May 18, 2019

Τα σουτιέν της Σελιμέν


Το Τέταρτο Κουδούνι / 18 Μαΐου 2019 


Τον έπιασε πάλι το μεταμοντέρνο του -το μεταδραματικό του, για να δείχνω πιο κοντά στα σύγχρονα ρεύματα...- τον Γιάννη Χουβαρδά. Το πούρο, αγνό μεταμοντέρνο του. Στον «Μισάνθρωπο» του Μολιέρου που ’χει κάνει στο Εθνικό.
Ηχεί τόσο σύγχρονο το αριστούργημα του Μολιέρου που απορώ κι αναρωτιέμαι τι να τα χρειάζεται όλ’ αυτά που συμβαίνουν επί 
(Κεντρικής) σ(Σ)κηνής. Τα διαρκή τρεξίματα, τα χοροπηδητά, τα κουτρουβαλήματα, τα συρσίματα, τα σαχλά χορευτικούλια, τα απευθείας βίντεο και δώστου βίντεο -τα «παραξενίσματα» γενικώς... Ντυμένοι απ’ την -αποδεδειγμένα ταλαντούχα- Ιωάννα Τσάμη που, επίσης, επιστρέφει στο μεταδραματικό κιτς -το οποίο, προφανώς, της αιτείται, οι ηθοποιοί -(γ)καμπαρντίνα/ρεντι(ν)γκότα ζαχαρί, συνδυασμένη με πράσινο πουκάμισο και μαύρο παντελόνι κοντό-κοντό να πέφτει πάνω σε βεραμάν μποτάκια ο Αλσέστ, στα στενά μαύρα, με καουμπόικα κρόσια στην πλάτη του σακακιού ο
Φιλέντ, στραφταλιστό χρυσαφί σακάκι συνδυασμένο με μποά ο Ακάστ, μαύρο κολάν με μαύρο τρανσπαράν φανελάκι και στο κεφάλι τζόκεϊ με λαμέ γείσο και με γυαλιά ηλίου ο Κλιτάντρ, ντυμένη στα κατάμαυρα, με κουκούλα, κάτι σαν από «Οικογένεια Άνταμς» η Αρσινόη...- χοροπηδούν και τρεχαλίζουν συνεχώς και τρεκλίζουν και χαζοχορεύουν εκφέροντας την αριστουργηματική έμμετρη, ομοιοκατάληκτη μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη, εντελώς αταίριαστη, κατά τη γνώμη μου, με το ύφος της παράστασης.
Ομολογώ, βέβαια, ότι ξέρουν τι λένε, ο στίχος έχει σπάσει επιτυχώς -ειδικά απ’ τον Μιχαήλ Μαρμαρινό-Αλσέστ/Μισάνθρωπο που, όμως, η προβληματική εκφορά του στα συριστικά, με τα μικρόφωνα-ψείρες επιδεινώνεται και κάνει το λόγο του εξεζητημένο. Στο σύνολο που δε μου άρεσε ξεχώρισα, πάντως, υποταγμένους, σίγουρα, στη σκηνοθετική γραμμή, τον Χρήστο Λούλη και, κυρίως, την Έμιλυ Κολιανδρή -τι φωνή! Τι ηθοποιός!


Η Άλκηστις Πουλοπούλου οδηγήθηκε να δώσει μια Σελιμέν-γατούλα του σεξ -γιατί πάντα αυτή η σκηνοθετική εμμονή;- αλλάζοντας σουτιέν και μπουστάκια, ημίγυμνη, για να φτάσει, στο τέλος, στο -απαραίτητο σε κάθε μεταδραματική εκδοχή που σέβεται τον εαυτό της- απόλυτο γυμνό.
Έχω κουραστεί. Πολύ... (Φωτογραφίες: Alex Kat).


Πάντως, ήταν σοφή, αν όχι θεατρικά πολύτιμη, η ιδέα του Εθνικού -που προσφέρει, έτσι, παιδεία-, το φετινό ρεπερτόριό του, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, ανεξαρτήτως αν άρεσαν ή όχι οι συγκεκριμένες παραστάσεις, ν’ ανοίξει με «Τίμωνα τον Αθηναίο» του Σέξπιρ -και Τόμας Μίντλτον- (σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού) και να κλείσει με «Μισάνθρωπο» του Μολιέρου (σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά). Δυο συγγενικές όψεις της «μισανθρωπίας», δυο ακτινογραφίες, απολύτως σύγχρονες, της κοινωνίας μας, από δυο Μεγάλους του θεάτρου.



