January 31, 2019

Στο Φτερό / Πώς ν’ αγαπήσετε τους «Νέγρους»


«Το πράσινο βιβλίο» / Σκηνοθεσία: Πίτερ Φάρελι. 


Μαύρος, πιανίστας, ομοφυλόφιλος, να περιοδεύει με το τζαζ τρίο του -οι άλλοι δυο μουσικοί, λευκοί-, εν έτει 1962, στις Μεσοδυτικές Πολιτείες και στον Βαθύ Νότο των ΗΠΑ, όπου ο ρατσισμός ακόμα βράζει κι όπου, σε πολλούς δημόσιους χώρους, ακόμα ισχύει ο φυλετικός διαχωρισμός -από ’δω οι λευκοί, από ’κει οι μαύροι-, ηχεί ως παράδοξο. Και ήταν. Έως και προκλητικό. Κι 

όμως, είναι -ήταν- αληθινό. Ο Tζον Φ. Κένεντι είναι ήδη πρόεδρος, ο αναβρασμός για ίσα δικαιώματα στις τάξεις των επί αιώνες καταπιεσμένων, βασανισμένων Αφροαμερικανών ταρακουνάει τη χώρα, ο Νόμος περί Πολιτικών Δικαιωμάτων προετοιμάζεται, απ’ τον Κένεντι και τον αδελφό του Ρόμπερτ, υπουργό του επί της

Δικαιοσύνης, αλλά ακόμα αργεί -θα μεσολαβήσει η δολοφονία του Τζον Φ. Κένεντι, το ’63, στο Τέξας, ήτοι ακριβώς στον Βαθύ Νότο…- και θα χρειαστεί να φτάσει το ’64 για να ψηφιστεί. Ο μαύρος πιανίστας Ντον Σέρλι -Ντόκτορ Σέρλι ήταν τ’ όνομα με το οποίο περιόδευε- παίρνει την απόφαση αυτή, με την υποστήριξη της δισκογραφικής εταιρίας του, για μια περιοδεία οκτώ εβδομάδων όχι μόνο για λόγους καλλιτεχνικούς και προώθησης 
των δίσκων του αλλά και με τη σκέψη ότι με την παρουσία του και με την τέχνη του θα βοηθήσει ν’ αλλάξουν μυαλά κάποιοι, έστω, απ’ τους ρατσιστές που βασιλεύουν εκεί. Εξαίρετος πιανίστας που ξεκίνησε ως παιδί θαύμα, με κλασική παιδεία, με σπουδές έως και στο Ωδείο του -τότε- Λενινγκράντ, με καριέρα κλασικού πιανίστα σχεδόν είκοσι χρόνων στο ενεργητικό του, που ’χει 
στραφεί στην τζαζ -μια τζαζ με κλασικές επιδράσεις-, καλλιεργημένος, φινετσάτος, εξαιρετικά εκλεπτυσμένος, μ’ άψογους τρόπους, υπέρκομψος, στα 35 του, ο Ντόκτορ Σέρλι, πριν ξεκινήσει, ψάχνει για οδηγό -γιατί η περιοδεία θα γίνει με δυο πανομοιότυπα πολυτελή αυτοκίνητα που διαθέτει η εταιρεία του, ένα για τον ίδιο, ένα για τους άλλους δυο μουσικούς του- που θα εκτελεί, όμως, και χρέη σωματοφύλακα -δεν ειν’ εύκολο το εγχείρημα της περιοδείας 

αυτής... Έτσι καταλήγει στον Τόνι «Λιπ» Βαλελόνγκα, «πόρτα» και μετρ ντ’ οτέλ -μπράβος στην ουσία- μέχρι τότε στο νάιτ κλαμπ «Κοπακαμπάνα», άεργο για το διάστημα που θα τον χρειαζόταν, καθώς το κλαμπ έχει κλείσει γι «ανακαίνιση» -δηλαδή το ’χαν κλείσει, για κάποιο διάστημα, λόγω ενός επεισοδίου που έγιν’ εκεί. Μετανάστης δεύτερης γενιάς, με ιταλούς γονείς, παντρεμένος, με 
δυο παιδιά και με δεμένη, α λα ιταλιάνα, οικογένεια, κάτοικος Μπρονξ, μ’ άκρες στην Μάφια στην οποία, πάντως, έχει αποφύγει να ενταχθεί, χωρίς τρόπους, άξεστος, ρατσιστής που σιχαίνεται τους «Νέγρους», ο Τόνι βρίσκεται στο ίδιο αυτοκίνητο, υποκρινόμενος ότι κανένα πρόβλημα δεν έχει, μ’ έναν «Νέγρο» που πρέπει και να τον προστατεύει. Για δυο, σχεδόν, μήνες. Ξεκινούν απ’ την Νέα Ιόρκη -για τις Μεσοδυτικές Πολιτείες πρώτα, για τον Βαθύ Νότο στη συνέχεια-, φθινόπωρο, με την προοπτική να βρίσκονται πίσω την Παραμονή των Χριστουγέννων. Ο Ντον στο 

