January 19, 2017

Εντελβάις, εντελβάις… ή Πώς έχασα, μέσα στο χείμαρρο, τρεις παραστάσεις


Το Τέταρτο Κουδούνι / 19 Ιανουαρίου 2017 


Ποταμός. Χείμαρρος. Που συμπαρασύρει ηθοποιούς, θεατές κι εντυπώσεις. Η ελληνική θεατρική σκηνή -ούτε Μπρόντγουέι... Θέατρα, θέατρα, θέατρα... Δεκάδες παραστάσεις, εκατοντάδες παραστάσεις. Πότε ανεβαίνουν, πότε κατεβαίνουν, πότε διακόπτονται, πότε συνεχίζουν, πότε επαναλαμβάνονται, πότε ξανασταματούν δεν προλαβαίνεις ούτε να το μυριστείς. Δυο σε κάθε θέατρο ταυτόχρονα, τρεις σε κάθε θέατρο ταυτόχρονα, τέσσερις, πέντε, έξι… Κατά ριπάς. Πέντε, δέκα, είκοσι, τριάντα τη σεζόν σε κάθε θέατρο: «Νέου Κόσμου», «Αγγέλων Βήμα», «Εθνικό (α)», «Θέατρο(α) Τέχνης», «Vault», «104», «Αλκμήνη», «Πόρτα», «Bios», «Δημοτικό Πειραιά», «Επί Κολωνώ», «Faust», «Οδού Κεφαλληνίας», «Οδού Κυκλάδων», «Θησείον», Ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης», «ΚΕΤ», «Olvio», «Studio Μαυρομιχάλη», «Tempus Verum-Εν Αθήναις», «Φούρνος»… Θέατρα-σούπερ μάρκετ. Άλλο έργο στο πάνω χώρο, άλλο στον κάτω, άλλο στο μετζοπάτωμα, άλλο στο εξώστη, άλλο στο υπόγειο, άλλο Δευτερότριτα, άλλο Τεταρτόπεμπτα, άλλο Παρασκευοσαββατοκύριακα, άλλο τ’ απόγευμα, άλλο το βράδυ, άλλο μετά τα μεσάνυχτα, άλλο μια φορά τη βδομάδα κάθε Κυριακή, άλλο μια φορά τη βδομάδα κάθε Τετάρτη… Ίλιγγος σε πιάνει. Και κορεσμός. 
Και να οι προσκλήσεις, και να οι πιέσεις -«ελάτε!»- , και να τα παράπονα -«γιατί δεν ήρθατε;»-, και να οι υπομνήσεις -«τελειώνουμε!»-, στο inbox, και να τα ειρωνικά sms -«σ όλα πήγατε, μόνο σ εμάς δεν ήρθατε...»… Μια κούραση, προσωπικά, ομολογώ, την αισθάνομαι. Έχω όλη την καλή διάθεση να τα δω ΟΛΑ αλλά το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής. Αφήστε το χρόνο...: πώς να διαιρεθούν 1500-1600 παραστάσεις με τους δέκα μήνες της χειμερινής/ανοιξιάτικης σεζόν -άντε από Σεπτέμβριο μέχρι Ιούνιο; Πέντε την ημέρα; Ε, δε βγαίνει.
Προσφιλέστερο ανάγνωσμά μου, «Αθηνόραμα» / ηλεκτρονική έκδοση / η στήλη «Θέατρο» / «Τελειώνουν Αυτήν την Εβδομάδα». Με το μότο, από κάτω, «Κατεβάζουν αυλαία. Σπεύσατε!». Δηλαδή τι προσφιλέστερο, σκέτο σασπένς… Ειδικά αυτό το «Σπεύσατε!» και μάλιστα με θαυμαστικό, ρίγη μου προκαλεί, παλμούς ανεβάζω -η αγωνία στο κατακόρυφο!

Για να καταλάβετε: Έχω κλείσει την περασμένη βδομάδα να πάω Πέμπτη στο «Γλυκό πουλί της νιότης» της Κάτιας Δανδουλάκη, που είχα μάθει ότι κατεβαίνει -ναι, κατέβηκε, πριν την ώρα του...-, σιωπηλά, την Κυριακή, την Παρασκευή στο «1984» της Κατερίνας Ευαγγελάτου, το Σάββατο στην «Φροσύνη» του Καρρέρ που ’κανε η Ζωή Χατζηαντωνίου στο Μέγαρο και την Κυριακή να δω το «Metropolis» του Λανγκ με συνοδεία της ΚΟΑ στο Μέγαρο. Ανοίγω, Τετάρτη βράδυ, τη… λατρεμένη στήλη. Ανακαλύπτω, ξαφνικά, ότι «αυτή την εβδομάδα» τελειώνουν στο «Θέατρο Τέχνης» της Φρυνίχου το «Διάφορες επιλογές Πέτρος» με τον Χρήστο Στέργιογλου και στο Υπόγειο «Η επανένωση της Βόρειας με την Νότια Κορέα» του Νίκου Μαστοράκη. Ψάχνω να δω μήπως έχουν κάποια απογευματινή για να συνδυάσω δυο μαζί, τίποτα. Πέμπτη πρωί τηλεφωνώ στην Φρυνίχου: «Η παράσταση του Στέργιογλου, δεν τελειώνει την Κυριακή, τελείωσε χτες», η πρώτη κρυάδα. Κι η δεύτερη και… μακρύτερη: «Το ‘Relax… My Notis’ του Βασίλη Παπαβασιλείου» είναι που τελειώνει την Κυριακή» - για το οποίο ούτε το «Αθηνόραμα» έγραφε κάτι. «Θα επαναληφθεί;». «Δεν είναι κάτι προγραμματισμένο». Με την ελπίδα ότι θα επαναληφθεί, όπως κι η προηγούμενη παράστασή του, αποφασίζω να θυσιάσω την «Φροσύνη» για να δω τουλάχιστον την «Επανένωση» -να χάσω παράσταση του Μαστοράκη;! 
Τηλεφωνώ στο Υπόγειο: «Δεν υπάρχει ούτε μια θέση, όλες οι παραστάσεις, έως και την Κυριακή, είναι sold out». «Θα ξαναπαιχτεί;». «Φέτος όχι. Ίσως τον επόμενο χρόνο». Με μια ελπίδα ζούμε… Οπότε, καλού-κακού, έκλεισα θέση κι είδα τον Παπαβασιλείου.
Και, ξαφνικά, μέσα στον πανικό, να κι η χαριστική βολή: δελτίο Τύπου απ’ το «Θέατρο του Νέου Κόσμου». Τίτλος: «5 πρεμιέρες 16-20 Ιανουαρίου»! Τουλάχιστον, απ’ τον «Νέο Κόσμο» έγκαιρα ενημερώνουν για τη λήξη των παραστάσεών τους…
Κι αναρωτιέμαι: γιατί αυτός ο προγραμματισμός; Είναι αρκετό μια παράσταση να παίζεται για δυο μόνο μήνες, τέσσερις φορές τη βδομάδα; Αμάσητες κι αχώνευτες δεν πάνε οι παραστάσεις αυτές; Πόσο μάλλον όταν στην Ελλάδα ρεπερτόριο δεν υπάρχει, να κρατηθούν για κάποιες σεζόν. Πότε θα προλάβουν να τη δουν την παράσταση οι θεατές; Πότε θα τη δουν οι δημοσιογράφοι κι οι κριτικοί και θα προλάβουν κάτι να γράψουν; Συμφέρει στα θέατρα να κατεβάζουν τόσο γρήγορα παραστάσεις που μοσκοπουλάνε; Αυτός πια δεν είναι προγραμματισμός, είναι πανικός.
Θα μου πείτε: «Εδώ ο κόσμος χάνεται, εσύ με τις παραστάσεις που ’χασες μας σκοτίζεις -στο χείμαρρο ήταν που τις έχασα...;». Και δίκιο θα ’χετε. Αλλά ο καθένας με το χούι του…



