November 25, 2019

Άννα Καλαϊτζίδου και Mιχάλης Συριόπουλος θα προσφέρουν μεξικάνικο «Χοιρινό νεφρό για την κατάθλιψη» σε σκηνοθεσία Βασίλη Μαυρογεωργίου


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 


Η Άννα Καλαϊτζίδου κι ο Μιχάλης Συριόπουλος, ένα ντουέτο γερών ηθοποιών, θα πρωταγωνιστήσουν, σε σκηνοθεσία Βασίλη Μαυρογεωργίου, στο έργο για δυο του άπαιχτου στην 
Ελλάδα Αλεχάνδρο Ρικάνιο «Χοιρινό νεφρό για την κατάθλιψη» που θα παρουσιαστεί τον Ιανουάριο στο θέατρο «Μικρό Γκλόρια», σε μετάφραση Μαρίας Χατζηεμμανουήλ.
Πρόκειται για μια μαύρη κωμωδία στην οποία ο σύγχρονος, ανήσυχος μεξικάνος συγγραφέας «προσφέρει» χοιρινό νεφρό στους ήρωές του, ως φάρμακο για την κατάθλιψη, ως αντίδοτο στην απόγνωση, όπως ο Τζέιμς Τζόις «σέρβιρε» χοιρινό νεφρό ως πρωινό στον Λέοπολντ Μπλουμ, τον ήρωα του εμβληματικού μυθιστορήματός του «Οδυσσέας».
Στο έργο, η Μαρί είναι απελπισμένα ερωτευμένη με τον Γκουστάβ -μια γυναίκα μόνη στον κόσμο, καταδικασμένη να δίνει νόημα στην ύπαρξή της μόνο μέσα από ’κείνον. Ο Γκουστάβ είναι ένας βασανισμένος συγγραφέας, ένας καταραμένος ποιητής, καταδικασμένος να ζει στη σκιά του Σάμιουελ Μπέκετ. Τόπος του έργου είναι το Παρίσι όπου ο Μπέκετ ζούσε απ’ το 1929. Η πρώτη σκηνή του διαδραματίζεται το 1953, χρονιά της πρεμιέρας του
έργου του-σταθμός «Περιμένοντας τον Γκοντό», και στη συνέχεια επιστρέφει στο 1939 ακολουθώντας τον Μπέκετ καθώς ο ιρλανδός συγγραφέας γίνεται η έμμονη ιδέα του Γκουστάβ που τον ακολουθεί παντού. Ο Μπέκετ, πανταχού παρών στο έργο, που έχει διαρκείς αναφορές στο «Περιμένοντας τον Γκοντό», γίνεται 
θεατρικό πρόσωπο, γίνεται εμμονή, ζει, ταξιδεύει και γράφει αλλά, όπως ο Γκοντό του, δεν έρχεται ποτέ. Κι οι δυο ήρωες του Ρικάνιο τον περιμένουν. Μάταια.
Πρόκειται για μια ιστορία που μπλέκει, μέσα σε μια ατμόσφαιρα παραλόγου, το συμβολισμό με ιστορικά γεγονότα και με τα πάθη που καίνε τις ψυχές των ανθρώπων.
Η μουσική στην παράσταση του Βασίλη Μαυρογεωργίου θα ’ναι του Γιώργου Φουντούκου, ο σχεδιασμός φωτισμών της Στέλλας Κάλτσου και βοηθός σκηνοθέτη η Καλή Βοϊκλή. Αναζητείται ακόμα ο σκηνογράφος/ενδυματολόγος.
Ο 36χρονος, σήμερα, βραβευμένος Αλεχάνδρο Ρικάνιο, εκτός από θεατρικός συγγραφέας, με περισσότερα από 20 έργα στο βιογραφικό του, που ορισμένα έχουν κάνει μεγάλη επιτυχία, είναι και σκηνοθέτης (ο μόνιμος του θιάσου «Οι Γκούγκενχάιμ» απ’ το 2009) και σεναριογράφος. Το «Χοιρινό νεφρό για την κατάθλιψη», που έχει κάνει πρεμιέρα στο Μεξικό το 2010, σε σκηνοθεσία του συγγραφέα, και ήταν υποψήφιο για το μεξικάνικο Εθνικό Βραβείο Νεανικής Δραματουργίας -ο συγγραφέας ήταν, τότε, 27 χρόνων-, έχει ανεβεί σε πάνω από δέκα χώρες.
Ας σημειωθεί ότι, αυτή τη στιγμή, στην Αθήνα παίζονται δυο
ισπανόφωνα έργα -και τα δυο σε μετάφραση Μαρίας Χατζηεμμαννουήλ- με τα οποία σχετίζεται ο Βασίλης Μαυρογεωργίου: «Το χελιδόνι» του Καταλανού Γκιλιέμ Κλούα, για τρίτη σεζόν -φέτος στο «Άνεσις»-, στο οποίο ο Βασίλης Μαυρογεωργίου παίζει μαζί με την Σοφία Σεϊρλή, σε σκηνοθεσία Ελένης Γκασούκα, και το «Η Αρχή του Αρχιμήδη» του, επίσης Καταλανού, Ζουζέπ Μαρία Μιρό, για δεύτερη σεζόν στο «Skrow», στο οποίο υπογράφει τη σκηνοθεσία. Ενώ το καλοκαίρι σκηνοθέτησε το «Κόντρα στην ελευθερία» του Εστέβα Σολέρ -Καταλανός κι αυτός- για το Φεστιβάλ Αθηνών.

