June 22, 2017

Ο Νίκος Μαστοράκης για πρώτη φορά στην όπερα: σκηνοθετεί στην Λυρική τo άπαιχτo στην Ελλάδα «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Γκουνό με Μυρτώ Παπαθανασίου


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 



Ο Νίκος Μαστοράκης κάνει το ντεμπούτο του στην όπερα και, ειδικότερα, στην Εθνική Λυρική Σκηνή: ο νέος καλλιτεχνικός διευθυντής της Γιώργος Κουμεντάκης του ανέθεσε να
σκηνοθετήσει, την επόμενη σεζόν, τη -βασισμένη στο έργο του Σέξπιρ κι άπαιχτη στην Ελλάδα- όπερα «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Σαρλ Γκουνό, στην καινούργια στέγη της Λυρικής -στην Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος» του ΚΠΙΣΝ, την Κεντρική Σκηνή της. Σε μουσική διεύθυνση Λουκά Καρυτινού και με την εξαίρετη σοπράνο Μυρτώ Παπαθανασίου στο ρόλο της Ιουλιέτας.
Η τραγωδία «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» (χρονολογείται μεταξύ 1591 και 1595) του Ουίλιαμ Σέξπιρ -δυο , σχεδόν, παιδιά ακόμα,
o Ρωμαίος απ’ τον Οίκο των Μοντέγων κι η Ιουλιέτα απ’ τον Οίκο των Καπουλέτων, που ζουν στη, σπαρασσόμενη απ’ την αιματοβαμμένη έχθρα ανάμεσα στις οικογένειές τους, αναγεννησιακή ιταλική Βερόνα του Σέξπιρ, ερωτεύονται θανάσιμα, στην κυριολεξία, όπως τελικά αποδεικνύεται: παντρεύονται κρυφά με τη βοήθεια της παραμάνας της Ιουλιέτας και του φραγκισκανού μοναχού, πατέρα Λαυρέντιου, έμπιστου του Ρωμαίου, αλλά, καθώς ο έρωτας κι ο μυστικός γάμος τους συμπίπτουν μ’ ένα διπλό φονικό (του Μερκούτιου, φίλου του Ρωμαίου, απ’ τον Τιβάλτο, ξάδερφο της Ιουλιέτας, και του Τιβάλτου απ’ τον Ρωμαίο), αναγκάζονται να χωριστούν, ο Ρωμαίος εξορίζεται στην Μάντοβα, ο πατέρας Καπουλέτος αναγκάζει την Ιουλιέτα να ετοιμάζεται για γάμο με τον κόμη Πάρι κι, από μια τραγική σύμπτωση κι ένα κακό χειρισμό του πατέρα Λαυρέντιου, καταλήγουν στην αυτοκτονία- μετασχηματίστηκε απ’ τους Ζιλ Μπαρμπιέ και Μισέλ Καρέ σε λιμπρέτο. Πάνω στο οποίο
συνέθεσε ο Σαρλ Γκουνό, μεταξύ 1865 και 1866, την ομώνυμη πεντάπρακτη όπερά του που έκανε την -πολύ επιτυχημένη- πρεμιέρα της τον Απρίλιο του 1867 στο «Αυτοκρατορικό Λυρικό Θέατρο» («Τεάτρ-Λιρίκ»).
Στο τέλος της ίδιας χρονιάς δόθηκε στο Λονδίνο η πρεμιέρα της ιταλικής εκδοχής του «Ρωμαίου» (η φωτογραφία απ' την παράσταση αυτή, με Ιουλιέτα την Αντελίνα Πάτι και Ρωμαίο τον Μάριο), το 1873 ανέβηκε και πάλι στο Παρίσι, αλλά στην «Οπερά-Κομίκ», μια αναθεωρημένη απ’ τον Ζορζ Μπιζέ εκδοχή της όπερας και το 1888 μια δεύτερη, αναθεωρημένη αυτή τη φορά απ’ τον γάλο συνθέτη, στην Όπερα, πια, του Παρισιού. Έως και παρωδία του «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» -γεγονός ενδεικτικό της επιτυχίας του έργου- με τον τίτλο-συνήχηση «Rhum et Eau en Juillet» («Ρούμι και νερό τον Ιούλιο»), σε μουσική Μ. Ε. Ντεζαζέ, εμφανίστηκε στο Παρίσι, στο Θέατρο «Ντεζαζέ», την ίδια χρονιά της πρεμιέρας.
Το έργο του Γκουνό δεν έχει παρουσιαστεί ποτέ στην Ελλάδα -τουλάχιστον τον 20ο και 21ο αιώνα- παρά μόνο έχει μεταδοθεί ζωντανά -στην Αθήνα, στο Μέγαρο Μουσικής-, απ’ την «Μετροπόλιταν Όπερα» της Νέας Ιόρκης, στη σειρά μεταδόσεων «Met Live», τον περασμένο Ιανουάριο, σε μουσική διεύθυνση Τζαναντρέα Νοσέντα και σε σκηνοθεσία -εξαίρετη παράσταση, έχω γράψει, σχετικά, στο «Τέταρτο Κουδούνι», στις 26 Ιανουαρίου 2017- του Μπάρτλετ Σέαρ, με τον
Βιτόριο Γκρίγκολο και την Ντιάνα Ντάμράου στους επώνυμους ρόλους.
Έργο του Γκουνό που χει ανεβάσει η Λυρική Σκηνή πιο πρόσφατα ήταν ο «Φάουστ», το χειμώνα 2011/2012, στην Αίθουσα «Τριάντη» του Μεγάρου Μουσικής, σε μουσική
διεύθυνση Μύρωνα Μιχαηλίδη και σκηνοθεσία Ρενάτο Τζανέλα.
Ας σημειωθεί ότι ο Νίκος Μαστοράκης, που ’χει ισχυρούς δεσμούς με τη μουσική κι υπογράφει πάντα τη μουσική επιμέλεια 
στις παραστάσεις του, ντεμπουτάρει στην όπερα, αλλά με τον Σέξπιρ, σ έργο του οποίου βασίζεται η όπερα του Γκουνό, έχει 
ήδη ασχοληθεί: το καλοκαίρι του 2006 και στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Επιδαύρου ανέβασε, με το «Θέατρο Τέχνης», την -υπέροχη- παράσταση «Ένα όνειρο», «κατά το ‘Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας’ του Σέξπιρ», σε δραματουργική επεξεργασία του (Φωτογραφία: Χάρης Ακριβιάδης).
Όσο για την Μυρτώ Παπαθανασίου, την λαρισαία λυρική σοπράνο με την εξαιρετική διεθνή καριέρα, η οποία -πανέμορφη- συνδυάζει εμφάνιση, έξοχη υποκριτική και σπουδαία φωνή, είναι η πρώτη φορά που θα ερμηνεύσει Ιουλιέτα αλλά και, γενικότερα, Γκουνό.
Η ημερομηνία της πρεμιέρας του «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Νίκου Μαστοράκη κι οι λοιποί συντελεστές καθώς κι η ολοκληρωμένη διανομή προφανώς θα ανακοινωθούν στη συνέντευξη Τύπου που δίνει την Δευτέρα ο Γιώργος Κουμεντάκης για το ρεπερτόριο της σεζόν 2017/2018. Πάντως το σίγουρο είναι ότι ο τενόρος που θα ερμηνεύσει Ρωμαίο ακόμα αναζητείται.

