April 27, 2017

Τιp: «Μάκβεθ». Η κόλαση είμαστε εμείς


Η Λυρική Σκηνή εγκαινίασε οπερατικά -προηγήθηκε το Μπαλέτο της, με τα «Τοπία»- την Κεντρική Σκηνή της στην καινούργια Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος» του ΚΠΙΣΙΝ με μία παραγωγή της σεζόν 2013/2014: τον «Μάκβεθ» του Τζουζέπε Βέρντι. Ευφυής η επιλογή να ξεκινήσει την πρώτη, δοκιμαστική, περίοδό της εκεί με μία από τις καλύτερες παραγωγές της των τελευταίων δεκαετιών.


Ο σκηνοθέτης Λορέντσο Μαριάνι έχει στήσει μία μοντέρνα, έξυπνη αλλά όχι εξυπνακίστικη και καθόλου αυθαίρετη παράσταση πάνω στην έξοχη όπερα του Βέρντι, με ιδέες και ευρήματα που αντλούνται με ουσιαστικό τρόπο από το λιμπρέτο του Πιάβε (με προσθήκες Μαφέι) και συμπορεύονται αρμονικά με τις μουσικές του Βέρντι, καίρια απηχώντας το ομώνυμο σεξπιρικό δράμα στο οποίο η όπερα βασίζεται: μία σκοτεινή, ζοφερή, κοντά στην κόλαση -λαμαρίνα και αίμα-, συναρπαστική παράσταση ενός σκηνοθέτη που ξέρει να κάνει όπερα. 


Μία παράσταση για την οποία συνεργάστηκαν άψογα, ως φαίνεται, σκηνογράφος, ενδυματολόγος, χορογράφος και σχεδιάστρια βιντεοπροβολών, με κορυφαίο τον Λίνους Φέλμπομ στη μοναδική δουλειά του οποίου πολλά οφείλει -και εγένετο Κόλαση μέσα από τους φωτισμούς που έχει σχεδιάσει. 


Ο Λουκάς Καρυτινός διηύθυνε με βερντιάνικο σφρίγος την Ορχήστρα της Λυρικής αλλά, κάποιες στιγμές, με μεγάλη βιασύνη ώστε να δημιουργούνται προβλήματα συμπόρευσης με τους τραγουδιστές που σαν να κυνηγούσαν την ορχήστρα. Η Χορωδία της Λυρικής σε εξαιρετική στιγμή. 


Ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος, έξοχος στον επώνυμο ρόλο: φωνή απολύτως μεστή, φιγούρα τεατράλε, σωματικότητα, υποκριτική άψογη -καμία σχέση με τον μέσο όρο της οπερατικής υποκριτικής…, ένας Άντρας-Πολεμιστής που δεν μπορεί να αντέξει την κόλαση την οποία ανακαλύπτει μέσα του, τα μάτια του καθρεφτίζουν, στις διεσταλμένες κόρες τους, τις πύλες «της κόλασης που άνοιξε το στόμα της για να καταπιεί όλη την πλάση». 

Έξοχη φωνητικά, με μέγεθος ανάλογο των απαιτήσεων του ρόλου και ικανοποιητική υποκριτική η Λαίδη Μάκβεθ της Δήμητρας Θεοδοσίου. Ισότιμοι πλάι τους, ο Πέτρος Μαγουλάς (Μπάνκο), ο Δημήτρης Πακσόγλου (Μακντάφ) και η Αντωνία Καλογήρου (Ακόλουθος της Λαίδης Μάκβεθ). Μία έξοχη παράσταση. Που αξίζει να μη τη χάσετε. (Φωτογραφίες: Βασίλης Μακρής).
Παραθέτω το link από τον εκτεταμένο σχολιασμό της που έκανα στις 20 Ιανουαρίου 2014, στο πρώτο ανέβασμά της από την Λυρική, στο Μέγαρο Μουσικής. Η παράσταση είναι η ίδια εκτός από το -περιττό, κατά τη γνώμη μου- μπαλέτο της τρίτης πράξης που αφαιρέθηκε, χωρίς τον Μύρωνα Μιχαηλίδη στο πόντιουμ και με κάποιες αλλαγές στη διανομή. Οι τωρινές εντυπώσεις μου είναι, επίσης, οι ίδιες -ίσως και καλύτερες:

April 22, 2017

Έτσι τον θυμάμαι…



Το σύντομο αυτό κείμενο για το θάνατο του Στάθη Ψάλτη χτες, 21 Απριλίου, γράφτηκε, όταν μου ζητήθηκε, για την «Ελευθερία του Τύπου» όπου και δημοσιεύτηκε στο σημερινό της φύλλο. Το αναρτώ χωρίς τις κάποιες μικρές περικοπές που έγιναν και συμπληρωμένο:

Με τον Στάθη Ψάλτη το ελληνικό θέατρο έχασε έναν από τους ηθοποιούς που θα χαρακτήριζα φυσικά φαινόμενα.
Τον είχα παρακολουθήσει -και εννοώ στη σκηνή, όχι στις φτηνοταινίες που έκανε- από την αρχή. Ακόμα τον θυμάμαι Τράνιο στο «Ημέρωμα της στρίγγλας» του Σταύρου Ντουφεξή. Η επιθεώρηση έγινε το φυσικό του περιβάλλον: τα νούμερά του ήταν μία έκρηξη, η αμεσότητά του αξεπέραστη. Ακόμα τον θυμάμαι στο «Παρκ» να παίζει μία γριά καθαρίστρια που, ενώ καθαρίζει τα τζάμια σε ένα κτίριο, πέφτει από τον ψηλότερο όροφο και, πέφτοντας, περιγράφει τι βλέπει -ένα νούμερο που επανέλαβε πολλές φορές- και τους ρυθμούς του που επιταχύνονταν ξέφρενα, ιλιγγιωδώς: όντως έπεφτε -ήταν σουρεαλιστικό. Ακόμα θυμάμαι έναν ροκ σταρ που έκανε, πιο πρόσφατα, στο «Αθήναιον»: απογειωνόταν.
Ο Στάθης Ψάλτης δεν ευτύχησε στο θέατρο. Έπεσε στην παρακμή της επιθεώρησης, στη λούμπα του κιτς και της χυδαιότητας, στην έλλειψη κειμένων που θα τον αναδείκνυαν… Οι συνθήκες, το περιβάλλον του, ο εαυτός του, που δεν είχε το σθένος να παραμερίσει το χρήμα και τη «δόξα», τον εγκλώβισαν. Και δεν αντιστάθηκε. Ήθελε. Πολύ. Αλλά δεν τολμούσε. Τόλμησε το «Ημερολόγιο ενός τρελού» του Γκόγκολ σε σκηνοθεσία Γιώργου Κιμούλη -ακόμα τον θυμάμαι- που όμως πήγε άπατο -το κοινό σε άλλο «ράφι» τον είχε τοποθετήσει πια. Οι προσπάθειές του, όταν ήρθε η παρακμή της επιθεώρησης, να ξεφύγει, να κάνει Αριστοφάνη, να κάνει Σέξπιρ… αποδείχτηκαν άκαρπες. Ήταν αργά. Δυστυχώς, στη συλλογική μνήμη θα μείνει ως «ο Ψάλτης των φτηνοταινιών».
Θυμάμαι τις προσπάθειές μου να του κάνω συνέντευξη στα «Νέα». Προσέκρουαν στην ειρωνεία από μεριάς εφημερίδας: «Μα εσύ, ένας κουλτουριάρης, τον Ψάλτη;». Χρειάστηκαν χρόνια να τους πείσω…
Κρίμα. Γιατί ήταν σπουδαίος ηθοποιός.

April 18, 2017

Και ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος στο ΚΘΒΕ: σκηνοθετεί το «Ντα» με τον Κώστα Σαντά


