May 21, 2019

Στο Φτερό / Τραγωδία μιας Γυναίκας


«Λαίδη Μάκμπετ του Μτσενσκ» του Ντμίτρι Σοστακόβιτς, λιμπρέτο (Νικολάι Λεσκόφ) Αλεξάντερ Πρέις-Ντμίτρι Σοστακόβιτς / Μουσική διεύθυνση: Βασίλης Χριστόπουλος. Σκηνοθεσία: Φανί Αρντάν. 



Σε ένα χωριό της περιοχής Μτσενσκ -Ροσική Αυτοκρατορία, γύρω στα 1860. Η Κατερίνα Λβόβνα δεν είναι ευτυχισμένη. Μπορεί να παντρεύτηκε τον πλούσιο αλευρέμπορο Ζινόβι Ισμαΐλοφ, μπορεί να ζει στην ευημερία αλλά ασφυκτιά -μοναξιά και βαρεμάρα: ο


σύζυγός της όχι μόνο λείπει συχνά και την αφήνει μόνη αλλά και δεν μπορεί να της κάνει παιδί -δεν μαθαίνουμε αν είναι ανίκανος, όπερ και το πιθανότερο, ή στείρος. Και ο πεθερός της Μπορίς, ένας ακόλαστος γέρος, ο οποίος κρατάει, όμως, γερά τα ηνία και διαφεντεύει το σπίτι, τη δουλειά, την περιουσία και τη νύφη του, την καταπιέζει άγρια -μέχρι που, όταν μαθαίνει για την ανολοκλήρωτη σχέση με τον άντρα της, την κλειδώνει στην 
κάμαρά της τη νύχτα, για να μην ξεπορτίσει και βρει εραστή, μέχρι που και να της κάνει ο ίδιος παιδί περνάει από το μυαλό του, για να αποκτήσουν οι Ισμαΐλοφ το διάδοχο που δεν του δίνει ο γιος του. Αλλά ο εραστής, καθώς η νεαρή γυναίκα διψάει για έρωτα, θα βρει τρόπο να μπει στο δωμάτιό της -ο Ζινόβι λείπει και πάλι. Είναι ο Σεργκέι, ένας λάγνος εργάτης στο κτήμα, 

που νοιώθει ότι της λείπει ο άντρας, της ρίχνεται και η Κατερίνα Ισμαΐλοβα, αν και αρχικά αντιστέκεται, τελικά, ενδίδει. Και τον ερωτεύεται. Εκείνος όχι -να εκτονωθεί σεξουαλικά θέλει μόνο. Μία εβδομάδα μετά, ο γέρο -Ισμαΐλοφ ανακαλύπτει την παράνομη 
σχέση. Μαστιγώνει τον Σεργκέι ως «διαρρήκτη» αλλά η Κατερίνα ρίχνει στο φαγητό με τα αγαπημένα του μανιτάρια ποντικοφάρμακο και τον δολοφονεί, ισχυριζόμενη ότι τα μανιτάρια, προφανώς, θα ήταν δηλητηριώδη. Με τον Σεργκέι θα σκοτώσουν και τον Ζινόβι, όταν εκείνος γυρίζει στο σπίτι, ένα βράδυ, χωρίς κανείς να τον πάρει είδηση, και τους πιάνει επ’ αυτοφώρω. Θα κρύψουν το πτώμα του στο κελάρι και, 
καθώς ο εξαφανισμένος Ζινόβι κηρύσσεται νεκρός, οι δύο εραστές παντρεύονται. Στην τελετή, όμως, ένας μεθυσμένος χωρικός, αναζητώντας κρασί, παραβιάζει την κλειδαριά του κελαριού και ανακαλύπτει το πτώμα. Το καταγγέλλει στην αστυνομία που συλλαμβάνει, πριν το γαμήλιο γλέντι τελειώσει, την Κατερίνα και 
τον Σεργκέι. Καταδικασμένοι πια, στέλνονται στην Σιβιρία. Στη διάρκεια της πορείας, σε μία στάση της φουρνιάς των καταδίκων, η Κατερίνα, απεγνωσμένα προσκολλημένη στον Σεργκέι που την κατηγορεί ως υπεύθυνη για την τύχη του, της φέρνεται φριχτά και την απωθεί, ανακαλύπτει, επιπλέον, ότι εκείνος ερωτοτροπεί με μία άλλη κατάδικο, την Σονιέτκα, που λοιδορεί ξεδιάντροπα την Κατερίνα. 
Εκείνη θα ορμήσει και θα τη ρίξει στο ποτάμι που κυλάει πλάι τους αλλά θα παρασυρθεί και η ίδια. Πνίγονται και οι δύο. Ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς εμπνεύστηκε, για τη δεύτερη -και τελευταία όπως επέπρωτο να γίνει- όπερά του, απ’ τη σκληρή νουβέλα «Λέδη Μάκμπετ της περιοχής Μτσενσκ» (1865) του συμπατριώτη του Νικολάι Λεσκόφ. Μαζί με τον Αλεξάντερ Πρέις ετοίμασαν το λιμπρέτο πραγματοποιώντας αρκετές ουσιαστικές αλλαγές, με στόχο να προβάλουν, μέσα από την ηρωίδα τους, τη γυναίκα-θύμα των ανδρών και της

