August 19, 2016

Σαν σήμερα


Federico Garcia Lorca
5 Ιουνίου 1898 (Φουέντε Βακέρος)- ξημέρωμα 19 Αυγούστου 1936 (Βιθνάρ)
 
Σαν σήμερα πριν από 80 χρόνια 


«Τι σπασμένα γυαλιά μου τρυπάνε τη γλώσσα!» («Ματωμένος γάμος», πράξη τρίτη-εικόνα πρώτη, μετάφραση Νίκος Γκάτσος).

August 18, 2016

Φεστιβάλ Αθηνών: επειγόντως ανανέωση!


Το Τέταρτο Κουδούνι / 18 Αυγούστου 2016 



Άκουσα, γι άλλη μια φορά, τον Δημήτρη Πλατανιά. Στην Καλαμάτα τη φορά αυτή, στη συναυλία-κλείσιμο του 22ου Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού -σας έγραψα σχετικά στο «Τέταρτο Κουδούνι», στις 29 Ιουλίου. Έχω γράψει αρκετές φορές για τον Πλατανιά. Αλλά θέλω να επανέλθω στον έλληνα βαρύτονο με τη διεθνή πια καριέρα. Δεν είμαι ούτε μουσικολόγος ούτε κριτικός μουσικής. Αγαπώ τη μουσική, αγαπώ τη φωνή, αγαπώ την όπερα κι έχω κάποια πείρα ως θεατής κι ακροατής. Και μπορώ με σιγουριά να γράψω -πάλι- πως ο Δημήτρης Πλατανιάς είναι ο καλύτερος βαρύτονος που είχαμε απ’ την εποχή του Κώστα Πασχάλη. Το μέγεθός του είναι ήδη αναγνωρισμένο, βέβαια, αλλά πιστεύω πως ακόμα δεν έχουμε συνειδητοποιήσει πως ο Πλατανιάς δεν είναι απλώς σημαντικός, δεν είναι απλώς ο καλύτερος. Αλλά πως ανήκει στα μεγέθη αυτά τα πάνω απ’ τον μέσο όρο, τα μετρημένα στα δάχτυλα, που τιμούν τη χώρα. Και που πρέπει να τους δώσουμε τη σημασία και να τους αποδώσουμε τις τιμές που τους οφείλουμε.
Επιπλέον διαπίστωσα πως η Καλαμάτα τον αγαπάει πολύ και τον καμαρώνει. Όχι ως είδωλο αλλά ως ένα δικό της παιδί, σπλάχνο απ’ τα σπλάχνα της. Όπου καθόμουνα κι έκανα αναφορά στον Πλατανιά, από μουσικόφιλους μέχρι σερβιτόρους, άκουγα να μιλούν για τον «Μήτσο» με μεγάλη στοργή. Και, κατά σύμπτωση, την επομένη της συναυλίας, τον είδα να ’ρχεται με το μηχανάκι του εκεί που καθόμασταν, στην παραλία, για να κάνει μπάνιο με τη γυναίκα του, την -ειδικευμένη στο λιντ- σοπράνο Χριστίνα Γιαννακοπούλου, Καλαματιανή επίσης, που τον περίμενε. Συμπαθέστατος, προσιτός, άμεσος, έξω καρδιά, πλακατζής. Και πανευτυχής που φέτος το καλοκαίρι δεν έχει υποχρεώσεις και θα μπορέσει να ξεκουραστεί και να κάνει μπάνια.





Απτον «Ριχάρδο Γ΄» με τον Κέβιν Σπέισι έχει να γίνει αυτό που γίνεται στην Επίδαυρο με τους «Όρνιθες» του Νίκου Καραθάνου και της «Στέγης» -να χουν ξεπουλήσει κι οι δυο προγραμματισμένες παραστάσεις. Απορώ πώς και δεν πράττουν το ίδιο που χε κάνει τότε το Φεστιβάλ: να προσθέσουν μια παράσταση για την Κυριακή. Δε χάνονται αυτές οι ευκαιρίες. Είναι τόσος κόσμος που ενδιαφέρεται και δε βρήκε εισιτήριο... Ελπίζω κι εύχομαι, πάντως, η παράσταση ν ανταποκριθεί στις προσδοκίες που χει δημιουργήσει (Φωτογραφία: Νικόλας Μάστορας, Artwork: Beetroot).



Ε, όχι! Δεν το σχολίασα το σχόλιο που φέρεται να ’γραψε ο Γεράσιμος Γεννατάς και ν’ ανάρτησε στο προφίλ του στο facebook, για την «Ορέστεια» του Γιάννη Χουβαρδά και τους συναδέλφους του που παίζουν στην παράσταση. Γιατί δεν το πίστεψα -δε θέλησα να το πιστέψω. Το θεώρησα πλαστό, κάποιοι κακοήθεις θα τον χάκαραν. Άλλωστε, στο προφίλ του, κάτι τέτοιο δεν υπάρχει (πια;). Θα ’ταν εξωφρενικό ΑΥΤΟ που διάβασα να μην ήταν πλαστό. Και να το ’χε γράψει ο Γεράσιμος Γεννατάς. Που ξέρω. Κι ο οποίος ηθοποιός είναι. Και, σίγουρα, έχει παίξει και, σίγουρα, θα παίξει κι ο ίδιος και σε παραστάσεις για τις οποίες υπήρξαν και θα υπάρξουν, ίσως, σχόλια αρνητικά…
(Μόνο, με τούτα και μ’ εκείνα, παιδιά, μη φτάσουμε πάλι σε κανένα ’44 και σε καμιά Ελένη Παπαδάκη…). 



