September 19, 2017

Έτσι τιμάται η Κάλλας! ή Ντινάρα Αλίεβα: μία σπουδαία φωνή



Ναι! Αυτό ήταν γκαλά! Στη μνήμη της Μαρίας Κάλλας, για την επέτειο των 40 χρόνων από τον πρόωρο θάνατό της. Αυτό που οργάνωσε το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, σε συνεργασία με το Καλλιτεχνικό Κέντρο «Athenaeum» -το οποίο καθιέρωσε αυτή τη συναυλία, με ένα μεγάλο όνομα της όπερας κάθε φορά, ήδη από το 1978, την πρώτη χρονιά μετά το θάνατό της, πάντα τη μέρα της επετείου: «La Diva. 40 Χρόνια». Η σοπράνο Ντινάρα Αλίεβα από το Αζερμπαϊτζάν -δεύτερο βραβείο, το 2007, στο Grand Prix Μαρία Κάλλας του «Athenaeum», πλαισιωμένη από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών και με τον Μίλτο Λογιάδη -καλλιτεχνικό διευθυντή του Μεγάρου- στο πόντιουμ ήταν, ίσως, η καταλληλότερη επιλογή.
Όμορφη, ανθρώπινη, σχεδόν ντροπαλή αλλά με αυτοπεποίθηση στο σανίδι, με μία σκουρόχρωμη, ζεστή φωνή δραματικής σοπράνο, πλούσιο μέταλλο της ρώσικης σχολής, με εύρος φωνητικό, με γερά πνευμόνια, με υψηλή τεχνική, με εξαιρετικό φραζάρισμα, με αξιοθαύμαστα κρατήματα, με αυτοσυγκέντρωση, με εκφραστικότητα, η Αλίεβα ταυτίζεται με τους ρόλους της, μπαίνει μέσα στους χαρακτήρες και ας πρόκειται να τραγουδήσει μόνο μία, άντε δύο άριές τους -χωρίς κοστούμι, χωρίς σκηνοθέτη, χωρίς συμπρωταγωνιστές απέναντί της: εξαιρετική!
Η συναυλία είχε ένα επιπλέον ατού: πολύ καλά φτιαγμένο πρόγραμμα. Η συλλογιστική ήταν ότι η Ντινάρα Αλίεβα θα πρέπει να τραγουδήσει άριες από όπερες που τραγούδησε και δόξασε η Κάλλας. Η έξυπνη ιδέα της συναρμολόγησής του ήταν να επιλεγούν μερικές άριες από τις «αυτονόητες» -«Vissi d arte», «Pace, pace mio dio»…- αλλά και ορισμένες από τις όχι στην πρώτη γραμμή δημοφιλίας και, κατ’ αναλογία, τα κομμάτια της ορχήστρας: το πρώτο μέρος αφιερωμένο αποκλειστικά στον Βέρντι, το δεύτερο στον Πουτσίνι και, ευρύτερα, στο βερισμό.
Tη βραδιά άνοιξε η ορχήστρα με το Πρελούδιο της πρώτης πράξης από την «Τραβιάτα» και ακολούθησαν δύο άριες -«Tacea la notte», «D’ amor sull’ ali rosee»- από τον «Τροβατόρε»: συγκλονιστική, με τη μεστή δραματική φωνή της, η Ντινάρα Αλίεβα ξεσήκωσε από την αρχή -χωρίς να «κλέβει»- τον ενθουσιασμό του κοινού. Δεν πειράζει αν δεν ήταν εξίσου καλή -μιλάμε από ένα επίπεδο και πάνω- στο «Ritorna vincitor» της «Αΐντα» που τραγούδησε κατόπιν, μετά τη σπάνια παιζόμενη εισαγωγή της «Λουίζας Μίλερ». Στο «Pace, pace, mio dio» από την «Δύναμη του πεπρωμένου», με το οποίο έκλεισε το πρώτο μέρος και που ακολούθησε την Εισαγωγή της ίδιας όπερας από την ΚΟΑ, πήρε το αίμα της πίσω.
Το δεύτερο μέρος η Αζέρα σοπράνο το άνοιξε με το «Io son l’ umile ancella» από την «Αντριάνα Λεκουβρέρ» του Φραντσέσκο Τσιλέα: άλλη μία ερμηνεία περιωπής! Μεσολάβησε η Ορχήστρα με το, επίσης, όχι συχνά παιζόμενο, Ιντερμέδιο από το «L’ amico Fritz» του Πιέτρο Μασκάνι και, ύστερα,…Τζάκομο Πουτσίνι. «Vissi d’ arte» από την «Τόσκα -έξοχη ερμηνεία- και, κατόπιν, «Μανόν Λεσκό»: το Ιντερμέδιο, από την ΚΟΑ, και δύο άριες -«In quelle trine morbide» και, για φινάλε, ένα βαθιά συγκινητικό «Sola, perduta, abbandonata».
H Ντινάρα Αλίεβα μας καθήλωσε. Για να αποθεωθεί -χειροκρότημα εκκωφαντικό, ποδοκροτήματα, «μπράβο», το κοινό όρθιο… Ούτε ξέρω πόσες φορές την κάλεσαν στη σκηνή. Αποζημίωσή μας, ως ανκόρ, το «Casta diva» από την «Νόρμα» του Βιντσέντσο Μπελίνι. Ίσως είχε πια κουραστεί αλλά δεν μας απογοήτευσε. Η Ντινάρα Αλίεβα ξέρει να τραγουδάει. Ξέρει να ερμηνεύει. Μία σπουδαία σοπράνο. Να ξανάρθει! Επιτακτικά! Και να ξανάρθει γρήγορα!
Εδώ, όμως, θέλω να συμπληρώσω πως και η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, το βράδυ του Σαββάτου, βρέθηκε σε μία από τις καλύτερες στιγμές της -καθόλου συνοδεία-αγγαρεία-, αφήνοντας την εντύπωση ενός συμφωνικού συνόλου άριστα δεμένου. Δεν ξέρω αν απλώς είχε αρθεί στο ύψος της περίστασης -που συμβαίνει όταν εμφανίζεται μαζί της ένας καλλιτέχνης σημαντικός-, αν η εξέλιξή της είναι σταθερή ή αν επρόκειτο για την μπαγκέτα που κρατούσε στα χέρια του ο Μίλτος Λογιάδης. Έμεινα έκπληκτος. Και δεν ήμουν ο μόνος. Η Εισαγωγή της «Δύναμης του πεπρωμένου», για παράδειγμα, ακούστηκε με βαγκνερικές δυναμικές. Νομίζω πως ο Βέρντι θα ενθουσιαζόταν.

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών/Αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης», 2017 Έτος Μαρίας Κάλλας, 16 Σεπτεμβρίου 2017.

September 16, 2017

Η «Νόρμα» της Κάλλας στην Επίδαυρο: ένα χρονικό. Με μαρτυρίες της Κικής Μορφονιού και του Γιώργου Παπαστεφάνου


Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε, με κάποιες περικοπές, στα «Νέα», στις 21 Αυγούστου 2010, με αφορμή τη συμπλήρωση ακριβώς 50 χρόνων από την «πρεμιέρα» στην Επίδαυρο της «Νόρμας» με την Μαρία Κάλλας, που είχε προγραμματίσει η Λυρική Σκηνή. Πρεμιέρα που αναβλήθηκε, όμως, λόγω νεροποντής για να πραγματοποιηθεί λίγες μέρες μετά. Το αναδημοσιεύω, μέρα που είναι -μια άλλη επέτειος, 40 χρόνων, θλιβερή αυτή…- γιατί πιστεύω πως μεταφέρει, με έγκυρες μαρτυρίες, μια ιστορική στιγμή για το ελληνικό λυρικό Θέατρο. Χωρίς, δυστυχώς, το πρωτότυπο φωτογραφικό υλικό που δεν έχω πια στη διάθεσή μου.