ανδροκρατούμενης κοινωνίας. Η Κατερίνα Ισμαΐλοβα οδηγείται, εξαιτίας τους, στο φόνο και στον αφανισμό. Ενώ η εξουσία -εκκλησία, αστική τάξη, έμποροι-στυγνοί εκμεταλλευτές, ο δάσκαλος, αστυνομία...- δίνεται με σαρκαστικές πινελιές -μία τραγωδία με σατιρικές αποχρώσεις. Ο Σοστακόβιτς αναφέρεται στην τσαρική εποχή αλλά σίγουρα οι αναφορές του θίγουν και τη σύγχρονή του σταλινική πραγματικότητα. Ίσως γι αυτό, ίσως και γιατί το έργο του δεν υπάκουε στο δόγμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού που είχε, στο μεταξύ, επιβληθεί ως κατευθυντήρια γραμμή στη σοβιετική τέχνη, η όπερα «Λέδη Μάκμπετ της περιοχής Μτσενσκ» (1934) έγινε μεν επιτυχία στα δύο πρώτα, ταυτόχρονα, ανεβάσματά της στο Λένινγκραντ και στην Μόσχα αλλά, όταν, το 1936, ο Στάλιν, μαζί με τον Ζντάνοφ, τον Μολότοφ και τον 
Μικογιάν, είδαν το τρίτο ανέβασμα -στο «Μπολσόι» της Μόσχας (1935)- κι αποχώρησαν μετά την τρίτη πράξη, και ύστερα από ένα ανυπόγραφο δημοσίευμα στην εφημερίδα «Πράβντα» που ακολούθησε και που κατάγγελλε το έργο και τον Σοστακόβιτς για φορμαλισμό, κατέβηκε και δεν επανήλθε στη σοβιετική σκηνή. Παρά μόνο το 1962, ως «Κατερίνα Ισμαΐλοβα» πια, όταν ο Σοστακόβιτς τη μετασχημάτισε και την «απάλυνε». Χρειάστηκε να φτάσει το 1996 για να ανεβεί στις ροσικές οπερατικές σκηνές στην αρχική μορφή της -την οποία, πάντως, ας σημειώσω, ότι δεν δεχόταν πια ο Σοστακόβιτς, όσο
ζούσε, επιμένοντας στη δεύτερη εκδοχή-, περιβεβλημένη πια με ένα μύθο και έτσι να καθιερωθεί. Ως ένα αριστούργημα όπου ο συνθέτης χαράζει με ωμό ρεαλισμό και με ανυπέρβλητο δυναμισμό, φωνητικά και ορχηστρικά, τους ήρωές του και την εποχή τους. Τη σκηνοθεσία εδώ ανέλαβε η γαλίδα ηθοποιός -και σκηνοθέτρια πια- Φανί Αρντάν. Πολύ φοβόμουν για το αποτέλεσμα -είναι η πρώτη της σκηνοθεσία στην όπερα. Διαψεύστηκα. Η Φανί Αρντάν έχει κατευθύνει τη παράσταση ακολουθώντας μεν τον συντηρητικό, ακαδημαϊκό δρόμο αλλά σωστά, με προσοχή στη λεπτομέρεια, με μερικά έξυπνα ευρήματα -οι αστυνομικοί ως σλάπστικ Μπάτσοι της Κίστόουν και του Μακ Σένετ...-, χωρίς τις αγκυλώσεις στις οποίες οδηγεί το είδος, με ελάχιστες αστοχίες -όπως η πτώση των δύο γυναικών στο ποτάμι- και ελαφρά αμήχανη για τον τρόπο που θα κινήσει τη χορωδία -κατέφυγε σε ταμπλό βιβάν και παρατάξεις. Είχε, όμως, την εξυπνάδα, να διαλέξει πολύ καλούς συνεργάτες: τον Γερμανό 
