February 18, 2019

Στο Φτερό / Μια Ιταλίδα από την...Φρυνίχου

«Να ντύσουμε τους γυμνούς» του Λουίτζι Πιραντέλο / Σκηνοθεσία: Γιάννος Περλέγκας. 

Ερσίλια Ντρέι: νεαρή γκουβερνάντα στην υπηρεσία του πρόξενου της Ιταλίας στην Σμύρνη Γκρότι, που το ζεύγος Γκρότι την έχει εμπιστευτεί για να φροντίζει το κοριτσάκι τους -αρχές δεκαετίας του 1920. Γνωρίζεται εκεί, όταν το πλοίο του πιάνει στην Σμύρνη, με τον νεαρό συμπατριώτη της υποπλοίαρχο Φράνκο Λασπίγκα ο
οποίος ζητά το χέρι της απ’ το ζεύγος Γκρότι και την αρραβωνιάζεται. Η κοπέλα τον ερωτεύεται και του δίνεται. Όταν, όμως, το καράβι αποπλεύσει, ο Λασπίγκα τα ξεχνάει όλα κι αποδεικνύεται πως ενδιαφερόταν μόνο για μια βραδιά μαζί της.
Και δε δίνει κανένα σημείο ζωής. Ο πρόξενος επωφελείται και κάνει την απελπισμένη Ερσίλια ερωμένη του. Το κοριτσάκι του, όμως, κάποια μέρα, την ώρα που οι δυο εραστές σμίγουν, ξεφεύγει απ’ την προσοχή της, ανεβαίνει σε μια καρέκλα που ’χε ξεμείνει στο μπαλκόνι της βίλας των Γκρότι, πέφτει στο δρόμο και σκοτώνεται. Στον πανικό, η μητέρα του παιδιού τσακώνει, επιπλέον, τον άντρα της με 


την Ερσίλια. Τη διώχνει κακήν κακώς, απλήρωτη, και κακήν κακώς εκείνη επιστρέφει στην Ρώμη. Καταφεύγει στο υπουργείο Ναυτικών να πληροφορηθεί για τον Λασπίγκα που αγνοεί την τύχη του. Μαθαίνει ότι έχει παραιτηθεί κι ότι τις μέρες εκείνες παντρεύεται -την πρόδωσε. Καθώς δεν έχει λεφτά ούτε το

ξενοδοχείο της να πληρώσει, στην απόγνωσή της, βγαίνει στο πεζοδρόμιο κι εκδίδεται στον πρώτο τυχόντα. Δεν ξέρει ούτε πώς να του ζητήσει χρήματα -αποτυχία κι εκεί... Μετά, πάει στο πάρκο και παίρνει δηλητήριο για ν’ αυτοκτονήσει. Την προλαβαίνουν και την πάνε στο νοσοκομείο. Εκεί φτάνει ένας δημοσιογράφος κι η 
ιστορία της γίνεται τρίστηλο στην εφημερίδα του. Βέβαια, η Ερσίλια δεν έχει εξομολογηθεί όλη την αλήθεια. Ούτε γνωρίζουμε αν όσα εξομολογήθηκε είναι αλήθεια. Του λέει μόνο πως, όταν το κοριτσάκι έπεσε και σκοτώθηκε, δεν ήταν στο σπίτι αλλά η μητέρα του την είχε στείλει για δουλειές κι ότι αποπειράθηκε ν αυτοκτονήσει για την προδοσία του Λασπίγκα. Η ιστορία, φυσικά, συγκινεί τους πάντες. Μέχρι και τον διάσημο συγγραφέα 

Λουντοβίκο Νότα που πηγαίνει στο νοσοκομείο και, καθώς το κορίτσι δεν έχει κανέναν, της προτείνει να τη φιλοξενήσει στο διαμέρισμα που νοικιάζει. Η Ερσίλια τον ακολουθεί. Στο μυαλό του έχει γεννηθεί ένα μυθιστόρημα για τη ζωή της. Αλλά, παρά την πολύ μεγαλύτερη ηλικία του, τον ενδιαφέρει κι ερωτικά. Εκεί αρχίζει το έργο του Λουίτζι Πιραντέλο «Να ντύσουμε τους 

γυμνούς (1922). Στην ήδη μπλεγμένη (προ)ιστορία προστίθενται, στη σκηνή πια, η δύστροπη σπιτονοικοκυρά του Νότα, η Σινιόρα Ονόρια, που, πρώτα, προσβάλλει την Ερσίλια και τον Νότα απαγορεύοντας την παράνομη «συγκατοίκηση» αλλά, κατόπιν, 
όταν μαθαίνει ότι είναι το κορίτσι της δραματικής ιστορίας που χει διαβάσει στην εφημερίδα, το «υιοθετεί», η υπηρέτριά της, η Έμα, ο επηρμένος νεαρός δημοσιογράφος Αλφρέντο Κανταβάλε που ’γραψε το κομμάτι κι έρχεται για να συνεχίσει το ρεπορτάζ, ο Λασπίγκα που, αφού, επίσης, διαβάζει την εφημερίδα κι αφού η 
αρραβωνιστικιά του ακυρώνει το γάμο και τον εγκαταλείπει, έρχεται, θεωρώντας εαυτόν υπεύθυνο, να ζητήσει συγγνώμη απ’ την Ερσίλια και να την αποκαταστήσει -αλλά εκείνη αρνείται ισχυριζόμενη πως είπε ψέματα στην εφημερίδα ότι έκανε την απόπειρα για χάρη του-, ο Πρόξενος Γκρότι που ρθε απ’ την Σμύρνη να διαψεύσει αυτά που πε η Ερσίλια, πως της φέρθηκαν απαίσια, κι απειλεί με μήνυση την εφημερίδα -αλλά η γυναίκα του, η οποία ήρθε μαζί του, επισκέπτεται τους οργισμένους γονείς της 

