June 27, 2022

Χειροκρότημα να φαν’ κι οι κότες...

 
Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια... 137 
 
Ακούω ζωντανά συμφωνικές συναυλίες, συναυλίες μουσικής δωματίου, ρεσιτάλ..., συστηματικά, απ’ το σωτήριον έτος 1968 -εδώ και 54 χρόνια. Στο «Rex», στον «Ορφέα», στον «Παρνασσό», στο Μέγαρο Μουσικής, στο Ηρώδειο, σ’ άλλους χώρους... Από ορχήστρες ή μικρότερα σύνολα ή σολίστες -δικούς μας και ξένους. Έφτασε ο καιρός να κάνω μια πρόταση. Σχετικά με το κοινό μας.
Αυτό το κοινό μας που, στα 54 χρόνια που ’χουν περάσει, δε βλέπω να ’χει βελτιωθεί. Ως κοινό. Και δε μιλώ για τους θορύβους που κάνει, δεν μιλώ για τα κινητά που αφήνει ανοιχτά και κουδουνίζουν, δε μιλώ για τις φωτεινές οθόνες των κινητών που ανοίγει για να δει «μήπως έχει μήνυμα», δε μιλώ για τον μη καλυπτόμενο βήχα ή τις τσάντες και τα κιάλια που πέφτουν απ’ τα χέρια και σκαν σα βόμβες...
Μιλώ για τα ενδιάμεσα, στα έργα που παίζονται, χειροκροτήματα. Τι στο διάολο, σ’ αυτά τα σχολεία μας της συμφοράς, στο μάθημα της μουσικής, δεν τους μάθανε το στοιχειώδες; ΄Οτι οι συμφωνίες, τα κοντσέρτα, οι σονάτες... αποτελούνται από μέρη που είθισται, ανάμεσά τους, να μη χειροκροτούμε αλλά να περιμένουμε, πρώτα, να τελειώσει ολόκληρο το έργο -οπότε κι ο μαέστρος, ο μουσικός, ο καλλιτέχνης θα δώσει να καταλάβεις ότι «το έργο τελείωσε, χειροκροτείστε»;
Σπάνια να υπάρχει συναυλία ή ρεσιτάλ που κάποιοι να συγκρατήσουν τον ενθουσιασμό τους και να μη χειροκροτήσουν στα ενδιάμεσα. Στα χρόνια του Μεγάρου, κάπως, το κοινό συμμορφώθηκε -κάτι του ’μαθε το Μέγαρο. Δε μιλώ για το -περιορισμένο- μουσικόφιλο κοινό που ξέρει. Μιλώ για το ευρύτερο κοινό του Μεγάρου, λίγο κομπλεξαρισμένο, λίγο μαγκωμένο, λίγο μ’ αίσθηση της άγνοιάς του, που... ντρέπεται και σφίγγεται και περιμένει να χειροκροτήσουν πρώτα αυτοί που ξέρουν. Στο Ηρώδειο, όμως τα πράγματα, είναι χειρότερα: πολύς κόσμος, πολλοί οι τυχάρπαστοι των προσκλήσεων, πολλοί οι άσχετοι...
Κορωνίδα, η χτεσινή συναυλία της Φιλαρμονικής της Σκάλας του Μιλάνου υπό τον Νοτιοκορεάτη Μιουνγκ-Γουν Τσουνγκ -οργανωμένη απ’ το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Δεν ξέρω με πόσες προσκλήσεις -που δεν τις δίνουν, βέβαια, σε σχετικούς...- τιγκάρανε το Ηρώδειο, δεν ξέρω πόσα πακέτα «αγνώστου ταυτότητος συναυλία στο θέατρο κάτω απ’ την Ακρόπολη» πουλήσανε, μέσω πρακτορείων και ξενοδοχείων, σε γκρουπ ασχέτων, επίσης, τουριστών που ανέβαιναν, κατά στίφη, τα σκαλιά, δεν ξέρω στους κάπου 4000 ακροατές της βραδιάς πόσοι ήταν σχετικοί αλλά δυο συμφωνίες, εκτός απ’ την Εισαγωγή στην «Ιταλίδα στο Αλγέρι» του Ροσίνι, έπαιξε η ορχήστρα, την Δεύτερη του Μπετόβεν και την Ένατη, «Του Νέου Κόσμου», του Ντβόρζακ -τετραμερείς κι οι δυο- αλλά και στις δυο, στο τέλος και των τριών πρώτων μερών τους, έπεσε χειροκρότημα παταγώδες  που κατέπνιγε τα μάταια και περιττά -και πιο ενοχλητικά, ομολογώ- «σσστ» των ειδημόνων. Στο τρίτο μέρος, μάλιστα, της Συμφωνίας «Του Νέου Κόσμου» του Ντβόρζακ, σε μια ύφεση, χειροκρότησαν κι ανάμεσα στο μέρος -έξαλλος, υποθέτω ο Νοτιοκορεάτης...
Προτείνω, λοιπόν, πέρα απ’ τις υποδείξεις για τα λόγω covid μέτρα, περί απαγόρευσης της φωτογράφησης και της ηχογράφησης, περί σίγασης των κινητών -λέμε, τώρα...-που ακούγονται απ’ τα μεγάφωνα στην αρχή, να δίνονται, πριν από κάθε έργο, και κάποιες οδηγίες: «η συμφωνία που θ’ ακούσετε, το κοντσέρτο που θ’ ακούσετε αποτελείται από τέσσερα ή, αντίστοιχα, από τρία μέρη, ανάμεσά τους υπάρχει παύση, παρακαλείστε να μη χειροκροτάτε τότε γιατί διασπάται η ενότητα του έργου παρά μόνο στο τέλος που, μη φοβάστε, θα το αντιληφθείτε».
Θα το βρείτε, ειδικά οι διευθυντές Φεστιβάλ και Ορχηστρών κι οι καλλιτέχνες υποτιμητικό για το επίπεδο του κοινού μας αλλά μήπως είναι καλύτερο αυτό απ’ τα ακατάσχετα και άσχετα χειροκροτήματα; Σε υπανάπτυκτες χώρες απαιτείται. Δε θυμάστε, παλαιότερα, που, τρένα και λεωφορεία, είχαν ταμπέλες «απαγορεύεται το πτύειν»; Ε, κάτι ανάλογο. Απ’ το να ρεζιλευόμαστε, ειδικά στους ξένους -«τι αμόρφωτο, άσχετο κοινό ειν’ αυτό» θα λένε κατ’ ιδίαν-, προτιμότερο δεν είναι;