Τομπίας Χόχάιζελ για τα σκηνικά -λειτουργικότατα, εξαιρετικά καλόγουστα, καλοζυγισμένα, μόνο στη σκηνή του αστυνομικού τμήματος η λύση μοιάζει πρόχειρη-, τον Ιταλό Λούκα Μπιγκάτσι που τα φώτισε με υποβλητικό, συναρπαστικό τρόπο, την Κολεκτίβα «(La)Horde» -ήτοι τους Μαρίν Μπρουτί, Ζονατάν Ντεμπρουέρ, Αρτούρ Αρέλ- που επιμελήθηκε τη γόνιμη κινησιολογία -γοητευτικά, αν και όχι εντελώς σαφή, η έναρξη και το φινάλε της παράστασης με τους γυμνούς χορευτές μέσα στα τεράστια στεφάνια από φτερά. Και, βέβαια, την Ιταλίδα Μιλένα Κανονέρο και τη Γερμανίδα Πέτρα Ράινχαρτ, που συνεργάστηκαν για τα κοστούμια: μία εξαιρετική λεπτοδουλειά, με δεκάδες αποχρώσεις του γκρίζου να απλώνονται στις δύο πρώτες και στην τέταρτη πράξη αλλά με μία ελαφρά φολκλορική τάση στην τρίτη -κοστούμια υποταγμένα στο έργο, στην εποχή και στο τόπο του και στη σκηνοθετική γραμμή, υπέροχα αλλά λιτά, που δεν κραύγαζαν «κοιτάξτε πόσο ωραία είμαστε!». Βέβαια, κατά τη γνώμη μου, το σημαντικότερο επίτευγμα της παράστασης είναι, πρωταρχικά, στο
μουσικό μέρος της. Ο Βασίλης Χριστόπουλος οδηγεί την Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής σε ένα επίτευγμα -για δεύτερη φορά μετά την περσινή, εναρκτήρια «Ηλέκτρα» του Στράους: με ένα υπερενισχυμένο ορχηστρικό σύνολο, με τα χάλκινα της πρόσθετης μπάντας (διεύθυνση Γιάαν Οτς), στις καίριες κορυφώσεις, ανεβασμένα στα θεωρεία, ο αρχιμουσικός λαξεύει με εκρηκτικό δυναμισμό αλλά και με σπάνιο μέτρο τις τεράστιες δυναμικές του Σοστακόβιτς που φτάνουν στον παροξυσμό χωρίς κανένα ψεγάδι αποδεικνύοντας ότι βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των μαέστρων μας για τους οποίους πρέπει να είμαστε περήφανοι. Η Χορωδία, επίσης, της ΕΛΣ, με διευθυντή τον Αγαθάγγελο Γεωργακάτο είναι άψογη. Πολύ καλή και η διανομή, έστω και αν δεν προκύπτει έκπληξη. Η εξαίρετη ροσίδα σοπράνο Σβετλάνα Σοζντάτελεβα είναι μία δυναμική, φωνητικά και ερμηνευτικά, 

