February 5, 2023

«Βρυκόλακες» κατεψυγμένοι...

Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια... 185 

Προτείνεις ή σου προτείνουν απ’ το Εθνικό Θέατρο ν’ ανεβάσεις τους «Βρυκόλακες». Το έργο είναι γραμμένο το 1881. Άρα είναι «παλιό». Και το θέμα του «ξεπερασμένο». Αλλά το έργο είναι γραμμένο κι απ’ τον Ίψεν. Άρα είναι ένας δραματουργικός  ογκόλιθος -πολύ γερό σκαρί.

Πώς το ανεβάζεις σήμερα; Το αποδομείς; Το χειρίζεσαι μεταδραματικά; Το εκσυγχρονίζεις; Του αλλάζεις τόπο και χρόνο; Του αλλάζεις τα φώτα; Το εξελληνίζεις; Ή δεν κάνεις τίποτα απ’ αυτά; Δε σε απασχολεί η φόρμα αλλά το κείμενο; Και το σκάβεις μαζί με τους ηθοποιούς σου κι ανασύρεις απ’ τα σπλάχνα του κάθε διαχρονικό στοιχείο; Καθόλου δε διαφωνώ με την άποψη αυτή. Μπορεί και να μ ενδιαφέρει περισσότερο.

Αλλά σίγουρα δε μ’ ενδιαφέρει μια συμβατική παράσταση που διαβάζει μόνο το έργο και μένει στην επιφάνεια -μια παράσταση ξώπετση, κατεψυγμένη. Και μια σκηνοθεσία που δεν εκμεταλλεύεται τους πέντε καλούς ηθοποιούς της; Δυστυχώς, αυτό είδα στην Κεντρική Σκηνή του Κτιρίου Τσίλερ στους «Βρυκόλακες» του Σταμάτη Φασουλή. Κι αν κάτι ανάλογο που ’κανε με το ίδιο έργο στην πρώτη του, ουσιαστικά, σκηνοθεσία, το 1979, στο θέατρο «Αθηνά» για το θίασο του Γιάννη Φέρτη, τότε μου ’χε αρέσει, τώρα απογοητεύτηκα. Κι έπληξα. Βλέπεις, έχουν περάσει και 44 χρόνια...

February 1, 2023

Στο Φτερό: Το τίλιο που κρύωσε... ή Ο φόνος ως ιεροτελεστία

 

«Οι δούλες» του Ζαν Ζενέ / Σκηνοθεσία: Γιώργος Σκεύας 

 

Παρίσι, τέλος δεκαετίας του ’40. Οι αδελφές Λεμερσιέ, η Σολάνζ και η Κλερ, είναι δούλες -έτσι τις έλεγαν τότε, μετά έγιναν «υπηρέτριες», τώρα τις αποκαλούμε «τα κορίτσια του σπιτιού», «οικιακές βοηθούς»... Είναι δούλες στο σπίτι της -ανώνυμης στο έργο- Κυρίας. Της «ανωτέρας τάξεως». Την λατρεύουν -ίσως και ερωτικά-, η Κλερ κυρίως. Αλλά και τη μισούν -θέλουν τον αφανισμό της. Και,

όταν η Κυρία λείπει για  τις «κοινωνικές της υποχρεώσεις» και μένουν μόνες στο σπίτι, παίζουν ένα αλλόκοτο παιχνίδι: πότε η μία, πότε η άλλη «ντύνονται» η Κυρία -πουδράρονται, μακιγιάρονται, φοράνε μία τουαλέτα της...- και η άλλη υποδύεται την αδελφή της που 

έχει ντυθεί Κυρία. Ένα παιχνίδι όπου πολλές αλήθειες λέγονται και μυστικά φανερώνονται. Απώτερος στόχος τους, να βλάψουν και, τελικά, να σκοτώσουν την Κυρία. Η Κλερ, εν γνώσει της αδελφής της, με ανώνυμες επιστολές στην αστυνομία έχει καταγγείλει τον -επίσης ανώνυμο στο έργο- Κύριο, τον εραστή της Κυρίας, ως κλέφτη -που μπορεί και να είναι...- και τον έχουν συλλάβει. Η Κυρία αναστατωμένη έχει ξεχυθεί να μάθει την τύχη του. Ο δικαστής, πάντως, αφήνει τον Κύριο