June 22, 2022

Αλλ’ αντ’ άλλων ή Αλλιώς στο χαρτί, αλλιώς στη σκηνή...

 

Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια... 136 

Ξεφυλλίζω τα προγράμματα των θεάτρων που πήγα το χειμώνα -όσα θέατρα τυπώνουν πια πρόγραμμα...- και διαβάζω κάποια κείμενά τους. Θα σας έχει τύχει να πέσετε σε εμβριθή προγράμματα με κείμενα τα οποία συγκρούονται μετωπικά με την παράσταση που βλέπετε επί σκηνής -προφανώς γιατί τα επέλεξε ο επιμελητής ερήμην του σκηνοθέτη. Αλλά, λες, άντε, ας πάει και το παλιάμπελο, δε θα τα διάβασε, εκ των προτέρων, ο σκηνοθέτης. 

Να διαβάσω, όμως, και συνέντευξη του ίδιου του σκηνοθέτη, ειδικά παρμένη και γραμμένη για το πρόγραμμα και δημοσιευμένη στο πρόγραμμα, όπου να λέει θεωρίες που ΔΕΝ εφάρμοσε στη σκηνή, δε μου ’χει ματατύχει. Η απορία μου είναι: δεν μπόρεσε να τα εφαρμόσει αυτά που αναλύει; Έτσι, στο βρόντο τα λέει; Ή, στο δρόμο των δοκιμών, άλλαξε γραμμή και πορεία προς το «να αρέσουμε περισσότερο στο 'ευρύ' κοινό»; Ή, μήπως, σου λέει «ποιος θα το προσέξει τώρα;»; Αλλά, τότε, τι τη θες τη «συνέντευξη», βρε άνθρωπε; Εκτίθεσαι.

