June 21, 2018

Ο κόσμος γέρνει, γκρεμίζεται / Tip: «Απομίμηση ζωής»




Μία γυναίκα, σκαμμένη από το χρόνο, κουρασμένη, ταλαιπωρημένη, στα όριά της, «εξομολογείται» ζωντανά στη βιντεοκάμερα -και εμείς τη βλέπουμε σε οθόνη- που έχει στήσει απέναντί της ένας υπάλληλος ο οποίος εκπροσωπεί τη μισθώτρια εταιρεία και έχει εισβάλει στο σπίτι της για να της ανακοινώσει ότι,

λόγω χρεών της -δεν έχει πληρώσει τους λογαριασμούς της και, όταν της έκοψαν το ρεύμα, εγκατέστησε παράνομο μετρητή- της γίνεται έξωση: σύγχρονη Ουγγαρία του ταξικού χάους, της κοινωνικής ανισότητας, του ανθούντος φασισμού, του εκρηκτικού ρατσισμού, των διωκόμενων μεταναστών και μειονοτήτων, Βουδαπέστη, η γυναίκα είναι Τσιγγάνα -Τσιγγάνα 
αυτοαποκαλείται, όχι Ρομά-, έχει δουλέψει σκληρά στη ζωή της, ο άντρας της έχει πεθάνει πριν από τρεις μέρες και ο γιος της, ο Ίστβανκα, που μισούσε να είναι Τσιγγάνος και αρνιόταν να είναι Τσιγγάνος -μικρός είχε βάλει χλωρίνη στην μπανιέρα για να κάνει μπάνιο και να ασπρίσει…- έχει εξαφανιστεί -έχει εγκαταλείψει το σπίτι τους, έχει γίνει Σιλβέστερ, έχει εγκατασταθεί σε ξενοδοχείο και εκδίδεται: μία πολίτις τρίτης κατηγορίας. Που αρνείται κατηγορηματικά να εγκαταλείψει το σπίτι της.
Μία αίσθηση ντοκιμαντέρ -είναι ηθοποιός ή είναι από την πραγματική ζωή; Όταν η οθόνη σηκωθεί, στο δωμάτιο της γυναίκας -εξαιρετικό το σκηνικό/«κουτί» του Μάρτον Αγκ- η γυναίκα που έχει πονοκέφαλο αρχίζει να κάνει εμετούς και πέφτει σχεδόν αναίσθητη. Ο υπάλληλος τη λυπάται, ειδοποιεί ασθενοφόρο -που δεν πρόκειται να φτάσει γρήγορα για μία Τσιγγάνα, σε μία περιοχή «επικίνδυνη»…- και σκίζει τα χαρτιά της έξωσης που συμπλήρωνε λέγοντάς της πως είναι σαν να μην τη συνάντησε ποτέ.
Στο δεύτερο μέρος, στο ίδιο σπίτι -ένα σπίτι αχούρι πια, ξεχειλισμένο σκουπίδια-, ο ίδιος υπάλληλος φέρνει μία άλλη γυναίκα, νέα, που ενδιαφέρεται να το νοικιάσει, για να το δει και της αναφέρει πως η προκάτοχός της πέθανε στο νοσοκομείο όπου την είχαν μεταφέρει. Εκείνη, που δηλώνει χήρα και χωρίς παιδιά, προφανώς Ρομά επίσης, θα δεχτεί τους εξευτελιστικούς όρους του συμβολαίου και θα το υπογράψει -καθώς φαίνεται δεν έχει πού να μείνει γι αυτό και εγκαθίσταται αμέσως στο αχούρι παραμερίζοντας τα σκουπίδια. 

Όταν ο υπάλληλος φεύγει, φέρνει στο σπίτι ένα αγοράκι -το παιδί της που δεν ομολόγησε στην ύπαρξή του- ενώ στο κινητό της ένας άντρας -ο άντρας της; Ένας εραστής;-, που από τα σημάδια στην πλάτη της φαίνεται πως την κακοποιεί, επίμονα της ζητάει να συναντηθούν. Η γυναίκα αρχικά δεν απαντάει, τα sms φτάνουν απανωτά, μετά, το σηκώνει, καυγαδίζει μαζί του, αρνείται τη 

συνάντηση αλλά, τελικά, όταν το παιδί κοιμηθεί αλλάζει ρούχα και βγαίνει να τον συναντήσει αφήνοντάς το μόνο. Τα ξημερώματα ο Σιλβέστερ εισβάλλει στο σπίτι ψάχνοντας για τη μάνα του. Από το παιδάκι μαθαίνει πως εκείνη έχει πεθάνει. Θα κατεβάσει, από μία κρυψώνα στον τοίχο, ένα σπαθί. Στην οθόνη, που κατεβαίνει πάλι, θα μάθουμε, με τίτλους, για ένα επεισόδιο, προφανώς πραγματικό,
που συνέβη το 2015 σε ένα λεωφορείο: ένας νέος πλήγωσε με σπαθί ένα παιδάκι που τη γλύτωσε φτηνά. Ήταν και οι δύο Ρομά. Το έργο αφήνει ανοιχτό το τέλος.
Ο ουγγρορουμάνος σκηνοθέτης -περισσότερο γνωστός από τον κινηματογράφο- Κορνέλ Μούντρουτσο παρουσιάζει με το δικό του Θέατρο «Proton» στο Η της «Πειραιώς 260», στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, την παράστασή του «Απομίμηση ζωής» (2016): μία τολμηρή πολιτική πράξη ενάντια στην ξενοφοβία και στο ρατσισμό της ακροδεξιάς κυβέρνησης της χώρας του και του 44,87% των συμπατριωτών του που την εξέλεξε και τη στηρίζει. 
Πάνω σε μία κάπως αδύναμη, όχι ιδιαίτερα σφιχτή δραματουργία (κείμενο της Κάτα Βέμπερ), ο Μούντρουτσο στήνει ένα συγκλονιστικό ντοκουντράμα αποθεώνοντας το νατουραλισμό χωρίς ούτε μία στιγμή να φανεί παλιός ή διδακτικός. Γιατί με τις λύσεις που έχει δώσει, με τα λεπτά νήματα με τα οποία συνδέει πρόσωπα και στοιχεία -οι «θολές» ονειρικές προβολές-φλας μπακ, το πορτρέτο του αγοριού που ο Σιλβέστερ «είχε βρει στα σκουπίδια και το κρέμασε στον τοίχο» και που παραπέμπει στο αγόρι του δεύτερου μέρους…-, με την προσοχή που δίνει σε λεπτομέρειες, με το χιούμορ που δεν λείπει, προσδίδει στον σκληρό ρεαλισμό του ποιητικές διαστάσεις τις οποίες αγκαλιάζουν και υπογραμμίζουν οι μουσικές του Άσερ Γκόλντσμιτ και σημαδεύει το σπαρακτικό «Feeling Good» της Νίνα Σιμόν.
Αιχμή της παράστασης και αποκορύφωμα του προσωπικού σκηνοθετικού του ύφους, η περιστροφή, στο μέσον της, του δωμάτιου/κουτιού/σκηνικού, με αποτέλεσμα τη μεταμόρφωσή του, όταν επανέρχεται στη θέση 
του, σε έναν κόσμο που έχει καταρρεύσει. Ο συνειρμός που αυτομάτως μου δημιουργήθηκε: «Ο κόσμος γέρνει, γκρεμίζεται», στίχος της μετάφρασης του σεξπιρικού «Άμλετ» από τον Γιώργο Χειμωνά. Ένας κόσμος περιθωριοποιημένος, που ζει μία «απομίμηση ζωής», όπου σε όλα έρχονται τα πάνω κάτω, ένας κόσμος ανεπιστρεπτί απελπισμένος, ένας κόσμος αδιέξοδος. Δεν πρόκειται απλώς για εντυπωσιακό εφέ, προκαλεί μία αίσθηση συμπαντική.
Ο Μούντρουτσο, επιπλέον, οδηγεί σε βιωματικές ερμηνείες τους πέντε ηθοποιούς του που ενσωματώνουν το ρεαλισμό στα σπλάχνα 