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 




Τον Δημοσθένη Παπαδόπουλο, άλλον έναν άξιο σκηνοθέτη της νεότερης γενιάς, μετακαλεί το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος για ν’ ανεβάσει, την επόμενη χειμερινή περίοδο, με τον Κώστα Σαντά στον επώνυμο ρόλο, το τρυφερό, βαθιά συγκινητικό αλλά και με χιούμορ, βραβευμένο αυτοβιογραφικό έργο του Ιρλανδού Χιου Λέναρντ «Ντα» -ταυτισμένο στην Ελλάδα με τον Μάνο Κατράκη που το πρωτοπαρουσίασε ερμηνεύοντας συναρπαστικά τον Ντα.
Το «Ντα» -ο τίτλος απ’ την περικοπή του αγγλικού daddy/dad ήτοι μπαμπάς- που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1973 στις ΗΠΑ -στο Όλνι της Πολιτείας Μέριλαντ-, δυο μήνες πριν κάνει την ευρωπαϊκή πρεμιέρα του στο Δουβλίνο, διαδραματίζεται το 1968. Ο συγγραφέας Τσάρλι Τάιναν -alter ego του Λέναρντ-, που έχει φύγει και ζει στο Λονδίνο από πολύ νέος, έχει έρθει στο πατρικό του, στην Ιρλανδία -έξω απ το Δουβλίνο- μετά την κηδεία του θετού πατέρα του, του Νικ Τάιναν, του Ντα, για ν αδειάσει το σπίτι και να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητες. Μέσα από διαρκή φλάσμπακ, οι αναμνήσεις της παιδικής και εφηβικής ηλικίας του -οι δύσκολες σχέσεις με τον πατέρα του που, πάντως, τον σημάδεψε, η αγάπη των γονιών του που δεν της έδωσε σημασία...- κι οι ενοχές τον κατακλύζουν για να τον οδηγήσουν στην αποδοχή του παρελθόντος που είχε κάποτε απορρίψει.
Το έργο έχει μεταφερθεί το 1988 και στον κινηματογράφο, σε σενάριο του ίδιου του συγγραφέα, απ’ τον Ματ Κλαρκ, με Ντα τον Μπάρναρντ Χιουζ -που ερμήνευσε το ρόλο και στο θριαμβευτικό ανέβασμα του έργου στο Μπρόντγουέι, το 1978- και τον Μάρτιν Σιν ως Τσάρλι.
Το «Ντα» στην Ελλάδα πρωτοπαρουσίασε, με το «Ελληνικό Λαϊκό Θέατρό» του, τη σεζόν 1979/1980, στο θέατρο «Μπροντγουαίη», ο Μάνος Κατράκης, σε σκηνοθεσία Τάκη Μουζενίδη -η παράσταση, μεγάλη επιτυχία, επαναλήφθηκε και τις δυο επόμενες σεζόν 1980/’81 και 1981/’82. Το ρόλο του Τσάρλι κράτησαν, κατά σειρά, ο Φάνης Χηνάς, ο Δημήτρης Χρυσομάλλης κι ο Θόδωρος Κατσαφάδος.
Το χειμώνα 1998/’99 το έργο ανέβηκε στο «Αλκυονίς», απ’ το «Μοντέρνο Θέατρο» του Γιώργου Μεσσάλα, σε σκηνοθεσία του -ο ίδιος είχε επωμιστεί και τον επώνυμο ρόλο, με Τσάρλι τον Γιώργο Κωνσταντή- και το 2000/2001 απ’ το ΔΗΠΕΘΕ Ρούμελης -παίχτηκε και στην Αθήνα, στο «Μπροντγουαίη» επίσης.
Σκηνοθέτης ήταν ο Πάνος Σκουρολιάκος, Ντα ο Πέτρος Φυσσούν, Τσάρλι και πάλι ο Θόδωρος Κατσαφάδος. Επόμενος Ντα ήταν ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος που ανέβασε ο ίδιος το έργο, το χειμώνα 2006/2007, στο «Βασιλάκου», για το Θέατρο «Διαδρομή», με Τσάρλι τον Παναγιώτη Μπουγιούρη.
Για το πέμπτο ελληνικό ανέβασμα του έργου -στο ΚΘΒΕ, απ’ τον Δημοσθένη Παπαδόπουλο ο οποίος έχει αναλάβει και τη μετάφραση-, οι υπόλοιποι συντελεστές κι η διανομή, πλην του ήδη δεδομένου Κώστα Σαντά, βρίσκονται ακόμα υπό συζήτηση.
Η παράσταση, πάντως, θ’ ανεβεί στο θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, τον Ιανουάριο, αμέσως μετά την επανάληψη του «Ανεμοδαρμένα ύψη» της Έμιλι Μπροντέ, που παίχτηκε φέτος -μέχρι τις 9 Απριλίου- σε διασκευή για το θέατρο και σκηνοθεσία Γιάννη Καλαβριανού.

