October 20, 2018

Στο Φτερό / Ο ρατσισμός της διπλανής πόρτας


«Ορφανά» του Ντένις Κέλι / Σκηνοθεσία: Τάκης Τζαμαργιάς 


Οι γονείς τους κάηκαν σε μια πυρκαγιά και τ’ άφησαν ορφανά. Η Έλεν κι ο Λίαμ μεγάλωσαν μόνα τους, από σπίτι σε σπίτι, με τη μεγαλύτερη Έλεν να παίζει το ρόλο της μάνας για τον μικρότερο Λίαμ που, έκτοτε, είναι προσκολλημένος στην αδελφή του. Πολύ 
σκληρά παιδικά χρόνια. Ο Λίαμ τα κουβαλάει: απροσάρμοστος, στο σχολείο έχει χτυπήσει χωρίς λόγο ένα φίλο του, γυρίζει στους δρόμους, έχει μπλέξει μ’ ένα επικίνδυνο ρεμάλι, ρατσιστή, φασίστα που φαίνεται πως τον επηρεάζει άσχημα... Εκείνη, πάντως, έχει βρει (;) την ευτυχία πλάι στον Ντάνι, έναν αστό μ’ ανοιχτό -έτσι φαίνεται, τουλάχιστον...-, φιλελεύθερο, προοδευτικό μυαλό: ένα φαινομενικά 

πετυχημένο ζευγάρι, μ’ ένα αγοράκι. Το δείπνο τους έχει ιδιαίτερο χαρακτήρα: η Έλεν έμαθε πως είναι έγκυος στο δεύτερο παιδί τους, έχουν αφήσει το γιο τους στη γιαγιά και κάθονται να δειπνήσουν 
τετ-α-τετ -το γιορτάζουν. Αλλά η πόρτα τους ανοίγει με πάταγο κι ο Λίαμ εισβάλει με τα ρούχα ματωμένα. Το χαρούμενο δείπνο διακόπτεται. Τι του ’χει συμβεί; Βρήκε, λέει, στο δρόμο μαχαιρωμένο κι αναίσθητο ένα νέο και προσπάθησε να τον βοηθήσει αλλά εκείνος συνήλθε και σηκώθηκε κι έφυγε τρέχοντας. Πώς είναι δυνατόν; Κάτι άλλο τρέχει; Ο νομοταγής Ντάνι θέλει να τηλεφωνήσει στην 
αστυνομία, η Έλεν τον αποτρέπει: ο -οπωσδήποτε διαταραγμένος- Λίαμ, έχει λερωμένο ποινικό μητρώο, θα τον μπλέξουν -η αδελφή του ακόμα τον νοιάζεται και τον προστατεύει. Ο Λίαμ, όμως, είναι ήδη μπλεγμένος, όπως αποδεικνύεται. Τα αλλεπάλληλα ψέματά του σιγά-σιγά αποκαλύπτονται -σαν κρεμμύδι που το καθαρίζεις. Τον, άγνωστό του, «μαχαιρωμένο νέο», 
που ναι ένας πακιστανός οικογενειάρχης, δεν πήγε να τον βοηθήσει αλλά αναίτια του επιτέθηκε ο ίδιος -γιατί ήταν Πακιστανός...- κι ο ίδιος είναι που τον μαχαίρωσε. Κι όχι μόνον αυτό. Τον έχει κλείσει, ενώ αιμορραγεί, δεμένο, σε μια αποθήκη του φασίστα φίλου του. Κάτι πρέπει να κάνουν. Πρέπει να σώσουν τον άνθρωπο αλλά να σώσουν και τον Λίαμ. Συγκρούονται, η Έλεν, αφού ψάχνει δικαιολογίες -«οι ‘ξένοι’ της γειτονιάς τους την πειράζουν χυδαία όταν βγαίνει έξω», «Ασιάτες 

έχουν επιτεθεί στον Ντάνι», «πρέπει να φύγουν απ’ τη γειτονιά αυτή γιατί είναι επικίνδυνη»…-προσπαθεί να πείσει τον άντρα της να πάει στην αποθήκη για να ελευθερώσει τον Πακιστανό, 