Κατερίνα Ισμαΐλοβα, όπως και ο, επίσης ρόσος, πολύ καλός τενόρος Σεργκέι Σεμισκούρ πειστικότατος υποκριτικά ως Σεργκέι. Ο μπασοβαρύτονος Γιάννης Γιαννίσης ως Μπορίς και ο τενόρος Γιάννης Χριστόπουλος (Ζινόβι), που τελευταία δίνει αλλεπάλληλα καλά δείγματα, ολοκληρώνουν επάξια το πρωταγωνιστικό κουαρτέτο. Αλλά και οι υπόλοιποι συμπληρώνουν ικανοποιητικά, οι περισσότεροι, τη διανομή. Ξεχώρισα τη σοπράνο Σοφία Κυανίδου (Αξίνια) και τη μέτζο Βικτώρια Μαΐφάτοβα (Σονιέτκα). Μία χάρμα ιδέσθαι παράσταση, πολύ καλού σκηνοθετικού και εξαιρετικού, εκρηκτικού μουσικού επιπέδου (Φωτογραφίες: Ανδρέας Σιμόπουλος).

(Πληρέστατο το έντυπο πρόγραμμα της παράστασης -Τομέας Δραματολογίας: Νίκος Α. Δοντάς, Σοφία Κομποτιάτη, Φοίβη Παπαγιαννίδη. Επισημαίνω το εξαιρετικό κείμενο «'Λαίδη Μάκβεθ' ή 'Κατερίνα Ισμαήλοβα'; Ο Σοστακόβιτς και η σεξουαλική πολιτική στην όπερα» της Πολίν Φέρκλαφ).

Εθνική Λυρική Σκηνή / Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος», Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», Κύκλος «20ου Αιώνα», 19 Μαΐου 2019.

May 18, 2019

Τα σουτιέν της Σελιμέν


Το Τέταρτο Κουδούνι / 18 Μαΐου 2019 


Τον έπιασε πάλι το μεταμοντέρνο του -το μεταδραματικό του, για να δείχνω πιο κοντά στα σύγχρονα ρεύματα...- τον Γιάννη Χουβαρδά. Το πούρο, αγνό μεταμοντέρνο του. Στον «Μισάνθρωπο» του Μολιέρου που ’χει κάνει στο Εθνικό.
Ηχεί τόσο σύγχρονο το αριστούργημα του Μολιέρου που απορώ κι αναρωτιέμαι τι να τα χρειάζεται όλ’ αυτά που συμβαίνουν επί 
(Κεντρικής) σ(Σ)κηνής. Τα διαρκή τρεξίματα, τα χοροπηδητά, τα κουτρουβαλήματα, τα συρσίματα, τα σαχλά χορευτικούλια, τα απευθείας βίντεο και δώστου βίντεο -τα «παραξενίσματα» γενικώς... Ντυμένοι απ’ την -αποδεδειγμένα ταλαντούχα- Ιωάννα Τσάμη που, επίσης, επιστρέφει στο μεταδραματικό κιτς -το οποίο, προφανώς, της αιτείται, οι ηθοποιοί -(γ)καμπαρντίνα/ρεντι(ν)γκότα ζαχαρί, συνδυασμένη με πράσινο πουκάμισο και μαύρο παντελόνι κοντό-κοντό να πέφτει πάνω σε βεραμάν μποτάκια ο Αλσέστ, στα στενά μαύρα, με καουμπόικα κρόσια στην πλάτη του σακακιού ο
Φιλέντ, στραφταλιστό χρυσαφί σακάκι συνδυασμένο με μποά ο Ακάστ, μαύρο κολάν με μαύρο τρανσπαράν φανελάκι και στο κεφάλι τζόκεϊ με λαμέ γείσο και με γυαλιά ηλίου ο Κλιτάντρ, ντυμένη στα κατάμαυρα, με κουκούλα, κάτι σαν από «Οικογένεια Άνταμς» η Αρσινόη...- χοροπηδούν και τρεχαλίζουν συνεχώς και τρεκλίζουν και χαζοχορεύουν εκφέροντας την αριστουργηματική έμμετρη, ομοιοκατάληκτη μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη, εντελώς αταίριαστη, κατά τη γνώμη μου, με το ύφος της παράστασης.
Ομολογώ, βέβαια, ότι ξέρουν τι λένε, ο στίχος έχει σπάσει επιτυχώς -ειδικά απ’ τον Μιχαήλ Μαρμαρινό-Αλσέστ/Μισάνθρωπο που, όμως, η προβληματική εκφορά του στα συριστικά, με τα μικρόφωνα-ψείρες επιδεινώνεται και κάνει το λόγο του εξεζητημένο. Στο σύνολο που δε μου άρεσε ξεχώρισα, πάντως, υποταγμένους, σίγουρα, στη σκηνοθετική γραμμή, τον Χρήστο Λούλη και, κυρίως, την Έμιλυ Κολιανδρή -τι φωνή! Τι ηθοποιός!


