September 19, 2019

Το καινούργιο έργο του Μάρτιν Σέρμαν ανεβάζει ο Γιάννης Λεοντάρης στον «Σταθμό» του Μάνου Καρατζογιάννη


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 


«Όπως πάει το ποτάμι» είναι ο -ελληνικός- τίτλος του πιο πρόσφατου έργου του ξεχωριστού αμερικανού συγγραφέα Μάρτιν Σέρμαν «Gently Down the Stream» που θα παρουσιαστεί, για πρώτη φορά στην Ελλάδα (την οποία ο Σέρμαν πολύ αγαπάει και συχνά επισκέπτεται) αλλά και στην ηπειρωτική Ευρώπη, απ’ τις 23 Απριλίου και μέχρι τις 7 Ιουνίου 2020, στο θέατρο «Σταθμός» που διευθύνει καλλιτεχνικά ο Μάνος Καρατζογιάννης, παραγωγή της «Lead-in-Arts ΑΜΚΕ», επιχορηγούμενη απ’ το υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού. Μεταφραστής ο Αντώνης Πέρης,
σκηνοθετεί ο Γιάννης Λεοντάρης και πρωταγωνιστούν ο Περικλής Μουστάκης (φωτογραφία: Κυριάκος Μακαρονίδης), ο Μάνος Καρατζογιάννης κι ο Μάνος Στεφανάκης.
Με το έργο αυτό ο 81χρονος πια Μάρτιν Σέρμαν επιστρέφει, 38 χρόνια (όταν το νέο έργο γράφτηκε) μετά το «Bent» (1979)
-έργο-ορόσημο, γραμμένο για τις διώξεις των ομοφυλόφιλων στη ναζιστική Γερμανία, που ξεκίνησαν το 1934 με τις μαζικές δολοφονίες της «Νύχτας των Μεγάλων Μαχαιριών» για να καταλήξουν στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης/εξόντωσης
και στα ραμμένα στις στολές τους «ροζ τρίγωνα», που βοήθησε καθοριστικά στη συνειδητοποίηση, από τα ευρύτερα στρώματα που το αγνοούσαν παντελώς, ότι οι ομοφυλόφιλοι υπήρξαν επίσης θύματα του Ολοκαυτώματος- στο θέμα της ομοφυλοφιλίας. Θέλοντας, αυτή τη φορά, να δείξει πόσο έχουν πια αλλάξει τα πράγματα στην γκέι κοινότητα στη διάρκεια της ζωής του.
Στο «Όπως το ποτάμι», ένα συγκινητικό αλλά και με χιούμορ σαρκαστικό, ρομαντικό έργο για τρία πρόσωπα, που έκανε την πρεμιέρα του στην Νέα Ιόρκη το 2017, με τους Χάρβεϊ Φάιερστιν, Γκάμπριελ Έμπερτ και Κρίστοφερ Σίαρς στους τρεις ρόλους, σε σκηνοθεσία του Σον Ματίας -ο οποίος είχε ανεβάσει παλαιότερα και το «Bent»- και που παρουσιάστηκε, φέτος τον Φεβρουάριο, σε ανέβασμα του ίδιου σκηνοθέτη, και στο Λονδίνο, μ’ επιτυχία και διθυραμβικές κριτικές και στις δυο περιπτώσεις, ο Μπο, ένας ηλικιωμένος αμερικανός πιανίστας που ζει στο Λονδίνο, ομοφυλόφιλος που πέρασε δια πυρός και σιδήρου -και από τη δεκαετία του ’80, δεκαετία της εμφάνισης του AIDS και του τρόμου για τους γκέι- και που ακράδαντα πιστεύει πως μια ομοφυλόφιλη σχέση έχει ημερομηνία λήξης, στα 62 του συναντάει διαδικτυακά
τον Ρούφας, έναν 29χρονο εκκεντρικό, διπολικό ομοφυλόφιλο δικηγόρο ο οποίος γοητεύεται από το παρελθόν που ο Μπο αντιπροσωπεύει και κάνουν σχέση. Από την οποία και οι δυο μαθαίνουν: ο Μπο πως τα πράγματα έχουν πια αλλάξει στην γκέι κοινότητα και ο Ρούφας για την πολυπλοκότητα, τις δυσκολίες και, κάποτε, την επικινδυνότητα που είχαν παλαιότερα οι ομοφυλόφιλες συναντήσεις, για τις ήττες αλλά και τους θριάμβους του γκέι κινήματος. Η ερωτική τους σχέση θα λήξει αλλά όχι και η συναισθηματική. Όταν ο Ρούφας παντρεύεται τον Χάρι, ο Μπο θα ’ναι κοντά τους καθώς αντιλαμβάνεται ότι τις πεποιθήσεις του τις έχει ανατρέψει η ζωή. 
Τον Μάρτιν Σέρμαν μας τον γνώρισε στην Ελλάδα, το 1980/1981, ο Γιώργος Θεοδοσιάδης που ανέβασε το «Μπεντ» στο θέατρο «Αθηνά» για το θίασο του Γιάννη Φέρτη ο οποίος συμπρωταγωνιστούσε με τον Πέτρο Φυσσούν -δυο σημαδιακές ερμηνείες. 
Αξίζει να σημειωθεί πως φέτος θα δούμε στην Αθήνα, στο «Γυάλινο Μουσικό Θέατρο» απ’ την Δέσποινα Μπεμπεδέλη και σε σκηνοθεσία Νίκου Καραγέωργου, και τον συγκλονιστικό μονόλογο του Μάρτιν Σέρμαν «Ρόουζ» (1999), που, εδώ πρωτοπαρουσίασε, το 2000/2001, στο «Ιλίσια Studio» και με σκηνοθέτη τον Κοραή Δαμάτη, η Αντιγόνη Βαλάκου, σε μια ερμηνεία-σταθμό την οποία επανέλαβε, το 2003/2004, στο «Χώρα». 

