December 4, 2019

Στο Φτερό / Το όνομά του είναι Γυναίκα ή Για ένα πουκάμισο αδειανό, για έναν Σταυρό...



«Υπάρχει Θεός, το όνομά της είναι Πετρούνια» / Σκηνοθεσία: Τεόνα Στρούγκαρ Μίτεβσκα

Στον Lj, στον Unko, στην Βένα.


Η Πετρούνια είναι στα 32. Με περισσευούμενα κιλά. Ανύπαντρη. Χωρίς σχέση. Έχει τελειώσει το πανεπιστήμιο -είναι ιστορικός. Αλλά άνεργη. Ζει στο Στιπ -μία μεσαία πόλη της Βόρειας Μακεδονίας. Με τους γονείς της -την αφόρητα καταπιεστική μάνα της και τον πατέρα της που της συμπαραστέκεται. Την ημέρα της γιορτής των Φώτων, καθώς, απογοητευμένη, απελπισμένη, γυρίζει σπίτι της, αφού, «καλλωπισμένη» και με δανεισμένο από μία φίλη 
της ένα «ευπρεπές» φόρεμα, έχει περάσει, και μάλιστα συστημένη από μία φίλη της μητέρας της, μία ταπεινωτική, προσβλητική ακρόαση για γραμματέας, όπου το «αφεντικό» της μίλησε με τον πιο απαξιωτικό και χυδαίο τρόπο και της έβαλε και χέρι, αν και της δήλωσε ότι «δεν θα τη γαμούσε ποτέ», πέφτει, τυχαία, στην παραδοσιακή εκκλησιαστική τελετή της ρίψης του Σταυρού στον 
Μπρεγκάλνιτσα, το ποτάμι που διασχίζει το Στιπ. Μία πολυπληθής ομάδα από αλητάμπουρες, χρυσαυγίτικης νοοτροπίας, είναι μαζεμένη στην όχθη του ποταμιού -έτοιμοι να πέσουν, κατά το έθιμο, στο νερό για να πιάσουν το Σταυρό, για την καλή τύχη της χρονιάς. Αλλά, όταν ο παπάς ρίχνει το Σταυρό, η Πετρούνια -τυχαία; Συνειδητά; Απεγνωσμένα;- βρίσκεται κι αυτή στο νερό. Με τα ρούχα. Και πιάνει το Σταυρό. Οι νεαροί την προγκάρουν -πώς τόλμησε;-, της ορμούν, της τον παίρνουν
από τα χέρια, τελικά τον παίρνει ο παπάς και της τον δίνει -εκείνη είναι που τον δικαιούται. Η Πετρούνια εξαφανίζεται. Την κατηγορούν ότι έκλεψε το Σταυρό. Ξεσηκώνονται. Σκάνδαλο στο Στιπ: πώς είναι δυνατόν μία γυναίκα να καταπατάει τον κανόνα,
την παράδοση; Στο ποτάμι, για το Σταυρό, μόνον άντρες πέφτουν. Θέμα στις ειδήσεις της τηλεόρασης! Η Σλάβιτσα, μία τηλεοπτική δημοσιογράφος, φτάνει από τα Σκόπια για να καλύψει το θέμα -η Πετρούνια θα αρνηθεί να της μιλήσει, βρίσκει, όμως, άλλους πρόθυμους... Η αστυνομία ανακαλύπτει την Πετρούνια και 
την οδηγεί στο αστυνομικό Τμήμα. Την ανακρίνουν, την πιέζουν, πιέζουν τον παπά να την καταγγείλει, εκείνος αρνείται αλλά προσπαθεί, με τον τρόπο του να την πείσει να επιστρέψει το Σταυρό, ο διοικητής με δόλο της τον παίρνει και τον κρύβει. Οι αλητάμπουρες-χρυσαυγίτες μαζεύονται έξω από το Τμήμα και απαιτούν να τους δώσει το Σταυρό, κάνουν επεισόδια. Η αστυνομία είναι
υποχρεωμένη, καθώς η κοπέλα δεν έχει παραβεί νόμο ούτε καταγγελία υπάρχει και δεν μπορεί να τη συλλάβει, να της επιστρέψει τον Σταυρό και να την αφήσει ελεύθερη. Μόλις βγει οι αλήτες της επιτίθενται, την καταβρέχουν, έτοιμοι να τη λιντσάρουν είναι. Οι αστυνομικοί τη φυγαδεύουν στο πολιορκημένο από τον όχλο Τμήμα, όπου εγκλωβίζεται. Αλλά η Πετρούνια, το προβληματικό άτομο
που ήταν, μέσα από την περιπέτεια αυτή θα ανακαλύψει τον πραγματικό εαυτό της: μία ώριμη, αποφασιστική, αυτόβουλη, αυτοδύναμη γυναίκα. Που φαίνεται ότι βρίσκει και τον έρωτα στο πρόσωπο ενός νεαρού αστυνομικού, διαφορετικού από τους