June 17, 2022

Νέο, φρέσκο αίμα, ανανεωτικό

 
Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια... 135
 
Έχω γράψει, ήδη απ’ τις 24 Δεκεμβρίου 2017, στο totetartokoudouni.blogspot.com, για τον Δημήτρη Τάρλοου και το θέατρό του «Πορεία at Victoria» και για την εκτίμηση που τρέφω σφαιρικά στη δουλειά που γίνεται, διακριτικά αλλά μεθοδικά,  εκεί εδώ και χρόνια, χωρίς εκπτώσεις. Δουλειά που ξεκίνησε απ’ το 1998, όταν ο ηθοποιός, μεταφραστής και, αργότερα, σκηνοθέτης Δημήτρης Τάρλοου ίδρυσε την Εταιρεία Θεάτρου «Δόλιχος» την οποία, σύντομα, εγκατέστησε στο ιστορικό «Πορεία» του Αλέξη Δαμιανού -ενδιάμεσα, επίσης ιστορικός, κινηματογράφος «Studio» του Σωκράτη Καψάσκη- που απέκτησε: εξαιρετικά καλόγουστη και λειτουργική αίθουσα, προσιτή και σε όσους έχουν κινητικά προβλήματα, με άνετα καθίσματα και ζεστά φουαγιέ, ρεπερτόριο συνεπέστατο, παραστάσεις προσεγμένες στη λεπτομέρεια, αδιάφορο αν μου αρέσει ή όχι το αποτέλεσμα, υπέρτιτλοι στα αγγλικά, συνεργάτες άξιοι, νέοι, ικανοί, ελπιδοφόροι σκηνοθέτες που καλούνται να σκηνοθετήσουν παράλληλα με τον ίδιο τον Δημήτρη Τάρλοου, έντυπα προγράμματα παραστάσεων υψηλού επιπέδου που φροντίζει η δραματολόγος Έρι Κύργια, ένα υποδειγματικό site, δημόσιες σχέσεις απολύτως παραγωγικές, προσωπικό τέλεια ντρεσαρισμένο, ευγενέστατο, άψογη, όπως μαθαίνω, συμπεριφορά του Δημήτρη Τάρλοου ως εργοδότη/παραγωγού -σπάνιο φρούτο, ειδικά στις μέρες μας,
στο χώρο του θεάτρου, γι αυτό και το τονίζω-, ουδεμία επανάπαυση στα κεκτημέναΜε τη σφραγίδα και της υπεράξιας διευθύντριας παραγωγής Στέλλας Γιοβάνη, συντρόφου του Δημήτρη Τάρλοου και -πρόσφατα- μαμάς της δεύτερης κόρης και τρίτου παιδιού του.
Πιο πρόσφατο επίτευγμα του «Πoρεία», η δημιουργία απ’ το 2019 της σχολής Πυροδότησης Θεατρικής Γραφής, με δάσκαλους/καθοδηγητές δυο απ’ τους καλύτερους -και ακομπλεξάριστους αλλά και πολύ ανθρώπινους- νεότερους συγγραφείς μας, τον Θανάση Τριαρίδη και τον Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη. 59 έργα (!) που γράφτηκαν την πρώτη χρονιά 2019/2020 μετάγγισαν φρέσκο αίμα στο ελληνικό θέατρο.
Και δε γράφτηκαν απλώς για να γραφτούν. Ο Δημήτρης Τάρλοου γενναιόδωρα τα παρουσίασε, για ένα μήνα -μ όλες τις δυσκολίες που προέκυψαν λόγω covid-, στο «Πορεία» του, σ’ ένα Φεστιβάλ Νέου Ελληνικού Θεατρικού Έργου με τον καίριο τίτλο «Νέο Αίμα», όχι ως «αναλόγια» ή σε πρόχειρα ανεβάσματα ως πτωχούς συγγενείς. Αλλά δόξη και τιμή. Τους επιφύλαξε τις καλύτερες συνθήκες -μια μεταχείριση ισάξια με τ’ άλλα έργα του ρεπερτορίου του. 
Είδα και τα δυο μέσα σε μια βραδιά: «Νυχιάνγκ» της Ευαγγελίας Γατσωτή και «Labor» της Ανθής Τσιρούκη -και
τα δυο γυναικών συγγραφέων. Το πανέξυπνο πρώτο σκηνοθέτησε, με βογιατζιδική προσοχή στη λεπτομέρεια ο ίδιος ο Δημήτρης Τάρλοου, με την πάντα εξαιρετική Αλεξία Καλτσίκη και την πολύ ταλαντούχα, ευφυή νέα ηθοποιό Θάλεια Σταματέλου, απόφοιτη της δραματικής σχολής του Εθνικού αλλά και αρχιτεκτόνισσα, στους δυο ρόλους.
Το ιδιαίτερο δεύτερο -έργο συμβολικό με τον μανδύα της επιστημονικής φαντασίας, κάτι από «Φρανκενστάιν»-
ανέβασε η, επίσης, νεαρή Έμιλυ Λουίζου, Ελληνίδα που έχει ξεκινήσει να διαπρέπει ως σκηνοθέτρια στο Λονδίνο -μια 
 
 
παράσταση στιλιζαρισμένη, όπως ταίριαζε στο κείμενο, με την -άλλη εξαιρετική- Ιωάννα Παππά, τον Στέλιο Μάινα και τον πολλά υποσχόμενο νεαρό Ορέστη Χαλκιά.
Μια βραδιά απ’ τις κερδισμένες της φετινής χειμωνιάτικης/ανοιξιάτικης σεζόν. Αλλά, πάνω απ’ όλα, που τιμά τον Δημήτρη Τάρλοου και αυξάνει την εκτίμησή μου στο θέατρο «Πορεία» και τους ανθρώπους του. Μακάρι να συνεχίσουν έτσι. Και θα ευχόμουν τα καινούργια έργα του «Νέου Αίματος» να τυπωθούν. Τους αξίζει συνέχεια -κι ας είναι πρωτόλεια (Φωτογραφίες: 3 Πάτροκλος Σκαφίδας, 5 Μαρίσα Καψαμπέλη).

June 15, 2022

Στο Φτερό / Φεδερίκο Γαρθία Λόρκα, ο Έλληνας ή Αν πεθάνω, ασ’ το μπαλκόνι ανοιχτό

 
Άρτεμις Μπόγρη, μέτζο σοπράνο: ρεσιτάλ τραγουδιού «Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα. Ένα ελληνικό μουσικό πορτρέτο».  Γιώργος Κωνσταντίνου, πιάνο.
 