«Η βροχή εματαίωσε την χθεσινή πρώτη εμφάνισι της Μαρίας Κάλας στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου.
Ενώ τα πάντα ήσαν έτοιμα και θεαταί από όλα τα σημεία της χώρας και με παντός είδους μεταφορικά μέσα είχαν αρχίσει να κατευθύνωνται προς την Επίδαυρον, ο καιρός άρχισε να μεταβάλλεται. Λίγο μετά το μεσημέρι, ο καιρός είχε πλέον σαφώς μεταβληθή εις βροχερόν και από τις 2 μ.μ. σ’ ολόκληρη την Πελοπόννησο ήρχισαν να πίπτουν σποραδικαί βροχαί.
Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, είχαν διατεθή περί τα 12.000 εισιτήρια για την χθεσινή παράστασι. Τα εισιτήρια των 50 και 100 δραχμών είχαν σχεδόν εξαντληθή ενώ υπήρχαν αδιάθετα χιλιάδες εισιτήρια των ακριβωτέρων θέσεων. Υπολογίζεται, επίσης, ότι είχαν διανεμηθή περί τας 2.000 προσκλήσεις.
Η βροχή δεν ημπόδισε περί τας 10.000 θεατών να φθάσουν με όλα τα μέσα μέχρι της Επιδαύρου.
Δύο και πλέον ώρες προ της ορισθείσης ενάρξεως της παραστάσεως είχαν ήδη εισέλθει στο θέατρο περί τους 4.000 θεαταί ιδίως των μη ηριθμημένων θέσεων του άνω διαζώματος, Όλοι αυτοί παρά την βροχή, η οποία άρχισε να πέφτη κατά διαλείμματα παρέμειναν στις κερκίδες προσπαθούντες να προφυλαχθούν με εφημερίδες και ό,τι άλλο είχαν.
Μέχρι τις 6.30 περίπου, που άρχισε να πέφτη ραγδαία βροχή, είχαν ήδη φθάσει στην Επίδαυρο περί τους 10.000 θεαταί, οι οποίοι συνωθούντο αφορήτως στους ελαχίστους εστεγασμένους χώρους της Επιδαύρου.
Επί τέλους περί την 7ην απογευματινήν, αφού ήδη το κοινόν είχε υποστεί δίωρον νεροποντήν, οι αρμόδιοι αποφάσισαν να ανακοινώσουν δια μεγαφώνων - ο οποία μάλιστα δεν ηκούσθησαν από τους εντός του θεάτρου- την ματαίωσιν της παραστάσεως. Αμέσως τότε ήρχισεν ομαδική φυγή και συνωστισμός προς τα αυτοκίνητα.
Επιβάλλεται να σημειωθή ότι το κοινόν εταλαιπωρήθη και εβράχη πολύ περισσότερον, διότι τα αυτοκίνητα διαφόρων μικροεπισήμων είχον κατακλύσει την οδόν αποχωρήσεως μέχρι του Τουριστικού Περιπτέρου δια να παραλάβουν τους μεγαλόσχημους επιβάτας των.
Μέχρι το θέατρο έφθασαν από πλευράς επισήμων ο αντιπρόεδρος της κυβερνήσεως κ. Κανελλόπουλος, ο πρόεδρος της Βουλής κ. Ροδόπουλος και ο αρχηγός των Φιλελευθέρων κ. Βενιζέλος.
Ο πρόεδρος της κυβερνήσεως κ. Καραμανλής, ειδοποιηθείς για την ματαίωσι της παραστάσεως, παρέμεινε στο Ναύπλιον μαζί με υπουργούς και άλλους επισήμους. Στο Ναύπλιο επίσης παρέμεινε και σημαντικός αριθμός θεατών που έφθασαν εκεί, όταν πλέον απεδείχθη ότι ήτο αδύνατον να δοθή παράστασις.
Ο μέγας αριθμός τροχοφόρων και το λασπώδες των δρόμων επέτεινε την ταλαιπωρία του κοινού. Πολλοί κατέληξαν να φθάσουν στην Αθήνα τις πρωινές ώρες της σήμερον».
Το φύλλο των ΝΕΩΝ έχει ημερομηνία Δευτέρα 22 Αυγούστου 1960. Και ο ανώνυμος απεσταλμένος της εφημερίδας στην Επίδαυρο αντί να καλύψει στη 2η σελίδα, στα «Θεατρικά Νέα», το σημαντικότερο γεγονός που επρόκειτο να συντελεστεί εκεί αναγκάζεται να γράψει για τους λόγους που δεν συντελέστηκε.
Φανταστείτε την απογοήτευση όλου αυτού του κόσμου… Που είχε φτάσει, μέσω Ναυπλίου ακόμα τότε, από τους τότε ελεεινούς δρόμους -Κακιά Σκάλα κλπ- και με τα τότε μεταφορικά μέσα, στην Επίδαυρο παίρνοντας την απόφαση να «υποστεί» ένα είδος καθόλου δημοφιλές στην Ελλάδα, την όπερα, μόνο και μόνο για να δει και να ακούσει την Μαρία Κάλλας, ήδη θρύλο εκείνη την εποχή…
Κυριακή 21 Αυγούστου 1960, η προγραμματισμένη ημερομηνία της πρεμιέρας. Ακριβώς σήμερα συμπληρώνονται πενήντα στρογγυλά χρόνια. Γι’ αυτό αποφασίσαμε να σας τη θυμίσουμε. Ιχνηλατώντας την ιστορική παράσταση μέσα από τις σελίδες των ΝΕΩΝ εκείνης της εποχής και μέσα από μαρτυρίες.

Οι συζητήσεις και η φημολογία είχαν ξεκινήσει έξι μήνες πριν.
«Πληροφορούμεθα ότι έως αύριο θα διευκρινισθή οριστικά το ζήτημα της εμφανίσεως της Κάλας τον Αύγουστο σε μελοδραματικές παραστάσεις στην Επίδαυρο έπειτα από τηλεφωνική επικοινωνία που θα έχη η διάσημη υψίφωνος με τον γενικό διευθυντή της Λυρικής Σκηνής Κωστή Μπαστιά.
Στην περίπτωσι που θα παρακαμφθούν οι δυσχέρειες, η «Νόρμα» θα παιχθή τρεις φορές στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου με σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή» έγραφαν τα «Νέα» στις 9 Απριλίου.
Οι διαπραγματεύσεις ευοδώθηκαν. Στις 2 Μαΐου ο Κωστής Μπαστιάς κάνει συνέντευξη Τύπου: «Η Εθνική Λυρική Σκηνή ευρίσκεται εις την ευχάριστον θέσιν ν’ αναγγείλη ότι η μεγάλη παγκοσμίου φήμης σοπράνο Μαρία Κάλας θα συμπράξη μετά της Εθνικής Λυρικής Σκηνής εις την ερμηνείαν της όπερας του Βιτσέντζο Μπελλίνι ‘Νόρμα’ υποδυομένη τον ρόλον της Νόρμας. Αι παραστάσεις θα είναι τρεις και θα δοθούν αποκλειστικώς και μόνον εις το αρχαίον θέατρον της Επιδαύρου, εις τας 21, 24 και 28 Αυγούστου. Την μουσικήν διεύθυνσιν του έργου ανέλαβε ο διάσημος Ιταλός διευθυντής ορχήστρας κ. Τούλιο Σεραφίν, μία από τας ολίγας ισχυράς μορφάς του συγχρόνου παγκοσμίου Λυρικού θεάτρου».
Ο Αλέξης Μινωτής, στις δόξες του τότε, ο οποίος είχε ήδη σκηνοθετήσει την Κάλλας στην «Μήδεια» του Κερουμπίνι στην Όπερα του Ντάλας και στο Κόβεντ Γκάρντεν του Λονδίνου, ανέλαβε τη σκηνοθεσία, ο Γιάννης Τσαρούχης τα σκηνικά, ο Αντώνης Φωκάς τα κοστούμια ενώ διευθυντής της χορωδίας της Λυρικής ήταν ο Μιχάλης Βούρτσης. Οι παραστάσεις θα δίνονταν στα ιταλικά. Μέχρι τότε, όταν μετακαλούνταν ξένοι, ήταν δίγλωσσες…
Ο Μινωτής και ο Φωκάς θα ταξιδέψουν τον Ιούνιο στο Μιλάνο για να συναντήσουν την Κάλλας και να προετοιμάσουν τα της παράστασης.
Μέσα Ιουλίου δημοσιοποιείται το ποσόν της αμοιβής της: 5.000 δολάρια ανά παράσταση, σύνολο 15.000 δολάρια. «Το ‘κασέ’ της είναι πρωτοφανές για την Ελλάδα αλλά προς διασκέδασιν της εντυπώσεως παρέχεται ασαφώς η πληροφορία ότι θα προσφέρη την αμοιβήν της υπέρ της Λυρικής Σκηνής».
Στις 9 Αυγούστου η Μαρία Κάλλας, στο απόγειο της δημοσιότητας τότε λόγω της σχέσης της με τον Αριστοτέλη Ωνάση και στα πρωτοσέλιδα όλου του κόσμου -και τα ελληνικά-, φτάνει στην Αθήνα. «Η τίγρις ημέρωσε!» γράφει ο Γ. Κ. Πηλιχός -ανάμεσα στους δημοσιογράφους και τους φωτορεπόρτερ που την πολιορκούν στο αεροδρόμιο του Ελληνικού και την καταδιώκουν μέχρι το ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία» όπου καταλύει, βομβαρδίζοντάς την με όλων των ειδών τις ερωτήσεις, ακόμα και με «πότε θα φάμε κουφέτα;», σε ελάχιστες από τις οποίες απαντάει. Ο Γιώργος Πηλιχός την βρίσκει «τρομερά αδυνατισμένη» και «τρακαρισμένη σαν μαθήτρια ωδείου» και της ξεκλέβει πως ναι, είναι αλήθεια, θα χαρίσει την αμοιβή της από την «Νόρμα» στην Λυρική. Στις 10 Αυγούστου φτάνει και ο Τούλιο Σεραφίν. Ατμοπλοϊκώς.