πίσω κάθισμα της Κάντιλακ Σεντάν ΝτεΒίλ, ο Τόνι στο τιμόνι, με, ανά χείρας, το «Πράσινο Βιβλίο» με το οποίο τον έχει εφοδιάσει η δισκογραφική: οδηγό για τους «Νέγρους» που ταξιδεύουν στις περιοχές αυτές για το πού -ξενοδοχεία, εστιατόρια, καφέ, μπαρ, κλαμπ, βενζινάδικα...- είναι δεκτοί... Ένα χάος τους χωρίζει -ο 
Ντον, λιγόλογος, απόμακρος, κλειστός, αυστηρός, προσεκτικός, σχολαστικός, ο Τόνι -ενοχλητικά για τον Ντον- φλύαρος, απρόσεκτος, χύμα. Στην αρχή συγκρούονται. Αλλά όσο οι μέρες περνούν κάποιες γέφυρες στήνονται. Από μόνες τους. Ο Τόνι αρχίζει να θαυμάζει τον Ντον για τον τρόπο που παίζει πιάνο αλλά, 
κυρίως, για την ηγεμονική υποδοχή που του κάνουν όπου πάνε. Στην αρχή τα πράγματα είναι σχετικά εύκολα. Στον Νότο σκληραίνουν. Ο καλλιτέχνης Ντόκτορ Σέρλι γίνεται θερμά δεκτός όταν είναι στη σκηνή. Στην καθημερινότητα είναι, απλώς, ένας «Νέγρος» και πρέπει να τηρεί τους κανόνες του φυλετικού 
διαχωρισμού -έως και σε ξέχωρη τουαλέτα να πηγαίνει. Ένα βράδυ που βγαίνει μόνος σ’ ένα μπαρ του ρίχνονται και τον χτυπούν. Ο Τόνι τον σώζει απ’ τα χέρια των ρατσιστών, με την απειλή πιστολιού. Γι αντίδωρο, ο Ντον αρχίζει να του υπαγορεύει ποιητικά γράμματα στη γυναίκα του, την Ντολόρες που, μέχρι, τότε τις έστελνε κακογραμμένες κοινοτοπίες, γράμματα που πολύ τη συγκινούν. Αλλά υπάρχουν κι άλλα δύσκολα: αστυνομικοί πιάνουν 