November 24, 2019

H γυναίκα του Κέσαρος... ή Ο Κουμεντάκης κι οι τουρκοφάγοι


Το Τέταρτο Κουδούνι / 24 Νοεμβρίου 2019 



Εξαιρετικά τα πάει ο Γιώργος Κουμεντάκης -ο καλλιτεχνικός διευθυντής- στην Λυρική. Δηλαδή, η Λυρική τα πάει μια χαρά. Ορατόν δια γυμνού οφθαλμού. Όπως πολύ καλά τα πάει κι ο 

Αλέξανδρος Ευκλείδης στην Εναλλακτική Σκηνή της. Να ’ναι καλά, βέβαια, και το Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος» που χώνει το χέρι -και μπράβο του!- βαθιά στην τσέπη...
Το πιο ερεθιστικό που άκουσα -ή μάλλον διάβασα- απ’ το συγκεκριμένο -ειρηνικό- μέτωπο ειν’ αυτό που ο Κουμεντάκης είπε σε πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξή του στην Μαρία Κατσουνάκη, η οποία δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή»: ότι, στο πλαίσιο των εορτασμών για τα 200 χρόνια απ’ την Επανάσταση του ’21, έχει αναθέσει -πιο τολμηρό, πεθαίνεις!- σε τρεις τούρκους καλλιτέχνες -ένα λιμπρετίστα, ένα συνθέτη και ένα βίντεο άρτιστ- τη σύνθεση μιας όπερας για το πώς είδαν την Επανάσταση οι Τούρκοι, απ’ την πλευρά τους -την πλευρά του ηττημένου(;). Ενώ ο
ίδιος έχει στα σκαριά τη σύνθεση μιας όπερας, το λιμπρέτο της οποίας, ήδη, γράφει ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης κι η οποία θα παρουσιαστεί στο τέλος του 2021 και θ’ αφορά τους εμφύλιους στην Ελλάδα, μετά το 1821 και μέχρι τη ανεξαρτητοποίηση(;).
Αν δεν ξεσηκωθούν οι «παραδοσιακοί» κι οι τουρκοφάγοι, ελπίζω τα σχέδια αυτά να υλοποιηθούν. Μας χρειάζεται κάτι τέτοιο. Μήπως κι απ’ τους εορτασμούς κάτι θετικό βγει (Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή).



Αλήθεια, ποιος αμφισβήτησε την αξία και την πείρα και τις γνώσεις και την ποιότητα της χορογράφου Έρσης Πήττα, που διορίστηκε, απ’ την υπουργό Πολιτισμού και Αθλητισμού, αντιπρόεδρος στο Διοικητικό Συμβούλιο του Εθνικού Θεάτρου, και του σκηνοθέτη Χριστόφορου Χριστοφή, που διορίστηκε, απ’ την υπουργό Πολιτισμού και Αθλητισμού, αντιπρόεδρος στο Διοικητικό Συμβούλιο της Κρατικής Σχολής Ορχηστικής Τέχνης; Μόνο κάποιοι βλάκες, κάποιοι άσχετοι με το χώρο, κάποιοι που ’χουν τον κιτρινισμό στα κύτταρά τους, κάποιοι χυδαίοι.
Εκείνο που εγώ -κι όχι μόνον εγώ...- ριζικά αμφισβητώ είναι τα κίνητρα της υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού Λίνας Μενδώνη. Που τους διόρισε. Τους διόρισε ως εκ των αρίστων; Ναι; Κι όχι γιατί ειν’ αδέλφια της πεθεράς του πρωθυπουργού Μητσοτάκη; Επιτρέψτε μου να μην πείθομαι. Διότι μπαμ κάνει. Ειδικά, μάλιστα, όταν, λίγες μέρες πριν -σας τα ’γραφα στο περασμένο «Τέταρτο Κουδούνι», της 1ης Νοεμβρίου-, στο χαιρετισμό της, στα εγκαίνια της έκθεσης «Ελληνική Μόδα-100 Χρόνια Έμπνευσης και Δημιουργίας», η κ. Μενδώνη, χωρίς τσίπα, ήδη έπιασε την ευκαιρία απ’ τα μαλλιά για ν’ αναφερθεί στη «διεθνούς απήχησης επιχειρηματικότητα της Μαρέβας Γκραμπόφσκι-Μητσοτάκη, που βασίζεται στη νεωτεριστική αντίληψη για την παράδοση»... Τέτοια απροκάλυπτη κολακεία+εκδούλευση σ’ αυτόν που σε διόρισε υπουργό δε συναντάς εύκολα.
Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ... Είναι που στη φημολογούμενη βαθμολόγηση των υπουργών -το διάβασα στο aftodioikisi.gr- λέγεται ότι παίρνει κάτω απ’ τη βάση και προσπαθεί ν ανεβάσει τη βαθμολογία της; Ας προσέξει μόνον. Το πολύ το Κύριε ελέησον το βαριέται κι ο παπάς. Μην της έρθει μπούμερανγκ...
Λέτε να υπερβάλω; Ή να λαθεύω; Αλλά, τουλάχιστον, εκείνο το «η σύζυγος του Κέσαρος δεν αρκεί να είναι τιμία, πρέπει και να φαίνεται τιμία...» ακουστά δεν το ’χει η κυρία υπουργός που ’ναι κι αρχαιολόγος; Ή, έστω, η εξ απορρήτων της; Που ’ναι, επίσης -και-, αρχαιολόγος;
Αλλά κι οι ίδιοι οι δυο καλλιτέχνες γιατί αποδέχτηκαν τους διορισμούς; Είναι, λέει, πολύ στενοχωρημένοι με τις αντιδράσεις. Δεν ήξεραν τι θα επακολουθήσει;
(Όχι ότι δε συνέβαιναν αυτά... Θυμάμαι το 1988, η τότε υπουργός Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη να διορίζει μέλος νέου Δ.Σ. της Κρατικής Σχολής Ορχηστρικής Τέχνης, την Σοφία Κατσανέβα-Παπανδρέου, κόρη του τότε πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου και -τότε- σύζυγο του τότε διοικητή του ΙΚΑ Θόδωρου Κατσανέβα και να γίνεται ντόρος...).