April 16, 2017

Tip: «Γιατί δεν έχω σαν το δικό σου, μαμά;» της Άννας Κουρουπού




Τη διάβαζα στο protagon.gr την Άννα Κουρουπού. Και στο facebook. Είχα γίνει φίλος της στο fb γιατί τα είχα εκτιμήσει αυτά που έγραφε καθώς και την ακτιβιστική δράση της. Τη γνώρι(ί)σα(με) στο τρένο-σχεδόν δύο χρόνια πριν. Γυρίζαμε από την Σόφια, εκείνη απ' το Gay Pride της Θεσσαλονίκης. Μιλήσαμε με τις ώρες -αποδείχτηκε και γειτόνισσά μας. Είπαμε να ειδωθούμε -ποτέ δεν έγινε αυτό μέχρι τώρα. Μετά την είδα -πέρσι θα ήταν- στην τηλεόραση, σε μία εκπομπή της Τατιάνας Στεφανίδου. Δεν μου άρεσε η σκέψη να πάει στην εκπομπή αυτή. Όταν την είδα στο youtube άλλαξα ριζικά γνώμη. Πήγε, με την αγαπημένη της αδελφή, σε μία εκπομπή που ήταν σαφές ότι ήθελε να την εκμεταλλευτεί για να σοκάρει ή για να πουλήσει μελό και τα γύρισε όλα τούμπα: έδειξε, με απόλυτη αξιοπρέπεια και μάλιστα σε ένα -καθόλου συνηθισμένο σε τέτοια…- κοινό απογευματινής εκπομπής, πως τα πράγματα μπορεί να είναι και ΕΝΤΕΛΩΣ διαφορετικά από την εικόνα που έχουμε για το τι σημαίνει τρανς: ένα Μάθημα. Πολύτιμο. Ως ικανό να προχωρήσει, έστω και μισό βήμα, την ελληνική μικροκοινωνία μας. Άργησα να πάρω το βιβλίο της «Γιατί δεν έχω σαν το δικό σου, μαμά;» που είχε κυκλοφορήσει από τις έγκυρες Εκδόσεις «Ποταμός» το 2011. Και λυπήθηκα που άργησα τόσο να ανακαλύψω μία συγγραφέα η οποία ήξερα ότι ξέρει να γράφει -να γράφει καλά- αλλά και που με έκανε να εκτιμήσω και να σεβαστώ περισσότερο τον άνθρωπο -τη Γυναίκα- που κρύβει μέσα της. 
Η Άννα Κουρουπού έχει γράψει με τρόπο βαθύτατα συγκινητικό ένα βιβλίο -το οποίο, όμως, δεν γίνεται ούτε στιγμή μελοδραματικό- για τη ζωή της που δεν ήταν καθόλου εύκολη... -από την εποχή που, παιδάκι τρυφερό ακόμα, δεν του άρεσε το φύλο του μέχρι τη στιγμή που πήρε τη μεγάλη απόφαση να κάνει στην Καζαμπλάνκα, στον πρωτοπόρο γιατρό Ζορζ Μπιρού, -παράνομη ήταν τότε- εγχείρηση επαναπροσδιορισμού φύλου, από τις μέρες της στα μπουρδέλα της Φυλής, και του Μεταξουργείου και του Βόλου, και της Ρόδου, και της Βέροιας, και των Χανίων… μέχρι τους έρωτές της και τις απόπειρες αυτοκτονίας, μέχρι το σήμερά της -του 2011. Και το βιβλίο δεν είναι μελοδραματικό, ίσως, γιατί η Άννα Κουρουπού έχει καθαρή ματιά, ίσως γιατί διαθέτει χιούμορ, ίσως γιατί γίνεται, χωρίς δισταγμό, αυτοσαρκαστική, ίσως γιατί δεν φοβάται να μεταποιήσει καλολογικά τις λέξεις χωρίς ούτε μια στιγμή να γίνεται χυδαία, ίσως γιατί το έχει μέσα της να είναι βαθύτατα ρομαντική αλλά και, όταν πρέπει, «αντράκι» έως και σκληρή, καλύπτοντας με κυνικό τρόπο την ευαισθησία της. Ένα εξαιρετικό, γενναίο βιβλίο που σας συστήνω να το βρείτε. Νομίζω πως οι μέρες αυτές που το διάβασα -Μεγάλη Παρασκευή με Κυριακή του Πάσχα- ήταν οι καταλληλότερες. Για να συνειδητοποιήσω πως υπάρχουν και άλλου είδους Εβδομάδες των Παθών -πολύ μεγαλύτερης διάρκειας από εβδομάδα… Και μάλιστα χωρίς Ανάσταση στο τέλος. Αλλά με Παρηγοριά. Που μπορεί να τη δώσει -τι περίεργο…- η ίδια η μάνα. Είτε τη λένε κυρά-Βάσω είτε όπως αλλιώς.