τον Ντον, σε μια δημόσια πισίνα, γι «ανάρμοστες πράξεις» και, μάλιστα, μ’ έναν λευκό. Ο Τόνι τους δωροδοκεί, παρά τις αντιρρήσεις του Ντον, για ν’ αποφευχθεί το σκάνδαλο και για να μη τον συλλάβουν. Αργότερα, όμως, όταν τους σταματάει, μέσα 
στη νύχτα και στη βροχή, ένα περιπολικό, ο αψίκορος Τόνι χάνει την ψυχραιμία του και ρίχνει μια γροθιά στον έναν απ’ τους δυο αστυνομικούς, τον πιο αγενή, που τον προσβάλλει. Θα βρεθούν στο κρατητήριο ενός αστυνομικού τμήματος. Τότε ο Ντον θα κάνει ένα τηλεφώνημα «στο δικηγόρο του». Ο «δικηγόρος» ειν’ ο υπουργός Δικαιοσύνης Ρόμπερτ Κένεντι με τον 
οποίο γνωρίζονται. Κι ο οποίος θα δώσει διαταγή να τους αφήσουν ελεύθερους -ο Τόνι εντυπωσιασμένος, ο Ντον θυμωμένος που αναγκάστηκε να ζητήσει τη μεσολάβηση του Κένεντι και, μάλιστα, για κάτι που δεν είχε την ευθύνη. Πάντως, προλαβαίνει, υπάρχει χρόνος να κάνει την προγραμματισμένη εμφάνισή του -η τελευταία τις περιοδείας- στο Μπέρμιγχαμ της Αλαμπάμα -το προπύργιο του 
φυλετικού διαχωρισμού. Αλλά, τελικά, δε θα την κάνει. Στο ξενοδοχείο όπου θα παίξει το Τρίο του Ντόκτορ Σέρλι θερμή ειν’ η υποδοχή απ’ τον μετρ ντ’ οτέλ. Μόνο που ο Ντον, στον οποίο, άλλωστε, δίνουν μια στενή αποθήκη για καμαρίνι, δεν επιτρέπεται να φάει, πριν απ’ τη συναυλία, στο εστιατόριο του ξενοδοχείου μαζί μ’ αυτούς που σε λίγο θα ’ναι το ενθουσιώδες ακροατήριό του. Έτσι αποφασίζει να μην εμφανιστεί και να φύγει αφήνοντας στα κρύα του λουτρού τους οργανωτές. Με τον Τόνι θα πάνε σ’
ένα μπαρ. Με Μαύρους. Και θα παίξει εκεί, με τους μουσικούς του μπαρ. Το ταξίδι της επιστροφής είναι εξοντωτικό. Κι επικίνδυνο. Χιονοθύελλα, το χιόνι έχει καλύψει τους δρόμους... Αλλά ο Τόνι, Παραμονή Χριστουγέννων, θέλει να ’ναι οπωσδήπτε στο σπίτι του, με την οικογένειά του. Στο τέλος βρίσκεται ο Ντον στο τιμόνι, για 
να κοιμηθεί, λίγο, στο πίσω κάθισμα, ο εξουθενωμένος Τόνι. Φτάνουν, όμως, έγκαιρα. Ο Τόνι που σιχαινόταν τους Νέγρους, ο ρατσιστής, έχει πάρει ένα μεγάλο μάθημα. Άλλος άνθρωπος πια, καλεί τον Ντον -έχουν γίνει πλέον φίλοι- στο σπίτι του για να συνεορτάσουν. Αλλά εκείνος αρνείται. Πηγαίνει στο δικό του σπίτι να γιορτάσει. Ολομόναχος. Η βραδιά, όμως, δε θα τελειώσει έτσι. Η ταινία μας επιφυλάσσει ένα φινάλε αντάξιο της «Χριστουγεννιάτικης ιστορίας» του Ντίκενς: συγκινητικό. Ο σκηνοθέτης Πίτερ Φάρελι για «Το πράσινο βιβλίο» του («Green Book», 2018), βασισμένο σε δυο υπαρκτά πρόσωπα, τον Σέρλι και 

τον Βαλελόνγκα -που δε ζουν πια- και σε πραγματικά γεγονότα, ετοίμασε, μαζί με τον Νικ Βαλελόνγκα -γιο του Τόνι «Λιπ»- και τον Μπράιαν Κούρι, ένα σενάριο που, ίσως, εξωραΐζει πρόσωπα και καταστάσεις αλλά, καθώς δεν πρόκειται για ντοκιμαντέρ παρά για μυθοπλασία, εξυπηρετεί απόλυτα τους σκοπούς του για μια δραματική κομεντί -ταινία δρόμου με πρωταγωνιστές ένα αταίριαστο ζευγάρι. Και πέτυχε να το γυρίσει μ’ αξιοπρόσεκτη ισορροπία ανάμεσα στο χιούμορ και την καταγγελία της μισαλλοδοξίας και των φυλετικών διακρίσεων, μ’ αποτέλεσμα μια τρυφερή, χαριτωμένη, συγκινητική, τελικά, ταινία, μ’ ένα ελαφρό άρωμα Σκορσέσε. O Βίγκο Μόρτενσεν, μεταμορφωμένος, έχει σχεδιάσει, με μεγάλη προσοχή, τον Τόνι «Λιπ» και τον ενσαρκώνει βιωματικά -μια ερμηνεία αξιοθαύμαστη. Ο Μαχέρσαλα Άλι, επίσης 
μελετημένα ποζάτος Ντόκτορ Σέρλι που σιγά-σιγά γίνεται πιο ανθρώπινος αλλά διέκρινα τις ραφές της κατασκευής του ρόλου. Δεμένοι, πάντως, εξαιρετικά οι δυο τους. Η Λίντα Καρντελίνι, γλυκύτατη Ντολόρες και, γύρω τους, αυθεντικές φάτσες -μεταξύ τους, πολλοί συγγενείς, στην πραγματικότητα, του Τόνι. Μια ταινία καλοφτιαγμένη.

Κινηματογράφος «Odeon Starcity» / Αίθουσα 9, 27 Ιανουαρίου 2019.