Α, με την ευκαιρία. Το υπουργείο Πολιτισμού στις 14-15 και στις 18-19 Μαρτίου, αντίστοιχα, ανακοίνωσε ότι δεν ανανεώνει τις θητείες του καλλιτεχνικού διευθυντή του Ελληνικού Φεστιβάλ Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου και του καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου Στάθη Λιβαθινού, απλώς τις παρατείνει μέχρι τέλος Ιουλίου, ώστε «να ολοκληρώσουν το καλοκαιρινό πρόγραμμά τους». Επισημαίνοντας ότι, για την πλήρωση και των δυο θέσεων, θα προχωρήσει «άμεσα» σε δημόσια πρόσκληση ενδιαφέροντος, στην περίπτωση, μάλιστα, του Φεστιβάλ ορίζοντας και ημερομηνία ανάληψης των καθηκόντων του νέου καλλιτεχνικού διευθυντή την 1 Σεπτεμβρίου.
Φτάσαμε δυο μήνες μετά και στον ορίζοντα πρόσκληση ενδιαφέροντος δεν έχω δει. Δεν ξέρω πώς νοείται και μεταφράζεται στο Δημόσιο το «άμεσα». Αλλά πιστεύει η υπουργός ότι οι νέοι καλλιτεχνικοί διευθυντές, αν και όταν εκλεγούν, θα ’ναι έτοιμοι να κάνουν, αντίστοιχα, από 1 Σεπτεμβρίου πρόγραμμα για τα Φεστιβάλ Αθηνών κι Επιδαύρου του 2020, όταν όλοι οι ξένοι καλλιτέχνες κλείνουν ημερομηνίες τουλάχιστον δυο χρόνια πριν ή ρεπερτόριο στο Εθνικό για τη σεζόν 2019/2020 (που η σεζόν ανοίγει μέσα στον Σεπτέμβριο); ΠΏΣ; Εκτός κι αν νομίζει πως θα βάλουν τον αυτόματο πιλότο...


Δυο όψεις του -σκηνοθέτη- Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη, είδα μέσα σε μια βδομάδα.

Την μια Πέμπτη πήγα στο «Αθηνών», καθυστερημένος, στο τέλος της δεύτερης σεζόν που παιζόταν, για τον «Φάρο». Ένα έργο του Ιρλανδού Κόνορ ΜακΦέρσον που ακολουθεί τη μακρά κι εκλεκτή παράδοση του ιρλανδέζικου θεάτρου: διαποτισμένο απ’ το αλκοόλ που καταναλώνουν οι ήρωές του, βουτηγμένοι στη μιζέρια, στη δυστυχία, στη φτώχεια, στη δύσκολη ζωή, κι απ’ τον καταδυναστευτικό ιρλανδέζικο καθολικισμό. Ρεαλισμός δηλαδή. Αλλά μπολιασμένος μ’ ένα μεταφυσικό, φαουστικό στοιχείο: ο διάβολος αυτοπροσώπως, ως Κύριος Λόκχαρτ, φτάνει στην τρώγλη των δυο αδελφών Χάρκιν με το σκοπό να πάρει τον ένα τους, τον Σάρκι, με το οποίο έχει παλιούς λογαριασμούς. Τα πάντα θα κριθούν από ένα παιχνίδι πόκερ. Αν ο Σάρκι χάσει... Το end είναι -όσο μπορεί κανείς να το πει έτσι...- happy. Ο διάβολος δεν κερδίζει. Είναι, βλέπετε, νύχτα παραμονής Χριστουγέννων...
Ο σκηνοθέτης Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης οσμίστηκε τις ποτισμένες με αλκοόλ ανάσες του, καλομεταφρασμένου απ’ τον ίδιο και την Αθανασία Σμαραγδή, κειμένου (η μετάφραση κυκλοφορεί στην προσεγμένη σειρά της Κάπα Εκδοτικής, μ’ επίμετρο Έλενας Τριανταφυλλοπούλου) και συνέπλευσε αρμονικά μαζί του. Και, κυρίως, κατάφερε να εκμαιεύσει το καλύτερο απ’ τους πέντε ηθοποιούς του βγάζοντάς τους απ’ τους εαυτούς τους αλλά χωρίς η τεχνική να καταπνίγει το συναίσθημα και χωρίς να φαίνεται το προσχέδιο που ο καθένας ετοίμασε, μαζί με το σκηνοθέτη, για να οικοδομήσει το ρόλο του: Προμηθέας Αλειφερόπουλος, ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, Αιμίλιος Χειλάκης -αγνώριστοι οι 