Η Άλκηστις Πουλοπούλου οδηγήθηκε να δώσει μια Σελιμέν-γατούλα του σεξ -γιατί πάντα αυτή η σκηνοθετική εμμονή;- αλλάζοντας σουτιέν και μπουστάκια, ημίγυμνη, για να φτάσει, στο τέλος, στο -απαραίτητο σε κάθε μεταδραματική εκδοχή που σέβεται τον εαυτό της- απόλυτο γυμνό.
Έχω κουραστεί. Πολύ... (Φωτογραφίες: Alex Kat).


Πάντως, ήταν σοφή, αν όχι θεατρικά πολύτιμη, η ιδέα του Εθνικού -που προσφέρει, έτσι, παιδεία-, το φετινό ρεπερτόριό του, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, ανεξαρτήτως αν άρεσαν ή όχι οι συγκεκριμένες παραστάσεις, ν’ ανοίξει με «Τίμωνα τον Αθηναίο» του Σέξπιρ -και Τόμας Μίντλτον- (σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού) και να κλείσει με «Μισάνθρωπο» του Μολιέρου (σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά). Δυο συγγενικές όψεις της «μισανθρωπίας», δυο ακτινογραφίες, απολύτως σύγχρονες, της κοινωνίας μας, από δυο Μεγάλους του θεάτρου.



Α, με την ευκαιρία. Το υπουργείο Πολιτισμού στις 14-15 και στις 18-19 Μαρτίου, αντίστοιχα, ανακοίνωσε ότι δεν ανανεώνει τις θητείες του καλλιτεχνικού διευθυντή του Ελληνικού Φεστιβάλ Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου και του καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου Στάθη Λιβαθινού, απλώς τις παρατείνει μέχρι τέλος Ιουλίου, ώστε «να ολοκληρώσουν το καλοκαιρινό πρόγραμμά τους». Επισημαίνοντας ότι, για την πλήρωση και των δυο θέσεων, θα προχωρήσει «άμεσα» σε δημόσια πρόσκληση ενδιαφέροντος, στην περίπτωση, μάλιστα, του Φεστιβάλ ορίζοντας και ημερομηνία ανάληψης των καθηκόντων του νέου καλλιτεχνικού διευθυντή την 1 Σεπτεμβρίου.
Φτάσαμε δυο μήνες μετά και στον ορίζοντα πρόσκληση ενδιαφέροντος δεν έχω δει. Δεν ξέρω πώς νοείται και μεταφράζεται στο Δημόσιο το «άμεσα». Αλλά πιστεύει η υπουργός ότι οι νέοι καλλιτεχνικοί διευθυντές, αν και όταν εκλεγούν, θα ’ναι έτοιμοι να κάνουν, αντίστοιχα, από 1 Σεπτεμβρίου πρόγραμμα για τα Φεστιβάλ Αθηνών κι Επιδαύρου του 2020, όταν όλοι οι ξένοι καλλιτέχνες κλείνουν ημερομηνίες τουλάχιστον δυο χρόνια πριν ή ρεπερτόριο στο Εθνικό για τη σεζόν 2019/2020 (που η σεζόν ανοίγει μέσα στον Σεπτέμβριο); ΠΏΣ; Εκτός κι αν νομίζει πως θα βάλουν τον αυτόματο πιλότο...


Δυο όψεις του -σκηνοθέτη- Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη, είδα μέσα σε μια βδομάδα.