προσωρινά ελεύθερο. Εκείνος τηλεφωνεί στο σπίτι, η Κυρία λείπει, λέει στην Κλερ, που σήκωσε το ακουστικό, να της πει, όταν γυρίσει, ότι την περιμένει σε ένα κλαμπ. Οι αδελφές Λεμερσιέ, μπροστά στον εμφανή πια κίνδυνο να αποκαλυφθούν, αποφασίζουν να υλοποιήσουν το σχέδιό τους: θα δηλητηριάσουν την Κυρία με το ζεστό τίλιο που συνηθίζει να πίνει ρίχνοντας μέσα δέκα χάπια Gardenal -είναι αρκετά. Η Κυρία επιστρέφει, «καταρρακωμένη» από τη σύλληψη του Κυρίου, παίζει το μελόδραμα της Μεγάλης Δυστυχισμένης, αποφασίζει να φοράει πια μαύρα, χαρίζει τη ρενάρ της στην Σολάνζ και μία κατακόκκινη βελούδινη τουαλέτα της στην Κλερ που

της φέρνει το τίλιο της αλλά η Κυρία αμελεί να το πιει. Εκείνες δεν της λένε τίποτα για τον Κύριο, ώσπου κάτι τους ξεφεύγει και το ομολογούν: ο Κύριος είναι προσωρινά ελεύθερος και την περιμένει. Η Κυρία αρπάζει και ρίχνει βιαστικά στους ώμους της τη ρενάρ που... χάρισε στην Σολάνζ, παρατάει οριστικά το τίλιο που, άλλωστε, έχει κρυώσει εντελώς και τρέχει στον Κύριο. Η Σολάνζ και η Κλερ αντιλαμβάνονται ότι αυτό είναι το τέλος τους: η Κυρία και ο Κύριος θα ψάξουν να βρουν ποιος έστειλε τις ανώνυμες επιστολές στην αστυνομία και με γραφολογική εξέταση θα τις ανακαλύψουν -η Σολάνζ φαντασιώνεται τη δίκη, την εκτέλεση και την κηδεία της. Και, μετά, ξαναπιάνουν το παιχνίδι τους: μία τελετουργία

θανάτου. Η Κλερ ντύνεται πάλι Κυρία και η Σολάνζ που «παίζει» την Κλερ της δίνει να πιει το -κρύο πια...- τίλιο: ο Φόνος ως αποθέωση. «Οι δούλες», το πρώτο (1947) θεατρικό έργο -ένα

μεγάλο μονόπρακτο ουσιαστικά- του Ζαν Ζενέ, του λωποδύτη κατάδικου στον οποίο δόθηκε, τελικά, χάρη και ο οποίος είχε γίνει ήδη γνωστός ως ιδιοφυής καταραμένος πεζογράφος -έργο, πιθανόν, εμπνευσμένο, αν και ο ίδιος ο συγγραφέας το αρνιόταν, από τον άγριο φόνο που διέπραξαν, το 1933, στο Λε Μαν, οι υπηρέτριες αδελφές Παπέν σκοτώνοντας την κυρία τους και την κόρη της- φανερώνει ότι δεν ήξερε να γράφει θέατρο: πλατειάζει και του λείπει η αίσθηση της δραματικής οικονομίας. Αλλά έχει μία τρομερή, πρωτογενή δύναμη. Που ισοπεδώνει κάθε αντίρρηση. Πρόδρομο του Θεάτρου του Παραλόγου, με μία γλώσσα ποιητική, όπου οι αγοραίες εκφράσεις μπλέκονται με λόγιες και πομπώδεις, άκρως σαρκαστικό, με σαφές ταξικό υπόβαθρο, έχει καταφέρει να γίνει πια κλασικό. Ο Δημήτρης Δημητριάδης έχει κάνει, από το

2005, την ιδανική μετάφραση για το έργο. Όπου η ηθελημένη, η ψαγμένη, η μελετημένη εκζήτηση το εξυπηρετει απόλυτα. Στη μετάφραση αυτή έχει βασιστεί ο σκηνοθέτης Γιώργος Σκεύας. Που ανέβασε με γνώση  μέτρο, γούστο και πολύ

καλούς ρυθμούς τις «Δούλες», σε ένα έξοχο δικό του σκηνικό, άριστα φωτισμένο από τον Βαγγέλη Μούντριχα -ο τεράστιος, α λα Ρούμπενς, πίνακας του βέλγου ζωγράφου Αντουάν Βιέρτς με την ολόγυμνη  «Αναγνώστρια ρομάντσων» (1853) κυριαρχεί προσδίδοντας τον αισθησιασμό που υποβόσκει στο έργο ενώ,