τους με απίστευτη δεξιοτεχνία. Επικεφαλής, η σπουδαία Λίλι Μονορί, από τις κορυφαίες ουγγαρέζες ηθοποιούς του θεάτρου και του κινηματογράφου, με πάνω από 60 ταινίες στο ενεργητικό της, 


πρωταγωνίστρια της Μάρτα Μεζάρος και του ίδιου του Κορνέλ Μούντρουτσο σε ταινίες του: συγκλονιστική.
Μία παράσταση σκληρή, «ενοχλητική», αδυσώπητη αλλά, τελικά, καθηλωτική. Τη συστήνω. Ανεπιφύλακτα (Φωτογραφίες: 1, 3, 4, 5, 6, 7. 8, 9 Rév Marcell, 10 Christian Affolter (ZTS) ) 

June 20, 2018

«Κνωσός»: Άννα Γεραλή-Λάμπρος Τσάγκας στην «Φθινοπωρινή ιστορία» του Αρμπούζοφ. Σκηνοθετεί η Μάνια Παπαδημητρίου


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 


Η Άννα Γεραλή κι ο Λάμπρος Τσάγκας θα ερμηνεύσουν, αντίστοιχα, την Λίντια Βασίλιεβνα και τον Ραντιόν Νικολάεβιτς στο έργο για δυο πρόσωπα του Νικολάι Αρμπούζοφ «Φθινοπωρινή ιστορία» που θα παρουσιαστεί το φθινόπωρο, σε σκηνοθεσία Μάνιας Παπαδημητρίου, στο θέατρο «Κνωσός» που, ανανεωμένο, κάνει μια καινούργια αρχή, με αφορμή τα σαράντα χρόνια που συμπληρώνει φέτος ως θίασος.

Το σχήμα ιδρύθηκε το 1978, με την επωνυμία «Παλκοσένικο», απ’ τον αξέχαστο Χρίστο Τσάγκα -που ’φυγε απ’ τη ζωή το 2011- και τον αδερφό του Λάμπρο Τσάγκα, για ένα χρόνο ήταν ο θίασος-φορέας που επωμίστηκε τον τίτλο Ημικρατικό Θέατρο Στερεάς Ελλάδας, στη βραχύβια ιστορία του (προκάτοχου των ΔΗΠΕΘΕ ως προς τη θεατρική αποκέντρωση) θεσμού των Ημικρατικών Θεάτρων κι απ’ το 1985 εγκαταστάθηκε, με την επωνυμία πια «Θέατρο Κνωσός», στον κινηματογράφο «Κνωσός», της οδού Κνωσού, στα Πατήσια, κοντά στην πλατεία Αμερικής, που οι αδελφοί Τσάγκα τον μετέτρεψαν, διατηρώντας τ’ όνομά του, σ’ ένα λειτουργικότατο και καλαίσθητο θέατρο, θέατρο με το οποίο έχουν συνεργαστεί μέχρι σήμερα περισσότεροι από 400 καλλιτέχνες σ’ ένα δραματολόγιο κλασικών και σύγχρονων έργων, ελληνικών και ξένων.
Η νέα θεατρική σεζόν στο «Κνωσός» θα ’ναι γιορταστική, με πολλές δράσεις και με φίλους συνεργάτες που συντέλεσαν στην καλλιτεχνική πορεία του.
Στην «Φθινοπωρινή ιστορία» (1975) -που ο πρωτότυπος τίτλος της, σε πιστή μετάφραση, είναι «Παλιομοδίτικη κωμωδία»-, σ’ ένα παραθαλάσσιο ιαματικό κέντρο της σοβιετικής εποχής, φτάνει η προχωρημένης ηλικίας διαζευγμένη Λίντια Βασίλιεβνα, εμφανιζόμενη ως πρώην καλλιτέχνιδα του τσίρκου ενώ δεν ήταν παρά ταμίας του, εύθυμη και εξωστρεφής παρ’ όλες τις απώλειες στη ζωή της, που δεν αγαπάει πολύ την αλήθεια και την πραγματικότητα. Αποφασισμένη να χαρεί κάθε στιγμή παραβαίνει όλους τους κανόνες του ιαματικού κέντρου. Ο επίσης ηλικιωμένος Ραντιόν Νικολάεβιτς, αρχίατρος του κέντρου, σοβαρός, τυπικός και ευέξαπτος, που ’χει χάσει νωρίς την αγαπημένη γυναίκα του κι έκτοτε ζει μοναχικά, αφοσιωμένος στην ομαλή λειτουργία του κέντρου, έρχεται σε σύγκρουση μαζί της. Αλλά, σύντομα, οι δυο τόσο διαφορετικοί χαρακτήρες αρχίζουν να δημιουργούν γέφυρες μεταξύ τους κι ανακαλύπτουν πως βαθιά μέσα τους ζει η ίδια ανάγκη του κάθε ανθρώπου: ν’ αγαπήσει και ν’ αγαπηθεί. Στη δύση της ζωής τους θα δημιουργήσουν ανάμεσά τους μια σχέση ανεπαισθήτως μελαγχολική αλλά και με χιούμορ. Με αποτέλεσμα ένα έργο τρυφερό, συγκινητικό αλλά και ανάλαφρο.
Γεννημένος από ρόσο πατέρα και ελληνίδα μητέρα ο πολυγραφότατος Αλεξέι Αρμπούζοφ άφησε, ανάμεσα στο 1930 και στο 1984 (πέθανε το 1986, στα 77 του χρόνια), περισσότερα από 30 θεατρικά έργα που τον ανέδειξαν σ’ έναν απ’ τους πιο πολυπαιγμένους και δημοφιλείς θεατρικούς συγγραφείς στην τότε Σοβιετική Ένωση αλλά και στο εξωτερικό. Πολλά τους έχουν ανεβεί, και μάλιστα περισσότερες από μια φορές, στην Ελλάδα («Μακρινός δρόμος», «Τάνια», «Υπόσχεση», «Μια ιστορία του Ιρκούτσκ», «Γυρισμός στη νιότη», «Καημένε μου Μάρικ»…).
Η «Φθινοπωρινή ιστορία» έχει μεταφερθεί και στον κινηματογράφο το 1978, απ’ τις Έρα Σαβέλιεβα και Τατιάνα Μπερζάντσεβα που συνυπέγραφαν τη σκηνοθεσία (σοβιετική παραγωγή), με πρωταγωνιστές την Αλίσα Φρέντλιτς και τον Ίγκορ Βλαντίμιροφ αλλά και στην τηλεόραση, ως τηλεταινία (πορτογαλική παραγωγή), σε σκηνοθεσία Σεσίλια Νέτου, με την Κάρμιν Ντολόρες και τον Κουράντου Χιμπέιρου, και στις δυο περιπτώσεις με τον τίτλο «Παλιομοδίτικη κωμωδία».

