November 17, 2017

Cine ΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΟΥΔΟΥΝΙ / «Το τελευταίο σημείωμα» του Παντελή Βούλγαρη


Δεν προτίθεμαι να απολογηθώ γιατί η τέχνη θέλω να με συγκινεί. Δεν προτίθεμαι να απολογηθώ γιατί αποστασιοποιούμαι από τους σκηνοθέτες -στο θέατρο και στον κινηματογράφο- που τρέμουν τη συγκίνηση του θεατή. Δεν προτίθεμαι να απολογηθώ γιατί ο μεταμοντερνισμός δύσκολα μπορεί να με κατακτήσει. Θέλω μόνο να γράψω πόσο με συγκίνησε -ναι, με συγκίνησε!- η ταινία (2017) του Παντελή Βούλγαρη «Το τελευταίο σημείωμα» -κάπως άχαρος ο τίτλος και καθόλου πιασάρικος, νομίζω.
Θέμα του -λίγο «ξεπερασμένο» βέβαια, έτσι;…- η εκτέλεση από τους Γερμανούς, την Πρωτομαγιά του ’44, ούτε έξι μήνες πριν από την Απελευθέρωση, στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής -σε αντίποινα για τη δολοφονία, από αντάρτες, γερμανού στρατηγού,
διοικητή της Μάνης, και της συνοδείας του- 200 κρατουμένων στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου, κομμουνιστών στην πλειονότητά τους, τηγμένων, κυρίως, από τις φυλακές της Ακροναυπλίας όπου κρατούνταν, ήδη, από την εποχή της δικτατορίας του Μεταξά.
Το σενάριο της Ιωάννας Καρυστιάνη και του Παντελή Βούλγαρη

επικεντρώνεται στο πρόσωπο του Πόντιου αλλά μεγαλωμένου, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, στην Κρήτη, Ναπολέοντα Σουκατζίδη, στελέχους του ΚΚΕ, συνδικαλιστή, στις εξορίες και στις φυλακές επί χρόνια. Ο 34χρονος, πολύγλωσσος Σουκατζίδης,
επιταγμένος διερμηνέας, καθώς γνώριζε τα γερμανικά, των Γερμανών στο Χαϊδάρι, έντιμος, ακέραιος άνθρωπος, αρνήθηκε την πρόταση του διοικητή του στρατοπέδου λοχαγού Φίσερ, που είχε εκτιμήσει τη στάση του, να βγάλει το όνομά του από τη λίστα των προς εκτέλεση και να τον αντικαταστήσει με κάποιον συγκρατούμενό του και, τελικά, εκτελέστηκε, αφήνοντας πίσω του πατέρα και μία πιστή αγαπημένη, την αρραβωνιαστικιά του Χαρά Λιουδάκη που του στάθηκε μέχρι την τελευταία στιγμή.
Στέρεο σενάριο, πολύ καλά ισορροπημένο, χωρίς πλατειασμούς, σφιχτό έχει οδηγήσει τον Παντελή Βούλγαρη σε μία λιτή κινηματογράφηση, με άψογους ρυθμούς -γρήγορους έως και ασθματικούς, όταν πρέπει, που επιβραδύνονται φτάνοντας στο ραλαντί, επίσης όταν πρέπει-, με ανάσες, με προσοχή στη λεπτομέρεια -μία ταινία βλεμμάτων-, με διαρκή «υποκειμενικά» γκρο πλάνα που επεκτείνουν το ατομικό στο συλλογικό, με τσαγανό και -ναι!- με συγκίνηση. Ο Παντελής Βούλγαρης, τονίζοντας τη συγκίνηση αλλά χωρίς ποτέ να ξεπερνάει τα όρια και να ξανοίγεται στη χώρα του μελοδράματος, έκανε μία μετρημένη, πραγματικά λαϊκή ταινία που απευθύνεται, με την καλή έννοια, στο καθαρό, λαϊκό κοινό χωρίς καθόλου να το υποτιμά, και όχι στους κριτικούς και στο κοινό των φεστιβάλ. 

Οι σκηνές του ξέφρενου γλεντιού των μελλοθανάτων τη νύχτα πριν από την εκτέλεση, το απεγνωσμένο φιλί του αποχαιρετισμού του ζευγαριού συγκλονιστικές. Αλλά στην ανθολογία μου κρατώ μία άλλη σκηνή -σιωπηλή: όταν ο Ναπολέων δίνει στον Χρήστο, το σύντροφο που τον αμφισβήτησε, το δεύτερο γάντι της δικής του αγαπημένης, της Ξένιας, που οι Γερμανοί έχουν βασανίσει άγρια, για να συμπληρώσει το ζευγάρι, καθώς έχει μείνει στα χέρια του μόνο το ένα.
Στην προσπάθειά του ο Παντελής Βούλγαρης έχει αποφασιστικούς αρωγούς, εκτός από τους συνεργάτες του (διεύθυνση -έξοχης- φωτογραφίας Σίμος Σαρκετζής, μοντάζ Τάκης Γιαννόπουλος, μουσική The Boy, σκηνικά Σπύρος Λάσκαρης, κοστούμια Γιούλα Ζωιοπούλου, παραγωγή Γιάννης Ιακωβίδης και οι λοιποί), τους ηθοποιούς του. Δεν έχει πετύχει μόνο μία καλή διανομή αλλά τους έχει οδηγήσει άριστα. Ο Ανδρέας Κωνσταντίνου στο ρόλο του 
Σουκατζίδη κάνει, νομίζω, την καλύτερη ερμηνεία του στον κινηματογράφο -μία ερμηνεία εκ βαθέων, συγκλονιστική: μεταφέρει όλη την αυστηρότητα, τον ερμητισμό του σκληρόπετσου, ορθόδοξου κομμουνιστή της εποχής του, που έχει περάσει δια πυρός και σιδήρου, και την καθάρια εντιμότητά του διαπερνώντας τα με στιγμές άφατης τρυφερότητας. Και, στις σιωπές του, τα μάτια του- μιλάνε. Εξαίρετη, πλάι του, ως Χαρά, και η 