Περίεργη η σύνθεση τoυ θιάσου «Διασπορά» που παρουσίασε, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, στην «Πειραιώς 260», στα αγγλικά, το έργο της Λιν Νότατζ «Ruined». Αναρωτήθηκα, επίσης, γιατί πήρε «Πούλιτζερ» το έργο αυτό, το 2009, και γι άλλη μια φορά σκέφτηκα πως έχουν ξεπέσει τα «Πούλιτζερ»... Αλλά κι η παράσταση, που συνυπέγραφαν (αλλού ναι, αλλού όχι, δεν ήταν και πολύ σαφές…) ο Ντένις Χίλτον-Ριντ κι η δικιά μας Γιούλα Μπούνταλη, σα λίγο «χαμένη» και μπερδεμένη κι απροετοίμαστη κι άδετη μου φάνηκε. Και μόνο την ίδια την Γιούλα Μπούνταλη ξεχώρισα στο ρόλο της Μάμα Νάντι.  


Πολύ ενδιαφέρουσα η μουσική δουλειά του Λευτέρη Βενιάδη στη μουσικοθεατρική παράσταση «Γεώργιος Σουρής τώρα» -σύνθεση κι εκτέλεση- που παίχτηκε στο Μέγαρο Μουσικής, επίσης στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Αλλά γιατί ν’ αναλάβει ο ίδιος και τη σκηνοθεσία; Το ημιερασιτεχνικό, κακοστημένο θέαμα κατέστρεψε την όλη εντύπωση -πιο αμήχανο, πεθαίνεις… Όσο για το ενδυματολογικό μέρος, τι να πω; Ο νεαρός βαρύτονος με το σορτσάκι (!), που σα μόλις να γύρισε απ’ τη θάλασσα και ν’ ανέβηκε στη σκηνή χωρίς να προλάβει ν’ αλλάξει, όλα τα λεφτά -εμβρόντητος έμεινα βλέποντάς τον. Κρίμα.



Αδιάφορη βρήκα και την «Αντιγόνη» του Ανούιγ όπως, υποτονικά, την ανέβασε στο «Ρεξ» -στην Σκηνή «Κοτοπούλη» του Εθνικού-, για το Φεστιβάλ, η Ελένη Ευθυμίου προσπαθώντας με κάποια τρικ -η «κιτσοπουλική» Ιωάννα Μαυρέα ως Ισμήνη!- να ζωντανέψει το ολίγον πια ψόφιο, κατά τη γνώμη μου, έργο που κάποτε υπεραγαπούσα.



Ενδιαφέρουσα η όπερα την οποία έβγαλε απ’ το «Λεόντιος και Λένα» του Μπίχνερ -που, προσωπικά, το βρίσκω τόσο , μα τόσο δύσκαμπτο έργο, τόσο χωρίς χιούμορ, τόσο λίγο κωμωδία, τόσο γερμανικό…- ο Κορνήλιος Σελαμσής -ταλαντούχος συνθέτης- κι εξαιρετικοί οι τέσσερις πρωταγωνιστές του -Τάσης Χριστογιαννόπουλος, Χάρης Ανδριανός, Θεοδώρα Μπάκα και Λητώ Μεσσήνη, ειδικά οι δυο άντρες που έχουν και υποκριτικές ικανότητες καθόλου αμελητέες- αλλά η παράσταση του Αργύρη Ξάφη, που είδα στο Εθνικό, στο πλαίσιο, πάντα, του Φεστιβάλ, λίγο αμήχανη μου φάνηκε. Και κουραστική. Έστω κι αν, στο τέλος, με κέρδισε. 

Δεν μπορώ, πάντως, να μην υπογραμμίσω το σκηνικό/γλυπτό που υπέγραφαν η Ελένη Παπαναστασίου κι ο Γιάννης Κιτάνης. Έξοχο!



Όσο για την -εντός Φεστιβάλ ωσαύτως- «Κάρμεν» της Λυρικής διάβασα τόσα ενθουσιώδη που εξεπλάγην: μήπως δεν είδα την ίδια παράσταση; Διότι, εμένα, μετά την σίξτις-σέβεντις, κιτσίζουσα φετινή «Αΐντα» του ιταλού σκηνοθέτη Ενρίκο Καστιλιόνε, με την οποία άνοιξε η Λυρική το Φεστιβάλ στο Ηρώδειο, η «Κάρμεν» του Βρετανού Στίβεν Λάνγκριτζ μου φάνηκε να βρίσκεται στο άλλο -εξίσου ατυχές…- άκρο: στις σκηνοθεσίες που καμώνονται, ντε και καλά, τις μοντέρνες pour épater les bourgeois -για να εντυπωσιάσουν τους αστούς.
Ενδιαφέρον το φλας μπακ που επιχείρησε ο Λάνγκριτζ σκηνοθετώντας στην εισαγωγή την εκτέλεση του -φονιά, πια, της Κάρμεν- Δον Χοσέ και, κατόπιν, πιάνοντας την ιστορία απ’ την αρχή. Αλλά αυτή η ιδέα η παράστασή του να στηριχτεί στο «εύρημα» της παράνομης διακίνησης μεταναστών για να είναι in στα σημερινά ελληνικά δεδομένα μού φάνηκε τόσο «δήθεν», τόσο εξωτερική, τόσο άσχετη, τόσο επιβεβλημένη με το ζόρι, τόσο ψεύτικη... Κανένα, μα κανένα βάσανο στην αναζήτηση της ουσίας της όπερας -μα, δεν το ’δε αυτό κανείς; Πόσο μάλλον όταν η εκτέλεση απ’ τους υποκριτικά ανειδίκευτους στο μοντέρνο αυτό ύφος καλλιτέχνες της -καλής- Χορωδίας της Λυρικής οδηγούσε σε καμπανιστές παραφωνίες -εκείνος ο ηλικιωμένος φαντάρος...
Επιπλέον είχα την ατυχία να δω τη δεύτερη διανομή: μια κάποιας ηλικίας, καλής εμφάνισης και με καλούτσικη φωνή αλλά συμβατική, «δεύτερη» Γαλίδα Κάρμεν, τον δικό μας Δημήτρη Πακσόγλου που είναι ικανός φωνητικά τενόρος αλλά δε νομίζω πως του πάει ο Δον Χοσέ, μια συμπαθητική Μικαέλα -την Άννα Στυλιανάκη- κι έναν ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ Ιταλό Εσκαμίγιο -μα ΠΟΥ τις ψωνίζουν τις μετακλήσεις τους;- που απόρησα γιατί κανείς δεν τόλμησε να τον κράξει…