Έχει μία έξοχη φωνή μέτζο. Η Άρτεμις Μπόγρη. Ζεστό μέταλλο, μέγεθος, ευρύτητα, πολύ καλές ψηλές νότες, άριστη τεχνική... Αλλά, πάνω απ’ όλα, είναι ερμηνεύτρια: μπορεί να γίνεται δραματική, μπορεί να γίνεται χαριτωμένη, μπορεί να γίνεται τσαχπίνα, μπορεί να γίνεται συγκινητική, μπορεί να γίνεται ορμητική, μπορεί να γίνεται αισθαντική, μπορεί να γίνεται ερωτική... Δεν ισοπεδώνει τα τραγούδια στην -πολύ καλή- φωνή της, προσαρμόζει τη φωνή της αρμονικά στο κάθε τραγούδι και στο ύφος του, στον κάθε ρόλο. Γι αυτό -εκτός από την εμφάνισή της και την κίνησή της που βοηθούν- είναι εξαιρετική και όταν παίζει στην όπερα. Αυτή τη φορά, όμως, επρόκειτο για ένα ρεσιτάλ. Ένα ρεσιτάλ τραγουδιού με άξονα. Άξονα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα. Ειδικά για μένα: «Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα. Ένα ελληνικό μουσικό πορτρέτο». Ο Λόρκα 
(1898-1936) έγινε γνωστός στην Ελλάδα μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Και αν ο ποιητής Κλείτος Κύρου φέρεται να έχει μεταφράσει πρώτος, από το 1944, ποίησή του και ο σκηνοθέτης/συγγραφέας Γιώργος Σεβαστίκογλου, πρώτος, από το 1945, θέατρό του -τον «Ματωμένο γάμο» ως «Ματωμένα στέφανα»-, ο Κάρολος Κουν με τον «Ματωμένο γάμο» του που ανέβασε το 1948 -πρώτο έργο του Φεδερίκο Γαρθία Λόρκα στην ελληνική σκηνή- με το «Θέατρο Τέχνης του-, ιστορική παράσταση στην ιστορική μετάφραση του Νίκου Γκάτσου και με την, επίσης, ιστορική, πια, μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, είναι που προκάλεσε την ελληνική έκρηξη Λόρκα. Οι τρεις τους έδωσαν την ισχυρή ώθηση για να μεταφραστεί ευρύτατα, να εκδοθεί, να παιχτεί και να μελοποιηθεί -δεκάδες
συνθέτες μας το επιχείρησαν- στην Ελλάδα ο ποιητής που, στις 19 Αυγούστου, κλείνουν 86 χρόνια από την εκτέλεσή του -τη δολοφονία του για να ακριβολογώ-, στα 38 του μόλις χρόνια, το 1936, από τους εθνικιστές φαλαγγίτες του Φράνκο, πάνω που άναβε ο Ισπανικός Εμφύλιος: γιατί είχε αριστερές ιδέες και ήταν αντιφασίστας και γιατί ήταν ομοφυλόφιλος. Ένα έγκλημα ανάμεσα στα χιλιάδες του Εμφύλιου που επιβαρύνεται και σημαδεύεται από το γεγονός ότι πέταξαν το πτώμα του σε έναν ομαδικό τάφο χωρίς ποτέ να βρεθεί. Το ρεσιτάλ άνοιξε με επτά από τα «Παλιά ισπανικά τραγούδια» που ο ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης, ζωγράφος αλλά και μουσικός Λόρκα συνέλεξε και εναρμόνισε, για να τα δισκογραφήσει το 1931 με την τραγουδίστρια Λα Αρχεντινίτα και τον ίδιο να τη συνοδεύει στο πιάνο, τραγούδια που εκδόθηκαν μόλις το 1961/1964. Η Άρτεμις Μπόγρη, με αποφασιστικό συμπαραστάτη στο πιάνο τον Γιώργο Κωνσταντίνου, πέρασε δεξιοτεχνικά από όλη τη γκάμα των συναισθημάτων τα οποία πάλλονται στα τραγούδια αυτά
-κρίμα που δεν υπήρχαν υπέρτιτλοι με τη μετάφραση των στίχων. Το πρώτο μέρος το ολοκλήρωσαν, αρχίζοντας να σχεδιάζουν, πλέον, το «ελληνικό μουσικό πορτρέτο» του Λόρκα, τα «Οκτώ τραγούδια σε ποίηση Λόρκα» (1982): οκτώ διαμαντάκια του Γιώργου Κουρουπού, σε στίχους Λόρκα, έξοχα μεταφρασμένους από τον αξέχαστο ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη. Υπέροχη η Άρτεμις Μπόγρη -που ο, παρών στη συναυλία, Γιώργος Κουρουπός ήταν και είναι μέντοράς της-, με αποκορύφωμα τον συγκλονιστικό «Αποχαιρετισμό» (Αν πεθάνω, ασ’ το μπαλκόνι ανοιχτό...). Το δεύτερο μέρος ανήκε στον Μίκη Θεοδωράκη -στον Κύκλο «Μίκης Θεοδωράκης», 
άλλωστε, ήταν ενταγμένο το ρεσιτάλ: «Romancero Gitano» (1967). Εδώ και η δυσάρεστη έκπληξη. Ο Μίκης Θεοδωράκης, το 1998, φιλοδόξησε να αναθεωρήσει και να μετατρέψει σε λίντερ τα επτά υπέροχα τραγούδια του: «Επτά τραγούδια για φωνή και πιάνο». Και να τα κάνει αγνώριστα -με την κακή έννοια. Η Άρτεμις Μπόγρη με τον Γιώργο Κωνσταντίνου έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους αλλά το παιχνίδι έμοιαζε χαμένο από χέρι. Κρίμα! Το ανκόρ -«Πέρα, στο θολό ποτάμι» (1959) του Μάνου Χατζιδάκι, σε στίχους μεταφρασμένους από τον αξεπέραστο Νίκο Γκάτσο, από την παράσταση και πάλι του Κάρολου Κουν, στο «Θέατρο Τέχνης», του λορκικού «Περλιμπλίν και Μπελίσα», τραγούδι που ο Μάνος Χατζιδάκις συμπεριέλαβε στο αριστουργηματικό του δίσκο «Ο Μεγάλος Ερωτικός»- και το μπιζάρισμα του «Αποχαιρετισμού» του Γιώργου Κουρουπού, στο τέλος, μας συνέφεραν και μας έφεραν στα ίσα μας, ευτυχώς (Φωτογραφίες: Ιωάννης Καμπάνης). 
 
(Αντί εντύπου προγράμματος, η «Εναλλακτική Σκηνή» είχε ετοιμάσει μία μεγάλη, καλόγουστη κάρτα με τα βασικά στοιχεία, την οποία μοίραζε δωρεάν)
 
Εθνική Λυρική Σκηνή / «Εναλλακτική Σκηνή», Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», Κύκλος «Μίκης Θεοδωράκης», 10 Ιουνίου 2022.

