April 18, 2018

Ο καλλιτέχνης ως Τέρας ή Τι σας κάναμε, τι μας κάνατε…


Το Τέταρτο Κουδούνι / 18 Απριλίου 2018 
Τέταρτη παράταση! Η επιτυχία μάς υποχρεώνει σε αναρτήσεις έως το τέλος Απριλίου.



Πάντα χειροκροτώ στο τέλος των παραστάσεων. Έστω και τυπικά, αν δε μου αρέσουν καθόλου -σέβομαι τον κόπο των επί σκηνής. Εκτός κι αν θυμώσω. Κι αυτή τη φορά θύμωσα. Θύμωσα πολύ. Και δε χειροκρότησα. Καθόλου. Στο «Requiem pour L.». Του Αλέν Πλατέλ και του Φαμπρίτσιο Κασόλ. Που ’δα στην «Στέγη».
Γνωρίζω τo Μπαλέτο C. de la B. ήδη απ’ το 2005 και το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας της Βίκυς Μαραγκοπούλου, το ’δα στο Φεστιβάλ Αθηνών, κατόπιν στην «Στέγη» -θετικότατες οι εντυπώσεις μου. Πήγα, λοιπόν, να δω την καινούργια παράστασή τους που συνυπέγραφαν ο Αλέν Πλατέλ, ο ιδρυτής του C. de la B. κι ο Φαμπρίτσιο Κασόλ με το πειραγμένο απ’ τον Κασόλ «Ρέκβιεμ» του Μότσαρτ -χωρίς καμιά πληροφόρηση, καθώς πουθενά κουβέντα για την ταμπακιέρα, ήτοι τον βασικό σκηνικό άξονα της παράστασης. Ούτε στην επίσημη σελίδα της ομάδας, ούτε στα δελτία Τύπου, ούτε στη σελίδα της «Στέγης», ούτε στις συνεντεύξεις του Πλατέλ, ούτε κάτι να γίνεται αντιληπτό απ’ τις φωτογραφίες της παράστασης που μοιράστηκαν… -ο λόγος μόνο για το μουσικό μέρος της.
Κι εκεί, επί τόπου, ανακάλυψα ότι όλη η παράσταση -συναυλία περισσότερο θα τη χαρακτήριζα, με λίγη κίνηση- στηρίζεται, βασίζεται, εξελίσσεται, αναπτύσσεται κάτω από ένα βίντεο, διάρκειας μιας ώρας και 40 λεπτών, όπου μια ηλικιωμένη γυναίκα, η L. του τίτλου, πεθαίνει. Όχι μεταφορικά, κυριολεκτικά. Σε γκρο πλάνο, με την κάμερα στημένη απέναντί της: εκείνη μακιγιαρισμένη και ντυμένη με τα καλά της, ξαπλωμένη σε μια πολυθρόνα, ακουμπώντας το κεφάλι της στην πλάτη της πολυθρόνας, αποκαμωμένη, άλλοτε με τα μάτια ανοιχτά, άλλοτε να προσπαθεί με κόπο να τ’ ανοίξει, άλλοτε σε βύθος -χαμένη στον κόσμο της-, κάποια στιγμή ψιθυρίζοντας -βουβά για μας- λίγα λόγια, οι - ήρεμες- τελευταίες στιγμές της, οι άνθρωποί της που της παραστέκονται ως κομπάρσοι… Και στο τέλος, νεκρή.
Δε βρήκα το βίντεο σοκαριστικό -έχω ζήσει θανάτους. Το βρήκα Βλάσφημο: ο «καλλιτέχνης», κορεσμένος από κάθε ερέθισμα πια, στερεμένος από κάθε έμπνευση, να χρησιμοποιεί ως δημόσιο θέαμα την πιο προσωπική, την πιο ιερή στιγμή ενός ανθρώπου: το θάνατό του. Και να κάνει «τέχνη». Με την άδεια, φυσικά, της θνήσκουσας -άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου…- και των συγγενών, όπως διάβασα -αλλά πώς ήξεραν πότε θα πεθάνει και τη μακιγιάρισαν και της έβαλαν το κολιέ; Την κάμερα την είχαν στήσει εκ των προτέρων δια παν ενδεχόμενον; Έμεινα με την απορία… (Για το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα -λυπάμαι αλλά- αρνούμαι, όσο ενδιαφέρον κι αν ήταν, να σχολιάσω οτιδήποτε).
Δε θύμωσα απλώς. Ντράπηκα με την κατάντια μας. Ένοιωσα να ζω σ’ εποχή απόλυτης παρακμής της τέχνης -σ’ εποχή «Σατυρικού» του Πετρόνιου, ρωμαϊκή: ο καλλιτέχνης ως Τέρας.
Να περιμένω, πια, μια ζωντανή αυτοκτονία δια απαγχονισμού σε βίντεο, με υπόκρουση, πειραγμένη, την Ενάτη του Μπετόβεν; 




Το βραβευμένο θεατρικό έργο «Δυο γυναίκες χορεύουν» (2008, πρεμιέρα 2010) του διακεκριμένου καταλανού συγγραφέα Ζουζέπ Μαρία Μπενέτ ι Ζουρνέτ θα παρουσιαστεί την επόμενη χειμερινή θεατρική περίοδο 2018/2019 στο «Μεταξουργείο», με την Άννα Βαγενά και την Γιασεμί Κηλαηδόνη στους δυο βασικούς -και μόνους- ρόλους του, στη μετάφραση που ’χει γίνει ως συνεργασία της μεταφραστικής ομάδας «Els de Paros», μ’ έκτακτη συμμετοχή της Ειρήνης Καλλιγά και της Φιλιώς Ευθυμίου. Για το σκηνοθέτη και τους λοιπούς συντελεστές οι συζητήσεις δεν έχουν ακόμα ολοκληρωθεί.
Στο έργο, μια δύστροπη ηλικιωμένη, με πάθος για τα κόμικς, που ζει απομονωμένη απ’ τον κόσμο σ’ ένα ρημαγμένο διαμέρισμα, και μια νεαρή γυναίκα, μ’ ένα ένοχο μυστικό που την έχει στοιχειώσει και την έχει αποκόψει απ’ την κοινωνική ζωή, αναγκάζονται να συνυπάρξουν, όταν η κόρη της ηλικιωμένης προσλαμβάνει τη νεαρή για να καθαρίζει και να τακτοποιεί το σπίτι της μητέρας της. Δυο γυναίκες εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους -ηλικία, μνήμες, επιθυμίες, προσέγγιση της ζωής…-, κάτω απ’ την ίδια στέγη για κάποιες μέρες, ξεδιπλώνουν η μια στην άλλη τις επιθυμίες τους, τους φόβους τους κι οδηγούνται στη μοιραία απόφαση: αφού δεν μπορούν να ’χουν τη ζωή που θέλουν, θα πάψουν τουλάχιστον να την εξευτελίζουν. Και χορεύουν μαζί τον τελευταίο χορό… 
Ο 78χρονος, σήμερα, Ζουζέπ Μαρία Μπενέτ ι Ζουρνέτ, που θεωρείται απ’ τους κορυφαίους της σύγχρονης ισπανικής θεατρικής γραφής, έγραψε το «Δυο γυναίκες χορεύουν», όπως έχει δηλώσει, τυχαία, όταν το βλέμμα του συνέλαβε μια ηλικιωμένη γυναίκα  ναγοράζει παθιασμένα παιδικά κόμικς σένα παλαιοπωλείο. Το αποτέλεσμα είναι μια δραματική κομεντί, με το χιούμορ και τη συγκίνηση να εναλλάσσονται γοργά.
Το έργο, που ’χει τιμηθεί, στο μεταξύ, με διακρίσεις, πρωτοπαρουσιάστηκε στην Ελλάδα σε παγκόσμια πρώτη, στα ελληνικά, το 2009/2010, πριν απ’ την πρεμιέρα του, στο πρωτότυπο, το 2011 στην Βαρκελόνη, με τη μορφή «θεατρικού αναλογίου» -στην Αθήνα, στο «Studio Μαυρομιχάλη» και στο πλαίσιο διήμερου αφιερώματος στο καταλανικό θέατρο, σε σκηνοθεσία Ελένης Γεωργοπούλου, με την Νίτα Παγώνη και την Μαρία Τσιμά.
Η πρώτη του σκηνική παρουσίαση στα ελληνικά έγινε στην Κύπρο -στην Λευκωσία-, τη σεζόν 2013/2014, στο θέατρο «Διόνυσος», με σκηνοθέτη τον Έντμοντ Νανούση και με την Ιωάννα Σιαφκάλλη και την Άννα Γιαγκιώζη.
Στην Ελλάδα, στη σκηνή το πρωτοανέβασε, την επόμενη χειμερινή περίοδο -2014/2015-, ο Τάσος Ιορδανίδης, στο «Ιλίσια/Βολανάκης», με την Χρυσούλα Διαβάτη και την Θάλεια Ματίκα -η παράσταση επαναλήφθηκε και την επόμενη σεζόν 2015/2016.
Τη λήγουσα σεζόν 2017/2018 ανέβηκε στο Ηράκλειο, απ’ την Ομάδα Θεατρικής Τέχνης «Το Σανίδι», σε σκηνοθεσία Έφης Δράκου, με την Κωνσταντίνα Σαρρή και την Φαίη Ταμιωλάκη.