Για να καταλήξω: μετά από 28 εκδηλώσεις του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών που είδα -σχεδόν τις μισές- και παρά κάποιες -πολύ λίγες- ευχάριστες εκπλήξεις που είχα και στις οποίες ήδη αναφέρθηκα, μουσικές κυρίως, απογοητευτικό, τελικά, το βρήκα. Παραστάσεις νέων που δεν είχαν τίποτα να πουν, δήθεν, βιαστικά στημένες, άμετρη κατάχρηση του devised, τίποτα το ουσιαστικά καινούργιο αλλά κι οι ξενόφερτες, όσες είδα, τίποτα δε μου είπαν, ακόμα κι ο «Μάκβεθ» του Μπρετ Μπέιλι. που τόσο περίμενα, με ψιλοαπογοήτευσε. Απορώ με τους συναδέλφους που τόσα πολλά θετικά σε τόσο πολλές παραστάσεις βρήκαν…
Νομίζω πως ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος πρέπει πολλά να αναθεωρήσει. Αυτές οι αλλεπάλληλες παραστάσεις νέων και «νέων», που πληθύνθηκαν τόσο τα τελευταία χρόνια, ας γίνουν μια πλατφόρμα ενταγμένη στο Φεστιβάλ, δε γίνεται πια ν’ αποτελούν τον κορμό του.




Τα δυο «Ψηλά βουνά» μαλώνουν, για να παραφράσω το κλέφτικο δημοτικό. Τα βασισμένα στο αναγνωστικό του Ζαχαρία Παπαντωνίου -το πρώτο που γράφτηκε στη δημοτική στην Ελλάδα - «Ψηλά βουνά», χειμωνιάτικη παραγωγή του «Ακροπόλ», σε σκηνοθεσία Βασίλη Μαυρογεωργίου -που προφανώς έκανε και τη διασκευή για το θέατρο αλλά αυτό πουθενά δεν αναφέρεται-, περιοδεύουν ανά την Ελλάδα.
Αλλά ανά την Ελλάδα περιοδεύουν και τα -επίσης βασισμένα στο αναγνωστικό του Ζαχαρία Παπαντωνίου- «Ψηλά βουνά», παραγωγή του «Νέου Θεάτρου Θεσσαλονίκης», σε σκηνοθεσία Γιάννη Ρήγα -η επιλογή κειμένων είναι του Ανδρέα Καρακίτσιου κι η δραματουργική επεξεργασία του θιάσου. Για να δούμε ποια θα νικήσουν -στις πιάτσες και στα εισιτήρια εννοώ.



Την Άνδρο την έχω αγαπήσει. Και το καινούργιο αμφιθέατρο της, που το ’δα πέρσι απέξω, μου άρεσε. Και το φεστιβάλ της που ξεκίνησε πέρσι το καλοδέχτηκα. Και τον Παντελή Βούλγαρη που ’χει αναλάβει την καλλιτεχνική διεύθυνσή του πολύ τον εκτιμώ. Αλλά, όταν βλέπω, επί 27 εκδηλώσεων του προγράμματος του φεστιβάλ, οι 26 να ’ναι με τους συνήθεις περιοδεύοντες ανά την Ελλάδα θιάσους και τραγουδιστές/μουσικούς και κάποιες με ντόπιους και μια μόνο με ξένους καλλιτέχνες -«Music and Dance Gala for Andros με καλλιτέχνες από την Εθνική Όπερα Παρισίων», λέει, όπως διαβάζω στο δελτίο Τύπου-, ε, τότε βρίσκω καταχρηστικό έως και μεγαλομανή τον τίτλο «ΔΙΕΘΝΕΣ Φεστιβάλ Άνδρου». Άσε τον δήμαρχο Άνδρου που το χαρακτηρίζει ως «ένα από τα κορυφαία πολιτιστικά γεγονότα του καλοκαιριού στην Ελλάδα»… Θα μπορούσα έως και για σουσουδισμό να μιλήσω αλλά θα κινδύνευα να παρεξηγηθώ καθότι ο δήμαρχος λέγεται Σουσούδης…




«Η ακουστική λοιπόν στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου έχει το αξιοπερίεργο, ότι έτσι όπως ακούγονται καθαρά τα Ελληνικά εκεί, δεν μπορούν να ακουστούν άλλες γλώσσες, υπάρχει δηλ. κάποιου είδους συντονισμού του ήχου, της Μαθηματικής Ελληνικής γλώσσας, του χώρου και της ακουστικής, και αυτό γιατί η Ελληνική γλώσσα είναι μουσική γλώσσα». Έζησα για να το διαβάσω κι αυτό. Έτσι ακριβώς…




Να ’χεις πει, να ’χεις γράψει τα χείριστα -δηλητήριο, υπονοούμενα…- για τον άνθρωπο, και, όταν πεθάνει, να γράφεις από πάνω και θερμή νεκρολογία αντί να το βουλώσεις διακριτικά, ε, το θεωρώ θράσος… Μέγα.


Την επόμενη Πέμπτη «Το Τέταρτο Κουδούνι» θ’ απουσιάσει και πάλι. Ραντεβού τον Σε(μ)πτέ(μ)βριο -Πέμπτη 1 Σε(μ)πτε(μ)βρίου (Ωχ, ολόκληρος Σε(μ)πτέ(μ)βριος κι ολόκληρος Οκτώ(μ)βριος με περιμένουν πάλι… Αλλά πώς να τους αποφύγω;).