June 13, 2022

Ο «εχθρός της πατρίδας»... ή Τι καταπίνει ο λαός και η Πρόεδρός του

 

Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 134

 
Ιάσονας Αποστολόπουλος: «δυσφημιστής, εχθρός,προδότης της πατρίδας», λέει.
Μωρέ, ο Ίψεν δεν έχει γράψει ΗΔΗ απ’ το 1882 -140 χρόνια πριν...-  έργο με τον τίτλο «Ένας εχθρός του λαού»;
Μωρέ, κι ο Ουμπέρτο Τζορντάνο δεν έχει γράψει στην όπερά του «Αντρέα Σενιέ» -λιμπρέτο του Λουίτζι Ίλικα-, ήδη απ’ το 1896 -126 χρόνια πριν...- μια άρια - τη διασημότερή του ίσως, ονόματι «Nemico della Patria» («Εχθρός της πατρίδας»);:
«Nemico della patria?!
È vecchia fiaba che beatamente
ancor la beve il popolo»
(«Εχθρός της πατρίδας;!
Είναι μύθος παλιός που μακαρίως
Τον καταπίνει ακόμα ο λαός»).
Όλα, τελικά, έχουν λεχθεί...
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή... 
Αλλά η Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Κατερίνα Σακελλαροπούλου, η οποία, τις προάλλες έσβησε -η 
υπέρτατη προσβολή, τι ντροπή...-,  απ’ τη λίστα των προς παρασημοφόρηση, την τελευταία στιγμή, το διασώστη Ιάσονα Αποστολόπουλο που τολμάει να πει τις αλήθειες, μετά από αντιδράσεις (ναι!) κάποιου βουλευτή της ΝΔ -ονόματι Κωνσταντίνος Μπογδάνος-, κι η οποία και θέατρο βλέπει και όπερα βλέπει τακτικότατα, δεν τα ’χε αυτά υπ’ όψιν της; Της έχουν διαφύγει; Και το κατάπιε αμάσητο;

June 4, 2022

Στο Φτερό / Ριγκολέτο κουτσός, κουτσός «Ριγκολέτο»...

 
«Ριγκολέτο» του Τζουζέπε Βέρντι, λιμπρέτο (Βικτόρ Ουγκό) Φραντσέσκο Μαρία Πιάβε / Μουσική διεύθυνση: Λουκάς Καρυτινός. Σκηνοθεσία: Κατερίνα Ευαγγελάτου.
 