Τη σκοτεινή του πλευρά είδαν ο Αιμίλιος Χειλάκης κι ο Μανώλης Δούνιας στο σεξπιρικό «Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας» που συν-ανέβασαν το καλοκαίρι και τώρα παρουσιάζεται στο «Βεάκη». Και σα να ξέχασαν ότι το έργο στις κωμωδίες του Σέξπιρ κατατάσσεται. Ή, έστω, ότι έχει ΚΑΙ κωμική πλευρά. Γι αυτό, ίσως, κι οι -κωμικές- σκηνές των μαστόρων είναι οι πιο αμήχανες. Η εναρκτήρια, ειδικά, της παράστασης, με φόντο το ακατέργαστο, χοντροκομμένο σκηνικό του Τέλη Καρανάνου (που, αργότερα, με τους φωτισμούς του Νίκου Βλασόπουλου, βελτιώνεται) και με τα άχαρα κοστούμια του που φορούν οι ηθοποιοί, προχειροστημένη, με άδετους κι εκτός πνεύματος τους (καθόλου κακούς) ηθοποιούς, απογοητευτική μου φάνηκε και με προκατέλαβε άσχημα -μόνον ο Δημήτρης Πιατάς, αν και στη μανιέρα του πάντα, φαινόταν ν’ αντιλαμβάνεται τι γίνεται. Κατόπιν ήρθαν και σκηνές καλές -κάποιες, μάλιστα, γοητευτικές, όπως η είσοδος του Πουκ ή ο τελικός ύπνος των ερωτευμένων- 
αλλά η παράσταση δε με κέρδισε. Κι η «παράσταση» των μαστόρων στην παράσταση πολύ κράτησε και με κούρασε -δεν είναι εμπνευσμένη.
Ο Αιμίλιος Χειλάκης διατηρεί, βέβαια, το μέγεθος και το κύρος του ως Όμπερον/Θησέας κι η Αθηνά Μαξίμου, βασισμένη, κυρίως, στην κίνηση και στο κοστούμι της -το μόνο που βρήκα
πραγματικά καλόγουστο και αποτελεσματικό-, είναι μια ικανοποιητική Τιτάνια/Ιππολύτη. Ο εξαιρετικός ηθοποιός Μιχάλης Σαράντης, έχει οδηγηθεί σε μια εξεζητημένη, φορτωμένη ερμηνεία του Πουκ -κίνηση εντυπωσιακή αλλά υπερβολική, επιδεικτική, κατάχρηση φωνητικών μεταπτώσεων, ψίθυροι που δυσκολεύουν το λόγο ν’ ακουστεί...- η οποία τον αδικεί. Απ’ τους υπόλοιπους ηθοποιούς ξεχώρισα την Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη.
Η διαρκής, κάπως, σοβαροφανής μουσική του Κωνσταντίνου Βήτα δε μου πρόσθεσε τίποτα και βρήκα πολλή και πολύ «καλλιεπή» την κίνηση που δίδαξε η Αντωνία Οικονόμου.
Μια παράσταση, κατά τη γνώμη μου, άνιση, με περιττές φωνές και με δραματουργικά προβλήματα που τη θολώνουν και μπερδεύουν το θεατή -η σύγχυση, για παράδειγμα, με τα ξωτικά-ακόλουθους της Τιτάνια...-, στην οποία πήγα με μεγάλο καλάθι αλλά δεν το γέμισα (Φωτογραφίες: Καμαρινή Μωραγιάννη)..




Στο ίδιο -επιτέλους σουλουπωμένο!- θέατρο είδα και τον «Αίαντα» του Σοφοκλή, ως μονόλογο, απ’ τον καλό Μιχάλη Σαράντη που ερμηνεύει όλους τους ρόλους της τραγωδίας του Σοφοκλή, σε σκηνοθεσία Γιώργου Νανούρη. Με το ζωγράφο Απόστολο Χαντζαρά να «συνομιλεί» μαζί του επί σκηνής -επί σκηνής «Βεάκη» κι εμείς οι θεατές-, ζωγραφίζοντας επιδέξια πρόσωπα και μνήμες της τραγωδίας, ζωγραφιές που, σιγά-σιγά, αναρτώνται τριγύρω, σε καβαλέτα.
Φοβάμαι πως λίγο βιάστηκε, παρά τις πανθομολογούμενες ικανότητές του, ο ηθοποιός για ένα τόσο δύσκολο εγχείρημα. Κι ότι αυτή η ωραία ιδέα με τις ζωγραφικές σκοντάφτει στην υλοποίησή της που, όσο και «βελούδινα» να πραγματοποιείται, δυσκολεύει τους ρυθμούς της παράστασης η οποία, πάντως, έχει και τις αρκετές καλές στιγμές της.




«Himmelweg (Ο δρόμος για τον ουρανό)» του Ισπανού Χουάν Μαγιόργκα, σε μετάφραση Μαρίας Χατζηεμμαννουήλ και σκηνοθεσία Έλενας Καρακούλη: η καλύτερη ελληνική παράσταση του περασμένου (2019) Φεστιβάλ Αθηνών, απ’ όσες είδα -και τις είδα σχεδόν όλες, μέχρι τη μέρα της Μεγάλης Αχαριστίας και της Μεγάλης Αγένειας του Γραφείου Τύπου του, που με οδήγησε να πω, μετά από 51 χρόνια ταμένης παρουσίας, αντίο στο Φεστιβάλ.
Η καλύτερη, γιατί είναι ένα απ’ τα καλύτερα -ίσως και το καλύτερο- ανάμεσα στα ισπανόφωνα έργα που μας έχουν κατακλύσει τα τελευταία χρόνια -«με αφορμή ένα ιστορικό γεγονός του 1944, την επίσκεψη του αντιπροσώπου του Ερυθρού Σταυρού Μωρίς Ροσέλ στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Τερεζίν, το επονομαζόμενο ‘γκέτο-μοντέλο’, ο Χουάν Μαγιόργκα δε γράφει ένα έργο μνήμης για το Ολοκαύτωμα αλλά ένα έργο για τη σημερινή πραγματικότητα, για τον σύγχρονο θεατή-Ροσέλ που αρνείται να ‘σπρώξει την πόρτα’ και να δει με τα μάτια του τη φρίκη. Το θεατή που αρκείται σ’ αυτά που του δείχνουν, σ’ αυτά που καθησυχάζουν τη συνείδησή του, όση συνείδηση του χει απομείνει», σημειώνει η μεταφράστρια στον πρόλογο της, όπως πάντα, προσεγμένης έκδοσης της μετάφρασής της απ’ την «Κάπα Εκδοτική». Εν συνόψει: ένα έργο συ-γκλο-νι-στι-κό.