άλλους, που της δείχνει νοιάξιμο, στοργή. Δεν χρειάζεται πια το Σταυρό -ποτέ δεν τον χρειαζόταν. Η Τεόνα Στρούγκαρ Μίτεβσκα από την Βόρεια Μακεδονία, πάνω σε ένα καλοδουλεμένο, προσεγμένο στις λεπτομέρειες, εξαιρετικό σενάριο, με έξυπνες υποπλοκές που πλέκουν δεξιοτεχνικά τον ιστό του, σενάριο το οποίο συνυπογράφει η ίδια με την Βόσνια
Έλμα Τατάρατζιτς, στο «Υπάρχει Θεός, το όνομά της είναι Πετρούνια» («Gospod postoi, imeto i’ e Petrunija», 2019), που μόλις τιμήθηκε με το Βραβείο «Lux» του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για το 2019, έχει συνθέσει μία συγκλονιστική φεμινιστική, με την καλύτερη 
έννοια της λέξης ταινία, μία πολιτική ταινία που καθόλου δεν φοβάται να δείξει τη σήψη της κοινωνίας όπου ζει -πολιτική, Εκκλησία, δικαστική εξουσία, αστυνομία, Μέσα Ενημέρωσης... Με λεπτά μέσα -τα γκράφιτι στους τοίχους για το απελθόν(;) VMRO του Γκρούεβσκι, μία αφίσα υποψήφιου, οι χοντρές βρισιές για τα κανάλια με τις οποίες λούζει τη δημοσιογράφο μία κυρία, στο δρόμο, «απαντώντας» σε ερώτησή της, νύξεις, πινελιές... Και με σατιρική διάθεση -μία μελαγχολική σάτιρα, με πολύ χιούμορ, 
είναι η ταινία. Οι απαντήσεις της Πετρούνια στις ερωτήσεις του αστυνομικού που την ανακρίνει «είστε θρησκευόμενη;», «εσείς είστε γκέι;» και -αυτή που μας ενδιαφέρει άμεσα- «ποια περίοδος της ιστορίας σάς ενδιαφέρει ως ιστορικό; Η εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου υποθέτω;», «όχι, η Κινέζικη Επανάσταση» είναι απολαυστικές, σπαρταριστές. Στο τέλος, η σκηνοθέτρια δεν διστάζει, μέσω της ρεπόρτερ, να μιλήσει ευθέως για «μία χώρα, μία κοινωνία που βρίσκεται ακόμα στον Μεσαίωνα». Έβλεπα την ταινία και διαπίστωνα, για άλλη μία φορά, πόσο κοντά βρίσκεται η δική μας κοινωνία με τους γείτονες που τόσο υποτιμούμε... Βέβαια, το αποτέλεσμα δεν θα ήταν το ίδιο αν η Τεόνα Στρούγκαρ Μίτεβσκα δεν είχε επιλέξει για το ρόλο της Πετρούνια την Ζόριτσα Νούσεβα. Δεν είναι μόνο το εξαιρετικό κάστινγκ για το ρόλο, δεν είναι μόνο η προφανής ικανότητά της να διδάξει ηθοποιούς, είναι καθαυτή η ερμηνεία της Ζόριτσα Νούσεβιτς: πώς σταδιακά, βήμα-βήμα, η ηθοποιός δείχνει την 

