτο, χαλκέντερο!-, στην Θεσσαλονίκη, ο Γιώργος Κορδομενίδης, παράλληλα μ’ άλλες εκδόσεις και μ’ εκδηλώσεις,  με επίσης αφιέρωμα στην Λούλα Αναγνωστάκη: τεύχος 114, στην κυκλοφορία ήδη απ’ τον Μάρτιο. Με οργάνωση απ’ τον Μάνο Καρατζογιάννη, ειδικότατο πια επί του θέματος, και τον ίδιο τον Γιώργο Κορδομενίδη.
Καθυστερημένα το άνοιξα με την πρόθεση να πάρω μια ιδέα. Κόλλησα. Ξενύχτησα και το ξεκοκάλισα. Τι υπέροχα κείμενα! Το ένα καλύτερο απ’ το άλλο. Με πρώτο την υπέροχη συνέντευξη της Λούλας Αναγνωστάκη, που ακούγεται και ως πρόλογος στην έκθεση του Φεστιβάλ «Δωμάτια μνήμης» -μην τη χάσετε αυτή την έκθεση! Μέχρι και αύριο, μην τη χάσετε!-, απομαγνητοφωνημένη, με εισαγωγή -επιμέλεια Γιώργου Ζεβελάκη. Και, κατόπιν, μια «Εισαγωγή στη δραματουργία της Λούλας Αναγνωστάκη» απ’ τον Μάνο Καρατζογιάννη, «Τρεις φορές Παρέλαση» του Νικηφόρου Παπανδρέου, «Ο άγγελος της Ιστορίας πάνω από την Πόλη» της Δηώς Καγγελάρη, «Τα μαύρα γυαλιά της Λούλας» του Βίκτωρα Αρδίττη αλλά και κείμενα του Γιώργου Αρμένη, του Σπύρου Βραχωρίτη, του Βασίλη Κατσικονούρη, του Άκη Δήμου, του Λάκη Δολγερά, κι άλλο του Μάνου Καρατζογιάννη, του Δημήτρη Καταλειφού, της Λυδίας Κονιόρδου, του Σταμάτη Κραουνάκη, της Όλιας Λαζαρίδου, ένα παλαιότερο του Παύλου Μάτεσι -θυμάμαι το ευφυές που ’ λεγε, είχε πολύ χιούμορ ο Μάτεσις: «Όταν με ρωτήσουν ποιους θεωρώ τους καλύτερους σύγχρονους έλληνες θεατρικούς συγγραφείς αναφέρω πάντα πρώτη την Λούλα Αναγνωστάκη, μετά τον εαυτό μου και τον τρίτο αναλόγως με ποιον μιλώ»-, του Θανάση Νιάρχου, του Λεωνίδα Προυσαλίδη, της Σύλβιας Σολακίδη, του Τάκη Σπετσιώτη, του Αλέξη Σταμάτη, της Μαρίας Στασινοπούλου, του Κωνσταντίνου Χατζή, μια «Παραστασιογραφία Λούλας Αναγνωστάκη» και πάλι απ’ τον Μάνο Καρατζογιάννη.
Και, πάνω απ’ όλα, τρία κείμενα που κρατώ ως κόρην οφθαλμού: «Από εικόνα σε εικόνα τα χρόνια» της Μάρως Δούκα, «Το γελεκάκι που φορείς…» της Ζυράννας Ζατέλη και «Η Λούλα της καρδιάς μας» της Βίκυς Μαντέλη, από το οποίο παίρνω το θάρρος να αποσπάσω την τελευταία παράγραφο: «Κάθε φορά που ο κόσμος θα γίνεται άγριος, θα αναζητώ με τη σκέψη μου την απάντησή της. Τα απογεύματα που ο ήλιος θα εξαφανίζεται πέρα στην Ελευσίνα και ο ουρανός θα βάφεται κατακόκκινος θα τη θυμάμαι. Από τα νησιά της άγονης γραμμής θα τηλεφωνώ να της πω πόσο όμορφα είναι. Όταν θα κατηφορίζω την Ιπποκράτους, θα ψάχνω να βρω τα μαγαζιά με τα αμπαζούρ που της άρεσαν. Θα κάνω άσκοπες βόλτες πριν της χτυπήσω το κουδούνι. Στις συναναστροφές των φίλων που στάθηκαν αφορμή για να γνωριστούμε και να πλουτίσουμε τις ζωές μας θα χαμογελώ. Και θα είμαι έτοιμη να απαντήσω στις αγαπημένες ερωτήσεις της: ‘Λέγε, τι γίνεται τώρα;’, ‘Τι είναι; Τι βλέπεις;’».
Με συγκίνησε βαθιά αυτή η παράγραφος. Ίσως γιατί μου θύμισε εκείνα τα τηλεφωνήματα και την αχνή φωνή που άκουγα, όταν σήκωνα το ακουστικό: «Γιώργο, η Λούλα είμαι, η Λούλα Αναγνωστάκη»…
Αυτό το «Εντευκτήριο» θα πρέπει να το αναζητήσετε και να το φυλάξετε. Σύντομα θα γίνει συλλεκτικό. Και θα παραμείνει σημείο αναφοράς: το πιο ολοκληρωμένο πορτρέτο της Λούλας Αναγνωστάκη. Που δε θα τη ξεχάσουμε ΠΟΤΕ. 