περισσότεροι- και, πάνω απ’ όλους, ο Νίκος Ψαρράς έδωσαν ο καθένας το καλύτερο που ’χε να δώσει. Κι επιπλέον ήταν χαρά να βλέπεις πέντε πρωταγωνιστές να ενώνουν τις δυνάμεις τους πάνω στη σκηνή. 



Μια βδομάδα ακριβώς μετά, την επόμενη Πέμπτη, είδα στο «Χορν» τον τσεχοφικό «Βυσσινόκηπο» -τη φετινή παράσταση του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη. Ο οποίος ενεπλάκη στη γνωστή παγίδα με το χαρακτηρισμό του έργου ως κωμωδία που ’χει στήσει ο ίδιος ο Τσέχοφ, αφετέρου εγκλωβίστηκε στην ιδέα που ’χε, τον τόνο στην παράσταση να δώσει το δωμάτιο των παιδιών στο οποίο ξετυλίγονται η πρώτη κι η τέταρτη και τελευταία πράξη του έργου. Η ελαφράδα του έργου, όπως κι όλων των έργων του Τσέχοφ, επικαλύπτει μια βαθιά μελαγχολία, μια βαθιά γνώση, μια βαθιά κατανόηση της ανθρώπινης γελοιότητας -αυτό έχω καταλάβει εγώ ότι κρύβει ο χαρακτηρισμός «κωμωδία», ειδικά αφότου είδα να το αποδεικνύει ο Λευτέρης Βογιατζής με τον «Θείο Βάνια» του. Εδώ, δεν κατάφερε να το δείξει αυτό, κατά τη γνώμη μου, η σκηνοθεσία στο άχαρο σκηνικό και με τ’ αμήχανα κοστούμια της Αθανασίας Σμαραγδή: μπάλες, κούνιες, αρκουδάκια, παιδικά σπιτάκια/σκηνούλες που μεγαλώνουν και γίνονται αντίσκηνα όπου στριμώχνονται οι ηθοποιοί, η βεγγέρα της τρίτης πράξης που γίνεται νύχτα καρναβαλιού -ενώ βρισκόμαστε, όπως ορίζεται στο έργο, στις 22 Αυγούστου...- κι ο Τσέχοφ έγινε ανούσιος και βαρετός και σαχλός και πήγε άπατος. Κι οι ηθοποιοί έμειναν ακαθοδήγητοι κι ο σώζων εαυτόν σωθήτω. 
Απόρησα ειδικά με τον Δημήτρη Λιγνάδη που θεωρώ έναν απ’ τους τρεις-τέσσερις κορυφαίους ρολίστες που διαθέτει το ελληνικό θέατρο. Σίγουρα ο Λοπάχιν δεν του πάει αλλά, απογοητευμένος, τον έβλεπα όχι απλώς να μην είναι ο Λοπάχιν, όχι να μην ερμηνεύει τον Λοπάχιν, όχι να μην παίζει, έστω, τον Λοπάχιν αλλά να καμώνεται τον Λοπάχιν -κρίμα. Την Κόρα Καρβούνη-Βάρια -στις πρώτες πράξεις, όχι σ’ όλη την παράσταση- και τον Αλέξανδρο Μαυρόπουλο-Τροφίμοφ, μόνο, κατάφερα να ξεχωρίσω.
Άλλος ένας Τσέχοφ χαμένος -όσο πληθαίνουν τ’ ανεβάσματά του στην ελληνική σκηνή, τόσο πληθαίνουν κι οι αστοχίες... (Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή).



