August 24, 2018

Στο Φτερό / Έρωτας στα χρόνια της χολέρας


«120 χτύποι στο λεπτό» του Ρομπέν Καμπιγιό

Παρίσι, αρχές δεκαετίας του ’90 κι η νεοπαγής (1989) ακτιβιστική οργάνωση του ομοφυλοφιλικού κινήματος ACT UP -η οποία αγωνίζεται κατά του νεοφερμένου AIDS, προσπαθώντας να αφυπνίσει τον κόσμο, να τον ενημερώσει ότι δεν πρόκειται για 
αποκλειστικά «ασθένεια των ομοφυλόφιλων», να εξαλείψει προκαταλήψεις και, κυρίως, να πιέσει τους κρατούντες -Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Φρανσουά Μιτεράν- να ενεργοποιηθούν σθεναρά και να πάρουν μέτρα ουσιαστικά κατά του AIDS-, 
«θυγατρική» της διεθνούς ACT UP που ’χε ιδρυθεί στην Nέα Ιόρκη το 1987 -δυο χρόνια πριν-, συνεδριάζει, ασκεί πιέσεις, σχεδιάζει δράσεις. Η εικόνα των σχέσεων ανάμεσα στα μέλη της -στην πλειονότητά τους ομοφυλόφιλοι και βασικά οροθετικοί- δεν είναι ειδυλλιακή: υπάρχουν διαφωνίες, υπάρχουν συγκρούσεις, υπάρχουν παρεξηγήσεις... Όμως τίποτα δεν τους 
σταματάει. Η ταινία «120 χτύποι στο λεπτό» («120 Battements par Minute», 2017) του Γάλου Ρομπέν Καμπιγιό επικεντρώνεται στις δράσεις της γαλικής ACT UP ενάντια στη φαρμακευτική εταιρεία Melton Pharm που ’χει κάνει σχετική έρευνα αλλά περιμένει να ανακοινώσει τα αποτελέσματά της τα οποία, πιθανόν, θα βοηθήσουν, στο συνέδριο για το AIDS που θα γίνει στο Βερολίνο μετά από ένα χρόνο ενώ άνθρωποι πεθαίνουν από την ασθένεια, χωρίς να αγνοεί άλλες παρεμβάσεις της, όπως στα Gay Pride, σε κηδείες μελών της, σε σχολεία... Στους κόλπους της οργάνωσης ο Γαλοχιλιανός Σον, 

με προχωρημένα τα συμπτώματα της ασθένειας αλλά εξαιρετικά δραστήριος κι ο νεοφερμένος Νατάν που δεν είναι οροθετικός ερωτεύονται και κάνουν σχέση. Αλλά, όσο η σχέση εξελίσσεται 
-ένας έρωτας στα χρόνια της χολέρας, στα δύσκολα χρόνια, πριν βρεθούν οι σημερινοί αποτελεσματικοί τρόποι αντιμετώπισης της νόσου-, τόσο η κατάσταση του Σον επιδεινώνεται. Ο Νατάν θα μείνει κοντά του, θα του σταθεί, θα τον φροντίσει και, στο τέλος, θα τον «βοηθήσει» να φύγει απ’ τη ζωή πιο γρήγορα, για να μην υποφέρει περισσότερο -γιατί υποφέρει. Ο Ρομπέν Καμπιγιό έχει 


αντιμετωπίσει την ταινία, στο πρώτο και μεγαλύτερο μέρος της, σαν ντοκιμαντέρ, σαν χρονικό της δράσης της ACT UP, οδηγώντας τους ηθοποιούς του σ’ ένα φυσικό, άμεσο παίξιμο. Στο δεύτερο δίνει θέση, μετατοπίζοντας τον άξονα, στην ιστορία των δυο εραστών: με μέτρο, με συγκίνηση -αλλά χωρίς ποτέ να την εκβιάζει, 

χωρίς ποτέ να γίνεται μελοδραματικός-, με περισσή τρυφερότητα -η παρουσία της μητέρας του Σον, διακριτική, χωρίς τίποτα να υπερτονίζεται, συγκλονίζει-, βυθίζοντας την οθόνη στα σκοτάδια και τα ημίφωτα, δίνοντας τις τρεις ερωτικές σκηνές με τη μεγαλύτερη διακριτικότητα, σχεδόν μόνο με ήχους, μη ξεχνώντας το χιούμορ και κλείνοντας την ταινία με μια ξέφρενη εισβολή των φίλων/συντρόφων του Σον στη δεξίωση ενός συνεδρίου ασφαλιστών υγείας -να σκορπίζουν, κατά την επιθυμία του, τις στάχτες του στους φορτωμένους μπουφέδες. Ο Σον του Αργεντινού Ναουέλ Πέρες Μπισκαγιάρ, εξαιρετικός. Μια καθηλωτική ταινία, που γίνεται συγκλονιστική στο τέλος. Αν ο σκηνοθέτης είχε μαζέψει τη διάρκειά της -140 λεπτά- δε θα ’χα την παραμικρή ένσταση.

Κινηματογράφος «Άλιμος», 23 Αυγούστου 2018.