Ελληνο-Αμερικανίδα Μελία Κράιλινγκ. Δεν είναι απλώς όμορφη. Δεν ακτινοβολεί μόνο. Είναι εκφραστικότατη, έχει εσωτερικότητα και ψυχή -έχει τάλαντο. Στη σκηνή του φιλιού, συγκλονιστική. Στο φινάλε-με τη βαλίτσα του Ναπολέοντα, που της έχουν παραδώσει, στο χέρι, με βάδισμα ασταθές, παραπαίουσα- το βλέμμα της, εύγλωττο, τα λέει όλα. Σχεδόν όσο το βλέμμα της Θέμιδος Μπαζάκα-Ελένης στα «Πέτρινα χρόνια», στην τελευταία, επίσης, σκηνή -έχουν συγγένειες οι δύο ταινίες.
Ο Γερμανός Αντρέ Χένικε-Φίσερ -ιδανική επιλογή για το ρόλο του Φίσερ- κλέβει την παράσταση με τη λιτή, καθόλου μανιχαϊστική ερμηνεία του: δεν είναι «Ο Κακός». Είναι ο διανοούμενος που συνειδητά, εν ψυχρώ, έχει ασπαστεί την ιδεολογία του εθνικοσοσιαλισμού και έχει μεταμορφωθεί σε στεγνό και στυγνό δήμιο αλλά αφήνει, μέσα από ρωγμές, χωρίς ποτέ να το δείχνει, κρύβοντάς το επιμελώς, να ξεφεύγει η ανθρωπιά την οποία συνέθλιψε μέσα του.


Έξοχοι στη λιτότητά του ο Τάσος Δήμας και στην παραφορά του ο Βασίλης Κουκαλάνι και πολύ σωστοί όλοι οι υπόλοιποι: Αινείας Τσαμάτης, Λουκάς Κυριαζής, Κωνσταντίνα Χατζηαθανασίου, Λευτέρης Λαμπράκης, Μιχάλης Αεράκης… Ενώ εξαιρετική είναι η επιλογή και των βουβών προσώπων.


Μία ταινία του… No Weird Wave of Greek Cinema, που σας τη συνιστώ ανεπιφύλακτα. Την κατατάσσω, μαζί με τα «Πέτρινα χρόνια» και τις «Ήσυχες μέρες του Αυγούστου», στις πιο αγαπημένες μου ταινίες του Παντελή Βούλγαρη.

Κινηματογράφος «Odeon Starcity» / Αίθουσα 4, 15 Νοεμβρίου 2017.

November 12, 2017

Κλυταιμνήστρα η Μαρία Ναυπλιώτου στην «Ηλέκτρα» του Εθνικού στην Επίδαυρο


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 




Την Κλυταιμνήστρα θα ερμηνεύσει η Μαρία Ναυπλιώτου στην «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή, που θα παρουσιάσει, το καλοκαίρι, το Εθνικό Θέατρο στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Επιδαύρου, σε σκηνοθεσία Θάνου Παπακωνσταντίνου, με την Αλεξία Καλτσίκη στον επώνυμο ρόλο.
Στην Επίδαυρο η Μαρία Ναυπλιώτου πρωτοεμφανίστηκε στις 12 Ιουλίου 1996, μαθήτρια πρωτοετής, ακόμη, στη δραματική Σχολή του «Σύγχρονου Θεάτρου Αθήνας» του Γιώργου Κιμούλη, με το «Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας», στον «Οιδίποδα τύραννο» του Σοφοκλή, σε σκηνοθεσία Νίκου Χαραλάμπους, με τον Γιώργο Κιμούλη στον επώνυμο ρόλο και την Άννα Συνοδινού ως Ιοκάστη. Ήταν μια απ’ τις Θεραπαινίδες κι η Αντιγόνη -ρόλοι βουβοί.
Επανήλθε το καλοκαίρι του 1999 -η πρώτη της επαγγελματική εμφάνιση στο Φεστιβάλ Επιδαύρου-, με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, σε σκηνοθεσία Νίκου Χουρμουζιάδη και πάλι ως Αντιγόνη αλλά στις «Φοίνισσες» του Ευριπίδη πια. Ακολούθησαν οι φεστιβαλικές συνεργασίες της με το Εθνικό Θέατρο -«Ορέστεια» του Αισχύλου (μέλος του Χορού και Αθηνά στις «Ευμενίδες»), σε σκηνοθεσία Γιάννη Κόκκου (2001), Β΄ Κορυφαία στον «Ίωνα» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Λυδίας Κονιόρδου (2003), Αφροδίτη στον «Ιππόλυτο» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Βασίλη Νικολαΐδη (2004)-, με το ΚΘΒΕ και πάλι -ο επώνυμος ρόλος στην τραγωδία του Ευριπίδη «Ιφιγένεια η εν Ταύροις», με σκηνοθέτη τον Γιώργο Μιχαηλίδη (2006), Ανδρομάχη στις «Τρωάδες», επίσης του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη (2009)- και -η πιο πρόσφατη- με το «Θέατρο Τέχνης» 


