July 17, 2019

Στο Φτερό / Έρωτες στα χρόνια της «Finos Films»



«Το δικό μας σινεμά» των Θανάση Παπαθανασίου και Μιχάλη Ρέππα / Σκηνοθεσία: Θανάσης Παπαθανασίου-Μιχάλης Ρέππας-Φωκάς Ευαγγελινός. 


Δεκαετία του ’50 και ο ερωτύλος Πέτρος, ηθοποιός ο οποίος έχει ανελιχθεί σε πρωταγωνιστή του θεάτρου χάρη στην ταμένη στο σανίδι, φτασμένη πρωταγωνίστρια γυναίκα του, την Μιράντα, που έχει δικό της θίασο, στρέφεται στον ανερχόμενο, τότε, 
κινηματογράφο και, μέσα από τη συνεργασία του με την «Finos Films» του δαιμόνιου Φιλοποίμενος Φίνου, ο οποίος πρωτοστατεί στην άνθιση του ντόπιου σινεμά, γίνεται σταρ ενώ η Μιράντα, που δεν στέργει στο σινεμά, επιμένοντας στο θέατρο, χάνει, σιγά-σιγά, την περιουσία που της έχει αφήσει ο πρώτος της άντρας όταν πέθανε. Ο Πέτρος θα δημιουργήσει ερωτική σχέση με την Μαίρη, συμπρωταγωνίστριά του στην ταινία που γυρίζει για τον Φίνο ο μπλεγμένος στα γρανάζια του τζόγου, σεναριογράφος και σκηνοθέτης, άντρας της, ο Γιώργος, ο οποίος την έχει αναδείξει σε ηθοποιό από τραγουδίστρια. Οι εραστές θα παντρευτούν, τελικά, αφού χωρίσουν από τους συζύγους τους, αλλά ο Πέτρος θα συνεχίσει να κυνηγάει θηλυκά. Έως και με την προβληματική

Δανάη -κόρη της πρώην γυναίκας του, της Μιράντας, από τον πρώτο της γάμο, που η μητέρα της την είχε κλείσει εσωτερική σε σχολείο στην Αγγλία και που, όταν γύρισε, ακολούθησε το δρόμο του κινηματογράφου ξεκινώντας από... πορνό ενώ έχει κυλήσει και στα ναρκωτικά- θα βρεθεί στο κρεβάτι, όπου θα τους πιάσει η
Μιράντα με την οποία είναι ερωτευμένος ο νεαρός ζεν πρεμιέ Στέφανος. Στο έργο εμπλέκονται η Ντίνα, μοδίστρα, αδελφή της Μαίρης, που ο Φίνος θα χρίσει με επιτυχία πρωταγωνίστρια στα μιούζικάλ του και που θα σμίξει με τον πρώην της αδελφής της, τον Γιώργο, οι γονείς των δύο αδελφών, ηθοποιοί συνταξιούχοι πια -ο Κώστας και η Δέσπω που πάσχει από άνοια-, η Ζωγραφούλα, μάνα του Πέτρου και δύστροπη πεθερά, ειδικά με την πρώτη της νύφη, την Μιράντα, ο Παύλος, ηθοποιός και αυτός του Φίνου, παντρεμένος με την Φανή η οποία έχει παρατήσει το σινεμά για να 
αφοσιωθεί στο γάμο και τα παιδιά της, αλλά ο άντρας της, κρυπτοομοφυλόφιλος, κάνει διπλή ζωή μέχρι που η Φανή, που το έχει καταλάβει, εκρήγνυται, ο Χρόνης, χορογράφος του Φίνου -η δυστυχώς, ακόμα, απαραίτητη στο ελαφρό θέατρο «αδερφή» που αλλάζει συνέχεια εραστές και βγάζει γέλιο με τα καμώματά της...- και άλλοι δευτερεύοντες χαρακτήρες. Ο Θανάσης
Παπαθανασίου και ο Μιχάλης Ρέππας έχουν ακολουθήσει στο έργο τους -ένα έργο με τραγούδια αλλά όχι μιούζικαλ- «Το δικό μας σινεμά», πιστά, τη συνταγή του δικού τους «Βίρα τις άγκυρες» (Εθνικό Θέατρο, 1997). Εκεί, θέμα τους ήταν η επιθεώρηση -από κτίσεώς της μέχρι και το «Ελεύθερο Θέατρο»-, εδώ, ο «παλιός» ελληνικός κινηματογράφος, με άξονα τον Φιλοποίμενα Φίνο και την «Finos Films», από το 1958 και την έκρηξή του έως την παρακμή του τη δεκαετία του ’70, λόγω τηλεόρασης, έως και το 1977 και το θάνατο του Φίνου. Εκεί ήταν ένθετα επιθεωρησιακά νούμερα, εδώ είναι ένθετα τραγούδια που έγιναν επιτυχίες μέσα από το σινεμά -μερικά εξαιρετικά, όλα