August 21, 2018

Στο Φτερό / Ματωμένο παραμύθι


«Ο λαβύρινθος του Πάνα» του Γκιγιέρμο ντελ Τόρο 


Ένα παραμύθι είναι «Ο λαβύρινθος του Πάνα» («El Laberinto del Fauno», 2006), ταινία ισπανομεξικάνικης παραγωγής που προβάλλεται σ’ επανέκδοση. Αλλά ένα παραμύθι άγριο που ’χει 
σκαρώσει ο Μεξικανός Γκιγιέρμο ντελ Τόρο: μετεμφυλιοπολεμική Ισπανία, 1944, κι η μικρή Οφέλια, στα πρόθυρα της εφηβείας, ορφανή από πατέρα, βουτηγμένη στην αλήθεια των παραμυθιών της ακόμα, ακολουθεί την ξαναπαντρεμένη και έγκυο μητέρα της 
Κάρμεν εκεί όπου είναι στρατοπεδευμένος ο πατριός της Λοχαγός Μπιδάλ, αξιωματικός που, ψυχή τε και σώματι, βοηθάει το φρανκικό καθεστώς να εδραιωθεί προσπαθώντας να ξεριζώσει τις τελευταίες εστίες αντίστασης στην περιοχή του και να εξοντώσει τους αντάρτες που ακόμα, πέντε χρόνια μετά τη λήξη του Εμφύλιου, πολεμούν τους Φαλαγγίτες του Φράνκο. Η
ονειροπαρμένη μικρή θα βρεθεί σ’ έναν μυθικό λαβύρινθο όπου θα συναντήσει έναν Φαύνο (κι όχι τον Πάνα του τίτλου) που θα της αποκαλύψει ότι είναι η ενσάρκωση της πριγκίπισσας του Κάτω Κόσμου Μοάνα που ’χει χαθεί πάνω στη γη. Κι ότι θα μπορέσει να επιστρέψει εκεί που ανήκει και στους πραγματικούς γονείς της, τους βασιλιάδες του Κάτω Κόσμου, αν περάσει από τρεις δοκιμασίες. Η Μοάνα, ενώ ο σκληρός, αιμοσταγής Μπιδάλ εξοντώνει «ύποπτους», ενώ η μητέρα της πεθαίνει στην γέννα, ενώ οι αντάρτες επιτίθενται στο στρατιωτικό απόσπασμα, περνάει τις δοκιμασίες, βρίσκει, όμως, και το θάνατο απ’ το χέρι του Μπιδάλ, πριν τον σκοτώσουν οι παρτιζάνοι. Αλλά ο 

θάνατός της, στο παραμύθι, ταυτίζεται με τη λύτρωσή της: γυρίζει 
εκεί που ανήκε -στον Κάτω Κόσμο. Ο Γκιγιέρμο ντελ Τόρο, αντλώντας από σκοτεινά παραμύθια αλλά κι από ιστορικά
γεγονότα της εποχής, έχει γράψει ο ίδιος ένα σενάριο δεξιοτεχνικό που δένει αποδοτικότατα το ρεαλιστικό με το φανταστικό στοιχείο -μια ψυχαναλυτική παραβολή πάνω στο πέρασμα στη εφηβεία. Δε διστάζει να γίνει βίαιος, σκληρός, με εικόνες που ενοχλούν αλλά, απ’ την άλλη, δημιουργεί μια ταινία σφιχτή, με σασπένς και με αστείρευτη φαντασία, έστω κι αν τα
«τέρατά» του κάποτε είναι χοντροκομμένα. Η δωδεκάχρονη Ιβάνα Βακέρο, καλά οδηγημένη, είναι πειστικότατη Οφέλια, γλυκύτατη η Κάρμεν της Αριάδνα Ζιλ, σωστή όλη η διανομή, σαφώς, όμως, ξεχωρίζει ο Λοχαγός Μπιδάλ του Σέρζι Λόπεθ. Αγνώριστος, ο καλός ηθοποιός σχεδιάζει κι ερμηνεύει -έστω κι αν θα ’ταν πιο ενδιαφέρον αν ο σκηνοθέτης 
τού ζητούσε κι άλλες αποχρώσεις του χαρακτήρα και δεν τον οδηγούσε στο μονόδρομο του «κακού»- ένα αξέχαστο αιματοβαμμένο μιλιταριστικό γουρούνι που αποπνέει, πάντως, ερωτισμό στους υπαινιγμούς του προς την οικονόμο του, την Μερθέδες, αδελφή ενός απ’ τους παρτιζάνους και κατάσκοπο/συνεργάτριά τους. Μια ταινία που σου κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον.

Κινηματογράφος «Ταινιοθήκη της Ελλάδος», 20 Αυγούστου 2018.

August 19, 2018

Στο Φτερό / «Οιδίπους» με ήχο «Mamma Mia» ή Ν’ αντιλαλούν οι κάμποι...