Κάθε τόσο περνώ, εδώ, στη γειτονιά μου, κοντά στον Άγιο Σώστη, μπροστά απ’ αυτό το δημοτικό θεατράκι της Τιμοκρέοντος, που φυτοζωεί, και μελαγχολώ. Κι από πάνω, φαρδιά-πλατιά, «Πολυχώρος Άννα και Μαρία Καλουτά» -όνομα που του δόθηκε επί δημαρχίας Νικήτα Κακλαμάνη.
Αχ, αυτοί οι «πολυχώροι»… Όπου και να ταξιδέψω, ο «πολυχώρος» με πληγώνει.

Μάρτα Αρχερίτς (Άργκεριχ): μία σπουδαία, γενναιόδωρη πιανίστα



Πέρσι μας την έσκασε. Για λόγους υγείας -ίσως πρόφαση, ίσως να ίσχυαν- δεν συνεργάστηκε με το Φεστιβάλ Αθηνών, όπως ήταν προγραμματισμένο. Φέτος, όμως, η Μάρτα Αρχερίτς (όπως προφέρεται στην πατρίδα της, την Αργεντινή, καθιερωμένη πια διεθνώς ως Άργκεριχ) μας ήρθε. Μετακλημένη, για να συμπράξει, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ, ως σολίστ, με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπό τον καλλιτεχνικό διευθυντή της Στέφανο Τσιαλή. Σε 
μία συναυλία με πολύ ενδιαφέρον πρόγραμμα: γαλόφωνοι συνθέτες του δεύτερου μισού του 19ου και του πρώτου μισού του 20ου αιώνα με «σφήνα» Μάνο Χατζιδάκι.
Είναι σπουδαία πιανίστα -ένας μύθος του πιάνου- η 77χρονη σήμερα Αργεντινή -με ρίζες να φτάνουν, από τον πατέρα της, στην Καταλονία, από την εβραϊκής καταγωγής μητέρα της στην Ροσία: ιλιγγιώδης δεξιοτεχνία και συναισθηματικός πλούτος που ξεχύνεται στο κλαβιέ -μία θύελλα. Και είναι γενναιόδωρη. Πάντα στηρίζει, προβάλλει, προωθεί, συνεργάζεται με ανθρώπους νέους, ανθρώπους που εκτιμά, φίλους της…
Το δεύτερο μέρος της συναυλίας δικό της ήταν αλλά, με τη χαλαρότητα του φτασμένου που τίποτα δεν έχει πια να αποδείξει, το μοιράστηκε απλόχερα. Πρώτο έργο, το Κοντσέρτο για δύο πιάνα και ορχήστρα (1932) του Φρανσίς Πουλένκ -στο δεύτερο 
πιάνο, η νεαρή Ελληνίδα Θεοδοσία Ντόκου της οποίας η Μάρτα Αρχερίτς είναι η μέντορας. Ένα λεπταίσθητο, αισιόδοξο, χαρούμενο, με τσαγανό αλλά και άκρως δεξιοτεχνικό έργο που οι δύο πιανίστες, σε άψογη συνεργασία μεταξύ τους και με την ορχήστρα, το ανέδειξαν.
Η συνέχεια έφερε στη σκηνή και πάλι την Αρχερίτς, με την Ντόρα Μπακοπούλου, πια, στο δεύτερο πιάνο: «Καταραμένο φίδι», το
ανάλαφρο, χαριτωμένο, ευφυές χορόδραμα (1951) του Μάνου Χατζιδάκι για την Ραλλού Μάνου και το «Ελληνικό Χορόδραμά της» -αποσπάσματά του. Δυναμική, θυελλώδης η Μάρτα Αρχερίτς -τιμή μας να διαλέξει ένα ελληνικό έργο και μία ελληνίδα ομότεχνή της να συνεργαστούν-, πιο λυρική η Ντόρα Μπακοπούλου, βαθιά
γνώστρια του έργου του Χατζιδάκι, συνέπλευσαν αρμονικά και μου έφεραν στη μνήμη όμορφες εικόνες από τη χορογραφία που η Ραλλού Μάνου κράτησε για χρόνια πολλά στο ρεπερτόριό της και έχω ευτυχήσει να τη δω.
Το δεύτερο μέρος έκλεισε επίσης χαρμόσυνα: με Καμίγ(ι) Σεν-Σανς και το υπέροχο -για δύο πιάνα και ορχήστρα- «Καρναβάλι των 