September 18, 2019

Μαλλί με μαλλί... ή Έρχονται «Μικρές αλεπούδες»


 Το Τέταρτο Κουδούνι / 18 Σεπτεμβρίου 2019 


Σου λέει η άλλη -η Όλγα Κεφαλογιάννη, απλή βουλευτής, πια, Α΄ Αθηνών της κυβερνώσας Νέας Δημοκρατίας: «Τομεάρχη Πολιτισμού και Αθλητισμού μ’ είχες βάνει, τους βομβάρδιζα τους δημοσιογράφους με δελτία Τύπου για τις ερωτήσεις κι επερωτήσεις περί τα πολιτιστικά που κατέθετα στην Βουλή, για τις απαντήσεις και τις παρεμβάσεις που ’κανα περί τα πολιτιστικά, για τις συνεντεύξεις που ’δινα περί τα πολιτιστικά -εναντίον των υπουργών Πολιτισμού της προηγούμενης κυβέρνησης βασικά, ότι τίποτα καλό δεν κάνουν κι εγώ θα τα ’κανα καλύτερα-, τσάμπα ο κόπος. Γίνεσαι πρωθυπουργός, σχηματίζεις κυβέρνηση κι έρχεσαι και κάνεις την Μενδώνη/Παναγιωταρέα υπουργό Πολιτισμού και Αθλητισμού. Τώρα θα δεις!». 
Σου λέει η άλλη -η ιδία: «Βομβαρδίζει (σ.σ. βλέπε προηγούμενο -9 Σεπτεμβρίου- «Το Τέταρτο Κουδούνι») η υπουργός με δελτία -που θα πάει από υπερβολική δόση δραστηριότητας...-, α, δε θα την αφήσω σε χλωρό κλαρί». Κι επισκέπτεται τον νέο δήμαρχο Κώστα Μπακογιάννη και του παρουσιάζει προτάσεις και σχέδια που άπτονται του πολιτισμού -«για ανάδειξη», λέει, «του αρχαιολογικού χώρου της Ακαδημίας Πλάτωνος», για την «ίδρυση», λέει, «Κέντρου Πλατωνικών Σπουδών», για «διαμόρφωση της Ιεράς Οδού», λέει, «με την ευκαιρία της διοργάνωσης ‘Ελευσίνα-Ευρωπαϊκή Πρωτεύουσα 2020’, για «Μουσείο», λέει, «της Πόλης των Αθηνών» (σ.σ. που ήδη υπάρχει ένα τέτοιο...) κλπ κλπ και μας αρχίζει κι αυτή -πολυβόλο- στα δελτία Τύπου -έξαλλες, υποθέτω, οι άλλες στο ΥΠΠΟΑ. 
Σου λέει η άλλη -και πάλιν η ιδία Όλγα Κεφαλογιάννη: «Ανασχηματισμός δε θα γένει; Ας πιάσω στασίδι. Ξερ ’γω πόσο θα την κρατήσει στο ΥΠΠΟΑ την Μενδώνη/Παναγιωταρέα;». 
Αχ, μαλλί με μαλλί τις βλέπω να πιάνονται... 
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…