πρώην αρραβωνιαστικιάς του Λασπίγκα και τους αποκαλύπτει ότι το κορίτσι ήταν ερωμένη του άντρα της. Μετά την αποκάλυψη αυτή, όλοι, πλέον, στρέφονται εναντίον της Ερσίλια, έστω κι αν ο Γκρότι ισχυρίζεται ότι η γυναίκα του είναι τρελή. Ποιος είναι ειλικρινής και ποιος ψεύδεται; Ποια είναι η αλήθεια και ποιο το 

ψέμα; Και τι ναι αλήθεια και τι ψέμα, αν όχι ανάλογα με το πρίσμα που βλέπει κανείς το γεγονός ή το πρόσωπο; Η Ερσίλια δίνει μια απάντηση σ’ αυτά πιστεύοντας ότι έτσι θα την πιστέψουν: παίρνει πάλι δηλητήριο για ν αυτοκτονήσει. Κι η απόπειρα επιτυγχάνει αυτή τη φορά. Ο Πιραντέλο παίζει και πάλι, μέσα από συνεχείς ανατροπές, με το προσφιλές του θέμα -η σχετικότητα της αλήθειας και το θέατρο ως αντανάκλαση του παράδοξου και το παράλογου
της  ζωής- ενώ ο Λουντοβίκο Νότα του -που, όπως λέει στο έργο, κλείνοντάς μας το μάτι, «θεωρεί τον Πιραντέλο αφόρητο»- είναι, κατά κάποιο τρόπο, το alter ego του. Φυσικά και πρόκειται για μελόδραμα, αλλά κατ’ επίφασιν μελόδραμα, μια κι ο Πιραντέλο χρησιμοποιεί μια οικεία στην εποχή του φόρμα, για να εκφράσει τη φιλοσοφία του. Είναι ευχής έργο που φέτος η ελληνική σκηνή ξαναθυμάται τον Πιραντέλο, με τέσσερα έργα του στις σκηνές μας -ευκαιρία γι αποτίμηση μέσα από σύγχρονο πρίσμα. Ο Γιάννος Περλέγκας, που υπογράφει εδώ τη σκηνοθεσία, κατέληξε σ’ ένα

άνισο, κατά τη γνώμη μου αποτέλεσμα. Αλλά τόσο άνισο ώστε να γρονθοκοπούνται τα θετικά με τ’ αρνητικά στοιχεία του. Καταρχάς, συνυπογράφει με την Ελένη Γεωργίου και τη μετάφραση του έργου. Όπου, ανάμεσα σ’ εξαιρετικά ελληνικά, το 20%, περίπου, του κειμένου παραμένει αμετάφραστο, στα ιταλικά -στην ίδια 
φράση λέξεις ιταλικές κι ελληνικές ή φράσεις στα ιταλικά που ατακάρονται από ελληνικές. Αυτό το «εύρημα», εμένα, συνειρμούς με το «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη» των Τσιφόρου και Βασιλειάδη μου γέννησε. Θέλει να δημιουργήσει κωμικό αποτέλεσμα; Δεν το κατάλαβα -το έργο δεν είναι ανεβασμένο ως κωμωδία. Απ την άλλη χρειαζόταν ένας δραματολόγος: οι περικοπές είναι τόσες, μ’ αποτέλεσμα πολλά να ’ναι, για το θεατή, τα κενά που δημιουργούνται στην ήδη μπερδεμένη πλοκή του έργου. Ως προς τη σκηνοθεσία, διάβασα, σε συνέντευξη του Γιάννου Περλέγκα, κάτι περί αναγωγής του έργου στους επτά Κύκλους του «Καθαρτήριου», δεύτερου μέρους της «Θείας κωμωδίας» του Ντάντε. Στη σκηνή εγώ είδα -τα, καλαίσθητα αλλά όχι ιδιαίτερα 