ζώων»(1886). Η Αρχερίτς και η Θεοδοσία Ντόκου και πάλι στο δεύτερο πιάνο, συνεπικουρούμενες από την ορχήστρα -έξοχο το τσέλο στο μέρος του «Κύκνου»-, έπαιξαν (στην κυριολεξία) με χάρη, και διαύγεια αυτά τα δεκατέσσερα μουσικά παιχνίδια που έχει σκαρώσει ο γάλος συνθέτης και που το συναποτελούν. Συν ένα ατού: παρούσα στη σκηνή η ηθοποιός-περφόρμερ Ανί Ντιτουά (κόρη της Αρχερίτς από τον μαέστρο Σαρλ Ντιτουά), πανύψηλη, λεπτή σαν μίσχος, κομψή σε μία ωραία, μακριά τουαλέτα, που ερμήνευσε με πολύ χιούμορ -στα γαλικά αλλά με ελληνικούς υπέρτιτλους- τα πανέξυπνα συνδετικά κείμενα σε ομοιοκατάληκτο στίχο τα οποία έχει γράψει ο Φρανσίς Μπλανς -θα έπρεπε να αναφέρεται στο πρόγραμμα το όνομά του γιατί έχουν γραφτεί διάφορες εκδοχές και από άλλους-, ενώ συμμετείχε, με περισσή θεατρικότητα, στην εξέλιξη της εκτέλεσης -κοιτάζοντας στα πέριξ με κιάλια, κάνοντας σαπουνόφουσκες από ένα φιαλίδιο-παιχνίδι, σχολιάζοντας εκφραστικά αυτά που ακούγαμε, προτρέποντάς μας να συμμετέχουμε είτε συναρθρώνοντας ομαδικά τις λέξεις με καταλήξεις εις… -au/aux και -eau/eaux του κειμένου της, είτε, στο φινάλε, με ρυθμικό χειροκρότημα…
Η βραδιά έκλεισε κεφάτα με τις δύο πιανίστες και την ορχήστρα να μπιζάρουν το φινάλε του έργου.


Η έναρξη της συναυλίας έγινε με την Συμφωνία σε ρε ελάσσονα (1889) του Σεζάρ Φρανκ, ένα μεγαλόπρεπο μεταρομαντικό συμφωνικό κομμάτι, σε μία, δυστυχώς, άχρωμη, άοσμη, άνευρη εκτέλεση, με την ορχήστρα να αδυνατεί να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων και με θαμπά τα πνευστά.
Η παρουσία, όμως, μιας πάντα συναρπαστικής πιανίστας, τελικά, μας αποζημίωσε.

Ωδείο Ηρώδη του Αττικού, 13 Ιουλίου 2018.

July 13, 2018

Χοροί για τα νεκρά παιδιά / Tip: «Enfant»


Ένας γερανός. Και βίντσια. Που κατεβάζουν στη σκηνή αιωρούμενα κορμιά χορευτών. Πάνω στη σκηνή ένα κεκλιμένο μηχανικό δάπεδο που τραντάζεται ρυθμικά. Ήχοι συμπαντικοί -
σαν  να βρυχάται θάλασσα. Το βίαια, άγρια παλλόμενο δάπεδο μου μεταφέρει μία αίσθηση σφοδρής τρικυμίας. Και μετά, τα παιδιά. Οι εννέα χορευτές, άντρες και γυναίκες, βρίσκονται με ένα παιδί ο καθένας στην αγκαλιά του: ένα κορμάκι χαλαρό, αφημένο εντελώς, νεκρό. Μικρά κουφάρια που οι χορευτές σαν να προσπαθούν απεγνωσμένα, μέσα σε μία ατμόσφαιρα πανικού, αλλοφροσύνης να τους δώσουν ζωή: τα αγκαλιάζουν, τα στριφογυρίζουν, τα τραντάζουν, τα αποθέτουν κάτω -κουφάρια παιδιών σκορπισμένα, που πώς να μη σκεφτώ ότι άμεσα παραπέμπουν στα κουφάρια των πνιγμένων προσφυγόπουλων, των παιδιών που οι γονείς τους προσπαθούν να τα σώσουν από τον πόλεμο και τη φτώχεια και τη
μιζέρια διαπλέοντας θάλασσες προς την ελευθερία και την «ευημερία»;
Στη σκηνή εμφανίζεται τώρα και περιφέρεται ένας μουσικός που 
παίζει γκάιντα. Τα παιδιά, που έχουν πολλαπλασιαστεί -έχουν γίνει δώδεκα-, σιγά-σιγά, παίρνουν ζωή. Αρχίζουν να τρέχουν, να κυνηγιούνται, να παίζουν, να τον ακολουθούν… Είναι ο Αυλητής του Χάμελν -από το παραμύθι των Γκριμ; Ο γητευτής που θα 
μαγέψει τα παιδιά; Στην παράσταση «Enfant» («Παιδί», 2011) του γάλου χορογράφου Μπορίς Σαρμάτς, που παρουσιάζεται «Πειραιώς 260», στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, όμως, ο γητευτής δεν παίρνει μαζί του τα παιδιά όπως στο παραμύθι. Τα παιδιά θα μείνουν. Για να κυριαρχήσουν: τα κουφάρια των 
χορευτών είναι πια αυτά που βλέπουμε σκορπισμένα στη σκηνή ενώ ο μουσικός με την γκάιντα -ο Αυλητής- 
«αναλαμβάνεται» δεμένος σε βίντσι -έχει κάνει πια τη δουλειά του: μία Πολιτεία των Παιδιών -καλύτερη; Χειρότερη;- έχει γεννηθεί.
Ο Μπορίς Σαρμάτς εμπνεύστηκε και οργάνωσε μία συναρπαστική 55λεπτη χορογραφία, σκοτεινή, τρομακτική αλλά, τελικά, ίσως, αισιόδοξη. Που ξεκινάει σαν χορογραφία μηχανών, εξελίσσεται σαν ένα κομμάτι «μη χορού», για να τελειώσει σαν ένα παράξενο, άγριο πανηγύρι -τα παιδιά «εκδικούνται». Οι επιβλητικές μηχανές, οι υποβλητικοί -δέος!- ήχοι του Ολιβιέ Ρενούφ με ενορχηστρώσεις του Λούτσιο Στιζ, τα κοστούμια της Λορά Φονβιέγ(ι) -όλοι στα μαύρα- συν-δημιουργούν ένα συγκλονιστικό αποτέλεσμα. Οι χορευτές και, βέβαια. τα δώδεκα