Και κάτι ειδικότερο, για το «Θέατρο Τέχνης», σχετικό: αρκεί η ημερομηνία λήξεως των παραστάσεων να υπάρχει στην ιστοσελίδα του Θεάτρου και στο έντυπο πρόγραμμα; Με τόσα θέατρα και τόσες παραστάσεις δεν πρέπει να ενημερώνονται οι δημοσιογράφοι με δελτίο Τύπου και για τη λήξη της καθεμιάς, δέκα μέρες πριν, μια βδομάδα πριν; Άλλη δουλειά δεν έχουμε απ’ το να μπαινοβγαίνουμε στις ιστοσελίδες και να μελετάμε, κάθε μέρα, τα προγράμματα; 



Απ τον «Ιανό» μου ’ρθε το δελτίο Τύπου. Με τον τίτλο «O IANOS στο Κρεμλίνο του Πειραιά παρουσιάζει την Αγγελική Νικολούλη». Στην αρχή μπερδεύτηκα και νόμιζα ότι ο Πούτιν θα δεχτεί την Νικολούλη στο Κρεμλίνο. Μετά κατάλαβα: παρουσίαση του νέου -έχει γράψει κι άλλα- μυθιστορήματος της Αγγελικής Νικολούλη «Έρωτας φονιάς» -σπέρμα κι αίμα, η τέλεια συνταγή της επιτυχίας…- στον πολυχώρο «Κρεμλίνο». Δεν προλαβαίνετε να πάτε, ήταν για τις 10 Ιανουαρίου, αλλά με τίποτα δεν μπορώ να σας στερήσω τα «λίγα λόγια για το βιβλίο»:
«Ο κοσμοπολίτης, γοητευτικός άντρας που ακροβατεί ανάμεσα στο σκοτάδι και στο φως. Τα πρόσωπα και οι ρόλοι που αλλάζει με μοναδική μαεστρία. 
Η γλυκιά κι ευαίσθητη αεροσυνοδός στο μοιραίο ταξίδι στη Σαντορίνη. Η ξεχασμένη αποθήκη και η βαλίτσα με τα θαμμένα μυστικά. Η μονοκατοικία του τρόμου. 
Η ταλαντούχα μουσικός και ο παραμυθένιος γάμος στη στολισμένη με εντελβάις εκκλησία του Γολγοθά. 
Η ανυποψίαστη νεαρή, τα φρικτά βασανιστήρια και το μωρό που δεν γεννήθηκε ποτέ.
Η συνοδός πολυτελείας στη σουίτα γνωστού ξενοδοχείου, όπου τα κρίνα βάφτηκαν με αίμα.
Το μικρό αγόρι που έγινε μάρτυρας εγκλήματος.
Μια περιπλάνηση στον κόσμο του μυστηρίου από την Αθήνα, την Ιθάκη και τη Σαντορίνη ως τη Βιέννη και τη λίμνη του ονειρικού Χάλστατ. 
Ένα μυθιστόρημα που ξετυλίγει το νήμα μιας σκοτεινής ιστορίας και ακολουθεί την αιματοβαμμένη διαδρομή της. 
Θύματα γυναίκες, σε μια σειρά άγριων εγκλημάτων, που έρχονται στο φως με διαδοχικές αποκαλύψεις και αλλεπάλληλες ανατροπές.
Ένα βιβλίο όπου η δημοσιογράφος-ερευνήτρια μπαίνει στο στόχαστρο του δολοφόνου, μετατρέπεται σε τιμωρό και δικαιώνει τα θύματα».
Δεν ξέρω γιατί αλλά απ’ ολ’ αυτά στα εντελβάις έμεινα. Με τα οποία ήταν στολισμένη η «εκκλησία του Γολγοθά». Αχ... Εντελβάις, εντελβάις...
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή (στολισμένη μ εντελβάις)... 



Επέστρεψε. Στο «Θέατρο Τέχνης» της Φρυνίχου. Ο Βασίλης Παπαβασιλείου. Μετά τον απολαυστικό περσινό μονόλογό του «Σιχτίρ ευρώ, μπουντρούμ δραχμή, θα πεις κι ένα τραγούδι» ανέβασε φέτος ένα κομμάτι για δυο, απ’ τον ίδιο, κι αυτή τη φορά, γραμμένο: «Relax…My Notis» κι ένας, ηλικίας… 102 ετών, αδάμαστος πρωταγωνιστής του θεάτρου -που σχεδιάζει ν’ αγοράσει ένα διαμέρισμα στα… 108 του- υπαγορεύει την… 35η διαθήκη του σ’ έναν νεαρό συμβολαιογράφο. Οι αναφορές στον Αλέξη Μινωτή είναι περισσότερο από εμφανείς, όσοι ξέρουν τα πρόσωπα και τα πράγματα τις απολαμβάνουν αλλά και στους υπόλοιπους η παράσταση μόνον ευφορία προκαλεί: ο Βασίλης Παπαβασιλείου ερμηνεύει -άξιος πλάι του, ο Γιάννος Περλέγκας- με χιούμορ απολαυστικό -αυτή τη διαπεραστική, ειρωνική, σαρδόνια «πονηριά» του-, το ρόλο, η γλώσσα του κειμένου σπιθίζει και σπάει κόκαλα αλλά, και πάλι, αυτό που πρυτανεύει είναι τα ουσιώδη που ο Βασίλης Παπαβασιλείου θέλει να πει, με τον τρόπο αυτό που διάλεξε,  για τον εαυτό του, για το θέατρο, για τη δουλειά του, για τον κόσμο στον οποίο ζει -και στον οποίο ζούμε.
Ελπίζω η παράσταση, που ’κλεισε τον προγραμματισμένο κύκλο της, να ξαναπαιχτεί. Γι αυτό μιλώ στον ενεστώτα. Αξίζει τον κόπο να την απολαύσετε. 



Ήταν τυχερός ο Θάνος Αλεξανδρής που είδε το σπαρταριστό βιβλίο του «Αυτή η νύχτα μένει» -μια βιωματική «περιοδεία» στα επαρχιακά σκυλάδικα της δεκαετίας του ’80- να μεταφέρεται στον κινηματογράφο απ’ τον Νίκο Παναγιωτόπουλο κι η ταινία αυτή -η ομότιτλη- να μένει. Διότι η μεταφορά του στο θέατρο, σε σκηνοθεσία Κίρκης Καραλή -στη δική μου, τουλάχιστον, μνήμη- δε θα μείνει: το αλαλούμ του σκυλάδικου δε μεταφέρεται, πιστεύω, στη σκηνή με αλαλούμ.
Αλλά μέσα στο αλαλούμ αυτό, στο οποίο συμμετείχαν μερικοί καλοί ηθοποιοί -όπως ο Ιωσήφ Πολυζωίδης- που τα ’βγαλαν πέρα, θέλω να ξεχωρίσω την Μαρία Διακοπαναγιώτου. Ηθοποιός ιδιαίτερη, που απ’ την πρώτη στιγμή έχω εντοπίσει -«Γκόλφω», «Φλαντρώ», «Δεκαήμερο», «Όρνιθες»…-, φάτσα αλμοδοβαρική, ταμπεραμέντο εκρηκτικό, τάλαντο κωμικό κι όχι μόνο κωμικό, εδώ τα ’δινε όλα. Και το σημαντικότερο: διατηρώντας τον έλεγχο και το μέτρο. Η Μπέμπα Ντόλυ των σκυλάδικων που ερμήνευσε είχε μια αυθεντικότητα μο-να-δι-κή. Απ’ τον τρόπο που κρατούσε το μικρόφωνο μέχρι τον τρόπο που καθότανε στην καρέκλα του πάλκου, μέχρι τον τρόπο που φορούσε το κοστούμι της, μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια. Εξαιρετική!