Στις 14 Αυγούστου, μια βδομάδα πριν από την πρεμιέρα φεύγουν όλοι για την Επίδαυρο. Στις 28, σειρά του πατέρα της Κάλλας να φτάσει στην Αθήνα. Ο φαρμακοποιός Γιώργος Καλογερόπουλος από την Μεσσηνία, που έφυγε μετανάστης πριν από σαράντα χρόνια στην Αμερική, θα πρέπει να νοιώθει πολύ συγκινημένος που θα ακούσει την κόρη του στην Επίδαυρο.
Το Σάββατο 20 Αυγούστου το ρεπορτάζ των «ΝΕΩΝ» ξεκινάει ως εξής; «Το σημαντικώτερο καλλιτεχνικό γεγονός της χρονιάς: Αύριο, στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, θα ερμηνεύση την ‘Νόρμα’ η μεγαλύτερη σύγχρονη σοπράνο. Η Μαρία Κάλας, ύστερα από την παγκόσμια επιβολή της, θα εμφανισθή επικεφαλής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, σε αρχαίο θέατρο, όπου για πρώτη φορά θα δοθεί μελοδραματική παράστασις».
Η βροχή όμως θα έχει τον τελευταίο λόγο.
«Ήταν το Μεγάλο Γεγονός» μου λέει ο θεατρόφιλος Νίκος Κονταξής (σ.σ. που δεν ζει πια σήμερα). «Κονβόι τα αυτοκίνητα. Θυμάμαι σε όλα κρεμασμένες κρεμάστρες με τουαλέτες και κοστούμια, πουκάμισα… Όλοι θα άλλαζαν και θα φορούσαν τα καλά τους πριν μπούνε στο θέατρο. Υπήρχε μεγάλη αγωνία γιατί είχε συννεφιά. Τελικά άρχισε ψιλόβροχο και, μετά, η βροχή δυνάμωσε πολύ. Έβλεπες coiffures να διαλύονται και μεταξωτά να κολλάνε -πανικός. Εγώ θυμάμαι είχα τυλιχτεί με μια πετσέτα μπάνιου αλλά έγινα μούσκεμα μέχρι να φτάσω στο πούλμαν. Απογοητευτήκαμε».
Η Λυρική ανακοινώνει πως τα εισιτήρια της Κυριακής θα ισχύσουν για την παράστασης της Τετάρτης 24 και τα εισιτήρια της Τετάρτης για μία έκτακτη παράσταση την Παρασκευή 26 ενώ τα συνεργεία της αποκαθιστούν τις ζημιές που προξένησε η νεροποντή στο σκηνικό του Τσαρούχη. Θεατές που είχαν αγοράσει εισιτήρια για την Τετάρτη και μετατίθενται για την Παρασκευή διαμαρτύρονται. Ο Μπαστιάς διαψεύδει τοπικό ανταποκριτή που έδωσε την είδηση πως η Κάλλας διαφώνησε με τη σκηνοθεσία του Μινωτή.
Η μεγάλη μέρα επιτέλους φτάνει. Τετάρτη βράδυ η Επίδαυρος ακούει, επιτέλους, το «Casta Diva» δια χειλέων Κάλλας. Και τη στιγμή εκείνη αφήνουν δυο λευκά περιστέρια να πετάξουν. Αποθέωση! Στο τέλος προσφέρουν στην Κάλλας δάφνινο στεφάνι. Η παράσταση δίνεται «με απόλυτη τάξη». 12.000 άτομα! Ο Ωνάσης είναι εκεί, ο πατέρας Καλογερόπουλος είναι εκεί, παρόντες η σύζυγος του πρωθυπουργού Αμαλία Καραμανλή, η Κατίνα Παξινού, η Βάσω Μανωλίδου, ο Δημήτρης Χορν, η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η Έλσα Βεργή... Και πολλοί πολιτικοί της εποχής. Σίγουρα και κάποιοι καλλιτέχνες που πριν από δεκαπέντε με είκοσι χρόνια είχαν κάνει τα πάντα για να εξοντώσουν την Κάλλας και να την διώξουν από την Ελλάδα…
«Στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου δόθηκε, για πρώτη φορά χθες, όπερα: Η ‘Νόρμα’ του Μπελλίνι, με την Μαρία Κάλας. Κατ’ αρχήν: Τα αρχαία θέατρα είναι καμωμένα μ ό ν ο ν για αρχαία τραγωδία. Πάντως, άψογη η παράστασις. Η συνήθως στατική όπερα είχε ζωντάνια και κίνησι. Σκηνοθέτης, ο Αλέξης Μινωτής. Η Κάλας, πεσμένη φωνητικά, αλλά πάντα Κάλας! Αληθινή έκπληξις η Μορφονιού. Στάθηκε άνετα δίπλα στην διάσημη σοπράνο. Λαμπρή η χορωδία, και η ορχήστρα. Φαινόμενον, ο υπερογδοηκοντούτης αρχιμουσικός. Άριστος πάλι ο Φωκάς. Ωραίο το σκηνικό του Τσαρούχη, κατάλληλο για το έργο, αλλά ‘βάρβαρο’ για το κλασσικό θέατρο της Επιδαύρου» συνοψίζει την επομένη στα «ΝΕΑ» ο διευθυντής τους Κώστας Νίτσος που υπογράφει με έναν *.
«Με το απόκομμα του εισιτηρίου ξαναπήγαμε την Τετάρτη» λέει ο κ. Κονταξής. «Ήταν κάτι το μεγαλειώδες. Θρίαμβος! Δεν έφευγε ο κόσμος. Χειροκροτούσε με ιαχές ουρανομήκεις. Ο απόηχος κράτησε ολόκληρο το υπόλοιπο καλοκαίρι. Πηγαίναμε εκδρομές και τραγουδούσαμε άριες από την ‘Νόρμα’. Ήταν μύθος τότε η Κάλλας. Αυτή την ‘Νόρμα’ κρατάω σαν ένα από τα μεγάλα γεγονότα της ζωής μου. Ένα γεγονός που σημάδεψε τη γενιά μου».
«Οι δύο παραστάσεις της Νόρμας στην Επίδαυρο πρέπει να περάσουν στην ιστορία του τόπου μας σαν καλλιτεχνικά ιστορικά γεγονότα» θα γράψει ο συνθέτης Μάριος Βάρβογλης που ασκεί την κριτική μουσικής στα ΝΕΑ. «Απολαύσαμε την Κάλας σαν άτομο και την παράσταση σαν σύνολο».
Την Παρασκευή, η δεύτερη παράσταση -η έκτακτη. 10.000 θεατές. Η Κάλλας τραγουδάει με 38,5 πυρετό. Ο Μπαστιάς το ανακοινώνει στο κοινό πριν αρχίσει η παράσταση. Το κοινό χειροκροτεί για να την εμψυχώσει. Τα βγάζει πέρα. Την άλλη μέρα το πρωί καλούν ωτορινολαρυγγολόγο στην Επίδαυρο. Της δίνει θεραπεία. Όλοι ελπίζουν ότι θα τα καταφέρει και την Κυριακή. Δεν τα καταφέρνει. Η τρίτη παράσταση ματαιώνεται. ΤΑ ΝΕΑ αναγγέλλουν τη ματαίωση με παράρτημα το μεσημέρι του Σαββάτου. Η Κάλλας καταφεύγει στην «Χριστίνα», τη θαλαμηγό του Ωνάση, που αποπλέει στις 29 Αυγούστου. Πριν φύγει στέλνει στον Μπαστιά επιστολή ευχαριστήρια προς όλους και αφήνει ελπίδες πως η παράσταση που ματαιώθηκε θα πραγματοποιηθεί κάποια άλλη στιγμή. Αυτό δεν θα συμβεί ποτέ. Την αμοιβή της -10.000 δολάρια, τελικά- τη δίνει για να δημιουργηθεί η «Υποτροφία Κάλλας» για νέους καλλιτέχνες της όπερας.
Η ματαίωση της τρίτης παράστασης γίνεται αφορμή για σχόλια. Δρυός πεσούσης… Θυμούνται πως είναι η δεύτερη φορά που η Κάλλας ματαιώνει στην Ελλάδα -η πρώτη ήταν το πρώτο από τα δύο ρεσιτάλ που είχαν προγραμματιστεί στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, το 1957, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα δώδεκα χρόνια μετά την αναχώρησή της στην Αμερική.
Γράφεται πως ο μαέστρος Σεραφίν την επέπληξε για την έντονη κοσμική ζωή που έκανε. Ο ωτορινολαρυγγολόγος που την είχε περιθάλψει, επιζητώντας ίσως μερίδιο από τη δημοσιότητα, εμφανίζεται με επιστολή του ισχυριζόμενος πως με τη θεραπεία που έδωσε στην Κάλλας θα μπορούσε να τραγουδήσει την Κυριακή, ρίχνοντάς της την ευθύνη για τη ματαίωση και νίπτοντας τας χείρας του… Η Μαρία Τριβέλλα, πρώτη καθηγήτριά της στο Ωδείο, στέλνει στα ΝΕΑ μια πικρή επιστολή επειδή η Κάλλας σε συνέντευξή της σε ελληνικό περιοδικό δεν την ανέφερε καθόλου.
Στις 8 Σεπτεμβρίου ο Κωστής Μπαστιάς φεύγει για το Μιλάνο. Εκεί, στο ελληνικό γενικό προξενείο, στις 14 Σεπτεμβρίου, ο γενικός πρόξενος Θ. Μελετίου θα επιδώσει στην Μαρία Κάλλας τον Ταξιάρχη του Τάγματος Ευποιΐας και στον Τούλιο Σεραφίν τον Ταξιάρχη του Φοίνικος που τους απένειμε η ελληνική κυβέρνηση και που τα διάσημά τους μετέφερε ο Μπαστιάς ο οποίος θα προσφέρει στην Μαρία Κάλλας ανάγλυφη χρυσή κατατομή της που φιλοτέχνησε ο γλύπτης Νίκος Περαντινός.
Για τα υπόλοιπα θα φροντίσει η ιστορία. Θα ’θελα όμως να είμαι εκεί.