στο κέντρο της σκηνής, το πατάρι των «ιεροτελεστιών» των δύο αδελφών λιτά μετατρέπεται σε μεγάλο κρεββάτι αφήνοντας, όμως, πάντα, την αίσθηση ενός τάφου -ο θάνατος, ο φόνος είναι το λάιτ μοτίφ του έργου. Απλώς θα ήθελα περισσότερα λουλούδια για τα οποία τόσος λόγος γίνεται. Ο σκηνοθέτης υπογράφει και τα κοστούμια, με την κόκκινη βελούδινη τουαλέτα με την οποία περιβάλλεται η Κλερ -αυτή που η κυρία της «χαρίζει»- να δεσπόζει, χωρίς να

υπολείπεται το κοστούμι της  Κυρίας. Οι μουσικές της Σήμης Τσιλαλή αγκαλιάζουν την παράσταση και της δίνουν ώθηση. Βέβαια, τη βασική ώθηση δίνουν οι τρεις καλές ηθοποιοί: η Αμαλία Καβάλη (Κλερ) -παρά την κάποια οξύτητα στη φωνή της-, η έξοχη Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου (Κυρία) και η συγκλονιστική Αγγελική Παπαθεμελή (Σολάνζ) που, για μένα, κλέβει την παράσταση. Μία παράσταση καθαρή, δυνατή, αντάξια του κειμένου (Φωτογραφίες: Εβίτα Σκουρλέτη).  

(Καλοφτιαγμένο και διαφωτιστικό, το έντυπο πρόγραμμα της παράστασης -κείμενα Ματίνα Καλτάκη, με ένα δικό της και εμπεριστατωμένα άλλα). 

Θέατρο «Αποθήκη», «Αθηναϊκά Θέατρα», 27 Ιανουαρίου 2023.

January 29, 2023

Η κόλαση, είναι «Ο άλλος»...

 
Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες. Τέτοια Λόγια... 184
 
Εν θερμώ. Πενήντα πέντε χρόνια -απ’ το 1968- βλέπω τις παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου. Έχω δει περίπου το 95%. Τέτοιο «πράμα» σαν αυτό που δα απόψε, Σάββατο βράδυ -μόλις γύρισα- στην «Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος», δεν έχω ξαναδεί: «Ο άλλος» Είμαι εμβρόντητος. Απ’ ό,τι άκουσα και απ’ ό,τι είδα. Από κάθε άποψη. Σοκ! Τραυματικό σοκ! Δηλαδή, κάποια στιγμή, σκέφτηκα πως το κάνουν επίτηδες...
Σημειώστε πως η «παράσταση», εκτός από συγγραφέα και σκηνοθέτρια, διαθέτει σύμβουλο δραματουργίας, καλλιτεχνική σύμβουλο σκηνοθεσίας, υπεύθυνους δραματουργικής επεξεργασίας και δραματολόγο παράστασης! Κανείς τους δεν πρόσεξε, δεν αναλογίστηκε, δε δίστασε για το αποτέλεσμα αυτού που θ ακούγαμε και θα βλέπαμε; Θα ’πρεπε. Διότι, έτσι, το Εθνικό Θέατρο εκτίθεται (Φωτογραφία:  P MAIDIS).

January 26, 2023

Ετών 80 αλλά ακούραστη

 

Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια... 183 
Οι ρίζες της φτάνουν έως το 1893 -130 χρόνια πριν. Όταν ιδρύθηκε η Μαθητική Ορχήστρα του Ωδείου Αθηνών. Η οποία, μέσα στα χρόνια , μετεξελίχθηκε, άλλαξε ονόματα έως το 1942, οπότε και, μεσούσης της Κατοχής, απέκτησε δημόσια
υπόσταση και πήρε το όνομα Κρατική Ορχήστρα Αθηνών. 28 Φεβρουαρίου του 1943 δόθηκε η πρώτη συναυλία της, με συνθέσεις αποκλειστικά ελλήνων συνθετών και με τους ζώντες εξ αυτών να διευθύνουν τα έργα τους και τον Φιλοκτήτη Οικονομίδη
, πρώτο καλλιτεχνικό διευθυντή της, στο πόντιουμ, για τα έργα αυτών που δε ζούσαν.
Συμπληρώνονται, σε λίγες μέρες, στρογγυλά ολόκληρα 80 χρόνια. Τα 55 απ’ αυτά -απ’ το 1968 που εγκαταστάθηκα στην Αθήνα- την έζησα την Κρατική από κοντά. Ως ακροατής. Στον εξώστη του Ρεξ» -φοιτητής ακόμα-, στον τότε «Ορφέα», στο «Παλλάς», στο Μέγαρο... Από τότε που συμφωνική μουσική, εμείς που 
την αγαπούσαμε, τους χειμώνες, μόνο εκεί μπορούσαμε ν’ ακούσουμε και το καλοκαίρι στο Ηρώδειο. Η ΚΟΑ ήταν που μας έθρεψε. Με τα πάνω της και τα κάτω της. Της το χρωστούμε. 
Φέτος τα γιορτάζει αυτά τα 80 χρόνια της, με καλλιτεχνικό διευθυντή της πια, απ’ το 2000, μετά τον Οικονομίδη και τους Θεόδωρο Βαβαγιάννη, Ανδρέα Παρίδη, Μάνο Χατζιδάκι, Γιάννη Ιωαννίδη, Αλέξανδρο Συμεωνίδη, Άρη Γαρουφαλή, Βύρωνα Φιδετζή, Βασίλη Χριστόπουλο και Στέφανο Τσιαλή που μεσολάβησαν, τον Λουκά Καρυτινό. Και με την αφορμή αυτή ανέθεσε στη διακεκριμένη ζωγράφο και γλύπτρια  Εριέττα Βορδώνη να ετοιμάσει μια καρφίτσα της οποίας είχε τη σύλληψη και την επιμέλεια της κατασκευής που την ανέλαβε το Εργαστήριο «Regina». Κομψότατο το αποτέλεσμα που το συνοδεύει το μότο της καλλιτέχνιδας «Η μουσική μας ταξιδεύει στο άπειρο».
Να ευχηθώ στην ΚΟΑ να τα χιλιάσει. Στο Μέγαρο θα είμαι την επόμενη Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου, με την καρφίτσα στο πέτο, για την επετειακή συναυλία της -αρχιμουσικός ο Λουκάς
Καρυτινός, σολίστες η ρουμάνα αλλά δική μας πια σοπράνο Τσέλια Κοστέα κι ο σπουδαίος ρόσος βιολονίστας Βαντίμ Ρέπιν που ζει στην Βιένη, έργα Τέιλορ, Τσαϊκόφσκι, Μάλερ.

Στάνκογλου the Greek

Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια... 182

Έχω δει τον Γιάννη Στάνκογλου πολλές φορές. Ίσως και σ όλους τους ρόλους του στη σκηνή. Ποτέ δεν τον είδα τόσο μεστό, τόσο ώριμο, όσο στον «Ζορμπά» που παρουσιάστηκε στον «Ελληνικό Κόσμο». Να ερμηνεύει τον επώνυμο ρόλο -του Αλέξη Ζορμπά-, μ ελληνική γνησιότητα, κρατώντας ολόκληρη την παράσταση στους ώμους του. Ένα ρόλο που δεν του ταίριαζε κουτί αλλά τον σχεδίασε -φωνή, κίνηση...-, τον γέμισε, τον δούλεψε, τον υπερασπίστηκε μ όλη του την ψυχή κι όλο του το κορμί. 
Σίγουρα, αποφασιστική ήταν η στήριξη κι η καθοδήγηση του σκηνοθέτη Γιάννη Κακλέα που συνυπέγραφε, μαζί με τον Γεράσιμο Ευαγγελάτο, την πολύ καλή θεατρική απόδοση κι επεξεργασία του μυθιστορήματος του Νίκου Καζαντζάκη. Με -πλάι στον Γιάννη Στάνκογλου- την πάντα σημαντική και με
χιούμορ Όλια Λαζαρίδου ως Μαντάμ Ορτάνς, τον καλό αλλά εδώ λίγο υποτονικό Αιμιλιανό Σταματάκη στο ρόλο του Συγγραφέα, την Ηλιάνα Μαυρομάτη ως Χήρα Σουρμελίνα κι έναν πολυμελή θίασο -μια παραγωγή που δεν τσιγκουνεύτηκε τα μέσα- απ’ τον οποίο ξεχώρισα τον Μαυραντώνη του Ιβάν Σβιτάιλο - ηθοποιός με μέγεθος και κύρος.
Ο Γιάννης Κακλέας είχε οργανώσει άριστα μια από τις καλύτερες «μεγάλες» παραστάσεις του -έληξε την Κυριακή, την τελευταία της είδα. Αλλά εκείνη τη
σκηνή στο καφέ σαντάν, με τις ημίγυμνες χορεύτριες στα ορια(ε)ντάλ και το σεξ στο σεπαρέ, τι την ήθελε; Φτήνυνε το σύνολο και κατέβασε το επίπεδο.