Α, και κάτι ακόμα για το συγκεκριμένο θέατρο όπου η παράσταση παίχτηκε -το παλιό «Θέατρο του Ήλιου» του Ανδρέα Παπασπύρου, το οποίο, υποτίθεται, ανακαινίστηκε. Με τις λεκιασμένες μοκέτες, τις τρύπες στους τοίχους-κόντρα πλακέ, την αφώτιστη σκάλα, τις τουαλέτες στην κατάσταση που βρίσκονται και…, και… μήπως είναι προσβλητικό για τη μνήμη του ιστορικού σκηνοθέτη, που το βάφτισαν «Δημήτρης Ροντήρης»;


Υπάρχει -υπήρχε, τέλος πάντων…- κάτι στη δημοσιογραφία που λέγεται -λεγότανε…- δεοντολογία. Δηλαδή, για παράδειγμα: αν κάποιος δημοσιογράφος βγάλει μια είδηση -για την οποία μπορεί και να κουράστηκε πολύ να τη γράψει…- καθόλου δεν απαγορεύεται, μετά, την είδηση να την αναδημοσιεύσει -ακόμα και να την αντιγράψει κατά λέξη- και κάποιο άλλο έντυπο ή ιστοσελίδα ή ιστότοπος. Αρκεί ν’ αναφέρει την πηγή και τ’ όνομα του δημοσιογράφου που την έγραψε πρώτος. Είναι -ήταν- κάτι σαν έθιμο.
Την έννοια «αποκλειστικό» καθόλου δεν την πιστεύω. Την έννοια σεβασμός, όμως, εγώ, την πιστεύω. Ακόμα. Βέβαια, τώρα, με το διαδίκτυο, όλα έχουν μεταβληθεί σε ξέφραγο αμπέλι κι αυτά, τα περί δεοντολογίας, έχουν εντελώς ξεπεραστεί. Ή, μάλλον, για να λέω τα πράγματα με τ’ όνομά τους, τα ’χουν χέσει. Απ’ τον ιστότοπο tospirto.net, όμως, τον οποίο πολλές φορές στο παρελθόν έχω επαινέσει, περίμενα αυτό το «έθιμο» να το τηρεί. Επανειλημμένα, εντούτοις, βλέπω να μην το τηρεί. Και, βέβαια, η νεαρή συνάδελφος που επιδίδεται στο σπορ να εμφανίζει με θρασύτητα ως ειδήσεις της, υπογραμμένες, μάλιστα -φαρδιά-πλατιά..., ξεπατικώματα, ειδήσεις, δηλαδή, που ’χει αντιγράψει, καλά, μπορεί να μην τα ’χει μάθει αυτά. Αλλά η Άννα Βλαβιανού που ’ναι διευθύντριά της θα πρέπει -για τη σοβαρότητα και την αξιοπιστία του ιστότοπου- να της τα μάθει. Είμαι σίγουρος ότι τα ξέρει.

January 16, 2017

Επική μουσική για επική ταινία




Ευτυχής σύμπτωση να δω το «Metropolis» του Φριτς Λανγκ δύο μέρες μετά το μεταφερμένο στο θέατρο και δια σκηνοθετικής χειρός Κατερίνας Ευαγγελάτου «1984» του Τζορτζ Όργουελ! Και να ανακαλύψω τα κοινά σημεία τους.
Ένα κινηματογραφικό αριστούργημα: «Metropolis» (1927) του Φριτς Λανγκ. Ο γερμανικός εξπρεσιονισμός στο απόγειό του! Ο Φριτς Λανγκ έχει στήσει, με κινηματογραφικά μέσα πρωτοποριακά, ένα έξοχα «χορογραφημένο» μπαλέτο/βουβή όπερα επιστημονικής φαντασίας και παράλληλα μία ταινία καταστροφής με εφέ πολύ μπροστά από την εποχή της. Ένα έπος! Αλλά και μία ταινία μεγάλης πνοής. Αυτή η βιομηχανική μεγαλούπολη η οποία λειτουργεί σαν ρολόι για χάρη μιας ανώτερης καπιταλιστικής τάξης αμείλικτων πλουτοκρατών που ζουν σ’ αυτή με τα τσιράκια τους αλλά με κινητήρια δύναμη μία εξαθλιωμένη τάξη προλετάριων που δουλεύει στα κατάβαθα, αυτή η «μητρόπολις» που διαλύεται στα εξ ων συνετέθη όταν οι σκλάβοι προλετάριοι ξεσηκώνονται, είναι μία μεγαλοφυής κατασκευή. Ως σύλληψη, ως πραγμάτωση, ως αισθητική -μνημειώδη τα εμπνευσμένα από το Μπάουχάους και τον κυβισμό σκηνικά, εκπληκτικά τα αρ ντεκό κοστούμια.
Ο αυστριακός σκηνοθέτης, πάνω στο -βασισμένο σε μυθιστόρημά της -σενάριο της Τέα φον Χάρμπου, όπου μπλέκονται, εν είδει παραβολής, βιβλικές αναφορές και μία, αμφίβολης, για μένα, κατεύθυνσης, ιδεολογία -η επανάσταση, που παραπέμπει στην Οκτωβριανή, αδιαφορεί για τα παιδιά, αμφίσημη η τελική χειραψία του ηγέτη των προλετάριων με τον ιδρυτή της Μητρόπολης και καπιταλιστή ηγέτη-της Φρέντερσεν με Μεσολαβητή (γιατί να μην είναι ο Χίτλερ;) το γιο του που είχε συνταχθεί με τους προλετάριους για τον έρωτα μιας κοπέλας από την τάξη τους, ο επιστήμονας Ρότβανγκ ως διαβολικός εφευρέτης να γίνεται ο αίρων, τελικά, τας αμαρτίας και το εξιλαστήριο θύμα…- δημιούργησε ένα φουτουριστικό ποίημα, μία βουβή ταινία-σταθμό. Της οποίας η πρωτότυπη κόπια, από την πρεμιέρα και μετά, κατακρεουργήθηκε από λογοκριτικές επεμβάσεις για λόγους είτε πολιτικούς είτε οικονομικούς.

Είναι, επομένως, μεγάλη χαρά να βλέπεις, για πρώτη φορά, την ταινία, επιστημονικά, με άψογο τρόπο, αποκατεστημένη (2010) στην πλήρη σχεδόν μορφή της. Και μάλιστα με τη συνοδεία ορχήστρας που παίζει την αρχική, πρωτότυπη μουσική την οποία συνέθεσε γι αυτή ο Γκότφριντ Χούπερτς.
Ο γερμανός αρχιμουσικός Φρανκ Στρόμπελ οδήγησε, από το πόντιουμ, για μία ακόμα φορά -τη δεύτερη, για μένα, που είχα παρακολουθήσει το καλοκαίρι στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, στο Ηρώδειο, την εξαιρετική συναυλία-του «Φεντερίκο Φελίνι-Νίνο Ρότα» με την ίδια ορχήστρα- την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών σε μία δυναμική εκτέλεση της εντελώς άλλου ύφους, δεμένης με την εποχή της και άρρηκτα δεμένης με τις εικόνες του Λανγκ -σαν να γεννήθηκαν μαζί-, επικής μουσικής του Χούπερτς.
Το συμπέρασμα. Καθηλωτικές εικόνες αλλά και μία σφριγηλή ορχήστρα που οι εικόνες αυτές δεν την εξαφάνισαν και δεν την υποβίβασαν απλώς σε διεκπεραιωτικό συνοδό.

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών/Αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη», Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, 15 Ιανουαρίου 2017.