πολυακουσμένα και πολυαγαπημένα. Η πλοκή και στο «Βίρα τις άγκυρες» διέθετε πολλές ερωτικές σχέσεις, γάμους, μοιχείες, διαζύγια..., εδώ δεν πρόκειται παρά για ένα συνεχές ερωτικό 
γαϊτανάκι που παίζεται πέριξ της «Finos» και των πλατό της, χωρίς να είναι ούτε ο ίδιος ο παραγωγός ούτε άλλα γνωστά πρόσωπα του σινεμά παρόντα στη σκηνή -αναφέρονται μόνο, κάθε τόσο, τα ονόματά τους. Τα πρόσωπα του έργου είναι φανταστικά αλλά οι λεπτομέρειες διαρκώς παραπέμπουν, για τους παροικούντες την Ιερουσαλίμ τουλάχιστον, σε πρόσωπα υπαρκτά και σε πράγματα απτά, με τους συγγραφείς να τα 

παραλλάζουν αλλά παράλληλα να δίνουν στους ήρωές τους μικρά ονόματα που θυμίζουν ηθοποιούς και καλλιτέχνες της εποχής χωρίς, πάντως, να τους ταυτίζουν με τις ζωές και τις πράξεις των συγκεκριμένων. Η δομή του έργου,
με τα πολλά πρόσωπα και τις πολλές σύντομες σκηνές, γραμμένες με την τεχνική τηλεοπτικού σεναρίου -μία λέξη από την τελευταία ατάκα της σκηνής περιέχεται στην πρώτη ατάκα της επόμενης-, παραπέμπει στην τηλεόραση, όπως και όλο το ύφος: εύκολο, χαριτωμένο, «πικάντικο»... Αλλά το σύνολο είναι καλά λαδωμένο. Και προσπαθεί να μιμηθεί τις παλιές ελληνικές ταινίες, γραμμένο α λα μανιέρ τους -ακολουθεί, δηλαδή, το στιλ τους «κλέβοντας» σκηνές τους, θυμίζοντας φιγούρες τους, κάνοντας νύξεις... Οι συγγραφείς συνυπογράφουν και τη σκηνοθεσία μαζί με το χορογράφο της παράστασης Φωκά Ευαγγελινό. Η παράσταση είναι εύρυθμη, είναι ανάλαφρη, έχει χιούμορ, έχει και συγκίνηση, τα τραγούδια είναι καλά δεμένα με τα κείμενα, τα 

σκηνικά της Αθανασίας Σμαραγδή, με τα τρία περιστρεφόμενα σπετσάτα/τοίχους, τη βοηθούν λειτουργικά, η Έβελυν Σιούπη έχει κάνει τεράστια -και καλή, σε γενικές γραμμές- δουλειά με τα εκατοντάδες κοστούμια της που διατρέχουν τριάντα χρόνια, η 
Ελευθερία Ντεκώ είναι μαστόρισσα στους φωτισμούς, ο Κάρολος Πορφύρης έχει εξαιρετικά αποτελέσματα στο video design και στις προβολές που κυριαρχούν στο δεύτερο μέρος δένοντας την παράσταση με τα ιστορικά γεγονότα της εποχής -δολοφονία Λαμπράκη, Ανένδοτος Αγώνας, Αποστασία, Χούντα, Μεταπολίτευση, κηδεία Φίνου... αλλά «Το δικό μας σινεμά» δεν είναι «Βίρα τις άγκυρες». Βλέπετε, εκεί, την παράσταση απογείωνε η σκηνοθεσία του Σταμάτη Φασουλή... Είναι, όμως, μία παράσταση εύφορη όπου βασικότατο ρόλο παίζουν οι χορογραφίες του Φωκά Ευαγγελινού που αστράφτουν μέσα από το καλοδουλεμένο, πολυμελές μπαλέτο και οι μουσικές και τα τραγούδια για τα οποία έχει πράξει τα καλύτερα 
ο Νίκος Ζαχαρίου (πρωτότυπη μουσική, ενορχήστρωση, μουσική διεύθυνση της, επίσης, πολυμελούς, ζωντανής ορχήστρας) ενώ ο Χάρης Γεωργίου υπογράφει τη μουσική διδασκαλία. Και είναι μία μεγάλη, πλούσια παραγωγή -κάτι σπάνιο, πια, στις μέρες μας- που δεν έχει φεισθεί εξόδων. Ο -ολίγον αποστασιοποιημένος- Σπύρος Παπαδόπουλος, ο πάντα φινετσάτος Γιώργος Κωνσταντίνου, η Πηνελόπη Πιτσούλη, ο Κώστας Κόκλας, η -κάπως ψυχρή- Κατερίνα Λέχου, ο Γιώργος Χρανιώτης, η Σύλβια Δελικούρα, η Ευγενία Σαμαρά υποστηρίζουν την παράσταση. Θα ήθελα, όμως, κάποιους να ξεχωρίσω. Η Δέσποινα Βανδή, εκτός από εμφάνιση, πολύ καλή κίνηση και εξαίρετη φωνή, μοιάζει να έχει πια εγκλιματιστεί στο θέατρο. Ο Μέμος Μπεγνής, ανάλαφρος και χαριτωμένος, έχει υποκριτικό έρμα και θαυμάσια φωνή -έξοχος! Η Παρθένα Χοροζίδου, απολαυστική, ακομπλεξάριστη κωμική ηθοποιός, εξαιρετική στα μουσικοχορευτικά, κάπως υστερεί στις πρόζες της -πρέπει να 