φορώντας κουκούλα για να μην τον αναγνωρίσει, αλλά αφού τον πείσει με κάθε τρόπο, να μην καταγγείλει τον Λίαμ -είναι πάντα πολύ δεμένη μαζί του, είναι «η οικογένειά τους». Ο Ντάνι αρνείται με φρίκη. Αλλά, τελικά, τα επιχειρήματα της Έλεν θα τον πείσουν. 
Η φιλελεύθερη νοοτροπία του πάει περίπατο. Πηγαίνει στην αποθήκη, απειλεί τον Πακιστανό ότι θα κάνει κακό στη οικογένειά του αν μιλήσει και τον βασανίζει μάλιστα πριν τον αφήσει ελεύθερο. Όταν γυρίσει σπίτι του θα συνειδητοποιήσει τι διέπραξε. Και θα ζητήσει απ’ την Έλεν, η οποία διώχνει απ’ το σπίτι τον Λίαμ, να κάνει έκτρωση. Πώς να μεγαλώσει ένα ακόμα παιδάκι σ’ αυτόν τον κόσμο, μ’ αυτούς τους γονείς; Η αγία οικογένεια έχασε την αγιότητά της και διαλύεται. Ο 
Βρετανός Ντένις Κέλι, με ιρλανδικές ρίζες, στα «Ορφανά» του (2009) θίγει καίρια προβλήματα που χουν προ πολλού γίνει και δικά μας -τι σημαίνει μετανάστης, τι σημαίνει ρατσισμός, τι σημαίνει προοδευτικός, μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου, αστός...- χωρίς να μπατάρει τη βάρκα προς εύκολα κηρύγματα: τα τρία πρόσωπά του είναι ένοχα αλλά πίσω απ’ το μαύρο υπάρχουν κι οι αποχρώσεις -τα ελαφρυντικά, οι δικαιολογίες, το παρελθόν... Τους καταδικάζει τους ήρωές του αλλά όχι χωρίς να ανασκαλέψει την ψυχολογία τους. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο στα «Ορφανά» βρήκα

να ’ναι η διαδικασία φασιστικοποίησης του ζευγαριού των αστών και πόσο, τελικά, εύκολη είναι, πόσο γόνιμο είναι το έδαφος... Το έργο του Κέλι είναι σφιχτό, δεν πλατειάζει, δε φλυαρεί, οι ψιλοκεντημένοι νατουραλίστικοι διάλογοί του, που ’ναι γραμμένοι με την τεχνική της επικάλυψης, προϋποθέτουν μάστορα της γραφής. Βεβαίως στα «Ορφανά» ανιχνεύεται πρώιμος Πίντερ -κυρίως-, Μάμετ, 
ΜακΝτόνα... Αλλά οι επιδράσεις αυτές, καλά χωνεμένες, δημιουργούν ένα προσωπικό ύφος. Πάνω στο ύφος αυτό προσεκτικά δούλεψε με τους ηθοποιούς του ο Τάκης Τζαμαργιάς. Αυτοί οι επικαλυπτόμενοι διάλογοι, στη θεατρικότατη μετάφραση της Κοραλίας Σωτηριάδου, έχουν δουλευτεί εξαντλητικά για να προκύψει το καλό αποτέλεσμα, οι ρυθμοί επίσης, ενώ η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα είναι πειστική παρά την ακατάλληλη, κατά τη γνώμη μου, για το έργο αυτό, αίθουσα όπου παίζεται κι η οποία μειώνει τις εντυπώσεις -η παράσταση μοιάζει φυτευτή εκεί. Το εξαιρετικό, κεκλιμένο -ο κόσμος γέρνει, 
γκρεμίζεται...-, λιτό -αλλά και πρακτικό για την ορατότητα του κοινού στον συγκεκριμένο χώρο- σκηνικό του Εδουάρδου Γεωργίου, καλά φωτισμένο απ’ τον Στράτο Κουτράκη, τα σωστά κοστούμια του Γεωργίου, οι μουσικές του Γιώργου Χριστιανάκη, η κίνηση της Φρόσως Κορρού βοηθούν ουσιαστικά. Βέβαια, το αποτέλεσμα, κατά τη γνώμη μου, δεν απογειώνεται. Ο Χρίστος Στυλιανού είναι ένας ταλαντούχος, πολύ σωστός, πολύ επιμελής, πολύ δουλευταράς, όπως, φαίνεται, ηθοποιός, πιάνει το χαρακτήρα του Ντάνι αλλά δεν έχει τη λάμψη, τη δύναμη, τη στιβαρότητα να τον εκτινάξει -δε βγάζει δειλία, μια μιζέρια, βγάζει. Βρήκα πολύ σωστή  αλλά 
χωρίς κάτι το ιδιαίτερο την Ελένη Θυμιοπούλου. Ο νεαρός Χρήστος Διαμαντούδης είναι ο πιο ερεθιστικός υποκριτικά απ’ τους τρεις τους -αυθεντικός Λίαμ. Φαίνεται να διαθέτει, πέρα απ’ την εμφάνιση, σημαντικές ικανότητες, θα ’θελα, όμως, να τον δω και σ’ άλλους ρόλους για να καταλήξω και να πειστώ ότι εδώ δεν κάνει, απλώς, ένα ρόλο που του πάει γάντι (Φωτογραφίες: Τάσος Θώμογλου).
(Το πρόγραμμα της παράστασης -επιμέλεια έκδοσης: Αιμιλία Καρακόκκινου- απλώς συμπαθητικό. Αλλά, επιτέλους, ας μάθουμε στην Ελλάδα -συνέχεια το διαβάζω- ότι το «book» στα μιούζικαλ δε μεταφράζεται σε «βιβλίο» -είναι λογικό;- αλλά σε «λιμπρέτο» ή, έστω, σε «κείμενο»...).