January 12, 2017

Ένας Άμλετ με βαρίδια


Το Τέταρτο Κουδούνι / 12 Ιανουαρίου 2017 



Ηθοποιός με τσαγανό. Εξαίρετος. Ικανός και ώριμος πια να παίξει Άμλετ. Και το αποδεικνύει αυτό στη σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου του Πειραιά ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης. Είναι ένας Άμλετ απόλυτα δοσμένος, με βαθιά εσωτερικότητα, με κύρος σκηνικό και με ήθος σκηνικό και με μια επίγευση πίκρας. Ένας Άμλετ με βαρίδια. Κρίμα που η παράσταση του Γιάννη Κακλέα δεν ειν’ αντάξιά του. Γιατί, αν ήταν, ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης πιστεύω πως θα ’κανε, τελικά, τον καλύτερο Άμλετ που εμφανίστηκε στην ελληνική σκηνή -τουλάχιστον απ’ το ’71 που βλέπω συστηματικά θέατρο.
Δέκα καλά έχει η παράσταση, εκατόν δέκα ασ’ τα να πάνε… Λάθη στη διανομή, αμηχανίες, αρρυθμίες, μια Οφηλία που κινείται μεταξύ «Το ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο» και «Αστέρως», ένας Λαέρτης που έσκιζε εμφανισιακά και χορευτικά όταν έκανε μιούζικαλ αλλά δεν είναι το ίδιο να εκφέρεις με φωνή απ’ το λάρυγγα τον σεξπιρικό λόγο, οι Ρόζενκραντς και Γκίλντενστερν ως ντουέτο Χοντρός -Λιγνός του μιούζικ χολ, μια Γερτρούδη (χωρίς γαλικά αλλά) με πολύ πιάνο, μερικοί ηθοποιοί που ΠΟΛΥ εκτιμώ κι εδώ χαραμίζονται, άδετοι μεταξύ τους, ανεκδιήγητα ορισμένα απ’ τα κοστούμια -της Οφηλίας, λόγου χάριν, και το πρώτο του Κλαύδιου… Κρίμα. 


Το Εθνικό τα πάει καλά, με πολλά ενδιαφέροντα ανοίγματα και πολλά σχέδια, παρά τις γκρίνιες και παρά τις δυσκολίες, το ΚΘΒΕ τα πάει καλά, παρά τις γκρίνιες και παρά τις δυσκολίες,
ο διορισμός του Γιώργου Κουμεντάκη, ενός καλλιτέχνη με Ήθος, με ευγένεια, με γνώσεις στη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή της Λυρικής έγινε ομόφωνα δεκτός θετικά κι όλοι ελπίζουμε, παρά τις επερχόμενες δυσκολίες, να τα πάει καλά. Στο Ελληνικό Φεστιβάλ ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, παρά τα δυσάρεστα που μεσολάβησαν, περιμένουμε μ’ αισιοδοξία να δείξει τα προγράμματά του για το καλοκαίρι, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης ο Ορέστης Ανδρεαδάκης κι η Ελίζ Ζαλαντό τα πάνε περίφημα, παρά τις δυσκολίες, η Στέγη, καλά, σκίζει -όλο και κάτι καινούργιο-, απ’ το Κέντρο Πολιτισμού του Ιδρύματος «Σταύρος Νιάρχος», παρά τις επιφυλάξεις και τις αντιρρήσεις, πολλά περιμένουμε, η Λυδία Κονιόρδου στο τιμόνι του υπουργείου Πολιτισμού τυγχάνει εκτίμησης, ε, ξέρω και βλέπω τα προβλήματα και τα αρνητικά αλλά ας είμαστε πιο αισιόδοξοι ως προς τον πολιτισμό μας για το 2017 -ζορίζομαι να αισιοδοξήσω, τ’ ομολογώ, αλλά πρέπει. Εκείνο το Μέγαρο, μόνο, παρά την παρουσία του Μίλτου Λογιάδη που εκτιμώ στη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή , με προβληματίζει έως και με ανησυχεί…




Η χαρά του χορού. Μια εξαιρετικά ανομοιογενή, ετερόκλητη -εκ προθέσεως- εικοσαμελή ομάδα συγκρότησε ο Ζερόμ Μπελ στο «Gala» του που είδαμε στην Στέγη: από μια εξαιρετική χορεύτρια και μια γυμνάστρια μέχρι εν’ αγόρι με κινητικά προβλήματα σε αμαξίδιο, από ένα χαριτωμένο, εξάχρονο πάνω-κάτω, κοριτσάκι κι έναν μαυρούλη έφηβο μέχρι ένα αξιοθαύμαστο ώριμο ζευγάρι, από εν αγόρι με ειδικές ανάγκες αλλά και με εντυπωσιακά γυμνασμένο σώμα -θα μπορούσε να ’ναι κι αθλητής στους Παραολυμπιακούς- μέχρι τη θαρραλέα τρανς ακτιβίστρια Άννα Κουρουπού, από ηθοποιούς όπως η Νάντια Κοντογεώργη κι ο Μάξιμος Μουμούρης μέχρι έγχρωμους… 

Και τους έβαλε -τους άφησε, θα ’ταν το σωστότερο -στη σκηνή να χορέψουν. Ελεύθερα. Ό,τι μπορούν. Όσο μπορούν. Όπως μπορούν. Από μπαλέτο και βαλς μέχρι φιγούρες Μάικλ Τζάκσον. Και να κάνουν από αυτοσχεδιασμούς και σόλο μέχρι παιχνίδια με κορδέλες καταλήγοντας σ’ ένα θριαμβευτικό φινάλε με το «New York, New York». Χωρίς να τους διδάξει χορογραφίες -πάνω και πέρα από κανόνες, πέραν του «ωραίου» και του «επιτυχημένου», πέραν του «ακαλαίσθητου» και του «άτεχνου». Ο καθένας με τις ευκολίες ή τα προβλήματά του, ο καθένας με τις δυνατότητές του, αφέθηκαν σ’ ένα πανηγύρι που τους διασκέδαζε, τους ευχαριστούσε, το απολάμβαναν -το ’βλεπες. Κι, ολότελα δοσμένοι, μας μετέφεραν μια αίσθηση χαράς επιμένοντας με πείσμα, ακόμα και πονώντας και κουτσαίνοντας, όπως η τραυματισμένη στον αστράγαλο Άννα Κουρουπού: ένα μάθημα για το τι σημαίνει διαφορετικότητα και μια απόδειξη πως όλοι μπορούμε να κάνουμε τέχνη, αν την αισθανόμαστε (Φωτογραφίες: Ιωάννα Χατζηανδρέου). 


Ναι, το καταλαβαίνω, υπάρχει στην ελληνική σκηνή ένας κορεσμός -όσο σημαντικά ή σπουδαία κι αν είναι- με τα γνωστά -τα πασίγνωστα πια, τα χιλιοπαιγμένα, και ξανά και ξανά…- έργα του Τένεσι Γουίλιαμς -«Ο γυάλινος κόσμος», και «Λεωφορείο ο Πόθος», και «Καλοκαίρι και καταχνιά», και «Τριαντάφυλλο στο στήθος», και «Λυσσασμένη γάτα», και «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι», και «Γλυκό πουλί της νιότης»…  
Εκείνο που δεν καταλαβαίνω είναι η καταφυγή στα μετά την «Νύχτα της Ιγκουάνα» έργα του. Τα αποτυχημένα, τα ατελή, τα αναμασήματα παλιών θεμάτων του και ρόλων του -και δικαιολογημένα αποτυχημένα, ο άνθρωπος είχε καταρρεύσει και πάλευε με τα ψυχιατρεία και τις αποτοξινώσεις και τα χάπια.
Δεν ξέρω γιατί έχουν αρχίσει να τ’ ανεβάζουν οι σκηνοθέτες μας 
και να τα διαλέγουν οι θιασάρχες μας και να τα προτείνουν οι παραγωγοί μας. Ως λιγότερο γνωστά, άρα πιο ελκυστικά; Ως διαμάντια παρεξηγημένα; Γιατί τα εκτιμούν και πιστεύουν ότι αξίζει να τα δούμε; Λυπάμαι αλλά προσωπικά κανένα και κανένας δεν μ έπεισε.
Είδα πέρσι την «Κραυγή» που ανέβασε στο «Faust» η Έλλη Παπακωνσταντίνου, με Αλέκο Συσσοβίτη και Μάνια Παπαδημητρίου -το ’χα δει και παλιότερα-,
είδα πρόσφατα στο «Olvio» -τι νοικοκυρεμένο, άνετο, καλόγουστο θεατράκι!- και «Το βασίλειο της γης» σκηνοθετημένο απ’ την Ιόλη Ανδρεάδη, με Παναγιώτα Βλαντή, Ορέστη Τζιόβα και Κρις Ραντάνοφ -επίσης το ’χα δει και παλιότερα. Ε, δεν… Ένας Τένεσι Γουίλιαμς σκιά του παλιού εαυτού του -το πρώτο μια μουτζούρα, το δεύτερο ένα αμήχανο εργάκι τρίτης σειράς. Κατά τη γνώμη μου, τουλάχιστον. Οπότε, πώς να μην απορώ;