Κική Μορφονιου: «Την έβλεπες πως ήταν ευτυχισμένη» 

ΤΑ ΝΕΑ έχουν την τιμή σήμερα να φιλοξενούν την Κική Μορφονιού, την Ανταλτζίζα της ιστορικής εκείνης παράστασης. Την νεαρή τότε μέτζο που έκανε στη συνέχεια μια μεγάλη καριέρα στην Ελλάδα περνώντας και από ξένες λυρικές Σκηνές. Αφήνουμε τη μαρτυρία της να μιλήσει από μόνη της.
«Στην Λυρική πρωτοεμφανίστηκα το 1958, στην ‘Αΐντα’, στην χορωδία. Και σε ρόλο είχα ντεμπουτάρει το ’59 με Αζουτσένα στον ‘Τροβατόρε’. Την Ανταλτζίζα επρόκειτο να τραγουδήσει η Αντριάνα Λαζαρίνι. Εγώ θα έκανα την Κλοτίλντε, ένα μικρό ρόλο, αλλά μελετούσα την Ανταλτζίζα για να γίνονται οι πρόβες με την χορωδία και την ορχήστρα, ούτως ώστε όταν έρθουν οι ξένοι -η Κάλλας, ο Μίρτο Πίκι, ο Φερούτσιο Ματσόλι και η Λαζαρίνι- να είναι έτοιμη η παράσταση. Οι πρόβες γίνονταν σε ένα σχολείο, πιο κάτω από το Ηρώδειο. Ήταν εκεί ο Μινωτής που σκηνοθετούσε, η ορχήστρα που είχε προετοιμάσει πολύ καλά το έργο με μαέστρο τον Τότη Καραλίβανο…
Όταν έγινε γνωστό πώς δεν θα έρθει η Λαζαρίνι γιατί αρρώστησε ο αείμνηστος Μπαστιάς μαζί με τον Καραλίβανο με προέτρεψαν να πάω στην Ρώμη να με ακούσει ο Τούλιο Σεραφίν που θα διηύθυνε. Πετάω στην Ρώμη, με άκουσε, ενθουσιάστηκε με τη φωνή μου αλλά είπε: ‘Εγώ δεν έχω λόγο να μην τραγουδήσει η κοπέλα, δεν ξέρω όμως τι θα πει η Μαρία’. Η οποία δεν ήταν τότε στην Ρώμη, ήταν στο Μιλάνο και θα ερχότανε κατευθείαν στην Αθήνα. Κάθισα δέκα μέρες και έκανα με τον Σεραφίν ένα ρετούς στο ρόλο, αν και τον ήξερα.

Όταν έφτασε στην Αθήνα η Κάλλας πήγα να τη συναντήσω στην ‘Μεγάλη Βρετάνια’. Η πιο συγκινητική στιγμή της ζωής μου! Η Κάλλας ήταν, από τότε που ήμουνα μαθήτρια, το ίνδαλμά μου και δεν φανταζόμουνα ποτέ όχι ότι θα τραγουδήσω αλλά ούτε καν ότι θα μιλήσω κάποτε μαζί της. Μου άνοιξε την πόρτα στην σουίτα της και με υποδέχτηκε με ένα χαμόγελο. Με είδε κάπως ανήσυχη και μου λέει: ‘Κάθισε λίγο να ηρεμήσεις’. Ήταν πολύ καλοσυνάτη. Μετά κάναμε το ντουέτο και με τη φωνή και την παρουσία της ξεχάστηκα. Αυτό που ένοιωσα ήταν πρωτόγνωρο. Όταν τελειώσαμε με ακούμπησε απαλά και μου λέει: ‘Θα τραγουδήσεις μαζί μου. Μου άρεσε πολύ η φωνή σου και ο τρόπος που τραγουδάς, οι φωνές μας ταιριάζουν…’. Δεν ήξερα τι να πω. Της είπα μόνο: ‘Ευχαριστώ πολύ. Η επιτυχία μου εξαρτάται από σας’. Και αυθόρμητα έσκυψα και της φίλησα το χέρι.
Μόλις ήρθαν οι ξένοι πήγαμε κατευθείαν στην Επίδαυρο. Μέναμε σε δωμάτια στο Λυγουριό. Η Κάλλας στο Ναύπλιο. Ήταν μια καταπληκτική εμπειρία για μένα. Έμαθα πολλά πράγματα μαζί της άλλαξε η ζωή μου. Καθόλου ντίβα δεν ήταν στις πρόβες. Ζούσε τον έρωτά της με τον Ωνάση τότε. Κάθε απόγευμα την έφερνε στο θέατρο, στην πρόβα με την ορχήστρα -ερχόντουσαν χεράκι-χεράκι, καθότανε, παρακολουθούσε όλη την πρόβα και μετά την έπαιρνε και φεύγανε. Δεν το κρύβανε. Ήτανε μια πολύ ωραία περίοδος της ζωής της. Και τη ζούσε πολύ έντονα. Την έβλεπες πως ήταν ευτυχισμένη. Πιστεύω πως της είχε λείψει πάρα πολύ στη ζωή της η αγάπη. Μιλούσαμε καμιά φορά στα παρασκήνια και μου έλεγε κάποια πράγματα. Την πήρε, λοιπόν, τότε, ανάμεσα στις πρόβες, και πήγανε με την ‘Χριστίνα’, νομίζω στην Βενετία, σε κάποιο χορό. Γύρισε κρυωμένη. Ήρθε στην πρόβα που είχαμε στις 11 το πρωί με κλειστό λαιμό. Της βάζει μία πόστα, μα μία πόστα ο Σεραφίν: ‘Μαρία, πώς το ’κανες εσύ αυτό μετά από τόσα χρόνια που σε ξέρω; Τι ανευθυνότητα είναι αυτή;’. Είχε κατεβάσει το κεφάλι σαν μαθητριούλα. Ήταν το μόνο ντεζαβαντάζ στις πρόβες.
Επίσης συνέβη αυτό που κυκλοφορεί σαν ανέκδοτο. Ο Γιάννης Τσαρούχης που έκανε τα σκηνικά τής έλεγε: ‘Μαρία, πρέπει να δοκιμάσεις την περούκα’. ‘Νon posso’- ‘δεν μπορώ’- του απαντούσε. ‘Εντάξει Μαρία μου, αύριο’. Την άλλη μέρα πάλι: ‘Μαρία, σε παρακαλώ να βάλουμε την περούκα’, «Non posso, Γιάννη μου, non posso’. Αυτό τέσσερεις, πέντε φορές… Οπότε ο Τσαρούχης εξερράγη: ‘Μη σώσεις και possεις». Ο Αντώνης Φωκάς, πάλι, που έκανε τα κοστούμια, μάλωνε πολύ με τον Γιάννη Τσαρούχη.
Στη δεύτερη παράσταση η Κάλλας είχε αρρωστήσει -ίσως ήταν ακόμα αυτό το κρύωμα που είχε αρπάξει στο ‘σκασιαρχείο’. Την ώρα του ντουέτου, στα ενδιάμεσα της ορχήστρας, μου λέει: ‘Κική, έχω πυρετό, θα σταματήσω’ Σιγά-σιγά της λέω: ‘Μην μου το κάνετε αυτό, δεν φαίνεται τίποτα’. Στο διάλειμμα πήγε ο Μπαστιάς στο καμαρίνι και της είπε κι αυτός ‘μην το κάνεις θα καταστραφεί η παράσταση’. Εγώ της πήγα χαμομήλι που είχα στο καμαρίνι. Και, τελικά, συνέχισε.
Ήταν σταθμός για μένα αυτή η παράσταση. Να σας πω και κάτι που αισθάνθηκα; Αν σταματούσε τότε η καριέρα μου δεν θα με πείραζε. Μου ήταν αρκετή αυτή και μόνο η παράσταση. Ήμουνα κοπελίτσα και όλη τη μαγεία αυτής της γυναίκας την ένοιωσα βαθιά. Αποκάλυπτε με εντυπωσιακό τρόπο όλες τις πλευρές του χαρακτήρα της Νόρμας. Από εμπνευσμένη ιέρεια γινότανε προσβεβλημένη και προδομένη γυναίκα. Κυριαρχούσε στη σκηνή. Εκείνο που μου είχε κάνει τρομερή εντύπωση ήταν ότι είχε κατορθώσει να μεταβάλει όλο της το κορμί σε ηχείο. Είχε μία ανεπανάληπτη ειλικρίνεια υποκριτικής που καθήλωνε το κοινό. Δεν θα ξεχάσω το άπλωμα των χεριών της: γέμιζαν όλο το χώρο. Γέμιζε και η καρδιά σου τότε.
Για μένα ήταν πολύ μεγάλη τύχη και ευχαριστώ τον Θεό που μου έδωσε αυτή την ευκαιρία. Όμως αν δεν ήταν εκείνη να με περιβάλει μ’ αυτή την αγάπη και αυτή την εμπιστοσύνη… Όλοι έλεγαν πως είχα πολύ μεγάλη επιτυχία. Ε, σε εκείνη το οφείλω.
Σκεφτείτε ότι τραγουδούσαμε μαζί. Αν μου φερόταν έτσι όπως πολλοί πίστευαν ότι φέρεται…
Και η εικόνα της που κυκλοφορούσε δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Ο πατέρας της κάποτε, σε μία εκπομπή της τηλεόρασης, μου είπε ‘Λένε πως η Μαρία σας βοήθησε για να αλλάξει το ίματζ της’- γιατί το είχανε γράψει κι αυτό. ‘Δεν είναι έτσι. Σας εξετίμησε σαν φωνή και σαν άνθρωπο’. Κι εγώ αυτό πίστευα. Δεν ήταν μόνο η βοήθειά της στις παραστάσεις της Επιδαύρου -την επόμενη χρονιά ήμουνα και στην «Μήδεια» που έκανε. Με βοήθησε πολύ και έξω. Με έστειλε σε δάσκαλο στην Σκάλα, κανόνισε ακρόαση στο ‘Κόβεντ Γκάρντεν’ -έχω το γράμμα της-, και στην ‘Σκάλα’, για να τραγουδήσω μαζί της, άσχετα αν δεν έγιναν οι παραστάσεις αυτές.
Την αντιμετώπιζα με δέος, με θαυμασμό και σεβασμό. Και συνειδητοποίησα από την πρώτη στιγμή πως αυτό που έκανε για μένα ήταν απόρροια της μεγάλης ανθρωπιάς της. Αν σε εμπιστευότανε σε άφηνε να νοιώσεις ελεύθερη.
Δεν έδειχνε να έχει τρακ, ήταν ψύχραιμη. Κι ας της καταμαρτυρούσαν τόσα τότε. Όσο για τη ‘φωνητική κάμψη’ που λέγανε, νομίζω πως υπάρχει ένα αχάριστο κοινό. Αλλά και οι συνάδελφοί σας… Θυμάστε πάντα μια κακιά στιγμή. Και όχι όλα τα άλλα. Η γυναίκα αυτή ήταν ένας θρύλος. Δεν ξέρω αν θα ξανάρθει άλλη καλλιτέχνις σαν την Κάλλας. Δεν ήταν απλώς μια τραγουδίστρια. Ήταν φαινόμενο».