«Οιδίπους επί Κολωνώ» του Σοφοκλή / Σκηνοθεσία: Γιάννης Κόκκος 
 
Με την ύστατη τραγωδία «Οιδίπους επί Κολωνώ», που ο Σοφοκλής έγραψε στα ενενήντα του, περίπου, χρόνια (πιθανόν 406 π.Χ., μεταθανάτια πρώτη παρουσίαση 401 π.Χ.), το Φεστιβάλ των Σιρακουσών, το οποίο οργανώνεται απ’ το εκεί ,Εθνικό Ινστιτούτο Αρχαίου Δράματος (INDA), έκλεισε το φετινό Φεστιβάλ Επιδαύρου: ο γέροντας Οιδίπους, που, όταν έμαθε τι είχε διαπράξει, εν αγνοία του, έχει βγάλει τα μάτια του με τα ίδια του τα χέρια, εξόριστος απ’ την Θήβα της οποίας ήταν βασιλιάς, φτάνει, με  την κόρη του Αντιγόνη 
στον αθηναϊκό Κολωνό και ζητάει απ’ το βασιλιά της Αθήνας, τον Θησέα, να του επιτρέψει να πεθάνει εκεί αφήνοντας στην πόλη την ευλογία του. Θα τον διεκδικήσει με «τρομοκρατικές» μεθόδους ο γυναικάδελφός του Κρέων που φτάνει απ’ την Θήβα και του ζητάει να επιστρέψει για να καρπωθεί η δική τους πόλη, μετά το θάνατό του, την ευλογία του αλλά κι ο γιος του Πολυνείκης που εκστρατεύει κατά της Θήβας διεκδικώντας απ’ τον αδελφό του Ετεοκλή το θρόνο και ζητάει την υποστήριξή του. Ο Οιδίπους
θ’ αρνηθεί και στους δυο και, παίρνοντας, τελικά, την άδεια του Θησέα, αποσύρεται μαζί του στο Άλσος των Ευμενίδων όπου πεθαίνει μέσα σε μια μεταφυσική ατμόσφαιρα -μια Ανάληψη. Έργο βαθιάς ωριμότητας -στοχασμός πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη αλλά και ύμνος του Σοφοκλή στην πατρίδα του, την Αθήνα- ο Γιάννης Κόκκος, με συνεργαζόμενο σκηνοθέτη τον Άλφιο Σκουντέρι και καλλιτεχνική συνεργάτρια την Ανίκ Μπλανκάρ, το αντιμετώπισε ρεαλιστικά σε μια παράσταση που θέλησε να δώσει έμφαση στο πολιτικό στοιχείο αλλά του στέρησε το μεταφυσικό
μέγεθος, μετρημένη, καλαίσθητη αλλά χωρίς έμπνευση. Σ’ ένα σκηνικό του όπου δέσποζε ο φαραωνικού μεγέθους γλυπτός μισός κορμός μιας γυμνής μορφής πλάτη -το πεπρωμένο;-, με μια πύλη ανοιχτή πάνω της -η πύλη προς το Άλσος των Ευμενίδων, προς το επέκεινα-, σκηνικό, κατά τη γνώμη μου, χοντροκομμένο, όχι αντάξιο της εικαστικής φήμης του σκηνογράφου/σκηνοθέτη, ο Γιάννης Κόκκος οδήγησε το θίασο σε 
μια συμβατική ανάγνωση, με πινελιές μοντέρνες που τις πρόσθεσαν τα καλόγουστα κοστούμια -κυρίαρχο το μαύρο- της Πάολα Μαριάνι. Στον επώνυμο ρόλο ο Μάσιμο ντε
Φράνκοβιτς, ηθοποιός, οπωσδήποτε, μεγέθους, έπαιξε, πιστεύω, εξωτερικά, με θεατρινισμούς, μεγάλες, οπερατικές χειρονομίες, στα όρια του στόμφου, μ’ έναν Θησέα (Σεμπαστιάνο Λο Μόνακο) που θύμιζε μαφιόζο νονό, περιστοιχισμένος από ηθοποιούς απλώς σωστούς και πολύ αδύναμο Χορό. Ξεχώρισα μόνο τον Πολυνείκη του Φαμπρίτσιο Φάλκο. 



H παράσταση θα μου θύμιζε συμβατικές του παλιού Εθνικού μας Θεάτρου, αν δεν κρατούσα την πραγματικά κατανυκτική έξοδο προς το επέκεινα του Οιδίποδος, με δυο Χορούς/χορωδίες -αντρικό και γυναικείο- να άδουν ένα κράμα βυζαντινών καταβολών και δυτικής πολυφωνίας: αναμφισβήτητο συν οι μουσικές του

Αλέξανδρου Μαρκέα. Μέγα μειονέκτημα, η σθεναρή χρήση μικροφώνων -γενικεύεται...- που δημιουργούσαν στο θέατρο του Πολυκλείτου αντίλαλο -ν’ αντιλαλούν οι κάμποι…-, με τις φωνές 

των ηθοποιών ν’ ακούγονται συχνά εις... διπλούν -ειδικά της Ισμήνης- ή αλλού να βρίσκονται κι απ αλλού ν ακούγονται. Τη βρήκα απαράδεκτη -με παρέπεμπε σε παράσταση του «Mamma mia».

Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, Φεστιβάλ Σιρακουσών, Φεστιβάλ Επιδαύρου, 17 Αυγούστου 2018.

August 15, 2018

Στο Φτερό / Η Θεραπεία Καντονά


«Αναζητώντας τον Έρικ» του Κεν Λόουτς 
 

Ταχυδρόμος, πενηντάρης, στο Μάντσεστερ, οπαδός βαμμένος της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, σ’ ένα σπίτι-αχούρι, ο Έρικ περνάει 
κρίση. Εικοσάρης φοβήθηκε τα βάρη κι εγκατέλειψε την έγκυο
γυναίκα του, την Λίλι, αν και πολύ αγαπιόντουσαν, πενηντάρη τον εγκατέλειψε η δεύτερη γυναίκα του αφήνοντάς του τους δυο έφηβους γιους της που τους μεγαλώνει. Η κόρη του -απ’ τον πρώτο γάμο- του ζητάει, επειδή ετοιμάζει τη διπλωματική εργασία της, να κρατάει το χωρίς πατέρα μωρό της και κατόπιν να 
το παραδίδει στη μητέρα της που ο Έρικ δεν έχει συναντήσει αφότου την εγκατέλειψε και φοβάται να τη συναντήσει. Παράλληλα, ο ένας απ’ τους γιους μπλέκει σε μια συμμορία και γίνεται στόχος, μ’ ένα όπλο που ο αρχηγός της του δίνει να κρύψει. Στα δύσκολα εμφανίζεται απ’ το πουθενά, ως από μηχανής θεός, ο… Ερίκ Καντονά. Που ο Έρικ, όντως, τον έχει Θεό -στην Μάντσεστερ 
τελείωσε την καριέρα του ο Γάλος Καντονά, με σειρά θριάμβων, μεταξύ 1992 και 1997. Κι αρχίζει ο πρώην ποδοσφαιριστής να τον συμβουλεύει. Η Θεραπεία Καντονά έχει επιτυχία. Ο Έρικ συναντάει την Λίλι και η σχέση τους αναθερμαίνεται. Η αστυνομία θα κάνει έφοδο στο σπίτι αλλά δε θα βρει το όπλο. Ο μαφιόζος, όμως, έχει τον πιτσιρικά στο χέρι και τον εκβιάζει. Ο Έρικ, κατά συμβουλή του Ερίκ, επιστρατεύει την παρέα του, συναδέλφους του και φαν της Μάντσεστερ -τρία πούλμαν!- και θα 