Πετρούνια της από φοβισμένο, πληγωμένο, ατίθασο, προβληματικό άτομο να συνειδητοποιείται μέσα από το γεγονός, να βλέπει καθαρά γύρω της αυτά που έβλεπε αλλά την πλήγωναν, να 

αντιμετωπίζει κατά μέτωπον αυτά που την τρόμαζαν και την θύμωναν, να ωριμάζει, να συγχωρεί, να κατανοεί χωρίς να ξεχνάει -όταν αγκαλιάζει στο τέλος την ανυπόφορη μάνα της-, να μεταμορφώνεται από κατατρεγμένο πλάσμα σε Γυναίκα και το τρομαγμένο βλέμμα της να γίνεται πλατύ χαμόγελο αυτοπεποίθησης, σιγουριάς, ελπίδας και αισιοδοξίας για το μέλλον -ΜΠΟΡΕΙ πια. Το βλέμμα της Ζόριτσα Νούσεβιτς -της Πετρούνια, γιατί η ηθοποιός ταυτίζεται, γίνεται ένα με το ρόλο- τόσο, μα τόσο εκφραστικό, μιλάει. Μία σπουδαία ερμηνεία. Θα με ακολουθεί.
Πλάι της, αντίβαρο, η Λαμπίνα Μίτεβσκα, εξαίρετη ηθοποιός δίνει τη δημοσιογράφο Σλάβιτσα, με τα δικά της προβλήματα, άψογα, με λεπτό τρόπο: η τσίχλα που μασάει συνέχεια, ο ναρκισσισμός, η φιλοδοξία, η συνειδητοποίηση, εντέλει, πλάι στην Πετρούνια και η συμπαράστασή της έχουν, επίσης, μία κλιμάκωση υποδειγματική. Πολύ καλοί κι ο Στέφαν Βούγισιτς στο ρόλο του νεαρού αστυνομικού Ντάρκο που συντρέχει την Πετρούνια -η σκηνή που 
της ρίχνει το μπουφάν του για να μην κρυώνει, όταν οι αλήτες την μπουγελώνουν, από τις πιο τρυφερές-, όπως και οι άλλοι ηθοποιοί, όλοι -οι βασικοί, τουλάχιστον- από την Βόρεια Μακεδονία. Δεν είναι μία μεγάλη ταινία το «Υπάρχει Θεός, το όνομά της είναι Πετρούνια». Είναι μία ταινία καρδιάς. Από αυτές που μένουν -σ’ εμένα τουλάχιστον μένουν- βαθιά μέσα σου. Μία ουσιαστικά φεμινιστική ταινία, ένας ύμνος, καθόλου φωναχτός, καθόλου επιδεικτικός, στη Γυναίκα. Ειδικά στην βαλκάνια Γυναίκα. Που κάνει θαρραλέα βήματα -έστω μέσα στο χιόνι, όπως στο αξέχαστο

φινάλε της- προς την απελευθέρωση και την ισοτιμία. Και χρειάζεται να κάνει πολλά ακόμη. Δεν είναι τυχαίο ότι γυναίκες είναι οι βασικές δημιουργοί της ταινίας: σκηνοθέτρια, σεναριογράφοι, οι δύο βασικές πρωταγωνίστριες. Λάτρεψα την ταινία αυτή. Και με συγκίνησε βαθιά. Σας τη συνιστώ με το χέρι στην καρδιά.

Κινηματογράφος «Άστυ», 3 Δεκεμβρίου 2019.

