January 19, 2018

Tip: «Μαντάμ Σουσού»


«Είναι η Σουσού, η ξακουστή»: επιτυχέστατη «αναστήλωση»



Ιστορία 80 χρόνων φέρει η «Μαντάμ Σουσού». Από το 1938, όταν εμφανίστηκε στον «Θησαυρό» -περιοδικό λαϊκό της εποχής, το οποίο άντεξε πολλές δεκαετίες-, ως τύπος που πρωταγωνιστούσε σε σειρά ευθυμογραφημάτων του Δημήτρη Ψαθά. Έγινε βιβλίο, ξαναέγινε βιβλίο, έγινε έργο θεατρικό από τον ίδιο το δημιουργό της, έγινε ταινία, έγινε ραδιοφωνική σειρά, έγινε τηλεοπτική σειρά ασπρόμαυρη αλλά και έγχρωμη, έγινε τραγούδι, έγινε μουσική κωμωδία και συνεχίζει να παρουσιάζεται στο θέατρο -οκτώ δεκαετίες έχει διανύσει και η σουσού έχει γίνει όρος με παράγωγά 
του. Μεγαλοπιασμένη γυναίκα του Παναγιωτάκη που έχει πάγκο και πουλάει ψάρια στον Μπούθουλα -νυν Ακαδημία Πλάτωνος-, αμόρφωτη, αστοιχείωτη, με φαντασιώσεις αριστοκρατικής καταγωγής, με -κατά φαντασίαν- γαλικά στο λεξιλόγιό της, το ψώνιο της γειτονιάς της, παθολογικά μεγαλομανής αλλά κατά βάθος καλόψυχη, η μαντάμ Σουσού Παναγιώτου -ο Ψαθάς ισχυριζόταν ότι την είχε εμπνευστεί από γειτόνισσά του- σνομπάρει έως και περιφρονεί τις «τσοκαρίες» της γειτονιάς της, οργανώνει «απρέ μιντί», ξαναβαφτίζει Μαρί και, κατόπιν, Λεονί την Δημητρούλα, το «δουλικό» που της εξασφάλισε ο Παναγιωτάκης -ζει μία κατά φαντασίαν ζωή. Μέχρι που μία κληρονομιά 800 εκατομμυρίων δραχμών από τον αδελφό της, λαντζέρη στην


Αμερική που, πριν πεθάνει, είχε εξελιχθεί σε εκατομμυριούχο, της επιτρέπει να μετατρέψει τις φαντασιώσεις της σε πραγματικότητα. Παρατάει τον Παναγιωτάκη, που την αγαπάει, τη φροντίζει στοργικά και είναι το ανάχωμα στην καζούρα του Buθουλα, όπως, επί το πιο εύηχον «γαλικόν», αποκαλεί τη γειτονιά της, εις βάρος της αλλά μυρίζει ψαρίλα και δεν τον θεωρεί αντάξιό της παντρεύεται έναν απατεώνα ο οποίος της παρουσιάζεται ως αριστοκράτης με το ιστορικό επώνυμο Καντακουζηνός και την πλευρίζει με σκοπό να τη μαδήσει, αγοράζει ένα μέγαρο στο Κολωνάκι και μετακομίζει,
προσλαμβάνει πολυμελές υπηρετικό προσωπικό και καθηγήτρια γαλικών, κάνει ό,τι μπορεί, με ψέματα και μύθους, για να κρύψει την καταγωγή της, ξοδεύει αλόγιστα τα λεφτά της και, τελικά, ο απατεών σύζυγος την πείθει να περάσει στο όνομά του όσα της έχουν απομείνει και εξαφανίζεται αφήνοντάς την με ένα μωρό. Η Σουσού, χωρίς πεντάρα πια, θα γυρίσει εκεί από όπου ξεκίνησε: 

στον Μπούθουλα και στον αγαθό Παναγιωτάκη που πάντα την αγαπάει. Το έργο έχει την αθωότητα και την αφέλεια της εποχής του και η Σουσού δεν είναι, αρχικά, παρά ένα γελοιογραφικό σκίτσο, σαν αυτά του Φωκίωνα Δημητριάδη που συνόδευαν τα κείμενα του Ψαθά. Ο συγγραφέας, όμως, κάνει προσπάθειες να της προσδώσει μολιερικά χαρακτηριστικά -ολίγον Αρχοντοχωριάτης Ζουρντέν-, όπως προσπαθούσε πάντα με τους ήρωές του -βλέπε «Το στραβόξυλο», «Ο εαυτούλης μου», «Ζητείται ψεύτης».... Η Δήμητρα Παπαδοπούλου έκανε πάνω στο

κείμενο αυτό μία πολύ καλή διασκευαστική δουλειά χωρίς να προσπαθήσει να το εκσυγχρονίσει: το τοποθέτησε σε μία εποχή γύρω στη δεκαετία του ’50, έσφιξε τις σύντομες σκηνές του που έχουν τις ρίζες τους στα αρχικά σύντομα ευθυμογραφήματα του Ψαθά με ηρωίδα την Σουσού, το φρεσκάρισε, καθάρισε τις μούχλες και τις σκουριές που είχε πιάσει και έκανε κάποιες πολύ λογικοφανείς αλλαγές χωρίς να καταφύγει σε ευκολίες και φτήνιες στις οποίες κατέφευγε άλλοτε. Το κείμενο αυτό, που επιμελήθηκε 
η Νικολέττα Κοτσαηλίδου, παρέλαβε ο Γιάννης Κακλέας, το επεξεργάστηκε, επίσης, δραματουργικά, πρόσθεσε -όπως προκύπτει εκ των συμφραζομένων, δεν είναι αυτά σαφή- έναν Ψαθά-αφηγητή που συνδέει τις σκηνές και εξηγεί -χωρίς αυτό να είναι ελάττωμα αλλά μάλλον σαν πατίνα που εξυπηρετεί την εποχή του έργου- και ανέβασε την παράσταση ως κωμωδία μετ’ ασμάτων -δεν τη χαρακτηρίζω, αρχικά, μουσική κωμωδία μια και τα τραγούδια απλώς είναι της εποχής και σχολιάζουν τις καταστάσεις, χωρίς να προκύπτουν από το κείμενο, χωρίς ειδικά γραμμένους στίχους, τα περισσότερα, εκτός αυτών που έγραψε η Μαρίζα Ρίζου η οποία έχει και την ευθύνη της μουσικής. Αλλά, με τη μουσική και τα τραγούδια ζωντανά εκτελεσμένα, με ζωντανή επί σκηνής ορχήστρα -σε ενορχήστρωση Δημήτρη Σιάμπου-, τελικά, δίνεται η αίσθηση 
της μουσικής κωμωδίας, την οποία επιτείνουν οι έξοχες -ανάλαφρες και καλά εκτελεσμένες- χορογραφιες του Κυριάκου Κοσμίδη -αυτή των υπηρετών μου έφερε ένα άρωμα Άγγελου Γριμάνη και Γιάννη Μέτση από τον «Βαπτιστικό» της Λυρικής της δεκαετίας του ’60-, στις οποίες πολλά, μα πολλά οφείλει η παράσταση. Μία παράσταση καλά δεμένη, καλά κουρδισμένη που τρέχει χωρίς προσκόμματα. Η εξαιρετική, λειτουργικότατη σκηνογραφική δουλειά του Μανόλη Παντελιδάκη, που την 