August 7, 2016

Περλέγκας σκηνοθετεί Ναταλία Τσαλίκη ως σοπράνο-ψώνιο Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς στο «Θησείον»




Το έργο για δυο πρόσωπα του -βρετανού ηθοποιού- Στίβεν Τέμπερλι «Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς-Ενθύμιο», εμπνευσμένο απ’ την «καριέρα» της πλούσιας κοσμικής κυρίας αλλά ατάλαντης ερασιτέχνη σοπράνο-ψώνιου Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς περίγελου της Νέας Υόρκης, που επέμενε κι έφτασε να τραγουδήσει στο «Κάρνεγκι Χολ» στα 76 της χρόνια, θα παρουσιαστεί την επόμενη χειμερινή σεζόν, στο θέατρο «Θησείον», ως βασική παραγωγή της PRO4 του Μανόλη Σάρδη, σε σκηνοθεσία του Γιάννου Περλέγκα, με πρωταγωνιστές δυο καλούς ηθοποιούς: την -φωνητικά καλλιεργημένη άλλωστε- Ναταλία Τσαλίκη και τον Προμηθέα Αλειφερόπουλο.
Στο «Ενθύμιο», που διαδραματίζεται στο Γκρίνουιτς Βίλατζ το 1964, ο μέτριος μεξικανο-αμερικανός πιανίστας Κοσμέ ΜακΜουν θυμάται τη συνεργασία του με την πλούσια κοσμική κυρία της Νέας Ιόρκης Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς, η οποία, χτυπημένη απ το ψώνιο της όπερας, αν και εντελώς ανίκανη φωνητικά, ακολούθησε, σε ώριμη, μάλιστα, ηλικία, «καριέρα» σοπράνο διασκεδάζοντας παρά ψυχαγωγώντας το κοινό που γελούσε με την κακοφωνία της, ηχογραφώντας δίσκους 
και φτάνοντας να δώσει, στα 76 της χρόνια, με την παρουσία πολλών εξεχόντων μελών του νεοϊορκέζικου καλλιτεχνικού κόσμου -Kόουλ Πόρτερ, Τζαν Kάρλο Μενότι, Λίλι Πονς, Αντρέ Κοστελάνετς...-, ρεσιτάλ -παρωδία ρεσιτάλ…- στο «Κάρνεγκι Χολ» και την οποία ο νεαρός, τότε, ΜακΜουν συνόδευε στο πιάνο, σε μια σειρά ξεκαρδιστικών συναυλιών που τους έκαναν πασίγνωστους στην Νέα Ιόρκη απ’ το 1932 μέχρι το 1944, οπότε εκείνη πέθανε, ένα μήνα μετά το «ρεσιτάλ» στο «Κάρνεγκι Χολ», που αποτελεί και την κορύφωση του έργου.
Το ιδιαίτερο θέμα και το ιδιόμορφο αυτό πρόσωπο, έλκυσαν τους θεατρικούς συγγραφείς: απ’ το 1994 πέντε θεατρικά έργα με ηρωίδα την Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς έχουν δει το φως της σκηνής. Το τέταρτο -του Στίβεν Τέμπερλι, αυτό που θα παιχτεί στην Αθήνα-, με τον πρωτότυπο τίτλο «Ενθύμιο», έδωσε την πρεμιέρα του στην Νέα Ιόρκη, οφ-Μπρόντγουέι, τη σεζόν 2004/2005 -με την Τζούντι Κέι στο ρόλο της Φλόρενς, ερμηνεία για την οποία ήταν υποψήφια στα Βραβεία «Τόνι»-, για να μεταφερθεί την επόμενη 2005/2006 στο Μπρόντγουέι.
Το πρόσωπο της Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς ενέπνευσε και δυο ταινίες: τη γαλική «Μαργκερίτ» (2015) του Ξαβιέ Τζιανολί -ο οποίος, όμως, δε χρησιμοποιεί το όνομα της Τζένκινς αλλά η «σοπράνο» ηρωίδα του, την οποία ερμηνεύει η Κατρίν Φρο, έχει το όνομα Μαργκερίτ Ντιμόν και ζει στο Παρίσι τη δεκαετία του ’20- και τη βρετανική «Florence-Φάλτσο σοπράνο» του Στίβεν Φρίαρς, που προβάλλεται, μάλιστα, με τον συγκεκριμένο τίτλο, αυτές τις μέρες στην Ελλάδα, με πρωταγωνίστρια, ως Φλόρενς, την Μέριλ Στριπ.

Το «Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς-Ενθύμιο» του Στίβεν Τέμπερλι, που πρωτοπαρουσιάστηκε στην Ελλάδα τη σεζόν 2011/2012 στο «Αγγέλων Βήμα», με τον τίτλο «Μαντάμ Φλο», σε σκηνοθεσία Γιώργου Καραμίχου και με την Αντιγόνη Βαλάκου -ο τελευταίος της ρόλος- και τον Γιώργο Χρανιώτη-, ανεβαίνει σε μετάφραση του σκηνοθέτη Γιάννου Περλέγκα και του Προμηθέα Αλειφερόπουλου, με σκηνικά και κοστούμια Λουκίας Χουλιαρά, κίνηση Δήμητρας Ευθυμιοπούλου, φωτισμούς Νίκου Βλασόπουλου και φωνητική διδασκαλία Ευαγγελίας Καρακατσάνη. Η πρεμιέρα στο «Θησείον» έχει προγραμματιστεί για τις 4 Νοεμβρίου.