εισβάλουν με μάσκες στο σπίτι του γκάνγκστερ, θα τον ξεφτιλίσουν βιντεοσκοπώντας τα τεκταινόμενα και θα τον αναγκάσουν ν’ αναδιπλωθεί εκβιάζοντάς τον πως, αν κάνει οποιαδήποτε κίνηση, θ ανεβάσουν το βίντεο στο youtube. Το τέλος είναι, γενικώς, αίσιο: η κόρη του αποφοιτά κι ο Έρικ ξανασμίγει με την Λίλι. Για το «Αναζητώντας τον Έρικ» («Looking
for Eric», 2009) ο μόνιμος, εδώ και πολλά χρόνια, συνεργάτης του Κεν Λόουτς, ο Πολ Λάβερτι, του ’γραψε μια δραματική κωμωδία -με κοινωνικό υπόβαθρο πάντα, καταδεικτική της κατάστασης στην οποία βρίσκεται το αγγλικό προλεταριάτο- έξυπνη, ανάλαφρη, με 
τις σκληρές στιγμές της την οποία, έστω κι αν έχει κάποιες ρωγμές και κάποιες αφέλειες, ο Λόουτς χειρίζεται με την εξαιρετική ικανότητά του να καταγράφει, με αποχρώσεις, ψυχικές καταστάσεις κάνοντας, όμως, πολιτικό σινεμά. Και γι άλλη μια φορά αποδεικνύεται μεγάλος μάστορας να καθοδηγεί, για πρωταγωνιστικούς, μάλιστα, ρόλους, ερασιτέχνες ή άπειρους ηθοποιούς, όπως, εδώ, ο Στιβ Έβετς ως Έρικ, σε παίξιμο εντυπωσιακά φυσικό με τον Ερίκ Καντονά πλάι του να φέρει επιτυχώς τον εαυτό του. 

Κινηματογράφος «Mikrokosmos», 13 Αυγούστου 2018.

August 14, 2018

Στο Φτερό / Τα ζόμπι ταξιδεύουν με το τρένο


Το εξπρές των ζωντανών νεκρών» του Γεόν Σανγκ-χο 


Ένας διαχειριστής κεφαλαίων, κολλημένος στη δουλειά του, που, γι αυτό το λόγο, η γυναίκα του τον έχει παρατήσει, συνοδεύει τη μικρή κορούλα του που ζει μαζί του και που επίσης φριχτά την παραμελεί, την ημέρα των γενεθλίων της, από την Σεούλ, με το
τρένο, στο Μπουσάν όπου ζει η μητέρα της, κοντά στην οποία η πληγωμένη από την αδιαφορία του πατέρα της μικρή επιμένει οπωσδήποτε να πάει. Στο τρένο, όμως, σκαρφαλώνει μια κοπέλα προσβεβλημένη από έναν ιό που μόλις έχει εμφανιστεί και που μετατρέπει τον άνθρωπο σε ζόμπι επιθετικό. Σε λίγο έχουν μολυνθεί και μετατραπεί σε ζόμπι οι περισσότεροι από τους εκατοντάδες επιβάτες του τρένου, που οι μη προσβεβλημένοι προσπαθούν να απομονώσουν για να γλυτώσουν. Αγώνας άγονος… 

Μέσα απ’ την προσπάθεια αυτή αναδύονται αισθήματα αλληλεγγύης, αισθήματα απόγνωσης, εγωισμοί, φιλοτομαρισμοί -ο θάνατός σου ζωή μου...-, επιθετικότητες και, κυρίως, ο πανικός της μάζας που μεταμορφώνεται σε όχλο -επί πτωμάτων, κυριολεκτικά. Τελικά, θα επιζήσουν μόνο το κοριτσάκι και μια έγκυος που το έχει 
πάρει υπό την προστασία της. Ο Νοτιοκορεάτης Γεόν Σανγκ-χο στο «Εξπρές των ζωντανών νεκρών» («Busanhaeng»/«Train to Busan», 2016), πάνω στο πανέξυπνο σενάριο του Παρκ Τζου-σουκ, που συγκεντρώνει μ’ επιτυχία στο τρένο μια ομάδα διαφορετικών χαρακτήρων, όπως σε κάθε ταινία τρόμου που σέβεται τον εαυτό της, κάνοντας όμως, παράλληλα ένα σαφή κοινωνικό σχολιασμό, έχει στήσει μια καταπληκτική ταινία. Οι 
αγχώδεις ρυθμοί, τα ευρήματά του, η απεγνωσμένη κίνηση, η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα μέσα στα βαγόνια, ακόμα και μέσα στις τουαλέτες τους, η εκπληκτική διαχείριση των σκηνών πλήθους -η καταδίωξη 
της ακυβέρνητης μηχανής της σωτηρίας από εκατοντάδες ζόμπι, με πλονζέ, σκηνή ανθολογίας που έφτασε να με παραπέμψει στο «Metropolis» του Φριτς Λανγκ-, το διάσπαρτο χιούμορ συνθέτουν ένα αποτέλεσμα συναρπαστικό που σε κρατάει καθηλωμένο. Όσο για το φινάλε -το κοριτσάκι που τραγουδάει φάλτσα το τραγούδι της σχολικής γιορτής βγαίνοντας από το τούνελ της σωτηρίας κρατώντας το χέρι της εγκύου-, πιο συγκινητικό δε γίνεται. Ο Γεόν αναδεικνύεται σε βιρτουόζο. Αλλά και σε άριστο οδηγό των ηθοποιών του. Ειδικά η μικρούλα Κιμ Σου-αν είναι τόσο πειστική ώστε δεν μπορείς να το πιστέψεις ότι είναι μόλις δέκα χρόνων. Εκπληκτική! Αν δεν σας ενοχλούν η βία και οι άγριες σκηνές, δείτε την ταινία. Εγώ ενθουσιάστηκα.

Κινηματογράφος «Odeon Starcity» / Αίθουσα 9, 13 Αυγούστου 2018.

