March 21, 2019

Στο Φτερό / Ματωμένος γάμος


«Λουτσία ντι Λαμερμούρ» του Γκαετάνο Ντονιτσέτι, λιμπρέτο (σερ Γουόλτερ Σκοτ) Σαλβατόρε Καμαράνο / Μουσική διεύθυνση: Πιερ Ντιμουσό. Σκηνοθεσία: Κέιτι Μίτσελ.


Ξαναείδα την περσινή «Λουτσία ντι Λαμερμούρ» της Λυρικής. Με φόβο. Είχα θεωρήσει την περσινή παράσταση συγκλονιστική και φοβόμουν ότι, φέτος, θ’ άρχιζα να βρίσκω ελαττώματα. Το αντίθετο: πρόσεξα, εντόπισα, ανακάλυψα λεπτομέρειες που μου είχαν διαφύγει, θαύμασα ακόμα περισσότερο τον τρόπο που η 
σκηνοθεσία ανέσυρε από το λιμπρέτο τα εξαιρετικά ευρήματά της, τον τρόπο που συνέπλευσε με τη μουσική, χωρίς να καπελώσει την όπερα με σκηνοθετισμούς και πιστεύω, ακράδαντα πια, πως πρόκειται για την καλύτερη παράσταση της Λυρικής, τουλάχιστον από το 1968 που την παρακολουθώ ανελιπώς. Και ότι η Κέιτι 

Μίτσελ είναι σπουδαία σκηνοθέτρια που έχει ανεβάσει μία παράσταση-σταθμό στην ιστορία της όπερας. Ένοιωσα την ανάγκη -την υποχρέωση μάλλον- να μεταφέρω το σχετικό κομμάτι που έγραψα πέρσι, στο totetartokoudouni.blogspot.com, κατά σύμπτωση, ακριβώς ένα χρόνο πριν -21 Μαρτίου 2018-, και ανάρτησα, πάλι, αυτούσιο, στις 24 του περασμένου Φεβρουαρίου στο facebook. Αυτή τη φορά συμπληρωμένο και προσαρμοσμένο στα κάπως διαφοροποιημένα, ως προς τη μουσική διεύθυνση και τη διανομή, φετινά δεδομένα της παράστασης που είδα: 

Τριάντα έξι ολόκληρα χρόνια χρειάστηκαν από το τελευταίο ελληνικό ανέβασμα της όπερας του Γκαετάνο Ντονιτσέτι, για να παρουσιάσει η Εθνική Λυρική Σκηνή και πάλι την «Λουτσία ντι Λαμερμούρ», σε μία παράσταση-συμπαραγωγή με την Βασιλική Όπερα, Κόβεντ Γκάρντεν του Λονδίνου, που έκανε εκεί την πρεμιέρα της τη σεζόν 2015/2016. Ο έρωτας, στην Σκοτία των αρχών του 18ου αιώνα, της Λουτσία του Λαμερμούρ με τον Εντγκάρντο, λόρδο του Ρέιβενσγουντ, θανάσιμο εχθρό του αδελφού της Ενρίκο Άστον, λόρδου του Λαμερμούρ ο οποίος, όταν τον 

πληροφορείται, εκβιαστικά την υποχρεώνει -και για λόγους προσωπικής του πολιτικής διάσωσης- να παντρευτεί τον λόρδο Αρτούρο Μπάκλο, έρωτας με τραγική έκβαση, καθώς ο Εντγκάρντο εμφανίζεται στη διάρκεια της τελετής του γάμου και καταριέται για την, όπως πιστεύει, προδοσία της την Λουτσία που παραφρονεί, σκοτώνει τον άντρα της και πεθαίνει ενώ ο 