παιδάκια, έξι έως δώδεκα ετών -όσες ενστάσεις και όσα ερωτήματα και να έχω για τη σκηνική χρησιμοποίηση παιδιών και μάλιστα μερικών σε τόσο μικρές ηλικίες-, δοσμένα ολόψυχα, είναι σίγουρα ο αποφασιστικός παράγοντας.
Μία εμπνευσμένη, εξαιρετική, «αλλιώτικη» παράσταση υψηλής αισθητικής, που ξαναπαίζεται απόψε και αύριο. Μην τη χάσετε!

July 9, 2018

Ζήτω ο παρατονισμός! ή Η Κάλλας πάει στο «Μικρό Χορν» (τέως «Αμιράλ») ή Αγλαΐα Παππά, η αδάμαστη


Το Τέταρτο Κουδούνι / 9 Ιουλίου 2018 



Στο θέατρο «Αμιράλ» που πέρασε στα χέρια της «Αθηναϊκά Θέατρα» και μετονομάζεται σε «Μικρό Χορν» -νομίζω θα ’πρεπε να διατηρήσουν και το ιστορικό πια όνομα «Αμιράλ», (το θέατρο  
ιδρύθηκε το 1961, πριν από 57 χρόνια, απ’ τον Βαγγέλη Λειβαδά), «Μικρό Χορν» / «Αμιράλ», ας πούμε- θα στεγαστεί το έργο του Τέρενς Μακ Νάλι «Master Class» (1995). Που, όπως σας έγραφα στο totetartokoudouni.blogspot.com, στις 23 Απριλίου, θ’ ανεβεί, την ερχόμενη χειμερινή θεατρική περίοδο. Με την Μαρία Ναυπλιώτου στο ρόλο της Μαρίας Κάλλας, σε σκηνοθεσία Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου και μετάφραση Στρατή Πασχάλη -παραγωγή του Μιχάλη Αδάμ. 



Δύναμη. Δυναμική. Ανθεκτική. Πολύ σκληρή για να πεθάνει. Αυτές οι λέξεις μου ’ρχονται συνειρμικά, όταν βλέπω στο θέατρο την Αγλαΐα Παππά. Όχι τώρα. Ανέκαθεν. Απ’ την πρώτη στιγμή που την είδα στη σκηνή. Ηθοποιός με πρωταγωνιστική στόφα και σαφές στίγμα Ηθοποιού -με κεφαλαίο το ήτα. Που ναι, μεν, εκτιμάται αλλά, ίσως και λόγω των επιλογών της στο χώρο του ερευνητικού θεάτρου, κυρίως, δεν έχει γνωρίσει, κατά τη γνώμη μου, την αναγνώριση και την επιβράβευση όσο και όπως της αξίζει.

Η ερμηνεία της στις πρόσφατες «Παράξενες ιστορίες», μια μουσική παράσταση της Violet Louise βασισμένη σε κείμενα -πεζά και ποιήματα- του Έντγκαρ Άλαν Πόου, που παίχτηκαν «Πειραιώς 260», για το Φεστιβάλ Αθηνών, στερέωσε, γι άλλη μια φορά, την πεποίθησή μου. Η Violet Louise, με θετικό πρόσημο στη δημιουργία μουσικοθεατρικών παραστάσεων, όπου οι μουσικές κι 
οι πρόζες ισορροπούν αρμονικά, κατάφερε να μεταφέρει και να εκφράσει τον σκοτεινό κόσμο αυτού του σκοτεινού, του καταραμένου αμερικανού ρομαντικού του 19ου αιώνα, του αλκοολικού με το μυστηριώδες τέλος στα 40 του χρόνια, με τρόπο ιδεώδη, υπογράφοντας μετάφραση, σκηνοθεσία, μουσική και ηχητική και οπτική δραματουργία: μια παράσταση που την ανέδειξαν, σε αρμονική σύμπνοια, ο σχεδιασμός συστήματος αναπαραγωγής ήχου και εικόνας τη φροντίδα του οποίου είχε το Studio 19, οι συγκλονιστικοί φωτισμοί -ναι, ήταν Πόου!- του Σάκη Μπιρμπίλη, τα εξαιρετικά, απόλυτα λειτουργικά, δεμένα με τον ήχο και τα κείμενα βίντεο του Βασίλη Κουντούρη του Studio 19, η ηχοληψία του Κώστα Μπώκου -του Studio 19, επίσης- και τα κοστούμια της Λίλιαν Ξυδιά- μια ευτυχής συγκυρία.