Το διάβασα, εν όψει την επαναλειτουργίας του «Άλσους» στο Πεδίον του Άρεως, μετά από αρκετά χρόνια, ως θεάτρου, με μουσική υπερπαραγωγή: «Μαζί δε με την διαβεβαίωση του επιχειρηματία ότι η παράσταση θα λήγει τα μεσάνυχτα, ώστε να μην υπάρχει ανησυχία των περιοίκων ενώ για τις ανάγκες παρκαρίσματος θα χρησιμοποιηθεί το πολυόροφο υπόγειο πάρκινγκ της πλατείας Πρωτομαγιάς, εξασφαλίζονται οι συνθήκες αναβάθμισης όλης της περιοχής με ελαχιστοποίηση της όχλησης των γύρω κατοίκων».
Έεεετσι. Ησύχασα. Διότι είμαι απολύτως σίγουρος περί αυτού... Και καθόλου δεν αμφιβάλλω.




«Φθινοπωρινή ιστορία» του Αλεξέι Αρμπούζοφ: ένα τρυφερό, ανθρώπινο θεατρικό έργο, με χιούμορ και συγκίνηση, απ’ τη σοβιετική εποχή, πολυανεβασμένο στην Ελλάδα αφότου το πρωτόπαιξαν εδώ η Έλλη Λαμπέτη κι ο Μάνος Κατράκης. Δεν είναι μεγάλο έργο αλλά ο Αρμπούζοφ ήταν μάστορας. Η Μάνια Παπαδημητρίου το ανέβασε φέτος στο «Κνωσός» χαμηλότονα και συγκινητικά και με χιούμορ, όπως του πρέπει, κι ο Λάμπρος Τσάγκας και, κυρίως, η Άννα Γεραλή το υπερασπίστηκαν θερμά.



Ήταν 2006. Όταν ο Ακύλλας Καραζήσης ανέβασε στο «Αμόρε», στο πλαίσιο των «Δοκιμών» του «Θεάτρου του Νότου», με τις οποίες ο Γιάννης Χουβαρδάς δοκίμαζε νέους, το πρώτο του θεατρικό έργο -κολάζ μάλλον θα το ’λεγα: «Περιπέτεια στην πόλη και στην εξοχή». Ήταν άναρχο αλλά απολύτως προσωπικό -ουσιαστικά προσωπικό. Και θυμάμαι ότι μ’ άγγιξε βαθιά -με συγκίνησε. 
Είδα, τώρα, στην Σκηνή «Κατίνα Παξινού» του «Rex», όπου κι η Πειραματική Σκηνή του Εθνικού, το καινούργιο του: «Selfie, στο βάθος πίσω η πόλη». Η Θεσσαλονίκη του και πάλι στο κέντρο και για τη δραματουργία έχει χρησιμοποιήσει κείμενα του Βασίλη Βασιλικού, του Γιώργου Ιωάννου και του Ν. Γ. Πεντζίκη, μερικά πολύ ενδιαφέροντα έως και πολύ δυνατά. Αλλά ο τρόπος του -τρόπος που ’χει πλέον υιοθετήσει-, παρά τη θέρμη των έξι 
ηθοποιών του και του επί σκηνής μουσικού, μ’ όλα αυτά τα μεταδραματικά τερτίπια, τα χοροπηδητά, τις αλλόκοτες φωνούλες, τους ξεβράκωτους, τον εικονικό αυνανισμό, δε μου επέτρεψε να ’ρθω σ’ επικοινωνία με την παράσταση. Κρίμα. Ίσως φταίω εγώ που αδυνατώ πια να ακολουθήσω αυτούς τους καινούργιους δρόμους...