Την μια Πέμπτη πήγα στο «Αθηνών», καθυστερημένος, στο τέλος της δεύτερης σεζόν που παιζόταν, για τον «Φάρο». Ένα έργο του Ιρλανδού Κόνορ ΜακΦέρσον που ακολουθεί τη μακρά κι εκλεκτή παράδοση του ιρλανδέζικου θεάτρου: διαποτισμένο απ’ το αλκοόλ που καταναλώνουν οι ήρωές του, βουτηγμένοι στη μιζέρια, στη δυστυχία, στη φτώχεια, στη δύσκολη ζωή, κι απ’ τον καταδυναστευτικό ιρλανδέζικο καθολικισμό. Ρεαλισμός δηλαδή. Αλλά μπολιασμένος μ’ ένα μεταφυσικό, φαουστικό στοιχείο: ο διάβολος αυτοπροσώπως, ως Κύριος Λόκχαρτ, φτάνει στην τρώγλη των δυο αδελφών Χάρκιν με το σκοπό να πάρει τον ένα τους, τον Σάρκι, με το οποίο έχει παλιούς λογαριασμούς. Τα πάντα θα κριθούν από ένα παιχνίδι πόκερ. Αν ο Σάρκι χάσει... Το end είναι -όσο μπορεί κανείς να το πει έτσι...- happy. Ο διάβολος δεν κερδίζει. Είναι, βλέπετε, νύχτα παραμονής Χριστουγέννων...
Ο σκηνοθέτης Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης οσμίστηκε τις ποτισμένες με αλκοόλ ανάσες του, καλομεταφρασμένου απ’ τον ίδιο και την Αθανασία Σμαραγδή, κειμένου (η μετάφραση κυκλοφορεί στην προσεγμένη σειρά της Κάπα Εκδοτικής, μ’ επίμετρο Έλενας Τριανταφυλλοπούλου) και συνέπλευσε αρμονικά μαζί του. Και, κυρίως, κατάφερε να εκμαιεύσει το καλύτερο απ’ τους πέντε ηθοποιούς του βγάζοντάς τους απ’ τους εαυτούς τους αλλά χωρίς η τεχνική να καταπνίγει το συναίσθημα και χωρίς να φαίνεται το προσχέδιο που ο καθένας ετοίμασε, μαζί με το σκηνοθέτη, για να οικοδομήσει το ρόλο του: Προμηθέας Αλειφερόπουλος, ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, Αιμίλιος Χειλάκης -αγνώριστοι οι 

περισσότεροι- και, πάνω απ’ όλους, ο Νίκος Ψαρράς έδωσαν ο καθένας το καλύτερο που ’χε να δώσει. Κι επιπλέον ήταν χαρά να βλέπεις πέντε πρωταγωνιστές να ενώνουν τις δυνάμεις τους πάνω στη σκηνή. 



Μια βδομάδα ακριβώς μετά, την επόμενη Πέμπτη, είδα στο «Χορν» τον τσεχοφικό «Βυσσινόκηπο» -τη φετινή παράσταση του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη. Ο οποίος ενεπλάκη στη γνωστή παγίδα με το χαρακτηρισμό του έργου ως κωμωδία που ’χει στήσει ο ίδιος ο Τσέχοφ, αφετέρου εγκλωβίστηκε στην ιδέα που ’χε, τον τόνο στην παράσταση να δώσει το δωμάτιο των παιδιών στο οποίο ξετυλίγονται η πρώτη κι η τέταρτη και τελευταία πράξη του έργου. Η ελαφράδα του έργου, όπως κι όλων των έργων του Τσέχοφ, επικαλύπτει μια βαθιά μελαγχολία, μια βαθιά γνώση, μια βαθιά κατανόηση της ανθρώπινης γελοιότητας -αυτό έχω καταλάβει εγώ ότι κρύβει ο χαρακτηρισμός «κωμωδία», ειδικά αφότου είδα να το αποδεικνύει ο Λευτέρης Βογιατζής με τον «Θείο Βάνια» του. Εδώ, δεν κατάφερε να το δείξει αυτό, κατά τη γνώμη μου, η σκηνοθεσία στο άχαρο σκηνικό και με τ’ αμήχανα κοστούμια της Αθανασίας Σμαραγδή: μπάλες, κούνιες, αρκουδάκια, παιδικά σπιτάκια/σκηνούλες που μεγαλώνουν και γίνονται αντίσκηνα όπου στριμώχνονται οι ηθοποιοί, η βεγγέρα της τρίτης πράξης που γίνεται νύχτα καρναβαλιού -ενώ βρισκόμαστε, όπως ορίζεται στο έργο, στις 22 Αυγούστου...- κι ο Τσέχοφ έγινε ανούσιος και βαρετός και σαχλός και πήγε άπατος. Κι οι ηθοποιοί έμειναν ακαθοδήγητοι κι ο σώζων εαυτόν σωθήτω. 
Απόρησα ειδικά με τον Δημήτρη Λιγνάδη που θεωρώ έναν απ’ τους τρεις-τέσσερις κορυφαίους ρολίστες που διαθέτει το ελληνικό θέατρο. Σίγουρα ο Λοπάχιν δεν του πάει αλλά, απογοητευμένος, τον έβλεπα όχι απλώς να μην είναι ο Λοπάχιν, όχι να μην ερμηνεύει τον Λοπάχιν, όχι να μην παίζει, έστω, τον Λοπάχιν αλλά να καμώνεται τον Λοπάχιν -κρίμα. Την Κόρα Καρβούνη-Βάρια -στις πρώτες πράξεις, όχι σ’ όλη την παράσταση- και τον Αλέξανδρο Μαυρόπουλο-Τροφίμοφ, μόνο, κατάφερα να ξεχωρίσω.
Άλλος ένας Τσέχοφ χαμένος -όσο πληθαίνουν τ’ ανεβάσματά του στην ελληνική σκηνή, τόσο πληθαίνουν κι οι αστοχίες... (Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή).