Η καλύτερη, γιατί η Έλενα Καρακούλη, μεγάλο σκηνοθετικό τάλαντο, όπως έχει ήδη αποδειχθεί, που δε βιάζεται, έχει οργανώσει μια στιβαρή, καλόγουστη, συγκινητική, ουσιαστική
παράσταση -το τραγούδι απ’ το κοριτσάκι, στο τέλος, σπαρακτικό.
Η καλύτερη, γιατί, καλοί ηθοποιοί αλλά κι εξαιρετικά οδηγημένοι και καλά δεμένοι -ο Δημήτρης Παπανικολάου, ο Θανάσης Δήμου, με πρώτο τη τάξει τον Νίκο Ψαρρά- υλοποιούν, με τον καλύτερο τρόπο, τη σκηνοθεσία δίνοντας τρεις έξοχες ερμηνείες -η μια καλύτερη απ’ την άλλη.
Η παράσταση -ευτυχώς- έχει μεταφερθεί στο «Καρέζη» όπου παίζεται τα Δευτερότριτα. Ευτυχώς, γιατί της άξιζε η συνέχεια, Ευτυχώς, γιατί μπόρεσα να γράψω -το καλοκαίρι δεν είχα προλάβει. Ευτυχώς, γιατί μπορείτε να τη δείτε. Κι ολόψυχα σας προτρέπω να τη δείτε! Είναι καθηλωτική. Σπεύσατε μόνο! Μόλις έμαθα ότι μεθαύριο Τρίτη σταματάει λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων των ηθοποιών (Φωτογραφίες 1,2,3: Ελίνα Γιουνανλή).




Δύσκολη η όπερα «Powder her Face» (1995) του βρετανού Τόμας Άντες, που ανέβασε ο Αλέξανδρος Ευκλείδης στην «Εναλλακτική Σκηνή» της Λυρικής. Αλλά έχει μεγάλο ενδιαφέρον μια όπερα σύγχρονη -άγνωστή μας. Ο Νίκος Βασιλείου οδήγησε σθεναρά, με γνώση κι αυτοπεποίθηση το Ergon Ensemble στο μουσικό μέρος, ενδιαφέροντα τα σκηνικά και τα κοστούμια του Γιάννη Κατρανίτσα αλλά η παράσταση... Αυτά τα έργα απαιτούν απ’ τους ερμηνευτές, εκτός από ικανές για σύγχρονη όπερα φωνές -που τις είχαν- και υποκριτικές ικανότητες και εμφάνιση -που φοβάμαι ότι δεν τις είχαν... (Φωτογραφία: Valeria Isaeva).


Σας έγραφα στο totetartokoudouni.blogspot.com, στις 5 Νοεμβρίου, την είδηση ότι, τον Φεβρουάριο, ανεβαίνει στο «Δημήτρης Χορν» -και παράλληλα προς το «Master Class», με την Μαρία Ναυπλιώτου-, σε μετάφραση Αντώνη Γαλέου και σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη, με Στέλιο Μάινα κι Αλέξανδρο Μπουρδούμη, το άπαιχτο στην Ελλάδα έργο του Γάλου Μπενουά Σολές «La Machine de Turing» («Η μηχανή του Τούρινγκ»), με θέμα του την τραγική ζωή του ιδιοφυούς άγγλου μαθηματικού και πρόδρομου των ηλεκτρονικών υπολογιστών Άλαν Τούρινγκ.
Πληροφορήθηκα, όμως, πως νωρίτερα -απ’ τις 5 Δεκεμβρίου- θα ’χουμε στην αθηναϊκή σκηνή κι άλλο έργο με θέμα τη ζωή τού -μετά τον τραγικό θάνατό του αναγνωρισμένου και θρύλου πια- Τούρινγκ. Επίσης άπαιχτο στην Ελλάδα: «Αίνιγμα» του Βρετανού Χιου Γουάιτμορ. Στο «Bios», απ’ την «Ομάδα 90ºC» του Δημήτρη Κομνηνού, σε μετάφραση Σεμέλης Παπαοικονόμου και δραματουργική επεξεργασία, σκηνοθεσία και με φωτισμούς Δημήτρη Κομνηνoύ. Στο ρόλο του Τούρινγκ, ο Στέλιος Ψαρουδάκης και στην υπόλοιπη διανομή, Ζώγια Σεβαστιανού, Μελέτης Γεωργιάδης, James Rodi, Ειρήνη Βαλατσού, Πέτρος Λιόντας, Φοίβος Παπακώστας. Στο «Bios», όπου ο θίασος παρουσίαζε, μέχρι πρόσφατα, σ’ επανάληψη από πέρσι, «Το μάθημα» του Ιονέσκο, με τον τίτλο «Τω μάθειμα», σε σκηνοθεσία, επίσης, Δημήτρη Κομνηνού.
Βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρον να δούμε, μέσα στην ίδια σεζόν, δυο άγνωστά μας έργα με το ίδιο θέμα και τον ίδιο κεντρικό ήρωα.