«Λαϊκή οπερέτα» χαρακτηρίζεται ο μετασχηματισμός (μετάφραση, λιμπρέτο, μουσική) απ’ τον Σταμάτη Κραουνάκη σε μουσικό έργο της κωμωδίας του Αριστοφάνη «Εκκλησιάζουσες», συμπαραγωγή του «Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν» και της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Δεν ξέρω πώς ακριβώς νοείται ο όρος «λαϊκή οπερέτα», αλλά εγώ, στο Ηρώδειο, είδα ένα μουσικό έργο, όπου, ανάμεσα σε άχρωμα, διεκπεραιωτικά μουσικά κομμάτια, ξεπηδάει, ξεπετάγεται, ως από φρέαρ αρτεσιανό, η πλούσια μελωδική φλέβα του συνθέτη παράγοντας εύφορα, τερπνά αποτελέσματα. Πάνω σ’ ένα λιμπρέτο καλά φτιαγμένο μεν, που πατάει, όμως, πάνω στις αθυροστομίες του Αριστοφάνη και που, μετά την Παράβαση ιδίως, μπατάρει υπερτονίζοντάς τες με άφθονα καλιαρντά και φτάνοντας σε χοντροκομμένα ακούσματα που γαργαλούν, με παλαιούς, ξεπερασμένους τρόπους, το κοινό, με το επιχείρημα, υποθέτω, ότι «έτσι και χειρότερα τα λέει ο Αριστοφάνης», επιχείρημα που αγνοεί τις κοινωνικές συνθήκες του 392 π.Χ. -όταν γράφτηκε το έργο. 
Η σκηνοθεσία της Μαριάννας Κάλμπαρη, μετωπική και σε πολύ υψηλούς τόνους που τους ενισχύουν τα μικρόφωνα, μίζερα ολιγοπρόσωπη ως προς τον Χορό, δε βοήθησε, πιστεύω, το κείμενο, αντίθετα το «χόντρυνε» περισσότερο, στρεφόμενη προς ένα παρελθόν υφολογικά εξαντλημένο πια -φαλλούς, πάντως, δεν είδαμε...-, μ’ ευρήματα ξεθυμασμένα. Τα χρώματα στα σκηνικά και στα κοστούμια της Χριστίνας Κάλμπαρη φωτίζουν, βέβαια, θετικά την παράσταση. 
Η Σοφία Φιλιππίδου, ευφάνταστη ηθοποιός, με το κωμικό στοιχείο μέσα της, «τελαλίζει» το λόγο και κάποτε στομφάρει, αλλά η Πραξαγόρα της έχει κέφι. Μεστή, έξοχη -αν και, μουσικά, το οπερατικό δε δένει με το σύνολο- η φωνή του μπασοβαρύτονου Χριστόφορου Σταμπόγλη που δείχνει, επιπλέον, ικανότητες στις πρόζες αξιομνημόνευτες. Ο Σταμάτης Κραουνάκης φέρει επί σκηνής τον πληθωρισμό του. Απ’ τους υπόλοιπους ξεχώρισα την μπουφονερί του Χρήστου Γεροντίδη και την εκπληκτική φωνή του Κώστα Μπουγιώτη -Κήρυκας και στον Χορό των ανδρών. Η καλή Ιωάννα Μαυρέα, αφημένη στις ευκολίες της (Φωτογραφία: Ελπίδα Μουμουλίδου).


Δυο μόνον, οι Αριστοφάνηδες φέτος το καλοκαίρι. Δυο μέρες μετά, είδα και τον δεύτερο -πρώτον χρονολογικά ως ανέβασμα. Με τον «παλαιό τρόπο», η πρώτη παράσταση, με τον «νέο», «ανανεωτικό» τρόπο. η δεύτερη. Και πάλι, όμως, δεν ευτύχησα
Καταρχάς, τι δύσκαμπτο, στεγνό έργο -για να το μελετούν οι φιλόλογοι, όχι για να παίζεται- οι «Νεφέλες»... Δεν ξέρω αν ασεβώ, αλλά το βρίσκω τόσο, μα τόσο βαρετό. Ο σκηνοθέτης Δημήτρης Καραντζάς θέλησε να του δώσει μια (μετα)μοντέρνα γραμμή, α λα «Όρνιθες» του Νίκου Καραθάνου, αλλά δε νομίζω ότι κατάφερε να το σώσει. Δεν κατάλαβα, τουλάχιστον, τι ακριβώς ήθελε να πει, μού φάνηκαν όλα συγκεχυμένα -μπορεί να φταίω εγώ...
Στη διάθεσή του είχε ένα εικαστικά πολύ ενδιαφέρον αλλά όχι ιδιαίτερα λειτουργικό σκηνικό της Κλειώς Μπομπότη, τα κοστούμια -στη γνωστή μεταμοντερνιστική γραμμή που φλερτάρει με το κιτς και την οποία ακολουθεί, συνήθως, ή της ζητούν ν’ ακολουθήσει- της Ιωάννας Τσάμη, κοστούμια που καθόλου δε μ ενθουσίασαν, τις μουσικές του Ανρί Κεργκομάρ που δεν τον βρήκα σε φόρμα και την άγαρμπη, χύμα κίνηση του Τάσου Καραχάλιου. Και μια ομάδα καλών ηθοποιών. Απ’ τους οποίους ξεχώρισα,


πρώτο-πρώτο, τον, ώριμο, πια, Γιώργο Γάλλο που του πήγαινε κουτί ο Στρεψιάδης -ιδανικός!-, την εξαιρετική Έμιλυ Κολιανδρή, άντε και την Θεοδώρα Τζήμου αλλά όχι, αυτή τη φορά, την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη και τον Χρήστο Λούλη, περιορισμένο, με μια κακόγουστη, καθόλου αστεία περούκα, στο «ρόλο» του Ποιητή, σε μια ευφάνταστη αλλά μουτζουρωμένη Παράβαση -αυτή την Παράβαση που μου κάνει εξαιρετικά αντιπαθητικό τον Αριστοφάνη για την έπαρση που βγάζει- ενώ βρήκα απογοητευτικό τον Σωκράτη του Νίκου Καραθάνου (Φωτογραφίες: Γκέλυ Καλαμπάκα).