Όταν βλέπω θιάσους, για παραστάσεις τους που ήδη παίζονται ή συνεχίζουν για δεύτερη χρονιά «λόγω επιτυχίας», να στέλνουν με το δελτίο Τύπου, προς επίρρωσιν, «κριτικές κοινού» απ’ το «Αθηνόραμα»» γιατί μελαγχολώ; Και δυσπιστώ;



Η στήλη σήμερα είναι αφιερωμένη στη μνήμη του σκηνογράφου κι ενδυματολόγου Γιώργου Ασημακόπουλου, άνθρωπου γλυκύτατου, συμπαθέστατου, ζεστού, φιλόξενου, με χιούμορ παιχνιδιάρικο, που ’φυγε απ’ τη ζωή ταλαιπωρημένος, στο κλείσιμο της περσινής, πια, χρονιάς -στις 31 Δεκεμβρίου- αφήνοντας τ’ ανάλαφρα χνάρια του στο ελληνικό θέατρο. Και μόνο τη μνημειώδη δουλειά-σκηνικά ΚΑΙ κοστούμια- στο υπέροχο «Βίρα τις άγκυρες» του Εθνικού Θεάτρου, των Θανάση Παπαθανασίου και Μιχάλη Ρέππα και -κυρίως- του Σταμάτη Φασουλή 

-αλλά και των άλλων εκλεκτών-, που ζωντάνεψε εκρηκτικά και συγκινητικά όλη τη χρυσή ιστορία της ελληνικής επιθεώρησης -απ’ το 1894 του «Λίγο απ’ όλα» μέχρι το 1973 του «Κι εσύ χτενίζεσαι» και του «Ελεύθερου»- και που παίχτηκε για δυο σεζόν -πάντα φαντασιώνομαι μια αναβίωση της παράστασης αυτής απ’ το Εθνικό στο «Κοτοπούλη»«Rex», 20 χρόνια κλείνουν, άλλωστε, φέτος- να  χε κανει θα ’ταν αρκετή για να γραφτεί τ’ όνομά του με γράμματα χρυσά στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου. Ας είναι αναπαυμένος. Θα τον θυμόμαστε.

January 10, 2017

Ο Τζίμης Πανούσης στην Επίδαυρο με το Εθνικό ως Τρυγαίος στην «Ειρήνη» των Κηπουργού-Παπαμάρκου-Αρβανιτάκη


Το Τέταρτο Κουδούνι /Είδηση  

Ο Τζίμης Πανούσης θα ’ναι ο Τρυγαίος στην «Ειρήνη» του Αριστοφάνη που σχεδιάζει, σ’ εκδοχή μουσικού θεάτρου, ο Νίκος Κυπουργός με το Εθνικό Θέατρο για το προσεχές Φεστιβάλ Επιδαύρου. Την παράσταση θα σκηνοθετήσει, όπως ήδη έγραψε στο enikos.gr ο συνάδελφος Βασίλης Μπουζιώτης, ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης. 
Πάντως δεν μπορούμε να μιλήσουμε για θεατρικό ντεμπούτο του Τζίμη Πανούση. Εκτός απ’ την, εγγενή στις σατιρικές μουσικοθεατρικές παραστάσεις του, θεατρικότητα, την πορεία του ξεκίνησε το 1972 από ερασιτεχνική θεατρική ομάδα του Χολαργού ενώ απ’ το 1978 συνδέθηκε με την «Θεατρική Συντεχνία» που ’χαν ιδρύσει η Μίνα Αδαμάκη, ο Νίκος Αρμάος, η Ελένη Βουτυρά, ο Τάκης Σαρρής, ο Γιάννης Χουβαρδάς… Στην πρώτη -ομαδική- παράσταση της οποίας «Ο Αλέκος με τα κυδώνια» συμμετείχε ως ηθοποιός και μουσικός, όπως, στη συνέχεια, και στον «Ερωτόκριτο». Ως μουσικός συμμετείχε και στην «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» που ’χε ανεβάσει ο Σταύρος Ντουφεξής για το «Θέατρο Καισαριανής». 

Για τον συνθέτη Νίκο Κυπουργό θα ’ναι η έκτη παρουσία του στο Φεστιβάλ Επιδαύρου. Πρωτοεμφανίστηκε εκεί το 1991 με την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή που ανέβασε ο Σπύρος Ευαγγελάτος με το «Αμφι-Θέατρό» του. Ακολούθησαν, το 1993 -διπλή παρουσία-, οι «Τρωάδες» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Γιώργου Λαζάνη με το «Θέατρο Τέχνης» κι οι «Βάκχες» του Ευριπίδη και πάλι απ’ τον Σπύρο Ευαγγελάτο με το «Αμφι-Θέατρο», το 2007 η «Ανδρομάχη» του Ρακίνα με το Εθνικό Θέατρο και σκηνοθέτη τον Δημήτρη Μαυρίκιο και το 2015 -η πιο πρόσφατη- ο «Αίας» του Σοφοκλή με το «Θέατρο του Νέου Κόσμου» σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου.
Ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης θα κάνει, μόλις, τη δεύτερη παράστασή του στην Επίδαυρο, μετά από 17 ολόκληρα χρόνια. Η πρώτη του ήταν Αριστοφάνης επίσης, οι «Αχαρνής», που ’χε ανεβάσει, με την προϋπάρχουσα μουσική του Διονύση Σαββόπουλου, για τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου το 2000. 
Τη συνάντηση ταλαντούχων στη μουσικοθεατρική «Ειρήνη» συμπληρώνει ο εξαίρετος πεζογράφος Δημοσθένης Παπαμάρκος στον οποίο έχει ανατεθεί η συγγραφή του λιμπρέτου. Βραβευμένος συγγραφέας δυο μυθιστορημάτων -«Η αδελφότητα του πυριτίου», «Ο τέταρτος ιππότης»- 
και δυο συλλογών διηγημάτων -«ΜεταΠοίηση», «Γκιακ»-, ο Δημοσθένης Παπαμάρκος εκτινάχτηκε με το «Γκιακ» που κυκλοφόρησε (2014) απ’ τις Εκδόσεις «Αντίποδες» -κάποια, μάλιστα, απ τα διηγήματα της συλλογής αυτής μεταφέρθηκαν στο θέατρο, σε δραματουργική επεξεργασία Έλενας Τριανταφυλλοπούλου, σε μια εξαιρετική παράσταση που υπέγραφε σκηνοθετικά ο Θανάσης Δόβρης και που παρουσιάστηκε για δυο σεζόν στο θέατρο «Skrow» ενώ κάποια ανεβαίνουν τον Φεβρουάριο, σε διασκευή και σκηνοθεσία Γεωργίας Μαυραγάνη, και στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, στο «Μικρό Θέατρο» της Μονής Λαζαριστών. Πρόσφατα ο Δημοσθένης Παπαμάρκος συνυπέγραψε με τον Γιάννη Ράγκο τα κείμενα στη μεταφορά σε γκράφικ νόβελ του «Ερωτόκριτου» του Βιτσέντζου Κορνάρου με σχέδια Γιώργου Γούση.
Η κωμωδία αυτή του Αριστοφάνη έχει να παιχτεί στην Επίδαυρο απ’ το 2013, όταν την παρουσίασε το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη, με Τρυγαίο τον Βασίλη Χαραλαμπόπουλο.
Η «Ειρήνη» θα ’ναι η δεύτερη καλοκαιρινή παραγωγή του Εθνικού, μετά την «Άλκηστι» του Ευριπίδη, που θα σκηνοθετήσει η Κατερίνα Ευαγγελάτου με Έλενα Μαυρίδου, Νίκο Κουρή και τον Γιάννη Φέρτη, όπως γράφτηκε επίσης στο enikos.gr.