Εντγκάρντο, όταν μαθαίνει το θάνατό της, αυτοκτονεί, τρίπρακτη όπερα σε λιμπρέτο του Σαλβατόρε Καμαράνο (βασισμένο στο γκόθικ ρομαντικό, ιστορικό -καθώς αντλεί από ένα ιστορικό γεγονός του δεύτερου μισού του 17ου αιώνα- μυθιστόρημα «Η
νύφη του Λάμερμουρ» (1819) του Σκότου σερ Γουόλτερ Σκοτ), από τις κορυφαίες του μπελκάντο -η αποθέωσή του-, ιδεώδες, δεξιοτεχνικό μελόδραμα, βρήκε ιδανική σκηνοθέτρια στο πρόσωπο της Αγγλίδας Κέιτι Μίτσελ. Η Κέιτι Μίτσελ έσκυψε με τόλμη αλλά και με περίσκεψη και με μεγάλη προσοχή και ανέσκαψε με ιδιαίτερη φροντίδα την όπερα του Ντονιτσέτι -μουσική και λιμπρέτο- ανατρέχοντας στις γκόθικ 
ρίζες της αλλά τοποθετώντας την στην εποχή που γράφτηκε (1835). Δεν έπεσε στην παγίδα του εύκολου «εκσυγχρονισμού» και των προς εντυπωσιασμόν, όπως λάχει, ευρημάτων για τα ευρήματα, στο δήθεν μεταδραματικό κιτς και στην αποδόμηση. Της ήταν περιττά. Προτίμησε την έρευνα και την ουσία. Στη σκηνοθεσία της, που εδώ την έχει αναβιώσει ο Ρόμπιν Τέμπατ, σε αντίθεση με τα, συνήθη στις οπερατικές σκηνές,

grosso modo -«χοντρικά»- ανεβάσματα, η έμφαση που δίνεται στη λεπτομέρεια είναι αξιοπρόσεκτη -τα γυαλιά του που καθαρίζει ο Εντγκάρντο στην ερωτική σκηνή, η Λουτσία που προσπαθεί να τον γδύσει (δύο στιγμιότυπα που απόρησα γιατί δεν υπάρχουν στη φετινή παράσταση, έως και λογοκρισία υποπτεύτηκα...), οι κολορατούρες της Λουτσία στη Σκηνή της Τρέλας που ιδιοφυώς μετασχηματίζονται από μπραβούρα μελοδράματος της
αρχής του 19ου αιώνα σε κραυγές πόνου της γυναίκας που απέβαλε, εκείνο το ανατριχιαστικό, μοναδικό ξεχείλισμα της μπανιέρας στο φινάλε, με την Λουτσία νεκρή με κομμένες φλέβες μέσα, και τον Εντγκάρντο να την ακολουθεί κόβοντας το λαιμό του... Κάθε σκηνή, κάθε πλάνο, κάθε εύρημα είναι αντλημένο από το κείμενο και συμπλέει με τη μουσική. Η διαίρεση στα δύο της σκηνής στο τέλεια ζυγισμένο, όπως και η σκηνοθεσία, εξαιρετικό και εξαιρετικά φωτισμένο από 
τον Τζον Κλαρκ -αυτά τα «ομιχλώδη» ημίφωτα!- σκηνικό της Βίκι Μόρτενσεν, που υπογράφει και τα πειστικής αυθεντικότητας κοστούμια, επιτρέπει στη σκηνοθεσία να εμπλουτίσει την κύρια δράση με δράση παράλληλη, βουβή, συμπληρωματική, επεξηγηματική της πλοκής αλλά ποτέ φλύαρη, ποτέ περιττή. Τα δύο φαντάσματα από το παρελθόν τα οποία εμφανίζονται -της ερωτευμένης κοπέλας που 

σκότωσε ο εραστής της, ένας ζηλότυπος πρόγονος του Ρέιβενσγουντ, και της μητέρας τής Λουτσία, που πρόσφατα έχει πεθάνει-, στοιχειώνοντας το παρόν, δένονται -η γκόθικ πινελιά- οργανικά στη δράση -ρέουν αργά, υπνωτιστικά μέσα στην παράσταση- και η τρέλα στην οποία κυλάει η Λουτσία προκύπτει 