Τις «Μικρές Αλεπούδες» της τολμηρής αμερικανίδας Λίλιαν Χέλμαν ανεβάζει, στις 16 Δεκεμβρίου, στο θέατρο «Studio Μαυρομιχάλη», τα Δευτερότριτα, ο Κωστής Καπελώνης για τον, 14χρονης ενεργούς πορείας, θίασο «Συν-Θήκη» -που ’χει επιχορηγηθεί απ’ το υπουργείο Πολιτισμού για τη συγκεκριμένη παράσταση-, σε μετάφραση Ερρίκου Μπελιέ, με σκηνικά και κοστούμια Ανδρέα Σαραντόπουλου.
Η αριστερών πεποιθήσεων αμερικανίδα ακτιβίστρια συγγραφέας Λίλιαν Χέλμαν, μέσα από μια οικογενειακή ιστορία που αφορά την οικονομική διαμάχη τριών αδελφών, μιλάει για τον αμοραλισμό και τη διαφθορά, έννοιες σταθερά διαχρονικές στις μικρές ή μεγάλες καπιταλιστικές κοινωνίες, χωρίς να λείπουν απ’το έργο της οι θετικοί ήρωες που προσπαθούν να κρατήσουν την ηθική τάξη.
Η «Συν-Θήκη», μετά το «Ήταν όλοι τους παιδιά μου» του Άρθουρ Μίλερ (2013), την «Φρουρά στον Ρίνο» της Λίλιαν Χέλμαν, επίσης, (2016) αλλά και τον ιψενικό «Ιωάννη Γαβριήλ Μπόρκμαν» (2018), που ’χει παρουσιάσει, «επιλέγει», όπως σημειώνεται, «τις ‘Αλεπούδες’, επιδιώκοντας να διατηρήσει έναν κοινό θεματολογικό και υφολογικό ιστό στα έργα που φέρνει στη σκηνή. Η Ρεγγίνα Γκίντενς και τ’ αδέλφια της, άπληστοι και αδίστακτοι, χωρίς κανέναν ηθικό φραγμό μπρος στο κυνήγι του κέρδους, μπορούν να θεωρηθούν ‘άξιοι συγγενείς’ του Τζο Κέλερ και ‘μακρινοί απόγονοι’ του Ιωάννη Γαβριήλ Μπόρκμαν».
Στους ρόλους, οι Γιώργος Κροντήρης (Οράτιος Γκίντενς), Μαρία Μακρή (Μπέρντι Χάμπαρντ), Δέσποινα Πόγκα (Ρεγγίνα Γκίντενς), Χρήστος Συριώτης (Όσκαρ Χάμπαρντ), Βέρα Χατζηϊακώβου (Άντι), Πέτρος Πέτρου (Μπεν Χάμπαρντ), Νατάσα Παπαδάκη (Αλεξάνδρα Γκίντενς), Μάνος Κωστής (Ουίλιαμ Μάρσαλ), Πάρις Σκαρτσολιάς (Λέο Χάμπαρντ).

Το έργο της Λίλιαν Χέλμαν, που ’κανε την πρεμιέρα του στην Νέα Ιόρκη το 1939, με Ρεγγίνα την Ταλούλα Μπάνκχεντ, και που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο, απ’ τον Γουίλιαμ Γουάιλερ, το 1941, με την Μπέτι Ντέιβις στον κύριο ρόλο, πρωτοανέβασε στην Ελλάδα, τη σεζόν 1945/1946, ο θίασος Κατερίνας (που ’παιξε την Ρεγγίνα)-Γιώργου Παππά, σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν. Ακολούθησε ο Αλέξης Δαμιανός που το σκηνοθέτησε το 1961/1962, στο «Πορεία» του, με Ρεγγίνα την Τασία Πανταζοπούλου, ενώ η Κατερίνα ερμήνευσε το ρόλο και 
πάλι -ο τελευταίος της πριν αποσυρθεί-, συμπράττοντας με το θίασο της Έλλης Λαμπέτη, στο «Διάνα», και με σκηνοθέτη τον Ντίνο Δημόπουλο, το 1972/1973. Το 1997/1998 τις «Μικρές αλεπούδες» παρουσίασε στο θέατρο «Αθηνών» η «Σύγχρονη Θεατρική Σκηνή» της Κατερίνας Μαραγκού που ’παιξε την Ρεγγίνα, σε σκηνοθεσία Γιάννη Μαργαρίτη, ενώ το έργο έχει ηχογραφηθεί και για το «Θέατρο της Δευτέρας» της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, σε σκηνοθεσία Γιώργου Θεοδοσιάδη, με Ρεγγίνα την Μάρθα Βούρτση.
«Μικρές αλεπούδες», όμως -γερμανόφωνες- είδαμε και στο Φεστιβάλ Αθηνών του 2015, απ’ τη βερολινέζικη «Σάουμπίνε», σε σκηνοθεσία Τόμας Όστερμάιερ, με Ρεγγίνα την Νίνα Χος.
Σημειώστε ότι Λίλιαν Χέλμαν, φέτος, μπορείτε να δείτε -το προγενέστερο, πρώτο της έργο για το θέατρο «Ψίθυροι» (1934), σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Κοέν, με Μαρίνα Ασλάνογλου και Μαρίνα Ψάλτη- και στο «Δημήτρης Χορν», όπου η παράσταση μεταφέρεται απ’ το «Αθηνών» και θα παρουσιάζεται, για δεύτερη σεζόν, τα Δευτερότριτα επίσης.