αναδεικνύουν οι φωτισμοί της Ελευθερίας Ντεκώ, τα θαυμάσια, καλόγουστα και ταιριαστά με το ύφος της Σουσούς κοστούμια «της αριστοκρατίας» του Νίκου Χαρλαύτη, με τα εντυπωσιακά αλλά και αστεία τονισμένα καπέλα με τα φτερά της Δήμητρας Καίσαρη, αλλά και τα πολύ σωστά «της πλέμπας» της Σοφίας Νικολαΐδη, τα βίντεο του Κάρολου Πορφύρη που δεν είναι τυπικά αλλά κυλούν και σημαίνουν κινηματογραφικά, έστω και αν μπερδεύουν εποχές 


και τόπους, μία παράσταση κινηματογραφικής δομής συμπληρώνουν, μαζί με μία πλούσια παραγωγή που -σπανιότατο πια- δεν έχει φεισθεί εξόδων, τη θετική εικόνα ενός παραστασιακού αποτελέσματος με χρώματα και αρώματα νοσταλγικά. Η Δήμητρα

Παπαδοπούλου με την Σουσού κάνει νομίζω τον καλύτερο ρόλο της: είναι αστεία χωρίς ποτέ να γίνεται γελοία. Μαζί της, ο Παναγιωτάκης του Κώστα Κόκλα, αυθεντικά λαϊκός, και ο Άλκις Κούρκουλος, ιδανικός Καντακουζηνός, με το σηκωμένο φρύδι και το ειρωνικό, αυτοσαρκαστικό ύφος σχηματίζουν ένα ισορροπημένο, άψογο βασικό τρίο άριστης διανομής. Το 
πολυπληθές σύνολο των ηθοποιών βοηθάει αποτελεσματικά -παλαιότεροι, όπως ο Κώστας Φλωκατούλας, ο Βασίλης Χαλακατεβάκης, ο Γιώργος Ψυχογιός ή ο Μελέτης Γεωργιάδης και νεότεροι, όπως η Ροζαμάλια Κυρίου-«Μαρί», η Ηλιάνα Γαϊτάνη, η Γιάννα Ζιάνη, η Χρύσα Κλούβα, ο Γρηγόρης Ποιμενίδης ή ο Κωστής Μπούντας. Πρόλαβα να ξεχωρίσω την

Φαίη Κοκκινοπούλου, λαγαρή σουμπρέτα, και την Νικολέτα Κοτσαηλίδου, καλλονή με στόφα σταρ αλλά και γκάμα, που της αξίζουν πρωταγωνιστικοί ρόλοι. Άφησα τελευταία την Χριστίνα 
Μαξούρη. Στο πρόγραμμα αναφέρεται ότι έχει επωμιστεί τα τραγούδια της παράστασης. Γνωρίζω εδώ και χρόνια την εξαιρετική φωνή της, ικανή να ερμηνεύει έξοχα τραγούδια διαφορετικού ύφους. Εδώ, όμως, κάνει την έκπληξη: κομψή, με κίνηση εντυπωσιακή, χορεύει με τόση αρμονία και τόσο μπρίο -όπως λέγαμε παλιά- που κλέβει την παράσταση. Αφοπλιστική! Χωρίς την Χριστίνα Μαξούρη η παράσταση θα είχε χάσει τη μισή νοστιμιά της. Θα σας έλεγα ανεπιφύλακτα να τη δείτε -ένα μεγάλο ψυχαγωγικό θέαμα που σέβεται τον εαυτό του και το θεατή- μέχρι αύριο που τελειώνει, αν δεν είχα την επιφύλαξη του ακριβού εισιτηρίου: από 10 έως 80 ευρώ… Ελπίζω να την επαναφέρουν, μετά την επιτυχία που είχε. Κρίμα μία τέτοια παραγωγή να είναι τόσο βραχύβια (Φωτογραφίες: 1 NDP Photo Agency Nikolareas-Daskalakis-Poupoulidou. 6,7,11,12,14 Γιώργος Καλφαμανώλης).

January 18, 2018

Tip: «Lasciatemi Morire»


Ο -μπεκετικός- έρωτας στα χρόνια της χολέρας… 



Ένα ζευγάρι -μία γυναίκα και ένας άντρας. Ίσως, στο κρεβάτι τους -το βράδυ. Σε αδιέξοδο. Απελπισμένοι. Σε μία ζωή που δεν την αξίζουν -τη ζωή στην Ελλάδα σήμερα, τα χρόνια της κρίσης/χολέρας. Κρυώνουν, πλήττουν, ταλαιπωρούνται… Τα μικρά της ζωής, τα μίζερα, τα άθλια τους πιέζουν, τους θλίβουν, τους καταθλίβουν, τους συνθλίβουν… Δεν μπορούν να βρουν πια καμία αχτίδα φωτός. Μόνον έναν τοίχο υψωμένο απέναντί τους. Ο χρόνος μοιάζει βαλτωμένος -ή, ιονεσκικά, αναστρέφεται, ανατρέπεται. Η κοινωνική κρίση μετασχηματίζεται σε κρίση προσωπική, σε κρίση σχέσης. Η γυναίκα θέλει να φύγει. Ο άντρας θέλει να την κρατήσει. Τελικά θα φύγουν και οι δύο μαζί. Σε μία Νέα Ιόρκη ιδεατή, ονειρική, ουτοπική -η δική τους Νεφελοκοκκυγία. Η Βάσω Καμαράτου και ο Κώστας Κουτσολέλος ετοίμασαν (κείμενο και 
σκηνοθεσία), την περσινή σεζόν, στο πλαίσιο του φεστιβάλ της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου με θέμα «Επτά Χρόνια Φαγούρα: Ο Έρωτας στον Καιρό των Μνημονίων», μία 45λεπτη, περίπου, περφόρμανς, με τον εύγλωττο άμα τε ειρωνικό τίτλο «Lasciatemi Morire», αντλημένο από τον Θρήνο της Αριάδνης, τη μόνη σωζόμενη άρια από τη δεύτερη όπερα (1608) του Κλάουντιο Μοντεβέρντι «Η Αριάνα» («Η Αριάδνη»). Παράσταση η οποία επαναλαμβάνεται φέτος. Ερμηνευτές -ερμηνευτές που επιβάλλουν και επιβάλλονται, με δύναμη και πειστικότητα-, οι δύο τους. Δεμένοι μεταξύ τους γερά εδώ και πολύ καιρό -τους θυμάμαι, ήδη δέκα χρόνια πριν, στο «Bios», σε άλλη μία εξαιρετική περφόρμανς για δύο, με τον τίτλο «Less». Όρθιοι, σχεδόν ακίνητοι, μετωπικά στημένοι, λίγο σαν Γουίνι και -όχι κρυμμένος- Γουίλι στις μπεκετικές «Ευτυχισμένες μέρες» θαμμένοι στη ζωή και όχι σε σωρό από χώμα, με βλέμμα προς το κοινό, χωρίς να κοιτούν ο ένας τον άλλο, ντυμένοι καλόγουστα παράταιρα από την Ελένη Στρούλια θα χαθούν, στο τέλος, μέσα σε καπνούς/σύννεφα