July 29, 2016

Με χορούς, με χορούς και με τραγούδια / 22ο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας




Η Καλαμάτα είναι πάντα εκεί. Όμορφη. Και οι φίλοι μας της Καλαμάτας, οι πάντα φιλόξενοι και ανθρώπινοι, εκεί είναι. Και το Φεστιβάλ Χορού της. Έφτασε στον αριθμό 22. Δεν είναι, βέβαια, πια και… τόσο Διεθνές -ας όψεται η κρίση. Αλλά συνεχίζει. Με καλλιτεχνική διευθύντρια, από φέτος, την Κατερίνα Κασιούμη. Και με τους ανθρώπους του που, χρόνια τώρα, δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό.
Αποφασίσαμε, έστω και αν το πρόγραμμα έδειχνε αδύναμο και παραγεμισμένο με παράλληλες εκδηλώσεις και σεμινάρια, να κατεβούμε και φέτος για τέσσερις μέρες. Ιδίοις, και πάλι, αναλώμασι, που έλεγαν παλιά -όσο μπορούμε ακόμη... Βρήκαμε το Μέγαρο Χορού λαμπερό και βολικό και λειτουργικό, με καλόγουστα διαμορφωμένη ολόκληρη πια την αυλή του -μου λείπει το θέατρο στο Κάστρο ως θέση, ως θέα, ως ατμόσφαιρα αλλά με την καλαματιανή ζέστη, ως συνήθως, να βαράει κόκκινο, και την υγρασία να την κάνει αφόρητη, σαφώς και δεν νοστάλγησα εκείνη την άνοδο του Γολγοθά μέχρι το Κάστρο…
Σάββατο απόγευμα, μετά το πρώτο μπανάκι στην παραλία υπό την σκιάν του Καλαθιού, και περνάμε πρώτα από το Στούντιο του Μεγάρου: παράλληλη εκδήλωση με -αέναη- προβολή της εγκατάστασης/ταινίας «The Running Tong», δημιουργίας της χορογράφου Σιβόν Ντέιβις και του κινηματογραφιστή Ντέιβιντ Χίντον, δύο εκλεκτών Βρετανών που έχουν συνεργαστεί με σχεδιαστές ήχου, ανιματέρ και 22 χορευτές και χορογράφους. 

Μία γυμνή γυναίκα με υπέροχο, αθλητικό σώμα -ο κεντρικός αφηγηματικός άξονας- τρέχει μέσα στα δέντρα, μέσα στο χρόνο, μέσα στις εποχές, μέσα στους τόπους, μέσα στο Λονδίνο. Η εικόνα κάθε τόσο παγώνει και η γυναίκα βρίσκεται «εγκλωβισμένη» σε καταστάσεις, σε εικόνες, σε γεγονότα, σε ιστορίες ιδιαίτερες, κάποτε σουρεαλιστικές, κάθε φορά επινοημένες από διαφορετικό χορογράφο ή χορευτή. Φωτογραφίες, κολάζ, animation, φωνές off… Γοητευτικό το αποτέλεσμα! Αλλά μόνο τρία-τέσσερα άτομα ήμασταν εκεί για να το δούμε…
Το βράδυ, στην Κεντρική Αίθουσα, που έχει κόσμο αλλά δεν είναι εντελώς γεμάτη, το μόνο ξένο χορευτικό σύνολο της φετινής διοργάνωσης: η λονδρέζικη Ομάδα Χορού «Candoco» -μία ομάδα χορευτών με και χωρίς αναπηρία, η οποία γιορτάζει φέτος τα 25 χρόνια της. Άκρα που λείπουν, δύο από τους χορευτές σε αναπηρικά αμαξίδια, θαυμάζεις τη δύναμή τους, θαυμάζεις το δέσιμό τους, θαυμάζεις τη θέλησή τους, όσο και αν, αρχικά, αναστατώνεσαι. Στο «Behold» (2015), το πρώτο κομμάτι, σε χορογραφία του βρετανού Αλεξάντερ Γουίτλι πάνω σε μουσική του Νιλς Φραμ, οι επτά χορευτές παλεύουν με μεγάλα κομμάτια υφάσματος. Το παραστασιακό αποτέλεσμα, ποιητικό. 
Η δεύτερη χορογραφία, όμως, είναι που με ενθουσίασε: «Notturnino» (2014) του Ελβετού Τόμας Χάουερτ, εμπνευσμένο από το ντοκιμαντέρ «Il Bacio di Tosca» («Το φιλί της Τόσκα», 1984) του επίσης Ελβετού Ντάνιελ Σμιτ, μία ταινία γυρισμένη στην «Casa Verdi» του Μιλάνου, τον οίκο ευγηρίας για απόμαχους καλλιτέχνες της όπερας, με παλαίμαχους να μιλούν για τη ζωή τους, για το παρελθόν, για τις αναμνήσεις τους και να τραγουδούν ή και να παίζουν σκηνές από όπερες. Ο χορογράφος είχε μία ιδιοφυή ιδέα: να κρατήσει αποσπάσματα μόνο από την ηχητική μπάντα της ταινίας, όχι οπτικό υλικό. 
Και πάνω σ’ αυτά και σε αποσπάσματα από όπερες να χορογραφήσει, δίνοντας αυτοσχεδιαστικές ελευθερίες στους οκτώ χορευτές του, ντυμένους «παράταιρα» σαν με κοστούμια βεστιαρίου -κάποιοι άντρες με γυναικεία-, έξοχα, τελικά, συνταιριασμένα χρωματικά από την -προφανώς Ελληνίδα- Νατάσα Σταματάρη που τα σχεδίασε. Οι πληγωμένες από το χρόνο φωνές των συνταξιούχων της όπερας μετουσιώνονται, γίνονται κίνηση εκρηκτική μέσα από πληγωμένα από τη φύση κορμιά σε μία χορογραφία που πετάει: συγκλονιστική!
Την Κυριακή, στην ίδια αίθουσα -σχεδόν γεμάτη- παρακολουθήσαμε και κάτι -κατά το ήμισυ δικό μας: «Europium» της Λίντας Καπετανέα και του Σλοβάκου Γιόζεφ Φρούτσεκ -πάνω σε μουσική του Βασίλη Μαντζούκη- από την ομάδα τους «RootlessRoot». Μία χορογραφία που δημιουργήθηκε στο Στούντιο Χορού Καλαμάτας. Εύγλωττος ο τίτλος «Europium»… Οι δύο χορευτές/χορογράφοι, που ίδρυσαν την ομάδα το 2007, στοχάζονται για την πορεία αυτού που ονομάζουμε «δυτικό πολιτισμό», ελεύθερα εμπνεόμενοι από την τραγική ιστορία της σχεδίας της «Μέδουσας» -της γαλικής φρεγάτας που προσάραξε το 1816 ανοιχτά της Σενεγάλης και το πλήρωμά της, για να απομακρυνθεί και να γλυτώσει, κατασκεύασε σχεδία η οποία, όμως, περιπλανήθηκε για τρεις μήνες και, όταν εντοπίστηκε, από τους 160 περίπου που είχαν καταφύγει σ’ αυτή και που, απεγνωσμένοι, αναγκάστηκαν να φτάσουν στον κανιβαλισμό για να επιζήσουν, βρέθηκαν ζωντανοί 10… 
Η χορογραφία -οι χορευτές κουβαλούν και συγκεντρώνουν στη σκηνή γύρω στους 25 πανύψηλους κορμούς από τους οποίους «συναρμολογούν» μία σχεδία-κελί-, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και δυναμική, καθηλωτική θα έλεγα, με την Λίντα Καπετανέα, χορεύτρια εκ-πλη-κτι-κή, να κλέβει τις εντυπώσεις, θα κέρδιζε, νομίζω, αν έλειπε η φλύαρη πρόζα του προλόγου, που, πιστεύω πως δημιουργήθηκε απλώς για να δώσει έναν μεταμοντέρνο τόνο στην παράσταση.
Και η Δευτέρα είναι καλή μέρα. Δεν έχει Φεστιβάλ αλλά έχει Πύλο. Πανέμορφη!
Το Φεστιβάλ έκλεισαν, την Τρίτη, ο βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς, ο τενόρος Γιάννης Χριστόπουλος και η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπό τον Μίλτο Λογιάδη. Όχι, δεν χόρεψαν. Γκαλά όπερας έδωσαν. Το οποίο, πάντως, δημιούργησε απορίες τι γύρευε σε ένα φεστιβάλ χορού και πόσο το μπαστάρδευε… Πιθανόν, σκέφτηκαν πως το κάπως ισχνό πρόγραμμα χρειαζόταν τόνωση. Πόσο μάλλον όταν η παρουσία του Δημήτρη Πλατανιά, γνήσιου -και πολύ αγαπημένου- τέκνου της Καλαμάτας, θα λειτουργούσε ως πόλος έλξης. Όπως και λειτούργησε. Ξεχειλισμένη η Κεντρική Αίθουσα, τα εισιτήρια προπωλημένα πολύ καιρό πριν και πλήθος οι αναζητούντες αλλά μη ευρίσκοντες.
Ο Μίλτος Λογιάδης διηύθυνε μία επαρκή Κρατική στις Εισαγωγές από το «Γάμο του Φίγκαρο» του Μότσαρτ και τη «Δύναμη του πεπρωμένου» του Βέρντι, στην Βαρκαρόλα από «Τα παραμύθια του Χόφμαν» του Όφενμπαχ -την ορχηστρική εκδοχή της- και στο Ιντερμέτζο από την «Καβαλερία Ρουστικάνα» του Μασκάνι και συνόδευσε τον Γιάννη Χριστόπουλο, που δεν ήταν σε μεγάλη φόρμα, κυρίως στην πρώτη, σε δύο άριες από την «Λουτσία ντι Λάμερμουρ» του Ντονιτσέτι και από την «Μποέμ» του Πουτσίνι και Πλατανιά και Χριστόπουλο σε δύο ντουέτα από τους «Αλιείς μαργαριταριών» του Μπιζέ και την «Μποέμ», επίσης, ντουέτο που μπιζαρίστηκε στο τέλος -και τα δύο ντουέτα πήγαν πολύ καλά, με βαρύτονο και τενόρο άριστα εναρμονισμένους και συντονισμένους μεταξύ τους και με την ορχήστρα.