Επί χρόοονια τώρα δίνει αποχαιρετιστήριες συναυλίες η Νάνα Μούσχουρη. Εντούτοις, στην αφιερωμένη στον Μίμη Πλέσσα βραδιά «Νύχτα καλοκαιριού» -στις 26 Σεπτεμβρίου που γίνεται έχει μπει κι επίσημα το φθινόπωρο αλλά τέλος πάντων...-, θα την ακούσουμε και πάλι στο Ηρώδειο. Να τραγουδάει. Ετών 85. Χαλκέντερη! Εμείς δεν ξέρω πόσο χαλκέντεροι μπορούμε να είμαστε. Πόσο μάλλον αν προσθέσουμε και τα 95 χρόνια του Μίμη Πλέσσα, κεντρικού προσώπου της συναυλίας, μαζί με τα 85 του Γιώργου Κατσαρού, τα 83 του Κώστα Χατζή και τα -μόλις- 76 του Δάκη, που, μεταξύ πολλών άλλων, θα συμμετάσχουν. Τα χρόνια τους να φτάσουμε! Και να μπορούμε ν’ ανοίξουμε το στόμα μας.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή... (Φωτογραφία: Readers Digest UK).




Πρόχειρη και πολύ μέτρια βρήκα την παράσταση του Γιάννη Κακλέα στην Ταράτσα του «Λαμπέτη» με την «Μικρή μας πόλη» του Θόρντον Γουάιλντερ. Κάπως ξεπερασμένο πια το έργο, ο Γιάννης Κακλέας δεν τήρησε τις σκηνικές οδηγίες του συγγραφέα για παράσταση χωρίς σκηνικά και σκηνικά αντικείμενα που να τα αναπληρώνουν με αυτοσχεδιασμούς οι ηθοποιοί, προφανώς για να το φρεσκάρει αλλά έτσι φάνηκε πιο αδύναμο, η τρίτη πράξη που πάλλεται, ανεβάζει τη συγκίνηση στα ύψη και το δικαιώνει έχει χάσει την αισθαντικότητά της, κοστούμια εκ των ενόντων, οι ηθοποιοί μοιάζουν ακαθοδήγητοι -μόνον την Ιφιγένεια Αστεριάδη ξεχώρισα-, ειδικά οι νέοι της δραματικής σχολής «Ίασμος» που ’χει και την παραγωγή, οι οποίοι συμμετέχουν στη διανομή, ο συμπαθέστατος Χρήστος Φερεντίνος που επελέγη για το ρόλο του Αφηγητή και που έπαιζε όταν είδα την παράσταση -τώρα τον έχει αντικαταστήσει ο Δημήτρης Κουρούμπαλης- είχε την άνεση και την αμεσότητα του τηλεοπτικού πλατό αλλά όχι και της σκηνής όπου έδειχνε αμήχανος -σα να μην ήξερε τι να κάνει τα χέρια του...
Για όσους είχαμε την τύχη να δούμε, το 1991, την «Μικρή μας πόλη» του Μίνου Βολανάκη -παίχτηκε δυο σεζόν, 1991/1992 και 1992/1993-, σημαδιακή παράσταση του καλύτερου Βολανάκη, παραγωγή του Γιώργου Λεμπέση, με ιδεώδη Αφηγητή τον Νικήτα Τσακίρογλου κι άριστα οδηγημένη την υπόλοιπη καλή διανομή -κατά... τραγική σύμπτωση στο ίδιο θέατρο, στη χειμερινή του αίθουσα-, ας αποφύγουμε πάσαν σύγκρισιν...