Θεσσαλονίκη, Θέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών / Φουαγιέ, Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, 12 Οκτωβρίου 2018.

October 18, 2018

Στο Φτερό / Για μια κρεμάστρα αδειανή…


«Τίμων ο Αθηναίος» των Ουίλιαμ Σέξπιρ και Τόμας Μίντλτον / Σκηνοθεσία: Στάθης Λιβαθινός 

 
Αρχαία Αθήνα -αρχαία Αθήνα όπως, βέβαια, τη φανταζόταν ο Σέξπιρ. Ο εύπορος άρχοντας Τίμων ζει ανεξέλεγκτα σπάταλη ζωή. Όχι τόσο για τον εαυτό του, όσο για τους -δεκάδες, εκατοντάδες...- φίλους του (ή «φίλους» του; Ο χρόνος θα δείξει...): πλούσια συμπόσια με του πουλιού το γάλα και με ξέφρενες διασκεδάσεις, μοιράζει, δεξιά-αριστερά, λεφτά, μοιράζει δώρα, μοιράζει κοσμήματα, μοιράζει άλογα, πληρώνει χρέη τους για να βγουν απ’
τη φυλακή, προικίζει υπηρέτες του για να δεχτεί ο πεθερός να τους δώσει το χέρι της αγαπημένης τους... Ευεργεσίες, τρύπια χέρια και πίστη ακλόνητη στην έννοια της φιλίας: πως όταν βρεθεί στην ανάγκη θα του παρασταθούν οι φίλοι (ή «φίλοι»; Ο χρόνος θα δείξει...). Κι ακούει τα λόγια τους τα μεγάλα, τις κολακείες τους, τις υπερβολές τους, τα υμνητικά τους ποιήματα, κι όλα τα χάφτει.
Αμάσητα. Ως αλήθειες αδιαπραγμάτευτες. Μόνον ο πικρός, κυνικός, δηλητηριώδης, έξω από νόρμες φιλόσοφος Απήμαντος (γιατί όχι Αποίμαντος -που δεν ποιμαίνεται;) δε δέχεται τα εδέσματα, τα δώρα, τα χρήματά του... Και μετέχει στον κύκλο του με σκοπό, μόνο και μόνο, να του κρούει τον κώδωνα για τη σιγουριά και την έπαρσή του και να του επισείει τους κινδύνους
για το μέλλον: της χρεωκοπίας και της διάψευσης των περί φιλίας και φίλων (ή «φίλων»; Ο χρόνος θα δείξει...) πεποιθήσεών του. Δεν εισακούεται. Κι η ώρα της κρίσης φτάνει. Ο αφοσιωμένος επιστάτης του Φλάβιος, που προσπαθούσε εις μάτην έως τότε να του επιστήσει την προσοχή, καταφέρνει, επιτέλους, να αφυπνίσει τον Τίμωνα. Είναι πολύ αργά: το ρευστό του έχει στερέψει και τα κτήματά του δεν μπορεί να τα ρευστοποιήσει για να καλύψει τα 
χρέη που πια τον πνίγουν, διότι όλα είναι υποθηκευμένα. Κι οι υπηρέτες του, που τους στέλνει στους φίλους του (οι οποίοι περίτρανα αποδεικνύονται, τελικά, «φίλοι»...), γυρίζουν άπρακτοι: απαξάπαντες οι «φίλοι», με κάποια πρόφαση -ή και χωρίς δικαιολογία...-, του γυρίζουν τις πλάτες. Αρνούνται να του δανείσουν κι όσοι τους χρωστούσε, μόλις τα νέα μαθεύονται, 