Ένα υπέροχο θεατρικό έργο για τέσσερις σολίστες (που πολύ αργά το ανακαλύψαμε στην Ελλάδα, χάρη στον Τάκη Βουτέρη, την Αννίτα Δεκαβάλλα και το «Θέατρο Εξαρχείων»): «Το τίμημα» του Άρθουρ Μίλερ. Η παράσταση της Ιωάννας Μιχαλακοπούλου που ’δα στο «Ιλίσια» -και που πολύ άρεσε και θα πάει και την επόμενη χειμερινή σεζόν- είναι μια παράσταση έντιμη, καλά στημένη, με σωστούς ρυθμούς. Που πολλά χρωστάει, κυρίως, 


στον βετεράνο Γιώργο Μιχαλακόπουλο και στον -δύναμη!- Χρήστο Σαπουντζή. Το καλύτερο προσπαθεί κι ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης. Η Ρένια Λουιζίδου, όμως, καλή, κατά βάση, ηθοποιός, δίνει το ρόλο της εξωτερικά, με υπερβολές και μια δυναμική που πετάει έξω την παράσταση. Ίσως η σκηνοθέτρια θα ’πρεπε να την ελέγξει περισσότερο. 



Το εκτεταμένο ποίημα «Αποχαιρετισμός. Οι τελευταίες ώρες του Γρηγόρη Αυξεντίου μες στη φλεγόμενη σπηλιά» (1957) του κορυφαίου Γιάννη Ρίτσου -περιλαμβάνεται στον Γ΄ τόμο (Εκδόσεις «Κέδρος») των «Ποιημάτων» του-, έναν θεατρικά δομημένο εσωτερικό μονόλογο του ελληνοκύπριου ήρωα Γρηγόρη Αυξεντίου, στην κρύπτη του, λίγο πριν απ’ το θάνατο του, θα ερμηνεύσει, στις 11 και 12 Μαΐου, δραματοποιημένο, σε σκηνοθεσία του, ο διακεκριμένος κύπριος σκηνοθέτης και 

ηθοποιός Νεοκλής Νεοκλέους, στο «Black Box» του Ιδρύματος «Μιχάλης Κακογιάννης», με ζωντανή μουσική του Γιώργου Καλογήρου, που γράφτηκε ειδικά για την παράσταση.
Ο Γρηγόρης Αυξεντίου, κύπριος αγωνιστής της ΕΟΚΑ -της Εθνικής Οργανώσεως Κυπρίων Αγωνιστών-, κατά τον Απελευθερωτικό Αγώνα του 1955-1959 εναντίον της Αγγλικής Κατοχής, γνωστός τότε με το ψευδώνυμο Ζήδρος, δεύτερος στην ιεραρχία της οργάνωσης, σκοτώθηκε, στα 29 του χρόνια, σε μάχη που δόθηκε κοντά στο μοναστήρι της Παναγίας του Μαχαιρά, απ’ τους Άγγλους οι οποίοι, μετά από προδοσία, πληροφορήθηκαν το κρησφύγετό του, το περικύκλωσαν μ’ αυτοκίνητα κι ελικόπτερα κι ύστερα από πολύωρη μάχη κι αρκετούς νεκρούς στις τάξεις τους, έριξαν βενζίνη και τον έκαψαν ζωντανό. 
Ο πάντα ευαισθητοποιημένος Γιάννης Ρίτσος έγραψε τον «Αποχαιρετισμό» δυο μόλις μέρες μετά τη θυσία του Γρηγόρη Αυξεντίου, που συντελέστηκε στις 3 Μαρτίου 1957 και που προκάλεσε το θαυμασμό της παγκόσμιας κοινής γνώμης. Στο ποίημα ο ήρωας αποχαιρετά τον κόσμο, τη ζωή, τον τόπο του. Μόνος με την ιστορία, προσπαθεί να αντιμετωπίσει το θάνατο που με βεβαιότητα έρχεται. Με πολλή ηρεμία κι αυτοκυριαρχία σκέφτεται στιγμές και σκηνές της ζωής του καθημερινές, απλές αλλά και φιλοσοφεί σε μεγάλα θέματα. Σκέφτεται το πέρασμα απ’ τη ζωή στο θάνατο και συγκρίνει τις ευθύνες του με τη γοητεία της ειρηνικής ζωής.
Ο Νεοκλής Νεοκλέους, με σπουδές στην Κρατική Σχολή Κινηματογράφου και Θεάτρου στη Μόσχα, έχει συνεργαστεί με το «Σατιρικό Θέατρο», 
την ΕΘΑΛ κι, επί σειρά ετών, με τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου πρωταγωνιστώντας σε περισσότερες από 100 παραστάσεις του κλασικού και του σύγχρονου ρεπερτορίου κι έχει βραβευτεί με το Βραβείο Καλύτερου Άνδρα Ηθοποιού για τη διετία 2003-2005 στα Βραβεία Θεάτρου του ΘΟΚ. Έχει κάνει κινηματογράφο, τηλεόραση κι έχει σκηνοθετήσει θεατρικά έργα και μουσικοχορευτικές παραστάσεις καθώς και την εναρκτήρια τελετή του «Πάφος, Πολιτιστική Πρωτεύουσα 2017» ενώ διδάσκει Υποκριτική κι Αυτοσχεδιασμό.
Η παράσταση ήταν παραγγελία του Συνδέσμου Αγωνιστών ΕΟΚΑ 1955-1959 και πρωτοπαίχτηκε τη σεζόν 2015/2016 στο θέατρο του ΘΟΚ στην Λευκωσία.
Ο «Αποχαιρετισμός» πρωτοπαρουσιάστηκε -η μόνη, αν δεν κάνω λάθος, φορά- στην ελληνική σκηνή τη σεζόν 1974/1975, στο τότε θέατρο «Κάβα», απ’ τον «Θίασο Ρεπερτορίου» του Νίκου Χατζίσκου και της Τιτίκας Νικηφοράκη, ενταγμένος σ’ ένα «Πρόγραμμα Ρίτσου» -η πρώτη, αν δε λαθεύω, σκηνική παρουσίαση του Γιάννη Ρίτσου στην Ελλάδα- που περιλάμβανε, επίσης, την «Σονάτα του σεληνόφωτος» και την «Ελένη», που τα ερμήνευε η Τιτίκα Νικηφοράκη. Η σκηνοθεσία ήταν του Νίκου Χατζίσκου ο οποίος ήταν κι ο ερμηνευτής στον «Αποχαιρετισμό» και τα σκηνικά και τα κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη. Η παράσταση, σύμφωνα με πληροφορίες του σκηνοθέτη και θεατρολόγου Ηλία Μαλανδρή, μαγνητοσκοπήθηκε απ’ την ΕΡΤ αλλά σώζεται μόνον η «Ελένη» -μια εμβληματική ερμηνεία απ’ την Τιτίκα Νικηφοράκη- ενώ απ’ τον «Αποχαιρετισμό» μόνον ο ήχος.



Δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο το έργο για δυο της Μαρί Τζόουνς -ένα παιχνίδι. Το ’χα ήδη διαπιστώσει όταν το «Πέτρες στις τσέπες του» είχε πρωτοανεβεί στην Ελλάδα στο «Ιλίσια / Βολανάκης» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λιγνάδη, με τον ίδιο και τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη. Τη σεζόν 2002/2003. Δεκαπέντε χρόνια μετά, στο «Κιβωτός», όπου μεταφέρθηκε φέτος, λόγω μεγάλης επιτυχίας, απ’ το «Θέατρο του Νέου Κόσμου» που τη στέγασε πέρσι -παραγωγή του-, η καινούργια παράσταση του έργου, σιγούρεψα τη γνώμη μου: ότι το έργο τίποτα δε λέει αλλά δίνει στους δυο πρωταγωνιστές τη δυνατότητα να επιδείξουν τη δεξιοτεχνία τους καθώς επωμίζονται πλήθος ρόλων ο καθένας, περνώντας απ’ τον ένα στον άλλο αστραπιαία, χωρίς αλλαγές κοστουμιών. Κι ο 


Γιώργος Χρυσοστόμου κι ο Μάκης Παπαδημητρίου, αυτοσκηνοθετημένοι, κάνουν, υπερταλαντούχοι κι οι δυο τους, ακριβώς ένα ρεσιτάλ δεξιοτεχνίας. Το ότι, επιπλέον, διαθέτουν πλούσια αποθέματα χιούμορ κι ότι το χαίρονται αυτό που κάνουν και το δείχνουν ότι το χαίρονται κάνει το αποτέλεσμα ευφρόσυνο.



Αυτές οι δηλώσεις Καμμένου από ’δω -«τι σας κάναμε, μάνα μου, το 1821…», «σας την ανεβάσαμε τη σημαία στη βραχονησίδα»-, Γιλντιρίμ/Ερντογάν/Μπαχτσελί και λοιπών αυλικών από ’κει -«τι σας κάναμε, μάνα μου, το 1922…», και «σας την κατεβάσαμε τη σημαία»-, και «όχι, δεν μας την κατεβάσατε», και «ναι, σας την κατεβάσαμε», πώς, μα πώς μου θύμισαν εκείνα τα παλιά με τον 
Πίτερ Σέλερς «Το ποντίκι που βρυχάται» και «SOS Πεντάγωνο καλεί Μόσχα»… Σπαρταριστές οι -εκατέρωθεν- βλακώδεις ατάκες. Πολύ γέλασα και γελάω. Από καρδιάς. Μόνο, γέλιο στο γέλιο, δηλώσεις στις δηλώσεις, μήπως η κωμωδία καταλήξει σε καμιά τραγωδία… Η βλακεία κι η δημαγωγία κι η σπέκουλα καλοί σύμβουλοι δεν είναι.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…

April 15, 2018

Tip: «Ορφέας και Ευρυδίκη»


Όλα άσπρα κι ένας Έρωτας άχρι θανάτου


Ο Ορφέας της Μουσικής, η Ευρυδίκη, ο έρωτάς τους, ο θάνατός της, η ες Άδου κάθοδός του για να τη φέρει πίσω, η Περσεφόνη που πείθει τον Πλούτωνα να επιτρέψει στην Ευρυδίκη να τον ακολουθήσει, ο όρος που θέτει ο Πλούτωνας να μη στραφεί ο Ορφέας να την κοιτάξει μέχρι να δουν το φως του Πάνω Κόσμου ειδεμή θα τη χάσει οριστικά, η αδυναμία του ερωτευμένου Ορφέα να τον εκπληρώσει καθώς δεν αντέχει να μη γυρίσει, η οριστική 

απώλεια της αγαπημένης του, η απελπισία και η μελαγχολία που διαποτίζουν πια τη μουσική του, οι Μαινάδες που δεν την αντέχουν και που τον διαμελίζουν σαν τον Πενθέα… Για το διαμαντάκι «Ορφέας και Ευρυδίκη» που παρουσιάζεται στο «Δώμα» του «Θεάτρου του Νέου Κόσμου» ο Δημήτρης Μπογδάνος συνέθεσε ένα κείμενο-πάτσγουερκ και μία παράσταση από αποσπάσματα
διαφόρων μορφών λόγου και τέχνης που εμπνεύστηκαν από τον αρχαιοελληνικό μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης -από Όμηρο, Οβίδιο, Πλάτωνα και Δάντη μέχρι Μοντεβέρντι, Σολωμό και Ρίλκε, μέχρι Ροντέν, Σάρα Ρουλ και Νικ Κέιβ. Το κείμενο μπορεί να έχει κάποιες δραματουργικές αδυναμίες αλλά είναι εξαιρετικά συναρμολογημένο, σε γλώσσα λαγαρή ελληνική και η παράσταση για δύο, που ανασαίνει έξοχα στους ρυθμούς του, το δικαιώνει και το αναδεικνύει. Το «Ορφέας και Ευρυδίκη» του Δημήτρη Μπογδάνου το διατρέχει μία πρωτογενής αθωότητα: από την πρωτόπλαστη γύμνια των δύο παιδιών στην έναρξη, από το απόλυτο λευκό που είναι βουτηγμένη η παράσταση μέχρι τις «κοινότοπες» αλλά καίρια επιλεγμένες μουσικές που τη 
διαπερνούν, μέχρι τον τρόπο που η χαρά και η λύπη τη διαποτίζουν, μέχρι αυτή την sancta simplicitas -τη θεϊκή απλότητα- που είναι το βασικό γνώρισμά της, μέχρι το χιούμορ της, μέχρι τις μικρές Παραβάσεις της και το κλείσιμο του ματιού προς το θεατή. Επιπλέον δίνει ένα δείγμα πώς και χωρίς μέσα η αισθητική μπορεί να καταφέρει να είναι υψηλή. Τα σκηνικά και τα κοστούμια -αυτά τα υπέροχα, λευκά πάντα, μεταξωτά «μισά» κοστούμια που ενδύονται και απεκδύονται οι ηθοποιοί- της Λυδίας Κοντογιώργη την υποστηρίζουν αποφασιστικά. Τα τεντωμένα λευκά, φαρδιά, ευλύγιστα ελάσματα του σκηνικού, τα στερεωμένα, κατά μήκος της σκηνής, από την οροφή μέχρι κάτω, σε μικρά παρτέρια γεμάτα χοντρό χαλίκι, τα έχω ξαναδεί. Αλλά η χρήση τους από τη σκηνοθεσία είναι τουλάχιστον ευφυής -τα μπλεξίματά

των ελασμάτων από τους δύο ηθοποιούς, οι μετακινήσεις των παρτεριών, οι απότομες ανατροπές τους, με τα χαλίκια να χύνονται 


στο δάπεδο με θόρυβο υπογραμμίζοντας τις σκηνές έντασης και τρόμου… Οι έξοχοι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη και η κινησιολογία του Κωνσταντίνου Κουνέλλα στα συν. Βέβαια το αποτέλεσμα δεν θα ήταν το ίδιο χωρίς τους δύο ηθοποιούς. Εξαιρετικά επιτυχημένη η επιλογή τους. Ο Μάρκος Παπαδοκωνσταντάκης και η Ευθαλία Παπακώστα φέρουν τις ζητούμενες από την παράσταση φρεσκάδα και αθωότητα. Αλλά και είναι 

ικανότατοι -ειδικά ο Παπαδοκωνσταντάκης, που ο ρόλος του έχει μεγαλύτερες απαιτήσεις, διαθέτει μεγάλη δύναμη και κάποιες στιγμές γίνεται συγκλονιστικός. Δείτε οπωσδήποτε αυτή την παράσταση: ένα εύφορο, καθαρτήριο λουτρό (Φωτογραφίες: Δομνίκη Μητροπούλου).