Αποσπώ από βαρύνουσα συνέντευξη του σκηνοθέτη Θωμά Μοσχόπουλου στην Μάνια Ζούση, που δημοσιεύτηκε στις 15 Απριλίου στην «Αυγή της Κυριακής»: «(σ.σ. Ο Θωμάς Μοσχόπουλος) δεν διστάζει να προχωρήσει σε μια γενναία και σκληρή κριτική αλλά και αυτοκριτική, με τολμηρές ομολογίες και αλήθειες που όλοι γνωρίζουν και συζητούν αλλά κανείς δε παραδέχεται ανοιχτά: για την υπερπληθώρα των θεατρικών παραγωγών, την ανασφάλεια, την καχυποψία και την επιφύλαξη που επικρατεί αλλά και την ψευδαίσθηση ενός θηριώδους κοινού που μπορεί να παρακολουθεί όλη αυτήν τη σκυταλοδρομία παραστάσεων. ‘Μας διακατέχει όλους μια φλυαρία’ δηλώνει και προτάσσει την ανάγκη συγκέντρωσης και συνένωσης δυνάμεων. Την ίδια ώρα, υποστηρίζει πως ‘το μόνο που μπορεί να δώσει μια ανάσα αλλαγής είναι η αποκέντρωση’!
Ο Θωμάς Μοσχόπουλος αναγνωρίζει πως για να επιβιώσει ένας άνθρωπος του θεάτρου, αναγκάζεται να συμμετέχει σε δύο ή τρεις παραστάσεις τη σεζόν. Αλλά κατ’ αυτόν τον τρόπο, όπως λέει, ‘ανακυκλώνονται συνεχώς τα ίδια πρόσωπα, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει πραγματική ανανέωση. Είμαστε οι ίδιοι και οι ίδιοι και γυρίζουμε γύρω από τον εαυτό μας, παριστάνοντας ότι υπάρχει άνθιση, ενώ στην ουσία αυτό που υπάρχει είναι ένα άγχος. Μας διακατέχει όλους μια φλυαρία που ξεκινάει από μια τεράστια αμηχανία καθώς δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε τους εαυτούς μας σε σχέση με τον χώρο και τον χρόνο.
Την ίδια ώρα, έχει αλλάξει καθοριστικά τα τελευταία χρόνια η μοιρασιά της τράπουλας σε σχέση με το ποιος είναι ο θεατρικός ορίζοντας. Δεν κατηγορώ κάποιον, απλώς κάνω αυτοκριτική. Με το να έχω ένα θέατρο και να κοπιάζω για ένα ρεπερτόριο που δεν έχω τα μέσα να το στηρίξω, απλώς ξεγελάω τον εαυτό μου και τον υπόλοιπο κόσμο ότι υπάρχει άνθιση.
Πρέπει να αλλάξει η λειτουργία ενός τέτοιου θεάτρου, αλλιώς ας κλείσει. Γιατί ούτε οικονομικό όφελος υπάρχει ούτε καλλιτεχνική προσφορά. Περιορίζεται σε έναν προσωποπαγή χώρο, χωρίς συνεργασίες, με τον καθένα και τους όρους του. Έχουμε μια δυσκολία να συνυπάρξουμε, να συγκατοικήσουμε. Θέλουμε κάποιον να αναλαμβάνει την ευθύνη και δεν παίρνουμε από κοινού ρίσκο. Έχει προϋπάρξει μεγάλη ανασφάλεια, καχυποψία, επιφύλαξη. Κι έχει χαθεί μια γενναιοδωρία και δοτικότητα που ήταν παλαιότερα εμφανείς και τώρα έχουν αντικατασταθεί από μια μιζέρια’».
Ε, ’σεις οι υπόλοιποι, ακούτε; 



«Ο αγώνας να μην κινηθώ στο χώρο της χυδαιότητας». Τον επικαλέστηκε στην εκπομπή «One Talk» του νεοπαγούς διαδικτυακού One Channel, που την παρουσιάζουν ο Δημήτρης Μανιάτης κι η Αθηναΐς Νέγκα. Ποιος; Ο Γιώργος Κιμούλης. Ναι, ντε, ο Γιώργος Κιμούλης. Αυτοπροσώπως. 



 

Όταν η φωνή χάνεται και δεν μπορεί να αρθρώσει «Τα σαγόνια του καρχαρία!»: το εκλογικό περίπτερο της Νέας Δημοκρατίας στην πλατεία Κλαυθμώνος. 