στέλνουν -αμείλικτοι...- τους δικούς τους υπηρέτες ν’ απαιτήσουν άμεσα όσα ο γενναιόδωρος άρχοντας τους χρωστάει. Ο Τίμων, χρεοκοπημένος πια, τους καλεί όλους τους «φίλους» -άρχοντες, γερουσιαστές, καλλιτέχνες, παράσιτους.. -σ’ ένα τελευταίο δείπνο. Που δε θα μοιάζει με τα προηγούμενα... Τους σερβίρει μόνον 

αχνιστό νερό, τους περιχύνει μ’ αυτό, ρίχνει πάνω τους τα πιάτα, τους βρίζει, τους καταριέται, τους πετάει έξω απ’ το σπίτι του κι ύστερα τα παρατάει όλα κι εγκαταλείπει την Αθήνα για να ζήσει, έξω απ’ τα τείχη της, άστεγος, σε μια σπηλιά, τρώγοντας μόνο ρίζες. Δε θέλει να δει κανέναν, δε θέλει να μιλήσει σε κανέναν κι όποιον εμφανιστεί μπροστά του τον καταριέται με τις χειρότερες κατάρες: ένας μισάνθρωπος πια -Ο Μισάνθρωπος. Επί δικαίους και αδίκους.

Ακόμα και τον στρατηγό Αλκιβιάδη που, εξορισμένος απ’ την Αθήνα γιατί ζήτησε επίμονα να μην εκτελεστεί ένας φίλος του καταδικασμένος για φόνο εν βρασμώ ψυχής, έχει στραφεί εναντίον της -η παράλληλη ιστορία του έργου- κι επέρχεται τιμωρός, με τα στρατεύματά του, για να τη ξεθεμελιώσει. Ο Τίμων, στον οποίο ο 

Αλκιβιάδης στάθηκε, όντως, φιλικά, του εύχεται ολόψυχα, καθώς το μίσος του βράζει, επιτυχία στο σχέδιό του να καταστρέψει την Αθήνα και του δίνει χρυσάφι, που τυχαία βρήκε στην σπηλιά, για να ενισχύσει το σχέδιο αυτό, όπως και στις δυο πόρνες που συνοδεύουν τον Αλκιβιάδη, για να φιλοδωρήσουν με αφροδίσια τους Αθηναίους αλλά δε θα παραλείψει, επίσης, να τους καταραστεί. Όπως κι όσους, όταν μαθαίνουν για το χρυσάφι, 
πιστεύοντας στην παλινόρθωσή του, έρχονται να τον συναντήσουν, ανάμεσά τους και γερουσιαστές που του προτείνουν να τον αποζημιώσουν κι, ενώπιον του κινδύνου απ’ τον Αλκιβιάδη, να 
επιστρέψει για να τους βοηθήσει ενώ ο Απήμαντος τον κατηγορεί για... αθέμιτο ανταγωνισμό κι επιδίδονται σ’ έναν αγώνα μισανθρωπίας. Μόνον ο πιστός Φλάβιος, που θα ’ρθει να του συμπαρασταθεί και να τον βοηθήσει, θα τον συγκινήσει. Αλλά θα 

τον διώξει κι αυτόν. Τελικά πεθαίνει εκεί, στην ερημιά, και τον θάβουν, όπως είχε ζητήσει, πλάι στο κύμα ενώ ο Αλκιβιάδης εισβάλλει στην Αθήνα χωρίς, όμως, να τη δηώσει, αποδεχόμενος να τιμωρηθούν μόνον όσοι έβλαψαν τον ίδιο και τον Τίμωνα. O Σέξπιρ, στο έργο του «Τίμων ο Αθηναίος» (χρονολογείται, απ’ τα 