δουλέψει την άρθρωσή της. Μου άρεσε πολύ η Μαριλού Κατσαφάδου στο «νούμερό» της -Μπετ Μίντλερ λίγο μου θύμισε.
Και, πάνω από όλους, ξεχώρισα την Ελένη Γερασιμίδου -υπέροχη 
καρατερίστα, μ’ αυτό το λαϊκό, άμεσο, υπαινικτικό, καλοκάγαθο στην επιφάνεια αλλά υποδόρια δηκτικότατο χιούμορ της, παίζει
σαν νεράκι που κυλάει- και τον Παύλο Χαϊκάλη -σπουδαίος κωμικός που απενοχοποιεί αφοπλιστικά το ρόλο του Χρόνη με το χιούμορ που τον ερμηνεύει, χωρίς ποτέ να γίνεται κραυγαλέος, χωρίς ποτέ να υποχωρεί στη χυδαιότητα και στη 
φτήνια. Μία λαϊκή παράσταση, διασκεδαστική, που ποτέ δεν 
γίνεται χυδαία και που δεν σας κοροϊδεύει. Αν αυτό είναι που περιμένετε, θα περάσετε καλά σε ένα θέατρο πολιτισμένο και φιλικό (Όσες φωτογραφίες δεν υπογράφει ο Πέτρος Νικολαρέας είναι του Γιώργου Καλφαμανώλη). 

(Το πρόγραμμα-βιβλίο της παράστασης  -το έχει επιμεληθεί ο παθιασμένος με τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο και άριστος γνώστης του Ιάσων Τριανταφυλλίδης-, ογκώδες και βαρύ άρα δύσχρηστο αλλά χορταστικό, κομίζει πλούσια στοιχεία και σπάνιο φωτογραφικό υλικό).

Θέατρο «Άλσος», 11 Ιουλίου 2019.

July 16, 2019

Στο Φτερό / Το βρέφος που έγινε θρύψαλα ή Χους ει και εις χουν...


«Οιδίπους τύραννος» του Σοφοκλή / Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης 