June 17, 2017

Ο Σίλβιου Πουρκαρέτε στο ΚΘΒΕ: σκηνοθετεί για πρώτη φορά «Άμλετ»!


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 


Ο Σίλβιου Πουρκαρέτε, ο διεθνούς διαμετρήματος, πολυβραβευμένος ρουμάνος σκηνοθέτης του θεάτρου -αλλά και του κινηματογράφου-, έρχεται, προσκαλεσμένος απ’ τον Γιάννη Αναστασάκη, καλλιτεχνικό διευθυντή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, να σκηνοθετήσει στην κρατική Σκηνή της Θεσσαλονίκης τον «Άμλετ» του Ουίλιαμ Σέξπιρ, εναρκτήριο της μεθεπόμενης σεζόν 2018/2019.
Ο Γιάννης Αναστασάκης συνάντησε τον Σίλβιου Πουρκαρέτε -ο οποίος ζει στην Γαλία- στην Ρουμανία, στο Διεθνές Φεστιβάλ Θεάτρου του Σιμπίου της Τρανσιλβανίας, το οποίο διεξάγεται τις μέρες αυτές και στο οποίο ήταν καλεσμένος. Ο Πουρκαρέτε, επίτιμο μέλος του Φεστιβάλ, συμμετέχει με τον «Φάουστ» του

Γκέτε που ’χει ανεβάσει με το Εθνικό Θέατρο «Ράντου Στάνκα» του Σιμπίου, ήδη απ’ το 2007, παράσταση θρυλική πια, ενώ, προς τιμήν του, έχει οργανωθεί στο πλαίσιο του Φεστιβάλ, με τον τίτλο «Το Σύμπαν του Πουρκαρέτε», κι έκθεση φωτογραφιών που ’χει τραβήξει ο ίδιος. Ο Γιάννης Αναστασάκης, ο οποίος είχε, ήδη, δει, παλαιότερα τον «Φάουστ» του, κάλεσε τον Σίλβιου Πουρκαρέτε ο οποίος αποδέχτηκε την πρόσκληση, συμφώνησαν για την αμοιβή του και θα ’ρθει στην Θεσσαλονίκη, αρχές Νοεμβρίου, για να δει τους ηθοποιούς του ΚΘΒΕ και να ετοιμάσει τη διανομή για την παράστασή του η οποία προγραμματίζεται για αρχές Νοεμβρίου του 2018, εναρκτήρια στο θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών. Ο πρόεδρος, μάλιστα, του Φεστιβάλ Σιμπίου, ο μολδαβικής καταγωγής ηθοποιός Κονσταντίν Κιριάκ, όταν πληροφορήθηκε για τη συνεργασία, κάλεσε, εν λευκώ, τον «Άμλετ» του Πουρκαρέτε και του ΚΘΒΕ στο Φεστιβάλ Σιμπίου του 2019.
Ας σημειωθεί πως είναι ο τρίτος -και διαπρεπέστερος, πρόκειται για γεγονός- ξένος σκηνοθέτης που μετακαλεί ο Γιάννης Αναστασάκης στα προγραμματισμένα τρία χρόνια της πρώτης θητείας του -η οποία, ακριβώς, τον Νοέμβριο του 2018 λήγει-, μετά τον Νικίτα Μιλιβόγιεβιτς που σκηνοθέτησε, τη χειμερινή περίοδο 2016/2017 η οποία έληξε, την «Μάνα κουράγιο» του Μπρεχτ, και τον Τσέζαρις Γκραουζίνις που θα κάνει, την προσεχή σεζόν 2017/2018, την «Ρώσικη επανάσταση», σε δική του σύνθεση κειμένων, παράσταση η οποία ανεβαίνει με αφορμή την επέτειο των 100 χρόνων της επανάστασης που άλλαξε την πορεία του κόσμου -έναν κάθε χρόνο.
Ο -67χρονος, σήμερα- Σίλβιου Πουρκαρέτε ξεκίνησε τη σκηνοθετική καριέρα του στο Βουκουρέστι, το 1974, και σύντομα κατέκτησε την εκτίμηση ως δημιουργός εξαιρετικών παραστάσεων. To 1986 τιμήθηκε με το Εθνικό Βραβείο Θεάτρου για την παράσταση της «Μικρής πλατείας» του Γκολντόνι. Απ’ το 1989 μέχρι το 1996 συνεργάστηκε με το Εθνικό Θέατρο της Κραγιόβα, όπου πολυάριθμες παραγωγές του τράβηξαν την προσοχή όχι μόνο στην Ρουμανία αλλά και στο εξωτερικό, καλεσμένες σε πολλά μεγάλα φεστιβάλ, σε περιοδείες σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Έχει ανεβάσει έργα Πλαύτου, Σενέκα, Οβίδιο, Βοκάκιο, έργα Ραμπελέ, Καρατζιάλε, Ζαρί, Ζιροντού, Βέντεκιντ, Σαρτρ, Μπέκετ…
Απ’ τις αρχές της δεκαετίας του ’90 άρχισε να γίνεται περιζήτητος σε Σκηνές του εξωτερικού ως σκηνοθέτης πρόζας αλλά και όπερας. Έχει συνεργαστεί με την Κρατική Όπερα της Βιένης («Ρομπέρτο Ντεβερέ» του Ντονιτσέτι), με το «Μπούργκτεάτερ» της Βιένης («Βάκχες» του Ευριπίδη), το Θέατρο «Κάτονα Γιόζεφ» της Βουδαπέστης, το «Θέατρο της Μπέερσέμπα» στο Ισραήλ («Μισάνθρωπος» του Μολιέρου), με το Φεστιβάλ «Προ Μούζικα» της Βρέμης, στην Γερμανία («Οπερα G» του Πόποβιτς), με το Θέατρο «Λίρικ» του Χάμερσμιθ, στο Λονδίνο («Ορέστεια» του Αισχύλου), το «Νορβηγικό Θέατρο» του Όσλο («Ορέστεια»), τον Βασιλικό Σεξπιρικό Θίασο («Μακμπέτ» του Ιονέσκο), την Όπερα της Βόνης («Κάστωρ και Πολυδεύκης« του Ραμό, «Σατιαγκράχα» του Φίλιπ Γκλας, «Γιεβγκένι Ονιέγκιν» του Τσαϊκόφσκι, «Λουτσία ντι Λάμερμουρ» του Ντονιτσέτι, «Όνειρο μεσοκαλοκαιριάτικης νύχτας» του Μπέντζαμιν Μπρίτεν) καθώς και με την Μπιενάλε της Βόνης, με το Θέατρο «Τσόκονάι» στο Ντέμπρετσεν της Ουγγαρίας («Πουλί της φωτιάς» του Προκόφιεφ)…
Στο Θέατρο «Άαλτο» του Έσεν, στην Γερμανία, έχει ανεβάσει «Μποέμ» του Πουτσίνι και στην «Σκοτική Όπερα», στην Γλασκόβη, τον «Πάρσιφαλ» του Βάγκνερ. Το 2008 ήταν ο σκηνοθέτης στην παγκόσμια πρώτη της όπερας του Ούγγρου Πέτερ Έτβος «Έρως και άλλα δαιμόνια», βασισμένης στο μυθιστόρημα «Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων» του Μάρκες, στο βρετανικό Φεστιβάλ του Γκλάιντμπορν, παραγωγή που παρουσιάστηκε και στις Όπερες του Βίλνιους της Λιθουανίας, της Κολονίας και του Στρασβούργου. Στο Εθνικό Θέατρο «Ράντου Στάνκα» του Σιμπίου ανέβασε το 2007 -πριν από δέκα χρόνια- τον «Φάουστ» του Γκέτε, που το καλοκαίρι του 2009 ανέπτυξε στο Διεθνές Φεστιβάλ του Εδιμβούργου, σε μια παραγωγή μεγάλης κλίμακας,
σε διάφορους χώρους της πόλης, η οποία επρόκειτο να γίνει θρυλική. Άλλη μια παράσταση μνημειακής κλίμακας έκανε ο Σίλβιο Πουρκαρέτε, στο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου επίσης, το καλοκαίρι 2012, με «Τα ταξίδια του Γκάλιβερ» του Σουίφτ. Στο Νανσί σκηνοθέτησε, για την Εθνική Όπερα της Λορένης, την μπαρόκ όπερα του Λεονάρντο Βίντσι «Αρταξέρξης», παράσταση η οποία παρουσιάστηκε και στην Βασιλική Όπερα των Βερσαλιών.
Πιο πρόσφατα έχει αναλάβει τη σκηνοθεσία, στην Αγία Πετρούπολη, στην Σκηνή «Πριμόρσκι» του Θεάτρου «Μαρίινσκι», της παγκόσμιας πρώτης της όπερας του Αντόν Λούμπτσενκο «Δόκτορ Ζιβάγκο» απ’ το μυθιστόρημα του Παστερνάκ ενώ στο Θέατρο «Κολόν» του Μπουένος Άιρες ανέβασε τις όπερες του Ραχμάνινοφ «Αλέκο» και «Φραντσέσκα ντα Ρίμινι» και «Κατά φαντασίαν ασθενή» του Μολιέρου στην Mόσχα, στο Θέατρο «Βαχτάνγκοφ».
Ο διακεκριμένος σκηνοθέτης έχει διατελέσει καλλιτεχνικός διευθυντής στο Θέατρο «Μπουλάντρα» του Βουκουρεστίου -που είδαμε δυο φορές στην Θεσσαλονίκη, στα Φεστιβάλ της Ένωσης των Θεάτρων της Ευρώπης, το 1997 και το 2001, αλλά με παραστάσεις που υπέγραφαν άλλοι σκηνοθέτες- και στο Εθνικό Δραματικό Κέντρο του Λιμουζέν/«Θέατρο της Ένωσης», στην Λιμόζ της Γαλίας, όπου ανέβασε «Ορέστεια» του Αισχύλου, «Τρεις αδελφές» του Τσέχοφ, «Ντομ Ζουάν» του Μολιέρου.
Ιδιαίτερη αδυναμία του Σίλβιου Πουρκαρέτε -που το 2012 έκανε το ντεμπούτο του και στον κινηματογράφο με την ταινία «Κάποτε στην Παλιλούλα»-, τα έργα του Σέξπιρ. Στη 43χρονη καριέρα του έχει ήδη ανεβάσει «Ρομέο και Ιουλιέτα», «Ριχάρδο Γ΄», «Τίτο Ανδρόνικο», «Δωδέκατη νύχτα», «Με το ίδιο μέτρο», «Τρωίλο και Χρυσηίδα», «Ιούλιο Καίσαρα», τη σύνθεση «Ιμπί βασιλιάς με σκηνές απ’ τον Μακμπέθ», όπου συνδύασε το έργο του Ζαρί με σκηνές απ’ τον σεξπιρικό «Μακμπέθ», και την «Τρικυμία», παράσταση που έκανε το 1995, στο Νότινχαμ της Βρετανίας, με το «Νότινχαμ Πλέιχάους», για την οποία βραβεύτηκε με το Βραβείο «Πίτερ Μπρουκ» και την οποία είχαμε