κοινά στοιχεία με τον «Βασιλιά Λιρ» και τον «Κοριολανό», τα οποία εντοπίστηκαν, μεταξύ 1605 και 1608) που πιθανολογείται ότι το ’χει γράψει σε συνεργασία με τον Τόμας Μίντλτον, έχει κεντρικό ήρωα-άξονα του έργου τον Τίμωνα, υπαρκτό πρόσωπο που ’ζησε στην Αθήνα του 5ου π.Χ. αιώνα, τα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου, και για την ιστορία του αντλεί, κυρίως, απ τον Πλούταρχο κι έμμεσα απ’ τον Λουκιανό. Το έργο, που ’χει, αρχικά, καταταχτεί στις τραγωδίες, ανήκει στα, υφολογικά,
«προβληματικά» έργα του Σέξπιρ, και μάλλον τραγικωμωδία θα πρέπει να χαρακτηριστεί. Αλλά προβληματικό και στη γραφή του θα ’πρεπε να θεωρηθεί με την ελλειπτικότητα ορισμένων σκηνών του. Αυτό το ελάττωμα, εντούτοις, σήμερα, το αναδεικνύει σ’ ένα εξαιρετικά σύγχρονο έργο. Που στην Ελλάδα της παρελθούσης «ευμάρειας» και της σπατάλης και της σημερινής φτωχοποίησης και των άστεγων αποκτά, ακόμα πιο εντυπωσιακά, σύγχρονες διαστάσεις. Ο σκηνοθέτης Στάθης Λιβαθινός, με στήριγμα την εξαιρετική μετάφραση του Νίκου Χατζόπουλου, καίρια και θεατρικότατη, εκμεταλλεύτηκε αυτή τη διάσταση του έργου αλλά χωρίς, καμιά στιγμή, να κραυγάζει. Η παράσταση
ανοίγει με τον Τίμωνα σε μια εσωτερικά επιχρυσωμένη μπανιέρα να πίνει το ποτό του σε κολονάτο ποτήρι και τελειώνει με τον Αλκιβιάδη στην ίδια μπανιέρα: η ιστορία επαναλαμβάνεται, ο άνθρωπος ούτε μαθαίνει ούτε αλλάζει. Ένα τεράστιας έπαρσης Ταυ -το αρχικό του άρχοντα- υψώνεται κατάφωτο στο βάθος της σκηνής παραπέμποντας, όμως, σε σταυρό όπου, στο τέλος, ο Τίμων 

θα «σταυρωθεί» ως ο αίρων τις αμαρτίες του κόσμου του. Κι η σκηνή επεκτείνεται και διεμβολίζει την πλατεία του θεάτρου και το κοινό -εμείς είμαστε ο Τίμων, εμείς κι οι «φίλοι» του. Το εμπνευσμένο σκηνικό της Ελένης Μανωλοπούλου -η καλύτερη 
δουλειά της των τελευταίων χρόνων-, έξοχα φωτισμένο απ’ τον Αλέκο Αναστασίου, «στεγάζεται» μ’ έναν ουρανό από αδειανές, τελικά, κρεμάστρες -για μια κρεμάστρα αδειανή..., για να παραφράσω τον Σεφέρη- που σημειολογούν τους ξεκρέμαστους «φίλους» του Τίμωνα -προφανώς έμπνευση απ’ τα αγγλικά hanger που σημαίνει κρεμάστρα και hangers-on που σημαίνει τους παρατρεχάμενους, τα τσιράκια, τα παράσιτα, τους κόλακες της εξουσίας. Τα τσιράκια αυτά, οι γλείφτες, γκρουπάρονται επί σκηνής, ιδιοφυώς, απ’ το σκηνοθέτη και την Μαρία Σμαγιέβιτς η οποία έχει φροντίσει άψογα την κίνηση, σα σμήνος από ακρίδες που πέφτουν πάνω του και σχεδόν εξαφανίζουν τον Τίμωνα, ντυμένοι όπως κι ο ίδιος, απ’ την Ελένη Μανωλοπούλου επίσης, με κοστούμια που διατρέχουν τις εποχές απ’ την ελισαβετιανή μέχρι τη σύγχρονη 
εκφράζοντας τη διαχρονικότητα του έργου αλλά και καλά δεμένα μεταξύ τους. Στην ευτυχή συγκυρία οφείλω να θεωρήσω ισότιμες για το έξοχο συνολικό παραστασιακό αποτέλεσμα τη μουσική δουλειά του Λύσανδρου Φαληρέα που ’χει διασκευάσει καταπληκτικά, για φωνές, αποσπάσματα από καντάτες του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ του γερμανικού Μπαρόκ, από Φιλίπ Βερντελό της γαλικής Αναγέννησης, Ρίτσαρντ Κάρλτον της 
αγγλικής Αναγέννησης κι απ’ το «Στάμπατ Μάτερ» του σύγχρονου Γάλου του 20ου αιώνα Φρανσίς Πουλένκ αλλά και την εκπληκτική μουσική διδασκαλία της Μελίνας Παιονίδου -ριζιμιό λιθάρι πια στο Εθνικό Θέατρο. Η  παράσταση, με υψηλή αισθητική -έξοχη η σκηνή με τα εξ ύψους εδέσματα στο συμπόσιο της πρώτης πράξης-, μ’ έξυπνα και ποτέ εξυπνακίστικα ευρήματα 
-οι καταπακτές με τους υπολογιστές-, μ’ εξαιρετικούς ρυθμούς, πετάει. Στο αποτέλεσμα συμβάλλει αποφασιστικά το σύνολο των ηθοποιών. Φοβάμαι τη μανιέρα των ηθοποιών που προκύπτει απ’ την αυτοσχεδιαστική μέθοδο της σκηνοθετικής δουλειάς του Στάθη Λιβαθινού. Εδώ, όμως, οι τακτικοί συνεργάτες του μοιάζει να ’χουν ξεφύγει απ’ τον κίνδυνο 