Το έργο πρωτοπαρουσίασε στην Ελλάδα το «Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο» του Μάνου Κατράκη, σε σκηνοθεσία του, με την Έλλη Λαμπέτη και τον ίδιο στους δυο ρόλους, στο θέατρο «Μπροντγουαίη» το χειμώνα 1977/1978. Με τον τίτλο «Φθινοπωρινή ιστορία», ο οποίος καθιερώθηκε έκτοτε, καθώς το έργο παίχτηκε αρκετές φορές στην Ελλάδα, αν και μια φορά ανέβηκε και με τον -πιο κοντά στον πρωτότυπο- τίτλο «Κωμωδία μιας άλλης εποχής». Το πιο πρόσφατο ανέβασμα έγινε τη λήγουσα σεζόν 2017/2018 στο θέατρο «Αλκμήνη», σε σκηνοθεσία Άννας Παπαμάρκου, με την ίδια και τον Χάρη-Εμμανουήλ Αγγουράκη.
Η «Φθινοπωρινή ιστορία» θα παρουσιαστεί στο «Κνωσός» σε μετάφραση απ’ τα ρόσικα της Παυλίνας Γαλανοπούλου, με σκηνικά και κοστούμια Χριστίνας Οικονόμου και βοηθό σκηνοθέτη την Δανάη Καλαχώρα ενώ τη μουσική σύνθεση θα υπογράφει ο Σταμάτης Κραουνάκης.
Ας σημειωθεί ότι η Άννα Γεραλή κι ο Λάμπρος Τσάγκας, συμμαθητές στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου (απόφοιτοι 1967), για πρώτη φορά μετά από 51 χρόνια, βρίσκονται μαζί στην ίδια σκηνή. Η Άννα Γεραλή, όμως, έχει ήδη συνεργαστεί με το «Κνωσός», με την ιδιότητα της σκηνοθέτριας, όταν ανέβασε εκεί, τη σεζόν 1998/1999 (με επανάληψη την επόμενη 1999/2000), το έργο για παιδιά της Υβόνης Μεταξάκη «Ο πρίγκιπας της γομολάστιχας».

Και η Μάνια Παπαδημητρίου συνδέεται με το «Κνωσός», χωρίς επίσης να ’χει συνεργαστεί ποτέ άμεσα με τον Λάμπρο Τσάγκα: τη σεζόν 1987/1988 η «Εποχή» του Βασίλη Παπαβασιλείου εκεί πρωτοπαρουσίασε, σε σκηνοθεσία του, το «Ζουβέ-Ελβίρα» της Μπριζίτ Ζακ, απ’ τις μεγάλες στιγμές της ελληνικής σκηνής -με την Μάνια Παπαδημητρίου να εκτινάσσεται, με μια βιωματική ερμηνεία, διδαγμένη και στο πλευρό του επίσης συναρπαστικού Βασίλη Παπαβασιλείου- καθώς, την ίδια θεατρική περίοδο, και την «Κληρονομιά» του Μαριβό, όπου, επίσης, έπαιζε η Μάνια Παπαδημητρίου.
Στο «Κνωσός», τέλος, μεταφέρθηκε απ’ το «Επί Κολωνώ», τη σεζόν 2011/2012, κι η παράσταση «Η Γάζα είναι… (Μαθήματα επιβίωσης)», μια παράσταση του θιάσου «Familia», βασισμένη στους μονολόγους εφήβων οι οποίοι έζησαν τους βομβαρδισμούς των Ισραηλινών στην Γάζα, που τη σκηνοθεσία της υπέγραφε η Μάνια Παπαδημητρίου.
Η οποία, τέλος, με την Άννα Γεραλή έχουν συνεργαστεί ως ηθοποιοί στο έργο του Αλεξάντρ Γκριμπογιέντοφ «Συμφορά απ' το πολύ μυαλό» που ανέβασε ο Λευτέρης Βογιατζής, με την «Σκηνή», στο θέατρο «Οδού Κυκλάδων» αλλά και στη μικρού μήκους ταινία της Κατερίνας Ευαγγελάκου «Η κυρία Μίκα».

June 17, 2018

Σήμερα, ανήμερα των Πρεσπών




Η σημερινή μέρα, μέρα της Συμφωνίας των Πρεσπών, είναι ιδιαίτερη για μένα. Οι απόψεις μου για τη γειτονική χώρα -που κάποιοι μεγαλοϊδεάτες της Μεγάλης, βλέπετε, Ελλάδας αποκαλούν κρατίδιο…-, η οποία ΗΔΗ από το 1945 ονομαζόταν Μακεδονία, έχουν παγιωθεί από τη δεκαετία του ’90: πάντα πίστευα, αντίθετα από τον Αντώνη Σαμαρά που, εγκληματικά, δημιούργησε το πρόβλημα, πως κάθε χώρα έχει το δικαίωμα να έχει το όνομα που επιθυμεί και πως η προσωρινή ονομασία «πουΓουΔουΜου» που επινοήσαμε για τη γείτονα άγγιζε τα όρια του γελοίου, πόσο μάλλον όταν τα αρχικά πΓΔΜ αναλύονταν, έτσι κι αλλιώς, σε πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ.
Από το 2003, όταν γνώρισα τον Σλόμπονταν Ούνκοφσκι, το σκηνοθέτη και έξοχο άνθρωπο από την «χώρα αυτή», τέως υπουργό Πολιτισμού μάλιστα (προ Γκρούεφσκι) εκεί, οι απόψεις μου στερεώθηκαν περισσότερο. Από το 2010 οι συνθήκες τα έφεραν έτσι ώστε να δεθώ περισσότερο με ανθρώπους που μιλούν τη μακεδονική γλώσσα και που εγώ αποκαλούσα και αποκαλώ Μακεδόνες, όσο κι αν κάποιοι φρίττουν. Κανείς τους δεν συμμεριζόταν και δεν συμμερίζεται όλες αυτές τις βλακώδεις ιδέες που προσπάθησε να επιβάλει η προπαγάνδα του Γκρούεφσκι περί «αρχαιομακεδονικού ιστορικού παρελθόντος», κανείς τους δεν αισθανόταν απόγονος του Μεγαλέξαντρου -όπως δεν αισθάνομαι κι εγώ…-, μαζί τους γελούσαμε και θλιβόμασταν για την κατάντια του κέντρου της πόλης των Σκοπίων που με το άλοθι να τιμηθεί το μεγαλεξαντριανό αυτό «παρελθόν», παραμορφώθηκε… Αντίθετα συνάντησα ένα λαό ζεστό, φιλικότατο, ίδιες φάτσες με τις δικές μας, φάτσες που κραυγάζουν «όλοι Βαλκάνιοι είμαστε».
Τα πολιτικά παιχνίδια που παίζονταν, παίζονται και θα παίζονται πάντα τα απεχθάνομαι. Αντιρρήσεις που ακούω πάνω στη λύση που βρέθηκε, πάνω στο συγκεκριμένο όνομα «Βόρεια Μακεδονία» ή στον τρόπο που επιβλήθηκε η λύση από τις «ξένες δυνάμεις» ούτε τις αγνοώ ούτε δεν τις σέβομαι. Αλλά ότι βρέθηκε μία κάποια λύση που μπορεί, αρκεί να ξεπεραστούν τα πολλά εμπόδια που παραμένουν ακόμα, να οδηγήσει σε μία σύσφιξη της φιλίας των δύο λαών, για μένα, σήμερα, είναι πηγή χαράς. Και συγκίνησης -πάντα συναισθηματικά λειτουργώ. Χαίρομαι που θα μπορώ να επισκέπτομαι τη «χώρα αυτή» πιο άνετα, χαίρομαι που θα συνεχίσω να πηγαίνω, πιο εύκολα πια, στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ «Αδελφοί Μανάκη» της Μπίτολα, χαίρομαι που οι πολίτες της «χώρας αυτής» οι οποίοι ζουν στην Ελλάδα θα μπορούν πια, ελεύθερα, χωρίς δισταγμούς, να λένε από πού κατάγονται, που δεν θα μπορεί κανένας να τους προσβάλει, που δεν θα φοβούνται μην πέσουν σε κανένα Χρυσαυγίτη γείτονα…
Λυπάμαι αν θα στενοχωρήσω ή εξοργίσω κάποιους από τους φίλους στο fb οι οποίοι διαφωνούν. Θα ήθελα να καταλάβουν τι εννοώ. Οι εθνικισμοί και οι πατριδοκαπηλίες και από τις δύο πλευρές των συνόρων-, οι σημαίες και τα λάβαρα δεν ήταν ποτέ του γούστου μου και πιστεύω ότι πηγάζουν από ανοησία και, κυρίως, από άγνοια. Οι ιδεοληψίες που εσκεμμένα κάποιοι επέβαλαν -«μας παίρνουν την Μακεδονία ‘μας’», «παραδίδουμε το λιμάνι της Θεσσαλονίκης ‘μας’», «προδότες» κλπ- αγγίζουν τα όρια της παρωδίας και απορώ πως πολλοί είναι που δεν το καταλαβαίνουν.
Παρακαλώ η ανάρτηση αυτή να μην γίνει πηγή αντιπαραθέσεων. Όσοι πιστεύουν ότι τους προσβάλλει ας με διαγράψουν.
Αφιερωμένο στον Ούνκο, στην Γκένα Τεοντοσίεφσκα, στους λοιπούς (βόρειο)μακεδόνες και σε κάποιους έλληνες φίλους μου -ξέρουν αυτοί… Και στη μνήμη της Γκάγκα Ρόσιτς που ήταν από την Σερβία αλλά «ήξερε».