λειτουργικά, σκηνικά είναι της Γεωργίας Μπούρα- μια μουχλιασμένη, αραχνιασμένη κλίμακα σαν εγκαταλειμμένου σπιτιού με, όντως, επτά -φαρδιά- σκαλιά, που καταλήγει σε μια αναρτημένη αναπαραγωγή τμήματος απ’ το μεσαίο πάνελ του τρίπτυχου «Ο κήπος των επίγειων απολαύσεων» του Ιερώνυμου Mπος, το ’να σκαλί σκαμμένο σ’ ένα όρυγμα -κάτι μεταξύ τάφου και τσίγκινης μπανιέρας (το Καθαρτήριο;)- κι ένα
γιγάντιο κοράκι που, κάποια στιγμή, κατεβαίνει απ’ την οροφή. Αλλά δεν κατάφερα αυτά να τα συνδέσω με κάποια συγκεκριμένη σκηνοθετική σύλληψη -δεν κατάλαβα τι σημαίνουν τα σύμβολα,  γιατί οι ηθοποιοί μπαίνουν στην μπανιέρα-βγαίνουν απτην μπανιέρα, γιατί φέρνουν βάζα με ψεύτικα λουλούδια-παίρνουν τα βάζα με τα ψεύτικα λουλούδια... Όπως δεν κατάλαβα τη λειτουργικότητα του ένθετου αποσπάσματος από κείμενο του Παζολίνι ή γιατί, στην τελευταία σκηνή, αλλάζει η ηθοποιός που παίζει την Ερσίλια. Απ’ την άλλη, ο σκηνοθέτης έχει κινήσει, με την αποτελεσματική, προφανώς, 

βοήθεια της Δήμητρας Ευθυμιοπούλου που υπογράφει την κίνηση, πολύ καλά την παράσταση και της έχει δώσει εξαιρετικούς ρυθμούς. Στα θετικά και τα κοστούμια της Λουκίας Χουλιάρα και, κυρίως, η μουσικές του Κορνήλιου Σελαμσή -υπογραμμίζουν, αλλά χωρίς να καπελώνουν την παράσταση, διακριτικά, την αινιγματικότητα του έργου. Ανισότητες είδα και στη διανομή. Η Μαρία Πρωτόπαππα ανήκει στις κορυφαίες ηθοποιούς μας. Το αποδεικνύει κι εδώ: η Ερσίλια Ντρέι της πάλλεται. Πολύ καλός -αν
και δεν είναι στην ηλικία του ρόλου- και με χιούμορ ο Λουντοβίκο Νότα του Θανάση Δήμου. Με σκηνικό κύρος ο ίδιος ο Γιάννος Περλέγκας ως Πρόξενος Γκρότι. Η καλή Εύη Σαουλίδου δε μ’ έπεισε πως είναι η ιδανική για να παίξει την κυράτσα Ονόρια. Απ’ τους νεότερους, βρήκα ικανοποιητικό τον Στέργιο Κοντακιώτη αλλά άγουρη την Μάγδα Κουκούλα για τον τελικό μονόλογο της (δεύτερης) Ερσίλια. Θεωρώ εξαίρετο ηθοποιό τον Θάνο Τοκάκη. Είδα ότι, σαφώς, προσπαθεί να πλάσει ρόλο ως Φράνκο Λασπίγκα. Αλλά με τόση, μα τόση μανιέρα;
Γιατί  η παραπαίουσα κίνηση μεθυσμένου, γιατί τόση κατάχρηση των χεριών, γιατί τόση πόζα; Απόρησα. Μια παράσταση μ αρκετά θετικά στοιχεία αλλά που αδυνατεί, πιστεύω, να συγχωνεύσει σε παραστασιακό αποτέλεσμα και να κάνει κατανοητά τα σύμβολα που χρησιμοποιεί. Αν αποφασίσετε να πάτε, η τυχόν γνώση της ιταλικής θα σας βοηθήσει... (Φωτογραφίες: Σταύρος Χαμπάκης).

(Το πρόγραμμα της παράστασης, -επιλογή-επιμέλεια κειμένων Ελένη Σπετσιώτη-, κοινό με προσεχούς παράστασης στο θέατρο  
της Φρυνίχου, έχει, ως ύλη, τη διανομή/συντελεστές και δυο -κακομεταφρασμένα, ώστε να παραμένουν ακατανόητα- κείμενα από μια ελληνική έκδοση Πιραντέλο του 1969 -προ πεντηκονταετίας... Αν είναι έτσι, το «Θέατρο Τέχνης» ας καταργήσει τα προγράμματα. Μια φωτοτυπία με τη διανομή ειν’ αρκετή).

«Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν» / Φρυνίχου, «Lead-In-Arts», Εταιρεία Θεάτρου «Εν τω Άμα», Εταιρεία Θεάτρου «Χ-αίρεται» και «Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν», 16 Φεβρουαρίου 2019.

February 17, 2019

Στο Φτερό / Μακμπέθ α λ’ αμερικάνα


«Vice: Ο δεύτερος στην ιεραρχία» / Σκηνοθεσία: Άνταμ Μακέι 


Ρίτσαρντ Μπρους (Ντικ) Τσέινι: 7ος Προσωπάρχης του Λευκού Οίκου (1975-1977), επί προεδρίας Τζέραλντ Φορντ. Μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, ως εκπρόσωπος της Πολιτείας του Γουαϊόμινγκ (1979-1989) -απ’ το 2017 στην έδρα του, η κόρη του Λιζ Τσέινι. 17ος υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ (1989-1993), επί προεδρίας Τζορτζ Μπους του πρεσβύτερου. Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος της πολυεθνικής πετρελαϊκής εταιρείας Halliburton (Χάλιμπάρτον) (1995-2000). 46ος Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ (2001-2009), επί 
προεδρίας Τζορτζ Μπους του νεότερου. Πιστός, εξαρχής, στο Ρεπουμπλικάνικο κόμμα. Ο Άνταμ Μακέι, στην ταινία του «Vice: Ο δεύτερος στην ιεραρχία» («Vice«, 2018), αναπτύσσει/συμπτύσσει πενήντα σχεδόν χρόνια (1963-2012) απ’ τη ζωή και την καριέρα αυτού που χαρακτηρίστηκε ως «ο πιο ισχυρός Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ σ’ όλη την αμερικανική ιστορία» κι έως και το παρατσούκλι «Νταρθ Βέιντερ της Πολιτικής» του ’δωσαν (απ’ τ’ όνομα του Κακού της σειράς των 