και με τον επώνυμο ρόλο στην «Μήδεια» του Ευριπίδη, που ανέβασε στην Επίδαυρο, μόλις το περασμένο καλοκαίρι (2017), η Μαριάννα Κάλμπαρη -συμπαραγωγή με το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Ιωαννίνων.
Η ένατη παρουσία της Μαρίας Ναυπλιώτου στην Επίδαυρο, με Κλυταιμνήστρα αυτή τη φορά, θα πραγματοποιηθεί μετά την Μπλανς Ντιμπουά την οποία έχει επωμιστεί στο «Λεωφορείο ο Πόθος» του Τένεσι Γουίλιαμς, που ετοιμάζει ο Μιχαήλ Μαρμαρινός στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, παράσταση η οποία ήταν προγραμματισμένη για τη σεζόν 2016/2017, όπως είχα γράψει στο «Τέταρτο Κουδούνι» στις 23 Μαρτίου 2016, αλλά, τελικά, μετατέθηκε για τη φετινή, με προγραμματισμένη πρεμιέρα στις 6 Φεβρουαρίου.
Η «Ηλέκτρα» έχει να παρουσιαστεί στην ελλαδική σκηνή απ’ το καλοκαίρι του 2015, όταν ο Κωνσταντίνος Ντέλλας ανέβασε, στο «Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν» της Φρυνίχου και στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, μια πειραματική εκδοχή της, με τον τίτλο «Ηλέκτρα [Το τελευταίο αίμα]», την Όλια Λαζαρίδου στον επώνυμο ρόλο και την Ζωή Ξανθοπούλου ως Κλυταιμνήστρα.
Η πιο πρόσφατη, πάντως, ελληνόφωνη «Ηλέκτρα» ανέβηκε το περασμένο καλοκαίρι (2017), απ’ το «Σατιρικό Θέατρο» της 
Λευκωσίας, στην Κύπρο και στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ Αρχαίου Ελληνικού Δράματος που πραγματοποιείται εκεί, σε σκηνοθεσία Νεοκλή Νεοκλέους, με την Μαριάννα Καυκαρίδου ως Κλυταιμνήστρα και την Άννα Γιαγκιώζη ως Κλυταιμνήστρα.
Στην Επίδαυρο, παραδόξως, η «Ηλέκτρα», μια απ’ τις πιο «αναγνωρίσιμες» τραγωδίες, έχει να παρουσιαστεί απ’ το 2007 -έντεκα ολόκληρα χρόνια θα συμπληρώνονται το καλοκαίρι του 2018, όταν ανεβεί η καινούργια παράσταση! Την «Ηλέκτρα» του 2007 είχε σκηνοθετήσει, για το Εθνικό Θέατρο, ο Πίτερ Στάιν, με τον επώνυμο εκτινάχθηκε -κυριολεκτικά!- η Στεφανία Γουλιώτη ενώ Κλυταιμνήστρα ερμήνευε η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη.

Με «Ορέστη» το ΚΘΒΕ στην Επίδαυρο το καλοκαίρι: σκηνοθετεί ο Γιάννης Αναστασάκης, στον επώνυμο ρόλο ο Χρίστος Στυλιανού


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 

Με τον «Ορέστη» του Ευριπίδη θα εμφανιστεί το καλοκαίρι στην Επίδαυρο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Τη σκηνοθεσία έχει αναλάβει ο Γιάννης Αναστασάκης, καλλιτεχνικός διευθυντής του Θεάτρου, ενώ ο επώνυμος ρόλος έχει ανατεθεί στον Χρίστο Στυλιανού κι ο ρόλος της Ηλέκτρας στην Ιωάννα Κολλιοπούλου.
Ο «Ορέστης» θα παρουσιαστεί -στις 3 και 4 Αυγούστου στην Επίδαυρο- σε νέα μετάφραση του ποιητή Γιώργου Μπλάνα (φωτογραφία: Χρήστος Ζουλιάτης) που επάξια έχει εκτιναχτεί τα τελευταία χρόνια στον τομέα της μετάφρασης αρχαίας τραγωδίας ενώ τα σκηνικά και τα κοστούμια έχει επωμιστεί ο Θεσσαλονικιός -ο Γιάννης Αναστασάκης επιμένει στη συσπείρωση ντόπιων δυνάμεων στο ΚΘΒΕ- Γιάννης Θαβώρης. Που -με έδρα το Λονδίνο όπου, μετά από σπουδές αρχιτεκτονικής
στη γενέθλια πόλη του, σπούδασε σκηνογραφία και βραβεύτηκε, μάλιστα- διαπρέπει εδώ και είκοσι χρόνια στα ευρωπαϊκά Θέατρα, στο χώρο, κυρίως, της όπερας. Κι ο οποίος πρωτοσυνεργάστηκε επιτυχώς -μόλις η πρώτη, στην εικοσαετία αυτή, συνεργασία του στην Ελλάδα…- με το ΚΘΒΕ, την περσινή σεζόν 2016/2017, σχεδιάζοντας τα σκηνικά στα «Ανεμοδαρμένα ύψη» που ανέβασε, σε δική του διασκευή για τη σκηνή του μυθιστορήματος της Έμιλι Μπροντέ, ο Γιάννης Καλαβριανός, παράσταση που επαναλαμβάνεται φέτος στο θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.
Για τον Γιάννη Αναστασάκη, σκηνοθετικά, θα ’ναι η πρώτη του παρουσία στην Επίδαυρο αλλά κι η πρώτη του, ουσιαστικά, ενασχόληση με το αρχαίο δράμα -στο βιογραφικό του έχει μόνο, ως συνεργάτης σκηνοθέτης, τον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου που ανέβασε ο Θοδωρής Γκόνης με το ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου, παράσταση η οποία εντάχτηκε και στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών 2005.