Ο Δημήτρης Πλατανιάς, στη χρυσή ωριμότητά του, με φωνή που έχει ανοίξει, έχει πλατύνει, έχει βαθύνει και βγαίνει, με υψηλή τεχνική, από ένα εκπληκτικό ηχείο, τραγούδησε, συνοδευόμενος πάντα από την Κρατική, μία άρια του Φίγκαρο από τον μοτσάρτειο «Γάμο του Φίγκαρο», το υπέροχο «Credo» του Ιάγου από τον «Οθέλο» του Βέρντι -συγκλονιστικός!-, το «Eri tu» από τον «Χορό μεταμφιεσμένων» του Βέρντι -μία εκπληκτική απόδοση!- και το «Nemico della Patria» από τον «Αντρέα Σενιέ» του Τζορντάνο -επίσης συναρπαστικά- δίνοντας ένα μέτρο των δυνατοτήτων του. Το χειροκρότημα και τα «μπράβο» ήταν δηλωτικά του ενθουσιασμού του κοινού.
Και του χρόνου, λοιπόν! Ελπίζοντας σε ένα πιο ισχυρό πρόγραμμα.

ΥΓ. Τις μέρες αυτές, κάθε που μπαίναμε στο Μέγαρο Χορού, κάθε δύο κουβέντες που κάναμε, κάθε που καθόμασταν στην πλατεία, κάτι μας έλειπε: ναι, ήταν η Βίκυ Μαραγκοπούλου. Είκοσι ένα χρόνια ήταν αυτά… Το γέννησε το συγκεκριμένο Φεστιβάλ η Βίκυ Μαραγκοπούλου, η τέως καλλιτεχνική διευθύντριά του, το άνδρωσε, το επέβαλε, το διεθνοποίησε, το κατέστησε πόλο έλξης, το ανέδειξε σε μοχλό προώθησης της Καλαμάτας. Η παρουσία της, καθοριστική.
Αν ζούσαμε σε έναν άλλο τόπο, αυτό το Μέγαρο Χορού της Καλαμάτας, που δεν θα υπήρχε, αν δεν έπραττε όσα έπραξε η Βίκυ Μαραγκοπούλου, θα έφερε -τουλάχιστον...- το όνομά της. Θα ήταν Μέγαρο Χορού Καλαμάτας «Βίκυ Μαραγκοπούλου». Αλλά ζούμε στο τόπο που λέγεται Ελλάδα... Χάρηκα, πάντως, που, έστω, στο βιβλίο/πρόγραμμα του Φεστιβάλ ο δήμαρχος της Καλαμάτας κ. Νίκας, στο σημείωμά του, αυτή τη φορά, τουλάχιστον τη θυμήθηκε την Βίκυ Μαραγκοπούλου…

22ο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, Μέγαρο Χορού Καλαμάτας/Κεντρική Αίθουσα και Στούντιο, 23, 24, 26 Ιουλίου 2016.