Εκείνο το οποίο μ’ άφησε γεμάτο απορίες ήταν η ανακοίνωση του παραγωγού «Ίασμου» ότι οι τρεις τελευταίες παραστάσεις -«Η μικρή μας πόλη» τελειώνει στις 22 Σεπτεμβρίου- αποτελούν «κοινωνική προσφορά του ‘Ίασμου’», καθώς οι εισπράξεις τους «θα μοιραστούν σε όλους τους συντελεστές της παράστασης». Δηλαδή; Δεν πληρώνονταν οι συντελεστές; Πρόκειται περί bonus; Περί ελεημοσύνης; Το βρήκα τουλάχιστον άκομψο.

September 17, 2019

Θάνατος γραφειοκράτη σε Παιδική Χαρά ή Ένα ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ


Στο Φτερό / «Ο καταδικασμένος» / Σκηνοθεσία: Ακίρα Κουροσάουα. 



Άμεσα μεταπολεμική, εκδυτικισμένη Ιαπωνία. Στο Τόκιο. Προϊστάμενος σε δημοτική υπηρεσία είναι ο ηλικιωμένος κύριος Κάντζι Ουατάναμπε. Έτοιμος να σπάσει το ρεκόρ: τριάντα χρόνια στη δουλειά, ούτε μία μέρα απουσίας. Υποδειγματικός 
γραφειοκράτης -Ο γραφειοκράτης. Και, ξαφνικά, μία μέρα, δεν 
έρχεται στο γραφείο. Χωρίς καμία ειδοποίηση. Είναι η μέρα που ο γιατρός είδε την ακτινογραφία του στομάχου από το οποίο υπέφερε
και του είπε πως πρόκειται για απλό έλκος που θα επουλωθεί μόνο του αλλά εκείνος, παρασκηνιακά, έμαθε και τα μυστικά του 
ιατρικού επαγγέλματος: ότι έτσι παρουσιάζουν στον ασθενή τον ανίατο καρκίνο του στομάχου που δίνει περιθώριο ζωής το πολύ ένα χρόνο. Ο κύριος Ουατάναμπε, χήρος από πολύ νέος, που δεν ξαναπαντρεύτηκε, αφοσιωμένος στην ανατροφή του γιου του,
παντρεμένου πια, με τον οποίο και τη γυναίκα του ζουν μαζί -ένα ζευγάρι που σκέφτεται μόνο την περιουσία του ανεπιθύμητου γέρου και πώς θα αποκτήσει καινούργιο σπίτι- και από τους οποίους αποκρύπτει την κατάστασή του, κάτω από το φάσμα του θανάτου πια, κάνει μία ανασκόπηση της ζωής του. Και συνειδητοποιεί ότι δεν την έζησε. Η τυχαία συνάντησή του με έναν
εκκεντρικό Μυθιστοριογράφο γίνεται αφορμή να του ζητήσει να του γνωρίσει αυτή τη ζωή που δεν έζησε. Η ζωή που αυτός του γνωρίζει, του αποσβολωμένου Ουατάναμπε, μέσα στη νύχτα, είναι η ζωή των μπαρ, των καμπαρέ, των νυχτερινών κέντρων, του στριπτίζ, των αγοραίων γυναικών -κονσοματρίς, πόρνες..., η βουτηγμένη στο
πιοτό και στο ξενύχτι και στην ακολασία. Δεν τον κατακτά. Τον κατακτά, όμως, ένα κορίτσι, μία συνάδελφός του στο γραφείο, η Τόγιο, που την έχουν στείλει στο σπίτι του για να τους φέρει την απαραίτητη σφραγίδα του. ΄Ενα κορίτσι αλλιώτικο, που 
ξεκαρδίζεται στα γέλια στη δημοτική υπηρεσία όπου εργάζεται μαζί του, σοκάροντας τους αγέλαστους χαρτογιακάδες, που, μετά από ενάμιση χρόνο δουλειάς, έχει ήδη βαρεθεί και δεν θέλει να
γίνει σαν την «Μούμια» -το ψευδώνυμο που έχει δώσει στον Ουατάναμπε-, γι αυτό και παραιτείται πηγαίνοντας να δουλέψει σε ένα εργαστήριο κατασκευής παιχνιδιών, όπου γουστάρει τη δουλειά που κάνει. Τον κατακτά με τη νεανικότητα, τη ζωτικότητα και την ενέργειά της, με την αίσθηση της ελευθερίας που έχει, με το γέλιο της. Ο γιος και η νύφη του θα σοκαριστούν και θα δυσαρεστηθούν πιστεύοντας ότι 

απλώς «ξεμυαλίστηκε με τη μικρή», στο τέλος και η ίδια θα τρομάξει από την αφοσίωσή του, από το δόσιμό του σ' αυτήν και, πολύ περισσότερο, όταν της εξομολογηθεί ότι πεθαίνει. Αλλά πριν 
φύγει από κοντά του θα προλάβει να τον εμπνεύσει κάτι να κάνει στη ζωή του, κάτι να αφήσει πριν πεθάνει. Και θα το βρει ο Ουατάναμπε: αποφασίζει να στηρίξει και να βοηθήσει μία ομάδα γυναικών που αγωνίζονται να αποξηρανθεί στη γειτονιά τους ένα οικόπεδο-χαβούζα και να γίνει Παιδική Χαρά αλλά δεν μπορούν να βγάλουν άκρη, μπλεγμένες στα γρανάζια της γραφειοκρατίας, μέρος της οποίας είναι και η υπηρεσία του Ουατάναμπε, γραφειοκρατεία που τους παραπέμπει από τον Άνα 