Γιώργος Παπαστεφάνου: «Σαν ηλεκτρικό ρεύμα» 

Ο δημοσιογράφος Γιώργος Παπαστεφάνου ήταν εκεί. Και τις τρεις βραδιές. Και μας δίνει μια γεύση:
«Θυμάμαι την έξαψη που είχαμε περιμένοντας την παράσταση αυτή. Μόλις είχα μπει τότε στη Ραδιοφωνία και πήγα με πρόσκληση που μου είχε δώσει η Κίττυ Σολωμού, η γυναίκα του Αλέξη Σολομού, του σκηνοθέτη, η οποία ήταν προϊσταμένη μου. Ήμασταν με την παρέα του Σπύρου Βραχωρίτη (σ.σ. του σημερινού σκηνοθέτη). Ήταν μια μέρα ηλιόλουστη. Κάναμε, όπως συνηθίζονταν τότε, μπάνιο στο Τολό. Αλλά στο θέατρο έπιασε μία καταρρακτώδης βροχή. Θυμάμαι τις κυρίες με την κόμμωση λάχανο, της μόδας τότε, να τρέχουν να κρυφτούν -ένα αξιολύπητο θέαμα. Άκουγα την Παξινού να λέει ‘c’ est une tragédie, c’ est une tragédie Είπαν τότε, που γράφανε πολλά για το χαρακτήρα της Κάλλας, και το καλαμπούρι «Ούτε ο Θεός δεν τη θέλει».

Πήγα ξανά την Τετάρτη. Θυμάμαι ακόμα τη στιγμή που βγήκε με τη χλαμύδα από τη δεξιά ‘κουίντα’ καθώς κοιτάμε τη σκηνή, με τα χέρια ψηλά, και άρχισε να τραγουδάει. Νοιώσαμε σαν να μας διαπερνάει ηλεκτρικό ρεύμα. Ήταν ο μύθος, ήταν η σκηνική της παρουσία, ήταν η φωνή της -όλα μαζί. Κι ας βρήκαν οι ειδικοί κάποια κόπωση στη φωνή της. Τότε ‘ανακαλύψαμε’ και την Μορφονιού. Ήταν θρίαμβος. Το ίδιο συνέβη και την Παρασκευή. Γιατί την Παρασκευή ξαναπήγα».

** Θερμές ευχαριστίες στην Εθνική Λυρική Σκηνή για το μοναδικό αντίτυπο του προγράμματος της «Νόρμας» που έχει στη βιβλιοθήκη της και που μας διέθεσε, στην κ. Αγγελική Κεραμίδα, στον μουσικοκριτικό κ. Νίκο Δοντά και κυρίως, στο σκηνοθέτη κ. Βασίλη Νικολαΐδη για το φωτογραφικό και έντυπο υλικό που έθεσε στη διάθεσή μας και γενικά για τη βοήθειά του.

Η Λυσιστράτη με το κροκί συνολάκι


Το έργο. Ο (Πελοποννησιακός) Πόλεμος, με κύριους αντιπάλους την Αθήνα και την Σπάρτη, γύρω από τις οποίες έχει -εθελοντικά ή αναγκαστικά- συστρατευτεί σύσσωμη η Ελλάδα, ταλανίζει όλα τα μέρη εδώ και είκοσι ολόκληρα χρόνια, η καταστροφική εκστρατεία στην Σικελία έχει επιφέρει βαρύτατο πλήγμα στο κύρος της Αθήνας και οι πολίτες δεν αντέχουν πια. 
Η Αθηναία Λυσιστράτη παίρνει την πρωτοβουλία να συσπειρώσει γύρω της όλες τις γυναίκες των αντιπάλων -συμπεριλαμβανομένης της Σπαρτιάτισσας Λαμπιτώς- για να εκβιάσουν την ειρήνη. Βασικό και ισχυρό όπλο τους, η ερωτική αποχή: να αρνούνται στους άντρες τους το σεξ μέχρι να τους αναγκάσουν να συνάψουν ειρήνη. Παράλληλα, οι γυναίκες καταλαμβάνουν την Ακρόπολη, όπου και το Δημόσιο Ταμείο, με το σκοπό να κλείσουν την κάνουλα στις πολεμικές δαπάνες. Δεν τους είναι εύκολη η αποχή -καθόλου, βαρυγκομούν. Αλλά η Λυσιστράτη τις πείθει και δίνουν όρκο.
Οι γέροι που έχουν απομείνει στην Αθήνα έρχονται να βάλουν φωτιά γύρω από τη Ακρόπολη για να πνίξουν τις καταληψίες με τους καπνούς και να τις αναγκάσουν να φύγουν. Δεν τα καταφέρνουν. Οι γυναίκες τους αναγκάζουν να τραπούν σε φυγή ενώ κατατροπώνουν, με τα επιχειρήματά τους, και τον Πρόβουλο που, ως φέρων δημόσιο αξίωμα, απειλεί ότι θα τις συλλάβει. Αλλά βασικό πρόβλημα της Λυσιστράτης είναι και οι ίδιες οι γυναίκες. Που, μη επιθυμώντας να στερηθούν το σεξ, μηχανεύονται διάφορες δικαιολογίες για να το σκάσουν από την Ακρόπολη και να (συνευ)βρεθούν με τους άντρες τους. Καταφέρνει, όμως, να τις ξεμπροστιάσει και να τις αναχαιτίσει.
Στον Κινησία που έρχεται από το στρατό αναμμένος για σεξ, η Μυρίνη, η γυναίκα του, συνεννοημένη με τις συντρόφισσές της, του στήνει ένα παιχνίδι «καθυστερήσεων» με το οποίο όχι, απλώς, τον ανάβει περισσότερο αλλά τον τρελαίνει, για να τον αφήσει στο τέλος στα κρύα του λουτρού: «θα σου καθίσω μόνον αν κάνετε ειρήνη» -από τις δύο-τρεις καλύτερες σκηνές που έχει αφήσει ο Αριστοφάνης. Όταν το πράγμα φτάσει στο… απροχώρητο -καθώς όχι μόνο στην Αθήνα αλλά και στην Σπάρτη, όπως τους ενημερώνει Λάκωνας κήρυκας, η κατάσταση είναι… τεταμένη, εκόντες άκοντες Αθηναίοι και Σπαρτιάτες συμφωνούν να διακόψουν οριστικά τις εχθροπραξίες. Οι σύμμαχοι δεν θα πουν κάτι διαφορετικό. Διότι «δεν θέλουν να πουν, να γαμήσουν θέλουν».
Η πιο ελκυστική ίσως, η πιο πιπεράτη από τις σωζόμενες κωμωδίες του Αριστοφάνη, η «Λυσιστράτη» (411 π.Χ.), ένα αντιπολεμικό και -γιατί όχι;- φεμινιστικό, με τα σημερινά μέτρα -θεατρικότατο, πάντως- κήρυγμα, δεν είναι παρά μία ακόμα ουτοπία του -αλλά μία ουτοπία απεγνωσμένη πια…: ο πόλεμος θα τελειώσει. Αλλά με καταστροφή.