July 28, 2016

Από τον Κλώνη στην κατανάλωση


Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Επίδαυρο -αύριο ή μεθαύριο, για τον ρωσοελληνικό «Οιδίποδα τύραννο» του «Βαχτάνγκοφ» και του Εθνικού-, ένα να μην ξεχάσεις: να πας λίγο νωρίτερα για να χαζέψεις -τουλάχιστον -το πωλητήριο που δημιούργησε το Εθνικό Θέατρο και το εγκατέστησε καταρχήν στην Επίδαυρο, για τις παραστάσεις του. Έκανε «πρεμιέρα» στην «Αντιγόνη» και στο μεταξύ το μετέφεραν σε πιο εμφανή χώρο -μόλις μπαίνετε απ’ το πάρκινγκ στον κεντρικό δρόμο προς το θέατρο, πλάι στο περίπτερο των ΕΛΤΑ.
Εκεί θα βρείτε πολλά και διάφορα καλόγουστα, εμπνευσμένα απ’ το λογότυπό του ή –κυρίως- απ’ το βεστιάριο-θησαυρό του Εθνικού: μοτίβα από κοστούμια ή σκίτσα για κοστούμια του Φωκά, του Βακαλό, του Ανεμογιάννη, του Βασιλείου, του Στεφανέλλη, του Χαρατσίδη, του Ζαρίφη, της Παπαντωνίου, της Ζαΐμη, του Βασίλη Φωτόπουλου, του Διονύση Φωτόπουλου, του Πάτσα, του Κυριακούλη, του Μετζικώφ, της Γεωργιάδου και… και … μετουσιώθηκαν σε εξώφυλλα τετραδίων, βεντάλιες, ρεσό, σημειωματάρια, μαγνητάκια, κονκάρδες…
Θα βρείτε, επίσης, μια υπέροχη τσάντα με ντεσέν εμπνευσμένα απ’ τα υπέροχα κάγκελα του Κτιρίου Τσίλερ καθώς και κοσμήματα -δαχτυλίδια, βραχιόλια…- φτιαγμένα απ’ τις χρυσοχέρες ράφτρες του Εθνικού από περισσεύματα υφασμάτων που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή κοστουμιών. Αλλά και μια σειρά για παιδάκια -τετράδια, μολύβια, γόμες, χάρακες…-, αυτή, εμπνευσμένη από σκίτσο του Κλ. Κλώνη για τον γκολντονικό «Υπηρέτη δύο κυρίων» -έτσι είχαν μεταφράσει, τότε, τον τίτλο- του 1937. 


Με πωλητές παιδιά όμορφα, χαμογελαστά, ευγενικά, προθυμότατα.
Άξια υπεύθυνη, η υπεύθυνη και των εκδόσεων καθώς και του βιβλιοπωλείου του Εθνικού -με το οποίο απ’ τη χειμερινή σεζόν θα συγκατοικεί το πωλητήριο- θεατρολόγος Μαρία Καρανάνου η οποία είχε, μαζί με την προκάτοχό της Ράνια Τριβέλλα, και την αρχική ιδέα. Αν κρίνω απ’ την πρωτοβουλία αυτή που θα προσπορίσει ζεστό χρήμα στο Θέατρο -είδα απ’ την πρώτη μέρα κόσμο να συνωστίζεται στο πωλητήριο-, απ’ το πολύ ιδιαίτερο, κομψό και πλήρες πρόγραμμα της «Αντιγόνης» αλλά κι από πολλά άλλα σημάδια, μπορώ να μιλήσω για ένα καινούργιο, φρέσκο αεράκι που πνέει στο Εθνικό.