16ος αιώνας και ο έκδοτος στις ηδονές Δούκας της Μάντοβα που, περιστοιχισμένος και υποστηριγμένος από τους διεφθαρμένους αυλικούς του -«φάρα καταραμένη»-, δεν σέβεται καμία γυναίκα, παρθένα ή παντρεμένη, εντοπίζει στην εκκλησία μία όμορφη κοπέλα την οποία φλερτάρει. Υποτίθεται ότι την έχει ερωτευτεί. Πάντως, εκείνη, σίγουρα, τον ερωτεύεται. Είναι η κόρη του Ριγκολέτο, του γελωτοποιού της 
Αυλής του Δούκα, ο οποίος την κρύβει και κανείς δεν ξέρει την ύπαρξή της και τη σχέση τους. Οι αυλικοί για να τον εκδικηθούν επειδή τους υπονομεύει -ένας τους, μάλιστα, ο Κόμης του Μοντερόνε, τον έχει καταραστεί, όταν ο Ριγκολέτο τον ειρωνεύτηκε για την κόρη του που ατίμασε ο Δούκας, κατάρα που τον έχει στοιχειώσει-, μαθαίνοντας για την 
κρυμμένη στο σπίτι του γελωτοποιού όμορφη νέα και πιστεύοντας πως είναι ερωμένη του, την απάγουν και μάλιστα με τη βοήθεια του ίδιου που του δένουν τα μάτια λέγοντάς του ότι θα κλέψουν τη γυναίκα ενός ευγενή. Και τη φέρνουν στον Δούκα που δεν γνωρίζουν ότι την έχει ήδη συναντήσει κρυφά στο σπίτι της, με τη βοήθεια της παραμάνας της, της Τζοβάνα, και, εκείνος, έχει μάθει ότι είναι κόρη του Ριγκολέτο,
κρύβοντας, όμως, τη δική του ταυτότητα -της έχει παρουσιαστεί ως φοιτητής. Αποπλανεί το κορίτσι και ο Ριγκολέτο, που αποκαλύπτεται πλέον σε όλους πως
πρόκειται για την κόρη του, ορκίζεται εκδίκηση. Καπαρώνει τον επαγγελματία δολοφόνο Σπαραφουτσίλε για να σκοτώσει τον Δούκα. Ο Δούκας, που ο έρωτάς του για την Τζίλντα φαίνεται να έχει... εκτονωθεί πια, σε μία κακόφημη ταβέρνα φλερτάρει με την Μανταλένα, την ελαφρών ηθών αδελφή του Σπαραφουτσίλε, την οποία, επίσης, γοητεύει. Γι αυτό και εκείνη προσπαθεί να πείσει τον αδελφό της, καθώς γνωρίζει το σχέδιο της δολοφονίας, να μη
σκοτώσει τον Δούκα. Ο Σπαραφουτσίλε αποδέχεται να σκοτώσει στη θέση του τον οποιοδήποτε που, τυχόν, θα χτυπήσει την πόρτα της ταβέρνας πρώτος. Η ερωτευμένη Τζίλντα που τους έχει κρυφακούσει δεν φεύγει στην Βερόνα, όπως είχε υποσχεθεί στον πατέρα της, αλλά αποφασίζει να θυσιαστεί για να σώσει τον άσωτο αγαπημένο της: ντύνεται ανδρικά και χτυπάει την πόρτα της ταβέρνας. Ο Σπαραφουτσίλε τον/την σκοτώνει και παραδίδει στον Ριγκολέτο το υποτιθέμενο πτώμα του Δούκα σε ένα σακί, 
για να το πετάξει στο γειτονικό ποτάμι. Αλλά εκείνος, πριν το κάνει, ακούει από μακριά τη φωνή του Δούκα που τραγουδάει. Έκπληκτος ανοίγει το σακί και βρίσκει την κόρη του που πεθαίνει στα χέρια του. Η κατάρα του Μοντερόνε έπιασε. Ο Τζουζέπε Βέρντι -το έργο ήταν παραγγελία του Θεάτρου «Λα Φενίτσε» της Βενετίας- και ο λιμπρετίστας του Φραντσέσκο
Μαρία Πιάβε είχαν πολλά προβλήματα με την αυστριακή λογοκρισία -η Αυστρία τότε κατείχε την Βόρεια Ιταλία- επιλέγοντας ως βάση τους για το λιμπρέτο το έργο του Βικτόρ Ουγκό «Ο βασιλιάς διασκεδάζει» (1832) το οποίο, έχοντας ως ήρωα τον βασιλιά της Γαλίας (1515-1547) Φραγκίσκο Α΄, είχε 
απαγορευτεί στο Παρίσι, μετά την πρεμιέρα του. Τελικά συμβιβάστηκαν, ο βασιλιάς Φραγκίσκος έγινε Δούκας της Μάντοβα, έγιναν και κάποιες άλλες αλλαγές και η όπερα «Ριγκολέτο» έκανε την πρεμιέρα της το 1851. Το λιμπρέτο του Πιάβε έχει κενά και ασάφειες και αδυναμίες -τραβηγμένη από τα μαλλιά απιθανότητα, η συμμετοχή του Ριγκολέτο, με δεμένα μάτια, στην απαγωγή της Τζίλντα, για παράδειγμα...-  αλλά ο οδοστρωτήρας Βέρντι, ένα αρτεσιανό 
μουσικό φρέαρ, στην παραγωγικότατη μεσαία, τότε, περίοδο της δημιουργίας του, με τη μουσική του εκτίναξε τον «Ριγκολέτο» σε ένα από τα αριστουργήματά του αλλά και ένα από τα αριστουργήματα στην ιστορία της όπερας. Όπου το ένα μελωδικό  κομμάτι ξεπηδάει χωρίς κενό, χωρίς ανάσα, γεννιέται από το άλλο: άριες, ντουέτα, τρίο, τούτι, χορωδιακά, το αριστουργηματικό κουαρτέτο -Ριγκολέτο, Τζίλντα, Σπαραφουτσίλε, Μανταλένα- της τρίτης πράξης... Μία όπερα σπουδαία που έχει το χάρισμα να είναι και ένα άμεσο, λαϊκό έργο, απευθυνόμενο στο μεγάλο
κοινό. Η Κατερίνα Ευαγγελάτου που ανέλαβε τη σκηνοθεσία επέλεξε, όπως, συνηθίζεται πια, να αλλάξει την εποχή του έργου: η Μάντοβα του 16ου αιώνα έγινε μία ιταλική επαρχιακή πόλη της δεκαετίας του ’80 και ο διεφθαρμένος περίγυρος -κόλακες, δολοφόνοι, ασυδοσία, πορνεία, μοιχείες, βιασμοί, ρουφιάνοι, η γυναίκα ως αντικείμενο...-, κάτι από την Μάφια της εποχής. Εξαιρετική ιδέα, που κολλάει σαν αυτοκόλλητο στο θέμα και την ατμόσφαιρα του έργου, αν επιχειρηθεί μεταφορά του. Αλλά...
Αλλά, πρώτον, τι κάνεις με το λιμπρέτο; Στο θέατρο υπάρχει η δυνατότητα της «διασκευής», της «δραματουργικής προσαρμογής», της «επεξεργασίας του κειμένου»..., ώστε, αν το επιδιώκεις, να φέρεις τα έργο στα επιδιωκόμενα μέτρα σου, στην άποψή σου. Στην όπερα όχι. Δεν μπορείς να επέμβεις στο δεμένο άρρηκτα με τη μουσική κείμενο. Οπότε όλες αυτές οι επεμβάσεις συγκρούονται με το κείμενο -άλλα τραγουδάνε οι επί σκηνής, άλλα συμβαίνουν. Χρειάζονται σκηνοθέτες όπως η Κέιτι Μίτσελ στην «Λουτσία ντι Λαμερμούρ ή ο Ντμίτρι Τσερνιάκοφ στον «Γιεβγκένι Ονιέγκιν»,
που έχουν άποψη αλλά την ανασύρουν από τα σπλάχνα του έργου, δεν το καπελώνουν με την άποψη. Η Κατερίνα Ευαγγελάτου δεν με έπεισε. Όλα αυτά τα ευρήματα -ο δύσμορφος, θλιβερός Ριγκολέτο-μπάρμαν που βάφεται κλόουν (δεύτερο επάγγελμα: γελωτοποιός) στην εισαγωγή, κουτσός μετά από κάποιο καυγά, λέει, και όχι εκ γενετής καμπούρης, όπως στο πρωτότυπο, το φάντασμα, στην αρχή και στο τέλος, του Μοντερόνε που η κατάρα του κινεί το έργο, η Κόμησσα του Τσεπράνο ως εξώλης και προώλης θηλυκό, ο στραγγαλισμός 
του Μοντερόνε, με τον υπέρβαρο μπράβο να παρακολουθεί αδιάφορος μασουλώντας τη φραντζόλα του, η χορωδία με μάσκες-κεφάλια α λα Ντον Βίτο Κορλεόνε / Μάρλον Μπράντο στον «Νονό» του Κόπολα και η μάσκα-κεφάλι πάπιας α λα Ντάφι Ντακ του Ριγκολέτο στη σκηνή της απαγωγής της Τζίλντα...- μου φάνηκαν συνεπή, μεν, προς τη γενική 
σκηνοθετική γραμμή αλλά, πρακτικά, ξεκρέμαστα, συχνά αφελή και, μερικά, απροετοίμαστα και άτεχνα ή δήθεν «άσεμνα». Όσο για το χιούμορ που αναζητήθηκε στο έργο, το βρήκα εκτός ύφους -τουλάχιστον ως εκτέλεση. Το δεύτερο θέμα είναι η αισθητική που επιλέγεις. Η αισθητική που δένει με 80’s και Μάφια είναι, βέβαια, το κιτς. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν το κιτς αυτό, καταρχάς, δένει με τους τοίχους του Ηρωδείου και, κατόπιν, αν ελέγχεται. Στην παράσταση που είδα δεν ελέγχεται, κατά τη γνώμη μου. Τα παρατακτικά σκηνικά της Εύας Μανιδάκη μοιάζουν εντελώς ξεκάρφωτα, όσο
κι αν προσπαθεί να τα στηρίξει η Ελευθερία Ντεκώ με τους φωτισμούς της. Τα κοστούμια του Σλοβένου Άλαν Χράνιτελ, σε συνδυασμό με το μακιγιάζ, τα βρήκα εξαιρετικά κακόγουστα με αποκορύφωμα τα κολάν-τραπουλόχαρτα των χορευτριών και, κυρίως, την τιγρέ κιλότα της Μανταλένα, την οποία η δύστυχη Μαίρη Έλεν Νέζη αναγκάζεται να επιδεικνύει. Τη χαριστική βολή δίνουν η αφελής χορογραφία και η ακόμα πιο αφελής κινησιολογία της Πατρίσιας Απέργη: φτηνό, αισθησιακό, υποτίθεται, καμπαρέ α λα κωλάδικα από το μπαλέτο και μιουζικαλίστικα χορευτικούλια ή βηματάκια των ηθοποιών που δεν προσθέτουν τίποτα, 
μάλλον αφαιρούν. Αλλά και μουσικά η παράσταση ατύχησε, πιστεύω. Ο Λουκάς Καρυτινός, μαέστρος εγνωσμένης δυναμικότητας -κάποτε και μεγαλύτερης από όσο χρειάζεται-, εδώ διηύθυνε μία Ορχήστρα της ΕΛΣ καθόλου σε φόρμα, επιλέγοντας αργά τέμπι σαν να επρόκειτο για λυρικό Μασνέ και όχι για δραματικό Βέρντι. Ορχήστρα όχι καλά συντονισμένη, σκληρότητες, προβλήματα τονικότητας και, ακόμη περισσότερα, συμπόρευσης με τις φωνές, Η διεύθυνση 