Η παράσταση. Ο Γιάννης Μπέζος, στη δεύτερη αριστοφανική σκηνοθεσία του, νομίζω πως διδάχτηκε από την, όχι επιτυχημένη, κατά τη γνώμη μου, πρώτη που είχε κάνει το 2015 με τις «Εκκλησιάζουσες»: η παράστασή του έχει ρυθμούς καλούς, έχει χιούμορ που ποτέ δεν γίνεται φτηνό -ο χοντροκομμένος τρόπος με τον οποίο ο Κ. Χ. Μύρης, του οποίου τη μετάφραση χρησιμοποιεί, μεταφράζει τις οργανικά, πάντως, δεμένες στο κείμενο, βωμολοχίες του Αριστοφάνη, με λαγαρά, οπωσδήποτε, ελληνικά, ελέγχεται μέσα από την απόδοση του σκηνοθέτη-, τα φαλλικά στοιχεία δεν ξεχειλώνουν -στην κυριολεξία…- και δεν γίνονται ποτέ χυδαία χωρίς, πάντως, να αποχυμωθεί το κείμενο -το μέτρο δεν χάνεται.
Το σκηνικό του Γιώργου Γαβαλά, φωτισμένο από τον Χρήστο Τζιόγκα, έξυπνο και, ως συνήθως, καλόγουστο και λειτουργικό: τα σκαλιά στον κεραμιδί περίγυρό τους -τα τείχη-  και η μινιατούρα της Ακρόπολης δεν είναι απλώς χαριτωμένα, μοιάζουν με εμπνευσμένο γλυπτό. Σε αρμονικούς χρωματικούς συνδυασμούς, τα κοστούμια της Παναγιώτας Κοκκορού. Το κροκί σικ συνολάκι της Λυσιστράτης, γράφει. Ο Κωστής Μαραβέγιας, που υπογράφει τη μουσική, δεν νομίζω ότι βρέθηκε σε στιγμές έμπνευσης. Μόνο το τραγούδι «Θέλω κάτι να σας πω», που τραγουδάει ο Πρόβουλος /Γιάννης Μπέζος, με την ακμαία πάντα, επιβλητική φωνή του, μου έμεινε. Διεκπεραιωτικοί αλλά σωστά διεκπεραιωτικοί, οι στίχοι του Πέτρου Φιλιππίδη και ικανοποιητικότατη η μουσική διδασκαλία του Παναγιώτη Τσεβά. Όπως και οι ανάλαφρες χορογραφίες και η κινησιολογία της Ελπίδας Νίνου.
Οι ερμηνείες. Από τον Χορό ξεχώρισα την ταλαντούχα Αλεξάνδρα Καρακατσάνη και τον έξοχο Στέλιο Ιακωβίδη. Ξεχώρισα, επίσης, την Λαμπιτώ της Ελευθερίας Μπενοβία και την ανάλαφρη Κλεονίκη της Δανάης Μπάρκα.
Η Ναταλία Τσαλίκη και ο Βλαδίμηρος Κυριακίδης, αν και πολύ ώριμοι για τους ρόλους της Μυρίνης και του Κινησία, δίνουν
άψογα, σχεδόν ως κομέντια, την επικίνδυνη σκηνή: ο Κυριακίδης χωρίς να καταφύγει σε φτήνιες που συνηθίζει, η Τσαλίκη με έξοχους ρυθμούς, με λεπτό χιούμορ και με θαυμάσια κίνηση. Ικανοποιητικός στον κάπως άχαρο ρόλο του Πρόβουλου ο Γιάννης Μπέζος.

Βέβαια, κακά τα ψέματα, η παράσταση είναι ο Πέτρος Φιλιππίδης: ο σημαντικότερος κωμικός που διαθέτουμε. Ρυθμοί, κίνηση -αυτά τα σύντομα, κοφτά «γυναικεία» βηματάκια που έχει βρει…-, ευρηματικότητα, πλούτος εκφραστικός, πονηρόφατσα -ένα τάλαντο που αναβλύζει πηγαίο, χωρίς να εκβιάζεται- αλλά και μέτρο πια, και αυτοσυγκράτηση, και κώφευση στις σειρήνες του χάχανου. Απολαυστικός! Σπαρταριστός!
Το συμπέρασμα. Όχι, σαφώς δεν πρόκειται για τομή στην ερμηνεία του Αριστοφάνη αλλά σίγουρα μπορείτε να δείτε την παράσταση ευχάριστα, χωρίς να νοιώσετε ότι σας κοροϊδεύουν ή σας προσβάλλουν και να γελάσετε. Αν θέλετε να απολαύσετε τον σημαντικότερο εν ζωή κωμικό μας, τον Πέτρο Φιλιππίδη, μην τη χάσετε!

Ωδείο Ηρώδη Αττικού, 9 Σεπτεμβρίου 2017.

September 15, 2017

Έμεινε για πάντα Γιουγκοσλάβα: Srecan put, Gaga




Η Γκάγκα… Η Γκάγκα Ρόσιτς. Που έφυγε σήμερα τα ξημερώματα απ’ τη ζωή. Την πρωτογνώρισα, το 1994 στο Εθνικό -στο «Κοτοπούλη»- στις πρόβες του «Ο Άγιος Γεώργιος σκοτώνει το δράκο» του Ντούσαν Κοβάτσεβιτς. Ήταν η μεταφράστρια του έργου και διερμηνέας του σκηνοθέτη Μπράνισλαβ Λέτσιτς. Μετά ήρθε η αποκάλυψη του «Επαγγελματία»: ένα σπουδαίο έργο. Του Ντούσαν Κοβάτσεβιτς και πάλι. Σε μετάφρασή της. Ήταν η επίσημη μεταφράστριά του, η Γκάγκα, και, κατά κάποιο τρόπο, η εκπρόσωπoς στην Ελλάδα του Κοβάτσεβιτς, μιας προσωπικότητας -κι όχι μόνο στον τόπο του. Είχαν μεγαλώσει μαζί, τον αγαπούσε, «αδελφό» τον αποκαλούσε τον «Nτούσκο» της, μετέφρασε κι άλλα έργα του -«Ο σπιούνος των Βαλκανίων», άλλο σπουδαίο έργο που το ’κανε ο Βασίλης Βλάχος.
Η επόμενη συνάντησή μας ήταν στο «Αμόρε» του Γιάννη Χουβαρδά: συνέντευξη με τον Νικίτα Μιλιβόγιεβιτς για το «Έγκλημα και τιμωρία». Κι, αργότερα, στο Εθνικό, για τον «Δον Ζουάν» του -τότε την είχε πρωτοχτυπήσει ο καρκίνος, μόλις είχε εγχειριστεί αλλά ήταν ΕΚΕΙ. ΄Διερμηνέας του. Kι όχι απλώς «μια διερμηνέας»: οι ηθοποιοί κρέμονταν απ’ τα χείλια της και την αγαπούσαν. Κι ύστερα οι συνεντεύξεις με τον Σλόμπονταν Ούνκοφσκι -στην Αθήνα και στην Θεσσαλονίκη, για τον «Λιρ» του και για τον «Ορέστη». Που ’γραψα ότι έρχεται από μια χώρα που λέγεται Μακεδονία αλλά εμείς την αποκαλούμε ΠουΓουΔουΜου και μου ’στελναν ανώνυμες επιστολές… Κι οι άλλες μεταφράσεις της, και το «Other Side» του Ντέγιαν Ντούκοφσκι που ανέβασαν ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος, η Μαρία Κατσιαδάκη κι η Λυδία Φωτοπούλου, η Φένια Αποστόλου κατόπιν, ήταν ο Αλέκος Συσσοβίτης, η Πηγή Δημητρακοπούλου του καλύτερου «Επαγγελματία» που ανέβηκε στην Ελλάδα, ήταν η συναυλία του Μπρέγκοβιτς στο Ηρώδειο με την Μαρία Ναυπλιώτου, ήταν ο Ντανίλο Κις που ανέβασε -τον εισέπνευσε βαθιά μέσα του- ο Ηλίας Κουνέλας, κι άλλα, κι άλλα…
Με περισσότερους από εξήντα τίτλους στο ενεργητικό της ως μεταφράστρια, η Γκάγκα Ρόσιτς μας γνώρισε τη σύγχρονη σέρβικη -τη γιουγκοσλάβικη- λογοτεχνία, από Πάβιτς μέχρι Κις, και το σύγχρονο σέρβικο -το γιουγκοσλάβικο θέατρο. Και -το σημαντικότερο για μας- γνώρισε στους Σέρβους τη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία, τη σύγχρονη ελληνική ποίηση, το σύγχρονο ελληνικό θέατρο -από Διδώ Σωτηρίου και Λούλα Αναγνωστάκη και Παύλο Μάτεσι και Δημουλά μέχρι Ζατέλη και Κούρτοβικ και Μαραγκόπουλο και Τάκη Θεοδωρόπουλο- αλλά μετέφρασε κι αρχαία ελληνική τραγωδία. Πρότεινε σέρβικα -γιουγκοσλάβικα- έργα σε θιάσους, «εισήγαγε» σέρβους -γιουγκοσλάβους- σκηνοθέτες, έφερε σέρβικες παραστάσεις, έστειλε παραστάσεις μας στην «πρώην» Γιουγκοσλαβία, τιμήθηκε με βραβεία και τίτλους... Κι έγραψε και βιβλία δικά της -το πιο πρόσφατο, «Η μαργαριταρένια πόλη», μόλις πριν λίγους μήνες κυκλοφόρησε απ’ την «Εστία» και παρουσιάστηκε στη σέρβικη πρεσβεία.
Μου μίλαγε για το BITEF των νιάτων της, το περίφημο, τότε, φεστιβάλ θεάτρου του Βελιγραδίου, «ζούσαμε μ’ αυτό και γι αυτό»- κι έλαμπε. «Πατρίδα μου είναι η Γιουγκοσλαβία» έλεγε και βούρκωνε. Πληγωμένη βαθιά, ανεπανόρθωτα μ’ όσα έγιναν εκεί… Το ’χε εύκολο το δάκρυ -ήταν ένας απ’ τους λόγους που την αγαπούσα την Γκάγκα. Και, μετά, η τύχη τα ’φερε να ’ρθουν δυο παιδάκια στη ζωή μου, να ’ρθει στη ζωή μου κι ένας άλλος άνθρωπος για να βρεθούμε πιο κοντά. Και να της χρωστώ. Γιατί μου στάθηκε. Ήταν ιδιαίτερη η Γκάγκα Ρόσιτς -ένας άνθρωπος που πρόσφερε αφειδώλευτα αγάπη. Ένας άνθρωπος μ ευγένεια. Ένας άνθρωπος με βαθιά, ουσιαστική κουλτούρα. Ένας άνθρωπος από άλλες εποχές. Αλλά κι ένας άνθρωπος μ ανοιχτό μυαλό. Και μια ταξιδιάρα -έζησε όμορφα τη ζωή της με τα πολλά και μακρινά και διαρκείας ταξίδια που ’κανε.
Τα σέρβικα -τα γιουγκοσλαβικά- γράμματα κι οι τέχνες θα πρέπει σήμερα να πενθούν. Η Γκάγκα Ρόσιτς ήταν επί δεκαετίες η πρέσβης τους στην Ελλάδα. Μοναδική! Αλλά και τα ελληνικά γράμματα κι οι τέχνες θα πρέπει να πενθούν. Και, κυρίως, το θέατρο. Που πολύ το αγαπούσε -«Το αρχαίο ελληνικό θέατρο στη σύγχρονη σκηνή» ήταν, άλλωστε, το θέμα της διατριβής της. 
Η Γκάγκα ήταν Σέρβα -ήταν Γιουγκοσλάβα, πάντα Γιουγκοσλάβα έμεινε. Αλλά ήταν, εξίσου, και Ελληνίδα. Όχι μόνο γιατί ήταν γυναίκα Έλληνα -του Λευτέρη Κεσίνη που, διακριτικός, πολύ την αγάπησε και της στάθηκε- και μάνα της, επίσης μεταφράστριας, Μαρίας Κεσίνη που ως Ελληνίδα τη μεγάλωσε. Ήταν γιατί μετείχε της ελληνικής παιδείας. Όσο λίγοι. Την ευχαριστούμε.
Προσωπικά την αποχαιρετώ με μεγάλη συγκίνηση. Θα συνεχίζω να διαβάζω στην Ζωίτσα και στην Σοφούλα τα κόμικς που τους μάζευε και τους χάριζε. Όσο πάει.