υποβλητικά φωτισμένα  από τον Τάσο Παλαιορούτα. Αλλά, πριν χαθούν, θα γυρίσουν και θα κοιτάξουν ο ένας τον άλλο. Είναι η ελπίδα των βλεμμάτων που μπορούν ακόμα να διασταυρωθούν. Είναι, ίσως, η αγάπη που μένει και σώζει από την απόγνωση. Αλλά όλη αυτή η απόγνωση, κρυμμένη κάτω από χιούμορ πικρό, ειρωνικό, σαρκαστικό. Χιούμορ απολαυστικό, ξεκαρδιστικό πριν το γέλιο παγώσει στα χείλια, στο τέλος: δύο κλόουν -και πάλι- μπεκετικοί. Δείτε αυτή τη «μικρή» παράσταση. Αξίζει. Κλείνει απόψε τον κύκλο της στο «-1» -τη Σκηνή «Κατίνα Παξινού»- του «Rex» αλλά πιστεύω πως έχει τη δυναμική για να συνεχίσει την πορεία της (Φωτογραφίες: Κάρολ Γιάρεκ).

January 13, 2018

Όλες μαύρα και κανένα πιάνο… ή Ο μακαρθισμός με σεξουαλικό πρόσωπο ή Τα ΤΡΑΙΝΟζώα μου αργά…


Το Τέταρτο Κουδούνι / 13 Ιανουαρίου 2018 
Λόγω της μεγάλης επιτυχίας παρατείνεται για είκοσι ακόμα αναρτήσεις



Κάποτε ήταν για τους «κόκκινους» -φάτε τους! Μετά ήταν για τους Ινδιάνους -μετανοείτε! Στη συνέχεια για το Ολοκαύτωμα -θυμηθείτε! Κατόπιν για το AIDS- συμπαρασταθείτε! Ύστερα ήρθαν οι μαύροι ηθοποιοί- υποστηρίξτε! Φέτος, σειρά έχουν οι σεξουαλικά παρενοχλούντες (δεν ξέρω πώς ακριβώς ορίζονται) -εξαφανίστε τους! Ε, δε θα ξέχασα και κάτι ανάμεσα;... Θέλει το θέμα του κάθε τόσο το Χόλιγουντ. Να το φχαριστηθεί. Μετά τον πολυετή λυσσώδη αντικομουνισμό γίνανε πολιτικά ορθοί. Ξεκινάνε από μια δίκαιη επανόρθωση, από ένα δίκαιο αίτημα, από μια δίκαιη καταγγελία κι ύστερα… Ύστερα έρχεται η μόδα, κι ύστερα έρχεται η υστερία, κι ύστερα έρχεται το κυνήγι των μαγισσών. Κι ο καταδότης γίνεται καλόδεχτος χωρίς, ούτε κατά διάνοια, να αμφισβητηθεί η αξιοπιστία του, χωρίς να ελεγχθούν τα κίνητρά του.
Διαβάζω καταγγελίες: από «με βίασε» μέχρι «μου μίλησε με σεξουαλικά υπονοούμενα» -συνήθως πριν 20, 30, 40… χρόνια. Όπου ο πάσα ένας κι η πάσα μία που μπορεί να τελεί εν δικαίω, που μπορεί να ’ναι απολύτως ειλικρινής, που μπορεί να ’χει πληγωθεί -πώς να το αμφισβητήσω;- αλλά που μπορεί και απλώς να βγάζει βεβαρημένα απωθημένα -και ξέρετε τι λυσσαλέα ανταγωνιστικά πάθη αναπτύσσονται στους «καλλιτεχνικούς» κύκλους, ειδικά τους χολιγουντιανούς…- εμφανίζεται και «καταγγέλλει» και κερδίζει τα 15 λεπτά διασημότητας που, κατά Άντι Γουόρχολ, δικαιούται. Αμέσως μετά, χωρίς κανένας να αναρωτηθεί, χωρίς κανένας να το αμφισβητήσει, χωρίς κανένας να το ψάξει, διαβάζω για απολύσεις, για απομακρύνσεις, για διαγραφές, για ξαναγυρίσματα (!!!) ταινιών με αλλαγή καταγγελλόμενων ηθοποιών, για αναθέματα…-όντως μια υστερία εισπράττω. Δεν έχω διαβάσει τίποτα για αποδείξεις, για μηνύσεις, για συλλήψεις, για παρεμβάσεις της Δικαιοσύνης, για παραπομπές σε δίκη, για καταδίκες των «δραστών»… -εκ προοιμίου ένοχοι. Όλοι!
Είδα μόνο -στην απονομή των «Χρυσών Σφαιρών»- ένα σόου «Όλες μαύρα και κανένα πιάνο». Που, προφανώς, θα επαναληφθεί, μετά την επιτυχία που σημείωσε, και στην απονομή των «Όσκαρ». Ουαί δε υμίν, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί! Δεκαετίες τα καταπίνατε αμάσητα και τώρα θυμηθήκατε να πενθήσετε -με τουαλέτες μαύρες μεν περίλαμπρες δε, με ξώπλατα και σι θρου. Μα δεν το αντιλαμβάνεστε το γελοίον του πράγματος;
Ο μακαρθισμός είναι και πάλι εδώ. Με σεξουαλικό πρόσωπο -πώς λέγαμε «κομουνισμός με ανθρώπινο πρόσωπο»;
(Να θυμίσω και την «Ολεάνα» του Μάμετ; Ή δε χρειάζεται;).
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…