αυτό: Αργυρώ Ανανιάδου, Γιώργος Δάμπασης, ο τόσο ιδιαίτερος Ιερώνυμος Καλετσάνος, ο πλαστικότατος και πάντα με χιούμορ Νίκος Καρδώνης, Δημήτρης Παπανικολάου (Απήμαντος), η ουσιαστικότατη ηθοποιός Μαρία Σαββίδου (Φλάβιος), ο ρωμαλέος γκραν ρολίστας Χρήστος Σουγάρης (Αλκιβιάδης), Άρης Τρουπάκης, ο ένας καλύτερος απ’ τον άλλο. Και, πλάι τους, ίσοι μεταξύ ίσων, οι νεότεροι Στάθης Κόικας, Φώτης Κουτρουβίδης, Αναστάσης Λαουλάκος, Φοίβος Μαρκιανός, Μάνος Στεφανάκης, Αντιγόνη Φρυδά. Αφήνω τελευταίο αλλά όχι 

έσχατο τον Βασίλη Ανδρέου που ’χει επωμιστεί τον επώνυμο ρόλο: θαυματουργεί, κατά τη γνώμη μου. Ηθοποιός χαμηλών τόνων, εδώ, αγνώριστος, έχει κατακτήσει μια δύναμη, ένα νεύρο, μια στιβαρότητα, μια ουσιαστική ικανότητα να γεφυρώσει τα δυο, τόσο αντιφατικά, άκρα του ρόλου του. Ο Πρίγκιπας Μίσκιν του στον ντοστογιεφσκικό «Ηλίθιο» του Στάθη Λιβαθινού επίσης, στο Εθνικό, κι ο Τίμων του, δυο -εντελώς διαφορετικοί- ρόλοι του, θα ’ταν αρκετοί να τον σημαδέψουν για πάντα (Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή).
(Η παράσταση συνοδεύεται από δυο θαυμάσιες εκδόσεις: το πλούσιο πρόγραμμα, με υπεύθυνη την Μαρία Καρανάνου κι επιμέλεια της εξαιρετικής ύλης απ’ την Έρι Κύργια, δραματολόγο, εξάλλου, της παράστασης, και το υποδειγματικό τομίδιο των Εκδόσεων Σοκόλη, στη Σειρά Παγκόσμιο Θέατρο, με τη μετάφραση -απ’ το πρωτότυπο- του Νίκου Χατζόπουλου).

Κτίριο «Rex» / Σκηνή «Μαρίκα Κοτοπούλη», Εθνικό Θέατρο, 11 Οκτωβρίου 2018.