January 9, 2017

Tip: Η Δίκη του Κ.


Δεν είναι καθόλου εύκολο να μεταφέρεις στο σανίδι την «Δίκη» (1914-1915, πρώτη έκδοση 1925), αυτή την πολύσημη νουβέλα του Φραντς Κάφκα. Χωρίς να δημιουργήσεις ένα θεατρικό κλασικό εικονογραφημένο, εννοώ. Ο Θωμάς Μοσχόπουλος το επιχείρησε στην «Πόρτα». Και θριαμβεύει. 
Στην παράστασή του «Η δίκη του Κ.» -«μία παράσταση βασισμένη στη ‘Δίκη’ του Κάφκα», όπως τη χαρακτηρίζει- ο Θωμάς Μοσχόπουλος, που υπογράφει διασκευή -σε έξοχα ελληνικά- και σκηνοθεσία, έχει αποστάξει τη νουβέλα-σταθμό, έχει στραγγίξει προσεκτικά το πνεύμα και την ουσία της, έχει ισορροπήσει τέλεια τα αφηγηματικά μέρη με τα δραματοποιημένα, δεν έχει καθόλου περιφρονήσει το (μαύρο) χιούμορ της
και έχει στήσει μία παράσταση εξαιρετικών ρυθμών, που σε κάποιες στιγμές, όταν πρέπει, γίνονται φρενιτιώδεις, αλλά όχι ανεξέλεγκτοι, αντιστικτικά προς την επικρεμάμενη δίκη (με άγνωστες στον κατηγορούμενο κατηγορίες) του Κ. η οποία αργοσέρνεται. Με ένα μετρονόμο να χτυπάει σε όλη τη διάρκεια της παράστασης απειλητικά, ο Μοσχόπουλος έχει οργανώσει, με επιμέλεια της κίνησης από την Σοφία Πάσχου, μία καταπληκτική χορογραφία για δέκα ηθοποιούς,
με γεωμετρικές, σπασμωδικές κινήσεις -νευρόσπαστα μιας αόρατης και ανώνυμης εξουσίας- σε ένα κόσμο που γέρνει, παραμορφωμένο -έξοχη η δουλειά της σκηνογράφου Ευαγγελίας Θεριανού που συνδύασε αριστουργηματικά τον γυμνό πίσω τοίχο της σκηνής και τα κάγκελά του με τα στρεβλά, παραμορφωμένα στοιχεία του σκηνικού της παραπέμποντας σε εικαστικές πρωτοπορίες της εποχής του έργου, όπως έπραξαν και ο Κορνήλιος Σελαμσής με τις καίριες μουσικές επιλογές του αλλά και η Σοφία Αλεξιάδου στους εξπρεσιονιστικούς φωτισμούς της με τις σκιές και με τους φακούς, δημιουργίες μιας φαντασίας γόνιμης σε ιδέες,. Η σύνθεση σε αυστηρό άσπρο-μαύρο της Κλαιρ Μπρέισγουελ στα κοστούμια -και στις τρομακτικές στη λιτότητά τους μάσκες που παραπέμπουν σε νεκρικά προσωπεία- συμπληρώνει το καρποφόρο αποτέλεσμα. Στο οποίο οδηγούν δέκα ηθοποιοί, οι περισσότεροι νεότατοι, πρώτης γραμμής αλλά και άψογα οδηγημένοι: 

Παντελής Βασιλόπουλος, Ελένη Βλάχου, Μάνος Γαλάνης, Θάνος Λέκκας, Μιχάλης Μιχαλακίδης, Ειρήνη Μπούνταλη, Κίττυ Παϊταζόγλου, Σωτήρης Πατσίκας και Φοίβος Συμεωνίδης, ο ένας καλύτερος από τον άλλο, λειτουργούν σαν μία ορχήστρα δωματίου που την απαρτίζουν, όμως, σολίστες και η οποία παίζει Σένμπεργκ, Βέμπερν ή Μπεργκ. Με επικεφαλής, στο ρόλο του Κ., τον Μιχάλη Συριόπουλο που προοιωνίζεται λαμπρή εξέλιξη θέτοντας πρωταγωνιστικές προδιαγραφές. Μία από τις καλύτερες παραστάσεις της χρονιάς. Μην τη χάσετε επ’ ουδενί! Σας την εγγυώμαι (Φωτογραφίες: Πάτροκλος Σκαφίδας).

January 8, 2017

Τίποτα δεν είναι όπως είναι ή Ό,τι προαιρείστε


Το έργο. Ένα ναυάγιο: δύο δίδυμα αδέλφια που μοιάζουν σαν δύο σταγόνες νερό, ο Σεμπαστιάν και η Βιόλα, από αρχοντική γενιά κάποιας ακαθόριστης σεξπιρικής Μασαλίας, ναυαγούν στις ακτές μιας κάποιας ακαθόριστης σεξπιρικής Ιλιρίας. Γλυτώνουν αλλά χάνονται μεταξύ τους και νομίζουν ο ένας για τον άλλον ότι έχει πνιγεί. Η Βιόλα, που διατηρεί, πάντως, κάποια ελπίδα ότι ο Σεμπαστιάν μπορεί και να σώθηκε, μεταμφιέζεται σε ευνούχο τραγουδιστή και, συστημένη από τον Πλοίαρχο που σώθηκε μαζί της και τη βοήθησε και που είναι ντόπιος, μπαίνει, με το όνομα Σεζάριο, στην υπηρεσία του Δούκα της Ιλιρίας Ορσίνο. Αθεράπευτα ερωτευμένος, ο Ορσίνο με την λέδη Ολίβια. Η οποία, σε βαρύ πένθος για τον πρόσφατα χαμένο αδελφό της που σύντομα ακολούθησε τον πατέρα τους -μάλλον, απλώς, δεν θέλει και πρόκειται για πρόφαση- αρνείται τον έρωτα αυτό.
Ο Ορσίνο αναθέτει στον «Σεζάριο» -που είναι Βιόλα και, στο μεταξύ έχει ερωτευτεί τον Ορσίνο αλλά δεν μπορεί να του αποκαλυφθεί- το δύσκολο καθήκον να πείσει την Ολίβια για τον έρωτά του. Αλλά η Ολίβια αμετάπειστη! Και επιπλέον όχι μόνον αρνείται κατηγορηματικά και άσπλαχνα αλλά ερωτεύεται κεραυνοβόλα τον «Σεζάριο» που ευγενικά προσπαθεί να την αποτρέψει. Ο κόμπος πια γίνεται πολύ σφιχτός…
Στην Αυλή της Ολίβια ζει η ακόλουθός της, η σκανταλιάρα Μαρία, ο ιππότης σερ Τόμπι Μπελτς, ο μονίμως μεθυσμένος και θορυβοποιός θείος της, στον οποίο είναι προσκολλημένος -φίλοι κολλητοί, παρέα μεθοκοπάνε- σερ Άντριου Έϊγκιουτσικ, ένας πανύβλακας, άσωτος, καβγατζής αλλά και όσο δεν πάει δειλός και γελοίος ιππότης που φιλοδοξεί να παντρευτεί την Ολίβια και που ο Τόμπι εκμεταλλεύεται τη μωροφιλοδοξία του και τον αρμέγει οικονομικά, ο Φέστε -ο γελωτοποιός της Ολίβια-, και ο επιστάτης της, ο Μαλβόλιο, ένας στυφός, αντιπαθητικός πουριτανός, με μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, ένας μεγάλαυχος που επιπλήττει, φέρεται αφ’ υψηλού και σκαιά, προσβάλλει και ρουφιανεύει την τρελοπαρέα των υπόλοιπων ενώ στο πίσω μέρος του μυαλού του έχει το γάμο με την Ολίβια και την «αναβάθμισή» του.