«Βέβαιος ότι από τον Ιούνιο το τρένο από την Αθήνα μέχρι τη Θεσσαλονίκη θα καλύπτει την απόσταση σε 3 ώρες και 20 λεπτά, εμφανίστηκε ο υπουργός Υποδομών και Μεταφορών Χρήστος Σπίρτζης», διαβάζω. Και πάαααλι μαζίιιι μας…: εδώ και, κοντά, τριάντα χρόνια, δυο φορές το χρόνο -τουλάχιστον-, ν’ ακούω και να διαβάζω τους κατά καιρούς «αρμόδιους» υπουργούς -θυμάστε τον Μιχάλη Λιάπη, υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών, σε καμπίνα οδήγησης τρένου;…-, προέδρους ΤΡΑΙΝΟΣΕ, διευθύνοντες συμβούλους ΤΡΑΙΝΟΣΕ...- να κάνουν αυτές τις καθιερωμένες δηλώσεις -λίγο πάνω, λίγο κάτω απ’ το 3 και 20΄.
Προς το παρόν, στις 2 Ιανουαρίου που ταξίδεψα, το τρένο κάλυψε την απόσταση Αθήνα-Θεσσαλονίκη σε έξι ώρες και οκτώ λεπτά (6 08΄)-καθυστέρηση 65 λεπτά- και στις 4 Ιανουαρίου που επέστρεψα, κάλυψε την απόσταση Θεσσαλονίκη-Αθήνα σε πέντε ώρες και 55 λεπτά (5 55΄)-καθυστέρηση 32 λεπτά. Προς το παρόν, λοιπόν, ΤΡΑΙΝΟζώα μου αργά… (Α, ναι! Κι η αποζημίωση -που κάποτε καθιερώθηκε «για να εξομοιωθούμε [σ.σ. τρομάρα μας!] με την υπόλοιπη Ευρώπη»- στον επιβάτη, σε περίπτωση καθυστέρησης και που ξεκινούσε από μισή ώρα καθυστέρησης και πάνω και η οποία έγινε, κατόπιν, από μια ώρα καθυστέρησης και πάνω, έχει, σκαρφαλώσει, όπως με πληροφόρησαν στα ταμεία του σταθμού Θεσσαλονίκης, σε «από μιάμιση ώρα καθυστέρησης και πάνω»… (Γέλια).
Να ταξιδέψω -«από τον Ιούνιο», επαναλαμβάνω, δήλωσε ο κ. υπουργός- σε τρεις ώρες και 20 λεπτά κι υπόσχομαι να τρέξω απ’ τον σταθμό Λαρίσης μέχρι το Σύνταγμα, με τη βαλίτσα ανά χείρας, ανακράζοντας: «Μιράκολο! Μιράκολο!» (Για να καταλάβουν κι οι Ιταλοί που την αγόρασαν την ΤΡΑΙΝΟΣΕ).
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…




Έφτασα, τέλος πάντων, στην Θεσσαλονίκη. Και είδα, επιτέλους, στο Βασιλικό του ΚΘΒΕ, την «Ρώσικη Επανάσταση» του Τσέζαρις Γκραουζίνις. Την περίμενα την παράσταση αυτή. Κι όλο κάτι τύχαινε και δεν μπορούσα ν’ ανεβώ.
Δε μ’ απογοήτευσε αλλά όταν πας με μεγάλα καλάθια… Ο Γκραουζίνις σχεδίασε μια παράσταση με εικαστικότητα, με μερικές τρυφερές σκηνές, με μερικές δυνατές σκηνές, με συγκίνηση -χωρίς ποτέ να καταφύγει στην εύκολη συγκίνηση, χωρίς ποτέ να χρησιμοποιήσει μουσικές που θα μπορούσαν να φορτίσουν συγκινησιακά, κρατώντας μια απόσταση-, με πολύ καλές ισορροπίες -εκθέτοντας και απόψεις τότε αντιφρονούντων, φτάνοντας μέχρι την επιτυχία του αρχικού σταδίου των επαναστατών και σταματώντας εκεί και στις συγκλονιστικές πρώτες διακηρύξεις του Λένιν περί ειρήνης και περί εθνικοποίησης και μοιράσματος της γης. Έχει παραμείνει, δηλαδή, σ’ αυτή καθαυτή τη σημασία της Ρώσικης Επανάστασης, στο αδιαμφισβήτητα (;) Μεγαλειώδες Γεγονός της έκρηξης της επανάστασης αυτής που σημάδεψε τον 20ο αιώνα και το μέλλον -δεν υπάρχουν «οι Καλοί» κι «οι Κακοί».
Αλλά… Αλλά η δραματουργία χωλαίνει. Ο σκελετός μιας ιστορίας -ο στρατιώτης που σαπίζει πολεμώντας στο ροσοκεντροευρωπαϊκό μέτωπο και που, όταν καταφέρνει να πάρει άδεια και να βρεθεί στην Αγία Πετρούπολη, εμπλέκεται, εκών άκων, ένας ανθρωπάκος είναι, δεν είναι κομουνιστής, στα γρανάζια της Επανάστασης η οποία, τελικά, τον κερδίζει- που ο ίδιος ο σκηνοθέτης σχεδίασε είναι πολύ ισχνός για να φέρει, για να στηρίξει μια τόσο φιλόδοξη παράσταση.

Απ’ την άλλη, το σύνολο των ηθοποιών της εμφανίζεται πολύ αδύναμο. Απ’ το πλήθος τους ομολογώ πως, ουσιαστικά, ξεχώρισα μόνο τον Σαμψών Φύτρο στο ρόλο του εκατομμυριούχου Κέρζεντσεφ και, κυρίως, τον Αλέξανδρο Μούκανο. Χωρίς να μιμηθεί άγονα τον Λένιν, επέλεξε μερικά καίρια στοιχεία της φιγούρας και της κίνησής του -μερικά gestus- κι ενσάρκωσε πειστικότατα τον πιο επικίνδυνο ρόλο της παράστασης (Φωτογραφίες: Τάσος Θώμογλου).