June 16, 2018

Tip: «Τρεις αδελφές»


Η μουσική της σιωπής ή Στο Νοβοσιμπίρσκ, στο Νοβοσιμπίρσκ, στο Νοβοσιμπίρσκ… 


«Τρεις αδελφές» του Αντόν Τσέχοφ στη νοηματική; Διάρκειας 255΄; Με πολλές αμφιβολίες ξεκίνησα για την Αίθουσα Δ της «Πειραιώς 260» όπου το Φεστιβάλ Αθηνών φιλοξενεί την παράσταση (2017) του Κρατικού Ακαδημαϊκού Θεάτρου του Νοβοσιμπίρσκ. Κι ας είχα ακούσει «είναι αριστούργημα», κι ας είχα διαβάσει πως ο 34χρονος ρόσος σκηνοθέτης Τιμοφέι Κουλιάμπιν είναι μαζί με τον Κονσταντίν Μπογκομόλοφ των «Καραμάζοφ» και των «Δαιμονισμένων» της Στέγης και τον Ντμίτρι Τσερνιάκοφ του «Ευγένιου Ονιέγκιν» του «Μπαλσόι», που έχει φέρει, επίσης το Φεστιβάλ Αθηνών, στο Μέγαρο, οι τρεις μεγάλες σκηνοθετικές ελπίδες της Ροσίας σήμερα.
Η πρώτη πράξη κυλάει κάπως επίπεδα ώσπου να συνηθίσεις τη νοηματική, τους «κωφούς» τσεχοφικούς ήρωες και να προλάβεις τους ελληνικούς υπέρτιτλους που δεν διαβάζονται εύκολα, για να κλείσει με μία συναρπαστική 

σκηνή: όταν στρίβουν πάνω στο μεγάλο τραπέζι της τραπεζαρίας τη σβούρα που φέρνει δώρο ο Φεντότικ στην Ιρίνα για τη γιορτή της και όλοι ακουμπούν τα κεφαλάκια τους στο τραπέζι και κολλούν τα αυτιά τους στο ξύλο του για να πιάσουν κάτι από τους παλμούς της, καθώς στριφογυρίζει. Στο πρώτο διάλειμμα αναρωτήθηκα ποιος ο λόγος να γίνει το έργο στη νοηματική παρά ο κορεσμός των -ρόσων κυρίως- σκηνοθετών να το βλέπουν να ανεβαίνει συνέχεια και η αναζήτηση του «διαφορετικού».
Η δεύτερη πράξη κίνησε το ενδιαφέρον μου. Ο Τιμοφέι Κουλιάμπιν, χωρίς μεταμοντερνιστικές «αναζητήσεις» και χωρίς να ζητάει από τους ηθοποιούς του να κατεβάζουν τα παντελόνια τους, ακολουθεί πιστά (στους υπέρτιτλους) το κείμενο χωρίς να παραλείπει ούτε ένα «και», χωρίς να αντιμεταθέτει σκηνές. Και η μουσική του τσεχοφικού κειμένου το οποίο δεν ακούγεται; Ο Κουλιάμπιν την έχει αντικαταστήσει με  
τον καλύτερο τρόπο: με ήχους. Μπουκάλια που κυλούν, γυαλικά που χτυπιούνται, πιάτα, ποτήρια, μαχαιροπήρουνα, τενεκέδες, νιαουρίσματα γατιών, οι χτύποι του ρολογιού, οι καμπάνες που ακούγονται από μακριά, έντονοι βηματισμοί, ποδοκροτήματα στα σανίδια του πατώματος, χειροκροτήματα, χτυπήματα χεριών στο τραπέζι, πουλιά που φτεροκοπούν, καρέκλες που σέρνονται… -και τι δεν έχει επιστρατεύσει για να δημιουργήσει μουσική μέσα από τη σιωπή! Και το καταφέρνει!
Από τους ηθοποιούς του –αποτελεσματικότατα διδαγμένους από την Γκαλίνα Νιστσούκ-, άλλοι σιωπούν χρησιμοποιώντας με ένταση μόνο τα χέρια τους και τις εκφράσεις του προσώπου τους και το σώμα τους, άλλοι βγάζουν κάποιους ήχους, κάποιοι προσπαθούν να σχηματίσουν άναρθρες φράσεις και μόνον ο φύλακας Φεραπόντ, αντιστικτικά, έχει τη λαλιά του. Και όλοι αυτοί οι ήχοι να προστίθενται στη «μουσική» της παράστασης.

Η σκηνή της δεύτερης πράξης όπου ο Σαλιόνιι αποτολμά μία αδέξια ερωτική εξομολόγηση στην Ιρίνα κλείνοντάς την, τελικά, στην ντουλάπα, για ανθολογία. Ο σκηνοθέτης ισορροπεί αυτό που ο Τσέχοφ, προφανώς, εννοούσε λέγοντας «τα έργα μου είναι κωμωδίες»: κωμικά γκαγκ που σκάβουν και φέρνουν στην επιφάνεια το σπαρακτικό δραματικό υπο-κείμενο.
Στην τρίτη πράξη -της πυρκαγιάς, μέσα στη νύχτα - η παράσταση εκρήγνυται: αλλεπάλληλες «διακοπές ρεύματος», τα πάντα στο σκοτάδι που διογκώνει τους ήχους, μικρές πηγές φωτός -φακοί, φαναράκια…- που κάποιους φωτίζουν αμυδρά, καμπάνες που ακούγονται μακριά, θόρυβοι έντονοι και, μέσα στα ερέβη, οι κρυμμένες αλήθειες και τα μυστικά και οι πόθοι της Ιρίνα -«ποτέ δεν θα πάμε στην Μόσχα»- , της Μάσα -«τον αγαπώ»-, της Όλια -«δεν θέλω να ακούσω»-, του Αντρέι… να ξεσπάνε. Με άναρθρους ήχους, με θορυβώδεις εκπνοές, με ρεκασμούς, με ρόγχους, με οιμωγές, με σκουξίματα, με πνιχτούς λυγμούς και 