Θέατρο «Αθήναιον»: 1895-2019. Το παλαιότερο αθηναϊκό θέατρο. Κρίμα που χάθηκε έτσι -οι καιροί βλέπετε... Πολλά, πάρα πολλά είδα εκεί και πολλά θυμάμαι -ο εκπληκτικός και υποτιμημένος Στάθης Ψάλτης, ένα απ’ τα πολλά. Αλλά μια εικόνα μου ‘ρθε, συνειρμικά, πρώτη: ο Γιώργος Λεμπέσης, ο θεατρικός παραγωγός, στην είσοδο, μετά τα πρώτα σκαλάκια. Για πολλά χρόνια.



Ξεχάστηκα... Στις 22 Οκτωβρίου το ιστολόγιο totetartokoudouni.blogspot.com έκλεισε τα οκτώ του χρόνια -ημερομηνία γέννησης 22 Οκτωβρίου 2011. Ευχαριστώ τον LjA που τόσα χρόνια αντέχει να βοηθάει τεχνικά κι όλους εσάς που, αυτά τα οκτώ χρόνια, το ’χετε στηρίξει -με κάθε τρόπο. Κυρίως που το διαβάζετε. Μέχρι σήμερα έχει 2.854.869 εισόδους. Δεν έχω παράπονο.

November 21, 2019

«Γυάλινος κόσμος» στο Εθνικό Θέατρο. Με Όλια Λαζαρίδου, Λένα Παπαληγούρα, Κωνσταντίνο Μπιμπή, Αναστάση Ροϊλό. Σκηνοθέτης, ο Γιώργος Νανούρης.



Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 

«Ο γυάλινος κόσμος» του Τένεσι Γουίλιαμς θα παρουσιαστεί, την επόμενη σεζόν 2020/2021, στο Εθνικό Θέατρο -στην Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος»-, σε σκηνοθεσία Γιώργου Νανούρη. Με Αμάντα την Όλια Λαζαρίδου που επιστρέφει στο Εθνικό μετά από 20 χρόνια. Μαζί της -εξαιρετικό κουαρτέτο, ιδανική διανομή!-, η Λένα Παπαληγούρα στο ρόλο της Λόρα, ο Κωνσταντίνος Μπιμπής ως
Τομ κι ο Αναστάσης Ροϊλός ως Τζιμ.
Το απολύτως αυτοβιογραφικό έργο -ο αφηγητής Τομ (ο ίδιος ο συγγραφέας στα πρώτα νεανικά του χρόνια, στο Σεντ Λούις του Μιζούρι), ένας ονειροπαρμένος νεαρός που εργάζεται σε αποθήκη παπουτσιών αλλά θέλει να γίνει ποιητής και καταφύγιό του είναι ο κινηματογράφος και τα μπαρ, ζει με τη μονομανή, μεγαλομανή, αυταρχική, ανισόρροπη, ενοχλητική μάνα του, την Αμάντα (η μητέρα του, Εντουίνα), άλλοτε, υποτίθεται, περιζήτητη «καλλονή του Νότου» που τώρα, όμως, την έχει εγκαταλείψει ο άντρας της, και τη χωλή μετά από παιδική αρρώστια, με πολύ εύθραυστο ψυχισμό και σύμπλεγμα κατωτερότητας, αδελφή του, την Λόρα (η αδελφή του συγγραφέα, Ρόουζ), απομονωμένη στον «γυάλινο κόσμο» της (μια συλλογή από γυάλινα ζωάκια), την οποία η Αμάντα προξενεύει, ερήμην του, με τον, γνωστό της μόνο κατ’ όνομα Τζιμ, συνάδελφο του Τομ, που τον καλούν σε τραπέζι στο σπίτι αλλά τότε μαθαίνουν πως είναι ήδη αρραβωνιασμένος, ενώ ο Τομ, όπως ο πατέρας του, παρά τις τύψεις του, θα εγκαταλείψει το σπίτι-, ένα έργο ποιητικό, ίσως το καλύτερο του συγγραφέα, πρωτοανέβηκε τον Δεκέμβριο του 1944 στο Σικάγο. Στη συνέχεια, τον Μάρτιο του 1945, η παράσταση μεταφέρθηκε στην Νέα Ιόρκη, στο Μπρόντγουέι, με θριαμβευτική επιτυχία. Το έργο τιμήθηκε το 1945 με το Βραβείο του Κύκλου Κριτικών Θεάτρου της Νέας

Ιόρκης για να εκτινάξει τον 34χρονο πια Τένεσι Γουίλιαμς, που πάλευε ν αναγνωριστεί κι έκανε θεατρικές απόπειρες ήδη απ’ το 1930, στην πρώτη γραμμή του αμερικάνικου και του διεθνούς θεάτρου, όπου παραμένει, παρά την παρακμή στην οποία οδηγήθηκε και τις αλλεπάλληλες αποτυχίες του τα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής του -πέθανε το 1983.

Πρωταγωνιστούσαν ο Έντι Ντάουλινγκ (Τομ) -ο οποίος συνυπέγραφε με την Μάργκο Τζόουνς και τη σκηνοθεσία-, η Λορέτ Τέιλορ (Αμάντα) που η ερμηνεία της -τιμήθηκε με το Βραβείο του Κύκλου Κριτικών Θεάτρου της Νέας Ιόρκης ως η Καλύτερη Ηθοποιός της Σεζόν- άφησε εποχή κι η οποία πέθανε τον Δεκέμβριο του 1946, τέσσερις μήνες μετά τη λήξη των παραστάσεων του «Γυάλινου κόσμου», η Τζούλι Χέιντον (Λόρα) κι ο Άντονι Ρος (Τζιμ). (Φωτογραφία: Photofest).