«λογικά», «αβίαστα», «υποχρεωτικά» ως συσσωρευτικό αποτέλεσμα της τρομερής καταπίεσης από τον αδελφό της, της κοινωνικής πίεσης που υφίσταται, των ασφυκτικών απαιτήσεων και της απόρριψης από τον Εντγκάρντο αλλά και της εγκυμοσύνης της η οποία καταλήγει σε αιματηρή αποβολή -ευφυές σκηνοθετικό εύρημα: μία γυναίκα απόλυτα καταπιεσμένη από παντού που φτάνει, με τη 

βοήθεια μιας άλλης γυναίκας, της έμπιστης υπηρέτριάς της Αλίζα, στο φόνο του κατ’ επιταγήν συζύγου της -μία ακραία κίνηση πρώιμου φεμινισμού. Η Κέιτι Μίτσελ έχει ανεβάσει, τελικά, ένα αιματοβαμμένο θρίλερ, κοντά στο σπλάτερ, που, όμως, με την υψηλότατη αισθητική του -απόλυτα λειτουργική και η κινησιολογία/χορογραφία του Τζόζεφ Άλφορντ-, αναβαθμίζει, «γεμίζει» -αλλά όχι με φούμαρα- την όπερα του Ντονιτσέτι. Μία σπουδαία σκηνοθεσία που δεν καπελώνει αλλά αναδεικνύει το έργο. Η Ορχήστρα της Λυρικής υπό τον δυναμικό Γάλο Πιερ Ντιμουσό συμβάλλει θετικά στο μουσικό κομμάτι της παράστασης, αν και, ειδικά στην πρώτη και στη δεύτερη σκηνή της τρίτης
πράξης, μετά την άρια της τρέλας «Ο γλυκός ήχος», εντόπισα κάποια προβλήματα σύμπλευσης με τους τραγουδιστές. Ικανοποιητική και η Χορωδία της Λυρικής σε διεύθυνση του Αγαθάγγελου Γεωργακάτου. Βρήκα με κάποιες φωνητικές αδυναμίες τον Νορμάνο του τενόρου Χαράλαμπου Βελισσάριου και την Αλίζα της μέτζο Λυδίας Βαφειάδη αλλά ενταγμένους στην παράσταση. Ο μπάσος Τάσος Αποστόλου ως Ραϊμόντο, φωνητικά στέρεος και υποκριτικά ικανός ακόμα και όταν σιωπά, ξέρει να πατάει γερά το σανίδι. Ο τενόρος Γιάννης Χριστόπουλος έχει ωριμάσει φωνητικά και υποκριτικά: ο Εντγκάρντο του είναι πολύ καλός. Ο Ενρίκο του Τάση Χριστογιαννόπουλου σχεδόν κλέβει  


την παράσταση: εξαιρετική φιγούρα, κορμοστασιά-σπαθί, υποκριτική επιπέδου πρόζας, θαυμάσια κίνηση και φωνή βαρύτονου μεστή και με εύρος. Η Χριστίνα Πουλίτση πραγματοποιεί έναν άθλο: ακροβατεί φωνητικά με θριαμβευτική επιτυχία στο ρόλο της 

Λουτσία αλλά και, καλά οδηγημένη από τη σκηνοθεσία, ερμηνεύει αυτό το κορίτσι, που ασφυκτιά από την καταπίεση και που εξεγείρεται απεγνωσμένα για να καταρρεύσει από την υπεράνθρωπη προσπάθεια να υπερβεί τους κανόνες της κοινωνίας της, συναρπαστικά. Μία παράσταση ιδιοφυής, κατά τη γνώμη μου η σημαντικότερη στην ιστορία της Λυρικής. ΟΦΕΙΛΕΤΕ να τη δείτε. Και η Λυρική ΟΦΕΙΛΕΙ να εντάξει αυτή την παράσταση στο ρεπερτόριό της (Φωτογραφίες: 1,3,4,5,9,10,13,14,15,17 Ανδρέας Σιμόπουλος 2,6,7,8,11,12,16 Δημήτρης Σακαλάκης).