της μπάντας είναι της Κάτιας Μολφέση. Χωρίς εξάρσεις, η Χορωδία της ΕΛΣ, με διευθυντή τον Αγαθάγγελο Γεωργακάτο. Ούτε η διανομή νομίζω ότι ευτυχεί. Ο Δημήτρης Τηλιακός-Ριγκολέτο, ευπρεπής υποκριτικά, φωνητικά δεν βρέθηκε σε καλή μέρα: μπαλάρισμα, εκτός τόνου κάποιες στιγμές... Η Χριστίνα Πουλίτση, καθόλου πειστική εμφανισιακά ως μικρούλα Τζίλντα με το μακιγιάζ με το οποίο την έβαψαν και με τα κοστούμια με τα οποία την έντυσαν, με έξοχες ψηλές νότες
στο «Caro nome» («Αγαπητό όνομα») διέπρεψε- αλλά με προβληματικές χαμηλές, δεν έχει το φωνητικό μέγεθος που απαιτεί ο ανοιχτός χώρος. Μετριότατος, επίσης με «μικρή» φωνή και επίσης με μπαλάρισμα, ο μετακλημένος ιταλός τενόρος Φραντσέκο ντε Μούρο, ως Δούκας, ρόλο που απαιτεί φωνάρα. Νομίζω ο πιο αποτελεσματικός της διανομής, υποκριτικά και φωνητικά, είναι ο Σπαραφουτσίλε του Πέτρου Μαγουλά. Η εξαίρετη μέτζο Μαίρη Έλεν Νέζη, σε ένα ρόλο που 
δεν της ταιριάζει, τα καταφέρνει ικανοποιητικά ως Μανταλένα. Από τους υπόλοιπους, ξεχώρισα τον Μαρούλο του βαρύτονου Νίκου Κοτενίδη -υγιής φωνή-, την Τζοβάνα της μέτζο Μαργαρίτας Συγγενιώτου -έβγαλε καλύτερα από όλους το χιούμορ που ζήτησε η σκηνοθεσία, εξαίρετο το ειρωνικό «ognor si sta» («ναι, πάντα»)- και την μέτζο Διαμάντη Κριτσωτάκη ως Κόμησσα του Τσεπράνο. Εντυπωσιακή αλλά δυσκίνητη η φιγούρα του μπάσου Δημήτρη Κασιούμη ως Κόμη του Μοντερόνε. Μία παράσταση χωρίς συγκίνηση, που, παρά την, καταρχάς, σκηνοθετική συνέπειά της, χώλαινε, κούτσαινε. Όπως ο Ριγκολέτο της. Και που με απογοήτευσε εντελώς (Φωτογραφίες: Valeria Isaeva).