κραυγές... Και μετά, ξαφνικά. να γίνεται φως, φως άπλετο, άσπρο φως -τέλος της «διακοπής»-, οι Πραζόροφ και όσοι έχουν καταφύγει στο σπίτι τους, όλοι στα λευκά -νυχτικά, πουκάμισα, σώβρακα, σεντόνια, στρώματα στο πάτωμα…- να κρύβουν θαμπωμένοι τα μάτια τους και. παντού, οι καπνοί της πυρκαγιάς, και να βήχουν, και η «ανερχόμενη» στο έργο, από πράξη σε πράξη, Νατάσα, η γυναίκα του Αντρέι, να ψεκάζει για να καθαρίζει την ατμόσφαιρα και να κάνει μάσκα προσώπου. Και μετά πάλι «διακοπή» και σκοτάδι, και πάλι φως, 
και πάλι σκοτάδι. Και το βιολί που παίζει ο Αντρέι να ηχεί πια ξεκούρδιστο, παράφωνο. Ναι, είμαι σίγουρος, ο Τιμοφέι Κουλιάμπιν είναι ένας ιδιοφυής σκηνοθέτης. Και η παράσταση αυτή έχει μία σοφή κλιμάκωση και κορύφωση. 
Στην τέταρτη πράξη ο Κουλιάμπιν επιστρέφει στην εποχή του έργου που στις προηγούμενες έδειχνε να την έχει αφήσει εισάγοντας αναχρονισμούς. Μαύρα, μακριά ρούχα, άδεια σκηνή, οι ήρωες συχνά πλάτη, συχνά να ακινητοποιούνται σε ταμπλό βιβάν και οι τσεχοφικές παύσεις να γίνονται σιωπές: βαριές, ασήκωτες, απελπιστικές. Ο Κουλιάμπιν δεν διστάζει να δείξει πια τις «Τρεις αδελφές» ως δράμα. Σπαρακτικό. Με την Μεγάλη Μικροαστή Νατάσα να έχει, πλέον, ισοπεδώσει, τους πάντες και τα πάντα και να έχει επιβάλει το «Δίκαιό» της. Ο αποχαιρετισμός Ιρίνα-Τούζενμπαχ -μεγάλη στιγμή, εκείνη να αρχίζει να του εξομολογείται ότι δεν τον αγαπάει και να «αδειάζει» σαν σακί στο πάτωμα, εκείνος, ερωτευμένος μαζί της, να την πλησιάζει στο τέλος και να μην τολμάει να την αγκαλιάσει -ένα χειροφίλημα μόνο-, ο αποχαιρετισμός Μάσα-Βερσίνιν με την Μάσα να  

γραπώνει το μανίκι της χλαίνης του για να τον κρατήσει κι εκείνος να προσπαθεί να ξεγραπώσει το χέρι-μέγγενη -από τις πιο σπαρακτικές στιγμές που έχω ζήσει στο θέατρο, τα δάκρυα να κυλούν…-, ο σπαραγμός της Ιρίνα όταν της αναγγέλλουν ότι ο Τούζενμπαχ σκοτώθηκε στη μονομαχία με τον Σαλιόνιι καθηλώνουν. Και μετά… Μετά οι μουσικές από τη στρατιωτική μπάντα της ταξιαρχίας που αποχωρεί από τη μικρή τους πόλη και οι τρεις αδελφές, μόνες πια, να τις ΑΚΟΥΝΕ. Σαν μουσικές ουράνιες. Και να εκστασιάζονται ενώ οι μουσικές δυναμώνουν. Με τον γέρο Τσεμπουτίκιν πλάι τους, αφημένο μοιρολατρικά, και το «Αν ξέραμε, αν ξέραμε…» της Όλια για φινάλε.
Ο Κουλιάμπιν, με όχημα τον ρεαλισμό, χωρίς να στερήσει σε τίποτα το έργο από την ποιητικότητά του, μετατόπισε την αδυναμία επικοινωνίας των ηρώων του σε αδυναμία του κωφού αυτού κύκλου να επικοινωνήσει με το περιβάλλον. Ο Μέγας Τσέχοφ αντί να εξαφανιστεί, όπως φοβόμουνα, εμπλουτίστηκε και το σπουδαίο, το μοναδικό, το σοφό αυτό έργο, το αξεπέραστο, φανερώνει όλα τα πλούτη του. Με εκσυγχρονισμούς πανέξυπνους -η φωτογραφική μηχανή του Φεντότικ γίνεται ταμπλέτα, γίνεται κινητό με σέλφι-στικ, σε βίντεο η Μάιλι Σάιρους, τα «τραμ-τα-ταμ» της πλήξης της Μάσα να περιγράφονται στους υπέρτιτλους ως sms του Βερσίνιν...- αλλά μετρημένους, ποτέ εξυπνακίστικους.
Τα έξοχα σχεδιασμένα σκηνικά του Αλέγκ Γκολόβκο, τα ανυπόγραφα κοστούμια, οι συναρπαστικοί φωτισμοί του Ντενίς Σόλντσεφ και η δουλειά των λοιπών συντελεστών δίνουν πόντους στην παράσταση. Που τη στηρίζει μία αποτελεσματικότατη, νεανική κατά βάση, διανομή από την οποία ξεχώρισα τους Λίντα Αχμετζιάνοβα-εξαιρετική Ιρίνα, Ντάρια Γιεμελιάνοβα-Μάσα, Ιρίνα Κριβονός-Όλια, Ιλιά Μουζικό-έξοχο Αντρέι, Σεργκέι Νόβικοφ-Φεντότικ.
Ψεγάδια σίγουρα υπάρχουν. Η ηθοποιός, για παράδειγμα, που παίζει την Ανφίσα είναι πολύ νέα -αν και το «γριά» που χαρακτηρίζει το πρόσωπο μετατοπίζεται σε «προβληματικό άτομο». Αλλά δεν αλλοιώνουν το αποτέλεσμα.

Από την εποχή των «Τριών αδελφών» του Γιούρι Λιουμπίμοφ και της «Ταγκάνκα» είχα να συγκινηθώ έτσι και τόσο. Εάν έχετε αντοχές για παράσταση που διαρκεί ακριβώς τέσσερις ώρες και δεκαπέντε λεπτά -συμπεριλαμβανομένων τριών διαλειμμάτων ανάμεσα στις τέσσερις πράξεις-, αν το σκηνικό αποτέλεσμα μπορεί να αυξήσει τις αντοχές σας και να εξουδετερώσει την όποια κούραση και να τη μετατρέψει σε ενέργεια, ΤΡΕΞΤΕ! Στην αποψινή δεύτερη και τελευταία παράσταση. Θα είμαι και πάλι εκεί.
Θέλω να είμαι απολύτως ειλικρινής: το μισό περίπου κοινό εγκατέλειψε πριν από το τέλος και υπήρχαν και κάποιοι που απέρριπταν το αποτέλεσμα. Προσωπικά υπερασπίζομαι -είμαι απόλυτα σίγουρος-, με νύχια και με δόντια, την παράσταση. Η οποία, παρά τις αποχωρήσεις, στο τέλος αποθεώθηκε. Δεν υπερβάλλω: όρθιοι θεατές να φωνάζουν, να επευφημούν, ο θίασος έκανε περίπου δέκα αυλαίες. Επαναλαμβάνω: ΤΡΕΞΤΕ!