(Το έντυπο -δίγλωσσο, ελληνικά και αγγλικά- πρόγραμμα της παράστασης, περσινή έκδοση με καινούργιο ένθετο για τους συντελεστές, πλουσιότατο. Μία παρατήρηση: Το Royal Shakespeare Company/RSC μεταφράζεται Βασιλικός Σεξπιρικός Θίασος κι όχι Βασιλική Εταιρεία Σέξπιρ).

Εθνική Λυρική Σκηνή / Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος», Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», Κύκλος «Ιταλικής Όπερας», Εθνική Λυρική Σκηνή και Βασιλική Όπερα, Κόβεντ Γκάρντεν, 20 Μαρτίου 2019.

March 19, 2019

Ο Γιάννης Μόσχος στο ΚΘΒΕ με σπάνιο Ίψεν


 Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση


Με το ελάχιστα παιγμένο στην Ελλάδα έργο του Χένρικ Ίψεν «Οι στυλοβάτες της κοινωνίας», που θ ανεβάσει στο θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών την προσεχή χειμερινή σεζόν 2019/2020, ο Γιάννης Μόσχος, εγκυρότατος ιψενολόγος που για πρώτη, όμως, φορά σκηνοθετεί Ίψεν, επιστρέφει -μετά από τρία χρόνια και το «Δηλητήριο» της Ολανδής Λοτ Φέκεμανς που σκηνοθέτησε στο Φουαγιέ της ΕΜΣ, τη σεζόν 2016/2017- στην Θεσσαλονίκη και στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Θεσσαλονικιός, άλλωστε, ο ίδιος και με σπουδές στο Τμήμα Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου όπου έως πρόσφατα δίδασκε Θεατρολογία, εγκατεστημένος στην Αθήνα εδώ και χρόνια, εκλήθη στο πλαίσιο της προσπάθειας του καλλιτεχνικού διευθυντή του ΚΘΒΕ Γιάννη Αναστασάκη, αφότου ανέλαβε τη θέση, να καλεί όσο γίνεται περισσότερους ντόπιους καλλιτέχνες να συνεργαστούν με το Κρατικό (Φωτογραφία: Ελίνα Γιουνανλή).
Στους «Στυλοβάτες της κοινωνίας» -πρώτο, σύγχρονης εποχής, ρεαλιστικό δράμα με κοινωνικό πρόσημο του συγγραφέα- ο Κάστερ Μπέρνικ, πλούσιος επιχειρηματίας κι ιδιοκτήτης ναυπηγείου σ’ ένα μικρό νορβηγικό λιμάνι, θεωρούμενος αξιοσέβαστος πολίτης, μ’ άψογη ηθική, ένας απ’ τους στυλοβάτες της τοπικής κοινωνίας, δεν έχει, εντούτοις, καθαρό παρελθόν: την επιτυχία του την οφείλει σε ύποπτες συναλλαγές, στα νιάτα του εγκατάλειψε την αγαπημένη του Λόνα Χέσελ για να παντρευτεί την ετεροθαλή αδελφή της Μπέτι λόγω της μεγάλης περιουσίας της κι ενώ ήταν αρραβωνιασμένος με την Μπέτι, τον ανακάλυψαν -δεκαπέντε χρόνια πριν απ την αρχή του έργου- στην κρεβατοκάμαρα μιας θεατρίνας ερωμένης του και για ν’ αποφύγει το σκάνδαλο έριξε