Οι άλλοι τέσσερις, που τον έχουν άχτι, μαζί με τον Φαμπιάν -επίσης στην υπηρεσία της Ολίβια-, του στήνουν χοντρή φάρσα. Η Μαρία, η οποία έχει τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα με την κυρία της, γράφει ένα γράμμα με «άγνωστο αποστολέα» -στον οποίο φωτογραφίζεται η Ολίβια-, όπου, χωρίς να τον ονοματίζει, στον παραλήπτη φωτογραφίζει τον Μαλβόλιο ως κρυφό, μεγάλο έρωτα της λέδης. Και του ζητάει όλο να της χαμογελάει -ενώ, μέσα στο πένθος της, η Ολίβια μόνο χαμόγελα δεν θέλει- και να φοράει κίτρινες κάλτσες -χρώμα που εκείνη σιχαίνεται- και σταυρωτές καλτσοδέτες -μόδα που εκείνη απεχθάνεται.

Ο Μαλβόλιο πέφτει στην παγίδα: το χάφτει. Εκτροχιάζεται και μεταβάλλεται σε παγώνι: θα ακολουθήσει τις -κατά το γράμμα- επιθυμίες της και θα εμφανιστεί έτσι μπροστά της σνομπάροντας τον σερ Τόμπι και αφήνοντας την εντύπωση ότι δεν είναι στα καλά του με την Μαρία να υποδαυλίζει την κατάσταση υποβάλλοντας στην Ολίβια ότι είναι δαιμονισμένος. Εκείνη συστήνει να τον φροντίσουν και η παρέα βρίσκει την ευκαιρία να προχωρήσει ακόμα πιο σκληρά τη φάρσα -φτάνει στο σημείο να τον κλείσει σε σκοτεινό μπουντρούμι και να του στείλει τον Φέστε, μεταμφιεσμένο σε εφημέριο, για να τον εξορκίσει.
Στο μεταξύ ο Σεμπαστιάν, που τον έσωσε από τη θάλασσα ο Αντόνιο, ένας άλλος πλοίαρχος, εχθρός του Ορσίνο, ο οποίος έχει γίνει φίλος του περισσότερο από στενός…, αφού του εξομολογείται ότι δεν τον λένε Ροντρίγκο όπως αρχικά του είχε πει, αποφασίζει να πάει κι αυτός στην Αυλή του Ορσίνο. Ο Αντόνιο, με κίνδυνο της ζωής του, τον ακολουθεί για να τον προστατεύσει αλλά σύντομα θα συλληφθεί από αστυνομικούς καθότι καταζητούμενος. Η παρευρισκόμενη στη σύλληψη Βιόλα/«Σεζάριο» την οποία ο Αντόνιο εκλαμβάνει ως τον Σεμπαστιάν, που όχι μόνο τον έσωσε αλλά του δάνεισε και χρήματα, θα δηλώσει ότι δεν τον γνωρίζει και εκείνος, απελπισμένος, θα τον (την) θεωρήσει προδότη.
Όταν ο πραγματικός Σεμπαστιάν βρεθεί στο σπίτι της Ολίβια -και αφού σπάσει στο ξύλο τον σερ Άντριου και τον σερ Τόμπι ο οποίος ενέπλεξε τον πανομοιότυπο του Σεμπαστιάν, αδύναμο «Σεζάριο» σε μονομαχία με τον φοβιτσιάρη σερ Άντριου για την πλάκα του- αυτή, με τη σειρά της, θα τον εκλάβει ως τον «Σεζάριο», στον οποίο έχει ήδη εξομολογηθεί τον έρωτά της, και θα οδηγήσει τον εμβρόντητο Σεμπαστιάν, που δεν αντιδρά γιατί η Ολίβια του αρέσει, ενώπιον ιερέα για να ανταλλάξουν όρκους αιώνιας αγάπης και να κάνουν τον αρραβώνα τους. Αλλά, αργότερα, στη συνάντησή της με τον «Σεζάριο» εκείνος θα αρνηθεί, προς απελπισία της Ολίβια, κάθε δέσμευσή του μαζί της. Μπλέξιμο!