κινηματογραφικών/τηλεοπτικών «Star Wars»-«Ο πόλεμος των άστρων»). Με τρόπο ευφυή, πιστεύω. Ο νεαρός Τσέινι, γεννημένος στην Nεμπράσκα και μεγαλωμένος στο Γουαϊόμινγκ, όπου εγκαταστάθηκε η οικογένειά του, ξεκίνησε απ’ το πανεπιστήμιο του Γέιλ αλλά το ’ριξε στο πιοτό και την ασωτία, μ’ αποτέλεσμα  δυο φορές να τον συλλάβουν για οδήγηση σε κατάσταση μέθης και, το 1963, να εγκαταλείψει το Γέιλ. Είχε, όμως, άγγελο-προστάτη (ή την λέδη Μακμπέθ του;): τη σύντροφό του, απ’ τα εφηβικά, γυμνασιακά τους χρόνια, και συνομήλική του Λιν Βίνσεντ, 
φιλόδοξη γυναίκα, η οποία, με την απειλή ότι θα τον χωρίσει, τον έπεισε να γυρίσει στον «σωστό δρόμο». Ο Τσέινι βρήκε άλλο πανεπιστήμιο -του Γουαϊόμινγκ- αποφοίτησε -με δυσκολίες-, έκανε τα πάντα για ν’ αποφύγει το Βιετνάμ -όχι για λόγους ιδεολογικούς...-, πήρε πέντε αναβολές και, τελικά, τη γλύτωσε. Το 1969 ακούει τον Ρεπουμπλικάνο Ντόναλντ Ράμσφελντ, διευθυντή του Γραφείου Οικονομικών Ευκαιριών, να μιλάει: συντηρητικός, αδίστακτος, καιροσκόπος, χυδαίος, με 

γλώσσα στρατώνα -ως στρατιωτικός, άλλωστε, είχε αρχίσει την καριέρα του... Είναι ο άνθρωπός του. Αποφασίζει να μπει στην πολιτική και προσκολλάται στο επιτελείο του. Ο Ράμσφελντ γίνεται οικονομικός σύμβουλος του Προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον των Ρεπουμπλικάνων, το 1970, κι ο Τσέινι αλώνει μαζί του τον Λευκό Οίκο, όπου, σε 

σύσκεψη, ακούει τον Πρόεδρο να συζητάει με τον πανίσχυρο, τότε, υπουργό του των Εξωτερικών και Σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας Χένρι Κίσιντζερ για τον μυστικό βομβαρδισμό της Καμπότζης και συνειδητοποιεί τις απεριόριστες δυνατότητες της εκτελεστικής εξουσίας. Η συγκρατημένη στάση του Ράμσφελντ τους αποστασιοποιεί απ’ τον Νίξον κι έτσι, για καλή τους τύχη, η παραίτησή του, λόγω του σκανδάλου του Γουότεργκέιτ, δεν τους συμπαρασύρει. Αντίθετα, επί Προέδρου Τζέραλντ Φορντ πια -του Αντιπροέδρου που διαδέχτηκε τον Νίξον-, ο Ράμσφελντ ανέρχεται 
στη θέση του Προσωπάρχη του Λευκού Οίκου και στη συνέχεια του υπουργού Άμυνας, οπότε κι ο Τσέινι τον διαδέχεται ως Προσωπάρχης. Όταν κερδίσουν το 1976 τις Προεδρικές Εκλογές οι Δημοκρατικοί και πρόεδρος αναδειχθεί ο Τζίμι Κάρτερ, o Τσέινι φεύγει απ’ τον Λευκό Οίκο κι αποφασίζει να κατεβεί, πια, στις εκλογές του 1978 για το Κονγκρέσο. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας παθαίνει την πρώτη του καρδιακή προσβολή αλλά η Λιν, η γυναίκα του -η λέδη Μακμπέθ 
του...- παίρνει τα ηνία και πετυχαίνει την εκλογή του στην Βουλή των Αντιπροσώπων -ως εκπρόσωπος του Γουαϊόμινγκ-, όπου παραμένει απ’ το 1979 μέχρι το 1989, καθώς θα επανεκλεγεί πέντε ακόμη φορές, επί προεδρίας του Ρόναλντ Ρίγκαν -οι Ρεπουμπλικάνοι έχουν κερδίσει και πάλι στις Προεδρικές Εκλογές του 1980: θα ψηφίσει, αυτά τα χρόνια, όλα τα συντηρητικά κι αντιδραστικά 