January 30, 2019

Στο Φτερό / Στο φλεγόμενο μυαλό ενός εκκολαπτόμενου συγγραφέα


«Το παιχνίδι με τη φωτιά» / Σκηνοθεσία: Λι Τσανγκ-ντόνγκ 


Νεαρούλης ο Τζονγκ-σού. Έχει σπουδάσει δημιουργική γραφή, έχει πάει στρατό και θέλει να γράψει ένα μυθιστόρημα -το πρώτο του. Αγαπημένος του, ο Φόκνερ αλλά δεν ξέρει πώς κι από πού ν’ αρχίσει. Προς το παρόν, στην Σεούλ -Νότια Κορέα-, ασχολείται με 
δουλειές του ποδαριού -για το χαρτζιλίκι. Θα πέσει πάνω στην Χαε-μί -όμορφο κορίτσι, απελευθερωμένο. Ήταν γειτόνισσά του και συμμαθήτριά του αλλά δεν τη θυμάται. Θα τον θυμηθεί εκείνη. Θα βγούνε, θα κάνουν σεξ στο διαμερισματάκι της, θα του δώσει το κλειδί και θα του ζητήσει, όσο θα λείπει -φεύγει για ένα ταξίδι στην Αφρική-, να βάζει τροφή και νερό στη γάτα της που κρύβεται, λέει, απ’ τους ξένους. Θα το κάνει -χωρίς ποτέ να δει τη γάτα. Νοιώθει κάτι περισσότερο από έλξη για το κορίτσι. Αλλά στο αεροδρόμιο που πάει να την υποδεχτεί, η Χαε-μί επιστρέφει μαζί με τον Μπεν που γνώρισε στο ταξίδι -ειν’ η καινούργια της κατάκτηση κι άνετα, σα να μην έχει συμβεί τίποτα μεταξύ τους, τον συστήνει στον 
Τζονγκ-σού: ειν’ όμορφος, κομψός, πλούσιος, με Πόρσε, αγνώστου επαγγέλματος, μ’ ενδιαφέροντα, καλλιεργημένος, χαλαρός... Δε μοιάζει ερωτευμένος με την Χαε-μί αλλά έχει κάνει σχέση μαζί της. Ένα «άτυπο» τρίο δημιουργείται. Το ζευγάρι πηγαίνει να δει τον Τζονγκ-σού στην Πατζού, τη γενέτειρά του, μια πόλη κοντά στη νοτιοκορεάτικη πρωτεύουσα και, σχεδόν, πάνω στον 38ο παράλληλο -τα σύνορα με την Βόρεια Κορέα-, όπου έχει εγκατασταθεί στο πατρικό του, για να φροντίζει το αγρόκτημά τους, επειδή ο πατέρας του έμπλεξε σ’ έναν καυγά κι είναι στη φυλακή -η μάνα του τους έχει εγκαταλείψει από χρόνια, 