June 14, 2018

Άρωμα μπαρόκ διασκορπισμένο στο ακατάλληλο Ηρώδειο


Ένα εξαιρετικό μουσικό σύνολο δωματίου, με διαυγή, μαλακό μπαρόκ ήχο: Il Pomo d Oro. Ένας νεαρός -μόλις 30χρονος-, χαριτωμένος αλλά προσηλωμένος, νευρώδης, δυναμικός μαέστρος: ο ρώσος Μαξίμ Εμελιάνιτσεφ. Να διευθύνει την ορχήστρα της οποίας είναι ο
μόνιμος αρχιμουσικός παίζοντας ταυτόχρονα τσέμπαλο. Μία καναδή σοπράνο -η Καρινά Γκοβέν- εξαιρετικής μουσικότητας, που έπαιζε τρυφερά με τα ημιτόνια και έσβηνε, έλιωνε ανεπαισθήτως τις φράσεις της. Μία σουιδή -αλλά καθόλου τυπικού, ψυχρού, σουιδικού ταμπεραμέντου, το αντίθετο, ιδιαίτερα εκδηλωτική- μέτζο, με βελούδινο φωνητικό μέταλλο και ερμηνευτική πυγμή: η Αν Χάλενμπεργκ. Ένας νεαρός -νεότερος και από τον μαέστρο, μόλις 24χρονος, σχεδόν μωρό ακόμα- τσελίστας ε-ξαι-ρε-τι-κός: ο Γάλος Εντγκάρ Μορό.
Και ένα πρόγραμμα δεμένο, απολύτως κατάλληλο για συμμετοχή στο Φεστιβάλ Αθηνών, υπέροχο: «Η μυθολογία του Χέντελ». Οκτώ άριες και ντουέτα -αλλά και μία εισαγωγή -από (ιταλόφωνες και αγγλόφωνες) όπερες, καντάτες και ορατόρια του Γκέορκ Φρίντριχ (και κατόπιν Τζορτζ Φρί(έ)ντρικ) Χέντελ με θέματα αντλημένα από τα πλούσια κοιτάσματα -η
βασική πηγή από την οποία άντλησε η όπερα από γεννήσεώς της μέχρι και εκείνη την εποχή αλλά και αργότερα- της αρχαίας 
ελληνικής μυθολογίας: «Η Αριάδνη στην Κρήτη», «Ηρακλής», «Ο Ζευς στο Άργος», «Ο πιστός ποιμένας», «Απόλλων και Δάφνη», «Υμέναιος». Εύστοχα διανθισμένο με δύο κοντσέρτα για τσέλο και ορχήστρα εγχόρδων ιταλών συνθετών της ίδιας εποχής: D-WD 650 του Τζοβάνι Μπενεντέτο Πλάτι και το συναρπαστικό -εκείνο το αντάτζιο, με το τσέλο να τραγουδάει μαζί με δύο βιολιά…- G.479 του Λουίτζι Μποκερίνι.
Ο νεαρούλης τσελίστας θαυματούργησε -προφανώς πρόκειται για αστέρι κατακόρυφα ανερχόμενο-, η σοπράνο και η μέτζο, άριστες γνώστριες του ύφους, δέθηκαν, αν και διαφορετικής σχολής, καλά και η ορχήστρα, υπό τον Μαξίμ Εμελιάνιτσεφ, τους αγκάλιασε όλους αρμονικά.
Μία βραδιά με άρωμα μπαρόκ, από αυτές που μας λείπουν στο Φεστιβάλ Αθηνών. Άρωμα που, δυστυχώς, αραίωσε και διασκορπίστηκε σε ένα θέατρο εντελώς ακατάλληλο για τον μπαρόκ ήχο και αχανές, όπου το ολιγάριθμο κοινό έδειχνε ακόμα μικρότερο. Το Φεστιβάλ ας κάνει καλύτερο «ρεπεράζ». Είναι λάθος συναυλίες κατάλληλες για την Αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος» του Μεγάρου Μουσικής να φιλοξενούνται στο Ηρώδειο. Χάνονται. Και ας προβάλλεται το επιχείρημα ότι οι καλλιτέχνες γοητεύονται και επιμένουν να παίζουν υπό την σκιάν του Παρθενώνα (Φωτογραφίες 1,2,4: Θωμάς Δασκαλάκης).
Ωδείο Ηρώδη του Αττικού, 12 Ιουνίου 2018

June 12, 2018

Εγνατία: ανασκαφές θησαυρών


Και όμως υπάρχει! Η μακεδονική γλώσσα που ο καθηγητής Μπαμπινιώτης, όπως, πρόσφατα, έγραψε, τη θεωρεί -τώρα πια…- ανύπαρκτη. Τα τραγούδια στη γλώσσα αυτή, που ακούστηκαν χτες βράδυ στο Ηρώδειο, για πρώτη φορά στο πλαίσιο του πρώτου τη τάξει ελληνικού Φεστιβάλ -του Φεστιβάλ Αθηνών- από τραγουδιστές και μουσικούς της μακεδονικής μειονότητας, την οποία, επίσης, ο κ. καθηγητής -και όχι μόνο...- θεωρεί ανύπαρκτη, έδωσαν την απάντηση.
Ξεκίνησα σχεδόν απληροφόρητος να πάω στο Ηρώδειο για μία συναυλία -κατά το συνοπτικό πρόγραμμα, χωρίς να διαβάσω λεπτομέρειες- του Νίκου Κυπουργού -«Τα μυστικά της Εγνατίας» ο τίτλος της. Παρακολούθησα ένα συναρπαστικό, συγκλονιστικό, συγκινητικό όσο δεν παίρνει -προσπαθώ να τιθασεύσω τον ενθουσιασμό και τη συγκίνησή μου…- οδοιπορικό, με τραγούδια και μουσικές ερανισμένα από της παρυφές της Εγνατίας Οδού -με νοητό άξονα την Εγνατία: από τον Έβρο μέχρι την Φλώρινα, την Καστοριά και το Μέτσοβο.
Μία συναυλία με παραδοσιακά τραγούδια δεν είναι κάτι ασυνήθιστο, έχουμε παρακολουθήσει ανάλογες συναυλίες από την
Δόμνα Σαμίου, από το Λύκειο των Ελληνίδων, ανάλογη δουλειά έκανε η Δόρα Στράτου επί χρόνια στο θέατρό της και άλλοι πολλοί άξιοι. Πού η διαφορά λοιπόν; Η διαφορά ήταν στο γεγονός ότι η συναυλία αυτή, η οποία οργανώθηκε πάνω σε μία ιδέα του Νίκου Κυπουργού και της Ελίτας Κουνάδη -πανάξιοι!-, που έκαναν την έρευνα-ανασκαφή θησαυρών (την ξεκίνησαν την άνοιξη του 2016, για την εκπομπή «Τα Μυστικά της Μουσικής» στην ΕΡΤ2, της οποίας ένας Κύκλος τεσσάρων επεισοδίων που μεταδόθηκε την περσινή άνοιξη του 2017 είχε τον τίτλο «Εγνατία οδός», Κύκλος ο οποίος αποτέλεσε το πρώτο υλικό για τη συναυλία), και που είχαν την καλλιτεχνική επιμέλεια, με επιστημονικούς συμβούλους τους επίσης άξιους Λεωνίδα Εμπειρίκο και Μιράντα Τερζοπούλου οι οποίοι υπέγραφαν, μαζί με τον Γιώργο 
Κοκκώνη, και τα κείμενα, περιλάμβανε, χωρισμένη σε δώδεκα «σταθμούς», τραγούδια τραγουδημένα από Έλληνες αλλά σε γλώσσες που δεν είναι η ελληνική -γλώσσες που μιλούν ή κάποτε μιλούσαν ή που κληρονόμησαν από τους γονείς και τους παππούδες τους: τραγούδια αρβανίτικα, τραγούδια τουρκόφωνα, των Καραμανλήδων -των Ελλήνων που ήρθαν πρόσφυγες από την Καππαδοκία-, τραγούδια τούρκικα και αρμένικα, τραγούδια
ποντιακά, τραγούδια πομάκικα -άλλοι απομονωμένοι μουσουλμάνοι που τους τραβολογούν από ’δω κι από ’κει «διεκδικώντας» τους για απώτερους σκοπούς…-, τραγούδια σεφαραδίτικα -των σχεδόν αφανισμένων Εβραίων της Θεσσαλονίκης-, τραγούδια βλάχικα και, βέβαια, τραγούδια σλαβόφωνα. Αχολόγησε το Ηρώδειο από λαλιές που δεν είναι ελληνικές αλλά που ενώνονται, αναμειγνύονται, μπερδεύονται γλυκά -ή θα έπρεπε να μπερδεύονται γλυκά…- στα ελληνικά χώματα και που ένα μαρτυρούν: ότι είμαστε όλοι Βαλκάνιοι με μελωδίες, με στίχους, με φωνές, με όργανα που έχουν κοινή κοιτίδα, τα Βαλκάνια. Και πως όλα τα άλλα -σύνορα, γελοίοι εθνικισμοί, πατριδοκαπηλίες, η αναζήτηση αρχαίων προγόνων και Μεγαλέξαντρων… είναι, ουσιαστικά, κατασκευάσματα για να μας κρατούν χωρισμένους.