νομοσχέδια -ανάμεσά τους κι αυτά που ευνοούν τις μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες- και θα καταψηφίσει κάθε τι το προοδευτικό. Με Ρεπουμπλικάνο και πάλι πρόεδρο -τον Τζορτζ Μπους τον πρεσβύτερο, που αναδεικνύεται σε Πρόεδρο στις εκλογές του 1988-, ο Ντικ Τσέινι θα κάνει ένα ακόμα άλμα: υπουργός Άμυνας
-ο φιλοπόλεμος, το γεράκι του πολέμου στην εξουσία...: η εισβολή στον Παναμά αλλά, κατά ένα μέρος, κι ο Πόλεμος του Κόλπου του χρεώνονται. Όταν οι Δημοκρατικοί επανέρχονται το 1992, με Πρόεδρο τον Μπιλ Κλίντον, ο Τσέινι, μολονότι είχε αρχίσει να τρέφει προεδρικές φιλοδοξίες, αποφασίζει -κι είναι προς τιμήν του, αν τα πράγματα έχουν έτσι- ν’ αποσυρθεί απ’ την πολιτική, όταν 

γίνεται γνωστό ότι η δεύτερη κόρη του Μέρι είναι λεσβία, για να την προφυλάξει απ’ την έκθεση. Η ταινία δείχνει να τελειώνει εκεί, οι τίτλοι τέλους πέφτουν αλλά πρόκειται για ψευτοφινάλε -ένα απ’ τα τεχνάσματα του σκηνοθέτη Άνταμ Μακέι. Ο Τσέινι, μετά την «απόσυρσή» του, αναλαμβάνει τη θέση του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου στον πετρελαϊκό κολοσσό Halliburton -που τόσο υπερασπίστηκε τα συμφέροντά του και παλαιότερα και, με αίμα -άλλων, βέβαια...- στο Ιράκ...-, θέση που διατηρεί μέχρι το 
2000. Οπότε κι επιστρέφει στο στίβο της πολιτικής, όταν, απ’ τον Τζορτζ Μπους τον νεότερο, που μπαίνει στη μάχη των Προεδρικών Εκλογών εκείνης της χρονιάς, έχει τη διαβεβαίωση ότι, αν εκλεγεί 

Πρόεδρος, θα τον προτείνει γι αντιπρόεδρο αλλά με τις διευρυμένες αρμοδιότητες που ο Τσέινι απαιτεί. Όπως και 



συμβαίνει. Άχαρη η θέση αλλά ο δαιμόνιος Ντικ Τσέινι -που τη διατηρεί, μια κι ο Μπους επανεκλέγεται το 2004, μέχρι το 2009- καταφέρνει να την αξιοποιήσει δεόντως ελέγχοντας καίριους τομείς: ο ισχυρότερος αντιπρόεδρος που γνώρισαν οι ΗΠΑ. Ο ανίσχυρος, αγόμενος και φερόμενος, βλάκας Μπους, του

προσφέρει την ευκαιρία να γίνει πανίσχυρος -κράτος εν κράτει. Θα τους τύχει, βέβαια, η επίθεση της 11 Σεπτεμβρίου του 2001, απ’ την αλ-Κάιντα. Δύσκολες μέρες. Αλλά κι η ευκαιρία, εκτός απ’ το διαβόητο στρατόπεδο βασανιστηρίων του Γκουαντάναμο, για εισβολή στο Αφγανιστάν, πρώτα, το 2001, και, κατόπιν, για μια  

δεύτερη εισβολή στο Ιράκ -ο αποκαλούμενος «Πόλεμος κατά της Τρομοκρατίας»-, στην οποία ο πολεμοκάπηλος Τσέινι -με υπουργό Άμυνας τον «δικό» του Ντόναλντ Ράμσφελντ- παρασύρει, το 2003, 