«Ο γυάλινος κόσμος» μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1950 απ’ τον Έρβιν Ράπερ, με Τομ τον Άρθουρ Κένεντι, Αμάντα την Γκέρτρουντ Λόρενς, Λόρα την Τζέιν Γουάιμαν και Τζιμ τον Κερκ Ντάγκλας και το 1987 απ’ τον Πολ Νιούμαν -ταινία βασισμένη σε μια παράσταση του δικού μας, σχεδόν άγνωστου στην Ελλάδα, εμπνευσμένου ελληνοαμερικανού σκηνοθέτη, παραγωγού και Δάσκαλου Νίκου Ψαχαρόπουλου, στο εξαιρετικών αποτελεσμάτων, περίφημο Φεστιβάλ του Θεάτρου της Γουίλιαμστάουν (στην Μασαχουσέτη), του οποίου υπήρξε συνιδρυτής και καλλιτεχνικός διευθυντής επί 33 χρόνια, μέχρι τον πρόωρο θάνατό του το 1989-, 

με Τομ τον Τζον Μάλκοβιτς, Αμάντα την Τζοάν Γούντγουορντ, Λόρα την Κάρεν Άλεν και Tζιμ τον Τζέιμς Νότον. Εντοπίζονται, επίσης, μια ινδική και μια ιρανική ταινία βασισμένες στο έργο του Γουίλιαμς. 
Το οποίο μεταφέρθηκε και στην τηλεόραση, επίσης: το 1966, απ’ τον Μάικλ Έλιοτ -Τομ ο Χαλ Χόλμπρουκ, Αμάντα η Σίρλεϊ Μπουθ, Λόρα η Μπάρμπαρα Λόντεν, Τζιμ ο Πατ Χiνγκλ- και το


1973, απ’ τον Άντονι Χάρβι με Σαμ Γουότερστον, Κάθριν Χέπμπορν, Τζοάνα Μάιλς και Μάικλ Μοριάρτι στους αντίστοιχους ρόλους.
Στην Ελλάδα το έργο ανέβασε πρώτος -φυσικά…-, σχεδόν αμέσως μετά την παγκόσμια πρεμιέρα του -σεζόν 1946/1947- ο Κάρολος Κουν, με το «Θέατρο Τέχνης», στο τότε θέατρο «Αλίκης» (νυν «Μουσούρη») κρατώντας ο ίδιος το ρόλο του Τομ, 