Ο Χρίστος Στυλιανού που έχει επωμιστεί τον Ορέστη, πάντως,  έχει, ως ηθοποιός, πείρα Επιδαύρου. Κυπριακής καταγωγής, γεννημένος στην Μόσχα, μεγαλωμένος στην Λευκωσία, αριστούχος απόφοιτος (2005) της δραματικής σχολής του ΚΘΒΕ -με μεταπτυχιακές σπουδές στο Τμήμα Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης όπου και είναι εγκατεστημένος πια-, στη σκηνή απ’ το 2005/2006, απ’ τη σεζόν 2006/2007 σταθερά στη δύναμη του ΚΘΒΕ, έχει εμφανιστεί στην Επίδαυρο με την «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη (σκηνοθεσία Γιάννης Ιορδανίδης, 2007, μέλος του Χορού), τα «Μικρά Διονύσια», σύνθεση αποσπασμάτων αρχαίων δραμάτων του Κ. Χ. Μύρη (σκηνοθεσία Γιάννης Ρήγας-Γρηγόρης Καραντινάκης, 2011), τους «Ιππής» του Αριστοφάνη (σκηνοθεσία Σταμάτης Φασουλής, 2012, μέλος του Χορού), τους «Πέρσες» του Αισχύλου (σκηνοθεσία Νικαίτη Κοντούρη, 2014, μέλος του Χορού), την «Ιφιγένεια στη χώρα των Ταύρων» (σκηνοθεσία Θωμάς Μοσχόπουλος, 2015, Α΄ Αγγελιαφόρος) ενώ το καλοκαίρι του 2016 -την πρώτη χρονιά αλλά όχι στην επανάληψη του 2017-, στους «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου, που ανέβασε ο Τσέζαρις Γκραουζίνις, ερμήνευε, εναλλάξ με τον Γιάννη Στάνκογλου, τον Ετεοκλή. Ως προς την ενασχόλησή του με το αρχαίο δράμα ας σημειώσω ότι ήταν κι ο Μενέλαος στην «Ελένη» του Ευριπίδη, που ανέβασε ο Γιάννης Παρασκευόπουλος, για τη Νεανική Σκηνή του ΚΘΒΕ, σε κλειστό θέατρο -την Σκηνή «Σωκράτης Καραντινός» της Μονής Λαζαριστών-, τη σεζόν 2008/2009. Πριν απ’ την παράσταση της Επιδαύρου, ο Χρίστος Στυλιανού έχει την «Οικογενειακή γιορτή» («Festen»), διασκευή του Ντέιβιντ Έλντριτζ για το θέατρο του σεναρίου της ταινίας του Τόμας Βίντερμπεργκ, σε σκηνοθεσία Γιάννη Παρασκευόπουλου, όπου ερμηνεύει τον Κρίστιαν, παράσταση περσινή που επαναλαμβάνεται φέτος στο Φουαγιέ του θεάτρου της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, ενώ θα ’ναι κι ο Ντάνι στα «Ορφανά» του Ντένις Κέλι που θα σκηνοθετήσει ο Τάκης Τζαμαργιάς στον ίδιο χώρο -η πρεμιέρα στις 14 Απριλίου.
Η Ιωάννα Κολλιοπούλου, η Ηλέκτρα στον «Ορέστη» του Γιάννη Αναστασάκη, απόφοιτος (2010) της δραματικής σχολής του Εθνικού Θεάτρου, που είναι η Στέλλα Γερακάρη στο βασισμένο στην «Στέλλα Βιολάντη» του Γρηγορίου Ξενοπούλου -έστω και αν, παραδόξως, αυτό αποκρύπτεται!- έργο του Γιάννη Οικονομίδη «Στέλλα κοιμήσου» το οποίο ο ίδιος ανέβασε πέρσι (2016/2017) για το Εθνικό, παράσταση που επαναλαμβάνεται για δεύτερη χρονιά στην Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος», έχει μια εμπειρία Επιδαύρου: ήταν στην ομάδα των ηθοποιών με την οποία παρουσίασε ο Δημήτρης Καραντζάς, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ, την «Ελένη» του Ευριπίδη.
Τον Μενέλαο έχει αναλάβει ο Χριστόδουλος Στυλιανού, επίσης Θεσσαλονικιός και επίσης αριστούχος απόφοιτος (1989) της
δραματικής Σχολής του ΚΘΒΕ, που έχει συνεργαστεί με το Θέατρο απ’ το 1989/1990 μέχρι το 2002 και που τον καιρό αυτό παίζει, σε σκηνοθεσία Χρήστου Σουγάρη -στη φετινή διανομή- τον επώνυμο ρόλο στον «Αίαντα» του Σοφοκλή, ο οποίος επαναλαμβάνεται για δεύτερη σεζόν στο «Από Μηχανής Θέατρο», όπου η παράσταση μεταφέρθηκε, φέτος, απ το «Θησείον»  και τον Άγγελο ο Νικόλας Μαραγκόπουλος, στη δύναμη του ΚΘΒΕ απ’ το 2013/2014, που παίζει, τώρα, τον Ιβάν στην «Ρωσική Επανάσταση» του Τσέζαρις Γκραουζίνις, στο «Βασιλικό Θέατρο» (Φωτογραφίες παραγράφου: Τάσος Θώμογλου).
Οι συζητήσεις για τους άλλους συντελεστές και την υπόλοιπη διανομή συνεχίζονται.  
Η τελευταία φορά που ο -σχετικά ολιγοπαιγμένος- «Ορέστης» παρουσιάστηκε στην ελληνική σκηνή ήταν τη σεζόν 2014/2015, όταν το έργο ανέβασε -και μάλιστα στην Θεσσαλονίκη, στο θέατρο «Αυλαία»- ο Σίμος Κακάλας, με την ομάδα «Χώρος» της οποίας είναι ο βασικός συνιδρυτής, τον Δημήτρη Λάλο στον επώνυμο ρόλο και την Έλενα Μαυρίδου ως Ηλέκτρα. Η -ερευνητική- παράσταση για πέντε ηθοποιούς, το καλοκαίρι του 2015, παίχτηκε στην Επίδαυρο -είναι το πιο πρόσφατο ανέβασμα της τραγωδίας στο Φεστιβάλ Επιδαύρου- ενώ τον επόμενο χειμώνα 2015/2016, προσαρμοσμένη, μεταφέρθηκε απ’ την ομάδα «Χώρος», στην ομώνυμη αίθουσά της στην Αθήνα, την οποία και εγκαινίασε.
Ο «Ορέστης» μέχρι τώρα είχε παρουσιαστεί μόνο μια φορά απ’ το ΚΘΒΕ: το καλοκαίρι του 2008, οπότε και συμμετείχε στο

Φεστιβάλ Επιδαύρου, σε σκηνοθεσία του διακεκριμένου Σλόμπονταν Ούνκοβσκι απ’ την ΠΓΔΜ, με Ορέστη τον Λάζαρο Γεωργακόπουλο και Ηλέκτρα την Λυδία Φωτοπούλου (Φωτογραφία παραγράφου: Κώστας Αμοιρίδης).

November 5, 2017

Tip: «Η εποχή της Μελισσάνθης»