April 12, 2017

Tip: «Αφέντης και δούλος»


«Σεσημασμένος» περί το θέμα, ο Γιώργος Νανούρης: συνευθυνόταν -κατά το ένα τρίτο, «συνεργοί», η Όλια Λαζαρίδου και ο Ηλίας Κουνέλας- ως προς τη διασκευή για το θέατρο και τη σκηνοθεσία -μία έξοχη παράσταση ανάτασης- του διηγήματος του Λεφ Νικολάιεβιτς Τολστόι «Από τι ζουν οι άνθρωποι». 




Ο Γιώργος Νανούρης επανέρχεται στον Τολστόι. Με άλλο ένα εκτεταμένο διήγημά του: «Αφέντης και δούλος» (1895). Που διασκεύασε και ανέβασε ο ίδιος, μόνος πια, στο «Νέο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου». Ένας άπληστος, εκμεταλλευτής, εγωκεντρικός γαιοκτήμονας σε ένα ρωσικό χωριό του 1870, ο Μπρεχουνόφ, ζεύει στο έλκηθρό του τον Νικήτα, έναν από τους μουζίκους που έχει στη δούλεψή του, για να τον μεταφέρει, μέσα στη νύχτα, στο γειτονικό χωριό ώστε να προλάβει να φτάσει πρώτος, πριν χαράξει, με το σκοπό να αγοράσει ένα ακόμα κομμάτι γης που το παζαρεύει και έχει κατεβάσει χαμηλά την τιμή του. Οι δύο άντρες πέφτουν σε χιονοθύελλα, χάνουν το δρόμο τους και

σταματούν, περιμένοντας να φέξει, με τον επικρεμάμενο κίνδυνο να παγώσουν και να πεθάνουν. Ο Μπεζουχόφ στην αρχή σκέφτεται μόνο την περιουσία που δεν θα χαρεί αν πεθάνει αλλά ο θάνατος που ενεδρεύει, σιγά-σιγά, θα τον μεταλλάξει: θα θυσιαστεί και θα γλυτώσει με τη ζεστασιά του γούνινου παλτού του και του ίδιου του σώματός του τον κουρελοντυμένο μουζίκο. 
Το κείμενο που εκφράζει την ουμανιστική σκέψη και την κριτική του αντιφατικού Τολστόι για την κοινωνική αδικία, μέσα, όμως, από ένα πλέγμα δικής του αντιλήψεως χριστιανισμού, αναδεικνύεται σε ένα θερμής ανθρωπιάς, παλλόμενο, ποιητικό, συγκινητικό θεατρικό κομμάτι, εξαιρετικών ρυθμών -μουσική!-, που το στηρίζουν το ευφάνταστο σκηνικό -με το υπέροχο έλκηθρο- της Μαίρης Τσαγκάρη, οι μουσικές του Λόλεκ, οι φωτισμοί του Χρήστου Τζιόγκα και, κυρίως, οι δύο ερμηνείες: του ίδιου του Γιώργου Νανούρη -με κάποιες αδύναμες στιγμές- και, βασικά, του συγκλονιστικού Δημήτρη 
Λιγνάδη που, με την ωριμότητα, την απόλυτη κυριαρχία στα μέσα του, την αμεσότητα και το μοναδικό -αποφασιστικής σημασίας ειδικά εδώ, σε ένα κομμάτι που στηρίζεται στην αφήγηση- φωνητικό του όργανο, για άλλη μία φορά αποδεικνύει ότι κατατάσσεται στην εντελώς πρώτη γραμμή του υποκριτικού δυναμικού μας. Μία παράσταση που θα γεμίσει τις μπαταρίες σας για πολύ καιρό. Μην τη χάσετε!