ΥΓ. Είναι η δεύτερη παράσταση του Δημήτρη Μπογδάνου που είχα τη χαρά να δω φέτος. Στην αρχή της σεζόν είδα -και δυστυχώς δεν είχα προλάβει να γράψω έγκαιρα-, στο Δημοτικό Θέατρο του 


Πειραιά όπου επαναλαμβανόταν, το «Mon Petit Prince», μία προσωπική ανάγνωσή του, όχι για παιδιά, του «Μικρού πρίγκιπα» του Αντουάν ντε Σεντ-Εξιπερί, σε δραματουργική επεξεργασία με συνεργάτη τον Βασίλη Μαυρογεωργίου: μία τεκμηριωμένα μοντέρνα ανάγνωση -η καλύτερη του έργου που έχω δει στο θέατρο-, μία, ουσιαστικά, χορογραφία (κινησιολογία της Έλενας Γεροδήμου), με εξαιρετικές στην απλότητά τους σκηνογραφικές και ενδυματολογικές λύσεις του Πάρι Μέξη -μαγευτική αισθητικά-, 

με την Λένα Παπαληγούρα, ιδεώδη Μικρό πρίγκιπα, τον Γιωργή Τσαμπουράκη, τον ίδιο τον Βασίλη Μαυρογεωργίου, τον Λευτέρη Βασιλάκη, την Λήδα Καπνά, τον Θάνο Λέκκα, την Ειρήνη Μακρή, την Υβόννη Τζάθα άριστα συντονισμένους, τον ένα καλύτερο από τον άλλο. Μετά τις δύο εμπειρίες ακράδαντα πιστεύω ότι ο Δημήτρης Μπογδάνος έχει μία φρέσκια, μοντέρνα σκηνοθετική ματιά αλλά διαθέτει και γούστο και μέτρο. Και ότι πολλά μπορούμε να περιμένουμε από αυτόν τον νέο σκηνοθέτη -εφόσον δεν χάσει το μέτρο (Φωτογραφία: Γιάννης Ζάχος).

April 12, 2018

Tip: «Ο μαγικός αυλός»


Όταν η φαντασία οργιάζει 


Η Βασίλισσα της νύχτας πείθει τον πρίγκιπα Ταμίνο, τον οποίο σώζουν από ένα τεράστιο φίδι που τον απειλεί τρεις Κυρίες, ακόλουθοί της, να ελευθερώσει την κόρη της, την Παμίνα που την κρατάει αιχμάλωτη ο αρχιερέας Ζαράστρο, υποτίθεται δαίμονας. Ο Ταμίνο ερωτεύεται την Παμίνα από το πορτρέτο της που του δείχνουν και δέχεται. Η Βασίλισσα του χαρίζει έναν μαγικό αυλό 
για να τον χρησιμοποιήσει σε δύσκολες περιστάσεις και ορίζει τον επιπόλαιο, ψευταράκο αλλά γήινο, ανθρώπινο Παπαγκένο, που κυνηγάει πουλιά για χάρη της, συνοδό του. Τα πράγματα, όμως, δεν είναι όπως δείχνουν… Η αδελφότητα του Ζαράστρο καμία σχέση δεν έχει με τους ισχυρισμούς της Βασίλισσας. Διαθέτει υψηλά ιδανικά. Όταν ο Ταμίνο το πληροφορείται, επιδιώκει να 

ενταχθεί σ’ αυτήν. Αλλά θα πρέπει να περάσει από σκληρές δοκιμασίες. Αν τις ξεπεράσει θα σμίξει και με την Παμίνα. Τις ξεπερνάει. Οι δύο τους γίνονται με τιμές δεκτοί ενώ ο Παπαγκένο,
που δεν κρίνεται άξιος για τα υψηλά, παρηγοριέται με μία Παπαγκένα που την αναζητούσε ανέκαθεν. Οι κακοί -η Βασίλισσα της Νύχτας που είχε ζητήσει από την κόρη της να σκοτώσει τον Ζαράστρο, με τους ανθρώπους της και τον Μονόσταστο, τον Μαυριτανό που ο Ζαράστρο είχε ορίσει δεσμοφύλακα της Παμίνα αλλά εκείνος αποπειράθηκε να τη βιάσει- χάνονται στο σκοτάδι. Ένα έργο με

κρυμμένα μυστικά: «Ο μαγικός αυλός». Τελευταία όπερα που παίχτηκε στη σκηνή (1791) του Βόλφγκανγκ Αμαντέ Μότσαρτ, σε λιμπρέτο του Εμάνουελ Σίκανέντερ. Ένα μαγικό παραμύθι που πολλές εκδοχές έχουν διατυπωθεί για τους συμβολισμούς του με
επικρατούσα της μουσικής αλληγορίας η οποία αποκαλύπτει τις αξίες αλλά και το τελετουργικό μύησης στον ελευθεροτεκτονισμό στον οποίο ήταν ήδη μυημένοι τόσο ο Μότσαρτ όσο και ο Σίκανέντερ. Πέραν, πάντως, των συμβολισμών «Ο μαγικός αυλός», από τους τελευταίους καρπούς του Διαφωτισμού, γραμμένος στον απόηχο της πρόσφατης Γαλικής Επανάστασης -«μεγάλη όπερα» τον χαρακτηρίζει ο συνθέτης του, «ζίνγκσπιλ» οι μουσικολόγοι, 

όρο που δημιουργήθηκε για να χαρακτηρίσει τις γραμμένες στη γερμανική πια γλώσσα όπερες οι οποίες συνδύαζαν το τραγούδι με εκτεταμένους διαλόγους, συνοδευόμενους ή και όχι από μουσική-, ένα ιδιότυπο αλλά μεγαλοφυές κράμα που απλώνεται από το μπαρόκ του παρελθόντος μέχρι απλούστερα τραγούδια συμβατά με
την εποχή του, καθώς απευθυνόταν σε λαϊκό κοινό, δεν παύει, πάνω απ’ όλα, να αποτελεί ένα γοητευτικό παραμύθι. Αυτό το στοιχείο βασικά όπλισε τη φαντασία της ομάδας «1927» -ήτοι των Βρετανών Σουζάν Αντράντε και Πολ Μπάριτ- και του Αυστραλού Μπάρι Κόσκι με αποτέλεσμα μία οργιαστική παράσταση (τη σκηνοθεσία συνυπογράφουν η Σουζάν Αντράντε και ο Μπάρι Κόσκι), εμπνευσμένη από τον βουβό κινηματογράφο του Μεσοπολέμου 

-αλλά και από το γερμανικό καμπαρέ και το μιούζικ χολ και το κίνημα του σουρεαλισμού-, βουτηγμένη στη μαγεία των κινούμενων σχεδίων (δημιουργία του Πολ Μπάριτ) τα οποία αντλούν τόσο από πηγές του 18ου αιώνα του έργου αλλά και άλλων εποχών όσο και από σύγχρονες και -ένα επίτευγμα!- συμπορεύονται με τη δράση του έργου στους ρυθμούς της μουσικής: ένα κράμα ανομοιογενές, όπως και το έργο, που 

καταφέρνει να το αποδώσει θαυμαστά και να το εκφράσει απόλυτα. Η παράσταση -παραγωγή (2012) της «Κόμισε Όπερ» του Βερολίνου, σε αναβίωση, με καλλιτέχνες από το δυναμικό της Λυρικής Σκηνής μας, στην Κεντρική Σκηνή «Σταύρος Νιάρχος» της οποίας και παρουσιάζεται, στο ΚΠΙΣΝ, του Τομπίας Ριμπίτσκι-, με δραματουργό τον Ούλριχ Λεντς, με συμπτυγμένους τους διαλόγους του Σίκανέντερ σε μεσότιτλους τύπου βουβής ταινίας, με υπέροχα σκηνικά και, κυρίως, κοστούμια, της Έστερ 