August 12, 2018

Στο Φτερό / Η θανάσιμη μοναξιά του σαμουράι


«Ο δολοφόνος με το αγγελικό πρόσωπο» του Ζαν-Πιερ Μελβίλ 


Nυχτερινά, σκοτάδια, ημίφωτα, οι μέρες συννεφιασμένες, μουντές πάντα, υπόγεια κλαμπ, παρισινό μετρό, σκοτεινά δωμάτια, τραβηγμένες κουρτίνες… -πουθενά άπλετο φως, ποτέ ήλιος. Κι ο πληρωμένος δολοφόνος Ζεφ Κοστελό, το ίδιο σκοτεινός: ψυχρός,
παγωμένος, μεταλλικός, σκληρός, αδιαπέραστος, ανέκφραστος, αγέλαστος… Μέχρι να τον γαζώσουν οι σφαίρες. Ο Ζαν-Πιερ Μελβίλ στον «Δολοφόνο με το αγγελικό πρόσωπο» («Le Samourai», 1967) -που προβάλλεται σε επανέκδοση- έχει οργανώσει, πάνω σ’ ένα ακριβέστατο σενάριο το οποίο συνυπογράφει με τον Ζορζ Πελεγκρέν, ένα φιλμ
νουάρ -έγχρωμο, πάντως- εξαιρετικά ισορροπημένο, εξαιρετικά μετρημένο -με το υποδεκάμετρο-,  με εκπληκτικούς ρυθμούς -η παρακολούθηση στο μετρό!- και με ατμόσφαιρα, στην οποία αποφασιστικά συνεισφέρουν ο διευθυντής φωτογραφίας Ανρί Ντεκουέ κι ο Φρανσουά ντε Ρουμπέ με τις μουσικές του, δίνοντας, όμως, στην ταινία κι ένα βάθος πέρα απ’ τον συνήθη μέσο όρο του «αστυνομικού». Ο κατ’ επάγγελμα δολοφόνος Ζεφ Κοστελό, που, μετά από μια πληρωμένη δολοφονία του διευθυντή ενός κλαμπ την οποία εκτελεί, στοχοποιείται ως ύποπτος και παρακολουθείται στενά απ’ την αστυνομία 
ενώ ο παραγγελιοδόχος της δολοφονίας εντέλλεται τα τσιράκια του να τον καθαρίσουν για να μην οδηγήσει την αστυνομία στα ίχνη τους, και η προσπάθειά του ν’ ανακαλύψει, αν και παρακολουθούμενος, τον εντολέα της εκτέλεσής του για να τον σκοτώσει πρώτος, ντύνονται με μια πικρή επίγευση βαθύτατης μοναξιάς και μια αίσθηση θανάσιμου εγκλωβισμού -σύμβολό του, το κλεισμένο στο κλουβί πουλάκι, στο δωμάτιο του Ζεφ, το οποίο επανέρχεται ξανά και ξανά. ως λάιτ 
μοτίφ της ταινίας-, που οδηγούν στην, κατά κάποιο τρόπο, αυτοκτονική κατάληξή του. Ο Αλέν Ντελόν, ηθοποιός όχι ιδιαίτερα εκφραστικός, είναι η ιδανική επιλογή για το ρόλο του ανέκφραστου Ζεφ, έχοντας πλάι του τον Φρανσουά Περιέ που εκτελεί άσκηση υποκριτικής δεξιοτεχνίας ως Αστυνομικός Επιθεωρητής και τις πολύ όμορφες αλλά και αποδοτικότατες -προφανώς πολύ καλά οδηγημένες- Ναταλί Ντελόν (Ζαν Λαγκράνζ) και Κατί Ροζιέ (η πιανίστα Βαλερί), αν και σε πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση και οι δυο. Αξίζει να το δείτε. Ή να το ξαναδείτε (στην αποκατεστημένη κόπια).

Κινηματογράφος «Ριβιέρα», 11 Αυγούστου 2018. 

August 11, 2018

Στο Φτερό / Με τα μικρόφωνα να κοάζουν…


«Βάτραχοι» του Αριστοφάνη / Σκηνοθεσία: Κώστας Φιλίππογλου

Μια χλιαρή, άρρυθμη παράσταση, με κοιλιές (σκηνή Χορού Βατράχων-Διόνυσου, σκηνή με Αιακό, η, άλλωστε, φιλολογική, σχοινοτενής και βαρετή για το σημερινό θεατή σκηνή του Αγώνα Αισχύλου-Ευριπίδη -που ζητάει μάγο-σκηνοθέτη-, πλην του χαριτωμένου ευρήματος των κουνελιών…) και συγκεχυμένο ύφος, μετριότατη αισθητικά 
-ένα σκηνικό (Τέλης Καρανάνος, Αλεξάνδρα Σιάφκου τους οποίους, πάντως, θεωρώ ταλαντούχους) που στριμώχνει την παράσταση σ’ ένα άβολο, καθόλου λειτουργικό πάλκο στερώντας της την ορχήστρα του θεάτρου και τις ανάσες, κοστούμια (των ίδιων) εκ του προχείρου, μουσική (Νίκος Γαλενιανός) χωρίς εξάρσεις, 
κίνηση (Σοφία Πάσχου) που πάσχει. Ο Λάκης Λαζόπουλος ως Λάκης Λαζόπουλος στον Ξανθία, άτεχνος στον Ευριπίδη, η Σοφία Φιλιππίδου κάπως αμήχανη αλλά και με κάποιες καλές στιγμές στον Διόνυσο, ο Δημήτρης Πιατάς ασκεί τη μανιέρα του μιλώντας σαν να τον καρυδώνουν, ο Αντώνης Καφετζόπουλος Αισχύλος χωρίς έρμα, με φτηνά κολπάκια, ικανοποιητικός ο Γιάννης Στεφόπουλος. Ξεχώρισα, όσο κι αν την ανάγκασε η σκηνοθεσία να φορτσάρει επικίνδυνα, την εξαιρετική Άννα Καλαϊτζίδου ως Κορυφαία του Χορού. Εντελώς απαράδεκτη η χρήση στην Επίδαυρο ατομικών μικροφώνων, που αρχίζει να καθιερώνεται: ηθοποιοί που ακούγονται σαν ψευδοί, φωνές υψηλών συχνοτήτων 