Ο Οιδίπους -γιος, όπως πιστεύει, του Πόλυβου, βασιλιά της Κορίνθου, και της γυναίκας του, της Μερόπης- που είχε εγκαταλείψει την Κόρινθο κάτω από το φόβο ενός χρησμού ότι θα σκότωνε τον πατέρα του και θα γινόταν σύζυγος της μάνας του, 
βασιλιάς της Θήβας πια, αφότου έλυσε το αίνιγμα που έθετε η Σφίγγα, η οποία βασάνιζε την πόλη σκοτώνοντας όσους δεν έλυναν το αίνιγμά της, και την αφάνισε, γλυτώνοντας την Θήβα από το 
στυγερό τέρας, αναζητά το φονιά του προκατόχου του βασιλιά Λάιου, του οποίου έχει παντρευτεί τη χήρα Ιοκάστη και έχουν αποκτήσει τέσσερα παιδιά, για να απαλλάξει το λαό του από το λοιμό που τον έχει πλήξει εξαιτίας, σύμφωνα με χρησμό που έφερε ο γυναικάδελφός του Κρέων από τους Δελφούς, του μιάσματος από το φόνο που δεν τιμωρήθηκε. Ο μάντης Τειρεσίας τού αποκαλύπτει, υπονοώντας και άλλα δεινά, ότι φονιάς είναι ο ίδιος ο Οιδίπους ο οποίος τον κατηγορεί ότι εξυφαίνουν μαζί με τον Κρέοντα συνωμοσία για να τον ανατρέψουν. Αλλά οι λεπτομέρειες
για το φόνο που του αποκαλύπτει η Ιοκάστη τον οδηγούν στο συμπέρασμα ότι όντως είναι ο φονιάς, καθώς ο φόνος ταυτίζεται
με το φόνο που διέπραξε, ερχόμενος από την Κόρινθο στην Θήβα, στη διάρκεια μιας φιλονικίας που είχε. Αγγελιαφόρος από την Κόρινθο φέρνει μία θλιβερή είδηση που γίνεται, όμως, για τον Οιδίποδα και την Ιοκάστη πηγή ανακούφισης: ο Πόλυβος πέθανε από φυσικά αίτια, άρα ο χρησμός, κατά το μέρος ότι θα σκοτώσει ο Οιδίπους τον πατέρα του, ακυρώνεται. Ο βασιλιάς, όμως, φοβάται 

να επιστρέψει στην Κόρινθο: ο χρησμός πρόβλεπε και ότι θα παντρευτεί τη μητέρα του. Και η Μερόπη ζει. Ο Κορίνθιος Άγγελος τον «καθησυχάζει»: του αποκαλύπτει ότι δεν είναι φυσικό παιδί του Πόλυβου και της Μερόπης και ότι δεν ήταν παρά ένα βρέφος με τρυπημένους τους αστραγάλους -εξ ου και το όνομά του Οιδίπους- που το είχε εμπιστευτεί στον ίδιο, βοσκό τότε του Πόλυβου στον Κιθαιρώνα, ένας υπηρέτης του Λαΐου, στον οποίο το είχαν παραδώσει από το παλάτι της Θήβας για να το σκοτώσει αλλά εκείνος το είχε λυπηθεί. Ο βοσκός το είχε παραδώσει στο άτεκνο  βασιλικό
ζευγάρι της Κορίνθου που το υιοθέτησε. Ο επιζών υπηρέτης του Λαΐου, ο οποίος, και ως ο μόνος επιζών αυτόπτης μάρτυς του φόνου του βασιλιά, φοβισμένος, μετά την ανάρρηση στο θρόνο του Οιδίποδος, είχε ζητήσει να τον στείλουν μακριά από το παλάτι και είναι πια βοσκός που ο ανάστατος Οιδίπους διατάζει να προσαγάγουν ενώπιόν του, αποκαλύπτει, κατ’ αντιπαράθεση με τον Κορίνθιο, ότι το βρέφος ήταν παιδί του βασιλιά και της Ιοκάστης που του το είχε παραδώσει να το σκοτώσει για να μην εκπληρωθεί χρησμός που έλεγε πως θα καταλήξει φονιάς του πατέρα του, όπερ 

και εγένετο. Η Ιοκάστη, μετά τις αποκαλύψεις, κρεμιέται και ο Οιδίπους, συντριμμένος, βγάζει τα μάτια του. Με τον «Οιδίποδα τύραννο» (που, χαλαρά, χρονολογείται μεταξύ 440 και 420 π.Χ. και, κατά ορισμένους, ειδικότερα, μεταξύ 429 και 425 π.Χ.), ο Σοφοκλής άφησε το σημαντικότερο -από τα σωζόμενα, έστω- δράμα του και το υπόδειγμα, το μοντέλο αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, έργο συναρπαστικό μέχρι σήμερα, καθώς ισορροπεί τέλεια ανάμεσα στην πλοκή που κόβει την ανάσα και στον υπαρξιακό στοχασμό κεντημένο με τραγική ειρωνεία -ένα κορυφαίο αριστούργημα του θεάτρου. Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης που ανέλαβε τη