την ευθύνη στον αδελφό της γυναίκας του, Γιοχάν Τόνεσεν, που επρόκειτο τότε να μεταναστεύσει στις ΗΠΑ. Ο Γιοχάν είχε δεχτεί ν’ αναλάβει την ευθύνη θέλοντας να βοηθήσει το γαμπρό του. Ο Κάρστεν άδραξε την ευκαιρία κι άφησε, επιπλέον, να διασπαρεί η φήμη, εν αγνοία του Γιοχάν, ότι εκείνος του ’κλεψε χρήματα, προπέτασμα για να καλύψει ο Κάρστεν την αφερεγγυότητα της επιχείρησής του που βρισκόταν κοντά στην χρεωκοπία κι έτσι να ορθοποδήσει. 
Ο Γιοχάν Τόνεσεν, όμως, τώρα επιστρέφει αιφνίδια απ’ τις ΗΠΑ μαζί με την Λόνα η οποία είχε ακολουθήσει τον ετεροθαλή αδελφό της. Η επιστροφή τους προκαλεί μεγάλη αγωνία στον Μπέρνικ που φοβάται ότι θα ξεσκεπάσουν το παρελθόν του. Κι ενώ, αρχικά, ο Γιοχάν τον καθησυχάζει ότι δεν πρόκειται να πει τίποτα, η στάση του θ’ αλλάξει άρδην όταν μάθει ότι ο Κάρστεν τον έχει κατηγορήσει ως καταχραστή. Οργισμένος, απειλεί, αφού γυρίσει στις ΗΠΑ και τακτοποιήσει εκεί τις υποθέσεις του, να επιστρέψει και ν’ αποκαλύψει τα μυστικά του παρελθόντος. Στην Αμερική σχεδιάζει να φύγει μ’ ένα πλοίο που βρίσκεται στο ναυπηγείο του Μπέρνικ για επισκευή. Κι ενώ ο Μπέρνικ σκόπευε ν’ απαγορεύσει τον απόπλου του, καθώς δεν έχει επισκευαστεί σωστά κι είναι επικίνδυνο να ταξιδέψει, δίνει την άδεια ν’ αποπλεύσει ελπίζοντας στον πνιγμό του Γιοχάν. Όταν, όμως μαθαίνει, πως μαζί του, έχει φύγει, καθώς ειν’ ερωτευμένοι, κι η Ντίνα Ντορφ, η ψυχοκόρη του και κόρη της νεκρής, πια, θεατρίνας ερωμένης του, προσπαθεί απεγνωσμένα ν’ αποτρέψει τον απόπλου του πλοίου αλλά ειν’ αργά πια. Κι ενώ βασανίζεται απ’ τις τύψεις, μαθαίνει ότι στο αμπάρι του επικίνδυνου πλοίου έχει κρυφτεί κι ο δεκατριάχρονος γιος του που το ’σκασε απ’ το σπίτι. Τρελός από αγωνία πασχίζει να αποτρέψει το μοιραίο. Ο Ίψεν επιφυλάσσει happy end στον ήρωα: το ζευγάρι Γιοχάν και Ντίνα, τελευταία στιγμή, αλλάζει τα σχέδια του και φεύγει μ’ άλλο πλοίο ενώ σώζεται κι ο γιος του απ’ τη μητέρα του, την Μπέτι, η οποία μαθαίνει ότι ο μικρός το ’σκασε και προλαβαίνει να τον βγάλει απ’ το πλοίο του οποίου, μάλιστα, εμποδίζεται, τελικά, ο απόπλους κι επιστρέφει στο λιμάνι. Ο Μπέρνικ, συνειδητοποιώντας τα λάθη του, ομολογεί δημόσια όλη την αλήθεια σε γιορτή που ’χει οργανώσει η πόλη για να τον τιμήσει, ζητάει τη συγχώρεση των συμπολιτών του κι υπόσχεται μια καινούργια αρχή.