May 15, 2019

Στο Φτερό / Καμία εικόνα, χίλιες λέξεις ή Αόρατο Μουσείο της Ντροπής


«Το άγριο κυνήγι» του Τόμας Μπέλινκ 


Καθηλωμένοι. Παγωμένοι. Μείναμε σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Να μην ακούγεται κιχ. Θέμα της: η μετανάστευση και η προσφυγιά. Και ό,τι προηγείται, έπεται, συνεπάγεται, με ό,τι συνοδεύονται, πληρώνονται... Ο βέλγος σκηνοθέτης Τόμας Μπέλινκ στο «Άγριο κυνήγι» του, τρίτο έργο της τριλογίας του «Simple as ABC» πάνω στη διαχείριση από τις κυβερνήσεις και τις κοινωνίες της Δύσης του φαινόμενου της μετανάστευσης και των προσφύγων, φαινόμενου που διαρκώς εξαπλώνεται, κυρίως στην Μεσόγειο, με αφορμή τη μεσαιωνική λαϊκή δοξασία για μία ομάδα
φαντασμάτων-κυνηγών που εμφανίζεται να διασχίζει τον ουρανό, καθοδηγούμενη από μία θεϊκή ή μυθική φιγούρα πάνω σε άλογο, δοξασία που την αποκαλούσαν «άγριο κυνηγητό», θεωρούνταν κακός οιωνός και απεικονίζεται στη λαϊκή εικονογραφία, έχει δημιουργήσει μία παράσταση-ντοκουμέντο ιδιόμορφη: μόνος ο ίδιος, ως περφόρμερ/αφηγητής, στη σκηνή, και μία οργανωμένη σειρά αφηγήσεων -συνεντεύξεις ηχογραφημένες, κείμενα ατομικά ή συλλογικά γραμμένα...- από μετανάστες και πρόσφυγες που έφυγαν από την Αλβανία μέχρι από το Αφγανιστάν και την Τυνησία αλλά όχι μόνον αυτοί. Δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες, διακινητές, εκπρόσωποι του νόμου, πολιτικοί... -θύματα του «άγριου 
κυνηγιού», θύτες-κυνηγοί και παρατηρητές -δημοσιογράφοι, φωτογράφοι...- μιλούν, ακούγονται αλλά δεν έχουμε εικόνα τους. Καθόλου εικόνα τους. Ούτε ζωντανή ούτε κινηματογραφημένη. Και ο Τόμας Μπέλινκ συνθέτει από και με τις αφηγήσεις τους ένα μουσείο. Ένα φανταστικό μουσείο. Ένα ηχητικό μουσείο. Σε ένα χώρο απόλυτα λιτό, στεγνό, αυστηρό, μουσειακό. Όπου σε μία προθήκη τοποθετεί -συγκλονιστική κίνηση- ένα διαβατήριο -διαβατήριο πόσα εγκλήματα διαπράττονται στο όνομά σου...- και σε μία στήλη είναι τοποθετημένη μία προτομή του Αριστοτέλη -διαψεύδοντας την κάθαρση της τραγωδίας, κάθαρση που εδώ είναι απούσα...-, ενώ το σκηνικό συμπληρώνουν ένας πίνακας ο οποίος απεικονίζει τη λαϊκή δοξασία του «άγριου κυνηγητού» και μία σκοτεινή οθόνη όπου προβάλλονται οι μεταφρασμένοι υπέρτιτλοι των αφηγήσεων που 

ακούμε. Όλες αποστασιοποιημένα στο τρίτο πρόσωπο, καθόλου εικόνα και όλο αυτό, με μεγάλη προσοχή, να αναθερμαίνει, να πυροδοτεί, να κάνει και πάλι καυτό το χιλιοχρησιμοποιημένο, το φθαρμένο θέμα «μετανάστες, πρόσφυγες» και, αντί να μειώσει τη συγκίνηση, να την οδηγεί σε αλλεπάλληλες κορυφώσεις. Κρατώντας αμείωτη την προσοχή και την ένταση που σπάει τα κοντέρ και γίνεται σπαραγμός όταν κάποιος από τους αφηγητές αναφέρεται στους ανθρώπους τους που πετούν οι ίδιοι οι 
πρόσφυγες από τη βάρκα στη θάλασσα θυσιάζοντάς τους για να μη βουλιάξει και πνιγούν όλοι, όταν ένας άλλος αναφέρεται στο «Νεκροταφείο των Αγνώστων» που δημιουργήθηκε σε μία χωματερή σκουπιδιών -καμία ονομαστική αναφορά σε χώρα- για να θάβονται «αξιοπρεπώς» τα εκατοντάδες πια πτώματα προσφύγων και μεταναστών χωρίς όνομα, που ξεβράζει η Μεσόγειος. Ο Τόμας Μπέλινκ αφήνει να αναδυθεί, χωρίς μελοδραματισμούς, χωρίς εικόνες από πτώματα πνιγμένων παιδιών, η Ενοχή μας. Καθηλωμένους. Παγωμένους. Μας άφησε στο τέλος η παράσταση που είδαμε. Και που αυτή και μόνη δικαιώνει το «Fast Forward Festival 6» της Στέγης. Κολλημένους στις θέσεις μας. Κανείς μας δεν μίλησε. Κανείς μας δεν χειροκρότησε. Το μόνο που άρμοζε ήταν η Σιωπή. Και στη σιωπή, τη βαριά σιωπή, σηκωθήκαμε και βγήκαμε έξω. Σκυφτοί. Ντρεπόμασταν. Εγώ, τουλάχιστον ντρεπόμουνα. Που ανήκω σ’ ΑΥΤΟ το ανθρώπινο γένος. Θα ήταν περιττό να σας συστήσω να μη χάσετε την παράσταση αυτή. Την εμπειρία αυτή. Τη συγκλονιστική.