τον Μπους, δηλώνοντας επανειλημμένα ότι ο Σαντάμ διαθέτει όπλα μαζικής καταστροφής -τα οποία ουδέποτε εντοπίστηκαν... -κι αμφισβητώντας ακόμα και την CIA ότι η αλ-Κάιντα κι ο Οσάμα Μπιν Λάντεν δε συνδέονταν με το Ιράκ. H εισβολή, με την «άδεια» του ΟΗΕ, που «επείσθη» μετά την ομιλία που ’κανε εκεί ο Κόλιν 
Πάουελ, υπουργός Εξωτερικών του Μπους, εξωθούμενος, κατά την ταινία, απ’ τον Πρόεδρο, θα καταλήξει στην ανατροπή και τον απαγχονισμό του Σαντάμ, το 2006. Αλλά ο πόλεμος, που θα κοστίσει χιλιάδες νεκρούς και θα ωθήσει στη δημιουργία του Ισλαμικού Κράτους, θα τερματιστεί μόνον το 2011, μετά από οκτώ χρόνια, κι ενώ έχει πια εκλεγεί, το 2008, Πρόεδρος ο Δημοκρατικός Μπαράκ Ομπάμα.
Με την εκλογή του, ο Ντικ Τσέινι, που τ’ όνομά του είχε εμπλακεί και σε διάφορα οικονομικά και πολιτικά σκάνδαλα ενώ πυροβόλησε, κατά λάθος, κι ένα άτομο στη διάρκεια κυνηγιού, αποσύρεται πια απ’ το προσκήνιο. Αλλά δε σιωπά. Έχει ήδη δηλώσει ότι είναι υπέρ του γάμου ομόφυλων -η κόρη του, η 
Μέρι, έχει ήδη παντρευτεί με γυναίκα. Πριν αλέκτορα φωνήσαι, όμως, επιτρέπει στην πρωτότοκη κόρη του Λιζ, υποψήφια στις εκλογές του 2016 για το Κονγκρέσο, να δηλώσει κατά του γάμου ομόφυλων, παρά το γάμο που ’χει κάνει η αδελφή της. Το αποτέλεσμα: η Λιζ θα εκλεγεί στην Βουλή των Αντιπροσώπων, εκπροσωπώντας το Γουαϊόμινγκ, στην έδρα που επί δέκα χρόνια κατείχε ο πατέρας της, ενώ το 2018 επανεκλέγεται. Στο μεταξύ, το 
2012, μετά από σειρά καρδιακών προσβολών κι άλλων προβλημάτων με την υγεία του, ο Τσέινι κάνει εγχείρηση μεταμόσχευσης καρδιάς. Η εγχείρηση επιτυγχάνει. Ο Ντικ Τσέινι είναι πια 78 χρόνων και ζει πάντα με την Λιν. Το σύγχρονο ζεύγος Μακμπέθ επέζησε... Ο Μακέι, εκτός, απ’ το εύρημα αυτής της αναγωγής -που το υλοποιεί σε μια σκηνή, με το ζευγάρι Τσέινι 
ν ανταλλάσσει στίχους της αιματοβαμμένης σεξπιρικής τραγωδίας-, έχει χρησιμοποιήσει κι άλλα, ιδιαίτερα επιτυχημένα. Με βασικότερο, τον αφηγητή Κερτ, ένα πρόσωπο επινοημένο, βετεράνο των πολέμων στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ, που, μπρεχτικά, σχολιάζει τα τεκταινόμενα, για να σκοτωθεί, στο τέλος,
σε δυστύχημα καθώς κάνει τζόγκινγκ κι ενώ, παράλληλα, αφηγείται. Και -το αποκορύφωμα της ειρωνείας!- η καρδιά του είναι που μεταμοσχεύεται στον Τσέινι -ο πραγματικός δωρητής παραμένει ανώνυμος. Ο Μακέι, που ’γραψε ο ίδιος το εξαιρετικό σενάριο, έκανε μια βιογραφική ταινία, ένα πορτρέτο του Τσέινι, ακολουθώντας δρόμο ασυνήθιστο: της δραματικής κομεντί.
Φυσικά κι ο Τσέινι δεν ήταν/είναι το «απόλυτο κακό». Αλλά δεν πρόκειται και για ντοκιμαντέρ. Μέσα απ’ την ταινία σαρκαστικά αναδύεται όλος ο οχετός της διαπλοκής στην αμερικάνικη πολιτική κι ο θεατής, ενώ γελάει, εύκολα κάνει τις απαραίτητες αναγωγές αναμιμνησκόμενος σημερινών προεδρικών ημερών Ντόναλντ Τραμπ και διαπιστώνοντας πώς εκκολάφθηκε η παρούσα παρακμή της

αμερικάνικης πολιτικής σκηνής. Ο Μακέι έχει χρησιμοποιήσει ευρύτερα τη μπρεχτική μέθοδο βάζοντας ανάμεσα στους -οριστικούς...- τίτλους τέλους, ως επίλογο -μη βιαστείτε να φύγετε!-, απόσπασμα δήθεν τηλεοπτικής εκπομπής, όπου δυο απ’ τους συμμετέχοντες, διαφωνώντας περί της προσωπικότητας του Τσέινι, πιάνονται στα χέρια! Η ταινία είναι σπαρταριστή. Χωρίς, ενώ καταγγέλλει, ν ακολουθεί τις λαϊκίστικες μεθόδους του ντοκιμαντερίστα Μάικλ Μουρ. Μεγάλο ατού, το 
μοντάζ του Χανκ Κόργουιν. Πρώτη φορά μου ’γινε τόσο αισθητή η αποτελεσματικότητα του μοντάζ. Εκτός απ’ τους καταιγιστικούς ρυθμούς, τα πλάνα απ’ το ζωικό βασίλειο -θηρία που ξεσκίζονται, ψάρια που τσιμπούν το δόλωμα...- ή από επίκαιρα της εποχής, που εντίθενται, συνθέτουν, πέραν της αφήγησης, έναν καταπληκτικό σχολιασμό -χωρίς λόγια αυτός. Μεγάλο ατού της ταινίας η εντυπωσιακή -αλλά τεχνική, κυρίως- ερμηνεία του αγνώριστου Κρίστιαν Μπέιλ. Βρήκα κάπως άχρωμη Λιν την Έιμι Άνταμς. Ανάμεσα στους υπόλοιπους, χωρίς να παραβλέψω τον Ντόναλντ 


Ράμσφελντ του Στιβ Καρέλ, σαφώς και ξεχώρισα τον Σαμ Ρόκγουελ: ο Τζορτζ Μπους του -ο νεότερος-, συναρπαστικό κράμα βλάκα, ανερμάτιστου και κουτοπόνηρου. Μια ταινία που, κατά τη γνώμη μου, αξίζει τον κόπο να τη δείτε. Απολαυστική! 

Κινηματογράφος «Odeon Starcity» / Αίθουσα 7, 5 Φεβρουαρίου 2019.