Όταν ο Κουνέλλης συναντάει τον Χατζιδάκι: μία αξιομνημόνευτη συναυλία 




Με την «Εποχή της Μελισσάνθης» του Μάνου Χατζιδάκι με συνδέει μία τραυματική εμπειρία. Μέρες Πάσχα του ’80, φαντάρος στον Τύρναβο μέχρι τότε, με άδεια για να παρουσιαστώ την δεύτερη μέρα του Πάσχα στο Ναύπλιο πια, βρίσκομαι στην Αθήνα. Το Τρίτο Πρόγραμμα -του Μάνου Χατζιδάκι τότε- οργανώνει εβδομάδα μουσικών εκδηλώσεων στο -στατικά ευαίσθητο- Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά. Η προγραμματισμένη συναυλία του Διονύση Σαββόπουλου ματαιώνεται επεισοδιακά για λόγους ασφαλείας -το πλήθος που έχει συγκεντρωθεί, λόγω προσκλήσεων, ξεπερνάει κάθε όριο. Στις 2 Απριλίου, Μεγάλη Τετάρτη, είναι προγραμματισμένη συναυλία-πρώτη παρουσίαση της 
«Μελισσάνθης». Με την Ορχήστρα και την Χορωδία του Τρίτου, υπό τη διεύθυνση του συνθέτη, και με βασική ερμηνεύτρια την Μαρία Φαραντούρη. Ο Χατζιδάκις, τότε, στο απόγειό του. Η Μαρία Φαραντούρη επίσης. Το Τρίτο στις δόξες του. Ο δίσκος δεν έχει ακόμα κυκλοφορήσει -θα βγει στο τέλος του χρόνου- αλλά, θες το ένστικτο, θες ότι από το Τρίτο έχουν δοθεί κάποια εναύσματα, έχω κινητοποιηθεί: θέλω οπωσδήποτε να πάω στη συναυλία αυτή. Τα -πανάκριβα- εισιτήρια έχουν εξαφανιστεί. Ικετεύω για πρόσκληση μία γνωστή μου που είναι το κλειδί στο Τρίτο. Δεν μου βρίσκει -ένας φαντάρος, του ’80 μάλιστα, δεν μετράει…-, από την άλλη έχουν φοβηθεί με όσα συνέβησαν στη συναυλία του Σαββόπουλου. Κατεβαίνουμε τη βραδιά της συναυλίας με φίλους, έξω από το θέατρο, ως ικέτες. Δεν θα μας βάλουν βέβαια. Δεν είναι αυτό, όμως. Είναι ποιοι βλέπω να μπαίνουν... Εδώ, τελεία. Έστω αποσιωπητικά.

Γυρίζω από την καινούργια εκτέλεση του έργου -την τέταρτη, αν δεν κάνω λάθος, μεσολάβησαν άλλες δύο από το Μουσικό Σύνολο «Μάνος Χατζιδάκις», το 2001 και το 2015, στο Μέγαρο Μουσικής -στην Λυρική Σκηνή (στην Κεντρική Σκηνή «Σταύρος Νιάρχος»). Εφόσον καλλιτεχνικός διευθυντή της είναι πια ο Γιώργος Κουμεντάκης, ήταν απολύτως λογικό στα πρώτα του μελήματα να βρίσκεται η οργάνωση ενός Κύκλου Μάνου Χατζιδάκι -διάρκειας,
μάλιστα, τριών ετών (2017-2020), με έργα του γνωστά αλλά και ανέκδοτα. Η καλλιτεχνική επιμέλεια, του Γιώργου Χατζιδάκι. Ο Κύκλος εγκαινιάζεται με την «Εποχή της Μελισσάνθης», έργο του 1980, πάνω σε ποιήματα του Μάνου Χατζιδάκι, που οι ρίζες του, ως ιδέα, βρίσκονται στο μεταπολεμικό 1945, ιδέα, που, ως ομότιτλο ποίημα, πήρε μορφή το 1965. Έργο, καταρχάς, πολιτικό με το οποίο ο συνθέτης καταπιανόταν δέκα χρόνια -από το 1970- και που το έχει χαρακτηρίσει καντάτα, μετασχηματίζει τα γεγονότα που το γέννησαν και απογειώνεται ως πράξη ποιητική. Ο Χατζιδάκις τολμηρά συνδυάζει ετερογενή μουσικά στοιχεία που δένονται, εντούτοις, σε ένα αποτέλεσμα συγκινητικό, δυνατό, συγκλονιστικό συγκροτώντας ένα από τα πιο σημαντικά έργα του. Το φινάλε, με το μπουζούκι να διατρυπά με προκλητική ευαισθησία το βυζαντινό 


μέλος «Επίβλεψον επ᾿ εμέ και ελέησόν με, κατά το κρίμα των αγαπώντων το όνομά Σου» του ψάλτη, από τη νεκρώσιμη ακολουθία, που μπλέκεται με το «Αι γενεαί πάσαι», από τα Εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής, της χορωδίας, αυτό να δίνει τη θέση του σε μπάντα στρατιωτική και εκείνη στη φωνή της κοντράλτο στο ανεπανάληπτο «Η λησμονημένη» που σβήνει σε λίγες νότες του Εθνικού μας Ύμνου, από τις κορυφαίες στιγμές του χατζιδακικού έργου -ανεπανάληπτη: η Μελισσάνθη, τελικά, είναι η 
Ελλάδα. Το σύνολο δωματίου από την Ορχήστρα της ΕΛΣ, ιδανικά οδηγημένο από τον γνώστη Λουκά Καρυτινό -έχει διευθύνει και τις δύο προηγούμενες εκτελέσεις του έργου-, οι πρόσθετοι μουσικοί με κορυφαίους τους δύο μπουζουξήδες, η Χορωδία και η συγκινητική Παιδική Χορωδία της Λυρικής με διευθυντές, αντίστοιχα, τον Αγαθάγγελο Γεωργακάτο και την Κωνσταντίνα Πιτσιάκου, και η μπάντα του Πολεμικού Ναυτικού υπό τον Γεώργιο Τσιλιμπάρη 
δίνουν ένα εξαιρετικό, συνολικά, αποτέλεσμα. Γνήσια χατζιδακικές φωνές νέας γενιάς, ο Γιώργος Περρής και ο Σταύρος Νιφοράτος συντελούν αποφασιστικά σ’ αυτό, όπως και ο ψάλτης Ιωάννης Τσιοτσιόπουλος. Η μέτζο Θεοδώρα Μπάκα πραγματοποιεί άθλο:
μάχεται την εμβληματική ερμηνεία της Μαρίας Φαραντούρη και δεν ηττάται. Με ζεστό φωνητικό μέταλλο, άριστο φραζάρισμα και εξαιρετικά κρατήματα επιτυγχάνει το δυσκολότατο: να ισορροπήσει στην κόψη του ξυραφιού, δηλαδή να μην μπατάρει το έντεχνο τραγούδι αξιώσεων στην όπερα. Εξαιρετική η  ιδέα  να 

στηθεί -φόρος τιμής σε έναν διεθνή καλλιτέχνη μας που πρόσφατα χάθηκε-, με επιμέλεια του άξιου Ντένη Ζαχαρόπουλου, προς το βάθος της σκηνής, ως εσωτερική αυλαία, η εγκατάσταση του Γιάννη Κουνέλλη «Sipario-Uscite» («Αυλαία-Έξοδοι»), με τα κρεμασμένα ανάποδα, σε σειρές από λεπτούς, ενισχυμένους σπάγκους που ξεκινούν από την οροφή, κολονάτα ποτήρια: μία γυάλινη, παγωμένη βροχή που σαν να φιλοτεχνήθηκε ειδικά για τη συναυλία. Η σκηνή με την 
μπάντα πίσω της, ονειρική. Μία αξιομνημόνευτη εικαστική συναυλία που ενώνει τον Χατζιδάκι με τον Κουνέλλη. Προλαβαίνετε να την ακούσετε/ δείτε και απόψε (Φωτογραφίες: Δημήτρης Σακαλάκης).