στον Καϊάφα. Δεν πτοείται από τις απίθανες δυσκολίες που του υψώνουν οι συνάδελφοί του. Η επιμονή του μέχρι φορτικότητας, η παραβίαση θυρών που δεν ανοίγουν εύκολα, όπως του «αρμόδιου» αντιδημάρχου, το θάρρος του να αψηφήσει ακόμα και απειλές της Γιάκουζα -της ιαπονικής Μάφια- που συμφέροντά της εμπλέκονται στη δημιουργία του πάρκου και που έχει τις «διασυνδέσεις» της στο δημαρχείο... καρποφορούν: η
Παιδική Χαρά γίνεται πραγματικότητα. Και εκείνος θα πεθάνει μέσα στην Παιδική Χαρά -πάνω σε μία αιώρα της. Ενώ τον σκεπάζει το χιόνι που πέφτει. Στην κηδεία του ο αντιδήμαρχος και οι προϊστάμενοι άλλων υπηρεσιών του Δήμου θα προσπαθήσουν να μειώσουν την προσφορά του, να την καρπωθούν έως και να την εξαφανίσουν και θα αναρωτιούνται τι έκανε αυτόν το γραφειοκράτη να μεταμορφωθεί και αν ήξερε ότι πεθαίνει από καρκίνο, καθώς σε κανέναν τους δεν το είχε πει, εκτός από το συγγραφέα και το κορίτσι -ούτε στους δικούς του. 
Λίγο, όμως, το σακέ που πίνουν και τους λύνει τη γλώσσα, λίγο κάποιες τυχαίες εξομολογήσεις τους, λίγο ο ένας και μοναδικός ανάμεσά τους που τον υπερασπίζεται, λίγο οι γυναίκες της γειτονιάς που βοήθησε, οι οποίες έρχονται να τον κλάψουν και να τον τιμήσουν, λίγο κάποια στοιχεία που συσσωρεύονται, με τελικό και αποφασιστικό τη μαρτυρία του αστυνομικού ο οποίος, περιπολώντας, τον είδε να κάνει κούνια μέσα στο χιόνι, στην Παιδική Χαρά, τραγουδώντας, 
και ο οποίος έχει τύψεις γιατί δεν επενέβη, νομίζοντας πως απλώς πρόκειται για μεθυσμένο. Η αλήθεια θα αποκαλυφθεί: ο Ουατάναμπε έχασε τη ζωή του αλλά όχι και την ψυχή του. Ο Ακίρα Κουροσάουα στον «Καταδικασμένο» («生きる»/«Ikiru»/«Doomed», 1952, άστοχη η παλαιά μετάφραση στα ελληνικά του τίτλου που, στην πραγματικότητα, σημαίνει «Να ζεις») αναπτύσσει ένα έξοχο σενάριο που συνυπογράφει ο ίδιος με 
τους Χιντέο Ογκούνι και Σινόμπου Χασιμότο και για το οποίο συμβουλεύτηκαν τη νουβέλα του Λεβ Τολστόι «Ο θάνατος του Ιβάν Ίλιιτς». Το σενάριο, όμως, έχει μία ιδιαιτερότητα. Στο πρώτο μέρος, που σίγουρα αντλεί και από τον «Φάουστ» -ο Μυθιστοριογράφος που «ξεβγάζει» τον Ουατάναμπε λέει ο ίδιος «θα παίξω τώρα τον Μεφιστοφελή σου» και η Τόγιο θα μπορούσε να είναι ένας είδος Μαργαρίτας/Γκρέτχεν-, η ιστορία προχωράει γραμμικά. Αλλά, λίγο μετά το μέσον, όταν ο Ουατάναμπε πεθαίνει και το πληροφορούμαστε από τη φωνή του αφηγητή της ταινίας, η γραμμή αλλάζει: έχουμε αποκλειστικά τη συγκέντρωση για την 

κηδεία του, όπου, δεξιοτεχνικά -μου ανακάλεσε τον λίγο παλαιότερο (κατά δύο χρόνια) «Ρασομόν» του ίδιου του Κουροσάουα-, συγκεντρώνονται σωρευτικά στοιχεία για το τι πραγματικά συνέβη, μέσα από σύντομα φλας μπακ, μέχρι η αλήθεια να φωτιστεί στο τέλος. Ασπρόμαυρη φωτογραφία που δημιουργεί μία ατμόσφαιρα σκοτεινή, θαμπή, μελαγχολική σαν τη ζωή του κεντρικού ήρωα, σύντομα πλάνα-σεκάνς που σβήνουν, αιφνιδιασμοί, πειραματισμοί με τον ήχο, η εκδυτικισμένη -βασικά εξαμερικανισμένη- ιαπωνική κοινωνία που χαράζεται ανάγλυφα, η μουσική που υποβάλλει καταστάσεις -από το παλιό, λυπητερό τραγούδι «Gondola No Uta» («Το τραγούδι της γόνδολας») -«Η 