Μπιαλάς και καίριους φωτισμούς του Ελευθέριου Μπάνου, δίνει καινούργια πνοή στην όπερα του Μότσαρτ -μία φρεσκάδα, μία ελαφράδα, μία μαγεία που δικαιωματικά της ανήκουν. Αν θα είχα να την ψέξω για κάτι θα ήταν ότι περιορίζει τους καλλιτέχνες για ερμηνείες, ακινητοποιώντας τους ή υπαγορεύοντας την κίνησή τους με το υποδεκάμετρο ώστε να συνταιριαστούν με τα κινούμενα σχέδια. Επομένως αυτό μεγαλώνει τις απαιτήσεις, ρίχνει περισσότερο βάρος στη φωνητική απόδοσή τους. Η Ζωή Τσόκανου οδήγησε, στην πρεμιέρα που παρακολούθησα, σωστά την Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και ο Αγαθάγγελος Γεωργακάτος τη Χορωδία της. Η διανομή, σε γενικές γραμμές, κατάφερε αυτό ακριβώς το δύσκολο που ζητούσε η σκηνοθεσία: να την υπηρετήσει άψογα με έμφαση στο φωνητικό μέρος. Ο μπάσος Πέτρος Μαγουλάς-Ζαράστρο, ο μετακλημένος ελβετός τενόρος Σάσα Εμάνουελ Κράμερ-Ταμίνο, η σοπράνο Μαρία Παλάσκα-Παμίνα με άρωμα Λουίζ Μπρουκς,
ο βαρύτονος Τίμος Σιρλαντζής-Παπαγκένο α λα Μπάστερ Κίτον, ο τενόρος Χρήστος Κεχρής-Μονόστατος, όχι Μαυριτανός αλλά με όψη Νοσφεράτου, το απολαυστικό, φωνητικά και οπτικά με τις «αναλογίες» του, τρίο των Κυριών -οι σοπράνο Μίνα Πολυχρόνου και Αντωνία Καλογήρου και η μέτσο Μαργαρίτα Συγγενιώτου-, η σοπράνο Δήμητρα Κωτίδου-Παπαγκένα και οι υπόλοιποι δίνουν το καλύτερο. Η εξαίρετη σοπράνο Χριστίνα Πουλίτση, αν και όχι στην καλύτερή της στιγμή, έβγαλε πέρα τις φωνητικές ακροβασίες της Βασίλισσας της Νύχτας με επάρκεια. Μία παράσταση οργιώδους φαντασίας, εξαιρετικά συντονισμένη, εύφορη, γοητευτική -χάρμα οφθαλμών!-, με χιούμορ που 

περισσεύει, παιχνιδιάρικη (εκείνη η γάτα που ακολουθεί τον Παπαγκένο...). Θα σας είναι, σίγουρα, μία ευχάριστη έκπληξη. Να τη δείτε! Εγώ πολύ θα ήθελα να την ξαναδώ (Φωτογραφίες: Δημήτρης Σακαλάκης).

April 9, 2018

Λαζαρίδης ο Μέγας ή Θεατρόφιλου αγώνας άγονος… ή ΥΠΕΞ του Παραλόγου


Το Τέταρτο Κουδούνι / 9 Απριλίου 2018 
Οι sold out αναρτήσεις μας συνεχίζουν και μετά το Πάσχα



Ήταν, μια φορά κι έναν καιρό, ένας σκηνογράφος/ενδυματολόγος Σημαντικός: ο Στέφανος Λαζαρίδης. Είχε γεννηθεί, είχε μεγαλώσει, είχε σπουδάσει, είχε ζήσει κι είχε κάνει καριέρα στο εξωτερικό -ομογενής. Δεν είχε ζήσει στην Ελλάδα. Κι όμως ήταν Έλληνας. Περισσότερο από άλλους γηγενείς. 

Σπουδαίος καλλιτέχνης. Είχα την τύχη να γνωρίσω έμμεσα τη δουλειά του στην αρχή της δεκαετίας του ’70, μέσα από μια έκθεση που οργάνωσε η γκαλερί «Δεσμός» -Έπη Πρωτονοταρίου και Μάνος Παυλίδης-, με μακέτες σκηνικών και κοστουμιών τριών σκηνογράφων / ενδυματολόγων που διέπρεπαν στην Μεγάλη Βρετανία, κυρίως στην όπερα και στο χορό: του άλλου σπουδαίου Έλληνα, του Νίκου Γεωργιάδη, μέντορά του, του Στέφανου Λαζαρίδη και του Αυστραλού Μπάρι Κέι. Είχα την τύχη να του κάνω δυο συνεντεύξεις: όταν ήρθε στην Ελλάδα για να σκηνοθετήσει / σκηνογραφήσει / ντύσει -ήταν απ’ τις πρώτες 
απόπειρές του στη σκηνοθεσία κι ίσως η πρώτη στην πρόζα-, στο «Αμόρε» του Γιάννη Χουβαρδά, την «Αρχή της ζωής» του Δημήτρη Δημητριάδη -η μόνη δουλειά που ’κανε στην Ελλάδα αλλά κι όταν ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση της Λυρικής.
Ήταν απαιτητικός, λειτουργούσε με διαφορετική απ’ την ελληνική, και μάλιστα της Λυρικής…, νοοτροπία και ξεσήκωσε,
στον μικρόκοσμό της, θύελλες. Τελικά, γρήγορα, μετά από δεκαοκτώ μήνες, τον έπαψαν και τον απέπεμψαν εν μέσω ύβρεων, συκοφαντιών και χυδαίας ανωνυμογραφίας -απ’ τις μελανότερες σελίδες στην ιστορία της Λυρικής, για τις οποίες κάποιοι θα ’πρεπε να ντρέπονται. Ο Στέφανος Λαζαρίδης γύρισε στο Λονδίνο όπου τον χτύπησε -κι είμαστε πολλοί που πιστεύουμε ότι υπεύθυνη ήταν η τοξικότητα την οποία εισέπνευσε στην Λυρική…- ο καρκίνος που τον πήρε το 2010, στα 68 του μόλις χρόνια.

Η Λυρική -του Γιώργου Κουμεντάκη πια- σα να προσπαθεί να εξιλεωθεί -να αποπλύνει την αμαρτία της αυτή. Και, στο πλαίσιο ενός αφιερώματος στον Λαζαρίδη, το οποίο περιλάμβανε και τις επαναλήψεις της «Μποέμ» και της «Τόσκα» που είχαν πρωτοπαρουσιαστεί επί διεύθυνσής του, του ’χει οργανώσει στο 
ΚΠΙΣΝ, στο πλαϊνό στην Λυρική κτίριο της Εθνικής Βιβλιοθήκης, σε συνεργασία με το ΜΙΕΤΕ -Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης-, το ΚΠΙΣΝ και την Βιβλιοθήκη, μια έκθεση. Με τον καίριο τίτλο «Στέφανος Λαζαρίδης. Κυνικός ρομαντικός» -γιατί ο Λαζαρίδης δεν ήταν μόνο καλλιτέχνης σπουδαίος αλλά και άνθρωπος τόσο ρομαντικός όσο και δύσκολος -κυνικός. Μια 
μεγάλη έκθεση. Μια εξαιρετική έκθεση. Όπου απλώνεται, με ιδιαίτερα καλλιτεχνικό τρόπο, σε περίπτερα-κύβους και στους τοίχους ένα μέρος της μνημειώδους δουλειάς του -αν δε δείτε, δεν μπορείτε να φανταστείτε τι έχει φτιάξει.
Σίγουρα δεν υπήρχε καταλληλότερος για να την οργανώσει -έρευνα και επιμέλεια- απ’ τον εικαστικό Αντώνη Βολανάκη,        που μαθήτευσε κοντά στον Στέφανο Λαζαρίδη και υπήρξε βοηθός του, ενώ σύμβουλος αρχείου ήταν και τον συντονισμό των φορέων είχε ένας επίσης κοντινός, πολύ κοντινός άνθρωπος του Στέφανου Λαζαρίδη, που του στάθηκε μέχρι τις τελευταίες του στιγμές, η Ορσία Σοφρά.
Μη χάσετε την έκθεση αυτή! Που ’χει μεγάλη επιτυχία και παρατάθηκε μέχρι τις 31 Μαΐου -η είσοδος ελεύθερη. Είναι συναρπαστικά -και με αγάπη- στημένη. Είναι γοητευτική. Είναι αποκαλυπτική! Κι αποκτήστε το λεύκωμα που εκδόθηκε απ’ το ΜΙΕΤΕ. Επίσης με γενική επιμέλεια, έρευνα και τεκμηρίωση Αντώνη Βολανάκη και σύμβουλο έκδοσης την Ορσία Σοφρά και με καλλιτεχνική επιμέλεια Βάσως Αβραμοπούλου -έχουν κάνει μαζί με τους συνεργάτες τους πρώτης τάξεως δουλειά.