ή και ξεφωνητά που εισπράττονται ως στριγκλιές, ρεκασμοί ή κοάσματα (όχι βατράχων…) πληγώνοντας τ’ αυτιά, ο αέρας που βουίζει κι ακούγεται, σύγχυση του λόγου… (Μα δεν το καταλαβαίνουν, δεν το ακούν;). Θα περίμενα περισσότερα από τον σκηνοθέτη Κώστα Φιλίππογλου αν δεν ήξερα εκ των προτέρων ότι τα χαρτιά είναι σημαδεμένα, όταν αναλαμβάνεις να σκηνοθετήσεις τέσσερις «εμπορικούς» πρωταγωνιστές που φέρουν και επιμένουν να φέρουν συγκεκριμένη εικόνα στο κοινό… Άλλος ένας χαμένος, κατά τη γνώμη μου, Αριστοφάνης (Φωτογραφίες 1,4: Σοφία Πέρπερα).

Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, Επιχειρήσεις Μαροσούλη-ΔΗΠΕΘΕ Βόλου, Φεστιβάλ Επιδαύρου, 10 Αυγούστου 2018.

**Αποφάσισα, προσπαθώντας να αντιμετωπίσω τον θεατρικό πληθωρισμό, να καθιερώσω, από σήμερα, μια γρήγορη πρώτη ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ αποτίμηση των παραστάσεων που βλέπω -αλλά και των ταινιών, των παραστάσεων όπερας ή χορού ή και των συναυλιών που παρακολουθώ- και να επανέρχομαι για περισσότερα, αν χρειάζεται (Φόρος τιμής στη μνήμη του Κώστα Νίτσου, του «Αστερίσκου» των παλιών «Νέων»).

August 8, 2018

24ο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας: νέοι δρόμοι, μεγαλύτερη εξωστρέφεια