April 7, 2017

Ράντου προσπερνά Μιχαλακόπουλο!



Μέσα σε πολύ λίγες μέρες μια καινούργια ανάρτηση ήρθε να πάρει την πρώτη θέση στην έως τώρα επισκεψιμότητα του ιστολόγιου totetartokoudouni.blogspot.com. Το post «Tip: ‘Για… μια ανάσα’», για την -εξαιρετική, κατά τη γνώμη μου- παράσταση της Ελένης Ράντου σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή στο θέατρο «Διάνα», 
που ανάρτησα στις 2 Απριλίου δέχτηκε, μέχρι αυτή τη στιγμή, 53.596 (!) επισκέψεις αφήνοντας στη δεύτερη θέση με 25.586 επισκέψεις την ανάρτηση-είδηση της 17 Μαρτίου «Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος επιστρέφει με Άρθουρ Μίλερ, μαζί με Σκιαδαρέση, Λουιζίδου, Σαπουντζή, σε σκηνοθεσία Ιωάννας Μιχαλακοπούλου». Και εμένα με άφησε έκπληκτο! Σας ευχαριστώ πολύ και πάλι.

April 6, 2017

Tip: «Τοπία»


Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να κατεβείτε στο Φαληρικό Δέλτα. Για να γνωρίσετε -αν δεν έχετε ακόμη πάει- το Κέντρο Πολιτισμού του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος. Για να απολαύσετε τον περιβάλλοντα χώρο -αυτό το υπέροχο πάρκο. Για να θαυμάσετε την καινούργια στέγη της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Αλλά ο πρώτος και βασικός λόγος, αυτή την περίοδο, θα πρέπει να είναι το Μπαλέτο της Λυρικής και τα «Τοπία» του. Ο δικός μας Αντώνης Φωνιαδάκης -που, ξεκινώντας από το ελληνικό τίποτα, κατάφερε να γίνει χορευτής και χορογράφος με διεθνή καριέρα-, μέσα στους λίγους μήνες από τη μέρα που του ανατέθηκε, από τον τότε καλλιτεχνικό διευθυντή Μύρωνα Μιχαηλίδη, η διεύθυνση του Μπαλέτου -το οποίο, εδώ και δεκαετίες, περνάει και ξαναπερνάει τη δοκιμασία του σκοτσέζικου ντους…-, κατάφερε να διαμορφώσει, από ένα πλαδαρό, χωρίς ύφος σύνολο, ένα ακμαίο, 
σφύζον συγκρότημα, με μοντέρνο στιλ, χωρίς να φλερτάρει με ακραίους πειραματισμούς στους οποίους πρέπει, πιστεύω, να δοκιμάζονται νεανικές ομάδες και όχι ένα Εθνικό Μπαλέτο -ό,τι, δηλαδή, κατά τη γνώμη μου, του ταιριάζει περισσότερο. Το τρίπτυχο «Τοπία» με το οποίο εγκαινιάστηκε η Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος», που στεγάζει την Κεντρική Σκηνή της Λυρικής, και το οποίο παρουσιάζεται την περίοδο αυτή -τρία κομμάτια όπου η σύγχρονη γραμμή δεν αποποιείται την κλασική παράδοση- αποδεικνύει του λόγου το αληθές. 
Και αν το κομμάτι για τέσσερις «Sarabande» (2009) του Γάλου Μπενζαμέν Μιλπιέ, πάνω σε μουσικές του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ- που εκτελούσαν ζωντανά επί σκηνής, χτες που είδα την παράσταση, ο βιολονίστας Χάρης Χατζηγεωργίου και ο φλαουτίστας Θεόδωρος Μαυρομάτης άψογα- δεν μπορώ να πω ότι έχει ευτυχήσει -η εκτέλεση ενός έργου που, έτσι κι αλλιώς, του λείπει, πιστεύω, η ροϊκότητα στην οποία, εντούτοις, είναι τόσο πρόσφορη η μουσική του Μπαχ, έχει αδυναμίες-, υπάρχουν οι άλλες δύο χορογραφίες ως αποζημίωση: 
το «Fortress» του βρετανού Ντάγκλας Λι, πάνω σε (ηχογραφημένη) μουσική -Σονάτα αρ.1 για σόλο πιάνο- του Ιταλού Έτσιο Μπόσο, ένα έξοχο, εξαιρετικά ισορροπημένο κομμάτι για επτά μαυροντυμένους χορευτές, ειδικά στημένο για το Μπαλέτο της Λυρικής, και η χορογραφία «The Shaker Loops» (2014) του ίδιου του Αντώνη Φωνιαδάκη. 
Ακουμπώντας στην -ηχογραφημένη επίσης- απολαυστική, ομώνυμη σύνθεση του, εκ των κορυφαίων μινιμαλιστών, Αμερικανού Τζον Άνταμς, ο Φωνιαδάκης ακολουθεί την παροξυσμική μουσική οδηγώντας, ενώπιον οθόνης, στην οποία προβάλλεται μία ακαθόριστή σύνθεση ανάμεσα σε σύννεφα και αφρισμένα νερά, τους 25 χορευτές του σε μία χορογραφία που μοιάζει, εκ πρώτης όψεως, ελεύθερη και αυτοσχεδιαστική και άναρχη αλλά αποδεικνύεται σχολαστικά μελετημένη και ζυγισμένη. 
Μία χορογραφία παλλόμενη, «αθλητική» -εκεί παραπέμπουν και τα έξοχα κοστούμια του Τάσου Σοφρονίου, βουτηγμένα σε φωτεινά, χαρούμενα, μεθυστικά χρώματα, κόκκινα, πράσινα, ιώδη, ρόδινα…, που αναδεικνύονται αντιστικτικά μπροστά από την οθόνη-, δυναμική, με εκχειλίζουσα ενέργεια ευθέως ανάλογη της μουσικής, εκρηκτική. Ένα απολαυστικό κομμάτι που και γι αυτό και μόνο θα άξιζε να δείτε τα «Τοπία» (Φωτογραφίες: Βασίλης Μακρής).