Ένα μνημόσυνο -και μια αίτηση συγγνώμης;- στον Στέφανο Λαζαρίδη. Όπως του άξιζε. Από έναν οργανισμό που δεν του άξιζε. (Φωτογραφίες: 1 Νίκος Κοκκαλιάς, 3,5,6,7,9 Δημήτρης Σακαλάκης).




Έκπληκτος διάβασα στο τεύχος 86 του περιοδικού «Book’s Journal», την «Παρέμβαση» του καθηγητή Αρχαίου Θεάτρου στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών και μεταφραστή αρχαίων ελληνικών κειμένων Θ. Κ. Στεφανόπουλου, με τον τίτλο «Φεστιβάλ Επιδαύρου ή Φεστιβάλ Γιώργου Μπλάνα;». Ο κ. Στεφανόπουλος στρέφεται με σφοδρότητα κατά του ποιητή και επίσης μεταφραστή αρχαίων 

ελληνικών δραμάτων Γιώργου Μπλάνα, μ αφορμή τις τέσσερις μεταφράσεις του που επελέγησαν από τέσσερις σκηνοθέτες για να παιχτούν σε τέσσερις παραστάσεις στο φετινό Φεστιβάλ Επιδαύρου -στο θέατρο του Ασκληπιείου και στο Μικρό της Αρχαίας Επιδαύρου.
Φυσικά και δεν έχω τα φιλολογικά εφόδια -από πού κι ως πού…- να κρίνω τα παραδείγματα που φέρει ο διακεκριμένος φιλόλογος -συγκρίνοντας, μάλιστα, απ όσο διάβασα, στίχους της τυπωμένης «Ηλέκτρας» του Σοφοκλή σε μετάφραση Μπλάνα (που τη χαρακτηρίζει «φερόμενη ως μετάφραση», «ψευδεπίγραφη» και την οποία «κατάφερε απλώς να φυλλομετρήσει» και «δεν δεσμεύεται ότι μελλοντικά θα αντέξει να τη διατρέξει αναγνωστικά ολόκληρη») με τα αντίστοιχα αποσπάσματα δικής του μετάφρασης, μετά βδελυγμίας -και με εμπάθεια όπως διαπίστωσα-απορρίπτοντάς τους. Μόνον οι ειδικοί μπορούν να κρίνουν τα επιχειρήματά του.
Εγώ, απλώς, που είδα -κι άκουσα ζωντανά…- και τις πέντε παραστάσεις αρχαίου δράματος που ’χουν παιχτεί απ’ το 2011 σε μετάφραση Γιώργου Μπλάνα («Ηρακλής μαινόμενος» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού, «Φιλοκτήτης» του Σοφοκλή και «Προμηθέας δεσμώτης» του Αισχύλου με σκηνοθέτη τον Κώστα Φιλίππογλου, «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου σε
σκηνοθεσία Τσέζαρις Γκραουζίνις, «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» του Ευριπίδη με συν-σκηνοθέτες τον Αιμίλιο Χειλάκη και τον Μανώλη Δούνια) θέλω, ως θεατής, να καταθέσω πως πιστεύω ότι είναι ό,τι μεταφραστικά καλύτερο άκουσα στο αρχαίο θέατρο τα τελευταία χρόνια.
Η έκπληξή μου, πάντως, ήταν ακόμα μεγαλύτερη όταν στον πρόλογο του κειμένου είδα να εγκαλείται ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος (φωτογραφία: Δημήτρης Τσίτσος) για «ολίγον σκανδαλώδη επιλογή» καλούμενος «να δώσει απάντηση». «Με αφορμή», διαβάζω, «διαξιφισμό του με γνωστό σκηνοθέτη και ηθοποιό, πρόταση του οποίου για συμμετοχή στο Φεστιβάλ είχε εγκριθεί για την προηγούμενη σαιζόν, όχι όμως και για την τρέχουσα, δήλωσε επικαλούμενος την ‘πρόσκληση ενδιαφέροντος’ ότι ‘δεν γίνονται δεκτές προτάσεις από σκηνοθέτες που συμμετείχαν στο Φεστιβάλ την προηγούμενη χρονιά’, με άλλα λόγια ότι δεν εγκρίνονται προτάσεις του ίδιου σκηνοθέτη δύο διαδοχικές χρονιές. Αν οι έχοντες την ευθύνη του Φεστιβάλ ακολούθησαν αυτή την αρχή για τους σκηνοθέτες, αναρωτιέται κανείς γιατί δεν ακολούθησαν ανάλογη τακτική και για τους μεταφραστές […]».
Επί του προκειμένου, δυο πράγματα να σημειώσω. Πρώτον: Βιάστηκε ο κ. καθηγητής, ο υπογράφων το κείμενο, δεν ενημερώθηκε κι έχει βρεθεί σε σύγχυση: η πρόταση Γιώργου Κιμούλη για «Βατράχους» του Αριστοφάνη, την οποία υπονοεί, έγινε φέτος, πέρσι δεν υπήρχε καμιά πρότασή του. Πέρσι υπήρξε πρόταση του Κώστα Φιλίππογλου για την ίδια κωμωδία του Αριστοφάνη, η οποία δεν υλοποιήθηκε για σοβαρούς λόγους, οπότε και επανεγκρίθηκε φέτος, όπως ήταν δίκαιο, ως προηγούμενη, ενώ απορρίφθηκε η πρόταση Κιμούλη που αφορούσε επίσης «Βάτραχους». Άρα το επιχείρημα «δεν γίνονται δεκτές προτάσεις από σκηνοθέτες που συμμετείχαν στο Φεστιβάλ την προηγούμενη χρονιά», αν και ισχύει, εδώ καμιά σχέση δεν έχει.
Δεύτερον: ΠΟΙΟΣ είπε ότι, για τους συντελεστές -άρα και τους μεταφραστές- των παραστάσεων του Φεστιβάλ, λόγο έχει ο καλλιτεχνικός διευθυντής του; Που θα ξεσηκωνόμασταν σύσσωμοι αν ακουγόταν κάτι τέτοιο. Δηλαδή, αν οι σκηνοθέτες θέλουν κάθε χρόνο, επί δέκα χρόνια, πρωταγωνίστρια σε κάποια παράσταση την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη ή την Αμαλία Μουτούση, ποιος καλλιτεχνικός διευθυντής θα δικαιούταν να τους πει όχι; Επί δεκαετίες που παίζονταν, κάθε χρόνο, τρεις και τέσσερις -μπορεί και περισσότερες- μεταφράσεις του Κ.Χ. Μύρη στην Επίδαυρο, διαμαρτυρήθηκε ο κ. καθηγητής; Δε θυμάμαι κάτι τέτοιο.
Το θέμα, βέβαια, για μένα είναι πιο ουσιαστικό: αν οι μεταφράσεις του Γιώργου Μπλάνα επιλέγονται επειδή έχει πείσει για την αξία του κι όχι γιατί είναι διαπλεκόμενος… Ξέρουμε καλά πως δεν είναι.