με Αμάντα την Μαρία Γιαννακοπούλου, Λόρα την Έλλη Λαμπέτη και Τζιμ τον Λυκούργο Καλλέργη.
Η Όλια Λαζαρίδου, απόφοιτη 1976 της δραματικής σχολής του «Θεάτρου Τέχνης», στην 43χρονη, έως τώρα, καριέρα της, η οποία, «επίσημα», ξεκίνησε -θριαμβευτικά- τη σεζόν 1976/1977, στο «Θέατρο Τέχνης», με Σμεραλδίνα στον «Υπηρέτη δύο αφεντάδων» του Κάρλο Γκολντόνι, που ανέβασε ο Γιώργος Λαζάνης στο «Βεάκη», για την «Λαϊκή Σκηνή» του «Θεάτρου Τέχνης», η οποία είχε στεγαστεί εκεί, και θριαμβευτικά συνεχίστηκε και συνεχίζεται, έχει συνεργαστεί με το Εθνικό, έως τώρα, δυο μόνο φορές: ήταν η Έλι στο έργο του Τζορτζ Μπέρναρντ Σο «Το σπίτι του σπαραγμού» που ανέβασε ο Ζιλ Ντασέν, στην Κεντρική Σκηνή, τη σεζόν 1984/1985 κι ερμήνευσε Κασσάνδρα, στον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου, στην Επίδαυρο, το καλοκαίρι του 2001, όταν ο Γιάννης Κόκκος δίδαξε ολόκληρη την «Ορέστεια».
Ας σημειωθεί ότι η Όλια Λαζαρίδου ήταν η -εξαιρετική- Λόρα, όταν, τη σεζόν 1988/1989, ανέβασε το ίδιο έργο ο Βίκτωρ Αρδίττης, για το τότε Δημοτικό Θέατρο Πάτρας, προκάτοχο του σημερινού Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Πάτρας -που γιορτάζει φέτος τα 30 χρόνια του-, μ εμβληματική Αμάντα την Μάγια Λυμπεροπούλου και Τομ τον Άρη Λεμπεσόπουλο. Επέστη ο χρόνος να περάσει πια στο ρόλο της Αμάντα.
Η Λένα Παπαληγούρα έχει συνεργαστεί αρκετές φορές με το Εθνικό -μεταξύ αυτών και στην «Αόρατη Όλγα», μονόπρακτο του Γιάννη Τσίρου, σε σκηνοθεσία Γιώργου Παλούμπη, παίζοντας τον επώνυμο ρόλο, ερμηνεία για την οποία, μάλιστα, τιμήθηκε με το «Βραβείο Μελίνα Μερκούρη». Το μονόπρακτο παρουσιάστηκε μαζί με το μονόπρακτο «¶ουστρας ή Η Αγριάδα» της Λένας Κιτσοπούλου, σε σκηνοθεσία Γιάννη Καλαβριανού, με την Λένα Παπαληγούρα και σ’ αυτή τη διανομή, κάτω απ’ τον γενικό τίτλο «Ξένος», συμπαραγωγή με το «Βρυσάκι», όπου και πρωτοπαίχτηκε τη σεζόν, 2011/2012, για να μεταφερθεί Επί Σκηνής, στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού, την επόμενη 2012/2013.
Ο Κωνσταντίνος Μπιμπής έχει συνεργαστεί με το Εθνικό το καλοκαίρι του 2014, συμμετέχοντας στον Χορό του «Ιππόλυτου» του Ευριπίδη, που ανέβασε στην Επίδαυρο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ, η Λυδία Κονιόρδου ενώ τη σεζόν 2014/2015, στο πλαίσιο της «Ανοιχτής Πλατφόρμας» του Εθνικού, σκηνοθέτησε, για την ομάδα «Sui Generis», «Το ρολόι», διασκευή του απ το μυθιστόρημα «Το ρολόι του κόσμου χτυπάει μεσάνυχτα» του Μενέλαου Λουντέμη, που παρουσιάστηκε στην Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» αλλά και την επόμενη σεζόν 2015/2016, στο «Σχολείον». Με τον Γιώργο Νανούρη συνεργάζονται για πρώτη φορά, όπως κι ο Αναστάσης Ροϊλός, παιδί της Θεσσαλονίκης και του ΚΘΒΕ, που θα συνεργαστεί για πρώτη φορά με το Εθνικό.
Με την Όλια Λαζαρίδου ο Γιώργος Νανούρης συνεργάστηκε για πρώτη φορά το 2013/2014, στον «Ελληνικό Κόσμο», όπου συσκηνοθέτησαν, μαζί και με τον Ηλία Κουνέλα, παίζοντας και οι τρεις, τη σκηνική μεταφορά του διηγήματος του Λεφ Τολστόι «Από τι ζουν οι άνθρωποι», παράσταση αξέχαστη που μεταφέρθηκε, τη σεζόν 2014/2015, στο «Πορεία».
Πρόκειται, όμως, οι δυο τους να συνεργαστούν, την επόμενη σεζόν 2020/2021, αλλά στην αρχή της, και με το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, όπου, όπως έγραψε ο συνάδελφος Βασίλης Μπουζιώτης στο enikos.gr, θα παρουσιάσουν ένα αφιέρωμα εις μνήμην ‘Ελλης Λαμπέτη. Με την Όλια Λαζαρίδου να ερμηνεύει, σε σκηνοθεσία Γιώργου Νανούρη, το πρόγραμμα με τα έξι μονόπρακτα/μονολόγους που εκείνη είχε παίξει, την άνοιξη του 1978, στο θέατρο «Κάππα»: «Η Εβρέα», από το «Τρόμος και αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ» του Μπέρτολτ Μπρεχτ, «Η πιο δυνατή του Όγκουστ Στρίντμπέργκ -όπου η Όλια Λαζαρίδου, στα πρώτα της βήματα τότε, κρατούσε το βουβό ρόλο του μονόπρακτου-, «Όλια», σκηνική διασκευή από διήγημα του Αντόν Τσέχοφ, και «Η ανθρώπινη φωνή», «Η ψεύτρα» και «Πιερότος» του Ζαν Κοκτό.
Με την Λένα Παπαληγούρα, τον Γιώργο Νανούρη συνδέει ο μονόλογος «Κατερίνα», διασκευή του για το θέατρο απ’ το μυθιστόρημα «Το βιβλίο της Κατερίνας» του Αύγουστου Κορτώ και σε σκηνοθεσία του, με την Λένα Παπαληγούρα να τον ερμηνεύει -και με τον ίδιο επί σκηνής- επί τέσσερις συνεχείς σεζόν -2014/2015 και 2015/2016 στο «Θησείον» και 2016/2017 και 2017/2018 στο «Νέο Θέατρο Βασιλάκου». 
Τη σεζόν 2017/2018 η Λένα Παπαληγούρα συμμετείχε και στην παράσταση «Τα παραμύθια του Χ. Κ. Άντερσεν» που ο Γιώργος Νανούρης διασκεύασε και σκηνοθέτησε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.
Ο «Γυάλινος κόσμος» έχει παρουσιαστεί στην Αθήνα για τελευταία φορά μόλις την περασμένη σεζόν 2018/2019: απ’ τον θίασο «Πράξη», στο θέατρο «Οδού Κεφαλληνίας», σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά, με Αμάντα την Μπέτυ Αρβανίτη, Λόρα την Ελίνα Ρίζου, Τομ τον Χάρη Φραγκούλη και Τζιμ τον Έκτορα Λιάτσο.
Αλλά την ίδια σεζόν ανέβηκε και στην Θεσσαλονίκη, στο θέατρο «Τ», σε σκηνοθεσία Γλυκερίας Καλαϊτζή, με Αμάντα την Γιώτα Φέστα, Τομ τον Χρήστο Παπαδόπουλο, Λόρα την Κατερίνα Συναπίδου και Τζιμ τον Δημήτρη Κρίκο και στην Καλαμάτα, απ'  το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καλαμάτας, σε σκηνοθεσία Γιάννη Μαργαρίτη, με Χρυσάνθη Δούζη, Σοφία Κουλέρα, Άρη Τσαμπαλίκα και Γιάννη Μάνθο στους αντίστοιχους ρόλους (Φωτό1: Σπύρος Στάβερης).

November 18, 2019

Στο Φτερό / Δύο σπουδαίες κεντήστρες δαντέλας



«Αέρας» του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη / Σκηνοθεσία: Μανώλης Δούνιας 