όταν ήταν μικρός. Απ’ το σπίτι βλέπουν τα σύνορα. Η Χαε-μί θυμίζει στον Τζονγκ-σού μια παιδική της ανάμνηση: εκείνη να ’χει πέσει σ’ ένα ξεραμένο πηγάδι κι ο Τζονγκ-σού να τη γλυτώνει. Εκείνος δεν το θυμάται -δεν πιστεύει καν ότι αυτό έχει συμβεί.
Αργότερα εκμυστηρεύεται στον Μπεν ότι ειν’ ερωτευμένος με το κορίτσι. Ο Μπεν, με τη σειρά του, του εκμυστηρεύεται το... χόμπι του: να καίει, κάθε τόσο, εγκαταλειμμένα θερμοκήπια. Η περιοχή του Τζονγκ-σού έχει πολλά, εκεί σκέφτεται να χτυπήσει σύντομα. Μόνο που, στο μεταξύ, η Χαε-μί εξαφανίζεται: το κινητό κλειστό, άδειο το σπίτι της, μια γειτόνισσά της του λέει, όταν πάει 
εκεί και γίνεται κουβέντα, πως αδύνατον να ’χε γάτα γιατί τα ζώα απαγορεύονται στην πολυκατοικία... Κι ο Μπεν, ατάραχος -σε λίγο έχει καινούργια κοπέλα. Δηλώνει ότι αγνοεί τι απέγινε η Χαε-μί. Το θέμα γίνεται εμμονή για τον Τζονγκ-σού. Υποψιάζεται τον Μπεν αλλά κι αρχίζει να ταυτίζεται μαζί του, κυκλοφορεί στα γύρω
θερμοκήπια, φτάνει στο σημείο να ετοιμαστεί να κάψει ένα με τον αναπτήρα του αλλά, την τελευταία στιγμή, δεν το κάνει, τον παρακολουθεί, τον συναντάει, τον βρίσκει να διαβάζει Φόκνερ, πάει στο σπίτι του όπου ο Μπεν τον καλεί, ψάχνει σ’ ένα συρτάρι 
του κι, ανάμεσα σε διάφορα γυναικεία κοσμήματα, βρίσκει το ρολόι που ’χε χαρίσει ο ίδιος στην Χαε-μί, στο σπίτι κυκλοφορεί μια γάτα που όταν τη φωνάζει με τ’ όνομα της γάτας της Χαε-μί τον πλησιάζει, έρχεται σ’ επαφή με την οικογένειά της κοπέλας που δεν έχει επικοινωνήσει μαζί τους κι όπου του λένε πως η ιστορία με το πηγάδι δεν έχει συμβεί ποτέ γιατί θα το ξέρανε, ενώ, αντίθετα, η μητέρα του, που ’χει να τη δει αφότου τους εγκατέλειψε και που εμφανίζεται απ’ το πουθενά, στη συνάντησή τους, επιβεβαιώνει την ιστορία... Το μυστήριο δε θα λυθεί ποτέ. Η Χαε-μί δε θα
βρεθεί  ποτέ. Στο φινάλε της ταινίας, ο Τζονγκ-σού, στους αγρούς, θα σκοτώσει με μαχαίρι τον Μπεν, θα παραδώσει στις φλόγες το σώμα του και το αυτοκίνητό του, θα πετάξει στη φωτιά και τα ματωμένα ρούχα του και θα τρέχει γυμνός στους αγρούς... Ολ’ αυτά συμβαίνουν; Μια μυστηριώδης αίσθηση διατρέχει την ταινία του Νοτιοκορεάτη Λι Τσανγκ-ντόνγκ «Το παιχνίδι με τη φωτιά» («버닝» («Beoning»)/«Burning», 2018). Στοιχεία της που μοιάζουν περιττά δένονται μεταξύ τους με περίεργα νήματα, ανατρέπονται, συσχετίζονται, αντιφάσκουν, μένουν αιωρούμενα, ποτέ δεν ξεκαθαρίζονται... Ακριβώς όπως συμβαίνει στη λογοτεχνία του 
Ιάπωνα Χάρουκι Μουράκαμι. Στο διήγημα του Μουράκαμι, άλλωστε, «Φλεγόμενος αχυρώνας» (1983) -ομότιτλο με διήγημα (1939) του Γουίλιαμ Φόκνερ, απ’ το οποίο κι αντλεί- που ’χει περιληφθεί στη συλλογή διηγημάτων του «Ο ελέφαντας εξαφανίζεται» (πρώτη έκδοση στα αγγλικά 1993, στα ιαπωνικά, όπως κι είχαν πρωτοδημοσιευτεί όλα, 2005) η οποία κυκλοφορεί μεταφρασμένη και στα ελληνικά απ’ τις Εκδόσεις «Κοάν», βασίζεται η ταινία αλλά δεν της λείπουν 
και τα δάνεια απευθείας απ’ το διήγημα του Φόκνερ -δεν είναι τυχαίες οι αναφορές στον αμερικανό νομπελίστα. Πρόκειται, τελικά, για θρίλερ; Κατά κάποιο τρόπο, ναι. Αλλά η προσωπική μου ερμηνεία είναι πως όλα συμβαίνουν στη φαντασία του Τζονγκ-Σού και δεν είναι παρά το μυθιστόρημα που ακατάστατα ακόμα, σπασμωδικά ακόμα, σχηματίζεται, σιγά-σιγά, στο μυαλό του. Δεν πιστεύω ότι αυτή η αναφορά, απ’ την αρχή της ταινίας, στο μυθιστόρημα που θέλει να γράψει είναι απλώς ένα συμπληρωματικό στοιχείο στο σενάριο ούτε οι πυκνές 

λογοτεχνικές αναφορές. Σενάριο το οποίο, εξαιρετικά προσεκτικά γραμμένο -το συνυπογράφουν η Ο Τζανγκ-μί κι ο δυτικότροπος σκηνοθέτης-, χωρίς να λείπουν οι πολιτικές νύξεις, κρατάει τις λεπτές ισορροπίες πάνω στις οποίες μ’ άνεση κεντάει ο σκηνοθέτης, προκαλώντας συνειρμούς με το «Ζιλ και Τζιμ», τον «Ταλαντούχο κύριο Ρίπλεϊ» ή τον «Μεγάλο Γκάτσμπι» αλλά σε εντελώς προσωπικό ύφος. Η ταινία ευτυχεί και στη διανομή, ειδικά στο πρωταγωνιστικό τρίο: ιδεώδης, χαμένος στον κόσμο του, Τζονγκ-σού ο Γιου Α-ιν, 

αυθεντική Χαε-μί η πανέμορφη Γιουν Γιονγκ-σεό, στην πρώτη της εμφάνιση στον κινηματογράφο, με καλύτερο απ’ τους τρεις, κατά 


τη γνώμη μου, τον Στίβεν Γιαν -ηθοποιός που λάμπει-, αινιγματικό γοητευτικό κοσμοπολίτη Μπεν. Μια πολύ ενδιαφέρουσα, μια εξαιρετική ταινία.