Το διάβασα, εν όψει την επαναλειτουργίας του «Άλσους» στο Πεδίον του Άρεως, μετά από αρκετά χρόνια, ως θεάτρου, με μουσική υπερπαραγωγή: «Μαζί δε με την διαβεβαίωση του επιχειρηματία ότι η παράσταση θα λήγει τα μεσάνυχτα, ώστε να μην υπάρχει ανησυχία των περιοίκων ενώ για τις ανάγκες παρκαρίσματος θα χρησιμοποιηθεί το πολυόροφο υπόγειο πάρκινγκ της πλατείας Πρωτομαγιάς, εξασφαλίζονται οι συνθήκες αναβάθμισης όλης της περιοχής με ελαχιστοποίηση της όχλησης των γύρω κατοίκων».
Έεεετσι. Ησύχασα. Διότι είμαι απολύτως σίγουρος περί αυτού... Και καθόλου δεν αμφιβάλλω.




«Φθινοπωρινή ιστορία» του Αλεξέι Αρμπούζοφ: ένα τρυφερό, ανθρώπινο θεατρικό έργο, με χιούμορ και συγκίνηση, απ’ τη σοβιετική εποχή, πολυανεβασμένο στην Ελλάδα αφότου το πρωτόπαιξαν εδώ η Έλλη Λαμπέτη κι ο Μάνος Κατράκης. Δεν είναι μεγάλο έργο αλλά ο Αρμπούζοφ ήταν μάστορας. Η Μάνια Παπαδημητρίου το ανέβασε φέτος στο «Κνωσός» χαμηλότονα και συγκινητικά και με χιούμορ, όπως του πρέπει, κι ο Λάμπρος Τσάγκας και, κυρίως, η Άννα Γεραλή το υπερασπίστηκαν θερμά.



Ήταν 2006. Όταν ο Ακύλλας Καραζήσης ανέβασε στο «Αμόρε», στο πλαίσιο των «Δοκιμών» του «Θεάτρου του Νότου», με τις οποίες ο Γιάννης Χουβαρδάς δοκίμαζε νέους, το πρώτο του θεατρικό έργο -κολάζ μάλλον θα το ’λεγα: «Περιπέτεια στην πόλη και στην εξοχή». Ήταν άναρχο αλλά απολύτως προσωπικό -ουσιαστικά προσωπικό. Και θυμάμαι ότι μ’ άγγιξε βαθιά -με συγκίνησε. 
Είδα, τώρα, στην Σκηνή «Κατίνα Παξινού» του «Rex», όπου κι η Πειραματική Σκηνή του Εθνικού, το καινούργιο του: «Selfie, στο βάθος πίσω η πόλη». Η Θεσσαλονίκη του και πάλι στο κέντρο και για τη δραματουργία έχει χρησιμοποιήσει κείμενα του Βασίλη Βασιλικού, του Γιώργου Ιωάννου και του Ν. Γ. Πεντζίκη, μερικά πολύ ενδιαφέροντα έως και πολύ δυνατά. Αλλά ο τρόπος του -τρόπος που ’χει πλέον υιοθετήσει-, παρά τη θέρμη των έξι 
ηθοποιών του και του επί σκηνής μουσικού, μ’ όλα αυτά τα μεταδραματικά τερτίπια, τα χοροπηδητά, τις αλλόκοτες φωνούλες, τους ξεβράκωτους, τον εικονικό αυνανισμό, δε μου επέτρεψε να ’ρθω σ’ επικοινωνία με την παράσταση. Κρίμα. Ίσως φταίω εγώ που αδυνατώ πια να ακολουθήσω αυτούς τους καινούργιους δρόμους...