Καλαμάτα, και πάλι μαζί. Διεθνές Φεστιβάλ Χορού, και πάλι μαζί. 24η, αισίως, διοργάνωση -υπέροχο το φετινό λογότυπο  24KDF (όπως και όλη η γραφιστική δουλειά που έγινε 
για την προβολή του Φεστιβάλ), έχει πλημμυρίσει την πόλη σε αφίσες- και ο σπόρος που έσπειρε η Βίκυ Μαραγκοπούλου έχει βλαστήσει για τα καλά και, παρά τις, κατά καιρούς, αντίξοες «καιρικές» συνθήκες το Φεστιβάλ έπιασε γερές ρίζες, θέριεψε και συνεχίζει να καρπίζει. Γιατί… δεν γινόταν αλλιώς.
Πρώτη χρονιά στο θώκο της καλλιτεχνικής διεύθυνσης η Λίντα Καπετανέα, μετά τη -σεμνή αλλά κάπως «διστακτική»- μεσοβασιλεία της Κατερίνας Κασιούμη, και αμέσως έδειξε τη γραμμή που, προφανώς, σκέπτεται να ακολουθήσει: μεγαλύτερη εξωστρέφεια και μία στροφή με έμφαση στην ψυχαγωγική λειτουργία του Φεστιβάλ. Αυτό τουλάχιστον εισέπραξα στο καταληκτήριο τριήμερο 20-22 Ιουλίου που βρέθηκα στην αγαπημένη, όμορφη πόλη -καθαρές θάλασσες, το Καλάθι να δεσπόζει επιβλητικό πάνω από την πόλη, μερικά κομψά, επιβλητικά παλιά κτίρια που έχουν σωθεί, καλό φαγητό αλλά και η γνώριμη, επιβαρυμένη από την υψηλή υγρασία ανυπόφορη ζέστη…-, μαζί με φίλους καλούς, κοντά σε ντόπιους φίλους καλούς. Δεν είμαι σίγουρος ακόμα αν ο στόχος του Φεστιβάλ, που ήταν τα καινούργια ρεύματα στον σύγχρονο χορό μετακινείται -χωρίς να απορρίπτεται- αλλά οι Καλαματιανοί που παραπονιόντουσαν παλαιότερα για «ελιτισμό» και αποχωρούσαν ενοχλημένοι από κάποιες πολύ προχώ παραστάσεις θα πρέπει να είναι ικανοποιημένοι. Οι γεμάτες αίθουσες, άλλωστε, και ο ενθουσιασμός του κοινού είναι θετικά δείγματα -αν και, για να λέμε την αλήθεια, το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού της Καλαμάτας πάντα με γεμάτες αίθουσες διεξαγόταν.
Από τη στημένη στην κεντρική πλατεία -επίσημα πλατεία Γεωργίου Β΄-, ούτε μισό τσιγάρο απόσταση από την «Bistroteca» του Αθανασίου και τις «φρυγανιές» της -τοπική σπεσιαλιτέ…-, εξέδρα, ενταγμένη στο κομμάτι «Outdoor» -τις παράλληλες, χωρίς εισιτήριο, εκδηλώσεις του Φεστιβάλ- ξεκινήσαμε, με την ευγενική πρόσκληση του Φεστιβάλ -πανταχού παρούσα, γλυκύτατη, ευγενέστατη και εξυπηρετικότατη, η νέα υπεύθυνη Γραφείου Τύπου και Επικοινωνίας Λήδα Καρανικολού (χωρίς να ξεχνάμε την Γιάννα Καμπουρίδου και την Χαρά Πετρούνια, αγαπημένες προκατόχους της στην ίδια θέση επί πολλά χρόνια) απόγευμα 
Παρασκευής, με τον ήλιο ακόμα: Μαρκίζ Σκοτ και Πόπιν Τζον, Αμερικανοί, πρώτα ονόματα street dancers, από τους σημαντικότερους στον κόσμο, ειδικευμένους στο animation και στο poppin, χορευτές, με εκατομμύρια -και δικαίως- προβολές στο YouTube. Θα δώσουν ένα δείγμα -ένα μεζέ- της παράστασης-επίδειξης -σόλο και ντουέτα- που την επομένη -Σάββατο πια, στις 10- θα δούμε ολοκληρωμένη στo Mέγαρο Χορού της Καλαμάτας: με μία λέξη, εντυπωσιακοί. Και η έκπληξη: ο λευκός Πόπιν Σκοτ, με τους παλλόμενους μύες, είναι πιο εντυπωσιακός από τον Αφροαμερικανό Μαρκίζ Σκοτ!
Υπήρχε, όμως, και άλλη έκπληξη. Πριν από τους δύο Αμερικανούς, στην εξέδρα ανέβηκαν, το ένα μετά το άλλο, δύο κορίτσια που ξεκίνησαν από την ντόπια Δημοτική Σχολή Χορού -η σφραγίδα της Βίκυς Μαραγκοπούλου και εδώ- και που διαπρέπουν πια ως χορεύτριες: η Ιωάννα Παρασκευοπούλου και η Μαρία Μπρέγιαννη έδωσαν τα αυτοσχεδιαστικά σόλο τους με εξαιρετική 
δεξιοτεχνία, δίκαια κερδίζοντας το θερμό χειροκρότημα.
«Φρυγανιά» και καφέ στην «Bistroteca» και, ύστερα, κατευθείαν, στο Μέγαρο Χορού -το καλαίσθητο και λειτουργικό θέατρο με την τεράστια σκηνή και τον πρώτης τάξεως ηχητικό και φωτιστικό εξοπλισμό, για το οποίο η Καλαμάτα θα πρέπει να καμαρώνει -πού οι ηρωικές εποχές, όταν, για το Φεστιβάλ, ιδροκοπούσαμε να σκαρφαλώσουμε στο Κάστρο με την ωραία θέα αλλά και το άβολο, τσιμεντένιο θεατράκι… Στο Μέγαρο μας περιμένουν -ξανασυναντώ αγαπητά από το παρελθόν πρόσωπα του Φεστιβάλ, όπως η Βούλα Λαδά, παρών και ο δήμαρχος Καλαμάτας Παναγιώτης Νίκας- οι «Salvard Company», μία τετραμελής νεανική ομάδα-πανσπερμία -ένας Άγγλος, ένας Σουιδός, ένας Γερμανός, ένας Ισπανός-, με έδρα την Σουιδία. 
Τσιρκολάνοι δηλώνουν -καταρχάς. Αλλά η παράστασή τους «All Genius All Idiot» όχι απλώς ανήκει σ’ αυτό το Νέο Τσίρκο που ξεκίνησε ήδη από τη δεκαετία του ’70 αλλά όλο και προχωράει, όλο και εξελίσσεται: ένα πολυμορφικό θέαμα όπου τα ακροβατικά, ο χορός, το θέατρο, το τραγούδι, οι τολμηρές γκέι ατάκες, το… στριπτίζ, ακόμα και το drag show λιώνουν το ένα μέσα στο άλλο, με καταλύτη το χιούμορ -ο τόνος άλλωστε δόθηκε πριν ξεκινήσει αυτή καθαυτή η παράσταση, με τους τέσσερις χαριτωμένους σκανταλιάρηδες της τρελοπαρέας να «παρενοχλούν» τους θεατές σκαρφαλώνοντας στα καθίσματα, ξαπλώνοντας πάνω τους, καβαλώντας τους ή πειράζοντας τους προσερχόμενους. Εκ περισσού είναι να σας πω πως το κοινό ενθουσιάστηκε και τους καταχειροκρότησε στο τέλος.
Τσίρκο και την άλλη μέρα το απόγευμα, με τον ήλιο, στην εξέδρα της πλατείας, με τον κόσμο και πάλι μαζεμένο γύρω της -αλλιώτικο τσίρκο και πάλι: άλλο ένα ζευγάρι ακροβατών που οι ακροβασίες του αγγίζουν το χορό. Η Ζιστίν Μπερτιγιό και ο Φρεντερί Βερνιές από την Γαλία έχουν στήσει (2011) μία συναρπαστική σύντομη, ολοκληρωμένη παράσταση, ένα συναρπαστικό ντουέτο με τον τίτλο «Noos» που ξεκινάει με το κορμί της, λυμένο, «άψυχο» στα χέρια του, να γίνεται ένα κομμάτι πηλός, μετά να ζωντανεύει, να αγκαλιάζονται, να κυνηγιούνται, να κλωτσιούνται, να επιτίθενται ο ένας στον άλλον, να ισορροπούν, να πέφτουν και να σηκώνονται εναλλάσσοντας την τρυφερότητα με την αγριάδα για να καταλήξουν όπως ξεκίνησαν αλλά αντίστροφα: το κορμί εκείνου, λυμένο, «άψυχο» στα χέρια εκείνης να γίνεται ένα κομμάτι πηλός. Η μαζεμένη, κάτω από μία γωνιά της εξέδρας, παρέα από (πολύ) πιτσιρίκες, ένα απολαυστικό συν στην παράσταση με τα σχόλια της -«τώρα πονάει;» κλπ...
Η απαραίτητη -αλλά σύντομη- στάση -για τα απαραίτητα…- στην «Bιstroteca» και… ντογρού Μέγαρο. Έχει και απογευματινή το Φεστιβάλ σήμερα. Στο «Στούντιο» -διότι διαθέτει δύο αίθουσες το Μέγαρο, η μικρότερη, το «Στούντιο», για δουλειές πιο πειραματικές, πιο ερευνητικές-, ο γεννημένος στην αυτόνομη Βοϊβόντινα της Σερβίας -τότε Γιουγκοσλαβίας- αλλά ουγγρόφωνος, πολιτογραφημένος πια Γάλος Γιόζεφ  Νατζ,  παλιός  γνώριμος  του 