(Αντιθέτως καθόλου δεν με απογοήτευσε το έντυπο -δίγλωσσο, ελληνικά και αγγλικά-  έντυπο πρόγραμμα-βιβλίο της παράστασης -υπεύθυνος έκδοσης Νίκος Α. Δοντάς. Θαυμάσιο!).

Ωδείο Ηρώδη του Αττικού, Εθνική Λυρική Σκηνή, Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, 2 Ιουνίου 2022.

(Την παράσταση παρακολούθησα με πρόσκληση που είχε την ευγένεια να μου παραχωρήσει το Τμήμα Δημοσίων Σχέσεων, Προβολής, Επικοινωνίας και ΜΜΕ της Εθνικής Λυρικής Σκηνής).

June 2, 2022

Ένας πρωταγωνιστής γεννιέται στην... επαρχία

 

Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια... 133 
 
Το καινούργιο έργο του Μιχάλη Βιρβιδάκη «Επαρχία» ανέβηκε για πρώτη φορά στο θέατρο «Οδού Κυκλάδων Λευτέρης Βογιατζής» -ένα θέατρο που η φιλοσοφία του ήταν συνυφασμένη με την παρουσίαση απ’ τον Λευτέρη Βογιατζή άπαιχτων νέων ελληνικών έργων. Οι παραστάσεις έχουν τελειώσει αλλά θα ’θελα να κάνω μερικές επισημάνσεις. 
Ο Μιχάλης Βιρβιδάκης αναδεικνύεται σε άξιο συνεχιστή της γραμμής του νεοελληνικό ρεαλιστικού έργου και ειδικά της γραμμής του Γιώργου Διαλεγμένου: μια καταπληκτική ευκολία στο διάλογο που ρέει αβίαστα, απρόσκοπτα, απολύτως πειστικά, αν και τα πρόσωπά του -νεαρά άτομα, που φλερτάρουν με το περιθώριο- πόρρω απέχουν απ’ την ηλικία και τη στόφα του συγγραφέα. Εκεί, όμως, και το πρόβλημα, όπως πιστεύω: ο Μιχάλης Βιρβιδάκης, συνεπαρμένος, ναρκισσευόμενος απ’ την ευκολία του αυτή, χάνει την αίσθηση της δραματικής οικονομίας και το έργο -ένα έργο, κατά βάση, δραματικό αλλά με στοιχεία κωμωδίας- πλατειάζει με μονολόγους και σκηνές που θα μπορούσαν να λείπουν ή να περικοπούν κι η διάρκειά του κουράζει. Θέλω να ελπίζω ότι θα το δει μόνος του κι ότι δε
θα λυπηθεί να το ξαναδουλέψει και να το μαζέψει, δίνοντας μεγαλύτερη προσοχή στο, κάπως ξεκρέμαστο, φινάλε του. Αξίζει τον κόπο.
Ο Γιώργος Σκεύας, πάντως, που υπέγραψε τη σκηνοθεσία έκανε μια παράσταση -την καλύτερή του, πιστεύω- σφριγηλή και δυναμική αναδεικνύοντας λαμπρά το κείμενο και το χιούμορ του. Κι οδηγώντας τους νέους, βασικά, ηθοποιούς του εξαιρετικά, με λεπτομέρειες στην υποκριτική που θύμιζαν Λευτέρη Βογιατζή.
Ήταν πολύ καλοί όλοι τους αλλά θέλω να σταθώ στην πειστικότητα του Ορέστη Τζιόβα -εξαιρετικός αστυνομικός Μάκης, δεν τον έχω δει καλύτερο- και στη συνολική απόδοση
του Τάσου Λέκκα. Ο τραυλός Ίγκυ του με το μαλλί-λοφίο -τη μοϊκάνα-  πιστεύω ότι τον αναδεικνύει σε πρώτης γραμμής κωμικό πρωταγωνιστή -απολαυστικός, σπαρταριστός αλλά και με δραματικό υπόβαθρο, όταν χρειάζεται. Θέλω να ελπίζω ότι θα παραμείνει γειωμένος κι ότι δε θα παρασυρθεί σ’ εύκολες λύσεις. Ένα κείμενό του -«Οι σημειώσεις του Τάσου Λέκκα»- που διάβασα στο διαδίκτυο, στον ιστότοπο rejected.gr, ενίσχυσαν τις ελπίδες μου (Φωτογραφίες: Εβίτα Σκουρλέτη).