August 13, 2017

Μια γάτα δε φέρνει την άνοιξη στην Επίδαυρο… ή Πολύπλαγκτοι θεατροπόροι


Το Τέταρτο Κουδούνι / 13 Αυγούστου 2017 
(Για περιορισμένο αριθμό αναρτήσεων…)

Την παγίδα του πρωτάρη -στο αρχαίο δράμα και στην Επίδαυρο- δεν την απέφυγε η Μαριάννα Κάλμπαρη στην «Μήδεια» του Ευριπίδη που ’κανε για το Φεστιβάλ, με το «Θέατρο Τέχνης», σε συμπαραγωγή με το ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων: προσπάθησε να τα πει όλα μαζί. Και βρήκε μεν άξονα στη σκηνοθεσία της -η βαρβαρότητα του ματαιωμένου έρωτα- αλλά τη φόρτωσε την παράστασή της. Πολύ. Και δραματουργικά, προσθέτοντας κείμενα, υποτίθεται για να στηρίξει την άποψή της -από Πλάτωνα και Πλούταρχο μέχρι Θεόκριτο (μεγάλη πέραση ο Θεόκριτος φέτος, τον ακούσαμε… συνημμένο και στον «Κύκλωπα» του Παντελή Δεντάκη) μέχρι Σαπφώ κι Αρχίλοχο-, που παρέμειναν, όμως, αχώνευτα στο παραστασιακό σύνολο -σα να γινόταν από καθέδρας σεμινάριο-, και σκηνοθετικά -Γλαύκη, βάρβαρο alter ego της Μήδειας…-, χωρίς να καταφέρει, κατά τη γνώμη μου, να ισορροπήσει ολ’ αυτά τα ετερογενή. Και δεν κατάφερε να ισορροπήσει ούτε τους -καθόλου άμοιρους ταλάντου- ηθοποιούς της: η Μαρία Ναυπλιώτου, που πάντα ζει εκ βαθέων τους ρόλους της, μένει στον ίδιο ορθοφωνικό τόνο απ’ την αρχή μέχρι το τέλος, ο Χάρης Φραγκούλης έχει μετατρέψει την ειρωνεία -της οποίας δε στερείται το κείμενο και που θέλησε να προβάλει η σκηνοθεσία- σ’ ένα κωμικό τουπέ, μ’ εξεζητημένο λόγο ενώ ο Χορός αποδυναμώθηκε. Όσο για το σκηνικό του Κωνσταντίνου Ζαμάνη -που τα κοστούμια του, πάντως, μου άρεσαν πολύ- μου φάνηκε αφελώς προφανές -το μεγάλο κρεβάτι κι από κάτω το χάσμα π’ άνοιξ’ ο σεισμός του γάμου και που καθόλου ευθύς δεν εγιόμισ’ άνθη…
Εκείνο που μου ’μεινε είναι η αντοχή της φανέλας που φοράει ο Ιάσονας και που τη στρίβει, τη μαζεύει, την απλώνει, την κάνει κόμπο, την τραβοκοπάει με λύσσα, βγάζοντας πάνω της το άχτι του στο φινάλε: δεν ξεσκίζεται με τίποτα. Τι μάρκας είναι άραγε; Τέτοια γερά εσώρουχα δεν υπάρχουν πια.




Ο Άρης Μπινιάρης, αντίθετα, επίσης πρωτάρης στην Επίδαυρο -αλλά όχι και στο αρχαίο δράμα, είχε δουλέψει παλιότερα μια «Αντιγόνη» ως μονόλογο δικό του-, στην παγίδα αυτή, στους «Πέρσες» που ’κανε με τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου, όχι, δεν έπεσε. Έπεσε, όμως, στην παγίδα της «ψείρας». Με το που είδα -κι άκουσα…- τους δεκατρείς του Χορού να μπαίνουν και να εκφωνούν την Πάροδο φορτωμένοι με τα μικροφωνικά ματζαφλάρια α λα «Δελφινάριο» και ν’ αντιλαλούν οι κερκίδες, μου ’φυγε η μαγκιά. Μα, στην Επίδαυρο με μικρόφωνα; Στην Επίδαυρο;! Στην «Ειρήνη» των Νίκου Κυπουργού και Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη, άντε, τα δικαιολόγησα -μουσικό έργο ήταν, μ’ ανάκατους τραγουδιστές της όπερας, καλλιτέχνες της μουσικής σκηνής κι ηθοποιούς στη διανομή. Εδώ ΓΙΑΤΙ;
Η παράσταση έχει -τα θετικά της- μια αδρότητα, έναν πολύ γήινο πρωτογονισμό στον Χορό, μια μουσικότητα -άλλωστε ο Άρης Μπινιάρης υπογράφει και «μουσική δραματουργία»-, αγέραστη η μετάφραση του Παναγιώτη Μουλλά, σοβαρή η δουλειά του Θεόδωρου Στεφανόπουλου στη μετρική διδασκαλία -αν και πώς να εφαρμοστεί πάνω σε κείμενο μετάφρασης κι όχι στο αρχαιοελληνικό πρωτότυπο;…-, οι τέσσερις πρωταγωνιστές είναι από ικανοποιητικοί έως εξαίρετοι -Αντώνης Μυριαγκός, Χάρης Χαραλάμπους, με κορυφαία την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη-Άτοσσα που ξέρει άριστα να δαμάζει τον τραγικό λόγο και το κοίλον της Επιδαύρου αλλά και με τον Νίκο Ψαρρά να δίνει έναν μεστό στην λιτότητά του Δαρείο.
Πολλά, όμως, τ αρνητικά της: εμφανής η σκηνοθετική απειρία στις εισόδους-εξόδους των πρωταγωνιστών, φτενό -όχι φτηνό, «λίγο»- το σκηνικό, ατυχέστατα τα κοστούμια -εκείνο το δεύτερο της Άτοσσας, το μαύρο με τα λαχανί ρελάκια, έλεος δηλαδή…-, με μερικά επιβλητικά γκρουπαρίσματα αλλά, γενικά, απλοϊκή έως, ενίοτε, και σαχλή η χορογραφία, πολλά ουρλιαχτά και ξελαρυγγιάσματα άκουσα και πάλι -τι πληγή κι αυτή, των τελευταίων χρόνων ν’ αλυχτούν οι ηθοποιοί (για να μας πείσουν;)- και βέβαια -για να επανέλθω- αχός βαρύς ν’ ακούγεται απ’ τις «ψείρες» όλων… Μα, στο Θεό σας, χρειάζεται η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, με τη φωνάρα και τη θηριώδη τεχνική, μικρόφωνο στην Επίδαυρο; Να το κάνει τι; Αφήστε το λόγο που κατέβαινε μουτζουρωμένος, αφήστε που όλοι ψευδοί ακούγονταν. Δηλαδή, αν κάποιος πρωτόβλεπε την Καραμπέτη, πού θα κατέληγε: «Πολύ καλή ηθοποιός αλλά ψευδίζει, βρε, παιδί μου»…
(Να σας εξομολογηθώ κι ένα καημό μου: χρόοοονια τώρα περιμένω έναν Αγγελιαφόρο που θα φτάσει απ’ την Σαλαμίνα και δε θα μου περιγράφει την -ολέθρια για τους Πέρσες- ναυμαχία σπαρασσόμενος, ολοφυρόμενος, θρηνολογώντας, ολολύζοντας, οδυρόμενος, μοιρολογώντας… Αλλά εξαντλημένος, καταπτοημένος, περιδεής, διαλυμένος… απ’ το τόοοοσο μακρύ ταξίδι που ’χει κάνει αλλά κι απ’ τη συμφορά, ώστε να μπορέσω ν’ ακούσω όλο το κείμενο, να καταλάβω τι συνέβη, να μου φτάσει ο απόηχος του πολέμου και της καταστροφής κι όχι η χλαπαταγή τους. Ας ελπίσω ότι, μέχρι να κλείσω τα μάτια μου, κάποιος σκηνοθέτης θα βρεθεί να μου κάνει το χατίρι…).




Ο Αλέξανδρος Μπουρδούμης ανέλαβε τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Μουλινό στη σπαρταριστή κλασική γαλική φάρσα «Ράφτης κυριών» του Ζορζ Φεντό -έργο νεανικό (1886) και πρώτη μεγάλη επιτυχία του συγγραφέα, που θ’ ανεβάσει ο Δημήτρης Μυλωνάς στο «Από Μηχανής Θέατρο». Το οποίο, όπως ήδη έγραψε η Όλγα Σελλά στο artplay.gr, ανέλαβαν ο σκηνοθέτης μαζί με την ηθοποιό Άννα Ελεφάντη, μετά την αποχώρηση των Άκη Βλουτή και Νίκου Αναγνωστόπουλου, οι οποίοι με σοβαρότητα διαχειρίζονταν απ’ το 2008, μέσω της Εταιρείας Θεάτρου «Συν-Επί (+, x)» που χαν ιδρύσει, το θέατρο το οποίο δημιούργησαν η Ασπασία Κράλλη κι ο Χρήστος Βαλαβανίδης και που, προηγουμένως, είχε στεγάσει την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού κι οι οποίοι, σύμφωνα μ’ όσα έγραψε ο Βασίλης Μπουζιώτης στο enikos.gr, μετακομίζουν απέναντι, στο «Μεταξουργείο» της Άννας Βαγενά.
Θα ’ναι, τελικά ο πρώτος Φεντό που θα παίξει ο Αλέξανδρος Μπουρδούμης, μια και τη σεζόν 2011/2012 ήταν, μεν, αρχικά, στη διανομή της κωμωδίας του «Η μέθοδος της απιστίας» την οποία ανέβασε ο Χρήστος Καρχαδάκης στο «Βεάκη» αλλά αποχώρησε στη διάρκεια των δοκιμών. 




Η γλυκύτατη γατούλα της Επιδαύρου (άραγε είναι πάντα η ίδια ή υπάρχει διπλή διανομή;) έκανε αισθητή και φέτος την παρουσία της στο Φεστιβάλ βολτάροντας με άνεση στην ορχήστρα. Την είδα στον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» να συμπαρίσταται στον Οιδίποδα, την είδα στην «Ειρήνη», όπου ο παρών, εκείνη τη στιγμή, στην ορχήστρα Τάσης Χριστογιαννόπουλος-Ερμής, πάντα ετοιμοπόλεμος και με χιούμορ, δείχνοντάς την, την ενέταξε στην παράσταση, την είδα και στους «Πέρσες» να κόβει μια βόλτα -χειροκροτούμενη μάλιστα- αλλά πριν αρχίσει η παράσταση. Όχι, στο χαιρετισμό δεν την έχω δει να εμφανίζεται. Από διακριτικότητα, προφανώς, για να μην κλέψει το χειροκρότημα.
Σα ν’ αρχίζει να εξελίσσεται σε γούρι του Φεστιβάλ η γατούλα. Αλλά μια γάτα δε φέρνει την άνοιξη… Μήπως ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος -ο καλλιτεχνικός διευθυντής του- πρέπει να πάρει πιο δραστικά μέτρα; (Στη φωτογραφία -που μου την έστειλε, τραβηγμένη απ την ίδια, η κ. Στέλλα Φαρμάκη, του γραφείου Δημοσίων Σχέσεων του ΚΘΒΕ, η γκεστ σταρ των παραστάσεων του φετινού Φεστιβάλ Επιδαύρου ενώ αναπαύεται στο καμαρίνι της, κατά το στήσιμο των «Επτά επί Θήβας», με την οικογένειά της).



Αλλά, μια και μιλάμε για γατούλες, ας περάσουμε και σε σκυλάκια. Έγραφα στο ιστολόγιο, στις 20 Ιουλίου, στις εντυπώσεις μου απ’ το τριήμερό μας στο Φεστιβάλ Χορού της Καλαμάτας και σχετικά με την παράσταση δρόμου «Ανύποπτος χρόνος», απ’ την ομάδα «Κινητήρας» της Αντιγόνης Γύρα, σε χορογραφία της -και της ομάδας-, στην κεντρική πλατεία της πόλης, ότι σε πρωταγωνιστή της είχε αναδειχτεί ένας, επίσης γλυκύτατος, σκυλάκος κόκερ. Τον οποίο έσερνε, ολόκληρη τη μια ώρα της διάρκειάς της, μια απ’ τις συμμετέχουσες στην παράσταση. Εκφράζοντας, πάντως, στο κείμενό μου την επιφύλαξη αν η παρουσία του σ’ ένα θέαμα νομιμοποιούνταν… 
Η Αντιγόνη Γύρα μου γραψε -κι ευχαριστώ: «Για την ιστορία να σας ενημερώσω ότι δε θα έβαζα ποτέ ένα σκυλί σε παράσταση, αν δεν είχα την άδεια και τις ευχές της Φιλοζωικής. Τ’ όνομα του είναι Φοίβος και τον φροντίσαμε ιδιαιτέρως. Μάλιστα η Δέσποινα που είναι η… ‘μαμά’ του μου είπε ότι θέλει του χρόνου να τον... γράψει στον ‘Κινητήρα’ γιατί οι πρόβες τού έκαναν πολύ καλό, στη μελαγχολική συμπεριφορά του». Οπότε έχουμε ελπίδες ότι στο μέλλον θα ξαναδούμε τον -κεφάτο πια, εύχομαι- Φοίβο επί σκηνής. Ή επί πλατείας (Φωτογραφία: Βένα Γεωργακοπούλου).



Α, μια και μιλάμε για Καλαμάτα και Φεστιβάλ… Είκοσι ένα χρόνια άντεξε η Βίκυ Μαραγκοπούλου στη θέση της καλλιτεχνικής διευθύντριας του Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού της Καλαμάτας, το οποίο εκείνη ίδρυσε το 1995 για να το εκτοξεύσει διεθνώς. Ποοολλών… δημάρχων Καλαμάτας νόον έγνω. Ο τελευταίος με τον οποίο αναγκαστικά συνέπλευσε (;) -και που την οδήγησε -Η Αχαριστία…- πρόπερσι στην παραίτηση-, ο νυν Παναγιώτης Νίκας. Η Κατερίνα Κασιούμη -την οποία ο ίδιος ο κ. δήμαρχος επέλεξε να διαδεχθεί την Βίκυ Μαραγκοπούλου- άντεξε μόνον ενάμισι χρόνο και -με το ζόρι- δυο Φεστιβάλ, πριν υποβάλλει κι αυτή την παραίτησή της.


Είχα αντιληφθεί ότι κάτι συμβαίνει, καθώς ήμουν παρών στην πρεμιέρα -τον Ιούλιο- του Φεστιβάλ: ο δήμαρχος να υποδέχεται τον περιφερειάρχη Πελοποννήσου Πέτρο Τατούλη και τους λοιπούς «επισήμους» στην είσοδο του Μεγάρου Χορού κι η Κατερίνα Κασιούμη -η διευθύντρια-, απούσα, να εμφανίζεται στο αμφιθέατρο ελάχιστα λεπτά πριν σβήσουν τα φώτα. Κάτι έτρεχε -αλλά είπα μήπως ήταν τυχαίο. Πριν αλέκτορα φωνήσαι, ήρθε καπάκι η παραίτησή της.
Δυο παραιτήσεις σ’ ενάμισι χρόνο απ’ τη θέση μήπως θα πρέπει να προβληματίσουν τον κ. δήμαρχο; Διότι δεν το βρίσκω τόσο λογικό και οι δυο -πρώην πια- καλλιτεχνικές διευθύντριες να ’χουν άδικο κι εκείνος δίκιο… Μολονότι και οι δυο είχαν την ευγένεια να μη μιλήσουν «αναλυτικά». Εξάλλου, μ’ αφορμή και το -σχεδόν εξαφανισμένο- ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας, διάφορα μαθαίνω περί της γενικώς πολιτιστικής πολιτικής (της ποιας;) του κ. Δημάρχου. Μήπως να το ψάξει; Διότι η επιλογή ενός/μιας καινούργιου/ας καλλιτεχνικού/ής διευθυντή/διευθύντριας του Φεστιβάλ μπορεί να μην είναι δύσκολη υπόθεση. Αλλά δε θα λύσει τα προβλήματα ούτε θ’ αλλάξει νοοτροπίες (Καημένο Φεστιβάλ Καλαμάτας τι σου ’μελλε να πάθεις… Κι εμείς έτοιμοι να χάψουμε τα λόγια τα παχιά για το Φεστιβάλ, που ο κ. δήμαρχος μας έριχνε για δολώματα στις ετήσιες συνεντεύξεις Τύπου -ότι, δήθεν, αμέριστα του συμπαρίσταται…).



Κάθε τρεις και λίγο βομβαρδίζομαι με δελτία Τύπου κι ανακοινώσεις της Όλγας Κεφαλογιάννη, βουλευτού (-τριας; -τίνας;) Α' Αθήνας και τομεάρχη Πολιτισμού (μας επέρχεται άραγε ως υπουργός Πολιτισμού; Να δω τι θα λένε τότε αυτοί που μαίνονται τώρα κατά της Λυδίας Κονιόρδου…) της Νέας Δημοκρατίας. Δελτία κι ανακοινώσεις που συνήθως στον τίτλο τους έχουν το «έντονος προβληματισμός». Όντως; Προβληματίζονται εκεί, στην Νέα Δημοκρατία, για τον πολιτισμό; Και μάλιστα έντονα; Δεν τους φαίνεται. Και ειδικά «έντονα προβληματίζεται» η Όλγα Κεφαλογιάννη; Δεν της φαίνεται.
Ή, διαβάζω, πάλι: «Όταν απουσιάζει το σχέδιο και η στρατηγική, τη λύση δίνουν οι ‘εκκαθαρίσεις’, οι υπαινιγμοί και οι εκατέρωθεν κατηγορίες». Ή: «Το τεράστιο έλλειμμα πολιτικής που διογκώνει μέρα με την ημέρα τα προβλήματα και βαθαίνει ακόμα περισσότερο την κρίση που μαστίζει τον χώρο του πολιτισμού». Δηλαδή η Νέα Δημοκρατία έχει, ως προκύπτει εκ των συμφραζομένων, σχέδιο και στρατηγική για τον πολιτισμό; Και πλεόνασμα μάλιστα; Μη μου πεις! Λες κι ως δια μαγείας, ξεχάσαμε κάτι Πάνους Παναγιωτόπουλους και κάτι Κώστες Τζαβάρες…
Τι ακούει και τι διαβάζει κανείς…
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…


Όλα πια μπορεί να συμβούν. Εδώ η Γιούλη Ηλιοπούλου -τη θυμάστε;- έπαιξε κάποτε στην «Μήδεια» -του Ευριπίδη- την Γλαύκη, ρόλο ανύπαρκτο που τον δημιούργησε εκ του μηδενός -κυριολεκτικά-, ειδικά γι αυτήν, ο σκηνοθέτης Νίκος Παροίκος όταν ανέβασε την τραγωδία και μάλιστα στο προ Λούκου Ηρώδειο -ναι, δεν είναι η Μαριάννα Κάλμπαρη που επινόησε το ρόλο της Γλαύκης στη δική της φετινή «Μήδεια», για την Θεοδώρα Τζήμου.
Οπότε, ποία η έκπληξη, λοιπόν, ότι ο Κώστας Φραγκολιάς ερμηνεύει Ορέστη στην «Ηλέκτρα του Σοφοκλή -σε διπλή διανομή με τον Γιάννη Αϊβάζη (σταυρωτά εναλλασσόμενοι και στον -βουβό- ρόλο του Πυλάδη, όταν ο ένας ερμηνεύει Ορέστη, ο άλλος ερμηνεύει Πυλάδη). Τον επώνυμο ρόλο ερμηνεύει η Μαίρη Βιδάλη κι η Λουκία Παπαδάκη την Κλυταιμνήστρα. Η αφίσα της παράστασης που ’χει σκηνοθετήσει η Γιώτα Κουνδουράκη και που περιοδεύει είναι νομίζω εύγλωττη…
Πάντως, η έγκυρη κριτική  μίλησε ήδη για την παράσταση: «Η Λουκία Παπαδάκη, υπακούοντας τη σκηνοθεσία, έδωσε μια Κλυταιμνήστρα που ερχόταν από τις βουβές ταινίες του εξπρεσιονιστικού σινεμά της Γερμανίας του Μεσοπολέμου (Γκόθικ). Λίγο έξω από τη γενική γραμμή, χωρίς να ευθύνεται […] Σε μια εποχή που η τραγωδία και η κωμωδία της αρχαίας Ελλάδας ταλαιπωρούνται από εξυπνάδες και μεταμοντέρνους πειραματισμούς, ένα κοινό που προσέρχεται στην ‘Ηλέκτρα’ της Βιδάλη και των συνεργατών της, κοινό χωρίς εκπαιδευτική ενημέρωση, το να ακούει καθαρό το κείμενο του Σοφοκλή είναι μια προσφορά παιδείας», έγραψε ο Κώστας Γεωργουσόπουλος στα «Νέα».
«Το ανθρώπινο πρόσωπο της πρωταγωνίστριας φωτίζει εν πολλοίς προνομιακά η στοχαστική και λίγο κριτική ματιά επάνω στον ρόλο της πολύπλαγκτης θεατροπόρου (σ.σ. !!!) Μαίρης Βιδάλη... Η έμπειρη Λουκία Παπαδάκη ως Κλυταιμήστρα με ‘ταυρούμενον όμμα’ (διψασμένο για φόνο μάτι) εισάγει την αγριότητα και είναι στην περίπτωση ό,τι καλύτερο. Ο ‘Ορέστης’ του Γιάννη Αϊβάζη έχει μέγεθος, ενώ συμπληρώνει την περσόνα του με έναν οικείο ‘Πυλάδη’ ο Κώστας Φραγκολιάς» υπερθεματίζει ο Λέανδρος Πολενάκης στην «Αυγή».
Επειδή -καθότι γηράσκω αεί διδασκόμενος- πρόκειται για «προσφορά παιδείας» κι επειδή θέλω οπωσδήποτε να δω, εκτός απ’ τον Ορέστη-Κώστα Φραγκολιά, πώς ακριβώς η Λουκία Παπαδάκη, δίνει «μια Κλυταιμνήστρα που έρχεται από τις βουβές ταινίες του εξπρεσιονιστικού σινεμά της Γερμανίας του Μεσοπολέμου (Γκόθικ)» και το «ταυρούμενον όμμα» της, δε θα τη χάσω την παράσταση.

Στο μεταξύ, ο Κώστας Φραγκολιάς διαβάζω στο gossip-tv.gr να δηλώνει για τη γυναίκα του Στάθη Ψάλτη (αντιγράφω διατηρώντας την ορθογραφία για την οποία δεν ευθύνεται βέβαια): «Είναι πολύ άσχημα... κάπου μέσα τις το ήξερε, το πίστευε, είχε μέσα τις κάποιες φαιδρές ελπίδες αλλά, αλλά...». Φρούδες δηλώσεις…


Καλά, ΕΝΑΣ δε θα βρεθεί που θα κατεβεί στην Αθήνα για δήμαρχος επειδή πραγματικά το θέλει το δημαρχιλίκι, επειδή το γουστάρει, επειδή νοιάζεται να γίνει και να μείνει δήμαρχος; Κι όχι για να το χρησιμοποιήσει ως εφαλτήριο για να εξελιχθεί σε κομματάρχη;
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…

August 5, 2017

«Οργισμένα νιάτα» με Πέγκυ Τρικαλιώτη στο «Olvio» σε σκηνοθεσία Κίρκης Καραλή


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 



Το κλασικό πια έργο του Τζον Όσμπορν «Οργισμένα νιάτα» -όπως αρχικά μεταφράστηκε ο πρωτότυπος τίτλος του «Look Back in Anger» για να παραμείνει και στις επόμενες μεταφράσεις- που άνοιξε καινούργιους δρόμους στο βρετανικό θέατρο θα παρουσιαστεί, γι άλλη μια φορά στην Ελλάδα, το χειμώνα, στο θέατρο «Olvio», σε σκηνοθεσία Κίρκης Καραλή,
με πρωταγωνιστές την Παρθενόπη Μπουζούρη, τον Σήφη Πολυζωίδη, τον Χάρη Τζωρτζάκη και την Πέγκυ Τρικαλιώτη, παραγωγή της Androdely p.c. του Ανδροκλή Δεληολάνη.
Τα «Οργισμένα νιάτα» θα παρουσιαστούν σε μετάφραση Χρήστου Κεχαγιά, δραματουργική επεξεργασία της σκηνοθέτριας και του μεταφραστή, με αναλυτική προσέγγιση και σε καλλιτεχνική επιμέλεια Ανδροκλή Δεληολάνη. 
Όλο το έργο -που δεν καινοτομεί στη γραφή ακολουθώντας τη ρεαλιστική γραμμή-, γραμμένο μέσα σε δεκαεπτά μέρες κι έντονα αυτοβιογραφικό, καθώς εν πολλοίς βασίζεται στον άτυχο πρώτο (απ τους πέντε) γάμο του συγγραφέα με την ηθοποιό Πάμελα Λέιν, εκτυλίσσεται στη σοφίτα ενός σπιτιού, στα Μίντλαντς -στην κεντρική Αγγλία. Ο Τζίμι Πόρτερ (Χάρης Τζωρτζάκης) κι η γυναίκα του Άλισον (Πέγκυ Τρικαλιώτη) συγκατοικούν με τον Κλιφ (Σήφης Πολυζωίδης), φίλο του Τζίμι, 
-νέοι άνθρωποι. Ο Τζίμι, παιδί της εργατικής τάξης, ο οποίος σπούδασε στο πανεπιστήμιο αλλά έχει αναγκαστεί να δουλεύει σ’ ένα πάγκο με γλυκά, επηρεασμένος απ’ τις δυσκολίες της ζωής, μόνιμα οργισμένος, τσακώνεται συχνά και μετά συμφιλιώνεται με την Άλισον κάνοντας διαρκώς λεκτικές επιθέσεις ενάντια στην κοινωνία μέσα στην οποία είναι αναγκασμένος να ζει και στην μεγαλοαστική τάξη απ’ την οποία η γυναίκα του προέρχεται και χλευάζοντας τα πάντα. Η Άλισον, από φόβο μήπως προκαλέσει το θυμό του Τζίμι, που κάποιες στιγμές γίνεται απότομος και ιδιαίτερα σκληρός, του κρύβει ότι είναι έγκυος.
Η φίλη της, η Έλενα (Παρθενόπη Μπουζούρη, φωτογραφία Κάτια Σωτηρίου, Ελπίδα Μουμουλίδου), που τους επισκέπτεται, την πείθει να πάρει την απόφαση να εγκαταλείψει τον Τζίμι και μάλιστα σε μια περίοδο που αυτός τη χρειάζεται. Στην τρίτη πράξη η Έλενα έχει πάρει τη θέση της Άλισον στη ζωή του Τζίμι η οποία φαίνεται λίγο βελτιωμένη, όταν ο Κλιφ του ανακοινώνει ότι πήρε την απόφαση να φύγει για να κάνει μια καινούργια αρχή στη ζωή του. Εκείνη τη στιγμή επιλέγει να επιστρέψει η Άλισον, σε πολύ κακή ψυχολογική κατάσταση καθώς έχει χάσει το μωρό. Η Έλενα αποφασίζει να φύγει και το τέλος του έργου βρίσκει τον Τζίμι να παρηγορεί την Άλισον και να προσπαθεί να την πείσει ότι μπορούν να τα καταφέρουν.

Το έργο έκανε την πρεμιέρα του στο Λονδίνο το 1956, στο θέατρο «Ρόαγιαλ Κορτ», σε σκηνοθεσία Τόνι Ρίτσαρντσον -στη διανομή ο Άλαν Μπέιτς ως Κλιφ- και προκάλεσε αναστάτωση ταρακουνώντας τα ήρεμα έως βαλτωμένα νερά του τότε κατεστημένου αγγλικού θεάτρου και διχάζοντας την κριτική αλλά σημειώνοντας και τεράστια εμπορική επιτυχία και εκτοξεύοντας στη δόξα τον Όσμπορν που βραβεύτηκε, μάλιστα. Σήμερα θεωρείται τομή στην ιστορία του βρετανικού θεάτρου -απαρχή του εκμοντερνισμού του.

Το 1959 βγήκε στις αίθουσες η ομότιτλη μεταφορά του έργου στον κινηματογράφο, σε σκηνοθεσία και πάλι Τόνι Ρίτσαρντσον και με πρωταγωνιστές τον Ρίτσαρντ Μπάρτον και την Κλερ Μπλουμ ενώ ταινία, επίσης με τον ίδιο τίτλο, το έκανε κι ο Λίντσι Άντερσον, το 1980, με Τζίμι τον Μάλκολμ ΜακΝτάουελ.
Το 1989 ο Όσμπορν έγραψε, με τον τίτλο «Déjàvu», ένα σίκουελ στα «Οργισμένα νιάτα», που ανέβηκε το 1992, δεν είχε επιτυχία κι επρόκειτο ν’ αποτελέσει το τελευταίο του έργο.
Στην Ελλάδα τα «Οργισμένα νιάτα» πρωτοπαρουσιάστηκαν απ’ το Εθνικό Θέατρο, στην Κεντρική Σκηνή του, τη σεζόν 1959/1960. Τη σκηνοθεσία είχε αναλάβει ο Αλέξης Σολομός και πρωταγωνιστούσαν Δημήτρης Παπαμιχαήλ (Τζίμι), Στέλιος Βόκοβιτς (Κλιφ), Νέλλη Αγγελίδου (Άλισον), Γκέλλυ Μαυροπούλου (Έλενα), Λυκούργος Καλλέργης (Ταγματάρχης Ρέντφερν).
Έκτοτε το έργο παρουσιάστηκε αρκετές φορές στην ελληνική σκηνή, σ’ αντίθεση με τα υπόλοιπα έργα του Όσμπορν (φωτογραφία: Rex) που εδώ είναι σχεδόν άγνωστα -έτσι κι αλλιώς κανένα τους δεν είχε την επιτυχία των «Οργισμένων νιάτων». Πιο πρόσφατο ανέβασμα, του Γιώργου Λιβανού, τη θεατρική περίοδο 2013/2014, στο θεατράκι του «Studio Κυψέλης», με το θίασό του «Θεατρίνων Θεατές», και, στη διανομή, τους Μαριάννα Τόλη, Στέφανο Κακαβούλη, Γιώτα Κουνδουράκη, Φίλιππο Κωνσταντίνο, Αντώνη Τρικαμηνά.
Η πρεμιέρα του καινούργιου ανεβάσματος των «Οργισμένων νιάτων» στο «Olvio» απ την Κίρκη Καραλή είναι προγραμματισμένη για τις 12 Οκτωβρίου.

August 4, 2017

Καμίγ Κλοντέλ η Μάνια Παπαδημητρίου


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 


Την ξεχασμένη για πολλές δεκαετίες και παραγνωρισμένη γαλίδα γλύπτρια και ζωγράφο Καμίγ Κλοντέλ θα ενσαρκώσει, το χειμώνα, η Μάνια Παπαδημητρίου στο έργο του Γιάννη Λασπιά (φωτογραφία: Πάνος Κούγιας) «Camille Claudel  
Mudness» που θ’ ανεβεί σε σκηνοθεσία Πάνου Κούγια στο θέατρο «Πόλις» -πρώην «Μέλι»- της πλατείας Βικτωρίας.
Αδελφή του ποιητή, συγγραφέα, διπλωμάτη και ακαδημαϊκού Πολ Κλοντέλ και συνεργάτρια, ερωμένη και μούσα του κορυφαίου γλύπτη Ογκίστ Ροντέν, η Καμίγ Κλοντέλ, που είχε γεννηθεί το 1864, στα 48 της χρόνια κατέστρεψε τα περισσότερα γλυπτά της, διαγνώστηκε με παράνοια -διάγνωση που αμφισβητήθηκε και αμφισβητείται- και 
κλείστηκε, στα 49 της, σε ψυχιατρικό άσυλο όπου παρέμεινε έγκλειστη επί 30 ολόκληρα χρόνια για να πεθάνει εκεί, άγνωστη μεταξύ αγνώστων, το 1943, κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής, στα 79 της, πιθανόν από υποσιτισμό. Μολονότι δεν παρέμεινε σε πλήρη λήθη τα χρόνια που μεσολάβησαν, χρειάστηκε να φτάσει η δεκαετία του ’80, το βιβλίο «Μια γυναίκα. Καμίγ Κλοντέλ» (1982) της Ανί Ντελμπέ κι η ταινία του Μπρουνό Νουιτέν «Καμίγ Κλοντέλ» (1988) με την Ιζαμπέλ Ατζανί στον επώνυμο ρόλο για να εκτοξεύσουν τη φήμη της στο ευρύ κοινό και να την αποκαταστήσουν στη θέση που της άξιζε.
Το έργο με δυο γυναικείους ρόλους του Γιάννη Λασπιά αφορά έναν φανταστικό διάλογο ανάμεσα στην Καμίγ Κλοντέλ και την πρώτη γυναίκα ψυχίατρο της Γαλίας Κονστάνς Πασκάλ -που στην
παράσταση θα παίξει η Αγγελική Καρυστινού. Είναι, όπως σημειώνεται, «η ιστορία δυο γυναικών που διεκδίκησαν το δικαίωμα να ζήσουν ελεύθερες, να υπερασπιστούν τα πιστεύω τους, να σπουδάσουν και να εργαστούν, σε μια εποχή που η γυναίκα περιοριζόταν στο ρόλο της συζύγου και της μάνας. Στην πραγματικότητα δε συναντήθηκαν ποτέ αλλά έζησαν κι εργάστηκαν στην ίδια πόλη, την ίδια χρονική περίοδο, μοιράστηκαν παρόμοιες εμπειρίες, αντιμετώπισαν κοινές δυσκολίες, διακρίθηκαν στην τέχνη και στην επιστήμη, αντίστοιχα, και δόθηκαν με το ίδιο πάθος στον έρωτα. Για να πληρώσουν ακριβά το τίμημα της διαφορετικότητάς τους. Η πρώτη τιμωρήθηκε απ’ την οικογένειά της με τον πρωτοφανή εγκλεισμό της για τριάντα χρόνια σε ψυχιατρικά άσυλα, η δεύτερη έζησε μια διπλή ζωή βυθισμένη στο φόβο, στα ψέματα και στην αγωνία».
Το έργο διαδραματίζεται το 1913, έξω απ’ το Παρίσι, στο ψυχιατρικό άσυλο Βιλ-Εβράρ του Νεγί-σιρ-Μαρν. Η πρώτη γυναίκα που καταφέρνει να γίνει ψυχίατρος στην Γαλία, η 
μετανάστρια απ’ την Ρουμανία Κονστάνς Πασκάλ, αποφασίζει ν’ αναλάβει την υπόθεση της γλύπτριας Καμίγ Κλοντέλ η οποία έχει μεταφερθεί εκεί, παρά τη θέληση της, απ’ την οικογένεια της, για σοβαρή ψυχική διαταραχή. Μέσα απτις συναντήσεις τους ξετυλίγονται οι αντισυμβατικές ζωές των δυο γυναικών κι αναπτύσσεται ένας ισχυρός δεσμός που ξεπερνά τη σχέση γιατρού-ασθενή. Πάρα τις προσπάθειες της γιατρού και τη σταδιακή βελτίωση της ψυχικής υγείας της Καμίγ, η Κοστάνς θα ’ρθει αντιμέτωπη μ’ ένα ολόκληρο σύστημα που καταδικάζει σε εγκλεισμό κι απομόνωση τα άτομα που διεκδικούν το δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης κι επιλογής.
Η πρεμιέρα του «Camille Claudel Mudness» προγραμματίζεται για το τέλος Οκτωβρίου. Η παραγωγή θα ’ναι της Red Moonlight Productions.
Το έργο του Γιάννη Λασπιά (φωτογραφία: Πάνος Κούγιας), που τυπώθηκε και κυκλοφορεί απ’ την «Κάπα Εκδοτική», πρωτοπαρουσιάστηκε, σε σκηνοθεσία του και με την Δάφνη Μανούσου και την Στέλλα Μπούρου στους δυο ρόλους, τη σεζόν 2013/2014 στο θέατρο «Αγγέλων Βήμα». Την περασμένη σεζόν 2016/2017 ανέβηκε, με τους ίδιους συντελεστές, στο θέατρο «Vault».

August 3, 2017

Στον Ντοστογιέφσκι επιστρέφει η Ελένη Μποζά


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 

«Dostoyevskaya Metro Station» είναι ο τίτλος της βασισμένης στον Φιόντορ Μιχάιλοβιτς Ντοστογιέφσκι σκηνικής σύνθεσης που θα παρουσιάσει στην Β΄ Σκηνή του θεάτρου «Οδού Κεφαλληνίας», απ’ τις 25 Oκτωβρίου, η Ελένη Μποζά (φωτογραφία: Παναγιώτης Μουλίνος) σε δική της δραματουργική επεξεργασία και σκηνοθεσία.
Στη διανομή, ο Νίκος Γιαλελής, η Ελένη Ανδρικοπούλου, ο Κώστας Κουτρουμπής, η Νίκη Παύλου.
Πρόκειται για μια σκηνική σύνθεση το κείμενο της οποίας προκύπτει απ’ τη δραματουργική επεξεργασία τεσσάρων διηγημάτων της ώριμης περιόδου του κορυφαίου συγγραφέα: «Μια αισχρή ιστορία» (1862), «Ο κροκόδειλος» (1865), «Μπαμπόκ» (1873), «Το όνειρο ενός γελοίου» (1877).
«Σε μια εμφανώς μεταβατική στιγμή της ανθρώπινης ιστορίας, εν αναμονή της επερχόμενης δυστοπικής πραγματικότητας που προκαλεί στα άκρα την ανθρώπινη ύπαρξη», όπως σημειώνεται, «τέσσερις ηθοποιοί, με όχημα το αιχμηρό χιούμορ του Φιόντορ Μιχάιλοβιτς Ντοστογιέφσκι, διαπραγματεύονται τη σύνδεση του χτες με το σήμερα ατενίζοντας το αύριο κατάματα».
Απ’ τα συγκεκριμένα διηγήματα του Ντοστογιέφσκι σκηνική έκφραση στην Ελλάδα έχουν, ήδη,  βρει τα τρία.
Τρεις φορές έγινε αφορμή για θεατρική παράσταση «Το όνειρο ενός γελοίου»: το καλοκαίρι του 2014 παρουσιάστηκε ως μονόλογος, μ ερμηνευτή τον Δημήτρη Βερύκιο, σε σκηνοθεσία Τάκη Χρυσικάκου, αρχικά στην Λευκάδα. Η παράσταση μεταφέρθηκε, τη σεζόν 2014/2015, στην Αθήνα, στο θέατρο «Βαφείο-Λάκης Καραλής», περιόδευσε και τον επόμενο χειμώνα 2015/2016 ανέβηκε στο θέατρο «Σοφούλη» της Θεσσαλονίκης. Τη σεζόν 2015/2016 η Γλύκα Στοΐου διασκεύασε και σκηνοθέτησε «Το όνειρο ενός γελοίου» για το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης. Πιο πρόσφατα, το χειμώνα 2016/2017, το παρουσίασε στο θέατρό του «Μορφές Έκφρασης», ως μονόλογο που ερμήνευε ο ίδιος, ο Θωμάς Κινδύνης, σε διασκευή του και σε σκηνοθεσία Άννας Σεβαστής Τζίμα.
«Ο κροκόδειλος» έγινε παράσταση θεατρική, πρώτα, σε σκηνοθεσία Μπάμπη Καλαντζή, τη σεζόν 2006/2007, στο τότε «Άλεκτον», και, πιο πρόσφατα, το 2013/2014, στο θέατρο «Από Μηχανής», απ’ την Κατερίνα Μπερδέκα που υπέγραφε τη διασκευή για το θέατρο -μαζί με τον Στράτο Σωπύλη- και τη σκηνοθεσία.
Το «Μπαμπόκ», τέλος, μαζί με τα κοινής θεματικής διηγήματα «Επίσκεψη στη χώρα των νεκρών» του Φραντς Κάφκα και «Ο διάβολος» του Μαξίμ Γκόρκι, ήταν το «έδαφος», μ’ ενδιάμεσα ιντερμέδια που παρέπεμπαν σε αυτοσχεδιασμό καμπαρέ, για την παράσταση «Ο διάβολος» που ανέβασε ο Ανδρέας Θεοχάρης στο θέατρό του «Κορύβαντες», με την ομώνυμη ομάδα του, το 2013/2014 κι επανέλαβε το 2014/2015. Τη σεζόν 2013/2014 -μ επίσης επανάληψη την επόμενη 2014/2015- το ίδιο διήγημα ανέβασε, με τον τίτλο «Μπόμποκ», κι ο Τάσος Προύσαλης, σε διασκευή του, στο «Εσωθέατρό» του.
Ας σημειωθεί ότι με Ντοστογιέφσκι ντεμπουτάρησε στη σκηνοθεσία η Ελένη Μποζά: ως μια απ’ τους πέντε νέους σκηνοθέτες, απόφοιτους του Εργαστηρίου Υποκριτικής και Σκηνοθεσίας που ’χε δημιουργήσει ο Στάθης Λιβαθινός, στο πλαίσιο της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου την οποία, εκείνη την εποχή, διηύθυνε, ανέβασε, το 2004/2005, στο τότε «Γκαράζ» του Εθνικού

την παράσταση «Με αφορμή το χιόνι που λιώνει» -εξαιρετική πρώτη εμφάνιση-, βασισμένη στη νουβέλα (1864) του Ντοστογιέφσκι «Σημειώσεις από την παρανομία» («Το υπόγειο»), σε δική της σκηνική απόδοση, και, μάλιστα, με πρωταγωνιστές τον Νίκο Γιαλελή με τον οποίο θα συνεργαστεί και τώρα στο «Dostoyevskaya Metro Station» και την Σοφιάννα Θεοφάνους. Την ίδια παράσταση, ξαναδουλεμένη, με την ίδια διανομή, σκηνοθέτησε και πάλι, για το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας -στη δραματική σχολή του οποίου είχε τη διεύθυνση σπουδών ενώ σήμερα είναι αναπληρώτρια διευθύντρια στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου-, στον Εκπαιδευτικό Χώρο «Μπάρι», το 2013/2014.

August 2, 2017

Ελεήστε, χριστιανοί! Ελεήστε το θέατρο!


Το Τέταρτο Κουδούνι / 2 Αυγούστου 2017 
(Για… περιορισμένο αριθμό αναρτήσεων)

Είχα ενθουσιαστεί με το «Cock» της, μου ’χε αρέσει πολύ ο «Γυάλινος κόσμος» της, ενθουσιάστηκα με τις «Ψευδαισθήσεις» της, ενθουσιάστηκα με τον «Φάουστ» της, ενθουσιάστηκα με το «1984» της αλλά η «Άλκηστη» της Κατερίνας Ευαγγελάτου, στην Επίδαυρο, με το Εθνικό Θέατρο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ, προσωπικά, με απογοήτευσε. 

Σαφέστατη, αν και κάπως «εύκολη», η γραμμή της -περίοδος χούντας, Άδμητος τύραννος-Γεώργιος Παπαδόπουλος, ευφυής, αν και νεκρολαγνική, η λύση με το πτώμα-Άλκηστη της εξόδου κλπ-, η επιλογή της «καθημερινής», χωρίς λογοτεχνικές αξιώσεις, μετάφρασης του Κώστα Τοπούζη την έκανε σαφέστερη αλλά -για μένα- έως εκεί. Η υλοποίηση;
Καθόλου δε συμφωνώ με την τόσο φωναχτή, τόσο σκληρή, τόσο χοντροκομμένη παρώδηση -δεν υπάρχουν τρυφερές στιγμές, δεν υπάρχουν λεπτές αποχρώσεις στο έργο ν’ ανασυρθούν; Σ’ όλα η γλώσσα έξω; Μα η ισορρόπηση των αντίρροπων στοιχείων του έργου του Ευριπίδη δε θα ’ταν μια πιο σύνθετη, πιο ψαγμένη σκηνοθετική δουλειά; Εγώ, απλώς, μια παράσταση «υστερική» είδα, με ξενισμένη, α λα Λευτέρης Βογιατζής, εκφορά του λόγου, που δεν τη δικαιολόγησα, με σπασμωδική κίνηση του Χορού, μ’ ενδιαφέρον το σκηνικό της Εύας Μανιδάκη κι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα τη μουσική του Γιώργου Πούλιου αλλά με κοστούμια που μου φάνηκαν πρόχειρα και με το διονυσιασμό του Χορού στο τέλος -το τι σκόνη φάγαμε…- εντελώς αδικαιολόγητο -ή, ίσως, δικαιολογημένο, μόνο και μόνο, για να εκμαιεύσει, ως άκριτα εντυπωσιοθηρικός, το χειροκρότημα… Και μ’ έναν 

σφιγμένο Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο -ηθοποιό καλό-, οδηγημένο να χτυπιέται, να ξελαρυγγιάζεται, να κινείται σαν ανδρείκελο, με στρεβλωμένο σώμα, με μούτες και -κυρίως- με μια -ανυπόφορη για μένα- μονοτονία στην εκφορά του λόγου -απ’ την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή, ΟΛΑ, στον ίδιο τόνο. Και με θαμπή κι υποβαθμισμένη την Άλκηστη της - επίσης καλής ηθοποιού- Κίττυς Παϊταζόγλου.

Μόνο τον Γιάννη Φέρτη -Φέρη αξιοθαύμαστα στιβαρό κι αποτελεσματικό παρά τα 79 (προς 80) χρόνια του- ξεχώρισα, τον Σωτήρη Τσακομίδη-Θάνατο και τον, μεταξύ κομέντια και κλόουν και Τζόκερ του «Μπάτμαν», Ηρακλή του Δημήτρη
Παπανικολάου- όχι, όμως, στην τελευταία σκηνή του. Καθόλου δε γέλασα, κουράστηκα, εκνευρίστηκα με τα ξεφωνητά -αυτό το συνεχές «τελάλημα» του κειμένου από φωνές τσιτωμένες έως εκεί που δεν παίρνει και παράτονες-, αφήστε που εκείνη την κακομεταχείριση, το σούρσιμο του σώματος της Άλκηστης-Κίττυς Παϊταζόγλου το βρήκα βάναυσο -όλα έχουν ένα όριο.
Αλλά, βέβαια, δε θ’ αρνηθώ τα γέλια, το θερμό χειροκρότημα, τα «μπράβο» του κοινού -η παράσταση άρεσε. Ούτε θ’ αγνοήσω τις θετικές έως υμνητικές κριτικές και γνώμες που διάβασα. Στη μειοψηφία, πάλι, βρίσκομαι… (Φωτογραφίες: Πάτροκλος Σκαφίδας).
(Η ανάλυση, πάντως, του Βάιου Λιάπη στο χορταστικό και με καλές επιλογές πρόγραμμα για έργο/παράσταση πολύ σαφής κι ενδιαφέρουσα).


Μα 80 (ογδόντα) θίασοι; Κι οι 80 άξιοι να επιχορηγηθούν; Μα τόσοι πολλοί; Απ’ τους 166 που κάνανε αίτηση; Οι μισοί; Νόμιζα πως η επαναφορά, απ την υπουργό Λυδία Κονιόρδου, του θεσμού των επιχορηγήσεων, μετά από εξάχρονη παύση και με δεδομένο την αξιόλογη επιτροπή, θα οδηγούσε σε μια ριζική επανεκτίμηση, σε μια ουσιαστική επανεξέταση και σ’ ένα εκ βάθρων ξανακοίταγμα του θεσμού. Διαψεύστηκα. Πανηγυρικά. Η αγρανάπαυση δεν απέδωσε. 
Τα πράγματα κουκουλώθηκαν όπως-όπως κι οι επιχορηγήσεις μοιράστηκαν, όπως τον παλιό, καλό καιρό -μια απ’ τα ίδια-, επί δικαίους και αδίκους, με τη μορφή ελεημοσύνης. 
Φανταστείτε, μόνον, πως στους δέκα -απ’ τους 80 (ογδόντα) επιχορηγηθέντες θιάσους- πετάχτηκε ένα κόκαλο των 5.000 ευρώ στον καθένα! Κι οι ελεηθέντες -απ’ το ολότελα καλή κι η Παναγιώταινα, σου λέει- δείχνουν ικανοποιημένοι. Και κανείς τους δε βγαίνει να πει: ο βασιλιάς είναι γυμνός. Κρίμα. 




Στη μειοψηφία βρέθηκα και με τον «Κύκλωπα» του Παντελή Δεντάκη και του Φεστιβάλ Επιδαύρου -στο «Μικρό Θέατρο». Σατυρικό το -εξαίρετα μεταφρασμένο απ’ τον Παντελή Μπουκάλα- δράμα του Ευριπίδη, όλα επιτρέπονται, το ερμαφρόδιτο του Σιληνού και των Σατύρων του Χορού αντιληπτό, δεν αντιλήφθηκα, όμως, τον αποχρώντα λόγο για τον οποίο η -αποκλειστικά- αντρική διανομή του έργου μεταποιήθηκε σε -αποκλειστικά- γυναικεία. Κι ας ήταν καλές οι ηθοποιοί της διανομής αυτής -με καλύτερη, νομίζω, την Άννα Καλαϊτζίδου-Οδυσσέα. 
Δεν κατάλαβα, επίσης, όλον τον προαγώνα της παράστασης με «σάουντρακ» τραγούδια του Γιάννη Καλατζή- homage στον πρόσφατα εκλιπόντα τραγουδιστή ήταν; Ούτε, γιατί, ενώ το ύφος ήταν γκροτέσκο, ανακατεύτηκαν -χωρίς να ισορροπούν, κατά τη γνώμη μου- δραματικά στοιχεία, κατάλαβα. Και γιατί να κλείσει η παράσταση με το θρήνο -εξαιρετικά ερμηνευμένο απ’ την Στεφανία

Γουλιώτη- του -χωρίς ελπίδα ερωτευμένου με την Γαλάτεια- Κύκλωπα απ’ τα «Ειδύλλια» του Θεόκριτου; Ναι, του Κύκλωπα είναι ο θρήνος, ήρωα και του έργου, αλλά με το ύφος της παράστασης πώς έδενε; Κι ακόμα περισσότερο πώς έδεναν με το θρήνο τα πυροτεχνήματα που εκτοξεύτηκαν, καπάκι με τη λήξη του, για φινάλε; Αφήστε που το όλον κάπως σε μουτζούρα -συντελούντων σκηνικών και κοστουμιών- μου ’φερε…
Αλλά η πλειοψηφία -και των φίλων μου που μαζί είδαμε την παράσταση- πολύ ευχαριστήθηκε. Άλλα, προφανώς, εισέπραξε. Κρίμα να μην τα εισπράξω κι εγώ (Φωτογραφίες: Κική Παπαδοπούλου). 




Στην κατά Αριστοφάνη «Ειρήνη», μουσική παράσταση του Νίκου Κυπουργού, όμως, που την είδα, το ίδιο διήμερο, στο μεγάλο θέατρο, απ’ το Εθνικό, μπορεί να μην απογειώθηκα αλλά δεν έφυγα και δυσαρεστημένος. Ντυμένη με μουσικές αγαπησιάρικες, που ακολουθούν τη λυρική γραμμή των «Ορνίθων» του Χατζιδάκι κι όχι νεότερων προσπαθειών που είδαν περισσότερο τον «αγωνιστικό», τον πολιτικό, τον «έθνικ» Αριστοφάνη και λιγότερο τον λυρικό, με πολλά κλεισίματα του ματιού απ’ τον Κυπουργό προς άλλους, παλαιότερους, ομοτέχνους του -κάποτε πολύ συγκινητικά-, καλά προετοιμασμένη μουσικά, στημένη με μέτρο απ’ τον Κωνσταντίνο Αρβανιτάκη, η παράσταση έμοιαζε, στην πρεμιέρα της, τουλάχιστον, που είδα, να μην έχει δεθεί ακόμα.
Νομίζω ότι όλα ξεκινούσαν απ’ τον Τζίμη Πανούση-Τρυγαίο. Μετρημένος, περισσότερο Τρυγαίος παρά Πανούσης, στερούνταν, όμως, τον αέρα του θεάτρου -κι ας είναι χρόνια στο σανίδι αλλά «αλλιώς»- και, περισσότερο, της Επιδαύρου. Όταν έριχνε τις ατάκες του με τον τρόπο του, τον πονηρούτσικο, τον υποδόριο, τον «ύπουλο» ήταν πολύ καλός αλλά, μετά, σα να ’χανε την ενέργειά του, σα να «’πεφτε». Κι αυτό απορρύθμιζε το αποτέλεσμα. Με κάτι αψυχολόγητες παύσεις -ίσως η παράσταση δεν ήταν ακόμα 


έτοιμη-, με το Χορό να τον ακολουθεί με ένταση, με τον Ερμή-Τάση Χριστογιαννόπουλο σε ακόμα μεγαλύτερη ένταση και με φωνάρα -τελικά κλέβει την παράσταση-, οι ρυθμοί χάνονταν. Θέλω να πιστεύω ότι στις επόμενες παραστάσεις οι σωστοί ρυθμοί θα βρεθούν κι η παράσταση θα δεθεί και θα συνέλθει.
Στα συν, πάντως, και η πολύ καλή δουλεία του Στάθη Μήτσιου στην εικονική σκηνογραφία/3D projection mapping που γέμισε διαφορετικά το χώρο μαζί με τους φωτισμούς του Αλέκου Αναστασίου, και τα ελκυστικά κοστούμια σε λευκό -και λίγο μαύρο- της Ελένης Μανωλοπούλου, 
και η δυναμική του Αιμιλιανού Σταματάκη-Πόλεμου (την Ειρήνη Καράγιαννη-Ειρήνη σαν, κάπως, να την κατάπιε ο χώρος), και η δουλειά ηθοποιών σε μικρότερους ρόλους -σκίζουν η Ευγγελία Καρακατσάνη και, κυρίως, ο Νίκος Καρδώνης-, και η υπό τον Γιώργο Πέτρου «Καμεράτα-Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής», και ο καλά δουλεμένος φωνητικά Χορός. Και, κυρίως, το λιμπρέτο του Δημοσθένη Παπαμάρκου. Το βρήκα εξαιρετικό (Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή).



Η προς Ναυπακτίους (-τιώτες) επιστολή της Ισαποστόλου Μαργαρίτας Θεοδωράκη εν ονόματι του Κυρίου Ημών Μίκη -περί ακύρωσης της συναυλίας της Λαϊκής Ορχήστρας «Μίκης Θεοδωράκης» στο Κάστρο του Αντιρρίου-, συνοδευόμενη απ’ το μνημειώδες, συναρπαστικό σχετικό φωτογραφικό κολάζ, θα μπορούσε άνετα να ενταχθεί σε μια επιθεώρηση, αν η θεατροποίησή της σε δραματικό μονόλογο δεν ήταν αυτονόητη…
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…



Κορακιάσαμε στην Επίδαυρο, στο «Μικρό Θέατρο», στην «Μήδεια» του Δημήτρη Καρατζά -επαναλαμβάνεται, στο «Πορεία» του Δημήτρη Τάρλοου, πια, 5 με 17 Σεπτεμβρίου και νομίζω ότι καθόλου δε θα χάσει, δεν είχε εξαρτήσεις η παράσταση απ’ το χώρο όπου πρωτοπαίχτηκε, να τη δείτε!-, όπως σας έγραφα, στις 5 Ιουλίου, στο «Τέταρτο Κουδούνι» (Φωτογραφία: Nikko Patrelakis). Καθώς, αν και με βαρβάτο καύσωνα, στο θέατρο δεν υπήρχε κρύο νερό παρά μόνο χλιαρό, από έναν μίζερο ψύκτη. Στον «Κύκλωπα», όμως, το μηχάνημα που δίνει μπουκαλάκια με νερό κρύο ήταν εκεί. Εκεί ήταν, απ’ ό,τι έμαθα, ήδη απ’ τη δεύτερη φετινή παράσταση -το «Πυρ» της Ιώς Βουλγαράκη- που δεν την είδα, πώς να τα προλάβω όλα; Είχε μεριμνήσει η Βαρβάρα Λαζαρίδου, από φέτος υπεύθυνη όχι μόνο του Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου αλλά και του «Μικρού Θεάτρου» της Αρχαίας Επιδαύρου -αμ’ κι αυτό το μπέρδεμα με τα ονόματα των δυο θεάτρων για εντελώς ανόητους τοπικιστικούς λόγους…


Διάβασα σε ιστότοπο άρθρο με τίτλο «Όταν η Επίδαυρος γιούχαρε τον Κουν, τον Χουβαρδά και τον Μαρμαρινό…». Να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους. Το κοινό, ναι, γιούχαρε τους «Όρνιθες» του Κουν αλλά στο Ηρώδειο, το 1959 (κι όχι το 1957), ποτέ στην Επίδαυρο. Στην Επίδαυρο -όπου ΤΟΤΕ πρωτομπήκε το 
«Θέατρο Τέχνης»-, το ’75, τους αποθέωσε. Για να μη σας πω τι έγινε το ’86, στην τελευταία αναβίωση απ’ τον ίδιο το Δάσκαλο… Αλλά και το ’88, στην αναβίωση, μετά το θάνατό Του, απ’ τον Γιώργο Λαζάνη και τον Μίμη Κουγιουμτζή. Κι η «Ηλέκτρα» του Μαρμαρινού είχε γελάκια, είχε αναταραχή αλλά ΔΕΝ γιουχαΐστηκε. Και καθόλου «τα τελευταία χρόνια δεν εκδηλώνονται γιουχαΐσματα και αποδοκιμασίες στην Επίδαυρο». Γιουχαΐστηκαν ο «Οιδίπους τύραννος» του Στούρουα το 1989, γιουχαΐστηκαν οι «Βάκχες» του Λάγκχοφ το 1997, το 2008 γιουχαΐστηκε -κι αν γιουχαΐστηκε…- η «Μήδεια» του Βασίλιεφ αλλά κι ο «Αγαμέμνων» της Μπρούσκου, το 2009 γιουχαΐστηκαν οι «Πέρσες» του Γκότσεφ… 
Κανείς δεν μπορεί να ’χει δει όλες τις παραστάσεις ενός Φεστιβάλ 63 χρόνων και να ’ναι αυτόπτης μάρτυς. Αλλά καλό είναι, όταν πιάνουμε ένα θέμα, λίγο να το ψάχνουμε… 




Το αλήστου μνήμης κανάλι SevenX, εκεί, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, που πρόβαλε καμιά δεκαπενταριά -εξαιρετικές αλλά το πολύ το «Κύριε ελέησον»…- ταινίες και ξανά και ξανά και ξανά, έχει αρχίσει να μου θυμίζει το Action24. Ξανά-μανά τα ίδια φιλμ. Ε, πόσες φορές να τη δεις την «Στράντα» του Φελίνι; Και πόσες την «Καμπίρια»;
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…


Κατηφόριζα στην Επίδαυρο, μετά τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» των Σταύρου Τσακίρη-Κώστα Καζάκου-Δημήτρη Λιγνάδη, για το πάρκινγκ. Στο οίκημα του «Ξενία», που φιλοξενούσε για κάποια χρόνια μέρος της συλλογής του -αλήστου μνήμης, τι ντροπή!- Θεατρικού Μουσείου σχετιζόμενο με την Επίδαυρο, άκουσα τις φωνούλες. Και μπήκα: μια ομάδα παιδάκια μαζεμένα, να… ξεφαντώνουν με ειδικευμένους παιδαγωγούς. 
Ήταν η δημιουργική απασχόληση παιδιών κατά τη διάρκεια της παράστασης που παρακολουθούν οι γονείς ή οι κηδεμόνες τους οι οποίοι μπορούν να τα εμπιστευτούν εκεί και να τα παραλάβουν μετά τη λήξη της. Η -αξιέπαινη και πολύ αποτελεσματική- δράση/εργαστήριο που το Φεστιβάλ καθιέρωσε από πέρσι, με πρωτεργάτρια την ειδικευμένη και με πείρα θεατρολόγο Τζωρτζίνα Κακουδάκη. Και που απευθύνεται σε παιδιά 4 έως 12 ετών.
Η θεματική των εργαστηρίων -θεάτρου, κίνησης, μουσικής, εικαστικών- εμπνέεται απ’ τα θέματα της εκάστοτε παράστασης, μ’ ενότητες χωρισμένες και διαμορφωμένες ανάλογα με το γνωστικό και ηλικιακό επίπεδο των παιδιών, έτσι ώστε να λειτουργεί το εργαστήριο ως μια γέφυρα επικοινωνίας, μέσω της οποίας κηδεμόνες και παιδιά μπορούν να μοιραστούν, μέσα απ’ το δικό τους φίλτρο, τα θέματα της παράστασης που παίζεται στο θέατρο.
Έκτοτε, κάθε φορά που περνώ από ’κει, μετά το τέλος της κάθε παράστασης, στήνω αυτί και μάτι κι ευφραίνομαι.



Αν είσαι εκδότης κι έχεις προσλάβει -και πρόσφατα μάλιστα- στο έντυπό σου μια δόκιμη κριτικό θεάτρου, που, συμφωνείς, διαφωνείς, ξέρεις ότι ΞΕΡΕΙ κι ότι ξέρει ΠΟΛΥ ΚΑΛΑ, ε, δεν κάθεσαι να γράψεις, πρώτος, για την παράσταση που είδες -και που είδε κι εκείνη και για την οποία πρόκειται να γράψει κριτική στο ΙΔΙΟ έντυπο- έναν ύμνο. Με διάφορες -καθόλου πειστικές- δικαιολογίες για το λόγο που το κάνεις και με φερετζέδες και με υστερόγραφο «τώρα περιμένω και την κριτική τής ……. Που ασφαλώς θα είναι πιο σαφής και έγκυρη από τις ανωτέρω εντυπώσεις» (!!!). Δηλαδή όχι ύμνο αλλά τίποτα δε γράφεις. Διότι είναι, τουλάχιστον, άκομψο. ΤΙ επιδιώκεις; Να την προλάβεις -τούκα πρω; Να την προκαταλάβεις; Να την επηρεάσεις; Να τη φέρεις σε δύσκολη θέση που, έτσι κι αλλιώς, την έφερες; Να φανείς εξυπνότερος; Πάντως, ό,τι κι αν επιδιώκεις, φάουλ είσαι. Και παραπέμπεις ακριβώς σ’ ό,τι και σ’ όσους έκραζες μέχρι τώρα. Και σ’ εποχές που νομίζαμε ότι τις έχουμε αφήσει πίσω μας.



Μνήμη, αυτό ο «Τέταρτο Κουδούνι», Λεωνίδα Λιακόπουλου που φυγε απ’ τη ζωή στις 17 Ιουλίου. Στο μυαλό μου -στο μυαλό όλων μας-, άρρηκτα δεμένος -όπως κι όλη του η οικογένεια- με το Φεστιβάλ Επιδαύρου. Ας ειν’ αναπαυμένος. Θα τον θυμάμαι.