σκηνοθεσία είδε τον Οιδίποδά του πρώτα ως άνθρωπο -ως τον Άνθρωπο. Απαλλάσσοντάς τον από το θεολογικό του βάρος. Ο Θεός είναι παρών αλλά για να κινεί, αμείλικτος, τα νήματα και ο Οιδίπους μία τραγική μαριονέτα, έρμαιο στα χέρια της Μοίρας. Η παράσταση είναι λιτή. Ακουμπάει στην παράδοση -στην όποια ελληνική παράδοση στην ερμηνεία του αρχαίου δράματος- χωρίς να φαίνεται ή να ηχεί παλιά, χωρίς να στομφάρει, αφήνει το λόγο του ποιητή να ακουστεί στην πεντακάθαρη μετάφραση του Γιάννη
Λιγνάδη, προβάλλει όσο πρέπει την ειρωνεία του κειμένου ενώ τα ευρήματα και τα σύμβολα που χρησιμοποιεί είναι ευκρινή και αβίαστα: η ευφυής ενεργή χρήση της θυμέλης -ο αλαζών, σίγουρος Οιδίπους της αρχής του έργου πατάει αγέρωχα, με ασέβεια πάνω της ενώ, όσο οι αποκαλύψεις εις βάρος του προχωρούν, η θυμέλη γίνεται σεβαστή για να καταλήξει, στο συντριπτικό τέλος,

ικετήριος βωμός που πάνω του θα θρηνήσει ο εκπεσών βασιλιάς, ο Τειρεσίας, ο κομίζων τα ζοφερά, εμφανίζεται ως μεσαιωνικός Θάνατος, τα τραγικά μαντάτα που ο Εξάγγελος φέρει στην ορχήστρα ακούγονται μέσα, σχεδόν, στο σκοτάδι -πώς γίνεται να ακουστούν στο φως;...-, τα πήλινα βρέφη-Οιδίποδες αλλά και βρέφη που πλήττει ο λοιμός, τα οποία εναποθέτει από την αγκαλιά του στην ορχήστρα ο Χορός, ποτίζονται χοϊκά και ενώνονται με υδάτινες σπείρες όσο τα μυστικά νήματα του έργου αποκαλύπτονται και ενώνονται ενώ το πήλινο βρέφος της ύπαρξής του που ο Οιδίπους του Μαρκουλάκη συντρίβει στην ορχήστρα όταν σιγουρεύεται για την Αλήθεια

-κομμάτια και θρύψαλα- είναι τόσο εύγλωττο όσο και μία κραυγή σπαραγμού ξεκολλημένη από τα σπλάχνα του (εμένα η συγκλονιστική αυτή στιγμή-κορύφωση της παράστασης με παρέπεμψε σε μία άλλη αξέχαστη, συγκλονιστική στιγμή: στο φινάλε του τσεχοφικού «Γλάρου» που παρουσίασε το ουγγαρέζικο Θέατρο «Κρέτακορ» στο Φεστιβάλ Αθηνών του 2007, σε σκηνοθεσία Άρπαντ Σίλινγκ, όταν ο αυτοκτονικός πυροβολισμός 
που ακούγεται off να ρίχνει ο Τρέπλιεφ στο κεφάλι του είχε αντικατασταθεί από το βιολί που παίζει σε όλη την παράσταση και που το συντρίβει, ενώπιόν μας, με τα πόδια του). Όσο για την Έξοδο ο Οιδίπους δεν χρειάζεται να εμφανιστεί με αίματα και με κολλημένα, πλαστικά, βγαλμένα μάτια. Αρκεί να φέρει στα μάτια δύο από τα θραύσματα του συντριμμένου πήλινου βρέφους: αυτή και αν είναι Η Αλήθεια... Η γυμνή ορχήστρα, η εγκατεσπαρμένη 
με τα πήλινα βρέφη που επέλεξε για σκηνικό ο Πάρις Μέξης υπηρέτησε απόλυτα την παράσταση. Αλλά τα κοστούμια του, συνδυασμός βαλκανικής παράδοσης και απωανατολίτικων επιρροών, δεν με γοήτευσαν, ειδικά της Ιοκάστης, όσο και αν ο συμβολισμός -το προβαλλόμενο στήθος ως σύμβολο της μητρότητας και της θηλύτητας- ήταν εμφανής. Αντίθετα οι μουσικές -με ρίζες συχνά στην παραδοσιακή μουσική μας- που έγραψε ο Μίνως Μάτσας και που παίζονται ή δημιουργούνται ζωντανά από τους ηθοποιούς, βοηθούν στην εκτόξευση της 
παράστασης. Έξοχοι οι φωτισμοί του Αλέκου Γιάνναρου και ικανοποιητική η κίνηση που δίδαξε η Κική Μπάκα. Κάποιες αντιρρήσεις, βέβαια, έχω: στη μετάφραση, όπου ο Γιάννης Λιγνάδης αποτελεσματικότατα συσσωματώνει στίχους του αρχαιοελληνικού πρωτοτύπου, άκουσα αρκετά στοιχεία καθαρεύουσας που τα βρήκα περιττά, εκτός και αν χρησιμοποιούνται επίτηδες, ως άγκιστρα ανάμεσα στην νεοελληνική και στα στοιχεία της αρχαιοελληνικής που χρησιμοποιούνται. Βρήκα, επίσης, άνισο τον Χορό: με εξαιρετικά μέλη -όπου ξεχώρισα το συναρπαστικό τραγούδι του Γιωργή Τσουρή- αλλά και με ορισμένα αδύναμα, με αποτέλεσμα την ανομοιογένεια. Η σπουδαία ηθοποιός Αμαλία Μουτούση μου φάνηκε πως δεν εξαντλεί τα όρια των δυνατοτήτων της εδώ, ως Ιοκάστη   
ενώ θεωρώ ότι δεν ήταν απόλυτα κατάλληλος, ως επιλογή, ο Νίκος Χατζόπουλος, με την ιδιαίτερη εκφορά του λόγου του, για το ρόλο του Κρέοντος. Ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης-Τειρεσίας, ο Γιώργος Ζιόβας-Κορίνθιος Άγγελος και ο Νικόλας Χανακούλας-Εξάγγελος, απολύτως δεμένοι με την παράσταση αλλά ξεχώρισα τον Γιώργο Ψυχογιό (Θεράπων Λαΐου) που φέρει, μέσα από τους δισταγμούς και τους φόβους του, την Κάθαρσιν. Ο Δημήτρης Λιγνάδης, απολύτως ώριμος ως ηθοποιός και στην κατάλληλη στιγμή για να παίξει Οιδίποδα, αποδεικνύει για άλλη μία φορά το Μέγεθος του γκραν ρολίστα που διαθέτει. Η κλιμάκωση του ρόλου -αλαζονεία, πρόωρο γέννημα της αμφιβολίας ήδη από τα λεγόμενα του 