Η κηδεία της θα γίνει την Δευτέρα 18 Σεπτεμβρίου, στις 11.00, στο Κοιμητήριο της Καλλιθέας.

September 13, 2017

Η Μικρή «Αργώ» με τις εννιά παραστάσεις: από Άκη Δήμου μέχρι κλασικό κινέζο συγγραφέα


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 

Εννιά παραστάσεις, από Άκη Δήμου μέχρι κλασικό κινέζο συγγραφέα, από Ζαν Ζενέ μέχρι Τσιμάρα Τζανάτο, από Γιάννη Ρίτσο μέχρι Νίνα Ράπη περιλαμβάνει ο φετινός προγραμματισμός του «A Small Argo Full of Art». Αυτό θα ’ναι πια το όνομα της Δεύτερης Σκηνής του θεάτρου «Αργώ», όνομα που σηματοδοτεί την επανεκκίνησή της, τον Οκτώβριο: ένας χώρος ανοιχτός σε καινούργιες ιδέες, στη σύγχρονη δραματουργία, και σε
νέες ομάδες καλλιτεχνών, με την Χρύσα Καψούλη να αναλαμβάνει, ως curator, την ευθύνη του ρεπερτορίου, των καλλιτεχνικών συναντήσεων και των διαλέξεων.  
Το «A Small Argo Full of Art» φιλοδοξεί να γίνει «ένας χώρος που θα ενδυναμώσει τόσο τους καλλιτέχνες όσο και το κοινό του, ένας οργανισμός που θα αναπτυχθεί στο τώρα και για το μέλλον, μέσα από την έρευνα και την υπέρβαση. Μπορεί να βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας, στο Μεταξουργείο, αλλά κινείται», όπως σημειώνεται, «στο περιθώριο, αγαπά το ρίσκο και το λάθος, αντλεί από τη φαντασία, επενδύει στην handmade τέχνη και την arte povera». 
Η έναρξη θα γίνει με «Το κάλεσμα της Λορίν» (1984) της Παλόμα Πεδρέρο που ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα σε σκηνοθεσία Φένιας Αποστόλου. Η μετάφραση είναι της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ, τα σκηνικά και τα κοστούμια θα υπογράφει η Άση Δημητρολοπούλου και τη μουσική επιμέλεια και το ηχητικό τοπίο ο Μιχάλης Τσίχλης. Θα παίξουν ο Ιωάννης Αθανασόπουλος κι η Βιργινία Ταμπαροπούλου. Στο έργο της 
Πεδρέρο, που διαδραματίζεται Απόκριες, ο άντρας -ο Πέδρο- μεταμφιέζεται σε Λορίν Μπακόλ κι η γυναίκα -η Ρόζα- σε Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. Αυτό που ξεκίνησε ως παιχνίδι -η αναζήτηση της ανανέωσης στη σχέση τους- μετατρέπεται σε αποκάλυψη: ο άντρας προτείνει στη γυναίκα να «παίξουν μ’ ένα αντικείμενο που αγόρασε στο sex shop αλλά εκείνη χαλάει το «παιχνίδι». Τι θα συνέβαινε αν δεν υπήρχαν προκαθορισμένοι «ρόλοι»; Το έργο μιλάει τόσο για τις δυνατότητες ελευθερίας που μπορεί να έχει το άτομο όσο και για την καταπίεση και την κοινωνική απομόνωση την οποία υφίστανται όλα τα μέλη μιας κοινωνίας. Στο «Κάλεσμα της Λορίν» ο ερωτισμός κι η καταπίεση συνυπάρχουν, οι παραδοσιακοί «ρόλοι» του ζευγαριού παρωδούνται για ν' αποκαλύψουν την αβέβαιη βάση στην οποία στηρίζεται η κοινωνία και την αδυναμία των κοινωνικών «ρόλων» που μοιράζονται και υιοθετούνται ακόμα κι απ’ την παιδική ηλικία.
Στη συνέχεια, ο Αυγουστίνος Ρεμούνδος θ’ ανεβάσει, σε μετάφραση και διασκευή για το θέατρο του Δημήτρη Ζουγκού, τη νουβέλα «To ημερολόγιο ενός τρελού» του Λου Χσουν, απ’ τους θεμελιωτές της σύγχρονης κινέζικης λογοτεχνίας, η οποία, επάξια, συγκαταλέγεται στα αριστουργήματα της παγκόσμιας πεζογραφίας. Πρόκειται για την ιστορία ενός νεαρού Κινέζου που βλέπει κι αισθάνεται το περιβάλλον του εντελώς διαφορετικά απ’ τους συγχωριανούς του. Πρώην δημόσιος υπάλληλος σε μια κινέζικη επαρχία, θέτει, συνεχώς άμεσα ερωτήματα για τη θέση του ανάμεσα στους συνανθρώπους του. Απροστάτευτος και μόνος λόγω της διαφορετικότητάς του, με γλώσσα παιδιού, ζει παγιδευμένος σ’ ένα εχθρικό περιβάλλον που τον αναγκάζει να σκεφτεί τα χειρότερα για την ανθρώπινη φύση. Βυθισμένος στις εμμονές και τους παραλογισμούς του, ξεδιπλώνει, μέσα από προσωπικές αφηγήσεις, τον ιδιαίτερο ψυχισμό του και τη ζωή του. 
Η δική του ματιά κι αλήθεια είναι κι η πραγματική εξήγηση όσων συμβαίνουν γύρω του. Όμως, κανείς δεν πιστεύει έναν τρελό κι όλοι φοβούνται αυτό που δεν γνωρίζουν… Όπως και στ’ άλλα δυο «Ημερολόγια ενός τρελού» -του Νικολάι Γκόγκολ και του Γκι ντε Μοπασάν-, ο Τρελός του Χσουν κινείται σ’ ένα κομφορμιστικό κοινωνικό πλαίσιο, τόσο αυταρχικό και υποκριτικό που δεν μπορεί να το αντέξει. «Το ημερολόγιο ενός τρελού» θα παρουσιαστεί με σκηνικά και κοστούμια Σπύρου Γκέκα, μουσική σύνθεση C-Drain/Christos Pappas, που θα παίζει επί σκηνής, κίνηση Χρύσας Καψούλη και με τους Νίκο Παντελίδη και Σπύρο Βάρελη.
Τη σκυτάλη παίρνει «Ο σχοινοβάτης» του Ζαν Ζενέ, που θα παρουσιαστεί σε μετάφραση, διασκευή για το θέατρο κα σκηνοθεσία Ζωής Μαντά, επιμέλεια απ’ τη γαλλική γλώσσα της Μισέλ Βάλεϊ, βίντεο αρτ και μουσική Comoddor.Ve κι επιμέλεια κίνησης Βάλιας Παπαχρήστου που, επίσης, θα παίζει μαζί με τον Λευτέρη Παπακώστα. «Ο σχοινοβάτης» βασίζεται στην πραγματική ιστορία της σχέσης του Ζενέ με τον 20χρονο ακροβάτη Αμπντάλα Μπεντάγκα στον οποίο ο Ζενέ αφοσιώθηκε ψυχή τε και σώματι πληρώνοντας τους καλύτερους εκπαιδευτές κι αναλαμβάνοντας, ο ίδιος, τη σκηνοθεσία του σόου του πάνω στο τεντωμένο σκοινί. Αλλά η σχέση τους δεν είχε αίσιο τέλος. 
Έπειτα από έναν σοβαρό τραυματισμό του Μπεντάγκα σε μια περιοδεία, ο Ζενέ θα τον παρατήσει. Εκείνος αυτοκτονεί κι ο Ζενέ πέφτει σε βαριά κατάθλιψη, θα αποπειραθεί, μάλιστα, το 1967, ν αυτοκτονήσει κι ο ίδιος. Στο κείμενό του, μια παραβολή για τον κόσμο, «ο σχοινοβάτης πρέπει να βιώσει, πάνω στο σκοινί, την απόλυτη μοναξιά. Ν απελευθερωθεί απ το εγώ του και να προσφέρει στους πεινασμένους θεατές του τσίρκου μια βίαιη ομορφιά κι, ίσως, έναν βίαιο θάνατο. Να μπορέσει ν αναμετρηθεί με το απόλυτο. Θα χορεύει στο σκοινί σαν ένας άλλος, όσο τον φωτίζουν οι προβολείς του τσίρκου».
Στο «Crush», που θα παρουσιαστεί, με κείμενο και σε σκηνοθεσία nopubitco (Andrea-Lotta Γιαννακοπούλου και Χρήστος Καρανάτσης), στο Χόλιγουντ του 1939, μετά από ένα αυτοκινητικό ατύχημα, μια γυναίκα κι ένας άντρας ερωτεύονται με την πρώτη -και μάλλον τελευταία…- ματιά. Στην Αθήνα του 2017, σ’ ένα εγκαταλειμμένο στρατόπεδο, η ίδια γυναίκα ξυπνάει. Μαζεύει τις δυνάμεις της κι αποφασίζει ν’ ανεβεί στη σκηνή, με παρέα τα πλήκτρα και τη φωνή της, για να διηγηθεί στιγμές απ’ τη ζωή της και τη δουλειά της ως «η γυναίκα με τα μούσια». Θα καταφέρει να μαγέψει το κοινό; Θα επιστρέψει στην Αμερική για να βρει τον έρωτα της ζωής της; Στην παράσταση σύμβουλος δραματουργίας και βοηθός σκηνοθέτη θα ’ναι η Άννα-Μαρία Πισκοπάνη, τα σκηνικά και τα κοστούμια θα υπογράφουν οι nopubitco and friends, σύμβουλος σε θέματα ήχου και φωτισμού θα ’ναι ο Θεοδόσης Κουτρούλης ενώ στη σκηνή θα εμφανίζεται η Lady Saligia (Φωτογραφία: Γιάννης Πρίφτης).
«Splinters είναι οι ακίδες που τρυπούν το δέρμα. Θραύσματα σχέσεων. Καθημερινών. Ή όχι; Οι μικρές λεπτομέρειες στην επικοινωνία, που ξεσκεπάζουν τα χάσματα. Ό,τι σημαίνει ‘έλξη / επαφή / έρωτας / αγάπη’, όταν ξύσεις την επιφάνεια»: έτσι 