December 1, 2019

Στο Φτερό / Όταν ο Ρήγος έσμιξε αρμονικά με τον Χατζιδάκι



«Χορός με τη σκιά μου» / Χορογραφία: Κωνσταντίνος Ρήγος. Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις 


Τέσσερις κύκλους -τραγουδιών ή σουίτες-, από τους εκλεκτούς του Μάνου Χατζιδάκι, επέλεξε για να χορογραφήσει, κάτω από τον γενικό τίτλο «Χορός με τη σκιά μου», για το Μπαλέτο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, του οποίου έχει την καλλιτεχνική διεύθυνση, ο
Κωνσταντίνος Ρήγος. Και βρέθηκε στην καλύτερη, την πιο εμπνευσμένη, κατά τη γνώμη μου, στιγμή του εδώ και πολλά χρόνια. Ο Κωνσταντίνος Ρήγος, που επιμελήθηκε, με συνεργάτρια την αρχιτέκτονα Μαίρη Τσαγκάρη, και το ενιαίο αλλά μεταβαλλόμενο σκηνικό -ένας μεγάλος, «τσιμεντένιος» χώρος, ένα τεράστιο «δωμάτιο» που αναπροσαρμόζεται, αναμορφώνεται, με την προσθήκη λίγων, κάθε φορά, στοιχείων,
σε κάθε μέρος του τετράπτυχου-, έξυπνα χώρισε το τετράπτυχο αυτό σε τέσσερα «κεφάλαια», ένα για κάθε κύκλο -με ταιριαστούς τίτλους τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα: «Βορράς» για τον «Κύκλο του C.N.S.», «Νότος» για τον «Καπετάν Μιχάλη», «Ανατολή» για «Το καταραμένο φίδι» και «Δύση» για «Το χαμόγελο της Τζοκόντας». Και οδήγησε την κίνηση να κυλήσει αρμονικά με τις μουσικές του Μάνου Χατζιδάκι και τους

ρυθμούς τους -μία εξαιρετική ροή-, ανατρέχοντας, περισσότερο από άλλοτε, στις ρίζες, στα πατήματα, στο ύφος του κλασικού μπαλέτου αλλά γόνιμα, όπως διαμορφώνονται μέσα από την 
εξέλιξη του σύγχρονου χορού: μελαγχολική, ελεγειακή η ατμόσφαιρα -μία έρημη χώρα- στον «Κύκλο του C.N.S.» (έργο 8, σε ποίηση του συνθέτη, 1953, πρώτη παρουσίαση 1959), σφριγηλή 

και διονυσιακή στον «Καπετάν Μιχάλη» (έργο 24, μουσική για το ανέβασμα της διασκευής των Γεράσιμου Σταύρου -στον οποίο ανήκουν και οι στίχοι-, και Κώστα Κοτζιά στο μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη, από το «Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο» του Μάνου 

Κατράκη, σε σκηνοθεσία του, 1966), φελινική και μακριά από το φολκλόρ αλλά χωρίς να αποσκορακίζει την παράδοση στο «Καταραμένο φίδι» (έργο 6, σε στίχους Ευγένιου Σπαθάρη, Αλέξη Σολομού, 1950, πρώτη παρουσίαση 1951, από το «Ελληνικό 

Χορόδραμα» της Ραλλούς Μάνου, σε χορογραφία της), ιδιόμορφη, ιδιαίτερη στο «Χαμόγελο της Τζοκόντας» (έργο 22, 1964, πρώτη ηχογράφηση 1965) -στα δύο τελευταία μέρη ο χορογράφος γίνεται πιο προσωπικός αλλά χωρίς ποτέ να ξεφύγει από τη χατζιδακική
μουσική έκφραση ή να την ανατρέψει. Ο Κωνσταντίνος Ρήγος με τους συνεργάτες του έχει δημιουργήσει ένα συναρπαστικό σύμπαν, με έξυπνα αλλά ποτέ επιδεικτικά ευρήματα. Τα έξοχα, λειτουργικότατα και καθόλου εκ περισσού, όπως συχνά συμβαίνει, βίντεο του Βασίλη Κεχαγιά, οι καίριοι φωτισμοί του Χρήστου Τζιόγκα και, κυρίως, τα κοστούμια των Deux Hommes είναι παράγοντες αποφασιστικοί για το αποτέλεσμα. Οι Deux Hommes δεν δημιούργησαν, απλώς, λαμπερά κοστούμια με εξαιρετικό γούστο -κομμάτια συλλεκτικά. Δημιούργησαν 
κοστούμια για χορό, με μαλακά, βασικά, υφάσματα, κοστούμια που συμπλέουν με τα σώματα και την κίνηση, που αναδεικνύουν την κίνηση, που ενισχύουν την ατμόσφαιρα των χορογραφιών. Και αν στο «Καταραμένο φίδι», αρχικά, μου φάνηκαν κάπως επιδεικτικά, τελικά με κέρδισαν. Ο Λουκάς Καρυτινός, άριστος γνώστης του χατζιδακικού ύφους, βάζει το λιθαράκι του διευθύνοντας το μουσικό σύνολο με μέτρο και σύνεση αλλά εκείνος που διαπρέπει είναι ο βαρύτονος Διονύσης
Σούρμπης. Οργανικά ενσωματωμένος στην παράσταση και αφήνοντας κατά μέρος την όπερα και την ποσταρισμένη φωνή και το στόμφο που, συχνά, υπεισέρχεται, όταν τραγουδιστές της όπερας τραγουδούν τραγούδια αυτού του ύφους, ανακαλύπτει την ψίχα του χατζιδακικού τραγουδιού, την κάνει ουσιαστικά δική του, παίζει με τα ημιτόνια με εξαιρετικά αποτελέσματα, για να 