July 22, 2016

Άπαιχτο ισπανικό έργο ανεβάζει η Λέα Μαλένη στην Κύπρο


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 

Tο καινούργιο έργο για δυο πρόσωπα του άπαιχτου και άγνωστου στην Ελλάδα και στην Κύπρο Ισπανού Πάκο Μπεθέρα «Το μικρό πόνι», που χει ως θέμα του το μπούλινγκ, θα παρουσιάσει τον προσεχή Οκτώβριο, για πρώτη φορά εκτός Ισπανίας-, στην Κύπρο -στην Λευκωσία και στην Λεμεσό-, με την προοπτική μεταφοράς της παράστασης στην Αθήνα, η θεατρική ομάδα «Persona». Σε μετάφραση -ειδικά για την παραγωγή της «Persona»- Μαρίας Χατζηεμμανουήλ και σε σκηνοθεσία της ιδρύτριας της «Persona» Λέας Μαλένη. Η οποία, επίσης, θα συμπρωταγωνιστήσει στην παράσταση μαζί με τον Χάρη Χαραλάμπους.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια θα υπογράφει ο Κωνσταντίνος Κουννής, τη μουσική η Στέλλα Χρήστου και τα πολυμέσα ο Αιμίλιος Αβραάμ. Βοηθός σκηνοθέτη, η Ελένη Αναστασίου. Οι δοκιμές ξεκίνησαν ήδη απ’ την πρώτη εβδομάδα του Ιουνίου.
Το έργο, όπως πληροφορεί ο ίδιος ο συγγραφέας, «είναι αφιερωμένο στον Μάικλ Μορόνες και τον Γκρέισον Μπρους αλλά και σ όλα τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια που -όπως εκείνοι- υπέστησαν λεκτική και σωματική βία χωρίς κανένας απολύτως από το περιβάλλον τους να κάνει τίποτα για να τις αποτρέψει».
Ο Μάικλ Μορόνες, έντεκα χρόνων, επειδή δεν άντεχε άλλο τις προσβολές και την άσχημη συμπεριφορά εκ μέρους των συμμαθητών του, προσπάθησε ν αυτοκτονήσει με απαγχονισμό. Το παιδί έμεινε γι αρκετά λεπτά κρεμασμένο, χωρίς οξυγόνο, ώσπου να το βρουν, μ αποτέλεσμα ο εγκέφαλός του να υποστεί μη αναστρέψιμη βλάβη και να βρίσκεται ακόμα και σήμερα, σχεδόν δυο χρόνια μετά, στο νοσοκομείο. Ο λόγος για τον οποίο υφίστατο τις επιθέσεις και τους εξευτελισμούς ήταν ότι είχε δηλώσει θαυμαστής της σειράς κινουμένων σχεδίων «Μικρό μου πόνι».
Ένα μήνα αργότερα, στον εννιάχρονο Γκρέισον Μπρους, ο οποίος είχε ήδη υποστεί πολλές επιθέσεις εκ μέρους των συμμαθητών του, απαγορεύτηκε η είσοδος στο σχολείο του γιατί είχε μια σάκα με ζωγραφιές απ’ τη σειρά κινουμένων σχεδίων «Μικρό μου πόνι». Ο διευθυντής του σχολείου θεώρησε ότι η σάκα που κρατούσε ο Γκρέισον αποτελούσε «αφορμή για παρενόχληση» κι έφτασε στο σημείο να κατηγορήσει το παιδί για «πρόκληση αναταραχής στην τάξη».
Όταν αποκαλύφθηκαν οι ιστορίες των δυο παιδιών, ξέσπασε ένα μεγάλο κύμα υποστήριξης και προς τα δυο τους με τη δημιουργία ιστοσελίδας για το πρώτο και σελίδας στο facebook για το δεύτερο.
Στο έργο του Πάκο Μπεθέρα, που πρωτοπαρουσιάστηκε τον περασμένο Φεβρουάριο στην Μαδρίτη, ο Χάιμε κι η Ιρένε έχουν ένα γιο που σε λίγο θα κλείσει τα έντεκα, τον Λουίσμι. Το αγόρι πηγαίνει στην τάξη με μια τσάντα που απεικονίζει ήρωες απ’ την παιδική σειρά κινουμένων σχεδίων «Μικρό μου πόνι». Οι συμμαθητές του το κοροϊδεύουν, οι δάσκαλοι καλούν τους γονείς για να το πείσουν ν’ αλλάξει προτίμηση ώστε να σταματήσουν τα επεισόδια μπούλινγκ εκ μέρους των άλλων μαθητών, ο Λουίσμι, όμως, αρνείται πεισματικά ν αποχωριστεί την τσάντα του. Τα επεισόδια στο σχολείο σιγά-σιγά κλιμακώνονται, οι δάσκαλοι σχεδόν κατηγορούν τον Λουίσμι ή προτείνουν ν’ αλλάξει σχολείο, οι αντιδράσεις των γονιών του είναι διαφορετικές κι εκείνος υπερασπίζεται μεν γενναία τον εαυτό του αλλ αυτό δεν αρκεί... 
Πρόκειται για ένα έργο στο οποίο, όπως σημειώνεται, οι γονείς μιλάνε συνεχώς για το παιδί τους αλλά ποτέ με το παιδί τους η παρουσία του οποίου στο σπίτι δηλώνεται μόνο μ ένα τεράστιο πορτρέτο του στο σαλόνι. Ένα πορτρέτο στο οποίο -κάτι σαν το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι στην ομώνυμη νουβέλα του Όσκαρ Γουάιλντ- καταγράφονται όλες οι ψυχικές μεταπτώσεις του απόντος παιδιού, όλες οι αντιδράσεις του σε όσα γίνονται «για κείνο, αλλά χωρίς εκείνο». 
Ο 38χρονος σήμερα Πάκο Μπεθέρα έχει γράψει πάνω από δέκα θεατρικά έργα τα οποία έχουν αποσπάσει μερικά απ’ τα σημαντικότερα θεατρικά βραβεία της Ισπανίας, όπως το Εθνικό Βραβείο Θεάτρου «Καλδερόν ντε λα Μπάρκα» (2007) και το Εθνικό Βραβείο Δραματουργίας (2009), καθώς και το Ευρωπαϊκό Βραβείο «Εurodram» («Ventaquemada», 2014), κι έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλικά, γερμανικά, ιταλικά, πορτογαλικά, ουγγρικά και στα ελληνικά
-η Μαρία Χατζηεμμανουήλ έχει ήδη μεταφράσει, εκτός απ’ «Το μικρό πόνι», και τα «Ventaquemada» και «To σχολείο της ανυπακοής» που δεν έχουν ακόμα παιχτεί εδώ- ενώ έχουν εκδοθεί στην Ισπανία, την Λατινική Αμερική, την Γερμανία, την Ιταλία και την Νέα Ζηλανδία. 
Στην Κύπρο, πέρα απ το ανέβασμα της παράστασης, η θεατρική ομάδα «Persona» προγραμματίζει, ταυτόχρονα, με αφορμή το έργο αυτό, παράλληλες δράσεις με κοινωνικό και καλλιτεχνικό χαρακτήρα: τη διεξαγωγή, σε συνεργασία με ειδικούς εκπαιδευτές και θεατρολόγους, κύκλου βιωματικών εργαστηρίων για γονείς και παιδιά, με θέμα τον εκφοβισμό, με στόχο την περαιτέρω ευαισθητοποίηση και ενημέρωση γύρω απ’ το θέμα-μάστιγα της εποχής αλλά και την οργάνωση masterclass θεατρικής γραφής για νέους συγγραφείς, με στόχο την προαγωγή της θεατρικής γραφής μέσα από νέα ρεύματα και τάσεις, στο οποίο θα διδάξει ο συγγραφέας του έργου Πάκο Μπεθέρα.