Ακόμα και τα κοκαλάκια του Ιορδάνη της «Αυλής των θαυμάτων» θα ’χουν λιώσει πια -εξήντα χρόνια έκλεισαν από ’κείνη την ευλογημένη για το θέατρό μας μέρα (18 Δεκεμβρίου του 1957, παραμονές Χριστουγέννων) που ο Κάρολος Κουν μας αποκάλυψε στο Υπόγειο του «Θεάτρου Τέχνης» την «Αυλή των θαυμάτων» του Ιάκωβου Καμπανέλλη, ανασηματοδοτώντας την πορεία του ελληνικού θεατρικού έργου- αλλά ο γέροντας ειν ακόμα εκεί: στηλωμένος στο ταρατσάκι της αυλής, βουβός, υψώνει το ανάστημά του, και το ανάστημά του μεγαλώνει, μεγαλώνει, γίνεται τεράστιο, σύμβολο μιας γενιάς -των γονιών μας, των παππούδων μας- που τόσα, από τόσους τράβηξε.
Είδα στην Σκηνή «Σωκράτης Καραντινός» του ΚΘΒΕ, στην Μονή Λαζαριστών, γι άλλη μια φορά -την πολλοστή- το έργο του Καμπανέλλη. Κάθε φορά που το βλέπω, όταν αρχίζει, λέω «ξεπεράστηκε, ανήκει πια στην ιστορία του θεάτρου μας». Αλλά όσο προχωράει και ζω μ’ αυτούς τους χαρακτήρες που ο Καμπανέλλης τους έχει ψιλοκεντήσει με τον δικό του, προσωπικό τρόπο και τους έχει προικίσει μ’ αυτό το νησιώτικο, το παιχνιδιάρικο χιούμορ του, όσο ακούω τους διαλόγους τους -όπου κανείς, μα κανείς δεν τον ξεπέρασε- που κυλούν σαν το νεράκι, την αναιρώ την άποψή μου. Κι όταν φτάνει το φινάλε, με τον Ιορδάνη -ο Δημήτρης Κολοβός, στην παράσταση του ΚΘΒΕ- να ζεύεται τα καρότσι μ’ ό,τι τους έχει απομείνει -κάτι σαν το κάρο της Μάνας Κουράγιο- και να ξαναξεκινάει για το άγνωστο, διαπιστώνω και πάλι την αντοχή και τη διαχρονικότητα της «Αυλής». Και, επιπλέον, συγκινούμαι.
Η παράσταση του Κώστα Τσιάνου, κατά τη γνώμη μου, δεν το απογειώνει το έργο, σαν κάπως κουρασμένη, της ρουτίνας μου φάνηκε, οι ηθοποιοί του ΚΘΒΕ -επαναλαμβάνω- έχουν πολλές αδυναμίες -χωρίς να λείπουν οι εξαιρέσεις-, εύκολη υποκριτική είδα, αλλά είδα κι ένα -μεγάλο- θέατρο ξεχειλισμένο. Από κοινό λαϊκό αλλά, επίσης, συγκινημένο (Φωτογραφία: Τάσος Θώμογλου). 


 


Στα φουαγιέ του Βασιλικού τριγύρισα, πριν απ’ την παράσταση και στο διάλειμμα, και στην καινούργια έκθεση κοστουμιών  απ’ την 56χρονη -και κάτι-, πια, ιστορία του ΚΘΒΕ «Ίχνη του Εφήμερου»,: σε ωραίες προθήκες, καλοστημένη απ’ τη σκηνογράφο/ενδυματολόγο Ιουλία Σταυρίδου, συνοπτικά, η ιστορία της ελληνικής ενδυματολογίας. Όπου ανακάλυψα κάτι παλιούς θησαυρούς -κοστούμι σχεδιασμένο απ’ τον Νίκο Εγγονόπουλο, για παράδειγμα…- που, έστω κι αν δεν είναι σημαδιακής αισθητικής, έχουν γράψει ιστορία. Είδα κοστούμια που μου θύμισαν πρόωρα χαμένους ενδυματολόγους όπως ο Γιάννης Κύρου, ο Σάββας Χαρατσίδης ή ο Γιώργος Ασημακόπουλος, είδα και μερικά αριστουργηματικά κομμάτια -του Διονύση, Φωτόπουλου, του Γιάννη Μετζικώφ…-, θυμήθηκα παραστάσεις… Ογδόντα πέντε κοστούμια εκτίθενται απ’ τα 2500 που διαθέτει -και προσπαθεί να περισώσει- το ΚΘΒΕ. Μαθαίνω, πάντως, πως η έκθεση θ’ ανανεωθεί μ’ ένα δεύτερο μέρος. Πρωτοβουλία αξιέπαινη που τιμά την ιστορία του συγκεκριμένου Θεάτρου και του θεάτρου γενικά (Φωτογραφία: Τάσος Θώμογλου).



Παρακολούθησα με χαμόγελο όλον αυτόν τον ορυμαγδό που ξεσήκωσε η -τετρασέλιδη- συνέντευξη την οποία έδωσε η σύντροφος του πρωθυπουργού Μπέτυ Μπαζιάνα στην Έφη Μαρίνου, για την «Εφημερίδα των Συντακτών». Και τι συνειρμό, λέτε, έκανα 
-δουλεύει κι εμένα περίεργα το αθεόφοβο το μυαλό μου, ξεχνάω τι έφαγα χτες αλλά κάτι τέτοια μου εντυπώνονται. Θυμήθηκα -ε, δεν ξεχνιέται, άλλωστε…- τη συνέντευξη (με πολλά γέλια) με την οποία ο Θανάσης Λάλας έκανε, αν δεν κάνω λάθος, την πανηγυρική είσοδό του στο «Βήμα» -15 Μαρτίου 1992: «Διπλή συνέντευξη: Ο Ανδρέας Παπανδρέου και η Δήμητρα Λιάνη-Παπανδρέου μιλάνε για την ιδιωτική τους ζωή». Μωρέ, πόσες σελίδες ήταν; Ψάχνω, ψάχνω, «σελ. 37-44» διαβάζω. Ναι, εκείνη ήταν οκτώ (8) σελίδες. 4x2. Τις αντιδράσεις μόνο, τότε, δεν μπορώ να θυμηθώ…
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…  (Πρώτη φωτογραφία: ANDREA BONETTI).


Καμπανέλλης και στην Αθήνα: «Ο δρόμος περνάει από μέσα» είναι, νομίζω,  το πιο ώριμο, το κορυφαίο έργο του. Ο Καμπανέλλης συνοψίζει και συμπεραίνει τι σημαίνει ζωή και τι θάνατος διαπερνώντας με τη ματιά του την κοινωνία μας - που την είχε καλά, διεισδυτικά μελετήσει περνώντας απ’ τη φτώχια των παιδικών του χρόνων και τον εγκλεισμό του ως ποινικού σε ναζιστικό στρατόπεδο μέχρι απ’ τα ανώτερα στρώματά της και τις θέσεις εξουσίας. Απαύγασμα της λαγαρότητας των διαλόγων του -το μέγα ατού του. Κι όλοι οι ρόλοι έξοχα χαρακτηρισμένοι, μαποκορύφωμα τον «αντικέρ» της πιάτσας Αντωνάκο.
Δυστυχώς, στην παράσταση που είδα στο «Τζένη Καρέζη», ο Κώστας Καζάκος, που υπέγραφε τη σκηνοθεσία, νομίζω πως απλώς το έστησε το έργο. Πρόχειρα, εύκολα, χωρίς να εμβαθύνει, χωρίς ν’ αποκαλύψει τις τσεχοφικές πτυχές του -διότι «Ο δρόμος περνά από μέσα» ο «Βυσσινόκηπος» είναι, ο Ποριώτης τις ρίζες του στην Λιουμπόφ Αντρέγιεβνα έχει, ο Αντωνάκος στον Λοπάχιν, ο ανηψιός Ποριώτης στον Τρόφιμο, η Λίτσα στην Άνια, η Γλυκερία στην Βάρια...
Ο Κώστας Καζάκος που αντικατέστησε, λόγω προβλήματος υγείας του, τον Γιώργο Κυρίτση, κουρασμένος κι επίπεδος, ο Γιώργος Δάμπασης, ηθοποιός με μεγάλες ευκολίες, αφέθηκε -ή και οδηγήθηκε απ’ τη σκηνοθεσία- να κάνει φαρσοκωμωδία, η Hλιάνα Μαυρομάτη δε διαθέτει την παράταιρη με την καταγωγή της φινέτσα που ζητάει η Λίτσα. Βρήκα πιο κοντά στους ρόλους τον