Ο Θωμάς Μοσχόπουλος είναι σε μεγάλη φόρμα τα τελευταία χρόνια: η μια κατόπιν της άλλης οι καλές παραστάσεις του. Μετά την έξοχη «Δίκη του Κ.», πάνω στην «Δίκη» του Κάφκα, που επαναλήφθηκε στο «Πόρτα» -και κακό δικό σας αν δεν την είδατε-, φέτος έκανε μια ακόμα πιο δύσκολη επιλογή: ν’ ανεβάσει στο θέατρο της Ξένιας Καλογεροπούλου τον «Καντίντ», το 

φιλοσοφικό, αγρίως σατιρικό μυθιστόρημα του Βολτέρου. Πώς να γίνει θέατρο ο «Καντίντ»; Κι όμως! Έκανε, καταρχάς, ο Θωμάς Μοσχόπουλος μια ευφυή, αριστοτεχνική, με χιούμορ -ατάκες οσκαρουαλντικές έως και ορτονικές-, εύφορη διασκευή και, πάνω σ’ αυτή, έστησε την παράστασή του. Που την απόλαυσα στο πρώτο μέρος της. Στο δεύτερο, στο κομμάτι του «Ελντοράντο», νομίζω ότι ο σκηνοθέτης παγιδεύτηκε σ’ ευκολίες, με τα ξεβρακώματα κλπ, αλλά σύντομα ανακτούσε τον έλεγχο αφήνοντας τις καλύτερες εντυπώσεις με το «ανοιχτό» φινάλε.
Ξεχώρισα -δεν είναι κι εύκολο, μ’ ένα έντυπο πρόγραμμα όπου υπάρχουν τα ονόματα των ηθοποιών αλλά όχι κι η διανομή (τείνει να καθιερωθεί αυτή η πολύ κακή συνήθεια σε πολλά θέατρα…), την Ελένη Βλάχου -η αυτοεπιλεγόμενη Μαρκησία ντε Παρολινιάκ- και, κυρίως, στον επώνυμο ρόλο, κάτι μεταξύ Μπάστερ Κίτον και 

Σταν Λόρελ/Λιγνού, τον Μιχάλη Συριόπουλο -ο Κ. και στην «Δίκη του Κ.». Ο νέος αυτός, εύπλαστος ηθοποιός προσφέρει γι άλλη μια φορά τα εχέγγυα για ένα λαμπρό μέλλον -θυμηθείτε με, θα διαπρέψει: υπέροχος! Ο Καντίντ του δεν είναι μόνο ένας έξοχος αφελής, απλοϊκός αγαθούλης. Αλλά περνάει υπαινικτικά, με δεξιοτεχνικό, αξιοθαύμαστο τρόπο, χωρίς να το κραυγάζει, το δεύτερο, (επι)κριτικό προς την κοινωνία του, που καθόλου δε διαφέρει απ’ τη δικιά μας…, όπως η σκηνοθεσία υπογραμμίζει, επίπεδο.
Να επισημάνω, πάντως, πως η φτώχια, η -ναι, γνωρίζω, αλλά…- οικονομικής αφετηρίας, μιζέρια στα κοστούμια της (εγνωσμένου εξαιρετικού γούστου) Κλαιρ Μπρέισγουελ, ειδικά στο δεύτερο μέρος, δεν κρύβεται. Και μειώνει το συνολικό παραστασιακό αποτέλεσμα (Φωτογραφίες: Πάτροκλος Σκαφίδας).



Στο αμφιθέατρο του υπουργείου Εξωτερικών, που φέρει, μάλιστα, τ’ όνομα «Γιάννος Κρανιδιώτης», παρουσιάστηκε, πριν από λίγες μέρες, απ’ τον υπουργό Εξωτερικών Νίκο Κοτζιά, τον επικεφαλής του «Ποταμιού» Σταύρο Θεοδωράκη και τον βουλευτή, πρώην πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ και υπουργό Βαγγέλη Βενιζέλο, το βιβλίο «Το Μακεδονικό» του Νικολάου Μέρτζου. Του Νικολάου Μέρτζου, προδιδακτορικά μέλους της διαβόητης ΕΚΟΦ, πρώην μέλους, κατόπιν γραμματέα και στη συνέχεια Β΄ αντιπροέδρου της Συμβουλευτικής Επιτροπής της Χούντας, ρέπλικας  Βουλής  που 
δημιούργησε ο Γεώργιος Παπαδόπουλος ο οποίος και τον διόρισε και στις δυο συνεχόμενες περιόδους της! Εκδότη της… γνωστών φρονημάτων εφημερίδας «Ελληνικός Βορράς» και εκ των πρωτεργατών, το 1992, του διαβόητου, καταστροφικού συλλαλητηρίου για το «Μακεδονικό» -τότε δεν το αποκαλούσαν ακόμα «Σκοπιανό»…- στην Θεσσαλονίκη.
Ο Νικόλαος Μέρτζος, ήδη, τον Μάιο του 2017 είχε ανακοινωθεί ότι θα τιμηθεί κι απ’ τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλο με τον Ανώτερο Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικος, ανακοίνωση που προκάλεσε σάλο κι ο Σύλλογος Φυλακισθέντων Εξορισθέντων Αντιστασιακών 1967-1974, η παράταξη «Θεσσαλονίκη-Ανοιχτή Πόλη» του Δήμου Θεσσαλονίκης κι η οργάνωση ΣΥΡΙΖΑ Θεσσαλονίκης ξεσηκώθηκαν, γεγονός που προκάλεσε, τελικά, την ακύρωσή της παρασημοφόρησης.
Θα μπορούσα να χαρακτηρίσω την παρουσίαση αυτή ΥΒΡΙΝ. Περιορίζομαι να τη χαρακτηρίσω Θέατρο του Παραλόγου.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή… 




Δεν περίμενα περισσότερα απ’ το «Μάλιστα κύριε Ζαμπέτα!...» που είδα στο «Αλίκη» (Φωτογραφία: Ορέστης Σεφέρογλου). Μια εύκολη, «ψυχαγωγική», χωρίς πολλές απαιτήσεις παράσταση του Πέτρου Ζούλια. Που υπέγραφε και το κείμενο. Αλλά ομολογώ πως η ιδέα να κάνει μια παράσταση για και με τον Ζαμπέτα χωρίς Ζαμπέτα επί σκηνής αλλά παρόντα μέσω της οικογένειας και του κύκλου του ήταν έξυπνη. Ότι τα τραγούδια του, ενορχηστρωμένα απ’ τον Γιώργο Ζαχαρίου και σε μουσική διδασκαλία Άκη Δείξιμου, δεν προδόθηκαν, ίσως και ναναδείχτηκαν παιγμένα από ζωντανή εξαμελή ορχήστρα και καλά τραγουδημένα απ’ τους ηθοποιούς -μερικές πολύ καλές φωνές, ξεχώρισα μια έξοχη εκτέλεση των «Δειλινών» απ’ την Ειρήνη Τασούλα- κι ότι η (κακοντυμένη) πρωταγωνίστρια στο ρόλο της γυναίκας του Ζαμπέτα, της Αργυρώς -η, πάντα κεφάτη, Βίκυ Σταυροπούλου- ήταν πλαισιωμένη από μερικούς εξαιρετικούς ηθοποιούς: τον -σταθερή αξία- Τάσο Χαλκιά, την υπέροχη, λαγαρή καρατερίστα Χριστίνα Τσάφου, την αηδονόλαλη -αλλά και άρτια υποκριτικά και γειωμένη στο σανίδι- Ελένη Καρακάση, τον ταλαντούχο, ευέλικτο Μάκη Πατέλη καθώς και μερικούς νεότερους. Και, πάνω

απ’ όλους, απ’ τον Λευτέρη Ελευθερίου. Μέγα τάλαντο! Κωμικός που δεν ποντάρει σε «ιδιάζουσα» εμφάνιση -το αντίθετο!-, που χορεύει καταπληκτικά και τραγουδάει θαυμάσια, που μιμείται θαυμαστά, μ εκρηκτική σκηνική ενέργεια -πολυτάλαντος. Μαζί με τον Θανάση Αλευρά είναι τα δυο μεγάλα τάλαντα που διαπρέπουν στο χώρο του λεγόμενου εμπορικού θεάτρου. Θέλω να πιστεύω και να ελπίζω πως δε θα παρασυρθούν στη δίνη της ευκολίας και πως δε θα ξοδευτούν κι ότι θα προσπαθήσουν και οι δυο να κάνουν καλές, σωστές επιλογές. Μας το οφείλουν. Και το οφείλουν, κυρίως, στον εαυτό τους. 