February 14, 2019

Στο Φτερό / Και μοσχοβόλησε ο ντουνιάς ρεμπέτικο λιβάνι... ή Ο Μάνος Χατζιδάκις είναι ζωντανός και καλά και ζει στην Αθήνα


«Τα τραγούδια της αμαρτίας»-«Κοινός βίος»-«Παίδες επί Κολωνώ» του Μάνου Χατζιδάκι / Σκηνοθετική επιμέλεια: Γιάννης Σκουρλέτης/«bijoux de kant».  


Ο Κύκλος «Μάνος Χατζιδάκις» -που την καλλιτεχνική επιμέλειά του έχει ο Γιώργος Χατζιδάκις-, στην «Λυρική Σκηνή», συνεχίζεται με τους καλύτερους οιωνούς: χαλαρά, ώστε κάθε συναυλία να προετοιμάζεται με τον αρτιότερο τρόπο, εξελισσόμενος, χωρίς να επαναλαμβάνεται -κάθε συναυλία διαφορετική, κάθε συναυλία και μια έκπληξη. Κι ως προς τα ποικίλα έργα που επιλέγονται να παρουσιαστούν -άλλα πασίγνωστα, σε καινούργιες εκτελέσεις, άλλα άγνωστα ή σχεδόν άγνωστα- κι ως προς τον τρόπο παρουσίασής τους. Η τρίτη συναυλία για φέτος, δεύτερη χρονιά του προγραμματισμένου σε βάθος τριετίας Κύκλου, έχει, μεσ’ από έργα ημιτελή κι άγνωστα ευρύτερα, έναν ομοερωτικό άξονα. Με την έννοια που ο Μάνος Χατζιδάκις κι ο κύκλος του, η γενιά του έδιναν στον ομοερωτισμό: όπου οι σιδεράδες κι οι επί πληρωμή 

φαντάροι αποκτούσαν διαστάσεις ποιητικές και γίνονταν πίνακες απ’ τον Τσαρούχη και στίχοι απ’ τον Χριστιανόπουλο, όπου η μυρωδιά του ιδρώτα των λαϊκών εραστών και του χασισιού ήταν σύμμεικτες με τις φινετσάτες αισθήσεις των διανοουμένων. Η βραδιά ανοίγει με «Τα τραγούδια της αμαρτίας» (1992) -εισαγωγή για σόλο πιάνο και δεκάξι τραγούδια, τα δεκαπέντε πάνω σε ποιήματα του Ντίνου Χριστιανόπουλου, ένα σε ποίημα του Γιώργου Χρονά. Τα ποιήματα του Χριστιανόπουλου, άνισα -μερικά συγκλονιστικά, όπως το «Ενός λεπτού σιγή», άλλα αφελή κι άτεχνα, μ’ απλοϊκές ρίμες τύπου συστολή-στολή, απόκοσμος-υπόκοσμος-, έχουν μετουσιωθεί απ’ τον Χατζιδάκι, που απέσταξε το γενικό πνεύμα τους σε μουσικές λεπταίσθητες οι οποίες απαιτούν και λεπταίσθητη φωνή. Είναι κρίμα που δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει και να ενορχηστρώσει τον Κύκλο αυτό ο οποίος κυκλοφόρησε σε δίσκο, στη μορφή για φωνή και πιάνο, το 1996, μετά το θάνατό του. Στη συναυλία, αυτή η μορφή έχει επιλεγεί: κι 

ο Πάρις Κιμιωνής που επελέγη να τραγουδήσει «Τα τραγούδια της αμαρτίας» είναι μια φωνή έξοχη, σα γεννημένη με τα ηχοχρώματα που τα συγκεκριμένα τραγούδια ζητούν, εντελώς στο πνεύμα του συνθέτη: επιλογή καίρια! Με τον Τίτο Γουβέλη να συνοδεύει στο πιάνο παράγουν ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα. Στα τέσσερα τραγούδια του, επίσης ανολοκλήρωτου, κύκλου «Κοινός 
βίος» (1976-1977), σε ποίηση Γιώργου Χρονά, που χουν περιληφθεί στον, επίσης μεταθανάτιο, δίσκο «Μάνος Χατζιδάκις 2000 μ.Χ.» (1999), έρχεται η σειρά του Αλκίνοου Ιωαννίδη. Τραγουδιστής παλλόμενος, ερμηνευτής εκφραστικός -μην ξεχνάμε το σύντομο αλλά καίριο πέρασμά του απ’ το θέατρο που σπούδασε αλλά δυστυχώς δε συνέχισε-, με φωνή διάφανη, απόλυτα ταιριαστή με τη 
μουσική του Χατζιδάκι, μεταφέρει όλη την ευαισθησία των τραγουδιών αυτών συνοδευόμενος από ένα μικρό, καλά συντονισμένο μουσικό σύνολο. Οι ίδιοι -τραγουδιστής και μουσικό σύνολο- κλείνουν τη βραδιά με τον Κύκλο «Παίδες επί Κολωνώ» (1977-1978) -κι αυτός ημιτελής και «ρευστής» σύνθεσης. Ποτέ δε δισκογραφήθηκε ως αυτοτελής, έξι συν ένα -συνολικά επτά- τραγούδια του έχουν περιληφθεί, ανάμεσα σ’ άλλα, σε δυο διαφορετικούς δίσκους αλλά εδώ παρουσιάζονται δώδεκα. Οι στίχοι -Νίκος Γκάτσος, Μιχάλης Μπουρμπούλης, Αγαθή Δημητρούκα κι ο ίδιος ο Μάνος Χατζιδάκις-, πολύ υψηλού επιπέδου όλοι, έχουν οδηγήσει σ’ ένα δυνατό μουσικό αποτέλεσμα, 