ζωή είναι σύντομη...»-, μία μπαλάντα του 1915, που ο Ουατάναμπε τραγουδάει θλιμμένα, νοσταλγικά σε ένα από τα νυχτερινά κέντρα όπου τον σέρνει ο Μυθιστοριογράφος, κάνοντας τη life style πελατεία να παγώσει, και που το ξανατραγουδάει, αλλά λυτρωτικά 
πια, στο τέλος, πάνω στην αιώρα, πριν πεθάνει -τι αξέχαστο φινάλε!- έως το «Happy Birthday to You» που τραγουδάει μία ομάδα κοριτσιών σε κάποια γενέθλια που γιορτάζουν, στο καφέ όπου κάθεται με την Τόγιο, όταν, με την προτροπή της, πάρει την απόφαση να βρει τρόπο να «ζήσει» -μία 


αναγέννηση-, η περίτεχνη προβολή της φιλοσοφικής θεώρησης για τη ζωή μας που πάει, συνήθως, χαμένη αλλά και η λιτότητα της αφήγησης, οι τέλεια χαραγμένοι χαρακτήρες, οι ιδιοφυείς ρυθμοί της ταινίας, η πλανοθεσία, οι συναρπαστικές θέσεις της κάμερας -πίσω από παραπετάσματα, πίσω από διαχωριστικά, πίσω από κάγκελα, απέναντι από καθρέφτες, από ψηλά...-, τα άφοβα,

ακομπλεξάριστα διαρκή γκρο πλάνα, τα συμβολικά ευρήματα-λάιτ μοτίφ -το καινούργιο καπέλο του Ουατάναμπε, το κουρδιστό λαγουδάκι της Τόγιο...-, τα νήματα που τα ενώνουν, όλα μαζί συνθέτουν ένα βαθύτατα φιλοσοφημένο, απέραντα τρυφερό, καθηλωτικό ποίημα υψηλής τέχνης και μαρξιστικής οπτικής -ο 

λαός, ως Χορός γυναικών, διακριτικά παρών από την αρχή της ταινίας, «εισβάλλει» στην κηδεία παραμερίζοντας τους γραφειοκράτες και κατακτά, τελικά, το στόχο του, ήτοι την Παιδική Χαρά. Ο σπουδαίος ηθοποιός Τακάσι Σιμούρα, o
τακτικότερος από τους τακτικούς πρωταγωνιστές του Κουροσάουα -έπαιξε σε 22 από τις 31 ταινίες του-, ως Ουατάναμπε -συγκλονιστικός-, η Μίκι Ονταγκίρι-Τόγιο, ο Γιουνόσκε Ίτο-Μυθιστοριογράφος και οι, επίσης καλά διαλεγμένοι, λοιποί ηθοποιοί της διανομής υλοποιούν το βουτηγμένο στην ανθρωπιά 

όραμα του Κουροσάουα. Ένα αριστούργημα! Κυριολεκτώ. Καθόλου «διανοουμενίστικη» ταινία, απολύτως βατή. Την είδα για πρώτη 
φορά και, τρεις μέρες μετά, ακόμη είμαι υπό την επήρειά της, τα πλάνα της με ακολουθούν. Πρέπει να τη δείτε! Οπωσδήποτε!

(Το αριστουργηματικό σενάριο της ταινίας έχει μεταφραστεί στα ελληνικά από τον Μάκη Μωραΐτη και έχει εκδοθεί: Κουροσάβα Ακίρα. «Ο καταδικασμένος». Εκδόσεις «Αιγόκερως», Αθήνα, 1990. Το διαδίκτυο δείχνει ότι το βιβλίο είναι εξαντλημένο στον εκδότη. Η νουβέλα του Λεβ Τολστόι «Ο θάνατος του Ιβάν Ίλιιτς» έχει μεταφραστεί πολλές φορές και κυκλοφορεί από διάφορους εκδοτικούς οίκους. Το χειμώνα θα δούμε, για δεύτερη σεζόν, σε επανάληψη, τη μεταφορά της στη σκηνή, στο θέατρο «Αλκμήνη»/Κεντρική Σκηνή, σε διασκευή για το θέατρο και σκηνοθεσία Κωνσταντίνας Νικολαΐδη, με τον Γιώργο Γαλίτη και τον Θανάση Κουρλαμπά). 

Κινηματογράφος «Άστυ», 14 Σεπτεμβρίου 2019.