Κινηματογράφος «Ιντεάλ», 17 Ιανουαρίου 2019.

January 27, 2019

Στο Φτερό / Τσέχοφ ως Σακελλάριος ή Μορφίνη στο βρακί


«Θείος Βάνια» του Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχοφ / Σκηνοθεσία: Γιώργος Κιμούλης 


Ροσία, ο 19ος αιώνας στην εκπνοή του και στην εξοχή, στο κτήμα και στο σπίτι που ’χει κληρονομήσει η Σόνια Αλεξάντροβνα απ’ τη μητέρα της, την Βέρα Πετρόβνα που πέθανε νέα, ζει -με οικονομικές δυσκολίες...- το ασχημούτσικο κορίτσι με το θείο της 
Βάνια, αδελφό της μητέρας της, ο οποίος, με τη βοήθεια της Σόνια, διαχειρίζεται, σχεδόν ως επιστάτης, το κτήμα συντηρώντας με το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός του, τον «διανοοούμενο» -μια μετριότητα που εμφανίζεται ως σπουδαίος κι είναι ο άξονας γύρω απ’ τον οποίο περιστρέφεται όλη η οικογένεια- πατέρα της, καθηγητή Σερεμπρικόφ που, ξαναπαντρεμένος με την πολύ νεότερή του Γιελένα, ζει στην Μόσχα. Μαζί με τον Βάνια και την Σόνια, η επαρχιώτισσα ψευτοδιανοούμενη γιαγιά της και μητέρα του Βάνια, Μαρία Βασίλιεβνα, ταμένη στον Σερεμπρικόφ που τον θεωρεί μεγάλη αξία, η παραμάνα Μαρίνα κι ο ξεπεσμένος Τελιέγκιν, νονός της Σόνια, βοηθός στο κτήμα. Εκείνο το καλοκαίρι φιλοξενούνται
στο  σπίτι κι ο καθηγητής με τη γυναίκα του, που, λόγω οικονομικών δυσκολιών, φαίνεται πως σκέπτονται να εγκατασταθούν εκεί μόνιμα. Ο Βάνια, απογοητευμένος απ’ τη ζωή του, ασπαζόμενος το «ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης», σιχαίνεται τον Σερεμπρικόφ που τον θεωρεί νούλα κι υπεύθυνο για τη μιζέρια του και συγκρούεται συνέχεια με τη μητέρα του. Κι είναι ερωτευμένος με την Γιελένα που δεν της το κρύβει, εκείνη, όμως, τον αποκρούει. Αλλά την Γιελένα την ποθεί 

κι ο φίλος του, ο επαρχιακός γιατρός Άστροφ που συχνάζει στο σπίτι. Μέθυσος, αλλά ασκεί γοητεία στις γυναίκες -και στην Γιελένα, που δεν αντέχει πια τον γέρο, φαφλατά, ιδιότροπο κι αρρωστιάρη σύζυγο που την ταλαιπωρεί, και στην Σόνια που εξομολογείται στη μητριά της, όταν, κάποια στιγμή, ενώ η Σόνια την κρατούσε μέχρι τότε σε απόσταση, πλησιάζονται, οτ είναι ερωτευμένη μαζί του εδώ κι έξι χρόνια, χωρίς εκείνος να το ξέρει. Η Γιελένα αποφασίζει να του μιλήσει για την Σόνια. Ο Άστροφ 
ούτε που το χε σκεφτεί -το κορίτσι δεν του ασκεί καμμιά έλξη. Αλλά η συζήτηση θα πάρει άλλη τροπή και θα καταλήξει με το γιατρό να φιλάει την Γιελένα που όσο κι αν προσπαθεί να κρατήσει την αστική αξιοπρέπειά της, υποκύπτει. Ο Βάνια, τυχαία, τους βλέπει κι η απογοήτευση, η κατάθλιψή του μεγαλώνει. Κι εξελίσσεται σε οργή που εκρήγνυται -όταν ο Σερεμπρικόφ, σ’ οικογενειακή σύναξη, με στόμφο προτείνει να πουλήσουν το κτήμα που, κατά τη γνώμη του, δεν αποδίδει και ν’ αγοράσουν χρεώγραφα κι εξοχικό στην Φινλανδία, χωρίς καμιά πρόνοια τι θ’ απογίνουν ο Βάνια, η Σόνια κι η γιαγιά-, οδηγεί σε σύγκρουση και τον φτάνει στο σημείο, έξαλλος,