(Εξαιρετικό το έντυπο πρόγραμμα -επιμέλεια έκδοσης Χριστίνα Κοσμόγλου- για το συνολικό «Fast Forward Festival 6»).

«Onassis Stegi» / Κεντρική Σκηνή (επί σκηνής), «Fast Forward Festival 6», 14 Μαΐου 2019.

May 7, 2019

H Κατερίνα Μαραγκού επιστρέφει στο «Άλμα» ως Ελισάβετ στην «Μαρία Στούαρτ» του Σίλερ σε σκηνοθεσία Άντζελας Μπρούσκου


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση


Η Κατερίνα Μαραγκού επιστρέφει, μετά από τέσσερα χρόνια απουσίας -και μετά την Αλεξάντρα ντελ Λάγκο στο «Γλυκό πουλί της νιότης» του Τένεσι Ουίλιαμς, που ερμήνευσε, σε σκηνοθεσία Αναστασίας Ρεβή, τη σεζόν 2015/2016-, στη σκηνή του θεάτρου «Άλμα» το οποίο ίδρυσαν μαζί με το σύντροφο της στη ζωή και στο θέατρο, παραγωγό Βίλη Ανδρέου που έφυγε ξσφνικά απ’ τη ζωή το 2017: θα επωμιστεί την Βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ Α΄ στην «Μαρία Στούαρτ» του Φρίντριχ Σίλερ, που θα παρουσιαστεί τον επόμενο χειμώνα 2019/2010, σε σκηνοθεσία Άντζελας Μπρούσκου.
Το πεντάπρακτο, έμμετρο ιστορικό δράμα του Σίλερ, που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1800 στην Βαϊμάρη, στο γερμανικό Δουκάτο της Σαξονίας-Βαϊμάρης, αναφέρεται στις τελευταίες μέρες της βασίλισσας της Σκοτίας Μαρίας Α΄ (Στούαρτ). Η Μαρία είχε κατηγορηθεί, μαζί με τον τρίτο σύζυγό της, κόμη του Μπόθγουελ, για τη δολοφονία, το 1567, του δεύτερου συζύγου της λόρδου Ντάρνλεϊ, φυλακίστηκε, εξαναγκάστηκε σε παραίτηση υπέρ του ηλικίας ενός έτους γιου της, που ανακηρύχτηκε βασιλιάς ως Ιάκωβος ΣΤ΄ υπό αντιβασιλεία, αλλά το 1568 κατάφερε να δραπετεύσει και κατέφυγε στην Αγγλία, ζητώντας τη βοήθεια -για ν’ ανακτήσει το θρόνο της- της θείας της, Ελισάβετ Α΄, βασίλισσας της Αγγλίας, πρώτης εξαδέλφης του πατέρα της Ιάκωβου Ε΄ της Σκοτίας, τον οποίο η Μαρία είχε διαδεχτεί στο θρόνο το 1542, σε ηλικία μόλις έξι ημερών, επίσης υπό αντιβασιλεία. Η προτεστάντισσα Ελισάβετ, όμως, καθώς η καθολική Μαρία εμφανιζόταν ως διεκδικήτρια του αγγλικού θρόνου, θεωρούμενη νόμιμη, κατά σειρά διαδοχής, κληρονόμος -απ’ τη γιαγιά της Μαργαρίτα (Τιούντορ), βασίλισσα της Σκοτίας, σύζυγο του Ιάκωβου Δ΄, μητέρα του πατέρα της κι αδελφή του βασιλιά Ερίκου Η΄ της Αγγλίας, του οποίου η κόρη Ελισάβετ υπολογιζόταν απ’ τους καθολικούς νόθα, ως παιδί απ’ το δεύτερο γάμο του -με την Άνα Μπόλεϊν- τον οποίο θεωρούσαν παράνομο, τη φυλάκισε. Κατ’ όνομα λόγω των κατηγοριών εναντίον της για τη δολοφονία του Ντάρνλεϊ αλλά, ουσιαστικά, από φόβο για το θρόνο της. 