November 1, 2017

Πέρα από τα όρια ή Η υστερία που σκοτώνει ή Αίμα και χρυσός




Το έργο. Ένα, από τη φύση του, δύσκολο και υψηλών απαιτήσεων έργο, την «Ηλέκτρα» (1909) του Ρίχαρντ Στράους, του κορυφαίου, ίσως, γερμανού συνθέτη στο γύρισμα από τον 19ο στον 20ο αιώνα, που δεν το είχε ποτέ παρουσιάσει, επέλεξε η Εθνική Λυρική Σκηνή για να εγκαινιάσει επίσημα τη μετεγκατάστασή της στο «Κέντρο Πολιτισμού/Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος» και τη νέα της περίοδο κατά την οποία ελπίζω και εύχομαι να εδραιώσει την ανανέωσή της.
Γραμμένη (1909) στο απόγειο της καριέρας του Στράους, η «Ηλέκτρα» ακουμπάει πλήρως στο ομώνυμο έργο (1903) του αυστριακού ποιητή Χούγκο φον Χόφμανσταλ, ελεύθερη μεταγραφή της «Ηλέκτρας» του Σοφοκλή -ο Χόφμανσταλ διατηρεί την πλοκή αλλά ξεφεύγει εντελώς από το κείμενο, με έξοχα, πάντως, ποιητικά αποτελέσματα-, και έχει χαρακτηριστεί από το συνθέτη της, που προσεκτικά απέφυγε το χαρακτηρισμό «όπερα», «μονόπρακτη τραγωδία»: ο Στράους μελοποιεί το έργο, με κάποιες τροποποιήσεις στο κείμενο, χωρίς να χρειαστεί «λιμπρέτο». Βέβαια η τραγωδία του Χόφμανσταλ -και κατ’ επέκταση του Στράους- πόρρω απέχει από το πνεύμα και το ύφος της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας: επικεντρώνεται στην εμμονική αφοσίωση της  
Ηλέκτρας -ουσιαστικά, μία εξαγριωμένη, ζωντανή νεκρή- στη μνήμη του -δολοφονημένου από τη μητέρα της Κλυταιμνήστρα και τον εραστή της, εξάδελφό του, Αίγισθο- πατέρα της, του Αγαμέμνονα, και το πέραν των ορίων, μέχρι την υστερία -μία σκύλα την οποία έχουν περιθωριοποιήσει αλλά έχει και η ίδια αυτοπεριθωριοποιηθεί-, μανικό πάθος της για εκδίκηση που περιμένει να υλοποιήσει ο απών αδελφός της Ορέστης. Ο οποίος επιστρέφει στον οίκο των Ατρειδών, στο Άργος, από την Φωκίδα, όπου τον είχαν απομακρύνει από μικρό, και, για να θολώσει τα νερά και να κινηθεί άνετα, φέρνει, καθώς δεν τον αναγνωρίζουν, το δήθεν μαντάτο ότι ο Ορέστης σκοτώθηκε. Τότε η Ηλέκτρα, αφού προσπαθεί να πείσει την αδελφή της Χρυσοθέμιδα να εκδικηθούν 
αλλά εκείνη -«κόρη της Κλυταιμνήστρας» την ονομάζει περιφρονητικά η Ηλέκτρα- αρνείται, γιατί θέλει να ζήσει μία ήσυχη ζωή, παίρνει την απόφαση να σηκώσει στους ώμους της την εκδίκηση. Μέχρι που ο Ορέστης της αποκαλύπτει την ταυτότητά του και, τελικά, παίρνει την εκδίκηση για την οποία η αδελφή του διψάει: σκοτώνει τη μητέρα του και τον Αίγισθο. Ο μόνος λόγος για τον οποίο η Ηλέκτρα ζούσε έχει εκλείψει. Γι αυτό, μετά από έναν πρωτόγονο, μαιναδικό χορό θριάμβου, όπου σαν να ξεσπάει η υστερία της, να ξεχύνεται και να την πνίγει, πέφτει νεκρή. Αυτή είναι η Κάθαρσις στο σκοτεινό, εξπρεσιονιστικό, δυνατό δράμα του Χόφμανσταλ, που απηχεί τις ψυχαναλυτικές θεωρίες της εποχής του με σεξπιρικές παραπομπές -μνήμες Λέδης Μακμπέθ στη άυπνη

από τις τύψεις Κλυταιμνήστρα, τα, α λα Κλαύδιος στον «Άμλετ», φώτα που ζητάει η ίδια, όπως και, αργότερα, ο Αίγισθος… Ένα δράμα το οποίο έχει μετατραπεί από τον Στράους σε ένα εξαιρετικά σφιχτοδεμένο, τραχύ, αρχέγονων, βαρβαρικών ήχων, εκρηκτικό, ηφαιστειώδες μουσικοθεατρικό έργο, με τεράστιους συμφωνικούς όγκους, που φτάνει στα όρια της τονικότητας για να την ξεπεράσει κάποιες στιγμές και με το οποίο ο Στράους συνεχίζει, ωθώντας τις φωνές στο μη περαιτέρω, επάξια, στον 20ο αιώνα, τους δρόμους που άνοιξε ο Βάγκνερ στο μουσικό δράμα τον 19ο -ένα έργο συ-ντρι-πτι-κό.