April 3, 2017

Tip: «Λαμπεντούζα»


Εκείνος, ο Στέφανο, στην Λαμπεντούζα, ένα ιταλικό νησάκι χαμένο κάπου στην Μεσόγειο -«διάσημο» πια...: ψαράς, που έχει εξελιχθεί σε ακτοφύλακα, επιφορτισμένο να περισυλλέγει πρόσφυγες από την Αφρική που ξεβράζει η θάλασσα. Και, φυσικά, πτώματα πνιγμένων προσφύγων… Εκείνη, η Ντενίζ, στην Αγγλία -στο Μπίστον, προάστιο του Λιντς: αγγλοκινέζα φοιτήτρια που, παράλληλα, δουλεύει σε εταιρεία είσπραξης δανείων, ήτοι κυνηγάει για λογαριασμό τραπεζών οφειλέτες δανειολήπτες. Με ηλικιωμένη, προβληματική μάνα που εις μάτην η Ντενίζ αγωνίζεται να της εξασφαλίσει ένα πενιχρό επίδομα ανημπόριας. Και οι δύο τους -ο Στέφανο και η Ντενίζ- αποστασιοποιούνται, προσαρμόζονται στις σκληρές δουλειές τους και προσπαθούν, όσο γίνεται, να μην εμπλέκονται συναισθηματικά. Αλλά αυτό δεν μπορεί, τελικά, να γίνει. Θα αφεθούν στα συναισθήματά τους και θα γίνουν -κι ας υποφέρουν- αυτό που προσπαθούν να αποφύγουν: Άνθρωποι.
Ο Στέφανο, καλή ψυχή, που πάσχει με αυτά που βλέπει, γνωρίζεται, στον καταυλισμό των προσφύγων, με τον Μομπίντο, έναν συμπαθητικό μαλινέζο πρόσφυγα που του γίνεται τσιμπούρι. Και όταν η Αμανάτα, η γυναίκα του, ξεκινάει να έρθει να τον συναντήσει από τον ίδιο δρόμο, της θάλασσας που δεν αστειεύεται, και αργεί να εμφανιστεί, ο Μομπίντο εμπιστεύεται την τύχη της στον Στέφανο: να τη βρει και να τη σώσει. Και ο Στέφανο θα διακινδυνεύσει αλλά, ανάμεσα στους πνιγμένους από το ίδιο πλεούμενο που θα μαζέψει, θα τη βρει την Αμανάτα του. Ζωντανή. Και θα του τη φέρει. Η Ντενίζ πάλι, ανάμεσα σ’ αυτούς που «καταδιώκει», θα συναντήσει και την Καρολίνα, μία Πορτογαλίδα με το χωρίς πατέρα αγοράκι της. Και, μολονότι η δουλειά της δεν
επιτρέπει τέτοιες οικειότητες, θα γίνουν φίλες. Και όταν η μάνα της πεθάνει, η Καρολίνα, με το παιδάκι από το χέρι, θα είναι η μόνη που θα εμφανιστεί στην τελετή της αποτέφρωσης. Και θα προτείνει στην Ντενίζ να μείνουν μαζί για να κάνουν οικονομία -ναι, υπάρχουν καλοί άνθρωποι! Ο Βρετανός -από αμερικανούς γονείς