Φεστιβάλ. Το «Penzum» του (2017), ένα ιδιότυπο κομμάτι εμπνευσμένο από ποίημα του εμβληματικού ομοαίματού του -ούγγρου- ποιητή Ατίλα Γιόζεφ, κομμάτι που το συνυπογράφει με την Γαλίδα Ζοέλ Λεάντρ, ερμηνεύεται από τους δύο τους: και οι δύο στα μαύρα, με υποβλητικές μάσκες, αφρικάνικες, εκείνη αυτοσχεδιάζει στο κοντραμπάσο της, εκείνος, με γυναικείο ρούχο, χορεύει και σχεδιάζει με κάρβουνο πάνω σε έναν τεντωμένο λευκό καμβά. Όταν, πίσω από τον καμβά, προβάλει ένα κεφάλι ελαφιού σε φυσικό μέγεθος, η αινιγματική, μεταφυσικών διαστάσεων παράσταση θα έχει ολοκληρωθεί και στον καμβά θα έχει μείνει μία ζωγραφική σύνθεση αφηρημένη.
Παραμένουμε στο Μέγαρο. Οι χτεσινοί Μαρκίζ Σκοτ και Πόπιν Τζον «του δρόμου» βρίσκουν πια θέση στην Κεντρική Σκηνή για να παρουσιάσουν ολοκληρωμένη την παράστασή τους -ισομοιρασμένα, εναλλασσόμενα σόλο και ντουέτα- εντυπωσιάζοντας ακόμα περισσότερο, με τη δεξιοτεχνία και την αίσθησή τους του ρυθμού, το κοινό που τους αποθεώνει με ιαχές.
Κυριακή, τελευταία μέρα του Φεστιβάλ -που δεν πρέπει να παραβλέψουμε το εκπαιδευτικό κομμάτι του, με σεμινάρια (και για ΑμεΑ), masterclass αλλά και εργαστήρι χορού για παιδιά-, δεν έχει εξέδρα στην πλατεία. Μετά το μπάνιο και τη σιέστα πάμε κατευθείαν στο Μέγαρο -στο «Στούντιο»- για μία ελληνική 

παράσταση. Ντουέτο και εδώ: «Kokakepanu» ήτοι Κωνσταντίνα Ευθυμιάδου a.k.a. Kόka και Παναγιώτης Μιχαηλίδης a.k.a. Panu και «In Case of Loss» το θέαμα που παρουσιάζουν σε πρεμιέρα. Εκείνος με τις μουσικές και τα ιδιότυπα όργανά του, κάποια στιγμή και στο στημένο μικρόφωνο, εκείνη -που υπογράφει τη χορογραφία- χορεύει: αντικείμενα -ένα σκοινί, ένα κομμάτι ανάλαφρο πλαστικό, ένα πολύχρωμο κουβάρι…-, «παίζει» μαζί τους και πάλι από την αρχή: ένα καλαίσθητο, λιτό μουσικό-εικαστικό τοπίο, με αντικείμενα που μετασχηματίζονται και έρχονται από το σκοτάδι στο φως -γίνονται κίνηση.
Σύντομο το κομμάτι, πριν από τη βραδινή παράσταση υπάρχει χρόνος να δούμε και την έκθεση φωτογραφίας -τίτλος της «Inhancutilitatem»- του Γιόζεφ Νατζ στο φουαγιέ του Μεγάρου: κυανοτυπίες -μία παλαιά τεχνική- φυτών και λουλουδιών, πειραγμένες με τρόπο δημιουργικό, γοητευτικό, που ορίζουν την ιδιαιτερότητα αυτού του αναγεννησιακού τύπου καλλιτέχνη.
Η αποχαιρετιστήρια παράσταση του Φεστιβάλ «Journey Home» (2009) είναι, σίγουρα, ένα «ταξίδι στο σπίτι» και μία επιστροφή στις ρίζες τους για τους «Les Slovaks», την κολεκτίβα χορευτών που εδρεύουν στις Βριξέλες αλλά, όλοι τους, την καταγωγή από την Σλοβακία έλκουν. Θυμήθηκα τα φολκλορικά συγκροτήματα που επί



δεκαετίες μας έφερνε ο Θόδωρος Κρίτας, βασικά, στο «Βεάκειο», συνήθως. Μετεξελιγμένα, όμως. Οι πέντε χορευτές από τους παραδοσιακούς χορούς της πατρίδας τους έχουν αντλήσει αλλά απλώνοντάς τους, εξελίσσοντάς τους, μετασχηματίζοντας όλα τα κόλπα, τα τερτίπια, τα σουσούμια τους σε μία σύγχρονη χορευτική έκφραση που χαρακτηρίζεται πια Νέος Παραδοσιακός Χορός. Δεξιοτέχνες, με χιούμορ, με τα σόλο τους ο καθένας αλλά περισσότερο λειτουργώντας ως ομάδα, με το συνθέτη/μουσικό τους Σιμόν Τιερέ να παίζει επί σκηνής, ξεσηκώνουν, για άλλη μία φορά, το θέατρο.
Ένα φινάλε που επίσης σηματοδοτεί τη στροφή του Φεστιβάλ σε πιο ψυχαγωγικούς δρόμους χωρίς, όμως, να χάνονται οι ισορροπίες. Η επόμενη διοργάνωση θα δείξει σαφέστερα το καινούργιο
πρόσωπό του Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, που σχεδίασε φέτος η Λίντα Καπετανέα. Υποθέτω ότι η 25η επέτειος του Φεστιβάλ -ένα επίτευγμα, η συντήρηση σε μία μικρή πόλη της περιφέρειας ενός διεθνούς φεστιβάλ χορού!- θα γιορταστεί πανηγυρικά. Με τιμώμενο, θέλω να ελπίζω, πρόσωπο την Βίκυ Μαραγκοπούλου. Στην οποία πολλά οφείλονται. Αν όχι τα πάντα.
Και του χρόνου, λοιπόν! Να είμαστε όλοι καλά, να είμαστε όλοι εκεί και να τρώμε, στα ενδιάμεσα των παραστάσεων, «φρυγανιές» (Φωτογραφίες:1,2,3,5,6,7,8,9,10,12 Mike Rafail. 4,5 Σοφία Σπανουδάκη).