να πυροβολήσει τον καθηγητή -αστοχώντας. Η Γιελένα, εκεί που ’χουν φτάσει τα πράγματα, πείθει τον άντρα της να φύγουν απ’ το κτήμα το γρηγορότερο. Και φεύγουν. Οι έρωτες κι οι πόθοι και τα πάθη που ’χαν εξαφθεί καταλαγιάζουν και καταπνίγονται, η Σόνια καταλαβαίνει ότι ο Άστροφ δεν την θέλει κι εκείνος 
απομακρύνεται απ’ το σπίτι που γυρίζει στη μελαγχολική ρουτίνα του. Με μόνη, πια, ελπίδα για τον Βάνια και την Σόνια ότι, κάποτε, θ’ αναπαυθούν... Ο «Θείος Βάνια» του Αντόν Τσέχοφ ξεκίνησε την πορεία του το 1889, σε μια πρώτη εκδοχή, ως «Δαίμονας του δάσους», παίχτηκε για λίγο μ’ αποτυχία, εκδόθηκε, σ’ αναθεωρημένη εκδοχή, το 1890, ο Τσέχοφ εγκατέλειψε το έργο για να το ξαναδουλέψει, αναμορφώνοντάς το ριζικά, οπότε και 
παίχτηκε ως «Θείος Βάνια» σε περιοδεία το 1897 κι εκδόθηκε το 1898 για να δικαιωθεί πλήρως το 1899, όταν το ανέβασε ο Κονσταντίν Στανισλάφσκι στο «Θέατρο Τέχνης» της Μόσχας, δεύτερο, μετά τον καθοριστικό «Γλάρο», απ’ τα τέσσερα πολύπρακτα κορυφαία έργα του Τσέχοφ, που δόξασαν και το «Θέατρο Τέχνης» και το συγγραφέα. Το έργο, ιδιοφυής, πολυεπίπεδη παραλλαγή στο ίδιο θέμα μαζί με τ’ άλλα τρία -που,
όλα τους, εξελίχθηκαν σ’ έργα, με την πλήρη σημασία της λέξης, διαχρονικά, στην κορυφή της ιστορίας του θεάτρου-, δίνει, εξωτερικά, μια εικόνα πλήξης αλλά από κάτω κάτι κοχλάζει.  Οι κατά καιρούς αποδιδόμενες 
στον Τσέχοφ δηλώσεις ότι τα έργα του είναι κωμωδίες βασανίζουν τους σκηνοθέτες που καταπιάνονται μ αυτά. Αλίμονο αν τις πάρουν στην κυριολεξία. Αυτό συνέβη με τον Γιώργο Κιμούλη. Ο Τσέχοφ σαφώς κι εκθέτει τη γελοιότητα του Ανθρώπου - τη δική μας γελοιότητα- αλλά μέσα από ένα πρίσμα αγάπης και κατανόησης. Ο Τσέχοφ συμπάσχει με λεπτή ειρωνεία, δε βγάζει τη γλώσσα, δεν κοροϊδεύει αυτά τα πρόσωπα που βγάζει στη σκηνή. Ο Γιώργος Κιμούλης, που υπογράφει τη μετάφραση του έργου και τη σκηνοθεσία, αποφάσισε ν’ αντιμετωπίσει τον «Θείο Βάνια» ως φάρσα του Σακελλάριου ή των Τσιφόρου και Βασιλειάδη. Όχι, δεν είναι παρανάγνωση. Το κανε, προφανώς, για ν’ αρέσει η παράσταση στο «ευρύ κοινό». Πάνω σε μια μετάφραση επίπεδη κι αφού έφερε το έργο σε μια -ακαθόριστη- μεταγενέστερη εποχή, το εμβολίασε μ’ αστειάκια, τρικάκια, καλαμπουράκια, κλεισίματα του ματιού, καμώματα, εξυπνάδες, διαρκείς μικρές εμβόλιμες προσθήκες που έντεχνα -κι επικίνδυνα- φτηναίνουν κι αλλοιώνουν το τσεχοφικό πνεύμα κι εξαφανίζουν την ποίηση του κειμένου -έως και πάλη Βάνια, που του χουν δέσει στην πλάτη τα χέρια, κι 