με ισχυρή την παρουσία του μπουζουκιού, όπου η αρχαιότητα με τον Οιδίποδα και την Αντιγόνη στον Κολωνό, το Βυζάντιο, η ορθοδοξία κι οι ρεμπέτες -«και μοσχοβόλησε ο ντουνιάς ρεμπέτικο λιβάνι» λένε δυο στίχοι του Μιχάλη Μπουρμπούλη στα «Βράδια της Σαρακοστής»- σμίγουν, συγκεράζονται -ιδού η Ελλάδα του Μάνου Χατζιδάκι. Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, το μουσικό σύνολο και το φωνητικό σύνολο με τις μνήμες βυζαντινής μουσικής προσφέρουν την καλύτερη στιγμή της βραδιάς -κι ας μην ακούστηκαν κάποιοι στίχοι. Πολλές, προφανώς, οι οφειλές στον Λευτέρη Μιχαλόπουλο που υπογράφει την dictée κι είχε την επιμέλεια και την οργάνωση του μουσικού υλικού. Βέβαια, η συναυλία δε θα ’χε το ίδιο αποτέλεσμα, αν δε συνοδευόταν, δεν υπογραμμιζόταν, δεν εκφραζόταν και σκηνικά με τον τρόπο που συνοδεύεται. Με τον πιο διακριτικό τρόπο. Ο Γιάννης Σκουρλέτης των «bijoux de kant», που, προφανώς, έχει μια αισθητική απόλυτα συμβατή μ’ αυτά τα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι και που ’χει τη σκηνοθετική επιμέλεια, οργάνωσε ένα σκηνικό δρώμενο μ’ έντεκα νεαρούς χορευτές της Ανώτερης Επαγγελματικής Σχολής Χορού της Εθνικής Λυρικής Σκηνής -δέκα αγόρια στα μαύρα κι από κάποιο σημείο γυμνά απ’ τη μέση και πάνω κι ένα κορίτσι που χορεύει μαγευτικά- οι οποίοι περιβάλλουν ένα ασπρόμαυρο, 
απόλυτα ταιριασμένο δίδυμο -τον έξοχο, κομμένο και ραμμένο για την περίπτωση, απ’ την χιπ χοπ προερχόμενο αλλά με μεγάλη γκάμα, Άγγελο Αποστολίδη (Fuerza Negra) και τον εκφραστικότατο, εξαίρετο ηθοποιό Ντένη Μακρή. Μια χορογραφία ελεύθερη -ή και ακινησίες- που εικονοποιεί τα τραγούδια χωρίς ποτέ να τα φτηναίνει ή να τα καπελώνει, ευαίσθητη, με πολύ ελαφρές, λεπτές πινελιές, στο ημίφως -σαν εικόνες, σαν απόμακρα οράματα που γεννούν τα τραγούδια. Η λιτή σκηνογραφική επιμέλεια του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη των «bijoux de kant» -μια γιρλάντα με σβηστά χρωματιστά λαμπιόνια πάνω απ’ την εξέδρα των μουσικών και πάγκοι από λευκό ξύλο στο πάτωμα της σκηνής, για τους χορευτές- ενισχύει αυτή την αίσθηση Τσαρούχη που επιδιώκει η παράσταση. Κι ένα συγκινητικό φινάλε: τα φώτα χαμηλώνουν, στην οθόνη, μια ωραία, νεανική φωτογραφία του Μάνου Χατζιδάκι κι η φωνή του. Σ’ έναν πρόωρο αποχαιρετισμό, ηχογράφηση του 1977, απ’ τον μεταθανάτιο δίσκο «Μάνος Χατζιδάκις 2000 μ.Χ.»: «Παίδες». Η συγκίνηση στο κόκκινο. Για 


να παραφράσω τον τίτλο ενός αμερικάνικου τζούκμπόξ μιούζικαλ του 1968, μ’ άξονα τα τραγούδια του Ζακ Μπρελ, «Jacques Brel Is Alive and Well and Living in Paris» («Ο Ζακ Μπρελ είναι ζωντανός και καλά και ζει στο Παρίσι»»), ο Μάνος Χατζιδάκις είναι ζωντανός και καλά και ζει στην Αθήνα. Μια βραδιά αξέχαστη. Παίδες, προλαβαίνετε να την απολαύσετε και σήμερα (Φωτογραφίες: Δημήτρης Σακαλάκης).

(Το έντυπο πρόγραμμα -συνολικό για τις φετινές συναυλίες του Κύκλου -επιμέλεια ύλης Σοφία Κομποτιάτη-, πληρέστατο).

Εθνική Λυρική Σκηνή / «Εναλλακτική Σκηνή», Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», Κύκλος «Μάνος Χατζιδάκις», 13 Ιανουαρίου 2019.