καταταχτεί επάξια στην εκλεκτή χορεία των χατζιδακικών βαρυτόνων -Γιώργος Μούτσιος, Σπύρος Σακκάς...-, με άριστο συνοδό στον πιάνο τον επίσης εξαίρετο γνώστη του ύφους Χατζιδάκι Θοδωρή Τζοβανάκη. Οι χορευτές του Μπαλέτου της ΕΛΣ υπηρετούν άψογα το όραμα του Κωνσταντίνου Ρήγου, με μερικά εξαιρετικά επιμέρους επιτεύγματα που αδυνατώ να ονοματίσω λόγω των διπλών διανομών και των αντικαταστατών που αναφέρονται στο πρόγραμμα, χωρίς, όμως, τις ημερομηνίες που χορεύουν. Θα σταθώ, μόνον, στον αλβανό Α΄ χορευτή της  

ΕΛΣ Ντανίλο Ζέκα που επωμίζεται πρώτους ρόλους και στα τέσσερα μέρη και θα ξεχωρίσω, στο «Καταραμένο φίδι», τον Καραγκιόζη του -εξαιρετικά χορογραφημένο και εξαιρετικά εκτελεσμένο με έντεχνα ακατέργαστη κίνηση, καίρια για το ρόλο. Μία παράσταση 
που τιμάει το μπαλέτο της ΕΛΣ και τον Κωνσταντίνο Ρήγο -ενθουσιάστηκα. Προλαβαίνετε να τη δείτε σήμερα, τελευταία μέρα που παρουσιάζεται (εκτάκτως). Είμαι σίγουρος, πάντως, ότι θα ενταχθεί στο ρεπερτόριο και θα παίζεται για πολλά χρόνια.
Αξίζει και πρέπει -οι παραστάσεις που είχαν προγραμματιστεί φέτος ήταν πολύ λίγες. Ο Κύκλος «Μάνος Χατζιδάκις», που την καλλιτεχνική επιμέλειά του έχει ο Γιώργος Χατζιδάκις, καλά κρατεί για τρίτη σεζόν (Φωτογραφίες: Γεράσιμος Δομένικος).



(Πολύ κατατοπιστικό το -δίγλωσσο, ελληνικά και αγγλικά- έντυπο πρόγραμμα της παράστασης -υπεύθυνος έκδοσης Νίκος Α. Δοντάς-, με ιδιαίτερα ενδιαφέρον το κείμενο «Ο Μάνος Χατζιδάκις 


στον σύγχρονο χορό» του Χρήστου Παρίδη. Θα χρειαζόταν, όμως, σε κάθε παράσταση, ένα πρόσθετο ένθετο με τη διανομή της συγκεκριμένης).

Εθνική Λυρική Σκηνή / Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος», Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», Μπαλέτο Εθνικής Λυρικής Σκηνής, Κύκλος «Μάνος Χατζιδάκις», 24 Νοεμβρίου 2019.