Δεμένα τα τραγούδια αυτά με σύντομα κείμενα και με ηχογραφημένες μαρτυρίες για τις τύχες πολλών από τους ανθρώπους αυτούς που βρέθηκαν στην Ελλάδα χωρίς να μιλούν την ελληνική γλώσσα, συγκρότησαν -αλλά διακριτικά, χωρίς παντιέρες, χωρίς λόγους, χωρίς κορώνες, χωρίς συνθήματα, χωρίς κραυγές, χωρίς θούρια, χωρίς Μίκηδες…- μία διαμαρτυρία, ένα συλλαλητήριο-απάντηση στους εθνικισμούς των καιρών μας. Ναι,
αυτό ήταν ένα συλλαλητήριο ενάντια στα εθνικιστικά συλλαλητήρια που προηγήθηκαν: ήρεμο, ήμερο, μελωδικό, γλυκό, με μουσικές και με τραγούδια, με γέλια και με δάκρυα.
Γιατί αμφιβάλλω αν υπήρχαν άνθρωποι στο κοινό που δεν έκλαψαν βλέποντας και ακούγοντας την Κυρία Κατίνα Φαρασοπούλου-Μισαηλίδου, ετών 85, από τους Ασκητές Ροδόπης να τραγουδάει στα τούρκικα, να πατάει με τόση αυτοπεποίθηση, σαν να το πατούσε χρόνια, το σανίδι του Ηρωδείου και να ρίχνει και τις γυροβολιές της.
Γιατί αμφιβάλλω αν υπήρχαν άνθρωποι στο κοινό που δεν έκλαψαν ακούγοντας τη γηραιά εβραία Κυρία από την Χορωδία της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης και το φωνητικό σύνολο 
«Εν Χορώ» να τραγουδάει ένα σεφαραδίτικο νανούρισμα α καπέλα, σε ντουέτο, και τον παρτενέρ της να λέει «μετά τον Πόλεμο δεν είχαμε πια παππούδες και γιαγιάδες να μας νανουρίσουν μ’ αυτά τα σεφαραδίτικα νανουρίσματα» -και ξέρουμε καλά ΓΙΑΤΙ δεν υπήρχαν πια εβραίοι παππούδες και γιαγιάδες στην Θεσσαλονίκη…
Γιατί αμφιβάλλω αν υπήρχαν άνθρωποι στο κοινό που δεν έκλαψαν όταν άκουσαν τη μαρτυρία της Πομάκας που μιλούσε για τις μπάρες οι οποίες χώριζαν, το 1994 ακόμα, τα πομάκικα χωριά από την «ενδοχώρα» και για την άδεια που έπρεπε να ζητούν οι Πομάκοι από την αστυνομία για να κατεβούν στην Ξάνθη αφού δήλωναν πού θα μείνουν…
Γιατί αμφιβάλλω αν υπήρχαν άνθρωποι στο κοινό που δεν έκλαψαν όταν άκουσαν τη Σλαβόφωνη - ίσως κάποτε να μπορούμε να την πούμε Μακεδόνισσα…- που θυμόταν όταν τους μάζεψαν, όλους του «φυράματός» της, οι «τοπικές αρχές», παπάδες και στρατιωτικοί και τους έβαλαν να ορκιστούν, υψώνοντας το δεξί χέρι, ότι «δεν θα ξαναμιλήσουν αυτή τη ‘γύφτική’ γλώσσα» -αυτή 
που δεν αναγνωρίζει ότι υπάρχει ο κ. Μπαμπινιώτης.
Η συναυλία, όμως, δεν είχε μόνο αυτές τις συγκινήσεις. Είχε και συγκινήσεις καλλιτεχνικές. Αλλεπάλληλες: ωραία τραγούδια, 
μουσικοί και μουσικά σύνολα, και τραγουδιστές και χορωδιακά σύνολα, ερασιτέχνες οι περισσότεροι, που όλοι τους έπαιξαν και τραγούδησαν συναρπαστικά -πώς να ξεχάσω την Πόντια Αντωνία Καραγιαννίδου από την Φλώρινα -ένα αηδόνι- ή την κυρία από το Μέτσοβο, με τους αφοπλιστικούς λαρυγγισμούς στα βλάχικα;
Το σκηνικό αποτέλεσμα -τρεις ώρες διάρκεια που κύλησαν χωρίς να το καταλάβω- είχε μέτρο, ο Νίκος Χατζόπουλος που υπέγραφε τη σκηνοθετική επιμέλεια δεν έκανε καμία σκηνοθετική επίδειξη αλλά μόνον αυτό που έπρεπε -άφησε να κυλάει μαλακά ο ένας «σταθμός» μέσα στον άλλον, απρόσκοπτα χωρίς, ούτε μία στιγμή, να δημιουργηθούν χάσματα και ας ήταν οι επί σκηνής ερασιτέχνες, έδεσε τους «σταθμούς» μεταξύ τους με τις ηχογραφήσεις, δεν κατέφυγε στα συνήθως ατυχούντα επί του τοίχου του Ηρωδείου βίντεο…-, ο ήχος του Γιώργου Καρυώτη ήταν άψογος και τις τρεις ώρες…
Όσο για τα δύο φινάλε -στο πρώτο μέρος, όταν το σεφαραδίτικο «Pantalon» πέρασε στην ελληνική χορωδία και έγινε στα αλβανικά πρώτα, στα ελληνικά μετά ,«Το γελεκάκι που φορείς…» (πανομοιότυπα και τα τρία!) και στο δεύτερο, το τελικό της βραδιάς, όταν όλοι μαζί, μουσικοί και τραγουδιστές -δεκάδες

άτομα στη σκηνή-, τραγούδησαν στα ελληνικά το «Κέρνα μας» με τον Νίκο Κυπουργό, στη σκιά μέχρι τότε, να πετάγεται και να τους διευθύνει, λυπάμαι αλλά δεν βρίσκω πια τα λόγια… Δηλαδή δεν μπορώ άλλο…
Το Αφιέρωμα στην Λούλα Αναγνωστάκη είναι η αιχμή του δόρατος του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών αλλά η συναυλία αυτή ήταν το σημαντικότερο γεγονός του. Ήταν, κατά τη γνώμη μου, το σημαντικότερο γεγονός του Φεστιβάλ Αθηνών τα τελευταία χρόνια. Όχι μόνο από καλλιτεχνική αλλά και από πολιτική σκοπιά. Ένα μεγάλο ΜΠΡΑΒΟ σε όλους τους συντελεστές αλλά και στον καλλιτεχνικό διευθυντή του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο για την τόλμη του να το εντάξει στο πρόγραμμά του και μάλιστα στο Ηρώδειο. Ευχαριστούμε.
Είναι κρίμα που η συναυλία δεν προβλήθηκε πιο έξυπνα και το κοινό ήταν περιορισμένο -ο ενθουσιαμός του, πάντως, αντιστρόφως ανάλογος. Η συναυλία αυτή ΠΡΕΠΕΙ να επαναληφθεί. Δεν ξέρω πού και πώς αλλά ΠΡΕΠΕΙ να επαναληφθεί. Αφού προβληθεί όπως και όσο της πρέπει (Φωτογραφίες: Θωμάς Δασκαλάκης).

Ωδείο Ηρώδη του Αττικού, 11 Ιουνίου 2018.