την τύχη να δούμε στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, το 1995. «Άμλετ» δεν έχει κάνει ποτέ. Θα τον σκηνοθετήσει για πρώτη φορά στο ΚΘΒΕ.
Στην Ελλάδα είδαμε ακόμα μια παράστασή του, την επόμενη χρονιά -1996: την «Φαίδρα», βασισμένη στην τραγωδία του Σενέκα αλλά και στον «Ιππόλυτο» του Ευριπίδη, που παρουσιάστηκε στην Θεσσαλονίκη, στο θέατρο «Αμαλία», απ το Εθνικό Θέατρο «Μαρίν Σορέσκου» της Κραγιόβα, στο πλαίσιο του φεστιβάλ «Θεατρική Άνοιξη» το οποίο διοργάνωνε η Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης».
Ως προς τον «Άμλετ», θα ’ναι η τρίτη φορά που το κορυφαίο έργο του Σέξπιρ- ίσως και το κορυφαίο αριστούργημα όλων των εποχών- ανεβαίνει στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Eλλάδος -πάντα στο θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών. Αξιοσημείωτο είναι πως και τις δυο προηγούμενες φορές ο σκηνοθέτης ήταν ξένος: την πρώτη φορά, τη σεζόν 1981/1982, ο Τσεχοσλοβάκος Γιαν Κάπλαν, με Άμλετ τον Κοσμά Ζαχάρωφ, Κλαύδιο τον Ανδρέα Ζησιμάτο, Γερτρούδη την Ελεάνα Απέργη, Οφηλία την Λυδία Φωτοπούλου, Πολόνιο τον Κώστα Ματσακά, Οράτιο τον Ρήγα Αξελό, Λαέρτη τον Χάρη Τσιτσάκη. 
Τη δεύτερη, ο Πολονός -που ζούσε στη Μεγάλη Βρετανία- Άντριου Βισνέβσκι, με τον Γιώργο Κιμούλη στον επώνυμο ρόλο, Κλαύδιο τον Tίτο Βανδή, Γερτρούδη την Κατερίνα Χέλμη, Οφιλία και πάλι την Λυδία Φωτοπούλου, Πολόνιο τον Νίκο Βρεττό, Οράτιο τον Δημήτρη Καρέλλη, Λαέρτη τον Αντώνη Αναστασάκη.
Ο «Άμλετ» παρουσιάστηκε στο ΚΘΒΕ και τη σεζόν 2007/2008, ως ημιτελής «παράσταση εν προόδω», σε σκηνοθεσία του Λιθουανού Όσκαρας Κορσουνόβας και με τον Ντάριους Μεσκάουσκας στον κεντρικό ρόλο, με αφορμή τις εκδηλώσεις του θεσμού του Θεατρικού Βραβείου Ευρώπης, στο πλαίσιο του οποίου ο Κορσουνόβας τιμήθηκε με το Βραβείο «Νέες Θεατρικές Πραγματικότητες».
Το πιο πρόσφατο ανέβασμα του «Άμλετ» στην Ελλάδα -όπου τελευταία ανεβαίνει πολύ συχνά…- ήταν, τη χειμερινή σεζόν που έληξε, απ’ τον Γιάννη Κακλέα, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, με Άμλετ τον Κωνσταντίνο Ασπιώτη ενώ ο Αιμίλιος Χειλάκης επανέλαβε, γι άλλη μια φορά -στο θέατρο «Τζένη Καρέζη» πια- το μονόλογο «Μόνος με τον Άμλετ» -που είχε πρωτοπαρουσιάσει, τη σεζόν 2013/2014, στο θέατρο «Απόλλων» της Πάτρας, συμπαραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας με το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, όπου παρουσιάστηκε στη συνέχεια, και με τη δική του εταιρεία «αρτΙVITIES»-, ένα συμπίλημα του σεξπιρικού «Άμλετ» σε διασκευή και συν- σκηνοθεσία του Μανώλη Δούνια και του ίδιου του Αιμίλιου Χειλάκη.