Η παράσταση. Ο Γιάννης Κόκκος που ανέλαβε τη σκηνοθεσία, με καλλιτεχνική συνεργάτρια και δραματουργό την Αν Μπλανκάρ, συνειδητοποίησε αυτό το «πέρα από τα όρια» κειμένου και μουσικής και το υπηρέτησε, σε μία παράσταση άριστα κινημένη -μία διάχυτη υποψία, ένα διάχυτος τρόμος…-, αναζητώντας και βρίσκοντας τα νήματα ανάμεσα στον Σοφοκλή και στους Στράους/Χόφμανσταλ, μέσα από τα -ιδανικά φωτισμένα από τον

Βινίτσιο Κέλι και με λειτουργικότατες, πάνω τους, τις προβολές που σχεδίασε ο Σέρτζιο Μετάλι/Ideogramma S.R.L.- επιβλητικά εξπρεσιονιστικά σκηνικά του: ζοφερά σκότη, μία πνιγηρή ατμόσφαιρα ανάμεσα και κάτω από μνημειακά μεγέθη, υπολείμματα μιας παλαιάς δόξας -της δόξας των Χρυσών Μυκηνών- βουτηγμένα στο αίμα -ένας μύθος που έχει καταντήσει κόλαση-, ένα χρυσό «κλουβί», ένα άγαλμα του ένδοξου βασιλέα Αγαμέμνονα που, ανάποδα κρεμασμένο, έχει καταντήσει σφάγιο, όπως και συνέβη… Ας μην ξεχνούμε ότι ο Γιάννης Κόκκος, πρώτα και πάνω από όλα, είναι ένας σπουδαίος σκηνογράφος.
Τα φαιά κοστούμια της Λιλής Κεντάκα, πέραν τόπου και χρόνου -αλλά με εμφανή τα στοιχεία από την ελληνική παράδοση-, υπέροχα τα περισσότερα -έξοχο το μαύρο της Ηλέκτρας, μ’ αυτά τα μαύρα, βρόμικα μποτάκια στα πόδια της αλλά δεν μου άρεσαν των Ακολούθων της Κλυταιμνήστρας-, δεμένα γερά με τους χαρακτήρες που τα φορούν, ως προέκτασή τους, συντελούσαν στη ζοφερή ατμόσφαιρα. Ο Γιάννης Κόκκος συνέθεσε μία, κατά τη γνώμη μου πάντα, δυνατή παράσταση.

Γεγονός, το μουσικό μέρος της. Ο Βασίλης Χριστόπουλος επέστρεψε στην Ελλάδα για να οδηγήσει -σταθμός στην καριέρα του- την ενισχυμένη Ορχήστρα της ΕΛΣ πέρα, επίσης, από τα όριά της: ένας ήχος αστραφτερός και μαζί σκοτεινός, τρομακτικός, που κεραυνοβολούσε -ένα επίτευγμα. Άψογη και η, υπό τη διεύθυνση του Αγαθάγγελου Γεωργακάτου, Χορωδία της ΕΛΣ.
Οι ερμηνείες. Στο αποτέλεσμα, βέβαια, τα μάλα συνέβαλε η επιτυχημένη διανομή. Η μέτζο Αγνή Μπάλτσα, με πολύ καλά διατηρημένη την εξαιρετική φωνή της, απόλυτα κυρίαρχη των άριστων υποκριτικών της μέσων και γερά γειωμένη στο σανίδι, ως Κλυταιμνήστρα, η υψηλού φωνητικού επιπέδου -αλλά κάπως άχρωμη υποκριτικά- γερμανίδα σοπράνο Γκουν-Μπριτ Μπάρκμιν ως Χρυσόθεμις, ο βαρύτονος Δημήτρης Τηλιακός-Ορέστης, ο ολανδός τενόρος Φρανκ φαν Άκεν-Αίγισθος αλλά και οι υπόλοιποι -έλληνες- καλλιτέχνες στους μικρότερους ρόλους είχαν αρθεί στο ύψος της περίστασης.


Σταματώ με θαυμασμό στη γερμανίδα σοπράνο Ζαμπίνε Χογκρέφε: άψογη φωνητικά -αν και, σε κάποιες, λίγες, στιγμές, την υπερκάλυπτε η ορχήστρα- έδωσε  μία εκφραστικότατη, βιωματική ερμηνεία, μία ερμηνεία συναρπαστική: ήταν η ταπεινωμένη, μαραζωμένη, μαδημένη Ηλέκτρα που η υστερία για εκδίκηση τη βγάζει από το πετσί της και βγάζει επί σκηνής τα σπλάχνα της χρησιμοποιώντας τα μέλη του σώματός της ιδανικά: συγκλονιστική στη σκηνή με την Κλυταιμνήστρα -σαν σκυλί κυνηγιάρικο που φερμάρει το θήραμά του την τριγυρίζει-, συγκλονιστική στη σκηνή της αναγνώρισης του Ορέστη- η καλύτερη σκηνή της παράστασης-, συγκλονιστική στον τελικό θριαμβικό/επιθανάτιο χορό της. 
Το συμπέρασμα. Μία παράσταση υψηλού επιπέδου που αξίζει να ενταχθεί στο ρεπερτόριο της Λυρικής (Φωτογραφίες από πάνω. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 11, 12: Ανδρέας Σιμόπουλος. 9, 10: Χάρης Ακριβιάδης).

October 31, 2017

Tip: «Ριγολέττος»


Δημήτρης Πλατανιάς: Ανυπέρβλητος 

Είναι ο κορυφαίος βαρύτονος που διαθέτει το ελληνικό λυρικό θέατρο. Και ένας από τους κορυφαίους διεθνώς: ο Δημήτρης Πλατανιάς. Φωνή με μαλακό μέταλλο, μεγάλο εύρος -ανοίγει, απλώνεται και σε αγκαλιάζει-, δυνατή ανάσα, άριστο φραζάρισμα, μουσικότητα -ένα υπέροχο, καντάμπιλε τραγούδι-, τεχνική υψηλή, ερμηνείες δυνατές, κυριαρχική παρουσία στη σκηνή -κι ας την εμβολίζουν τα πολλά κιλά του. Και, ταυτόχρονα, απούσα η σκηνική έπαρση -εκπέμπει τη σεμνότητά του και από τη σκηνή. Ο