Το έργο, το οποίο ο Ίψεν άρχισε να σκέφτεται απ’ το 1869 και για το οποίο άρχισε να κρατάει σημειώσεις απ’ την επόμενη χρονιά αλλά χρειάστηκαν πέντε χρόνια -1875, οπότε και μετακινήθηκε απ’ την Δρέσδη της Γερμανίας, όπου ζούσε, κι εγκαταστάθηκε στο Μόναχο- για να ξεκινήσει να τις επεξεργάζεται, ολοκληρώθηκε εκεί το 1877. Την ίδια χρονιά εκδόθηκε στην Δανία -στην Κοπεγχάγη- και πρωτοπαρουσιάστηκε στο Όντενσε της Δανίας κι αμέσως, πριν τελειώσει το 1877, ανέβηκε στην Κοπεγχάγη, στο Μπέργκεν της γενέτειράς του Νορβηγίας και στην Σουιδία -στην Στοκχόλμη. Μέχρι το τέλος του 1878 είχε γίνει η μεγαλύτερη, μέχρι τότε, θεατρική επιτυχία του Ίψεν -κυρίως στην Γερμανία και στην Αυστρία, όπου υπολογίζεται ότι παρουσιάστηκε από είκοσι επτά, τουλάχιστον, Σκηνές.
Στην Ελλάδα, «Οι στυλοβάτες της κοινωνίας» έχουν παιχτεί δυο μόνον φορές -με τον τίτλο «Τα στηρίγματα της κοινωνίας»: η πρώτη ήταν τη μακρινή θεατρική περίοδο 1901/1902, απ’ τον Θωμά Οικονόμου, στο τότε «Βασιλικόν Θέατρον» -νυν Εθνικό-, με Βέρνικ (Μπέρνικ) τον Διονύσιο Ταβουλάρη, κι η πρόσφατη δεύτερη, το 2016/2017, στο θέατρο «Εκάτη», σε σκηνοθεσία Βαλεντίνης Λουρμπά, με Μπέρνικ τον Χρήστο Αυλωνίτη.
Στην Θεσσαλονίκη το έργο θα παρουσιαστεί -υπολογίζεται τον Φεβρουάριο του 2020- απ’ τον Γιάννη Μόσχο, σε μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα -από ετών έτοιμη για παράσταση που σχεδιαζόταν ν’ ανεβεί (και τότε) στο ΚΘΒΕ αλλά τελικά δεν προγραμματίστηκε- και σε διασκευή του σκηνοθέτη που σκοπεύει, οπωσδήποτε, ν’ αλλάξει το τέλος του που, έτσι κι αλλιώς, με την απότομη μεταστροφή του Μπέρνικ, κρίνεται προβληματικό. Για τους υπόλοιπους συντελεστές και τη διανομή έχουν αρχίσει οι συζητήσεις.

March 18, 2019

Στο Φτερό / Από τον Χάιντν στον Μότσαρτ μέσω Μπρίτεν


Ορχήστρα «Concert-Verein» της Βιένης / Μουσική διεύθυνση: Μίλτος Λογιάδης. Σολίστ: Κρίστοφερ Παρκ, πιάνο.  



Μια ορχήστρα δωματίου καλά δεμένη, με κατεργασμένο, λεπταίσθητο, διακριτικό, βιενέζικο ήχο: η «Concert-Verein» της Βιένης. Ηλικίας 32 χρόνων. Συγκροτημένη -χρονιά γέννησης 1987- από μουσικούς της Συμφωνικής Ορχήστρας της Βιένης. Και στο 

πόντιουμ, ένας απ’ τους διακεκριμένους αρχιμουσικούς μας: ο Μίλτος Λογιάδης. Το πρόγραμμα, κάπως αλλοπρόσαλλο -χωρίς άξονα. Η έμφαση -πολύ σωστά-, στους αυστριακούς συνθέτες. Η συναυλία άνοιξε με τη σύντομη, ορμητική Συμφωνία αρ. 39, σε σολ ελάσσονα, με την επωνυμία «Θαλασσινή καταιγίδα» (χρονολογείται μεταξύ 1765 και 1768) του Γιόζεφ Χάιντν: μια εκτέλεση αξιοπρεπής αλλά κάπως άνευρη. Στη συνέχεια το πρόγραμμα είχε Σοπέν: το Δεύτερο Κοντσέρτο για πιάνο κι ορχήστρα σε φα ελάσσονα, έργο 21 (1829, πρώτη εκτέλεση 1830), πρώτο απ’ τα δυο κοντσέρτα για 