Αλλά το αποτέλεσμα δε θα ’ταν το ίδιο αν δεν υπήρχε η Αγλαΐα Παππά στη σκηνή. Καθηλωμένη σε μια πολυθρόνα, που παρέπεμπε σε αναπηρικό αμαξίδιο, ερμήνευσε -ναι, ΕΡΜΗΝΕΥΣΕ!- απ’ τα σπλάχνα της τα ζοφερά αυτά κείμενα. Με την φωνή της που ηχεί ως μουσικό όργανο, με τη μοναδική σχέση που ’χει με το λόγο -μια αγωγή λόγου «εθνικοθεατρική», καθώς τη Δραματική Σχολή του Εθνικού έχει τελειώσει, διυλισμένη, όμως, περασμένη δια πυρός και σιδήρου, δουλεμένη, καλλιεργημένη, ανεπτυγμένη, εξελιγμένη μέσα απ’ τις συνεργασίες της με μοντέρνας έκφρασης σκηνοθέτες (Ανατόλι Βασίλιεφ, Λασάλ, Βογιατζής, Μαρμαρινός, Τερζόπουλος, Χουβαρδάς, Πατεράκη…)-, με μια θηριώδη τεχνική και μ’ απόλυτο αυτοέλεγχο: υποβλητική, επιβλητική, με κορυφώσεις -μ εκρήξεις- υπεράνθρωπες που ξέσκιζαν, η Αγλαΐα Παππά συνέπαιρνε. Και το επί σκηνής γερό δέσιμό της -η «χημεία», που λένε- με την Violet Louise, που ερμήνευε τα τραγούδια της πάνω σε ποιήματα του Πόου στο αγγλικό πρωτότυπο, να οδηγεί σ’ ένα μουσικοθεατρικό αποτέλεσμα όχι απλώς καρποφόρο αλλά 
έξοχο. Αν προστεθεί ο παράγοντας ότι ήταν η πρώτη εμφάνιση της Αγλαΐας Παππά μετά από ένα σοβαρότατο τροχαίο το οποίο είχε πριν από ένα χρόνο και που κατάφερε -είπαμε, δύναμη!- να το ξεπεράσει και να επανέλθει στη σκηνή ακόμα καλύτερη, επρόκειτο περί άθλου. Ενώ και στη ζωή είμαι σίγουρος -είπαμε, δύναμη!- ότι πολύ σύντομα θ’ ανακτήσει πλήρως τις δυνάμεις της.
Μια απ’ τις καλύτερες στιγμές του καλού φετινού Φεστιβάλ. Που θα πρέπει σίγουρα να ’χει συνέχεια -τρεις παραστάσεις ήταν λίγες, πολύ λίγες (Φωτογραφίες: Εύη Φυλακτού).  



Σας τα ’γραφα εγώ, περί ΚΙΝ.ΑΛ., στο «Τέταρτο Κουδούνι», ήδη απ’ τις 9 Απριλίου: «Δηλαδή, θ’ αποτελεί πλέον το αντίπαλον κεντροαριστερόν δέος; Το νεοπαγές (ή αναπαλαιωμένο;) Κίνημα Αλλαγής -τόσο, μα τόσο άρωμα ΠΑΣΟΚ… Και θα το λένε ΚΙΝ.ΑΛ.; Σα χάπι μού ακούγεται. Και, φοβάμαι, αναποτελεσματικό».
Ε, πριν αλέκτορα φωνήσαι…, οι φόβοι μου υλοποιήθηκαν (Εκτός κι αν βρούνε κάτι σε γενόσημο).
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…