Ριγκολέτο του στον «Ριγολέττο» (όπως έχει εξελληνίσει τον τίτλο η Εθνική Λυρική Σκηνή που τον παρουσιάζει στο νέο κτίριό της στο ΚΠΙΣΝ) του Τζουζέπε Βέρντι, ένας ρόλος που του ταιριάζει κουτί, φέρει όλα αυτά τα προτερήματα. Συν την ωριμότητα η οποία, κάθε φορά που τον ακούω, μοιάζει να μεγαλώνει. Ο Πλατανιάς μπορεί να προσφέρει γνήσια συγκίνηση μέσα από ένα είδος θεατρικά παλιό πια, μελοδραματικό, εύκολο -το «Cortigiani, vil razza dannata…» («Αυλικοί, καταραμένη ράτσα…») του στη δεύτερη πράξη και το φινάλε της τρίτης αγγίζουν κατευθείαν την καρδιά. Γι αυτό και ο Δημήτρης Πλατανιάς είναι ο βασικός λόγος για να δείτε την παράσταση.  Φυσικά υπάρχει το έργο: ένα αριστούργημα
-απλώς φθαρμένο από την πολυχρησία. Πάνω στο λιμπρέτο -με κάποιες απιθανότητες αλλά όχι από τα χειρότερα που έχει χρησιμοποιήσει ο συνθέτης- του Φραντσέσκο Μαρία Πιάβε, βασισμένο στο θεατρικό «Ο βασιλιάς διασκεδάζει» του Βικτόρ Ουγκό -η αγνή Τζίλντα, κόρη του δύσμορφου Ριγκολέτο, γελωτοποιού στην Αυλή του έκλυτου Δούκα της Μάντοβα -16ος αιώνας-, που κάνει πλάτες στο αφεντικό του για τις βρομοδουλειές του, ερωτεύεται τον Δούκα ο οποίος της παρουσιάζεται ως φτωχός φοιτητής, εκείνος την αποπλανεί, ο Ριγκολέτο, για να εκδικηθεί τη χαμένη τιμή της κόρης του, παραγγέλλει στον επαγγελματία πληρωμένο δολοφόνο Σπαραφουτσίλε το φόνο του, η Τζίλντα 
ανακαλύπτει τα σχέδια του πατέρα της και για να σώσει τον αγαπημένο της θυσιάζεται παίρνοντας τη θέση του, για να συντρίψει με το θάνατό της τον Ριγκολέτο- ο Βέρντι έχει αφήσει να ξεχυθούν, από το αρτεσιανό φρέαρ της έμπνευσής του, μουσικές που δοξάζουν τη φωνή, μελωδίες επεξεργασμένες με ιλιγγιώδη δεξιοτεχνία από τον μείζονα ενστικτώδη συνθέτη όπερας για να γίνουν άριες, ντουέτα, τερτσέτα, κουαρτέτα…, χορωδιακά, τούτι -μουσικές ικανές, χωρίς παραχωρήσεις, να τις καλοδεχτούν λαϊκά αυτιά, κομμάτια εξαιρετικά, το ένα καλύτερο από το άλλο, που ο Βέρντι τα δένει επιδέξια με κρίκους, τα αφήνει να κυλήσουν το ένα μέσα στο άλλο σε ένα αποτέλεσμα ανυπέρβλητο. Βέβαια η 

σκηνοθεσία (2008, αναβίωση Ίων Κεσούλης) του Νίκου Πετρόπουλου είναι εντελώς συμβατική, απλώς με μία επικάλυψη μοντερνισμού: ο σκηνοθέτης έχει τοποθετήσει το έργο στη μουσολινική, φασιστική Ιταλία του 1938, σε στιλ ασπρόμαυρης ταινίας, αλλά χωρίς να κάνει τίποτα περισσότερο. Τα μνημειακά σκηνικά του, τα κοστούμια και οι φωτισμοί που υπογράφει ο ίδιος, πάντως, είναι, ομολογουμένως, ιδιαίτερα καλαίσθητα και υπηρετούν την αρχική ιδέα του. Όσο για την ορχήστρα, σε ρουτινιάρικη φάση, με τον Ηλία Βουδούρη στο πόντιουμ, 
αγωνιζόταν, ματαίως, στο πρώτο ιδίως μέρος, να συντονιστεί με τους επί σκηνής. Η Χριστίνα Πουλίτση, σοπράνο κολορατούρα με εξαιρετικής ποιότητας φωνή, είναι, όμως, υποκριτικά μία «λίγη» και χωρίς εσωτερικότητα Τζίλντα -ίσως άπειρη ακόμη. Σε πολύ καλή φωνητική στιγμή ο τενόρος Γιάννης Χριστόπουλος, έστω και αν το φιζίκ του δεν είναι ιδανικό για το ρόλο του Δούκα. Ο διεθνής μας μπάσος Δημήτρης Καβράκος, ακμαιότατος, με φωνή μεστή, δίνει έναν Σπαραφουτσίλε αξιομνημόνευτο. Με ιδανική σκηνική φιγούρα, με καλές χαμηλές νότες για τον κοντράλτο ρόλο της Μανταλένα αλλά με κάπως εξασθενημένη φωνή η Ειρήνη Καράγιαννη. Ικανοποιητικός φωνητικά αλλά δύσκαμπτος ο Μοντερόνε του μπάσου Δημήτρη Κασιούμη. Καλή φωνή αλλά, πάντα, φωνακλάς και υπερβολικός υποκριτικά ο βαρύτονος Άκης Λαλούσης (Μαρούλο). Από τους υπόλοιπους θέλω να σταθώ στην 

μέτζο Ελένη Δάβου: με καλή φωνή αλλά, κυρίως, με τις λεπτές υποκριτικές πινελιές με τις οποίες τον πλουτίζει στην ολιγόλεπτη παρουσία της, αναδεικνύει, δίνει οντότητα στον σχεδόν ασήμαντο 

ρόλο της Τζοβάνα. Επαναλαμβάνω, πάντως: μία παράσταση που αξίζει να δείτε βασικά για τον Ριγκολέτο του Δημήτρη Πλατανιά (Φωτογραφίες από πάνω. 1, 3, 4, 7: Stefanos. 2, 5, 6, 8: Δημήτρης Σακαλάκης).