Στο έργο, στο οποίο ο Σίλερ αντλεί απ’ τα ιστορικά γεγονότα αλλά έχει προσθέσει κι επινοημένα πρόσωπα και καταστάσεις, όπως τη συνάντηση των δυο βασιλισσών που σχεδιάζεται με την πρόθεση της συμφιλίωσής τους αλλά καταλήγει, λόγω της αγέρωχης στάσης της Μαρίας, σε σύγκρουση και φιάσκο -συνάντηση η οποία ποτέ δεν έγινε στην πραγματικότητα-, η Μαρία έγκλειστη επί 19 χρόνια στις αγγλικές φυλακές, μ επικρεμάμενη την καταδίκη της σε θάνατο, που η Ελισάβετ διστάζει, όμως, να υπογράψει, ζητάει τη βοήθεια του Κόμη του Λέστερ, άλλοτε εραστή της, ο οποίος φαίνεται τώρα να στηρίζει την Ελισάβετ. Αλλά εκείνος που θα τη στηρίξει είναι ο Μόρτιμερ, ανιψιός του δεσμοφύλακά της, που θα επιχειρήσει να την ελευθερώσει με τη βία. Η απόπειρα αποτυγχάνει κι ο Μόρτιμερ αυτοκτονεί. Η Ελισάβετ θα υπογράψει το διάταγμα για την εκτέλεση της Μαρίας, που το παραδίδει στους ανθρώπους της χωρίς σαφείς οδηγίες μεταθέτοντας σ’ εκείνους την ευθύνη. Η Μαρία καρατομείται. Είναι 1587 και εκείνη 44 χρόνων. Ο Λέστερ εγκαταλείπει την Αγγλία και φεύγει στην Γαλία. Η Ελισάβετ μένει μόνη.
Το πιο πρόσφατο ανέβασμα της «Μαρίας Στούαρτ» του Σίλερ στην ελληνική σκηνή έχει γίνει στο θέατρο «Διάχρονο» της Μαίρης Βιδάλη, με την ίδια στον επώνυμο ρόλο και την Λουκία Παπαδάκη ως Ελισάβετ, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Κυριακού, τη σεζόν 2016/2017. Η παράσταση περιόδευσε το καλοκαίρι του 2017.
Το ανέβασμα του έργου είχε αναγγελθεί για τη λήγουσα χειμερινή σεζόν 2018/2019 κι απ’ την εταιρεία παραγωγής «Λυκόφως», στο θέατρο «Οδού Κυκλάδων-Λευτέρης Βογιατζής» σε σκηνοθεσία Θάνου Παπακωνσταντίνου, με την Καρυοφυλλιά 
Καραμπέτη και την Αμαλία Μουτούση στους ρόλους της Ελισάβετ και της Μαρίας αλλά, τελικά, ματαιώθηκε.
Οι συζητήσεις για τους συντελεστές, την ηθοποιό που θα ερμηνεύσει το ρόλο της Μαρίας Στούαρτ και την υπόλοιπη διανομή της παράστασης που θ ανεβεί στην Κεντρική Σκηνή του «Άλμα», σε παραγωγή της «5ης Εποχής» του Θέμη Μουμουλίδη ο οποίος, ήδη, απ’ τη λήγουσα σεζόν έχει αναλάβει, ως παραγωγός, το θέατρο, βρίσκονται σ εξέλιξη.