Δύο αδελφές: η Νόρα και η Έντα -τα ονόματά τους, που δεν ακούγονται, όμως, καθόλου στο έργο, ούτε στο πρόγραμμα αναφέρονται, ένα κλείσιμο του ματιού στις δυο πασίγνωστες ηρωίδες του Ίψεν, από το «Κουκλόσπιτο» και την «Έντα Γκάμπλερ» του. Κάποιας ηλικίας πια. Μόνες (;). Η Νόρα, η μικρότερη,
φτάνει  (έχοντας αφήσει το «κουκλόσπιτό της»;) στο σπίτι της Έντας (αυστηρής, αδέκαστης, ίσως, όσο και η Γκάμπλερ;), σε κάποιο απροσδιόριστο νησί, κοντά στη θάλασσα, με τον αέρα να φυσάει αλύπητα, για να της αναγγείλει ότι η μητέρα τους πέθανε πριν από μερικές μέρες -δείχνουν να μη συμπαθούν η μία την άλλη. Δεν την ειδοποίησε για την κηδεία γιατί η σχέση της Έντας με τη μάνα τους ήταν πολύ κακή. Στο παρόν τους υπάρχει ένας μεγαλύτερος αδελφός -ο ακατονόμαστος «μεγάλος»- και στο παρελθόν τους, ένας μικρότερος -ο ακατονόμαστος «μικρός»-, γκέι, που είχε σχέση ερωτική με έναν ζωγράφο, πριν κλειστεί, μετά το θάνατο του συντρόφου του, σε μοναστήρι όπου και έχει, προ καιρού, πεθάνει και ο ίδιος. Ο ζωγράφος, αναγνωρισμένος ως σπουδαίος στη τέχνη του, είχε αφήσει στον «μικρό» τρεις, μεγάλης αξίας πίνακες, που εκείνος άφησε, με τη σειρά του, στην Έντα και στον «μεγάλο», 
αποκλείοντας την Νόρα που δεν ενέκρινε τη σχέση του. Η Νόρα έχει έρθει φέρνοντας και ευχάριστα νέα: υπάρχουν πέντε ακόμη πίνακες και δύο αλλεπάλληλες διαθήκες του μικρού -δύο ανεπίσημα γράμματά του. Στην πρώτη τους αφήνει κι αυτούς στην Έντα, στη δεύτερη, που ακυρώνει την πρώτη, τους αφήνει στο
μοναστήρι που τον φιλοξένησε. Η Νόρα, και ενώ πίνουν το τσάι τους, πίνουν και το κρασάκι τους, χωρίς περιστροφές, ορθά-κοφτά, προτείνει στην Έντα να αφήσουν στην άκρη τις διχόνοιες και να εμφανίσει μόνο το πρώτο γράμμα-διαθήκη, παραμερίζοντας το μοναστήρι και τον «μεγάλο», αλλά με τον όρο οι δύο αδελφές να μοιραστούν τη -μεγάλη- αξία των πινάκων. Η Έντα, αναγκαστικά, θα συμφωνήσει. Ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης στον «Αέρα» του (2011, πρώτη παρουσίαση 2013) φέρνει αυτά τα δύο πρόσωπα από το πουθενά, σαν πλάσματα ονείρου -που και είναι, όπως ο ίδιος ομολογεί, καθώς τις πρωτοείδε σε όνειρό του-, τα δένει με απλές, καθημερινές καταστάσεις, με απλούς, καθημερινούς διαλόγους αλλά φλερτάρει και με το Θέατρο του Παραλόγου, φλερτάρει με τον Μπέκετ, φλερτάρει με τον Πίντερ με ένα υπόρρητο κείμενο -ένα υπο-κείμενο. Όλα αυτά 
τυλιγμένα, διαποτισμένα με ένα απολαυστικό, ευεργετικό, λεπτό, κυνικό χιούμορ. Δεν είναι ένα μεγάλο, βαρυσήμαντο έργο ο «Αέρας». Είναι ένα κομψοτέχνημα, ένα σκηνικό παιχνίδι, μία δαντέλα που παραδίδεται στα χέρια του σκηνοθέτη ο οποίος αναλαμβάνει και την ευθύνη. Και ο Μανώλης Δούνιας, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται παραλήπτης ιδανικός: 
έχει σχεδιάσει μία ελαφριά -αφρός-, αέρινη, ονειρική, φαντασιακή παράσταση, με τα δύο πρόσωπα μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, μεταξύ αέρα και γης. Ο Άγγελος Μέντης, με τα καλά φωτισμένα από τον Νίκο Βλασόπουλο, σκηνικά του και τα υπέροχα κοστούμια του -βγάζουν χαρακτήρες, εκφράζουν απόλυτα αυτά τα ιδιαίτερα πλάσματα- έχει γίνει, καθώς και ο Φοίβος Δεληβοριάς, με το ωραίο, χαριτωμένο τραγούδι που έγραψε και τραγουδούν οι δύο «αδελφές» στο φινάλε, αποτελεσματικός αρωγός στο παραστασιακό αποτέλεσμα. Το οποίο, βέβαια, δεν θα ήταν το ίδιο, αν ο σκηνοθέτης δεν παρέδιδε, με τη σειρά του, τη δαντέλα σε δύο 
σπουδαίες κεντήστρες. Η Ναταλία Τσαλίκη και η Όλια Λαζαρίδου, η Όλια Λαζαρίδου και η Ναταλία Τσαλίκη, από τη στόφα των παλιών, καλών θεατρίνων, ηθοποιοί διακεκριμένες αλλά εντελώς διαφορετικού ύφους και ιδιοσυγκρασίας, εξαιρετικά, εντούτοις, δεμένες μεταξύ τους από το σκηνοθέτη, κεντούν με ψιλοβελονιά, χωρίς να χάσουν ούτε ένα πόντο, ανταλλάσσουν ατάκες σε έναν, ιλιγγιώδους δεξιοτεχνίας, αγώνα πινγκ-πονγκ αλλά απλά, σαν να πίνουν νεράκι, και μας προσφέρουν ένα υποκριτικό λεπτούργημα, διαποτισμένο με χιούμορ διάφανο,απολαυστικό, αποκαλύπτοντας τις κωμικές τους φλέβες. Ακούστε 
και μόνο πώς αρθρώνει η Όλια Λαζαρίδου τη λέξη «αχάραγα», με τα σύμφωνα τονισμένα να ωθούν το χιούμορ. Είναι και οι δύο υπέροχες. Μην τις χάσετε! (Φωτογραφίες: 1,2,3,4,5,6,7 -που δεν είναι από την παράσταση- Μαριλένα Σταφυλίδου, 8 -της παράστασης, από βίντεο).
(Το έντυπο πρόγραμμα-αφίσα της παράστασης, λιτό και καλόγουστο).

Θέατρο «Ιλίσια» / Σκηνή «Βολανάκης», 16 Νοεμβρίου 2019.