Όμηρο Πουλάκη και, κυρίως, την Άννα Γεραλή: χαιρετίζω την επιστροφή της στη σκηνή με μια υποκριτική καθόλου γερασμένη -το αντίθετο, φρέσκια!-, με χιούμορ και μ’ αυτή την τσεχοφική ισορροπία, στην οποία είναι ξεσκολισμένη.
Να σημειώσω, πάντως, τη μουσική του νεαρού Αλέξανδρου Καζάκου, νεότερου γιου του ηθοποιού/σκηνοθέτη, απ την επίσης ηθοποιό Τζένη Κόλλια -ταλαντούχος!



Αυτό, πάλι, που η κ. Mareva Grabowski -σύζυγος Μητσοτάκη Κυριάκου-, του οίκου μόδας «Zeus+Dione S.A.» δεν είχε, λέει, ιδέα σχετικά με το αίτημα στο Κ(εντρικό) Α(ρχαιολογικό) Σ(υμβούλιο) για ντεφιλέ στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο της 23ης Διεθνούς Εβδομάδας Μόδας -αίτημα που ’γινε δεκτό αλλά με μετάθεση του ντεφιλέ στον «αύλειο χώρο» (έτσι το λέμε πια, όπως λέμε και περισχοίνιση…) του Ηρωδείου- κι ότι ο οίκος, λέει, «ποτέ δεν εκδήλωσε σχετικό ενδιαφέρον» -τα εν οίκω (μόδας) μη εν δήμω…- γι αυτό και, τελικά, αποσύρθηκε; Τι λέτε, δε θα μπορούσε να γίνει θέμα για μικρό διήγημα -μυθοπλασία; Προτεινόμενος τίτλος: «Οι περιπέτειες της βαρόνης Μινχάουζεν».
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…

December 31, 2017

Πώς ανακαλύψαμε την Δακία… ή Η Βασίλισσα-κυπαρίσσι


Το Τέταρτο Κουδούνι / 31 Δεκεμβρίου 2017 
Σε festive mood, yet…



«Τα παραμύθια του Χ.Κ. Άντερσεν»: κάτι μεταξύ παράστασης χωρίς δράση και αφήγησης με κίνηση. Ωραία η ιδέα του Γιώργου Νανούρη να δέσει, «πειράζοντάς» τα, επτά κλασικά παραμύθια του Άντερσεν -«Το κοριτσάκι με τα σπίρτα», «Τα κόκκινα παπούτσια», «Η πριγκίπισσα και το μπιζέλι», «Ο μολυβένιος (που εδώ έγινε ξύλινος) στρατιώτης», «Ο χιονάνθρωπος», «Το έλατο», «Το μαγικό σεντούκι»- σε μια ιστορία με μέση, αρχή και τέλος, γλυκιά και συγκινητική.
Η διασκευή είναι πετυχημένη, ο Γιώργος Νανούρης εκσυγχρονίζει με μέτρο, με λεπτό τρόπο περνάει το θέμα των προσφύγων και των αστέγων -το άστεγο κοριτσάκι με τα σπίρτα, που, στο τέλος, η Νεράιδα της Νύχτας του χαρίζει τα μαγικά κόκκινα παπούτσια και γίνεται μπαλαρίνα, είναι προσφυγάκι- κι η παράσταση που τη σκηνοθεσία της υπογράφει ο ίδιος, με μουσικό χαλί αγαπημένα κομμάτια κλασικής μουσικής, ζωντανά παιγμένα απ’ τους Μουσικούς της Καμεράτας υπό τον Παναγιώτη Βλάχο, είναι ζεστή, στραφταλιστή και με χιούμορ -εγώ, στο Μέγαρο Μουσικής, όπου παίζεται, την είδα στην πρεμιέρα της και σημείωσα κάποιες αμηχανίες και λάθη αλλά πιστεύω ότι θα στρωσε στο μεταξύ.
Η ευαίσθητη αλλά και δυναμική Λένα Παπαληγούρα, έστω κι αν λιγάκι «απαγγέλλει», ο έγκυρος Νίκος Κουρής κι ο λαμπερός
Γιώργος Νανούρης, που με το λευκό σακάκι, το μαύρο πουκάμισο και το λευκό παπιγιονάκι του βρίσκεται στο στοιχείο του -η ευκολία απεύθυνσης στο κοινό κι η αμεσότητα είναι τα μεγάλα του ατού, θυμήθηκα εκείνο το βαριετέ «Μια νύχτα χάρισμά σου», το 2010, στο Θησείο, στο τροχόσπιτο του Φεστιβάλ Αθηνών του Γιώργου Λούκου-, δίνουν τον τόνο. Αλλά η Μαρία Ναυπλιώτου είναι, νομίζω, το άστρον λαμπρόν της παράστασης: υπέρλαμπρη, στα κατάλευκα, ως 


Νεράιδα της Νύχτας που αφηγείται, με λόγο άριστα γειωμένο, «Τα κόκκινα παπούτσια» ψιλοχορεύοντας το καν-καν (!) απ’ τον «Ορφέα στον Άδη» του Όφενμπαχ και, κατόπιν, το βασικό μοτίβο της «Λίμνης των κύκνων» του Τσαϊκόφσκι (όπως μου επεσήμανε η Σοφούλα που μαζί με την Ζωίτσα με συνόδευσαν) και μέσα σε μια υπέροχη κυπαρισσί τουαλέτα -πραγματικό κυπαρίσσι!-, ηγεμονική ως Βασίλισσα Μαρία, με χιούμορ κι αλλάζοντας φωνές, τον «Χιονάνθρωπο» (που -αχ…- τον έλιωσε ο έρωτάς του για μια σόμπα), καταυγάζει την Αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης». Ωραίο μεσημέρι -πλημμυρισμένο από κόσμο το θέατρο-, η Ζωίτσα κι η Σοφούλα νομίζω ότι το φχαριστήθηκαν.
Να πάτε τα παιδάκια σας! Έχουν προσθέσει, στις προγραμματισμένες που ξεπούλησαν, άλλη μια παράσταση -την Παρασκευή 5 Ιανουαρίου, στις 14.30. 