H Ντίνα Μιχαηλίδη θα ερμηνεύσει τον κεντρικό ρόλο της Ναουάλ στο συγκλονιστικό έργο του εγκατεστημένου στο Κεμπέκ του Καναδά, με την οικογένειά του, απ’ τα δεκαπέντε του χρόνια, λόγω του εμφύλιου πολέμου στη χώρα του, Λιβανέζου Ουαζντί Μουαουάντ «Πυρκαγιές» που θ’ ανεβάσει η Ιώ Βουλγαράκη, το χειμώνα, για το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, στο «Βασιλικό Θέατρο» της Θεσσαλονίκης, σε μετάφραση Έφης Γιαννοπούλου -η πρεμιέρα, στις 26 Ιανουαρίου.
Θέμα στις «Πυρκαγιές», ακριβώς, ο Εμφύλιος του Λιβάνου κι ο αντίκτυπός του στους ανθρώπους που τον έζησαν, όπως ο συγγραφέας στα παιδικά του χρόνια, 
από κοντά, ενώ οι ρίζες του έργου ανιχνεύονται στην αρχαία ελληνική τραγωδία και ειδικότερα, στο μύθο του Οιδίποδα: η διαθήκη της Ναουάλ γίνεται η αφορμή τα δίδυμα παιδιά της, η Ζαν κι ο Σιμόν, να ταξιδέψουν, μετά το θάνατο της, μέχρι την Μέση Ανατολή για να ξεκαθαρίσουν τις αβέβαιες συνθήκες της γέννησής τους και ν’ αναζητήσουν τις ρίζες τους και τον πατέρα τους που θεωρούσαν νεκρό. Μέσα απ’ αυτήν την περιπλάνηση θ’ ανακαλύψουν κρυμμένα μυστικά της μητέρας τους -συνέπειες που ’χε στη ζωή της ο Εμφύλιος του Λιβάνου. Και χωρίς, καλά-καλά, να το αντιληφθούν θα βρεθούν αντιμέτωποι με αλήθειες που στιγμάτισαν τόσο τη ζωή της όσο και τη δική τους ζωή. Στο τέλος θ’ ανακαλύψουν την πραγματική τους ταυτότητα, πράγμα το οποίο θα τους τραυματίσει αλλά και θα τους λυτρώσει ταυτόχρονα.
Έργο που ’κανε την πρεμιέρα του το 2003, στο Μονρεάλ -και το 2010 μεταφέρθηκε, με τον ίδιο τίτλο, στον κινηματογράφο, απ’ τον γαλόφωνο Καναδό του Κεμπέκ Ντενί Βιλνέβ, με Ναουάλ την Βελγίδα, από πατέρα Μαροκινό και μητέρα Ισπανίδα, Λούμπνα 
Αζαμπάλ-, οι «Πυρκαγιές» του Μουαουάντ πρωτοπαρουσιάστηκαν στην Ελλάδα την περίοδο 2011/2012, απ’ το Εθνικό Θέατρο, με ηθοποιούς και θεατές πάνω στη σκηνή της Κεντρικής Σκηνής του, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη, με τις Λένα Παπαληγούρα, Μαρία Κεχαγιόγλου και Θέμιδα Μπαζάκα να ερμηνεύουν την Ναουάλ σε τρεις διαφορετικές ηλικίες της ενώ τη σεζόν 2016/2017 ανέβηκαν στην Λευκωσία, απ’ τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου, σε σκηνοθεσία που υπέγραφε ο Πάρις Ερωτοκρίτου, με τρεις, επίσης, ηθοποιούς στο ρόλο της Ναουάλ: Μαργαρίτα Ζαχαρίου, Παναγιώτα Παπαγεωργίου κι Ιωάννα Σιαφκάλη.


 
Με τη διεθνή διάκριση «Καλύτερος Ανερχόμενος Πολιτιστικός Προορισμός» για το 2017 βράβευσε την Αθήνα ο οργανισμός «Leading Culture Destinations Awards». Ο δήμαρχός μας Γιώργος Καμίνης παρέλαβε το βραβείο, στο Λονδίνο. Τον περασμένο Σεπτέμβριο.
Αλλά να και τα καλύτερα -εντελώς πρόσφατα: η Αθήνα και πάλι ξεχώρισε κερδίζοντας τρία βραβεία -«Όσκαρ του Τουρισμού» χαρακτηρίζονται: «Europe’s Leading City Break Destination» («Κορυφαίος Ευρωπαϊκός Προορισμός για Τουρισμό Πόλεων») 2018, για την Ακρόπολη το «Europe’s Leading Tourist Attraction» («Κορυφαίο Ευρωπαϊκό Τουριστικό Αξιοθέατο») 2018 και για το Γραφείο Συνεδρίων και Επισκεπτών του Δήμου Αθηναίων το «Europe’s Leading City Tourist Board» («Κορυφαίο Ευρωπαϊκό Γραφείο Τουρισμού Πόλης») 2018. Το βραβείο αυτό παρέλαβε, επίσης, ο δήμαρχός μας Γιώργος Καμίνης, ο οποίος «αναφέρθηκε στη συστηματική δουλειά που κάνει ο Δήμος για να προωθήσει την Αθήνα ως ιδανικό προορισμό για συνέδρια αλλά και για city break για όλο τον χρόνο».
(Η φωτογραφία, του LjA, επίσης πρόσφατη: Αθήνα, Ιούνιος 2018…).
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…