June 16, 2017

Tip: «Αυτοκρατορία»


Εξομολογήσεις που καθηλώνουν

Τέσσερις ηθοποιοί -καλοί ηθοποιοί- στη σκηνή: η Μεγάλη Μάγια Μόργκενστερν -Εβραία της Ρουμανίας-, ο Ακύλλας Καραζήσης -ο δικός μας-, ο Ράμο Άλι -Κούρδος, πρόσφυγας από την Συρία-, ο Ράμι Χαλάφ -Σύριος πρόσφυγας που ζει στην Γαλία. Σε ένα σκηνικό που απομιμείται το σπίτι του Κούρδου. Και οι τέσσερις μπροστά από μία κάμερα. Στην οποία αφηγούνται κομμάτια από τις ζωές τους -στην οθόνη, βασικά, τους βλέπουμε, κι ας είναι σχεδόν διαρκώς παρόντες. Η Μάγια Μόργκενστερν για τον παππού της που ήταν στο Άουσβιτς όπου η ίδια γύρισε μία ταινία και έψαχνε, τότε, στα αρχεία να βρει το όνομά του γιατί εκείνος, που επέζησε, ποτέ δεν μιλούσε γι αυτό, για τον αντισημιτισμό που τη συνάντησε από παιδάκι ακόμη, για τα δύσκολα χρόνια του Τσαουσέσκου, για εμπειρίες της γυρισμάτων από «Τα Πάθη του Χριστού» του Μελ Γκίμπσον, όπου έπαιζε την Παναγία -ταινία που κατηγορήθηκε για αντισημιτισμό-, από «Το βλέμμα του Οδυσσέα» του δικού μας Θόδωρου Αγγελόπουλου, όπου επίσης έπαιζε -γυρίσματα που κράτησαν δύο χρόνια καθώς ο σκηνοθέτης περίμενε την ομίχλη…-, για τους δύο αποτυχημένους γάμους της, για τα παιδιά της, για τις ενοχές της αν υπήρξε καλή μητέρα καθώς συχνά και για πολύ ήταν μακριά τους, για τη μοναξιά… 

Ο Ακύλλας Καραζήσης θυμάται τον παππού του και τη ρωσίδα γιαγιά του, που από την Ρωσία, μετά την Επανάσταση, βρέθηκαν πρόσφυγες στην Θεσσαλονίκη, για τις παιδικές ερωτικές φαντασιώσεις του με μία κινέζα πριγκίπισσα των κόμικς -απολαυστικός!-, για το ζωγράφο πατέρα του, για τη σκοτεινή, στα χρόνια της Χούντας, Θεσσαλονίκη απ’ όπου έφυγε στην Γερμανία, για να σπουδάσει, για την Χαϊδελβέργη όπου από φοιτητής και ερασιτέχνης μουσικός ξαφνικά, τυχαία, βρέθηκε στο θέατρο, για την επιστροφή του στην Ελλάδα, για τη στιγμή που ένοιωσε ότι αγάπησε, για εντελώς ιδιαίτερους λόγους, το θέατρο, όταν έπαιζε στον «Αίαντα» του ΚΘΒΕ, για το πατρικό εξοχικό σπίτι έξω από την Θεσσαλονίκη, στα βράχια, πάνω από τη θάλασσα, για τις κόρες του που φοβούνται εκεί τα βράδια, όπως και εκείνος όταν ήταν μικρός…

Ο Κούρδος ηθοποιός με τα 13 αδέλφια, θυμάται τη μάνα του, την Επανάσταση, τη φυλάκισή του σε ένα θεοσκότεινο κελί-φέρετρο, για τη φυγή του από την Συρία, το ταξίδι της επιστροφής για να δει τους δικούς του, την ξαδέρφη του που έχασε το κοριτσάκι της σε έκρηξη, τον άντρα της που έχασε την πρώτη του γυναίκα και τα δύο παιδάκια τους στο Αιγαίο ενώ προσπαθούσαν να το σκάσουν...

Ο Σύριος ηθοποιός μιλάει για τα δικά του εννιά αδέλφια, την Επανάσταση, τη φυγή του στην Γαλία, για τη δουλειά του στο Ράδιο Ροζάνα, έναν συριακό αντιπολιτευτικό ραδιοφωνικό σταθμό στο Παρίσι, τη γαλίδα γυναίκα του, τη μάνα του που πέθανε και δεν μπορούσε, ως πρόσφυγας, να πάει στην κηδεία της, για τον μεγαλύτερο αδελφό του που χάθηκε και δεν έμαθαν ποτέ τι απέγινε, για το κόλλημά του να ψάχνει στο ίντερνετ, ανάμεσα σε φωτογραφίες χιλιάδων, μετά από βασανιστήρια, νεκρών, που ένας συνεργάτης των κυβερνητικών ο οποίος αποσκίρτησε, έχει αναρτήσει, μήπως και κάπου βρει τον αδελφό του, για μία φωτογραφία που πίστεψε ότι είναι εκείνος αλλά ποτέ δεν σιγουρεύτηκε… Ιστορίες με χιούμορ, ιστορίες καθημερινές, ιστορίες μελαγχολικές, ιστορίες άγριες, ιστορίες αληθινές των ίδιων των ηθοποιών, ιστορίες απρόσμενα, αφοπλιστικά εξομολογητικές, τις οποίες ο ελβετός σκηνοθέτης Μίλο Ράου δεξιοτεχνικά έχει συναρμολογήσει και τις συνοδεύει με -κάποτε- πολύ σκληρές εικόνες βίντεο και με μουσικές της Ελένης Καραΐνδρου στην παράστασή του (2016) «Αυτοκρατορία» που παρουσιάζεται από το σχήμα του «Διεθνές Ινστιτούτο Πολιτικών Δολοφονιών» στο Η της «Πειραιώς 260»: άξονας η ξενιτιά κάθε μορφής -η προσφυγιά, η μετανάστευση, η μοναξιά… Το αποτέλεσμα -εκείνη η φωνή της μάνας που ο Σύριος έχει κρατήσει στο κινητό του, εκείνες οι φωτογραφίες των κακοποιημένων νεκρών…-, συγκλονιστικό. Και οι τέσσερις ηθοποιοί, με επικεφαλής τη σπουδαία Μάγια Μόργκενστερν,