June 3, 2018

Στάθης Μαντζώρος-Κλειώ Δανάη Οθωναίου οι πρωταγωνιστές του Σίλβιου Πουρκαρέτε στο «Χειμωνιάτικο παραμύθι» του ΚΘΒΕ


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 

O Στάθης Μαντζώρος ως Λεόντιος, η Κλειώ Δανάη Οθωναίου ως Ερμιόνη -το πρωταγωνιστικό ζευγάρι-, ο Δημήτρης Ναζίρης ως Αντίγονος, ο Σαμψών Φύτρος ως Αυτόλυκος αλλά κι ως Αρχίδαμος, η Μομώ Βλάχου ως Περντίτα αλλά κι ως Μαμίλιος, η Φωτεινή Τιμοθέου ως Παυλίνα, ο Αλέξανδρος Τσακίρης ως Κάμιλος, ο Θόδωρος Ιγνατιάδης ως Πολύξενος, ο Τάσος Ροδοβίτης ως Φλοριζέλ θα ’ναι οι βασικοί της διανομής, που συγκρότησε ο Σίλβιου Πουρκαρέτε -ο οποίος, όπως σας είχα ήδη γράψει στο totetartokoudouni.blogspot.com στις 17 του περασμένου (2017) Ιουνίου, θα συνεργαστεί την επόμενη χειμερινή θεατρική περίοδο, μετά από πρόσκληση του καλλιτεχνικού διευθυντή του Γιάννη Αναστασάκη (οι δυο τους στη φωτογραφία του Λευτέρη Τσινάρη), με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος- για το «Χειμωνιάτικο παραμύθι» του Ουίλιαμ Σέξπιρ -παρουσιάζεται για πρώτη φορά απ’ το ΚΘΒΕ-, το οποίο επέλεξε ν’ ανεβάσει, τελικά, αντί του «Άμλετ» που ’χε αρχικά αποφασίσει. Ο διεθνούς καριέρας ρουμάνος σκηνοθέτης ολοκλήρωσε τη διανομή μετά από εξαντλητικές ακροάσεις 155 ηθοποιών -περίπου 100 του ΚΘΒΕ κι οι υπόλοιποι εκτός του Θεάτρου-, που ’κανε τον Απρίλιο, όταν επισκέφθηκε για δεύτερη φορά την Θεσσαλονίκη. 
Στο έργο του Σέξπιρ -που υπολογίζεται να ’χει γραφτεί και πρωτοπαιχτεί ανάμεσα στο 1609 και στο 1611 και που χαρακτηρίζεται ως προβληματικό, καθώς ξεκινάει με ύφος δραματικό το οποίο και διατηρεί στις τρεις πρώτες πράξεις του για να στραφεί, στις δυο τελευταίες, στην κωμωδία και να ’χει αισιόδοξο τέλος ενώ δε «σέβεται» τις ενότητες τόπου και χρόνου, δεν είναι, τελικά, παρά μια τραγικωμωδία -ένα απ’ τα ρομαντικά, ειδυλλιακά ύστατα έργα του-, ιδιαίτερα πρόσφορη σήμερα για 
καινούργιες σκηνοθετικές ματιές-, ο Λεόντιος, βασιλιάς μιας σεξπιρικής Σικελίας, παραλογισμένος απ’ τη ζήλια, με την αδικαιολόγητη υποψία πως η αφοσιωμένη έγκυος γυναίκα του Ερμιόνη τον απατά με τον επιστήθιο φίλο του Πολύξενο, βασιλιά μιας σεξπιρικής Βοϊμίας, τον οποίο φιλοξενεί κι ότι το παιδί είναι του Πολύξενου, αποφασίζει να τον δηλητηριάσει. Εκείνος, όμως, ειδοποιημένος απ’ τον εντεταλμένο για τη δολοφονία του έντιμο αυλικό Κάμιλο, το σκάει μαζί του. Ο Λεόντιος ρίχνει την Ερμιόνη
στη φυλακή όπου εκείνη γεννάει ένα κοριτσάκι που ο βασιλιάς διατάζει τον έμπιστό του Αντίγονο να το εγκαταλείψει στην ερημιά. Η Περντίτα, όπως αυτός θα την ονομάσει, καθώς του το συνιστά, σε όνειρο που βλέπει, η Ερμιόνη, σώζεται σε μια -ανύπαρκτη- ακτή της «Βοϊμίας» από ένα βοσκό και το γιο του. Στη δίκη της Ερμιόνης, στην οποία ο Λεόντιος την παραπέμπει, αυλικοί του που είχε στείλει στο… μαντείο των Δελφών φέρνουν βεβαίωση ότι η Ερμιόνη κι ο Πολύξενος είναι αθώοι. Ο Μαμίλιος, όμως, μεγαλύτερος γιος του Λεόντιου και της Ερμιόνης, που, βαριά πληγωμένος απ’ τις κατηγορίες κατά της μητέρας του, έχει αρρωστήσει, πεθαίνει. Η Ερμιόνη μόλις το μαθαίνει λιποθυμάει, τη μεταφέρουν εκτός κι η ακόλουθός της Παυλίνα, σύζυγος του 
Αντίγονου, φέρνει την είδηση ότι κι εκείνη, τελικά, πέθανε. Ο Λεόντιος θα ζήσει την υπόλοιπη ζωή του μέσα στις τύψεις. 
Δεκάξι χρόνια μετά, στην ύπαιθρο της «Βοϊμίας», όπου κάνει αισθητή την παρουσία του ο Αυτόλυκος, ένας πλανόδιος πραματευτής, με τα τραγούδια και τις παραδοξολογίες του, ένας έρωτας γεννιέται: ερωτεύονται η έφηβη, πια, «βοσκοπούλα» Περντίτα κι ο Φλοριζέλ, γιος του Πολύξενου που αντιτίθεται σε τυχόν γάμο τους. Το νεαρό ζευγάρι θα καταφύγει, μαζί με τον Κάμιλο, στην «Σικελία» όπου τους ακολουθεί ο Πολύξενος. Εκεί θα αποκαλυφθεί από σημάδια η ταυτότητα του κοριτσιού -ότι είναι η χαμένη κόρη του- στον Λεόντιο που θα συμφιλιωθεί και με τον Πολύξενο, οι δυο νέοι θα σμίξουν με τις ευλογίες, πια, των πατεράδων τους κι όλοι μαζί θα πάνε στο σπίτι της Παυλίνας να τιμήσουν τη μνήμη της Ερμιόνης της οποίας έχει στηθεί εκεί ένα άγαλμα. Το άγαλμα, όμως, θα ζωντανέψει -απ’ τις πιο συγκλονιστικές σκηνές που ’χει γράψει ο Σέξπιρ- κι ο Λεόντιος θα μπορέσει πάλι να σφίξει στην αγκαλιά του τη βασίλισσά του που τόσο την είχε αδικήσει.
Το «Χειμωνιάτικο παραμύθι» θα παρουσιαστεί στο ΚΘΒΕ, απ’ τον Πουρκαρέτε -ο οποίος το ’χει ήδη ανεβάσει, το 2002, στην Νορβιγία, στην ιστορική «Εθνική Σκηνή» του Μπέργκεν- στη μετάφραση του Νίκου Χατζόπουλου, με ρουμάνους συνεργάτες του σκηνοθέτη: ο Χέλμουτ Στούρμερ θα υπογράψει τα σκηνικά, ο Ντράγκος Μπουχατζιάρ τα κοστούμια κι ο Βασίλε Σίρλι τη μουσική. Η πρεμιέρα είναι προγραμματισμένη για τις 16 Νοεμβρίου, στο θέατρο της Εταιρίας Μακεδονικών Σπουδών.

Σημειώστε πως ο εμβληματικός θεσσαλονικιός ηθοποιός Δημήτρης Ναζίρης, που ανέλαβε τον Αντίγονο, επιστρέφει στο ΚΘΒΕ μετά από 17 χρόνια -είχε να παίξει εκεί απ’ τη σεζόν 2000/2001, όταν επωμίστηκε τον Γιατρό Ρανκ στην «Νόρα» (ο τίτλος με τον οποίο είχε παρουσιαστεί το «Ένα κουκλόσπιτο») του Ίψεν, σε σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη.
Αξίζει να σημειωθεί, ακόμη, πως το «Χειμωνιάτικο παραμύθι» που δεν έχει παρουσιαστεί ποτέ απ το ΚΘΒΕ φιλοξενείται απ’ αυτό, ως μετάκληση, στο θέατρο της Ε.Μ.Σ. επίσης, σε σκηνοθεσία Θανάση Σαράντου -παράσταση που παίχτηκε στην Αθήνα, στο «Από Μηχανής Θέατρο»-, αυτές, ακριβώς, τις μέρες -για τρεις βραδιές μέχρι και σήμερα. Αυτό είναι και το πιο πρόσφατο ανέβασμα του έργου στην Ελλάδα (Φωτογραφίες: 1. Λευτέρης Τσινάρης, 3. Τάσος Θώμογλου).