Τειρεσία, απεγνωσμένη οργή και πείσμα καθώς γαντζώνεται από κάποιες αρχικές θετικές ενδείξεις περισσότερο για να πείσει τον εαυτό του, βαθμιαία κατάρρευση, ξεφούσκωμα της έπαρσης μέχρι την ολοσχερή συντριβή με «φάλτσες» νότες-, είναι υποδειγματική και καταφανώς ευκρινής. Λόγος στερεωμένος, καρφωμένος στο κείμενο, κίνηση καρφωμένη στη σκηνή...-μία εξαιρετική στιγμή του ηθοποιού. Είναι κρίμα ότι, παρά την υψηλή τεχνική του, παρά την επιδαύρια πείρα του στην τραγωδία, είχε «χτυπήσει», στη γενική δοκιμή, τη φωνή του, την προικισμένη με φύσει χαρισματικό μέταλλο και στην πρεμιέρα, αν και προσπάθησε να εντάξει τα φωνητικά προβλήματα στην ερμηνεία του, αυτά μείωσαν κάπως τις εντυπώσεις. Είμαι σίγουρος ότι θα έχει ήδη ανακτήσει τις φωνητικές δυνάμεις του για τη συνέχεια. Δείτε αυτήν την παράσταση! Δείτε τον Οιδίποδα του Λιγνάδη! Δεν θα μετανιώσετε (Φωτογραφίες: Πάτροκλος Σκαφίδας).

(Εξαιρετικό το έντυπο πρόγραμμα της παράστασης -επιμέλεια Νίκος Μανουσάκης: καθόλου φορτωμένο, με καίριες επιλογές κειμένων που δεν πλατειάζουν ή αποσπασμάτων, προσιτών στον μέσο αναγνώστη. Τύχη, ότι αυτό συνοδεύει την ιδιαίτερα προσεγμένη έκδοση της «Κάπα Εκδοτικής» με τη μετάφραση του Γιάννη Λιγνάδη, στην οποία προτάσσονται σοβαρότατη εισαγωγή της Καίτης Διαμαντάκου και εξαντλητικό υπόμνημα του μεταφραστή ενώ τη συμπληρώνει εξίσου σοβαρό επίμετρο της Adele C. Scafuro).


Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, «Αθηναϊκά Θέατρα», Φεστιβάλ Επιδαύρου, 12 Ιουλίου 2019.