στους δυσκολότερους ρόλους της ζωής τους: να παίζουν, με ειλικρίνεια, τους εαυτούς τους. Οι χαμηλοί, εσωτερικοί τόνοι που τους έχει διδάξει ο Μίλο Ράου, κάνουν το αποτέλεσμα βαθιά συγκινητικό αλλά και τερπνό. Καθηλώθηκα. Και νομίζω όχι μόνον εγώ. Άλλη μία επιτυχία του Φεστιβάλ Αθηνών. Μην τη χάσετε!

June 14, 2017

Tip: «Greek Freak/All star Game»


Αναζητώντας το βαριετέ: από το καρναβαλικό στα νούτικα και στο Μπουρανί 

Ο Σίμος Κακάλας αποτόλμησε μία παράσταση μπουλουκιού στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών: ένα μπουλούκι δίνει μία παράσταση βαριετέ. Δεν ειρωνεύτηκε, δεν παρώδησε το ύφος, απλώς θέλησε να το αναβιώσει με σύγχρονα μέσα βρίσκοντας τη σχέση του με την επιθεώρηση: μία σειρά σκετς που σατιρίζουν,
που παρωδούν, που καταγγέλλουν, που στιγματίζουν τα πολιτιστικά μας, κυρίως, πράγματα -από τις εκπομπές της τηλεόρασης μέχρι τις μεταδραματικές παραστάσεις, από το «κίνημα» Κιτσοπούλου μέχρι το «Survivor» και τα εστιατόρια με την εξαιρετικά προχωρημένη κουζίνα-, χωρίς να αφήνουν απ’ έξω το πολιτικό, το κοινωνικό, το σεξουαλικό γίγνεσθαι, απολύτως ελληνικά αλλά διανθισμένα με αγγλόφωνα σύγχρονα τραγούδια -ο κομφερανσιέ/ντιζέρ- και με ύφος, κάποια στιγμή, α λα Ταραντίνο. Εν ολίγοις, ο εθνικός μας 
αχταρμάς. Μία παράσταση στημένη σε μικρή σκηνή με μπούκα α λα 19ος αιώνας -θυμήθηκα τη σωζόμενη (άραγε σώζεται ακόμα;…) μπούκα ενός απ’ τα παριλίσσια θεατράκια του τέλους του παρελθόντος αιώνα, εκεί, στο άνοιγμα της Αποστόλου Παύλου απ’ την Αμαλίας, απέναντι από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός)- και με διπλή αυλαία, επί σκηνής «Ολύμπια», με πασαρέλα που προβάλλεται από τη σκηνή και χώνεται στην τάφρο της ορχήστρας, με τετραμελή -με καρναβαλικές μάσκες, 
αντλημένες από κόμικς- ζωντανή ορχήστρα υπό τον Χρίστο Θεοδώρου, ο οποίος έχει επιμεληθεί και τις ενορχηστρώσεις, στο πιάνο. Ανάμεσα στα σκετς, και μία νούτικη κωμωδία -μονόπρακτη φάρσα που βασίλευε στα περιοδεύοντα μπουλούκια για να εξελιχθεί, όπως διαπίστωσα, σ’ αυτό που λέμε το «δεύτερο μέρος» της επιθεώρησης, δηλαδή το μονόπρακτο όπου συμμετέχει όλος ο θίασος. Η παράσταση έχει ελαττώματα: τα κείμενα πλατειάζουν κάποτε, κουράζοντας, υπάρχουν αρρυθμίες, χρειαζόταν μεγαλύτερη τεχνική προετοιμασία στο στήσιμο, κάποιες στιγμές χάνεται το 

μέτρο… Από την άλλη, όμως, ο σκηνοθέτης Κακάλας που υπογράφει και τη σύνθεση των κειμένων, με οξύτητα, που ποτέ όμως δεν γίνεται αντιπαθητική, για μένα τουλάχιστον, κατεδαφίζει με «ύπουλο» τρόπο το πολιτιστικό μας -και όχι μόνο…- οικοδόμημα και μάλιστα αυτοσαρκαζόμενος -κάθε τόσο μιλάει για την αρπαχτή που ετοίμασαν για το Φεστιβάλ. Ανατρέχοντας στα

καρναβάλια, στις διονυσιακές γιορτές, στο «άσεμνο» Μπουρανί του Τυρνάβου -το νούμερο με τους μάγειρους με τους φαλλούς, που εκσπερματώνουν, αυνανιζόμενοι, πάνω στο κέικ που ετοιμάζουν… Και καταλήγοντας, με οργή, για τις μύγες που φτάνουν, τελικά, στα (πολιτιστικά) σκατά και με ένα βροντερό «στ’ αρχίδια μου». Το νούμερο «Η αλήθεια της Λίτσας», όπου επαναφέρει στη σκηνή την απολαυστική Λίτσα, ηρωίδα στο «Λιωμένο βούτυρο» του Σάκη Σερέφα, που ανέβασε πριν από χρόνια για το Εθνικό Θέατρο, να έχει πια τηλεοπτική εκπομπή «Η αλήθεια της Λίτσας», στην οποία καλεί τηλεοπτικές «προσωπικότητες» -στη δεδομένη περίπτωση τον Κλέωνα 