Κάποια στιγμή, επιτέλους, οι δίδυμοι θα βρεθούν ενώπιος ενωπίω και ενώπιον όλων και τότε οι παρεξηγήσεις θα λυθούν οριστικά και τα πολυμπερδεμένα νήματα θα ξεμπλεχτούν: η Ολίβια θα γίνει γυναίκα του Σεμπαστιάν και η Βιόλα, που αποκαλύπτει το φύλο της, γυναίκα του Ορσίνο. Παράλληλα έρχεται στο φως και η φάρσα εις βάρος του καταταλαιπωρημένου Μαλβόλιο που, χολωμένος ως εκεί που δεν παίρνει, ορκίζεται εκδίκηση ενώ ο σερ Τόμπι παντρεύεται την Μαρία εκτιμώντας το σατανικά γόνιμο μυαλό της.
Έτσι όλες οι εκκρεμότητες θα τακτοποιηθούν και το έργο θα κλείσει με ένα τραγούδι του Φέστε. Μελαγχολικό όμως…
Η «Δωδέκατη νύχτα ή Ό,τι προαιρείσθε» έργο της ωριμότητας (χρονολογείται μεταξύ 1600 και 1601, με πρώτη, επίσημα καταγραμμένη, παράστασή του το 1602) του Ουίλιαμ Σέξπιρ είναι μία υπέροχη, παλλόμενη από ερωτισμό, από αισθησιασμό, ξέχειλη από ποιητικότητα, με αστραφτερούς διάλογους, πανέξυπνους αφορισμούς και τολμηρά υπονοούμενα -μελαγχολική- κωμωδία -ίσως η πιο χυμώδης του. Ένα ελευθέριο ξέσπασμα του ποιητή, όπου η αναγεννησιακή φύση αντιμάχεται τα μεσαιωνικά κατάλοιπα. Με δάνεια από τους «Μέναιχμους» του Πλαύτου μέχρι από έργα συγκαιρινών του ή προγενέστερων, ο Σέξπιρ πλάθει, τελικά, ένα δημιούργημα με την αποκλειστική σφραγίδα του πλέκοντας επιδέξια δύο πλοκές -την ερωτική και την κωμική, που την αντλεί από την κομέντια- χαράζοντας χαρακτήρες και τύπους οι οποίοι έμειναν ανάγλυφοι.
Η παράσταση. Ο Δημήτρης Καραντζάς για τη σκηνοθεσία του επέλεξε την έξοχη μετάφραση του Νίκου Χατζόπουλου, που επιδέξια ισορροπεί ανάμεσα στην ποίηση και στο κωμικό, στο τολμηρό υπονοούμενο και στη σύγχρονη έκφραση. Ελάχιστες είναι οι προσθήκες που ο σκηνοθέτης έχει κάνει με αναχρονισμούς -καθόλου απαραίτητες, κατά τη γνώμη μου. Και απέφυγε να ανεβάσει το έργο σαν κωμωδία. Τον οδήγησε η μελαγχολία που το διαπνέει.
Από την άλλη, στο έργο περισσεύουν τα παιχνίδια με τους πανομοιότυπους δίδυμους, με τα ψεύτικα ονόματα, με τις μεταμφιέσεις, με την αλλαγή φύλων, με τον δίσημο ερωτισμό που το διατρέχουν -«τίποτα δεν είναι, όπως είναι» λέει ο Φέστε: η Ολίβια ερωτεύεται έναν νεαρό στον οποίο είναι μεταμφιεσμένη μία κοπέλα την οποία, στην εποχή του Σέξπιρ, έπαιζε ένα αγόρι. Η Βιόλα που την έπαιζε αγόρι και είναι μεταμφιεσμένη σε «Σεζάριο» ερωτεύεται τον Ορσίνο που είναι πολύ τρυφερός μαζί του (της) και στο τέλος την παντρεύεται. Ο Ορσίνο φλέγεται από έρωτα για την Ολίβια που δεν τον θέλει αλλά, τελικά, παντρεύεται την Βιόλα. Ο Αντόνιο εκφράζει σχεδόν απερίφραστα τον έρωτά του για τον Σεμπαστιάν. Η Μαρία φλερτάρει με τον σερ Τόμπι και ο σερ Άντριου ρίχνει ερωτικά υπονοούμενα στην Μαρία. Ο σκηνοθέτης εμπνεύστηκε από όλα αυτά. Αλλά όχι στείρα, μετασχηματίζοντάς τα σε εύκολες μεταμοντερνιές. Εμπνεύστηκε γόνιμα. Ένα παιχνίδι ειδώλων είναι η παράστασή του, όπου, σε δεύτερο πλάνο, βλέπουμε δράσεις διακριτικές που καθρεφτίζουν τη δράση και τους ήρωες οι οποίοι είναι σε πρώτο πλάνο. Ένα παιχνίδι στιλιζαρισμένο, σαν όλα -με τους υπνωτικούς ρυθμούς και τις γεωμετρικές κινήσεις- να λαμβάνουν χώρα σε μία άλλη σφαίρα, ονειρική, εξωπραγματική, σε έναν ου τόπο -κάτι σαν επιστημονική φαντασία. Όπου όλα είναι σαν να συμβαίνουν και να μη συμβαίνουν, όπου οι έρωτες μοιάζει να προσγειώνονται ανώμαλα.
Αυτό, εκ των πραγμάτων, θα έπρεπε να στερεί το έργο από τους χυμούς του. Και όμως! Παρά το μελαγχολικό, «ψυχρό», «στεγνό», αποστασιοποιημένο εξωτερικό περίβλημα, οι σεξπιρικοί χυμοί σαν να διαχέονται εσωτερικά και να φέρνουν την ισορροπία. Το κείμενο, φτάνει καθαρό, γάργαρο, απλώς με τρόπο διαφορετικό από τον αναμενόμενο στο θεατή. Ο Σέξπιρ, εξάλλου, δια στόματος Φέστε και πάλι λέει: «Οι φράσεις είναι σαν το μαλακό γάντι. Πολύ εύκολα τις γυρίζεις το μέσα έξω».
Ο Δημήτρης Καραντζάς -με σύμβουλο στη δραματουργία την Θεοδώρα Καπράλου και δραματολόγο την Έρι Κύργια-, ώριμος πια, έχει κάνει μία μεταμοντέρνα παράσταση σκεπτόμενη -ένα βήμα μπροστά: χωρίς τα, ενίοτε, φτηνά και κιτς και εύκολα στοιχεία στα οποία ο μεταμοντερνισμός μας έχει συνηθίσει. Και μικρόφωνα υπάρχουν, και μετωπικά στησίματα αλλά όλα αυτά, καλά χωνεμένα, γονιμοποιούν το σεξπιρικό έργο.
Είχε, βέβαια, και άξιους συνεργάτες. Θα αναφέρω πρώτο τον Δημήτρη Καμαρωτό, σπεσιαλίστα πια στο να δημιουργεί ηχητικά περιβάλλοντα σημαίνοντα. Η μουσική δουλειά του και τα τραγούδια του γράφουν.
Αλλά και η Κλειώ Μπομπότη, με τα σκηνικά της -αυτή η πλατφόρμα η οποία βομβαρδίζεται από τα ντυμένα σε κοραλί τούλια κάτι σαν «βέλη του έρωτα» που, στο τέλος, σωριάζονται κάτω είναι μία έξοχη ιδέα-, η Ιωάννα Τσάμη με τα κοστούμια της -εξαιρετική η ενδυματολογική της έμπνευση αυτή τη φορά, μόνο το κοστούμι του σερ Τόμπι το βρήκα κάπως υπερβολικό-, η Σταυρούλα Σιάμου με την κίνησή που δίδαξε και που δίνει ώθηση αποφασιστική στην παράσταση και ο Αλέκος Αναστασίου με τους καίριους φωτισμούς του έχουν βοηθήσει με τον καλύτερο τρόπο το σκηνοθέτη.
Οι ερμηνείες. Ο Δημήτρης Καραντζάς έχει ζητήσει από τους -καλούς- ηθοποιούς του πιστή εφαρμογή της γραμμής του. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται να τους χρησιμοποιεί σαν μαριονέτες -άγονα. Αλλά, προσωπικά, πιστεύω πως μέσα από την αυστηρότητα αυτή, πέρα από τη σκηνοθετική άποψη, αναδεικνύουν, με εσωτερικό τρόπο, χωρίς υποκριτικές επιδείξεις, όσο μπορεί ο καθένας τους, τα χαρίσματά τους. Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Γιάννης Κλίνης, Ελίνα Ρίζου, Εύη Σαουλίδου, Μιχάλης Σαράντης, Αινείας Τσαμάτης, Γιώργος Χρυσοστόμου -με εντυπωσιακά τιθασευμένο τον πληθωρισμό του- και το εύφορο κουαρτέτο των ταλαντούχων νέων Βαγγέλη Αμπατζή, Δημήτρη Κίτσου, Βασίλη Μαγουλιώτη, Σπύρου Χατζηαγγελάκη, στο οποίο η σκηνοθεσία επιδέξια έδεσε όλους τους μικρούς ρόλους (Φαμπιάν, Κούριο, Βαλεντίν, Πλοίαρχος, Αστυνόμος Ιερέας), είναι, σε γενικές γραμμές, ικανοποιητικότατοι. Αλλά θα ξεχωρίσω την Έμιλυ Κολιανδρή, Βιόλα υπαινικτική αλλά σημαίνουσα, με άψογη αγωγή λόγου, τον Άρη Μπαλλή-Σεμπαστιάν και τον Νίκο Χατζόπουλο που ναι μεν ο ρόλος του είναι αβανταδόρικος αλλά η απόδοσή του με έκανε να σκεφτώ πως ο Μαλβόλιο σαν γι αυτόν τον ηθοποιό να γράφτηκε.

Το συμπέρασμα. Μία εξαιρετικά, κατά τη γνώμη μου, ενδιαφέρουσα παράσταση -που απόψε παίζεται για τελευταία φορά-, με ουσιαστική, εις βάθος σκηνοθετική πρόταση και ιδιαίτερη, υψηλή αισθητική. Λατρεύω το έργο αυτό, αλλιώς το σκεφτόμουν στη σκηνή αλλά ο Δημήτρης Καραντζάς με έπεισε ότι μπορεί να ανεβεί και αλλιώς (Φωτογραφίες: Πάτροκλος Σκαφίδας).

Εθνικό θέατρο/Κτίριο Τσίλερ/Κεντρική Σκηνή, 4 Ιανουαρίου 2017.