June 29, 2018

Απ’ την «Κόκκινη» κι απ’ την «Λευκή» ποια να διαλέξω… ή Σχεδόν «Τιτανικός» στο Μέγαρο



Το Τέταρτο Κουδούνι / 29 Ιουνίου 2018 


Το «Αφιέρωμα» στην Λούλα Αναγνωστάκη, για μένα -το ξανάγραψα-, είναι η αιχμή του δόρατος του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών -που, σιγά-σιγά, αποδεικνύεται ότι κρύβει θησαυρούς είτε περσινούς, σίγουρους, όπως το «Αποτυχημένες απόπειρες αιώρησης στο εργαστήριό μου», είτε φρέσκους, όπως οι ρόσικες «Τρεις αδελφές», το ουγγαρέζικο «Απομίμηση ζωής» ή οι συναυλίες «Τα μυστικά της Εγνατίας» κι «Η μυθολογία του Χέντελ», για τα οποία ήδη σας έγραψα, αλλά και το καίριο πάνω στο μεταναστευτικό «Talos» του Αρκάντι Ζάιντες, το άκρως τολμηρό -στις περί της κατάληξης της Ευρωπαϊκής Ιδέας… απόψεις του- «1993» του Ζουλιέν Γκοσλέν ή το εκρηκτικό «Inoah» του Μπρούνο Μπελτράο, όλα εξαιρετικά ενδιαφέροντα, για τα οποία, δυστυχώς, δεν κατάφερα να σας γράψω πιο αναλυτικά, πότε να προλάβω; 
Ας επιστρέψω, όμως, στο Αφιέρωμα Λούλα Αναγνωστάκη. Προσωπικά το άνοιξα -και καλά έκανα- με την έκθεση «Δωμάτια μνήμης»: δώδεκα δωμάτια, το καθένα αφιερωμένο σ’ ένα απ’ τα δώδεκα έργα που μας άφησε κληρονομιά ανεκτίμητη η Λούλα Αναγνωστάκη, διαμορφωμένο με κάποια έπιπλα της ατμόσφαιρας του έργου, φωτογραφίες που σχετίζονται με την εποχή του, φωτογραφίες της συγγραφέα με τον Γιώργο Χειμωνά -το σύντροφό


της στη ζωή-, τον Μανώλη Αναγνωστάκη -τον αδελφό της-, και τον περίγυρό τους -σε κάποιες, απ’ τα εφηβικά της χρόνια, χωρίς τα περίφημα μαύρα γυαλιά-σήμα κατατεθέν της-, αποκόμματα 
εφημερίδων με κριτικές, προγράμματα, ηχογραφήσεις του συγκεκριμένου έργου για το ραδιόφωνο που μπορείς ν’ ακούσεις από ακουστικά -συγκινήθηκα ψάχνοντας να βρω μόνος μου τις φωνές των ηθοποιών που ακούγονται, θυμήθηκα πώς μεγάλωσα θεατρικά μέσω ραδιοφώνου κυρίως-, με βίντεο της πρώτης παράστασης του έργου -όσα λίγα σώζονται… Μπαίνεις σε κάθε δωμάτιο κι ένα λεπτό άρωμα Αναγνωστάκη σε διαπερνά -ο Εμφύλιος, η Χούντα, η Μεταπολίτευση, παραστάσεις-σταθμοί, ο Κουν, η Ρένη, ο Λευτέρης και τόσοι, μα τόσοι άλλοι… Και, πριν ξεκινήσεις, στο άνοιγμα της έκθεσης, η ηχογράφηση μιας εξομολογητικής συνέντευξης της συγγραφέα -μιας συνέντευξης συγκινητικής που σε υποβάλλει, σε καθηλώνει.
Μπράβο στην Δήμητρα Κονδυλάκη που ’χε την επιμέλεια της έκθεσης, μπράβο στον Γρηγόρη Ιωαννίδη και στον Μάνο Καρατζογιάννη (αρχειακή έρευνα και δραματουργική επεξεργασία), μπράβο στην Λουκία Μάρθα και στον Αλέξανδρο Βαζάκα για τη σκηνογραφική μελέτη και την εικαστική επιμέλεια και σ’ όλους τους συνεργάτες τους -της άξιζε της Λούλας Αναγνωστάκη η έκθεση αυτή.

Κατόπιν είδα την «Πόλη» της, ανεβασμένη απ’ τον Γιάννη Μόσχο: μια σφιχτή, καίρια παράσταση που στόχευσε στο πυρήνα του έργου, οι πιντερικές ατμόσφαιρες και παύσεις της Αναγνωστάκη εύγλωττες, καταπληκτικά τα βίντεο-απολήξεις της σκηνικής δράσης (κινηματογραφήσεις Μιχάλης Κλουκίνας, Αντώνης Κατρακάζης) κι ανάμεσα στις σκηνές, αυτές οι 
τρομακτικές, εσωτερικές, ανατριχιαστικές δονήσεις: ένας κόσμος που συνεχίζει, απ’ το 1945 του Μπούχενβαλντ, απ’ το 1965 του έργου, να τραντάζεται, να κλονίζεται συθέμελα -σείονται τα έγκατα της πολυκατοικίας μας. Κι οι τρεις εξαιρετικοί ηθοποιοί -Λουκία Μιχαλοπούλου, Θέμης Πάνου, Μιχάλης Συριόπουλος-, καλά δεμένοι, αποδοτικοί, ουσιαστικοί. Μακάρι να ’χει συνέχεια η παράσταση αυτή.
Δυστυχώς το κλείσιμο του Αφιερώματος μόνο πανηγυρικό δεν το βρήκα…: «Εργοτάξιο Λούλα Αναγνωστάκη» της Ρούλας Πατεράκη. «Πράξη μετα-δραματουργίας στο θεατρικό έργο της Λούλας Αναγνωστάκη», λέει, εις μέρη δύο -«Η Λευκή Παράσταση», «Η Κόκκινη Παράσταση» (αμάν πια αυτή η εκζήτηση…, πρόταση ήδη δοκιμασμένη επιπλέον, θυμάμαι, κι όταν έκανε -και τις έκανε, τότε, πολύ καλά- η Ρούλα Πατεράκη τις «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ, μια δεύτερη εκδοχή -αυτή, πολύ βαρετή…- ως «Η Λευκή Παράσταση») μ’ έμφαση, λέει, στην πρώτη, στο έργο της Αναγνωστάκη ως «πρότυπο ψυχαναλυτικής γραφής», στη δεύτερη, ως «πρότυπο πολιτικής γραφής». Και χαλάλι η -…συμφυής με την Ρούλα Πατεράκη- εκζήτηση. Αλλά εγώ -που δεν ήξερα απ’ την «Κόκκινη» κι απ’ την «Λευκή» ποια να διαλέξω και πήγα και στις δυο…- παρακολούθησα δυο μακροσκελείς, άρρυθμες και πάρα πολύ βαρετές παραστάσεις, με απάνθισμα-σύνθεση εν συγχύσει απ’ όλα τα έργα της Αναγνωστάκη -γιατί; Τι τα ’θελε ΟΛΑ η σκηνοθέτρια; Τι μεγαλομανία!-, μάλλον πρότυπο προχειρότητας -στα όρια του άρπα-κόλλα-, συνδεδεμένα με στοιχεία… παραστασιογραφίας, μ’ ένα πλήθος καλών ηθοποιών -άλλους έγραφε το πρόγραμμα, άλλοι έπαιζαν ή μάλλον διάβαζαν, διότι όλο διαβαστό ήταν, κάνοντας, απροετοίμαστοι όντας, σαρδάμ -οι 


οποίοι χαντακώθηκαν -άντε, να διασώζονταν η Δήμητρα Χατούπη κι ο Ντένης Μακρής. Παραστάσεις που, και για ραδιοφωνικό θέατρο να επρόκειτο, πολύ καλύτερες και πιο προετοιμασμένες θα ’ταν...
Επαναλαμβάνω: ας προσέξει η Ρούλα Πατεράκη μ’ αυτήν την άμετρη, ξέφρενη δραστηριότητα -παίζω, σκηνοθετώ, διασκευάζω… Βλάπτει την ιστορία της. Εδώ, όμως, τελικά, έβλαψε και την Λούλα Αναγνωστάκη (Φωτογραφίες 5, 6, 7, 8: Εύη Φυλακτού). 





Κάθε εποχή έχει τους ήρωες που της αξίζουν…
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…




Τον διακεκριμένο σέρβο σκηνοθέτη Νεμπόισα Μπράντιτς -ο οποίος διετέλεσε και υπουργός Πολιτισμού και Ενημέρωσης της Σερβίας, απ’ το 2008 έως το 2011, στην πρώτη κυβέρνηση του Μίρκο Τσβέτκοβιτς- μετακαλεί η Άννα Βαγενά για να σκηνοθετήσει το έργο «Δυο γυναίκες χορεύουν» του Καταλανού Ζουζέπ Μαρία Μπενέτ ι Ζουρνέτ που θα παρουσιάσει, τον επόμενο χειμώνα, στο «Μεταξουργείο», με την ίδια και την Γιασεμί Κηλαηδόνη στους δυο βασικούς -και μόνους- ρόλους του, όπως σας έγραφα στις 18 Απριλίου, στο «Τέταρτο Κουδούνι».
Σκηνοθέτης και καλλιτεχνικός διευθυντής στο «Θέατρο του Κρούσεβατς» απ’ το 1981 έως το 1996, επικεφαλής του περίφημου «Ατελιέ 212» του Βελιγραδίου απ’ το 1996 έως το 1997, καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου της Σερβίας απ’ το 1997 έως το 1999 αλλά, αργότερα, μετά το 2000, και του «Δραματικού Θεάτρου Βελιγραδίου» καθώς και του «Κνιάζεβσκο-Σερβικού Θεάτρου» του Κραγκούγιεβατς, δημιουργός του Φεστιβάλ Χορού του Βελιγραδίου, με περισσότερες από 70 σκηνοθεσίες -πρόζα, όπερα, μιούζικαλ…- στην Σερβία, στις άλλες χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας και σε πολλές ακόμα ευρωπαϊκές χώρες, με βραβεία στο ενεργητικό του, καθηγητής της δραματικής τέχνης και με βιβλία στο βιογραφικό του, σήμερα αρχισυντάκτης Πολιτιστικού και Καλλιτεχνικού Προγράμματος στην Σερβική Ραδιοτηλεόραση, ο Νεμπόισα Μπράντιτς έχει ήδη συνεργαστεί με την Άννα Βαγενά και το «Μεταξουργείο», όταν, τη σεζόν 2005/2006, ανέβασε εκεί τον «Γυάλινο κόσμο» του Τένεσι Γουίλιαμς.



Πόση ανοησία, πόση βλακεία, πόση ασχετοσύνη, πόση παραπληροφόρηση, πόση χυδαιότητα εισέπραξα, πόσα fake news αφειδώς διανεμόμενα μέσω facebook -και όχι μόνο μέσω facebook, παντού, διάχυτα…- διάβασα κι άκουσα τις μέρες αυτές σε σχέση με το Μακεδονικό και τη Συμφωνία των Πρεσπών! Πόσος τσάμπα πατριωτισμός… Αμάσητα τα καταπίνει ο Έλληνας -σε πέλαγος άγνοιας αλλά και ν’ αρνείται να διαβάσει, ν’ ακούσει, να μάθει… Και τα βροντοφωνάζει, τα επαναλαμβάνει, τα μοιράζει. Ανεξέλεγκτα.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…



Ο Ακύλλας Καραζήσης θα ’ναι, τελικά, αντί του Θέμη Πάνου, ο Πάστορας Μάντερς στους «Βρικόλακες» του Χένρικ Ίψεν, που θ’ ανεβάσει τον επόμενο χειμώνα -σας έγραφα στο totetartokoudouni.blogspot.com, στις 10 του περασμένου Μαρτίου- ο Δημήτρης Καραντζάς για το «Θέατρο Τέχνης» στο θέατρο της Φρυνίχου. Στη διανομή, όπως σας είχα ήδη γράψει, Κυρία Άλβινγκ η Ρένη Πιττακή, Όσβαλντ ο Μιχάλης Σαράντης, Ρεγγίνα η Ιωάννα Κολλιοπούλου, Έγκστραντ ο Κώστας Μπερικόπουλος.
Η Κλειώ Μπομπότη έχει αναλάβει τα σκηνικά, η Ιωάννα Τσάμη τα κοστούμια, ο Δημήτρης Καμαρωτός τη μουσική, ο Τάσος Καραχάλιος την κίνηση, ο Αλέκος Αναστασίου τους φωτισμούς. Για τη μετάφραση που θα χρησιμοποιηθεί γίνονται ακόμα συζητήσεις ενώ τη δραματουργία της παράστασης θ’ αναλάβει ο σκηνοθέτης μαζί με τη Θεοδώρα Καπράλου. 


Το διάβασα στα «Νέα», στην ηλεκτρονική σελίδα, και το βρήκα υπέροχο: «Όπως μεταδίδει ο ανταποκριτής των ‘Νέων’ στο Λονδίνο Γιάννης Ανδριτσόπουλος, ΠΕΡΙΠΟΥ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΜΕΝΟΙ (σ.σ. τα κεφαλαία δικά μου) Έλληνες από το απέναντι πεζοδρόμιο […]». Αυτός ο συνδυασμός «περίπου», «τέσσερις» και «συγκεντρωμένοι» με πέθανε.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…



Η Ματίνα Καλτάκη -η εντυπωσιακής ευρυμάθειας θεατρολόγος, με τα πλήρως εμπεριστατωμένα κείμενα κι η καλύτερη νομίζω πένα στο χώρο αυτό- ανέλαβε τη στήλη της κριτικής θεάτρου στην «Καθημερινή» διαδεχόμενη τη διαχρονική Άννυ Κολτσιδοπούλου. Η επίσης ικανότατη θεατρολόγος Σοφία Ευτυχιάδου ανέλαβε τη στήλη
κριτικής θεάτρου στην ιστοσελίδα ελculture.gr, μετά την καλή -σας έγραψα σχετικά στο «Τέταρτο Κουδούνι» στις 26 του περασμένου Νοεμβρίου- Τώνια Καράογλου που μεταπήδησε στο «Αθηνόραμα». Άλλα δυο ελπιδοφόρα μηνύματα για την ανανέωση της κριτικής θεάτρου στον τόπο μας. 



Ένα απ τα σημεία που συζητιόταν στις -πολύ δύσκολες, σκοτσέζικο ντους…- διαβουλεύσεις για το πώς θα βαφτίσουμε την -ακόμα- ακατονόμαστη γειτονική χώρα ήταν, λέει, όπως διάβασα, τι αρχικά χώρας θα αναγράφουν οι πινακίδες των αυτοκινήτων της. Και πώς θα «πρέπει» να μετατραπεί το MK που αναγράφουν


σήμερα (που τους το καλύπτουν με κολλημένο, πάνω στα αρχικά, χαρτάκι (!) όταν περνούν τα σύνορά μας, κάτι σαν κίτρινο άστρο των Εβρέων επί Χίτλερ...) και που σημαίνει MaΚedonija σε SMK ή GMK, αναλόγως του ονόματος που θα επιλεγόταν -Severna MaΚedonija ή Gorna MaΚedonija. Πραγματικά, καίριο θέμα…
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…



Συχνά μελαγχολώ βλέποντας το πρόγραμμα του Μεγάρου Μουσικής -του Αθηνών εννοώ, για το Θεσσαλονίκης τα συναισθήματα είναι εντονότερα... Για παράδειγμα, όταν βλέπω τη Συμφωνική Ορχήστρα της Πράγας που ’παιξε πρόσφατα εκεί να κατατάσσεται στον κύκλο «Μεγάλες Ορχήστρες». Ε, όχι! Δεν μπόρεσα ν’ ακούσω τη συναυλία της και δε διαπίστωσα ιδίοις ωσί την απόδοσή της αλλά η Συμφωνική Ορχήστρα της Πρωτεύουσας Πράγας (Symfonický Orchestr hl. m. Prahy/FOK -που σημαίνει Film-Opera-Koncert- / Prague Symphony Orchestra), ιδρυμένη το 1934, μπορεί να ’ναι καλή αλλά «Μεγάλη Ορχήστρα» δεν είναι. «Μεγάλη Ορχήστρα» της Τσεχίας (κι όχι μόνο) είναι η Τσέχικη Φιλαρμονική (Česká Filharmonie/Czech Philharmonic) που ιδρύθηκε το 1896. Δικαιολογημένη λοιπόν, εν μέρει, η σύγχυση που μπορεί να προκληθεί -ποια ορχήστρα έπαιξε, τελικά, στο Μέγαρο… 
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή... 




Όσο για τον καταιονισμό των θεατών απ’ τους μηχανισμούς πυρόσβεσης, που ψιλοπλημμύρισε (!) την Αίθουσα «Τριάντη» και κατέστρεψε τη δεύτερη παράσταση -για λογαριασμό του Φεστιβάλ Αθηνών- του «1993» του Ζουλιέν Γκοσλέν καθώς τη διέκοψε και τη ματαίωσε, έκπληκτος πληροφορήθηκα την είδηση -σχεδόν «Τιτανικός», καλά που δεν πνίγηκε και κόσμος σαν την Μάνδρα…- αλλά ακόμα πιο έκπληκτος ΑΚΟΜΑ περιμένω να διαβάσω μια ανακοίνωση του Μεγάρου που να εξηγεί ΥΠΕΥΘΥΝΑ τι συνέβη κι αν οι ζημιές αποκαταστάθηκαν κι η Αίθουσα μπορεί να χρησιμοποιηθεί και να ζητάει συγγνώμη απ’ τους θεατές -δεν την οφείλει ένας δημόσιος οργανισμός, όπως είναι πια το Μέγαρο; Αλλά σιωπή… 
Μόνο κάτι ανερμάτιστες δηλώσεις του προέδρου του Μεγάρου Νίκου Θεοχαράκη διάβασα, στο ρεπορτάζ της Μαίρης Αδαμοπούλου στα «Νέα», όπου εξηγεί ότι… κακώς δε γίνεται συντήρηση στο Μέγαρο (που σαπίζει αργά αλλά σταθερά…) γιατί δεν έχουν τα χρήματα (Δηλαδή ποιος φταίει; Αυτός δεν είναι ο πρόεδρος; Γιατί δεν παραιτείται;) και κάτι μπούρδες ότι ο μηχανισμός πυρόσβεσης ενεργοποιήθηκε γιατί «είχε πολλούς καπνούς η παράσταση»! Μα οι καπνοί αυτοί είναι «θεατρικοί», δεν είναι πυρκαγιάς. Είναι δυνατόν απ’ αυτούς να ενεργοποιείται η πυρόσβεση; Πώς είναι δυνατό να ’χει σχεδιαστεί σε κοτζάμ Μέγαρο έτσι, όταν, σε συντριπτικό πια ποσοστό παραστάσεων, γίνεται κατάχρηση αυτών των «καπνών»; Μήπως, απλώς, τα ’χουν κάνει μούσκεμα;


«Σοκ σε Σάντα Φε και Καρδίτσα»: ο τίτλος στα «Νέα» που με συγκλόνισε επί δέκα μέρες. Στο θέμα για την υπόθεση του νεαρού Ελληνοαμερικανού με καταγωγή απ’ την Καρδίτσα, ο οποίος σκότωσε δέκα στο σχολείο του, στην Σάντα Φε του Τέξας.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…




Δεν τον γνώριζα, τότε, το δικηγόρο Χρήστο Γραμματίδη που φυγε απ’ τη ζωή στις 23 Ιουνίου, στα 36 του χρόνια. Το 2014, μετά από ένα ομοφοβικό δημοσίευμα εναντίον μου κάποιου κριτικού θεάτρου, με τον αντιπροσωπευτικό της χυδαιότητας του περιεχομένου του τίτλο «Συκωταριές» (ναι, με ύψιλον…), στην τότε «Ελευθεροτυπία», βγήκε και δημοσίευσε, χωρίς να ‘χει κανένα λόγο και κανένα συμφέρον ένα θαρραλέο, ενυπόγραφο κείμενο υπεράσπισής μου.
Το 2016, μετά την ανάλογης χυδαιότητας απαγόρευση της εισόδου μου στο θέατρο «Στοά», που δημοσιοποίησα, ο Χρήστος Γραμματίδης -τον οποίο είχα γνωρίσει πια αλλά δεν ήμασταν και φίλοι κολλητοί- και πάλι βγήκε κι εκτέθηκε μ’ ένα κείμενο υπεράσπισής μου.
Στο ενδιάμεσο διάστημα και στη συνέχεια, μέσω των αναρτήσεών του στο facebook, ανακάλυπτα, μ’ έκπληξη κάθε φορά, έναν άνθρωπο όχι απλώς ευαίσθητο αλλά βαθιά καλλιεργημένο, πολιτικά συνειδητοποιημένο, με καθαρό, σωστό μυαλό, με οξυδέρκεια, με γνώση, μ’ ευρυμάθεια και, κυρίως, με χιούμορ. Ο τρόπος που μας παρουσίασε με χιούμορ (!), με αυτοσαρκασμό τον επιθετικό καρκίνο που τον προσέβαλε πριν από λίγους μήνες και την πορεία του ήταν σπαρακτικά αφοπλιστικός. Μεγάλη δύναμη! Ο θρήνος που ακολούθησε -κι ακόμα ακολουθεί- το θάνατό του, από ανθρώπους που στην πλειονότητά τους δεν τον είχαν ποτέ γνωρίσει από κοντά, ήταν -είναι- ενδεικτικός.
Για όλους τους παραπάνω λόγους το λιγότερο που ’χω να κάνω είναι να του αφιερώσω το σημερινό «Τέταρτο Κουδούνι». Μ’ ένα ακόμα, μεγάλο «ευχαριστώ».

June 24, 2018

Sting: The Wet Concert ή Πώς ο βρεμένος Sting τη βροχή δεν τη φοβάται




Δεν την ήθελε ο αττικός ουρανός τη δεύτερη συναυλία του Sting στο Ηρώδειο -στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών αλλά οργανωμένη από την «Ντι-Ντι Μιούζικ». Από τις οκτώμισι, και ενώ ο κόσμος ήδη έμπαινε στο Ωδείο -εννιά ήταν η προγραμματισμένη ώρα έναρξης-, μαύρα, απειλητικά σύννεφα είχαν εμφανιστεί από τα δυτικά, γρήγορα μετακινούμενα. Εδώ έρχεται η βροχή; Αλλού την πάει; Το πήραμε απόφαση ψύχραιμα: αν είναι να ’ρθει, θε να ’ρθεί, αλλιώς θα προσπεράσει. Εννιά παρά τέταρτο, οι πρώτες ψιχάλες. Ελπίδες ότι θα μείνουν ψιχάλες. Δεν έμειναν. Η βροχή δεν προσπέρασε. Ήρθε πάνω από το Ηρώδειο το σύννεφο και το σύννεφο έφερε βροχή. Δυνατή. Αλλά δεν είχαμε μείνει μοναχοί. Ο ένας πάνω στον άλλο στοιβαχτήκαμε στις στοές των δύο εισόδων της κάτω ζώνης και στις τουαλέτες.

Στην κεντρική είσοδο, σαρδελοποίηση. Όποιοι πρόλαβαν να «στεγαστούν», πρόλαβαν, Οι υπόλοιποι, ως μωραί παρθένοι, μείναμε στην απέξω. Κάποιοι άνοιξαν ομπρέλες που ο πολυμήχανος ο μετανάστης είχε προλάβει να αρχίσει να πουλάει, κάτω από την ομπρέλα μιας κυρίας έχωσα το κεφάλι μου αφού προσφέρθηκα -ως μπάτλερ στις ιπποδρομίες του Άσκοτ- να της την κρατάω, καθότι ψηλότερος και διότι καλές οι ομπρέλες αλλά 
βγάζουν και μάτια, αν δεν τις κρατάς ψηλά, κατόπιν κάποιος (του Φεστιβάλ;) έφερε ένα μεγάλο, χοντρό πλαστικό που το απλώσαμε πάνω από τα κεφάλια ημών των εκτός νυμφώνος και το στηρίζαμε με τα χέρια και με τις ομπρέλες, μετά κατάφερα να τρυπώσω στη στοά, άρχισαν οι απαραίτητοι καβγάδες, δεν έλειψαν και οι κλειστοφοβικές υστερίες -η ζέστη (+υγρασία) ήταν αφόρητη-, κάποιοι άρχισαν να φεύγουν, οι υπόλοιποι περιμέναμε υπομονετικά -ανακοίνωση από την παραγωγή δεν γινόταν…

Αλλά, ξαφνικά (φέτος το καλοκαίρι), στις εννιάμισι -κάτι έκανε ο Sting; Τρύπησε το σύννεφο με το κεντρί του; Δεν ξέρω-, η βροχή σταμάτησε. Και σε λίγο δόθηκε από τους καταμουσκεμένους ταξιθέτες το σύνθημα: «Σε λίγο θα περάσουμε». Στη σκηνή όρμησε, με «χορογράφο» την Κυρά του Ηρωδείου Καίτη Βαβαλέα, το… μπαλέτο των καθαριστών και άρχισε να σπρώχνει τα νερά. Danseur étoile του μπαλέτου ο… Sting! Με σφουγγαρίστρα και όχι μπάσο ανά χείρας. Θερμό χειροκρότημα -το πρώτο που πήρε-, μας έκανε και μία υπόκλιση και αποχώρησε αφήνοντας τους ανθρώπους να κάνουν τη δουλειά τους ώστε να κάνει ύστερα και αυτός τη δική του.

Διαπλεύσαμε την ορχήστρα του Ηρωδείου, στεγνώσαμε, όπως-όπως τα μαξιλαράκια στις θέσεις μας, με τις μουσκεμένες μέχρι το κόκκαλο ηρωικές κοπέλες της ταξιθεσίας να κάνουν ό,τι μπορούσαν, μία καλή φίλη μου έκανε την αγαθοεργή πράξη και μου πρόσφερε μία μπλούζα, άλλαξα επί τόπου (χωρίς ευτυχώς να προκληθεί σκάνδαλο από το (ημί)γυμνό μου…), έτσι φτηνά γλύτωσα άλλη μία βρογχοπνευμονία και περιμέναμε, γενναιόδωρα μοιράζοντας χειροκροτήματα στους καθαριστές πρώτα, στους μουσικούς που δοκίμαζαν τα όργανά τους κατόπιν, και στους τεχνικούς που δοκίμαζαν τις κονσόλες. Τελικά όλα επιλύθηκαν και… στη σκηνή ο Sting -αφού «ευλόγησε» τους δίδυμους καρπούς της κοιλίας μιας διακεκριμένης εγκύου θεατή του στα παρασκήνια- και o Shaggy, μαζί με τους τέσσερις μουσικούς τους και δύο τραγουδιστές για τα φωνητικά. Ήταν δέκα και είκοσι.
Ο κατά κόσμον κύριος Γκόρντον Μάθιου Τόμας Σάμνερ, ακμαιότατος σωματικά -σκούρο μπλε, εφαρμοστό παντελόνι και τι σερτ-παραλλαγή- και φωνητικά, παρά τα 67 του χρόνια -ούτε που του φαίνονται-, με το μπάσο του πια στα χέρια, περιορίστηκε πίσω από το μικρόφωνο και άφησε το παιχνίδι στο Τζαμαϊκανό Shaggy. Ο χρυσοποίκιλτος Shaggy -χρυσό σκουλαρίκι, χοντρό χρυσό δαχτυλίδι, από ένα χρυσό βραχιόλι σε κάθε χέρι συν ρολόι με χρυσό μπρασλέ, άφθονες χρυσές αλυσίδες να κρέμονται από το λαιμό, με ξεκούμπωτα τρία τουλάχιστον κουμπιά του πουκάμισου ώστε να είναι ορατές, λαμέ, «χρυσά» αθλητικά μποτάκια και μία (όχι χρυσή) απαστράπτουσα πόρπη στη ζώνη-, με καβουράκι στο κεφάλι και μαύρα γυαλιά, ανέλαβε το ρόλο του εμψυχωτή. Με λάτιν κέφι, αν και πενηντάχρονος, ξεσήκωσε τις 

ήδη ξεσηκωμένες κερκίδες -οι φαν του Sting, στο πόδι από την αρχή, παρά τις προχωρημένες, οι περισσότεροι, ηλικίες τους, πάρα πολλοί οι ξένοι στο κοινό-, βολτάριζε στο χείλος της σκηνής, θύμισε ότι «όλοι αδέλφια είμαστε» και προσέδωσε ικανή δόση σεξουαλικότητας στη συναυλία με α λα Έλβις περιστροφικές κινήσεις και εκτινάξεις της λεκάνης.

Ο Sting, με αγγλικό φλέγμα, τραγούδησε παλιά, από την εποχή των Police, και καινούργια του - «Every Breath you Take», «English Man in New York», «Desert Rose», «Message in a Bottle»…- και ικανοποίησε απόλυτα το κοινό που συχνά, ενθουσιασμένο, σηκωνόταν όρθιο και, με την προτροπή του Shaggy, άναβε τους φακούς στα κινητά του -έμαθα, μάλλον, καθυστερημένα, ότι οι αναμμένοι αναπτήρες έχουν ξεπεραστεί… Έως και αρκούντως θεατρικό ντουέτο έκαναν οι δύο τους -ο Shaggy με τήβεννο και λευκή περούκα ως δικαστής στην έδρα, ο Sting με ριγέ πουλόβερ ως κατηγορούμενος στο εδώλιο.
Μία ώρα και 45 λεπτά κράτησε η συναυλία -άψογη ηχητικά παρά την υγρασία-, μαζί με τα γενναιόδωρα ανκόρ. Και ο αττικός ουρανός, τελικά, έκανε πίσω και τη σεβάστηκε, με τα σύννεφα να υποχωρούν και να αφήνουν να προβάλει ένα λαμπρό φεγγάρι (Φωτογραφίες -από τη συναυλία της 22/6: Αφροδίτη Ζαγγανά. Οι 2 και 3 -από τη χτεσινή συναυλία: Γιώργος Σαρηγιάννης). 

Ωδείο Ηρώδη του Αττικού, 23 Ιουνίου 2018

June 21, 2018

Ο κόσμος γέρνει, γκρεμίζεται / Tip: «Απομίμηση ζωής»




Μία γυναίκα, σκαμμένη από το χρόνο, κουρασμένη, ταλαιπωρημένη, στα όριά της, «εξομολογείται» ζωντανά στη βιντεοκάμερα -και εμείς τη βλέπουμε σε οθόνη- που έχει στήσει απέναντί της ένας υπάλληλος ο οποίος εκπροσωπεί τη μισθώτρια εταιρεία και έχει εισβάλει στο σπίτι της για να της ανακοινώσει ότι,

λόγω χρεών της -δεν έχει πληρώσει τους λογαριασμούς της και, όταν της έκοψαν το ρεύμα, εγκατέστησε παράνομο μετρητή- της γίνεται έξωση: σύγχρονη Ουγγαρία του ταξικού χάους, της κοινωνικής ανισότητας, του ανθούντος φασισμού, του εκρηκτικού ρατσισμού, των διωκόμενων μεταναστών και μειονοτήτων, Βουδαπέστη, η γυναίκα είναι Τσιγγάνα -Τσιγγάνα 
αυτοαποκαλείται, όχι Ρομά-, έχει δουλέψει σκληρά στη ζωή της, ο άντρας της έχει πεθάνει πριν από τρεις μέρες και ο γιος της, ο Ίστβανκα, που μισούσε να είναι Τσιγγάνος και αρνιόταν να είναι Τσιγγάνος -μικρός είχε βάλει χλωρίνη στην μπανιέρα για να κάνει μπάνιο και να ασπρίσει…- έχει εξαφανιστεί -έχει εγκαταλείψει το σπίτι τους, έχει γίνει Σιλβέστερ, έχει εγκατασταθεί σε ξενοδοχείο και εκδίδεται: μία πολίτις τρίτης κατηγορίας. Που αρνείται κατηγορηματικά να εγκαταλείψει το σπίτι της.
Μία αίσθηση ντοκιμαντέρ -είναι ηθοποιός ή είναι από την πραγματική ζωή; Όταν η οθόνη σηκωθεί, στο δωμάτιο της γυναίκας -εξαιρετικό το σκηνικό/«κουτί» του Μάρτον Αγκ- η γυναίκα που έχει πονοκέφαλο αρχίζει να κάνει εμετούς και πέφτει σχεδόν αναίσθητη. Ο υπάλληλος τη λυπάται, ειδοποιεί ασθενοφόρο -που δεν πρόκειται να φτάσει γρήγορα για μία Τσιγγάνα, σε μία περιοχή «επικίνδυνη»…- και σκίζει τα χαρτιά της έξωσης που συμπλήρωνε λέγοντάς της πως είναι σαν να μην τη συνάντησε ποτέ.
Στο δεύτερο μέρος, στο ίδιο σπίτι -ένα σπίτι αχούρι πια, ξεχειλισμένο σκουπίδια-, ο ίδιος υπάλληλος φέρνει μία άλλη γυναίκα, νέα, που ενδιαφέρεται να το νοικιάσει, για να το δει και της αναφέρει πως η προκάτοχός της πέθανε στο νοσοκομείο όπου την είχαν μεταφέρει. Εκείνη, που δηλώνει χήρα και χωρίς παιδιά, προφανώς Ρομά επίσης, θα δεχτεί τους εξευτελιστικούς όρους του συμβολαίου και θα το υπογράψει -καθώς φαίνεται δεν έχει πού να μείνει γι αυτό και εγκαθίσταται αμέσως στο αχούρι παραμερίζοντας τα σκουπίδια. 

Όταν ο υπάλληλος φεύγει, φέρνει στο σπίτι ένα αγοράκι -το παιδί της που δεν ομολόγησε στην ύπαρξή του- ενώ στο κινητό της ένας άντρας -ο άντρας της; Ένας εραστής;-, που από τα σημάδια στην πλάτη της φαίνεται πως την κακοποιεί, επίμονα της ζητάει να συναντηθούν. Η γυναίκα αρχικά δεν απαντάει, τα sms φτάνουν απανωτά, μετά, το σηκώνει, καυγαδίζει μαζί του, αρνείται τη 

συνάντηση αλλά, τελικά, όταν το παιδί κοιμηθεί αλλάζει ρούχα και βγαίνει να τον συναντήσει αφήνοντάς το μόνο. Τα ξημερώματα ο Σιλβέστερ εισβάλλει στο σπίτι ψάχνοντας για τη μάνα του. Από το παιδάκι μαθαίνει πως εκείνη έχει πεθάνει. Θα κατεβάσει, από μία κρυψώνα στον τοίχο, ένα σπαθί. Στην οθόνη, που κατεβαίνει πάλι, θα μάθουμε, με τίτλους, για ένα επεισόδιο, προφανώς πραγματικό,
που συνέβη το 2015 σε ένα λεωφορείο: ένας νέος πλήγωσε με σπαθί ένα παιδάκι που τη γλύτωσε φτηνά. Ήταν και οι δύο Ρομά. Το έργο αφήνει ανοιχτό το τέλος.
Ο ουγγρορουμάνος σκηνοθέτης -περισσότερο γνωστός από τον κινηματογράφο- Κορνέλ Μούντρουτσο παρουσιάζει με το δικό του Θέατρο «Proton» στο Η της «Πειραιώς 260», στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, την παράστασή του «Απομίμηση ζωής» (2016): μία τολμηρή πολιτική πράξη ενάντια στην ξενοφοβία και στο ρατσισμό της ακροδεξιάς κυβέρνησης της χώρας του και του 44,87% των συμπατριωτών του που την εξέλεξε και τη στηρίζει. 
Πάνω σε μία κάπως αδύναμη, όχι ιδιαίτερα σφιχτή δραματουργία (κείμενο της Κάτα Βέμπερ), ο Μούντρουτσο στήνει ένα συγκλονιστικό ντοκουντράμα αποθεώνοντας το νατουραλισμό χωρίς ούτε μία στιγμή να φανεί παλιός ή διδακτικός. Γιατί με τις λύσεις που έχει δώσει, με τα λεπτά νήματα με τα οποία συνδέει πρόσωπα και στοιχεία -οι «θολές» ονειρικές προβολές-φλας μπακ, το πορτρέτο του αγοριού που ο Σιλβέστερ «είχε βρει στα σκουπίδια και το κρέμασε στον τοίχο» και που παραπέμπει στο αγόρι του δεύτερου μέρους…-, με την προσοχή που δίνει σε λεπτομέρειες, με το χιούμορ που δεν λείπει, προσδίδει στον σκληρό ρεαλισμό του ποιητικές διαστάσεις τις οποίες αγκαλιάζουν και υπογραμμίζουν οι μουσικές του Άσερ Γκόλντσμιτ και σημαδεύει το σπαρακτικό «Feeling Good» της Νίνα Σιμόν.
Αιχμή της παράστασης και αποκορύφωμα του προσωπικού σκηνοθετικού του ύφους, η περιστροφή, στο μέσον της, του δωμάτιου/κουτιού/σκηνικού, με αποτέλεσμα τη μεταμόρφωσή του, όταν επανέρχεται στη θέση 
του, σε έναν κόσμο που έχει καταρρεύσει. Ο συνειρμός που αυτομάτως μου δημιουργήθηκε: «Ο κόσμος γέρνει, γκρεμίζεται», στίχος της μετάφρασης του σεξπιρικού «Άμλετ» από τον Γιώργο Χειμωνά. Ένας κόσμος περιθωριοποιημένος, που ζει μία «απομίμηση ζωής», όπου σε όλα έρχονται τα πάνω κάτω, ένας κόσμος ανεπιστρεπτί απελπισμένος, ένας κόσμος αδιέξοδος. Δεν πρόκειται απλώς για εντυπωσιακό εφέ, προκαλεί μία αίσθηση συμπαντική.
Ο Μούντρουτσο, επιπλέον, οδηγεί σε βιωματικές ερμηνείες τους πέντε ηθοποιούς του που ενσωματώνουν το ρεαλισμό στα σπλάχνα 

τους με απίστευτη δεξιοτεχνία. Επικεφαλής, η σπουδαία Λίλι Μονορί, από τις κορυφαίες ουγγαρέζες ηθοποιούς του θεάτρου και του κινηματογράφου, με πάνω από 60 ταινίες στο ενεργητικό της, 


πρωταγωνίστρια της Μάρτα Μεζάρος και του ίδιου του Κορνέλ Μούντρουτσο σε ταινίες του: συγκλονιστική.
Μία παράσταση σκληρή, «ενοχλητική», αδυσώπητη αλλά, τελικά, καθηλωτική. Τη συστήνω. Ανεπιφύλακτα (Φωτογραφίες: 1, 3, 4, 5, 6, 7. 8, 9 Rév Marcell, 10 Christian Affolter (ZTS) ) 

June 20, 2018

«Κνωσός»: Άννα Γεραλή-Λάμπρος Τσάγκας στην «Φθινοπωρινή ιστορία» του Αρμπούζοφ. Σκηνοθετεί η Μάνια Παπαδημητρίου


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 


Η Άννα Γεραλή κι ο Λάμπρος Τσάγκας θα ερμηνεύσουν, αντίστοιχα, την Λίντια Βασίλιεβνα και τον Ραντιόν Νικολάεβιτς στο έργο για δυο πρόσωπα του Νικολάι Αρμπούζοφ «Φθινοπωρινή ιστορία» που θα παρουσιαστεί το φθινόπωρο, σε σκηνοθεσία Μάνιας Παπαδημητρίου, στο θέατρο «Κνωσός» που, ανανεωμένο, κάνει μια καινούργια αρχή, με αφορμή τα σαράντα χρόνια που συμπληρώνει φέτος ως θίασος.

Το σχήμα ιδρύθηκε το 1978, με την επωνυμία «Παλκοσένικο», απ’ τον αξέχαστο Χρίστο Τσάγκα -που ’φυγε απ’ τη ζωή το 2011- και τον αδερφό του Λάμπρο Τσάγκα, για ένα χρόνο ήταν ο θίασος-φορέας που επωμίστηκε τον τίτλο Ημικρατικό Θέατρο Στερεάς Ελλάδας, στη βραχύβια ιστορία του (προκάτοχου των ΔΗΠΕΘΕ ως προς τη θεατρική αποκέντρωση) θεσμού των Ημικρατικών Θεάτρων κι απ’ το 1985 εγκαταστάθηκε, με την επωνυμία πια «Θέατρο Κνωσός», στον κινηματογράφο «Κνωσός», της οδού Κνωσού, στα Πατήσια, κοντά στην πλατεία Αμερικής, που οι αδελφοί Τσάγκα τον μετέτρεψαν, διατηρώντας τ’ όνομά του, σ’ ένα λειτουργικότατο και καλαίσθητο θέατρο, θέατρο με το οποίο έχουν συνεργαστεί μέχρι σήμερα περισσότεροι από 400 καλλιτέχνες σ’ ένα δραματολόγιο κλασικών και σύγχρονων έργων, ελληνικών και ξένων.
Η νέα θεατρική σεζόν στο «Κνωσός» θα ’ναι γιορταστική, με πολλές δράσεις και με φίλους συνεργάτες που συντέλεσαν στην καλλιτεχνική πορεία του.
Στην «Φθινοπωρινή ιστορία» (1975) -που ο πρωτότυπος τίτλος της, σε πιστή μετάφραση, είναι «Παλιομοδίτικη κωμωδία»-, σ’ ένα παραθαλάσσιο ιαματικό κέντρο της σοβιετικής εποχής, φτάνει η προχωρημένης ηλικίας διαζευγμένη Λίντια Βασίλιεβνα, εμφανιζόμενη ως πρώην καλλιτέχνιδα του τσίρκου ενώ δεν ήταν παρά ταμίας του, εύθυμη και εξωστρεφής παρ’ όλες τις απώλειες στη ζωή της, που δεν αγαπάει πολύ την αλήθεια και την πραγματικότητα. Αποφασισμένη να χαρεί κάθε στιγμή παραβαίνει όλους τους κανόνες του ιαματικού κέντρου. Ο επίσης ηλικιωμένος Ραντιόν Νικολάεβιτς, αρχίατρος του κέντρου, σοβαρός, τυπικός και ευέξαπτος, που ’χει χάσει νωρίς την αγαπημένη γυναίκα του κι έκτοτε ζει μοναχικά, αφοσιωμένος στην ομαλή λειτουργία του κέντρου, έρχεται σε σύγκρουση μαζί της. Αλλά, σύντομα, οι δυο τόσο διαφορετικοί χαρακτήρες αρχίζουν να δημιουργούν γέφυρες μεταξύ τους κι ανακαλύπτουν πως βαθιά μέσα τους ζει η ίδια ανάγκη του κάθε ανθρώπου: ν’ αγαπήσει και ν’ αγαπηθεί. Στη δύση της ζωής τους θα δημιουργήσουν ανάμεσά τους μια σχέση ανεπαισθήτως μελαγχολική αλλά και με χιούμορ. Με αποτέλεσμα ένα έργο τρυφερό, συγκινητικό αλλά και ανάλαφρο.
Γεννημένος από ρόσο πατέρα και ελληνίδα μητέρα ο πολυγραφότατος Αλεξέι Αρμπούζοφ άφησε, ανάμεσα στο 1930 και στο 1984 (πέθανε το 1986, στα 77 του χρόνια), περισσότερα από 30 θεατρικά έργα που τον ανέδειξαν σ’ έναν απ’ τους πιο πολυπαιγμένους και δημοφιλείς θεατρικούς συγγραφείς στην τότε Σοβιετική Ένωση αλλά και στο εξωτερικό. Πολλά τους έχουν ανεβεί, και μάλιστα περισσότερες από μια φορές, στην Ελλάδα («Μακρινός δρόμος», «Τάνια», «Υπόσχεση», «Μια ιστορία του Ιρκούτσκ», «Γυρισμός στη νιότη», «Καημένε μου Μάρικ»…).
Η «Φθινοπωρινή ιστορία» έχει μεταφερθεί και στον κινηματογράφο το 1978, απ’ τις Έρα Σαβέλιεβα και Τατιάνα Μπερζάντσεβα που συνυπέγραφαν τη σκηνοθεσία (σοβιετική παραγωγή), με πρωταγωνιστές την Αλίσα Φρέντλιτς και τον Ίγκορ Βλαντίμιροφ αλλά και στην τηλεόραση, ως τηλεταινία (πορτογαλική παραγωγή), σε σκηνοθεσία Σεσίλια Νέτου, με την Κάρμιν Ντολόρες και τον Κουράντου Χιμπέιρου, και στις δυο περιπτώσεις με τον τίτλο «Παλιομοδίτικη κωμωδία».

Το έργο πρωτοπαρουσίασε στην Ελλάδα το «Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο» του Μάνου Κατράκη, σε σκηνοθεσία του, με την Έλλη Λαμπέτη και τον ίδιο στους δυο ρόλους, στο θέατρο «Μπροντγουαίη» το χειμώνα 1977/1978. Με τον τίτλο «Φθινοπωρινή ιστορία», ο οποίος καθιερώθηκε έκτοτε, καθώς το έργο παίχτηκε αρκετές φορές στην Ελλάδα, αν και μια φορά ανέβηκε και με τον -πιο κοντά στον πρωτότυπο- τίτλο «Κωμωδία μιας άλλης εποχής». Το πιο πρόσφατο ανέβασμα έγινε τη λήγουσα σεζόν 2017/2018 στο θέατρο «Αλκμήνη», σε σκηνοθεσία Άννας Παπαμάρκου, με την ίδια και τον Χάρη-Εμμανουήλ Αγγουράκη.
Η «Φθινοπωρινή ιστορία» θα παρουσιαστεί στο «Κνωσός» σε μετάφραση απ’ τα ρόσικα της Παυλίνας Γαλανοπούλου, με σκηνικά και κοστούμια Χριστίνας Οικονόμου και βοηθό σκηνοθέτη την Δανάη Καλαχώρα ενώ τη μουσική σύνθεση θα υπογράφει ο Σταμάτης Κραουνάκης.
Ας σημειωθεί ότι η Άννα Γεραλή κι ο Λάμπρος Τσάγκας, συμμαθητές στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου (απόφοιτοι 1967), για πρώτη φορά μετά από 51 χρόνια, βρίσκονται μαζί στην ίδια σκηνή. Η Άννα Γεραλή, όμως, έχει ήδη συνεργαστεί με το «Κνωσός», με την ιδιότητα της σκηνοθέτριας, όταν ανέβασε εκεί, τη σεζόν 1998/1999 (με επανάληψη την επόμενη 1999/2000), το έργο για παιδιά της Υβόνης Μεταξάκη «Ο πρίγκιπας της γομολάστιχας».

Και η Μάνια Παπαδημητρίου συνδέεται με το «Κνωσός», χωρίς επίσης να ’χει συνεργαστεί ποτέ άμεσα με τον Λάμπρο Τσάγκα: τη σεζόν 1987/1988 η «Εποχή» του Βασίλη Παπαβασιλείου εκεί πρωτοπαρουσίασε, σε σκηνοθεσία του, το «Ζουβέ-Ελβίρα» της Μπριζίτ Ζακ, απ’ τις μεγάλες στιγμές της ελληνικής σκηνής -με την Μάνια Παπαδημητρίου να εκτινάσσεται, με μια βιωματική ερμηνεία, διδαγμένη και στο πλευρό του επίσης συναρπαστικού Βασίλη Παπαβασιλείου- καθώς, την ίδια θεατρική περίοδο, και την «Κληρονομιά» του Μαριβό, όπου, επίσης, έπαιζε η Μάνια Παπαδημητρίου.
Στο «Κνωσός», τέλος, μεταφέρθηκε απ’ το «Επί Κολωνώ», τη σεζόν 2011/2012, κι η παράσταση «Η Γάζα είναι… (Μαθήματα επιβίωσης)», μια παράσταση του θιάσου «Familia», βασισμένη στους μονολόγους εφήβων οι οποίοι έζησαν τους βομβαρδισμούς των Ισραηλινών στην Γάζα, που τη σκηνοθεσία της υπέγραφε η Μάνια Παπαδημητρίου.
Η οποία, τέλος, με την Άννα Γεραλή έχουν συνεργαστεί ως ηθοποιοί στο έργο του Αλεξάντρ Γκριμπογιέντοφ «Συμφορά απ' το πολύ μυαλό» που ανέβασε ο Λευτέρης Βογιατζής, με την «Σκηνή», στο θέατρο «Οδού Κυκλάδων» αλλά και στη μικρού μήκους ταινία της Κατερίνας Ευαγγελάκου «Η κυρία Μίκα».