Γρηγοριάδη- που «εξομολογούνται» τη ζωή τους, σπαρταριστό, με την ατάκα για τον άντρα με τα μαύρα δερμάτινα και τις μπότες στο πλοίο των διακοπών, Αύγουστο μήνα, με 42 βαθμούς, που «ίσως θα ήταν ο Μιχαήλ Μαρμαρινός αλλά δεν ήταν γιατί μιλούσε κανονικά», να σε ρίχνει κάτω από τα γέλια. Το παιχνίδι με το κοινό, τα παρεΐστικα κλεισίματα του ματιού, το κατέβασμα στην πλατεία, όσο κι αν θεωρηθούν «εσωτερικά» ή φτηνά αστεία, είναι όλα αντλημένα από τις λαϊκές παραστάσεις βαριετέ και επιθεώρησης -και είναι απορίας άξιο πώς ο Σίμος Κακάλας, που
δεν έχει προλάβει να ζήσει το είδος, τα καταφέρνει με τόση αμεσότητα και χωρίς ίχνος δηθενισμού και «αφ’ υψηλού» -«παίζουμε à la manière»-, ακόμα και αν στο διάλειμμα διαβάζει (επίσης απολαυστικά) απόσπασμα από τον «Μεγάλο Ανατολικό» του Εμπειρίκου. Υπάρχει το κιτς, υπάρχει το «χυδαίο», υπάρχει η φλυαρία, αλλά βρήκα την παράσταση ένα γνήσιο λαϊκό θέαμα, «πειραγμένο» όσο πρέπει και ξεκαρδιστικό. Η εξαιρετική δουλειά του Αντώνη Δαγκλίδη στο σκηνικό, τα ευφάνταστα κοστούμια της Claire Bracewell, οι υπέροχες μάσκες της Μάρθας Φωκά και του Jonathan Becker, οι φωτισμοί του Περικλή Μαθιέλλη, οι χορογραφίες του -επίσης αυτοσαρκαζόμενου- Φωκά Ευαγγελινού στηρίζουν γερά το αποτέλεσμα. Συν τοις άλλοις, ξαναθυμήθηκα πόσο σπουδαίος ηθοποιός -γειωμένος στο σανίδι, κίνηση, τραγούδι, χιούμορ, γκελ…- είναι ο Σίμος Κακάλας που είχε απεμπολήσει την ιδιότητά του αυτή χάριν της σκηνοθεσίας, διαπίστωσα και πάλι τι γκάμα έχει η Έλενα Μαυρίδου -αυτή η Λίτσα της ήταν και είναι ακόμα περισσότερο αφοπλιστικά αστεία-, ποτέ δεν είδα στη σκηνή τόσο χαλαρό τον Κλέωνα Γρηγοριάδη και, μαζί τους, να συμπαραστέκονται αντάξια η Δήμητρα Κούζα, ο Κωνσταντίνος Μωραΐτης, ο Μιχάλης Βαλάσογλου -επιτυχέστατη η μίμηση Σταυρίδη στο νούτικο- και ο Γιώργος Λόξας.
Θα σας έστελνα στην παράσταση οπωσδήποτε, εφόσον πηγαίνατε χωρίς προκαταλήψεις για το τι σημαίνει λαϊκό θέαμα. Και τότε θα ανακαλύπτατε πως ο Σίμος Κακάλας δεν παίζει εν ου παικτοίς…

June 13, 2017

Είναι και αλάνια και δεν τους το ’χα…


Το Τέταρτο Κουδούνι / 13 Ιουνίου 2017

«Δηλητήριο» πότισε, ξαφνικά φέτος την άνοιξη, το θέατρό μας. Με την καλή έννοια. Το ομότιτλο έργο της Ολανδής Λοτ Φέικεμανς ανέβηκε -την ίδια μέρα! Δεν έχει ξαναγίνει! Κι ήτανε μάλιστα 21η Απριλίου, δε φαντάζομαι να ’ταν συμβολική η χειρονομία…- και στην Θεσσαλονίκη, απ’ το ΚΘΒΕ, στο Φουαγιέ του θεάτρου της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, σε σκηνοθεσία

Γιάννη Μόσχου, με Ταξιάρχη Χάνο και Μαρία Τσιμά (φωτογραφία: Τάσος Θώμογλου), και στην Αθήνα, στο «Faust» σε σκηνοθεσία Ρούλας Πατεράκη, με Λάζαρο Γεωργακόπουλο και Εύρη Σωφρονιάδου. 
Πήγα και στις δυο παραστάσεις -ναι, ανέβηκα και στην Θεσσαλονίκη, πάλι, τσακ-μπαμ, για ένα βράδυ. Ε, λοιπόν, το έργο, που το ’δα δυο φορές, μ’ άφησε ασυγκίνητο. Παρά το τόσο συγκινητικό -συγκλονιστικό θα ’λεγα- θέμα του: οι γονείς ενός παιδιού που πέθανε, οι οποίοι χώρισαν, καθώς ο άντρας εγκατέλειψε, λίγο μετά, τη γυναίκα, συναντιούνται, για πρώτη φορά, ύστερα από εννιά χρόνια, στο νεκροταφείο -εκείνος με μια άλλη γυναίκα πια, που περιμένει, μάλιστα, παιδί, στη ζωή του, εκείνη μόνη-, όπου βρίσκεται ο τάφος του παιδιού. Άψογα γραμμένο, άψογα ισορροπημένο, άψογα μπλεγμένα τα δυο θέματά του, με πλήρη γνώση της δραματικής οικονομίας, άψογα σχεδιασμένοι οι δυο χαρακτήρες αλλά… Δε μ’ άγγιξε -μου ’δωσε μια δυτικοευρωπαϊκή, αποστασιοποιημένη, ψυχρή αίσθηση του πένθους και του χωρισμού.
Σαφώς και μου άρεσε περισσότερο -διότι, στις περιπτώσεις αυτές οι συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες- η παράσταση του Γιάννη Μόσχου στο ΚΘΒΕ. Η Ρούλα Πατεράκη πρόσθεσε κι ένα τρίτο, συμβολικό -ο θάνατος, η μοίρα;- βουβό πρόσωπο κι «αραίωσε» το έργο. Ο Γιάννης Μόσχος είχε υπέρ του και το χώρο -το «παγωμένο» Φουαγιέ-μαρμαρένιο αλώνι ήταν ιδανικό για το έργο αυτό-, η Μαρία Τσιμά εξαιρετική κι ο Ταξιάρχης Χάνος, ηθοποιός με πολλά χαρίσματα, όταν έβρισκε έναν ειλικρινή, σωστό τόνο και δεν ακουμπούσε μόνο στη φωνή του, πολύ καλός. Στην παράσταση της Αθήνας, αντίθετα, ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος, με τη στιβαρή ερμηνεία του, ήταν αυτός που με κέρδισε περισσότερο κι ας εκτιμώ πολύ την Εύρη Σωφρονιάδου. 

Πάντως στο ΚΘΒΕ καλά τα πάνε. Σ’ όποια παράσταση πήγα φέτος είχε κόσμο -από αρκετό έως φισκαρισμένη αίθουσα-, μεγάλη δραστηριότητα, φασούλι το φασούλι αδειάζουν το σακούλι του χρέους με το οποίο είναι βεβαρυμένο, εκ του παρελθόντος, το Θέατρο, φασούλι το φασούλι μαζεύουν, μ’ εκστρατεία, το χρήμα το απαραίτητο για τη συντήρηση του «Θεάτρου του Δάσους» κι ο Γιάννης Αναστασάκης ανάγγειλε για του χρόνου ένα ρεπερτόριο που, έστω κι αν δεν είναι στο σύνολό του τολμηρό, έχει πετάγματα τολμηρά -μερικά πολύ τολμηρά. Και ως προς τα πρόσωπα, τόσο των σκηνοθετών που καλούνται ν’ ανεβάσουν τα προγραμματισμένα έργα, όσο και των ηθοποιών που θα στελεχώσουν τις παραστάσεις τους.