Τη φάρσα «Γουρούνι στο Σακί» (1888) του Ζορζ Φεντό θα παρουσιάσει τον επόμενο χειμώνα ο Βασίλης Βλάχος στο θεατράκι του «Αλεξάνδρεια» της πλατείας Αμερικής, στη μετάφραση της Έρσης Βασιλικιώτη η οποία έχει αναλάβει και τη σκηνοθεσία σε συνεργασία με τον Νίκο Γκεσούλη -άλλη μια τρελή, 
«σαμπανιζέ» φάρσα του γάλου μάστορα του είδους στο γύρισμα του 19ου προς τον 20ο αιώνα.
Όπου ο πάμπλουτος βιομήχανος ζάχαρης Πακαρέλ θέλει ν’ ανεβάσει μια όπερα που ’χει συνθέσει η κόρη του. Για να στηρίξει το σχέδιό του, καλεί έναν διάσημο τενόρο απ’ την Όπερα του Μπορντό να πρωταγωνιστήσει. Ο νεαρός Ντιφοσέ που φτάνει, όμως, στο σπίτι τους απ’ το Μπορντό δεν είναι ο αναμενόμενος αλλά ο γιος φίλου του που ’ρχεται στο Παρίσι να σπουδάσει νομικά κι επισκέπτεται, χωρίς ειδοποίηση, τον Πακαρέλ, συστημένος απ’ τον πατέρα του. Ο νεαρός δεν καταφέρνει να εξηγήσει ποιος είναι, ο βιομήχανος τον εκλαμβάνει για τον τενόρο που περιμένει και τον βάζει να υπογράψει συμβόλαιο για την παράσταση με αποτέλεσμα μια σειρά σπαρταριστών παρεξηγήσεων.
«Μια ‘κουνημένη’ οικογένεια σε απόλυτη σύγχυση», όπως σημειώνεται, «πασχίζει ν’ αναβαθμίσει το κοινωνικό της προφίλ μέσω της τέχνης. Πρόκειται για τρελή διακωμώδηση των ανερμάτιστων και φιλόδοξων αστών που θεωρούν ότι με το χρήμα όλα αγοράζονται, ακόμα και το χρίσμα του καλλιτέχνη».
Στην παράσταση, που ’ναι προγραμματισμένη για τον Οκτώβριο, θα παίζουν, εκτός του Βασίλη Βλάχου, οι Κάτια Σπερελάκη, Μελίσσα Στοΐλη, Νίκος Ντούπης, Κωνσταντίνος Σπυρόπουλος, Νατάσα Παπαδάκη, Σάκης Σιούτης, Δημήτρης Χαλούλος ενώ τα 
σκηνικά και τα κοστούμια θα ’ναι της Ανθής Σοφοκλέους.
Η τελευταία φορά που το «Γουρούνι στο σακί» του Φεντό παρουσιάστηκε στην ελληνική σκηνή ήταν το περσινό καλοκαίρι του 2017, απ’ το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης, σε σκηνοθεσία Γιάννη Καραχισαρίδη, με τον Δημήτρη Πιατά και τον Θανάση Τσαλταμπάση επικεφαλής στη διανομή.



Ομάδα Θεάτρου «Τρις» -Χρηστίνα Γαρμπή, Κωνσταντίνος Κουνέλλας, Βασίλης Σαφός: τους είχα δει, παιδιά ακόμα, πρόπερσυ, στο «Bios Tesla» να κάνουν Κλάιστ -«Μίχαελ Κόλχάας. Η ιστορία ενός δίκαιου ανθρώπου», δραματουργική επεξεργασία της νουβέλας-του «Μίχαελ Κόλχάας»-, σε συλλογική σκηνοθεσία κι είχα γράψει θετικά για το αποτέλεσμα στο «Τέταρτο Κουδούνι», στις 21 Ιανουαρίου του 2016.
Τα παιδιά επανήλθαν -στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και του Κύκλου-του «Άνοιγμα στην Πόλη-Αθήνα»: κήπος του υπέροχου Μεγάρου «Υπατία» -δυστυχώς πολύβουος, καθότι Πατησίων και Ηπείρου- και «Ζεμφύρα ή Το μυστικόν της Πασιφάης», δραματική επεξεργασία του διηγήματος του Ανδρέα Εμπειρίκου, και πάλι σε συλλογική σκηνοθεσία.
Αν όμως έχεις την υψηλή φιλοδοξία κι αποφασίζεις ν’ ανεβάσεις Εμπειρίκο, για να μη θεωρηθεί θράσος, μελετάς εξαντλητικά πρώτα τη γλώσσα του -αυτή την «τεχνητή», ιδιότυπη καθαρεύουσα. Κι αν δεν την ξέρεις την καθαρεύουσα -που, σίγουρα, τα παιδιά αυτά δεν την ξέρουν ούτε την καταλαβαίνουν γιατί δεν τη διδάσκονται, ένας, μεγαλύτερός τους μάλιστα, κάποτε, καθώς βλέπαμε τον Βιζυηνό της Άννας Κοκκίνου μου ’λεγε «δεν καταλαβαίνω τίποτα», αναζητάς κάποιον που να σου τη διδάξει -να σου εξηγήσει λέξη-λέξη το κείμενο. Διότι, διαφορετικά, δεν μπορείς να το κατεβάσεις στο κοινό.
Ενδιαφέρον το σκηνικό που υπέγραφε η Άρτεμις Σιέρρα, ευφάνταστα τα κοστούμια -ειδικά της Ζεμφύρας- απ’ τον Δήμο Κλιμενώφ αλλά -λυπάμαι- βαρέθηκα. Άκουγα συνέχεια παρατονισμένο λόγο -μεγάλη, χαίνουσα πληγή του θεάτρου μας τα τελευταία χρόνια, οι περισσότεροι ηθοποιοί παρατονίζουν πια κι όχι μόνον όταν το κείμενο είναι στην καθαρεύουσα…- και εισέπραττα, από άπειρους ηθοποιούς, μια αφέλεια που μόνο σε θέατρο για παιδιά θα ταίριαζε, ίσως -και αν... Ας το σκεφτούν οι τρεις της «Τρις» κι ας το ψάξουν για τη συνέχεια (Φωτογραφία: Πηνελόπη Γερασίμου).  