Άστροφ, για να του αποσπάσει ο γιατρός το μπουκαλάκι με μορφίνη που του χει κλέψει, με τη πρόθεση, καθώς φαίνεται, ν αυτοκτονήσει, βλέπουμε, με μουσική υπόκρουση θρίλερ, έως κι απ το βρακί του, όπου το χε κρύψει, σταπόκρυφά του, να το φανερώνει, τελικά, το μπουκαλάκι ο Βάνιας, χώνοντας το χέρι στο παντελόνι, βλέπουμε... Επίσης, όπου μονόλογος, ο σκηνοθέτης χαμηλώνει τους φωτισμούς, ρίχνει σποτ στον ηθοποιό που, συνήθως, φέρνει καρέκλα στο προσκήνιο, κάθεται κι εκφωνεί το μονόλογο, πρόσωπο με πρόσωπο με το κοινό -εύρημα που το βρήκα απολύτως αφελές. Ρυθμοί ακατάστατοι -αλλού ταχυλογία, 
αλλού παύσεις εντελώς νεκρές-, που καταστρέφουν, μαζί με τη μετάφραση, πλήρως τη μουσικότητα του τσεχοφικού κειμένου, συμπληρώνουν το αποτέλεσμα: ισοπέδωση του έργου που κατεβαίνει βαρετό κι ασήμαντο στην πλατεία προκαλώντας, πάντως, τα συχνά γέλια. Βρήκα, κάπως, ψεύτικο το σκηνικό της πρώτης πράξης αλλά συμπαθητικό των υπόλοιπων τριών (Χριστίνα Κωστέα), όπως και τα «μεικτά» κοστούμια της Σοφίας Νικολαΐδη κι εξυπηρετικούς τους φωτισμούς που σχεδίασε η Στέλλα Κάλτσου. Για τη διανομή ο σκηνοθέτης επέλεξε καλούς, κατά το πλείστον, ηθοποιούς που, δυστυχώς, τους οδήγησε, όμως, στους εύκολους κι ανάλαφρους δρόμους που θελε κρατώντας τους στην επιφάνεια των πραγμάτων: βρήκα την Στέλλα Καζάζη (Γιελένα ως κάτι από Λελέ της «Χαρτοπαίχτρας» του Ψαθά) και Χαρά Μάτα Γιαννάτου (Σόνια) σκληρές, την Μαίρη Νάνου (Μαρία Βασίλιεβνα)
ανύπαρκτη, ο καλός Γιώργος Ψυχογιός παίζει τον Σερεμπρικόφ μ’ επιθεωρησικό «μπρίο» παραπέμποντάς με άλλοτε στον Στάθη Ψάλτη, άλλοτε στον Νίκο Σταυρίδη, η Μάγδα Λέκκα (Μαρίνα) μου θύμιζε την Μαίρη Μεταξά που ’παιζε τις μανάδες του Κώστα Βουτσά κι ο Κώστας Κοράκης τους μπούφους του Αντώνη 

Παπαδόπουλου, στον Τελιέγκιν, τον τραγικότερο, μέσα απ’ τη γελοιότητά του, ρόλο του έργου -όσο σύντομος κι αν είναι-, ρόλο ανάλογο του Κουλίγκιν στις «Τρεις αδελφές». Ο Τάσος Νούσιας, επίσης καλός ηθοποιός, κάτι περισώζει απ’ τον Άστροφ, οδηγημένος, πάντως, στη δεύτερη πράξη σ’ ένα μεθύσι α λα 

μεθύστακας του Ορέστη Μακρή. Ο ίδιος ο Γιώργος Κιμούλης, εναρμονισμένος με τη σκηνοθεσία του, δίνει τον Βάνια κατά βάση σωστά αλλά εξυπνακίστικα, με μανιέρα -τικ, μούτες...- υιοθετώντας, γι άλλη μια φορά, μια δήθεν φυσική εκφορά του λόγου με τραυλίσματα, «ψάξιμο» των λέξεων, που αυτιστικά οδηγούν στην απώλεια του κειμένου για το θεατή/ακροατή. Λυπάμαι αλλά αυτό που είδα αδυνατώ να το θεωρήσω Τσέχοφ (Φωτογραφίες, εκτός της υπογραμμένης: Σταύρος Χαμπάκης).

(Το πρόγραμμα της παράστασης -υπεύθυνος ύλης Γιώργος Κιμούλης- κομίζει κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία αλλά είναι βιαστικό, πρόχειρο κι ακατάστατο, με λάθη τυπογραφικά και μεταφραστικά).

Δημοτικό Θέατρο Πειραιά / Σκηνή «Δημήτρης Ροντήρης», GR Entertainment World LTD, 26 Ιανουαρίου 2019.