Το άπαιχτο στην Ελλάδα έργο (2015) για δυο πρόσωπα του αγνώστου μας εδώ Ισπανού Πάκο Μπεθέρα (φωτογραφία  Sergio Parra) «Το μικρό πόνι», ένα έργο για την οικογένεια, τη διαφορετικότητα, τον σχολικό εκφοβισμό, τη στάση των γονιών και του σχολείου απέναντι στα παιδιά που ξεφεύγουν απ’ τον λεγόμενο «γενικό κανόνα», ανεβαίνει τον Οκτώβριο στην Αθήνα, στον Κάτω Χώρο του «Θεάτρου του Νέου Κόσμου», σε μετάφραση Μαρίας Χατζηεμμανουήλ και
σκηνοθεσία  Σοφίας Καραγιάννη, με τον Κωνσταντίνο Γιαννακόπουλο και την Ρηνιώ Κυριαζή (φωτογραφία: Χρήστος Κούτσης). Τα σκηνικά και τα κοστούμια θα υπογράψει η Κωνσταντίνα Κρίγκου, τη μουσική ο Θοδωρής Οικονόμου, τους φωτισμούς ο Νίκος Βλασόπουλος και την επιμέλεια της κίνησης η Μαργαρίτα Τρίκκα.
Στο έργο, ο Χάιμε κι η Ιρένε έχουν ένα γιο που σε λίγο θα κλείσει τα 11, τον Λουίσμι. Το αγόρι πηγαίνει στην τάξη του με μια τσάντα που απεικονίζει ήρωες απ’ την παιδική σειρά κινουμένων σχεδίων «Μικρό μου πόνι». Οι συμμαθητές του τον κοροϊδεύουν, οι δάσκαλοι καλούν τους γονείς για να τον πείσουν ν’ αλλάξει προτίμηση, ώστε να σταματήσουν τα επεισόδια μπούλινγκ εις βάρος του εκ μέρους των άλλων μαθητών, εκείνος, όμως, αρνείται πεισματικά ν’ αποχωριστεί την τσάντα του. Τα επεισόδια στο σχολείο, σιγά-σιγά, κλιμακώνονται, οι δάσκαλοι σχεδόν κατηγορούν τον Λουίσμι, προτείνουν ν’ αλλάξει σχολείο, οι αντιδράσεις των γονιών του είναι διαφορετικές ενώ ο ίδιος υπερασπίζεται γενναία τον εαυτό του αλλά αυτό δεν αρκεί…
Στη διάρκεια του έργου οι γονείς μιλάνε συνεχώς ΓΙΑ το παιδί τους, αλλά ποτέ ΜΕ το παιδί τους που η παρουσία του στο σπίτι δηλώνεται μόνο μ’ ένα τεράστιο πορτρέτο του στο σαλόνι. Ένα πορτρέτο στο οποίο, σαν σ’ ένα είδος πορτρέτου του Ντόριαν Γκρέι, όπως το ’χει φανταστεί ο Όσκαρ Ουάιλντ στο ομώνυμο μυθιστόρημά του, καταγράφονται όλες οι ψυχικές μεταπτώσεις του απόντος παιδιού, όλες οι αντιδράσεις του σ’ όσα γίνονται «για ’κείνο, αλλά χωρίς εκείνο».
«Το μικρό πόνι» στα ελληνικά, στην ίδια μετάφραση -της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ-, η οποία τιμήθηκε, μάλιστα, φέτος, με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Eurodram του Maison d Europe et d Orient που ’χει την έδρα του στο Παρίσι πρωτοπαρουσιάστηκε -έγραψα στο ιστολόγιο, στις 22 Ιουλίου 2016- στην Κύπρο, στο θέατρο «Δέντρο» της Λευκωσίας, στην αρχή της σεζόν 2016/2017, απ’ την ομάδα «Περσόνα», σε σκηνοθεσία Λέας Μαλένη, με την ίδια και τον Χάρη Χαραλάμπους.



Αυτά, άλλοτε, τα λέγανε, στο θέατρο, αλαλούμ. Τώρα τα λένε «πειραματισμούς», και «παρεμβάσεις», και «τόλμη», και «πρόκληση», και «weird», και «αποκαθήλωση του κατεστημένου» -καλά, κοίτα να δεις αν έρχομαι... Κάτι για τους «Τυραννόσαυρους της Λένας Κιτσοπούλου -εντάξει, μας επατάρατε (;), και πάλι, τους bourgeois…- και της «Πειραματικής» του Εθνικού λέω. Ο χρόνος θα δείξει. Διότι, προς το παρόν, το γέλιο το σπαρταριστό που άκουσα στη διάρκεια της παράστασης -είδα την τελευταία- κι η αποθέωση που έζησα στο τέλος, δείχνει πως εγώ ειμ αυτός που είναι off. Οπότε να δούμε τι σκατά θα φάμε ακόμα… Κυριολεκτώ, όσοι είδατε τη παράσταση θα καταλάβατε τι εννοώ (Φωτογραφία: Karel Jarek). 



Αυτό, που ο «Σύλλογος των Φίλων της Μουσικής», «στο πλαίσιο του ενδιαφέροντός του για τη διάδοση της ελληνικής μουσικής και τη στήριξη των νέων, καλεί (σ.σ. ναι, ο «Σύλλογος των Φίλων της Μουσικής») κομπανίες νέων μουσικών και μεμονωμένους μουσικούς/τραγουδιστές που αγαπούν και ασχολούνται με το ρεμπέτικο τραγούδι να δηλώσουν συμμετοχή σε ένα πρωτότυπο μουσικό ‘αγώνα’» και που ο «αγώνας» αυτός -τον οποίο, ναι, οργανώνει ο «Σύλλογος των Φίλων της Μουσικής»- φέρει τον τίτλο -ναι- «Είμαστε αλάνια...» με ξεπερνάει -πάνω απ’ τις δυνάμεις μου, άνθρωπος είμαι κι εγώ. Ελπίζω, τουλάχιστον, να μην πρόκειται -ο τίτλος- περί αυτοκριτικής.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…