ουγγροεβραϊκής καταγωγής- Άντερς Λουστγκάρτεν, πολιτικός ακτιβιστής στο διεθνές πεδίο, στο έργο του «Λαμπεντούζα» (2015) δεν τσιγκουνεύεται τα συναισθήματα. Γράφει δύο παράλληλους μονολόγους παλλόμενους από ποίηση και συγκίνηση, που τέμνονται από το καυτό, για όλους μας πια, προσφυγικό/μεταναστευτικό θέμα. Οι περιγραφές του Στέφανο για τα πτώματα που μαζεύει και για τη επανασυνάντηση του ζευγαριού των Μαλινέζων, συγκλονίζουν.
Ποτέ δεν συναντιούνται ο Στέφανο και η Ντενίζ. Μόνο στη σκηνή. Τους ενώνει, όμως, η αγάπη και η καλοσύνη που -ναι!- υπάρχουν. Ο σκηνοθέτης Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος αφέθηκε στις ανάσες του -άψογα μεταφρασμένου από την Αγγελική Κοκκώνη με τη συνεργασία της Κοραλίας Σωτηριάδου- κειμένου, ενός κειμένου που, ναι, είναι «ακόμα ένα έργο για μετανάστες και πρόσφυγες» αλλά η αλήθεια του σε συνεπαίρνει, δεν είναι κατασκεύασμα, και έκανε, δίνοντας προσοχή στις αποχρώσεις και στη λεπτομέρεια, μία βαθύτατα συγκινητική παράσταση στο «παγωμένο», «νεκρό» τοπίο του έξοχου σκηνικού της Μαγδαληνής Αυγερινού, με το κάτασπρο δάπεδο και τα ξερά κούτσουρα που σε τουμπανιασμένα πτώματα πνιγμένων παραπέμπουν, λευκά, αμείλικτα φωτισμένο από τον Σάκη Μπιρμπίλη. Ο διαρκώς, κατακόρυφα εξελισσόμενος Σταύρος Γασπαράτος με τις μουσικές του ενισχύει αυτό το τοπίο της απόγνωσης. 


Ο Αργύρης Ξάφης, συγκλονιστικός στην απλότητα και την αμεσότητα με τις οποίες μετουσιώνει την πολυπλοκότητα των συναισθημάτων του -από τις καλύτερές του στιγμές στο θέατρο. 
Η Χαρά-Μάτα Γιαννάτου ξεκινώντας σκληρά, επιθετικά, όπως πρέπει, την Ντενίζ της, προοδευτικά τη μαλακώνει και την κάνει βαθιά ανθρώπινη. Αλλά πρέπει να δουλέψει πολύ και σοβαρά την άρθρωσή της. Μία παράσταση καθηλωτική. Δεν άκουγα κιχ -μόνο μύτες να ρουφιούνται…- στην Κεντρική Σκηνή του «Θεάτρου του Νέου Κόσμου» όπου παίζεται. Και όπου πιστεύω ότι θα παίζεται για πολύ καιρό. Κι ας τελειώνει την Κυριακή η φετινή πορεία της. Δείτε την! Δεν λύνει το προσφυγικό. Αλλά μας βοηθάει να μην το ξεχνάμε.