«Το θέατρο ‘Αλκμήνη’ αποχαιρέτησε τη χρονιά που πέρασε με μια μεγάλη γιορτή, αφιερωμένη στα δέκα χρόνια από την ίδρυσή του», διάβασα. Πώς είχα την εντύπωση ότι το θέατρο «Αλκμήνη» ίδρυσε το 1996, πριν από 22 χρόνια, ο Άκης Δαβής; 
Προφανώς τα δέκα χρόνια της γιόρτασε η Εταιρεία Θεάτρου «Αλκμήνη» που ανέλαβε το θέατρο το 2008. Το σεβαστικό, το δεοντολογικό έστω, δε θα ’ταν να γίνει έστω και μια τιμητική αναφορά στ όνομά του Άκη Δαβή; Πόσο μάλλον όταν φέτος συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια απ’ τον αιφνίδιο θάνατό του. 




Η καλύτερη, ίσως -γιατί έχει ήδη κάνει πολλές εξαιρετικές ερμηνείες -Μαρία Σκουλά που ’χω δει. Στον ιλιγγιώδη «Οδυσσέα» του Τζέιμς Τζόις, που δυο κεφάλαιά του -«Ναυσικά» και «Πηνελόπη»- επεξεργάστηκαν δραματουργικά και σκηνοθέτησαν ο Δημήτρης Αγαρτζίδης κι η Δέσποινα Αναστάσογλου και παρουσίασαν «Πειραιώς 260», στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, με τους «Elephas Tiliensis» τους. Παλλόμενη, δονούμενη, δαιμονική, συγκλονιστική, απ’ τα σπλάχνα της, στο οργασμικό αυτό, «ζωώδες», «χυδαίο» κείμενο-μονόλογο της Μόλι Μπλουμ του έργου -αντιστοιχία της ομηρικής Πηνελόπης- η Μαρία Σκουλά, στη χρυσή ωριμότητά της, κι ένας συναρπαστικός 

περίγυρος: ο τριμελής «Χορός» των Σειρήνων να ποδηλατεί πάνω στα κόκκινά του ποδήλατα γυμναστικής, οι άριστες, επιβλητικές μουσικές των «λάμδα», η αμμουδερή κλιτύς του σκηνικού και τα φωτεινά κοστούμια της Μαγδαληνής Αυγερινού -όλα άψογα δεμένα: μια εκδοχή σχεδόν μουσική, α λα Άρης Μπινιάρης. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Κι η παράσταση ν’ απογειώνεται.
Και μετά ήρθε η ανώμαλη προσγείωση. Κι η απογοήτευση: χωρίς καλή σύνδεση με το πρώτο, το δεύτερο μέρος -η «Ναυσικά»-, με τον Λέοπολντ Μπλουμ-Οδυσσέα στην ακροθαλασσιά, και γενικότερες αδυναμίες είχε κι ένα μεγάλο λάθος: ο τραγουδιστής -«Ξύλινα Σπαθιά»- Παύλος Παυλίδης, εντελώς ακατάλληλος σαν φιζίκ, κατά τη γνώμη μου, για το ρόλο και, επιπλέον, χωρίς καμιά σχέση με την υποκριτική, χωρίς τεχνική, χωρίς στερεωμένο λόγο -και μάλιστα σ’ ένα τόσο απαιτητικό κείμενο-, είχε, επιπλέον, την ατυχία να ακολουθεί το μονόλογο της Μαρίας Σκουλά. Κι αυτομάτως να τον συγκρίνουμε μαζί της. Η παράσταση έπρεπε να τελειώσει με το τέλος του μονολόγου της- μια ώρα που κρατούσε μέχρι τότε ήταν αρκετή. Κρίμα…



«The Voice» (ελληνιστί, εκ του αγγλικού, «Η Φωνή»): το προσωνύμιο του Φρανκ Σινάτρα. «La Voce» (ελληνιστί, εκ του ιταλικού, «Η Φωνή»): ο τίτλος της καλοκαιρινής περιοδείας της Φωτεινής Δάρρα. Ναι, «La Voce». Με το L και το V κεφαλαία. Μάλιστα. Με τον υπότιτλο «Από την Τζένη Βάνου στην Εντίθ Πιαφ και τις ‘Μάγισσες της Σμύρνης’». Σινάτρα, Βάνου, Πιαφ… Αργεί ο άνθρωπος;
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…