Απ’ τη μια χαίρομαι. Που η Ελένη Βαροπούλου, αρκετά χρόνια μετά το Φεστιβάλ Άργους το οποίο οργάνωνε, επιστρέφει στην Αργολίδα για το «καλλιτεχνικό, ερευνητικό site specific πρότζεκτ», όπως χαρακτηρίζεται, με τον τίτλο «Διεθνής Τόπος. Πελοπόννησος: Άργος- Μυκήνες» που θα υλοποιηθεί, 6 με 9 Ιουλίου, στην Αργολίδα. Απ’ την άλλη απορώ και ανησυχώ: πώς θα «συμβιώσει» η Ελένη Βαροπούλου με τον διαβόητο δήμαρχο του Άργους κ. Δημήτρη Καμπόσο,  γνωστό ανά το
πανελλήνιο από πολλές δηλώσεις κι «ενέργειες» που αγγίζουν -αν δεν τα ξεπερνούν…- τα όρια του φαιδρού, όπως η αδελφοποίηση Άργους-Βέροιας γιατί ο κ. δήμαρχος ανακάλυψε, λέει, μαρτυρίες ότι οι Μακεδόνες -του Μεγαλέξαντρου- ήλκαν την καταγωγή τους απ’ το… Άργος κι άλλα πολλά μεγαλομανή και γραφικά.
Βέβαια ο «Διεθνής Τόπος» πραγματοποιείται με τη χρηματοδότηση της Περιφέρειας Πελοποννήσου/Περιφερειακή Ενότητα Αργολίδας. Στο αρχικό δελτίο Τύπου αναφερόταν ότι «για την υλοποίηση συνεργάζεται και ο Δήμος Άργους-Μυκηνών» ενώ τ όνομα του κ. δημάρχου υπήρχε στο πάνελ της σχετικής συνέντευξης Τύπου που δίνεται αύριο. Σε νεότερο δελτίο που πήρα έχει αποσυρθεί. Ελπίζω ν’ αφήσει ήσυχη την Βαροπούλου. Και σ’ εκείνη εύχομαι καλά ξεμπλεξίματα. Διότι Καμπόσος-Βαροπούλου είναι εντελώς, μα εντελώς ετερώνυμα. Που δεν έλκονται…



Μα τι τις ήθελε κι αυτός ο Κώστας ο Καζάκος τις δηλώσεις για τους «προδότες» νέους που μεταναστεύουν; Ψάξε, ψάξε, μπορεί να φτάσουν και στην εποχή του αγώνα του -μαζί και μ’ άλλους πολλούς θιασάρχες και θεατρικούς επιχειρηματίες της εποχής, εκεί, κατά τη δεκαετία του ’70- ενάντια στις επτά παραστάσεις που ζητούσαν οι -αχαρακτήριστοι- οι ηθοποιοί, κι ενάντια στην αμοιβή που -ακούς εκεί!- ζητούσαν για τις -απλήρωτες…- πρόβες τους, μπορεί να φτάσουν και στο ποιοι απ’ τους θιασάρχες τις πλήρωναν και ποιοι ΔΕΝ τις πλήρωναν, όταν η αμοιβή για τις πρόβες έγινε νόμος, μπορεί να φτάσουν και στις παχυλές επιχορηγήσεις για τη συμμετοχή στα Φεστιβάλ Επιδαύρου και Αθηνών και στο πώς τις εξαργύρωναν κάποιοι θίασοι, μετά, με περιοδείες μαμούθ απ’ τις οποίες όχι ποσοστό αλλά πεντάρα δεν έπαιρνε ο, αρμόδιος, τότε, ΕΟΤ που τους τα ’ριχνε… Επικίνδυνα πράγματα… Άσε, καλύτερα…


Τη διαβάσατε αυτή τη -συγχαρητήρια- ανάρτηση στο facebook (στο facebook;;!!) του Σταύρου Θεοδωράκη -του «Ποταμιού»- προς Γιώργο Λάνθιμο κι Ευθύμη Φιλίππου; Για το Βραβείο τους Σεναρίου στις Κάνες; Ειδικά αυτά τα «ειδικά ο Γιώργος Λάνθιμος είναι ένας νέος άνθρωπος ο οποίος έχει καταφέρει να σκηνοθετεί αληθινούς σταρ του κινηματογράφου, όπως η Νικόλ Κίντμαν και ο Κόλιν Φάρελ» κι «επιμένουν, δουλεύουν αθόρυβα, χωρίς προστάτες και πάτρονες και μετατρέπουν την έμπνευσή τους σε υπνωτικό για την Νικόλ Κίντμαν, όπως η ίδια παραδέχτηκε». Καλά, δεν έχουν έναν άνθρωπο να ρωτήσουν πριν τα γράψουν αυτά και γίνουν σούργελο; Υπό την επήρεια υπνωτικών τα γράφουν; Και μη χειρότερα, δηλαδή...




Summer Nostos Festival, 18 με 25 Ιουνίου, στο ΚΠΙΣΝ με ονόματα πρώτης γραμμής. Και -ναι!- με δωρεάν είσοδο. Καθότι χρηματοδοτούμενο εξ ολοκλήρου απ’ το Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος». Φωτιά στα μπατζάκια του Φεστιβάλ Αθηνών… Πάντως, οι συντελεστές του νεόκοπου θεσμού δήλωσαν πως «το φεστιβάλ δεν είναι ανταγωνιστικό, αλλά συμπληρωματικό σε άλλες διοργανώσεις όπως το Φεστιβάλ Αθηνών με το οποίο συμπίπτει χρονικά». Καλά, εντάξει, πλάκα έκαναν. 

Στις 25 Μαΐου πέθανε ο εφοπλιστής Αλέκος Γουλανδρής. Επίσημα πια αποκαλύφθηκε πως αυτός ήταν ο ανώνυμος που -αποκλειστικά- πλήρωνε τα τελευταία χρόνια για ν’ ακούσουμε στο -σε δεινή κατάσταση- Μέγαρο Μουσικής Αθηνών τις Μεγάλες Ορχήστρες που ακούσαμε. Του το χρωστάμε. Και θα πρέπει να τον αποχαιρετήσουμε μ’ ένα ευχαριστώ. Εμείς τουλάχιστον που τις ακούγαμε. Και το Μέγαρο, υποθέτω. Ή δε συνηθίζεται;…
Θα σταθώ εκεί, όμως, που ’χα και παλαιότερα σταθεί: σ’ εποχές όπου οι χορηγίες γίνονται με κύριο στόχο το θεαθήναι, και την επίδειξη, και την γκλαμουριά, και τις φωτό των «επιφανών» χορηγών, ο Αλέκος Γουλανδρής επιδίωξε, επιζήτησε, απαίτησε την ανωνυμία. Αυτό ας είναι το εύσημο που θα τον συνοδεύει (Φωτογραφία από greekshippingmitacle.org). 
(Διευκρίνιση: δεν αμείβομαι απ’ τις επιχειρήσεις Γουλανδρή, δε συνδέομαι με κανένα μέλος των οικογενειών Γουλανδρή, δεν τους έχω καν δει παρά μόνο σε φωτογραφίες -απαιτείται, πλέον, να τα συνοδεύεις αυτού του είδους τα σχόλια με πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων…). 
 Όλος ο κόσμος, μια σκηνή... 

Να συμπεράνω ότι, μετά την αποδημία αυτή, Μεγάλες Ορχήστρες τέλος για το Μέγαρο Μουσικής; Οπότε ας σπεύσουμε στην Φιλαρμονική της Αγίας Πετρούπολης -προσωπικά τη λατρεύω. Έρχεται στο Φεστιβάλ! Με τον Γιούρι Τεμιρκάνοφ

 -προσωπικά τον λατρεύω -στο πόντιουμ! Απλώς αναρωτιέμαι γιατί ως χώρος επελέγη το «αδέσποτο», ακατάλληλο -για του είδους αυτού τη μουσική- Ηρώδειο κι όχι το Μέγαρο. 
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή...