Αναζητώντας το βαριετέ: από το καρναβαλικό στα νούτικα και στο Μπουρανί

που παρωδούν, που καταγγέλλουν, που στιγματίζουν τα πολιτιστικά μας, κυρίως, πράγματα -από τις εκπομπές της τηλεόρασης μέχρι τις μεταδραματικές παραστάσεις, από το «κίνημα» Κιτσοπούλου μέχρι το «Survivor» και τα εστιατόρια με την εξαιρετικά προχωρημένη κουζίνα-, χωρίς να αφήνουν απ’ έξω το πολιτικό, το κοινωνικό, το σεξουαλικό γίγνεσθαι, απολύτως ελληνικά αλλά διανθισμένα με αγγλόφωνα σύγχρονα τραγούδια -ο κομφερανσιέ/ντιζέρ- και με ύφος, κάποια στιγμή, α λα Ταραντίνο. Εν ολίγοις, ο εθνικός μας
αχταρμάς. Μία παράσταση στημένη σε μικρή σκηνή με μπούκα α λα 19ος αιώνας -θυμήθηκα τη σωζόμενη (άραγε σώζεται ακόμα;…) μπούκα ενός απ’ τα παριλίσσια θεατράκια του τέλους του παρελθόντος αιώνα, εκεί, στο άνοιγμα της Αποστόλου Παύλου απ’ την Αμαλίας, απέναντι από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός)- και με διπλή αυλαία, επί σκηνής «Ολύμπια», με πασαρέλα που προβάλλεται από τη σκηνή και χώνεται στην τάφρο της ορχήστρας, με τετραμελή -με καρναβαλικές μάσκες,

μέτρο… Από την άλλη, όμως, ο σκηνοθέτης Κακάλας που υπογράφει και τη σύνθεση των κειμένων, με οξύτητα, που ποτέ όμως δεν γίνεται αντιπαθητική, για μένα τουλάχιστον, κατεδαφίζει με «ύπουλο» τρόπο το πολιτιστικό μας -και όχι μόνο…- οικοδόμημα και μάλιστα αυτοσαρκαζόμενος -κάθε τόσο μιλάει για την αρπαχτή που ετοίμασαν για το Φεστιβάλ. Ανατρέχοντας στα
καρναβάλια, στις διονυσιακές γιορτές, στο «άσεμνο» Μπουρανί του Τυρνάβου -το νούμερο με τους μάγειρους με τους φαλλούς, που εκσπερματώνουν, αυνανιζόμενοι, πάνω στο κέικ που ετοιμάζουν… Και καταλήγοντας, με οργή, για τις μύγες που φτάνουν, τελικά, στα (πολιτιστικά) σκατά και με ένα βροντερό «στ’ αρχίδια μου». Το νούμερο «Η αλήθεια της Λίτσας», όπου επαναφέρει στη σκηνή την απολαυστική Λίτσα, ηρωίδα στο «Λιωμένο βούτυρο» του Σάκη Σερέφα, που ανέβασε πριν από χρόνια για το Εθνικό Θέατρο, να έχει πια τηλεοπτική εκπομπή «Η αλήθεια της Λίτσας», στην οποία καλεί τηλεοπτικές «προσωπικότητες» -στη δεδομένη περίπτωση τον Κλέωνα 

Γρηγοριάδη- που «εξομολογούνται» τη ζωή τους, σπαρταριστό, με την ατάκα για τον άντρα με τα μαύρα δερμάτινα και τις μπότες στο πλοίο των διακοπών, Αύγουστο μήνα, με 42 βαθμούς, που «ίσως θα ήταν ο Μιχαήλ Μαρμαρινός αλλά δεν ήταν γιατί μιλούσε κανονικά», να σε ρίχνει κάτω από τα γέλια. Το παιχνίδι με το κοινό, τα παρεΐστικα κλεισίματα του ματιού, το κατέβασμα στην πλατεία, όσο κι αν θεωρηθούν «εσωτερικά» ή φτηνά αστεία, είναι όλα αντλημένα από τις λαϊκές παραστάσεις βαριετέ και επιθεώρησης -και είναι απορίας άξιο πώς ο Σίμος Κακάλας, που

No comments:
Post a Comment