ορίζεται το καινούργιο έργο της Νίνας Ράπη «Splinters» που θα παρουσιαστεί σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Μιχαήλ στο «A Small Argo Full of Art». Πρόκειται για «επτά στιγμιότυπα σχέσεων μεταξύ φίλων, φύλων και φυλών ανθρώπων. Μια ιστορία που δεν λέγεται με λόγια. Συμβαίνει, εξελίσσεται υπόγεια, ωριμάζει και ξεσπά. Ανάμεσα στις λέξεις, πίσω απ τα πρόσωπα, κάτω απ’ τους ρόλους. Μια γραφή που κατανοεί βαθιά κι ανατρέπει τους ορισμούς του λεξικού των ηρώων της. Αφήνει το λόγο στην ηδονή κι επιτρέπει την οδύνη. Επτά μονόπρακτα που συνθέτουν ένα ολοκληρωμένο έργο. Ένα ταξίδι απ’ την ορμή προς την ωριμότητα. Απ’ την κοινωνική σύμβαση προς την ελευθερία της συνείδησης. Κι απ’ το ζωτικό ψέμα στην εντροπία του ασυνείδητου». Τα κοστούμια θα ’ναι της Μάρθας Φωκά, η μουσική της Μαρίας Βουμβάκη, η φωτογραφία και το βίντεο του Χρήστου Κυριαζίδη και σύμβουλος σκηνικής δραματουργίας η Αμαλία Κοντογιάννη. Θα παίξουν οι Νίκος Βατικιώτης, Μελίνα Γαρμπή, Χριστίνα Γυφτάκη, Νίκος Τσολερίδης (Φωτογραφία: Χρήστος Κυριαζίδης).
Η «Εκκρεμότητα» του Τσιμάρα Τζανάτου, που χε παρουσιαστεί τη σεζόν 2014/2015, στο «Αγγέλων Βήμα», ανεβαίνει και πάλι, αυτή τη φορά σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Βογιατζή. «Ένα έργο», όπως αναφέρεται, «που σταδιακά μας αποκαλύπτει τον εαυτό μας και τις κρυφές του πτυχές ωθώντας μας ν αντικρίσουμε κατάματα μια πραγματικότητα που εκκρεμεί...». Τα σκηνικά και τα κοστούμια θα ’ναι της Χριστίνας Κωστέα, η επιμέλεια κίνησης της Βάλιας Παπαχρήστου κι η επιμέλεια της μουσικής κι η σύνθεση του Χρήστου Τσουλιάη που, επίσης, θα παίζει, μαζί με τους Φαίη Βέβη και Ηλιάννα Μπουζάνη.
Άλλος ένας έξοχος μονόλογος του Γιάννη Ρίτσου απ’ τον κύκλο της «Τέταρτης διάστασης»: το «Κάτω απ’ τον ίσκιο του βουνού» (1960) που θα ερμηνεύσει η Νάνα Παπαδάκη σε σκηνοθεσία της. Ο ποιητικός αυτός μονόλογος επικεντρώνεται στο μύθο της Ηλέκτρας. Η οποία «μοιάζει να ξαναγράφει το έργο της. Αυτή τη φορά μ’ επίγνωση της εσώτερης φύσης της και της διαφοράς με το ρόλο που καλείται να παίξει. 
Καθώς το μυθικό προσωπείο της αποσύρεται, οι λέξεις του ποιητή Ρίτσου ανεβαίνουν στη σκηνή». Την καλλιτεχνική επιμέλεια θα ’χει ο Γιώργος Ζορμπάς, τα σκηνικά και τα κοστούμια θα ’ναι της Άσης Δημητρολοπούλου κι η μουσική σύνθεση του Βασίλη Τζαβάρα.
Θ’ ακολουθήσει ένας θεατρικός μονόλογος απ’ τον Λάζαρο Γεωργακόπουλο, σε σκηνοθεσία του. «Άμλετ-Οργή», ο τίτλος του. Περισσότερα στοιχεία δεν υπάρχουν ακόμη.
Το πρόγραμμα του «A Small Argo Full of Art» έχει άλλη μια έκπληξη: το καινούργιο έργο του Άκη Δήμου «Μαζί σου για το τίποτα» που θα σκηνοθετήσει ο Κώστας Μπάρας. 
Εμπνευσμένο από διήγημα του Αντόν Τσέχοφ, περιγράφει τη μάταιη προσπάθεια ενός σκηνοθέτη-συγγραφέα να «ξαναγράψει» και να προσαρμόσει την ηρωίδα του διηγήματος σ’ ένα πιο σύγχρονο περιβάλλον: αποτυγχάνει. Και διεκδικεί το δικαίωμα στην αποτυχία του. Αλλά υπάρχει πάντα το «Πάντα προσπάθεια. Πάντα αποτυχία. Δεν πειράζει. Προσπάθησε ξανά. Απότυχε ξανά. Απότυχε καλύτερα» του Σάμιουελ Μπέκετ. Τα σκηνικά και τα κουστούμια θα ’ναι του Γιώργου Λιντζέρη, η κινησιολογική επιμέλεια του Φώτη Νικολάου και θα παίζουν οι Ελένη Κουταλώνη, Κώστας Μπάρας, Τρύφων Μπάρκας.
Στην Κεντρική Σκηνή του «Αργώ», τέλος, όπως, ήδη, έγραψε η Χριστίνα Φαραζή στον ιστότοπο clickatlife.gr, θα παρουσιαστεί το μυθιστόρημα της Λιλής Ζωγράφου «Η αγάπη άργησε μια μέρα» σε διασκευή για τη σκηνή και σκηνοθεσία Ένκε Φεζολλάρι, με την Αιμιλία Υψηλάντη, ιδρύτρια του θεάτρου «Αργώ», την Αθηνά Τσιλύρα κ.α.