πιάνο του γεννημένου στην Πολονία γαλοπολονού συνθέτη, που πήρε, όμως, τον αριθμό 2 γιατί εκδόθηκε μετά το Πρώτο. Στο πιάνο, ο γεννημένος στην Γερμανία, γερμανοκορεατικής καταγωγής, Κρίστοφερ Παρκ. Βρήκα πολύ καλό τον ήχο του αλλά σα να λειπε η λάμψη, η έκρηξη. Μαζί με τη διακριτική ορχήστρα -22 έγχορδα μόνον, έτσι κι αλλιώς ο Σοπέν ρίχνει το βάρος στο πιάνο αφήνοντας την ορχήστρα σε δεύτερη μοίρα- έδωσαν μια 

άνευρη, κάπως πλαδαρή εκτέλεση. Στο ανκόρ του, όμως -Σοπέν και πάλι, Νυχτερινό αρ 20, σε ντο δίεση ελάσσονα, έργο εκδομένο μεταθανάτια (1830, πρώτη έκδοση 1857, πρώτη εκτέλεση 1870)-, ο Κρίστοφερ Παρκ έδειξε ένα άλλο πρόσωπο: προσοχή στη λεπτομέρεια, άψογο σοπενικό ύφος, βαθιά ευαισθησία. Στο δεύτερο μέρος προέκυψε, αιφνίδια, ένας ασύνδετος με το υπόλοιπο πρόγραμμα, Μπέντζαμιν Μπρίτεν: «Νεαρός Απόλλων», φανφάρα για σόλο πιάνο, σόλο κουαρτέτο εγχόρδων κι ορχήστρα εγχόρδων, έργο 16 (1939). Μπρίτεν, πάντως, ενδιαφέρων, λαμπερός κι ένα έργο εμπνευσμένο απ’ τον σφοδρό έρωτα του βρετανού συνθέτη για τον έφηβο Βουλφ Σέρχεν, γιο του μαέστρου Χέρμαν Σέρχεν. Πιανίστας κι ορχήστρα -και πάλι μόνον τα έγχορδα- απέκτησαν νεύρο και λάμψη. Το πρόγραμμα ολοκληρώθηκε μ επιστροφή στις αυστριακές ρίζες του συνόλου: η υπέροχη Συμφωνία αρ. 40, σε σολ ελάσσονα, Κ.550 (1788, η πρώτη εκτέλεσή της αμφισβητείται), με το τρίτο μέρος της -Μενουέτο: Αλεγκρέτο-Τρίο- να συνδέει νήματα με το Μενουέτο-Τρίο, τρίτο μέρος της Συμφωνίας αρ. 39
του Χάιντν, που άνοιξε τη βραδιά. Ο Μίλτος Λογιάδης, με τις αρμονικές κινήσεις του, οδήγησε την πλήρη και πάλι ορχήστρα -29 μουσικοί- σε μια έξοχη εκτέλεση: ώριμη, μεστή, με ήχο αυθεντικά μοτσάρτειο. Η βραδιά έκλεισε ανάλαφρα μ’ ένα ανκόρ της «Concert-Verein» της Βιένης, συνδεδεμένο με τη βιενέζικη παράδοση: «Φως της καρδιάς», γρήγορη πόλκα, έργο 319 (1867) του Γιόχαν Στράους του Νεότερου.

(Το έντυπο πρόγραμμα της συναυλίας -επιμέλεια Δέσποινα Παπαγιαννοπούλου-, διαφωτιστικό).  

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών / Αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης», Κύκλος «Μεγάλες Ορχήστρες-Μεγάλοι Ερμηνευτές», 16 Μαρτίου 2019.