Αφού μελέτησε -επισταμένως φαντάζομαι…- «παλαιούς χάρτες σε παλαιότερα μουσεία», βρήκε «τον όρο στην περιοχή» -σιμά, τέλος πάντων…- και βγήκε ο βουλευτής Β΄ Θεσσαλονίκης (ψηφαλάκια μου αγαπημένα…) και μάλιστα του ΣΥΡΙΖΑ, πρώην αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών αλλά και τέως υφυπουργός -μάλιστα!- Εξωτερικών στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ Δημήτρης Μάρδας και τι, λέτε, πρότεινε; Το «συγκεκριμένο κρατίδιο» -ξέρετε εσείς, εδώ, στην Ελλαδάρα, κράτος, ως γνωστόν, μ’ αρχίδια, ποιο εννοεί- να το βαφτίσουμε -μια κι έχουμε με το ζόρι αναλάβει αυτόκλητοι νονοί του- Δακία!!! Ναι, καλέ, Δακία! Δακία!
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή… (Επιθεώρησηηηηηη, ΠΟΥ είσαι;).


Πάντα ενεργή η σπουδαία ελλαδίτισσα ηθοποιός Αννίτα Σαντοριναίου που ζει και προσφέρει εδώ και χρόνια πολλά στην Κύπρο -έχουμε μερικές Ηθοποιούς εκεί, που όταν εμφανιστούν εδώ μας αποστομώνουν… Αυτές τις μέρες ετοιμάζεται, με 
συμπρωταγωνιστή τον επίσης καλό Σταύρο Λούρα και με τον Άντονι Παπαμιχαήλ, για τις «Καρέκλες» του Ιονέσκο, έργο πια κλασικό, εμβληματικό του Θεάτρου του Παραλόγου, που ανεβάζει ο σύντροφός της στη ζωή, επίσης ηθοποιός αλλά και σκηνοθέτης, Γιώργος Μουαΐμης -ο οποίος υπογράφει και τη διασκευή/ελεύθερη απόδοση. Τα σκηνικά και τα κοστούμια, του Στέλιου Στυλιανού, η μουσική του Δημήτρη Ζαχαρίου, οι στίχοι του Σταύρου Σταύρου, η χορογραφία/κίνηση της Μαριάννας Μουαΐμη.
Στις 12 Ιανουαρίου, στο θέατρο «Δέντρο» της Λευκωσίας.




Ότι τα -αμερικάνικα- Βραβεία Πούλιτσερ φέρουν ένα βάρος ειν’ αλήθεια -παράδοση 100 χρόνων, απ’ το 1917. Αλλά για τα αμερικάνικα μέτρα… Το Πούλιτσερ για θεατρικό έργο -τουλάχιστον-, ειδικά τα τελευταία χρόνια, έχει ξεφτίσει, δεν ταυτίζεται, πάντα, με πραγματικά σημαντικά έργα -συνήθως τα βραβευόμενα είναι, απλώς, «έργα καλοφτιαγμένα».

Ο «Αύγουστος» του Τρέισι Λετς -Βραβείο Πούλιτσερ για Θεατρικό Έργο 2008- είναι μια πλούσια, χορταστική σάγκα, «καλοφτιαγμένο έργο», που λέγαμε, πολυπρόσωπο, με δράση, με εκπλήξεις αλλά μέχρις εκεί. Η αίσθησή την οποία μου άφησε το έργο που ’δα φέτος στο «Χορν» ήταν ότι καμώνεται το ουσιαστικό -δεν είναι. Είναι φτιαγμένο πάνω στη συνταγή ν’ αρέσει στο ευρύ κοινό, για να παίζεται μήνες ή και χρόνια στο Μπρόντγουέι -όπως κι έγινε-, και, κατόπιν, να γίνει ταινία με σταρ -όπως κι έγινε.

Αντλώντας απ’ τον Ο’ Νιλ, τον Γουίλιαμς, τον Άλμπι… -η Βάιολετ, η δηλητηριώδης μάνα της οικογένειας του έργου, είναι τόσο Μέρι Τάιρον απ’ το «Ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα», όσο και Αμάντα Γουίνκφιλντ του «Γυάλινου κόσμου», όσο και Μάρθα του «Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ»-, ο Λετς μοιάζει να ’χει δημιουργήσει ένα θεατρικό έργο-υβρίδιο. Καλές οι επιμειξίες αλλά ο συγγραφέας παραφορτώνει το κείμενό του. Κι όταν, στην τρίτη πράξη, μπαίνει στη μέση και το θέμα «αιμομιξία ανάμεσα σ’ αδέρφια που δεν το ’ξεραν ότι είναι αδέρφια», ε, τότε καταλήγει σε μελό, στιλ «Αι δύο ορφαναί», κι εγώ έχασα πάσα ιδέα- δεν έχω δει την ταινία. Και, όχι, δε θα πάρω…
Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης έχει κάνει -πάνω σε μια πασιφανώς εξαιρετική μεταφραστική δουλειά του Μανώλη Δούνια- 
μια προσεγμένη σκηνοθεσία. Αλλά για ζέστη αυγουστιάτικη αποπνικτική άκουγα και ζέστη δεν ένοιωσα. Δεν εννοώ ν’ άναβαν τα καλοριφέρ και να ιδρώναμε αλλά να νοιώσω ότι οι ήρωες ένοιωθαν την, περί ης ο λόγος, αφόρητη ζέστη δεν το ’νοιωσα -είναι πολύ λεπτές αποχρώσεις αυτές κι ο Λευτέρης Βογιατζής δεν είναι πια μαζί μας για να τις ψάξει και να τις βρει…
Υποστηριγμένη από καλή, στο σύνολό της, διανομή, η παράσταση δίνει στην Θέμιδα Μπαζάκα το προβάδισμα για μια εντυπωσιακή ερμηνεία σ’ έναν, βέβαια, ιδιαίτερα αβανταδόρικο ρόλο -εξαιρετική. Απλώς σκεφτόμουν: ο/η εξαρτημένος/η από χάπια παραπατάει σαν μεθυσμένος; Υποθέτω ότι θα το ’ψαξαν. Ομολογώ, πάντως, πως την Μαρία Πρωτόπαπα είδα να κάνει την πιο ουσιαστική ερμηνεία -κάθε φορά και καλύτερη, ηθοποιός με φόντα!