«Δεν τον εκτιμώ καθόλου τον Σοστακόβιτς» γράφει η άλλη, εν μέσω μαζικού, σπαρταριστού γέλωτος -στα πατώματα- στο facebook. Χέστηκε, επιτρέψτε μου, ο Σοστακόβιτς, κυρία μου.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή… 





Είχα δει την παράσταση εδώ κι αρκετό καιρό κι ήθελα να γράψω ξεχωριστά γι αυτήν επειδή μου άρεσε πολύ. Δεν τα κατάφερα. Οι μια έως δυο παραστάσεις που βλέπω τη μέρα, μπας και προλάβω να τιθασεύσω τον παραστασιακό πληθωρισμό -θεατρόφιλου αγώνας άγονος…- καβαλάνε η μια την άλλη και συμβαίνει να μην καταφέρνω να γράψω έγκαιρα για αρκετές.
Επί του προκειμένου: μιλώ για το «Heisenberg» του Σάιμον Στίβενς, έργο για δυο που ανέβασε ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου»: εκείνη, η Τζόρτζι, στα 42, Αμερικάνα, που ζει στο Λονδίνο, υπάλληλος υποδοχής σε δημοτικό σχολείο, αυθόρμητη, χειμαρρώδης, ένας οδοστρωτήρας, ένας σίφουνας, που ζει μεταξύ ψέματος και φαντασίας, συναντάει 
τον Άλεξ, χασάπη με όψη διανοούμενου, Ιρλανδό που επίσης ζει στο Λονδίνο, 75άρη -33 χρόνια διαφορά-, λιγόλογο, μετρημένο, επιφυλακτικό, κλειστό αλλά καλό άνθρωπο. Κι αυτοί οι δυο, οι αταίριαστοι, κάνουν σχέση ερωτική. Που -φυσικό- περνάει από σαράντα κύματα. Αλλά φαίνεται, τελικά, να επιβιώνει.
Το έργο, της σύγχρονης βρετανικής, ρεαλιστικής σχολής, λακωνικό, γρήγορο, που ξεχειλίζει από καλά κρυμμένα συναισθήματα, το λάτρεψα -άλλωστε με αφορά. Κι ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος βρέθηκε στα χωρικά του ύδατα -αυτά τα σύγχρονα, αγγλικά κυρίως, ρεαλιστικά έργα τού πάνε πολύ. Ακολούθησε τους ρυθμούς και τις ανάσες του κι έκανε μια παράσταση πρώτης γραμμής, συγκινητική.
Βασικό μυστικό της επιτυχίας του, η κάτι παραπάνω από επιτυχημένη διανομή. Ο Περικλής Μουστάκης κι η Κόρα Καρβούνη έμοιαζαν να ’χουν γεννηθεί για τους ρόλους -κι επιπλέον ήταν καταπληκτικά δεμένοι. Για την Κόρα Καρβούνη θα ’θελα επιπλέον να επιμείνω: πιστεύω πως έκανε τον καλύτερο -απ’ τους πολλούς καλούς- ρόλο της καριέρας της: ΗΤΑΝ η Τζόρτζι. Δε θα μπορούσα να φανταστώ πως η Τζόρτζι του Στίβενς είναι διαφορετική. Απ’ τις σημαντικότερες ερμηνείες της χρονιάς.





Από συνέντευξη του προέδρου του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών Νίκου Θεοχαράκη στην Ίσμα Μ. Τουλάτου, που δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» της Κυριακής 4 Μαρτίου, με τον τίτλο «Το Μέγαρο γυρίζει σελίδα»: «Τώρα, όμως, το Μέγαρο ανήκει στο Δημόσιο. Το ίδιο λοιπόν το Δημόσιο ξεχρεώνει το Μέγαρο το οποίο πλέον είναι δικό του και σε αντάλλαγμα αποκτά ένα φιλέτο στο real estate της Αθήνας. Η αποτίμηση του κτιρίου που είχε γίνει παλαιότερα, σε εποχές καλύτερες είναι η αλήθεια, ήταν στα 800 εκατ. ευρώ. Και στα 500 εκατ. ευρώ να αποτιμάται σήμερα, το Δημόσιο έχει κερδίσει».
Όντως αλλάζει σελίδα το Μέγαρο. Αντιμετωπίζεται με νέους πλέον όρους. Μ’ αυτά τα «φιλέτα» και τα «real estate», απ’ τη στήλη της Μουσικής οδεύει προς τη στήλες των χασάπικων -«να το αφήσω όλο;»- και των μεσιτικών γραφείων.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…


Μήπως η Ρούλα Πατεράκη πρέπει να κάνει λίγο κράτει; Αυτό το non stop που εφαρμόζει τελευταία -σκηνοθεσία, ρόλος, ρόλος, σκηνοθεσία, ρόλος, σκηνοθεσία, σκηνοθεσία, ρόλος…- δεν το καταλαβαίνει ότι της είναι βλαπτικό; Διότι μπορεί να την οδηγήσει σε ολέθρια αποτελέσματα. Ακόμα και στην ολική καταστροφή. Όπως στην παράσταση που είδα στο «Υπόγειο» του «Θεάτρου Τέχνης με τον -ναι, αντλημένο απ’ τον Τ. Σ. Έλιοτ αλλά, οπωσδήποτε, εξεζητημένο- τίτλο «Ένας άνθρωπος επιστρέφει στην πατρίδα του πιστεύοντας ότι θα τον σκοτώσουν και τον σκοτώνουν», «μεταγραφή για δύο πρόσωπα, βασισμένη στο ‘Murder in the Cathedral’ του T.S. Eliot, σε μετάφραση Γιώργου Σεφέρη», όπως χαρακτηριζόταν. Όπου η Ρούλα Πατεράκη υποδυόταν διάφορους ρόλους αλλάζοντας φωνές σα να επρόκειτο για το κουκλοθέατρο του Μπάρμπα Μυτούση.
Συν λόγια, λόγια, λόγια που δεν ξέρω κατά τι ποσοστό η πατρότητά τους ανήκε στους Σεφέρη/Έλιοτ, που ’χει γράψει ένα κείμενο -διατί να το κρύπτομεν άλλωστε;- ιδιαίτερα αντιθεατρικό και βαρετό (μέχρι σκηνοθετικής αποδείξεως του αντιθέτου), και κατά πόσο στους «μεταγραφείς» Ιόλη Ανδρεάδη που υπέγραφε και τη σκηνοθεσία- και Άρη Ασπρούλη, συν ο Γιώργος Νανούρης, εντελώς άδειος εδώ...: 75 βασανιστικά λεπτά (Φωτογραφία: Σταύρος Χαμπάκης).


Δηλαδή, θ’ αποτελεί πλέον το αντίπαλον κεντροαριστερόν δέος; Το νεοπαγές (ή αναπαλαιωμένο;) Κίνημα Αλλαγής -τόσο, μα τόσο άρωμα ΠΑΣΟΚ… Και θα το λένε ΚΙΝΑΛ; Σα χάπι μου ακούγεται. Και, φοβάμαι, αναποτελεσματικό.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…