Αποσπώ από βαρύνουσα συνέντευξη του σκηνοθέτη Θωμά Μοσχόπουλου στην Μάνια Ζούση, που δημοσιεύτηκε στις 15 Απριλίου στην «Αυγή της Κυριακής»: «(σ.σ. Ο Θωμάς Μοσχόπουλος) δεν διστάζει να προχωρήσει σε μια γενναία και σκληρή κριτική αλλά και αυτοκριτική, με τολμηρές ομολογίες και αλήθειες που όλοι γνωρίζουν και συζητούν αλλά κανείς δε παραδέχεται ανοιχτά: για την υπερπληθώρα των θεατρικών παραγωγών, την ανασφάλεια, την καχυποψία και την επιφύλαξη που επικρατεί αλλά και την ψευδαίσθηση ενός θηριώδους κοινού που μπορεί να παρακολουθεί όλη αυτήν τη σκυταλοδρομία παραστάσεων. ‘Μας διακατέχει όλους μια φλυαρία’ δηλώνει και προτάσσει την ανάγκη συγκέντρωσης και συνένωσης δυνάμεων. Την ίδια ώρα, υποστηρίζει πως ‘το μόνο που μπορεί να δώσει μια ανάσα αλλαγής είναι η αποκέντρωση’!
Ο Θωμάς Μοσχόπουλος αναγνωρίζει πως για να επιβιώσει ένας άνθρωπος του θεάτρου, αναγκάζεται να συμμετέχει σε δύο ή τρεις παραστάσεις τη σεζόν. Αλλά κατ’ αυτόν τον τρόπο, όπως λέει, ‘ανακυκλώνονται συνεχώς τα ίδια πρόσωπα, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει πραγματική ανανέωση. Είμαστε οι ίδιοι και οι ίδιοι και γυρίζουμε γύρω από τον εαυτό μας, παριστάνοντας ότι υπάρχει άνθιση, ενώ στην ουσία αυτό που υπάρχει είναι ένα άγχος. Μας διακατέχει όλους μια φλυαρία που ξεκινάει από μια τεράστια αμηχανία καθώς δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε τους εαυτούς μας σε σχέση με τον χώρο και τον χρόνο.
Την ίδια ώρα, έχει αλλάξει καθοριστικά τα τελευταία χρόνια η μοιρασιά της τράπουλας σε σχέση με το ποιος είναι ο θεατρικός ορίζοντας. Δεν κατηγορώ κάποιον, απλώς κάνω αυτοκριτική. Με το να έχω ένα θέατρο και να κοπιάζω για ένα ρεπερτόριο που δεν έχω τα μέσα να το στηρίξω, απλώς ξεγελάω τον εαυτό μου και τον υπόλοιπο κόσμο ότι υπάρχει άνθιση.
Πρέπει να αλλάξει η λειτουργία ενός τέτοιου θεάτρου, αλλιώς ας κλείσει. Γιατί ούτε οικονομικό όφελος υπάρχει ούτε καλλιτεχνική προσφορά. Περιορίζεται σε έναν προσωποπαγή χώρο, χωρίς συνεργασίες, με τον καθένα και τους όρους του. Έχουμε μια δυσκολία να συνυπάρξουμε, να συγκατοικήσουμε. Θέλουμε κάποιον να αναλαμβάνει την ευθύνη και δεν παίρνουμε από κοινού ρίσκο. Έχει προϋπάρξει μεγάλη ανασφάλεια, καχυποψία, επιφύλαξη. Κι έχει χαθεί μια γενναιοδωρία και δοτικότητα που ήταν παλαιότερα εμφανείς και τώρα έχουν αντικατασταθεί από μια μιζέρια’».
Ε, ’σεις οι υπόλοιποι, ακούτε; 



«Ο αγώνας να μην κινηθώ στο χώρο της χυδαιότητας». Τον επικαλέστηκε στην εκπομπή «One Talk» του νεοπαγούς διαδικτυακού One Channel, που την παρουσιάζουν ο Δημήτρης Μανιάτης κι η Αθηναΐς Νέγκα. Ποιος; Ο Γιώργος Κιμούλης. Ναι, ντε, ο Γιώργος Κιμούλης. Αυτοπροσώπως. 



 

Όταν η φωνή χάνεται και δεν μπορεί να αρθρώσει «Τα σαγόνια του καρχαρία!»: το εκλογικό περίπτερο της Νέας Δημοκρατίας στην πλατεία Κλαυθμώνος.