Όταν είσαι κριτικός (θεάτρου γα παράδειγμα), αν, σε -θετική- κριτική σου για παράσταση, θέτεις στο κείμενό σου τους συναδέλφους σου κριτικούς, που ήταν αρνητικοί για την ίδια παράσταση, εντός εισαγωγικών -«κριτικοί»- και, αναφερόμενος σ’ αυτά που ’γραψαν εκείνοι, πριν από σένα, γράφεις ότι «τέτοιες παρατηρήσεις […] έρχονται από την ‘προϊστορία’ της Κριτικής», τότε, δεν είσαι μόνον αντισυναδελφικός, αντιδεοντολογικός και αγενής. Φανερώνεις απροκάλυπτα και μια Έπαρση. Που πρέπει να την προσέξεις. Κρίμα τις επιστημονικές περγαμηνές… (Αναγκαία διευκρίνιση: δε συγκαταλέγομαι στους συναδέλφους του ως άνω κριτικού θεάτρου ώστε να θίγομαι άμεσα και τη γνώμη μου για τη συγκεκριμένη παράσταση την έγραψα ΜΕΤΑ την κριτική του).



Εξαιρετική η εικόνα -το ανέφερα στο περασμένο, «Τέταρτο Κουδούνι», στις 24 Δεκεμβρίου- της -πρόσφατα αναβαθμισμένης- ηλεκτρονικής σελίδας του Εθνικού Θεάτρου. Αλλά τo Ψηφιοποιημένο Αρχείο που περιλαμβάνεται στη σελίδα -ιστορία 85 χρόνων ειν’ αυτή…- έχει προβλήματα -ελλείψεις.
Σποραδικά το ’χα διαπιστώσει και παλιότερα αλλά τώρα το συνειδητοποίησα ακριβώς. Μπαίνω, τυχαία, να ψάξω για τις συνεργασίες του σκηνοθέτη Δημήτρη Μαυρίκιου με το Εθνικό. Είναι, προς το παρόν, έξι. Υπάρχουν ψηφιοποιημένα το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», υπάρχει η «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή, υπάρχει το «Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα» και… τέρμα. Δεν υπάρχει ο «Ερίκος Δ΄» του Πιραντέλο, δεν υπάρχει η «Ανδρομάχη» του Ρακίνα, δεν υπάρχει η «Φρεναπάτη». Τρεις απ’ 


τις έξι παραστάσεις του στο Εθνικό, εξαφανισμένες. Και, μάλιστα, οι νεότερες.
Υπεισέρχομαι στα… ενδότερα του Αρχείου και διαβάζω: «Το Ψηφιοποιημένο Αρχείο του Εθνικού Θεάτρου περιλαμβάνει τις συλλογές του ΕΘ, από το 1932 έως το 2005». Δηλαδή; Δεν έχω καταλάβει. Απ’ το 2005 έως το 2017; Δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια λείπουν; Γιατί; Το αρχείο δεν έχει συμπληρωθεί ακόμα; Είναι σε στάδιο ενημέρωσης; Η ενημέρωση έχει σταματήσει; Αν ναι, θα ’πρεπε, όμως, αυτό ν’ αναφέρεται, έτσι;
Πάντως, το θέμα, έτσι ή αλλιώς, είναι πολύ σοβαρό και νομίζω ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί. Σύντομα. Διότι ο χρόνος περνάει κι οι παραστάσεις σωρεύονται.


Πολλοί σοκαρίστηκαν στην «Αντιγόνη-Lonely Planet» της Λένας Κιτσοπούλου, στην «Στέγη», με την περιγραφή απ’ την Σοφία Κόκκαλη -εκ των σκιέρ-Χορού της παράστασης, πριν γίνει Αντιγόνη-, μιας έκτρωσης που η σκιέρ έκανε, λέει, στο παρελθόν, ιδίοις χερσί, με το μπαστούνι του σκι. Στο οποίο, μετά την περιγραφή, μας παρουσιάζει καρφωμένο ένα κομμάτι συκώτι -το, α λα Κιτσοπούλου, έμβρυο της έκτρωσης.
Καλά, ψυχραιμία, μην κάνετε έτσι. Έχει προηγηθεί ο Φραντς Σάβερ Κρετς -χρόοονια πριν, γερμανική πρωτοπορία του ’70. Στο μονόπρακτο του οποίου «Κατ’ οίκον εργασία» (1971, κοντά πενήντα χρόνια πριν) η ηρωίδα του κάνει ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ έκτρωση -ναι!- με βελόνα του πλεξίματος.
Το μονόπρακτο είδαμε ΚΑΙ στην Αθήνα, τη σεζόν 1982/1983, στο «Πορεία», όταν το ανέβασε, ως δίπτυχο με το άλλο μονόπρακτο του Κρετς «Άνω Αυστρία», πρωτοπαρουσιάζοντας, αν δεν κάνω λάθος, το συγγραφέα στην Ελλάδα, ο Λεωνίδας Τριβιζάς, με το «Λαϊκό Πειραματικό Θέατρό» του -η Γκέλυ Μαυροπούλου έπαιζε τον συγκεκριμένο ρόλο. Και το ξανάδαμε στην «Στοά» -στη Σκηνή «Στοά 2» που ’χε τότε δημιουργήσει ο Θανάσης Παπαγεωργίου-, τη σεζόν 1994/1995, και πάλι μαζί με το «Άνω Αυστρία» και υπό τον κοινό τίτλο «Όλα θα πάνε καλά», σε σκηνοθεσία Γιάννη Αναστασάκη, με την Μαρία Τσιμά. Δε θυμάμαι ούτε βρήκα αν ανέβηκε ξανά. Θυμάμαι, όμως, πως και στις δυο περιπτώσεις είχαν σημειωθεί αντιδράσεις απ’ τους θεατές και λιποθυμίες (Φωτογραφία: Σταύρος Χαμπάκης).


«Είμαστε αλάνια» οργανωμένο απ’ τον Σύλλογο των Φίλων της Μουσικής στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Μαριώ-«Το ρεμπέτικο ‘αλλιώς’!» στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης... Μεσ στα κέφια τα δυο Μέγαρα! Ε, λοιπόν, ήγγικεν το πλήρωμα του χρόνου ώστε το ιστορικόν, δια χειρός Γεωργίου Παυριανού στιχουργηθέν, «Εγώ δεν πάω Μέγαρο, θα μείνω με τον παίδαρο» να βρει τη δικαίωσή του μετεξελισσόμενο σε «Εγώ θα πάω Μέγαρο, παρέα με τον παίδαρο»… Προσεχώς, συν πιάτα και γαρύφαλλα, υποθέτω.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…


Καλή μας χρονιά!