«Blue Train» του Γεράσιμου Ευαγγελάτου / Σκηνοθεσία: Γιώργος Σουλεϊμάν
45άρης -παρά τέσσερις μέρες...-, γκέι, αδέσμευτος, με ερωτικές επιλογές της στιγμής, ο Μιχάλης ζει μόνος του, «γράφοντάς τα» όλα, ανεξάρτητος, σε ένα μικρό loft στο Γκάζι. Μέσα στην ακαταστασία -εργένικα. Εκεί δουλεύει, από το κομπιούτερ του. Κάποτε ζωγράφιζε. Όχι πια. Είναι μία
συνηθισμένη Κυριακή, έχει γυρίσει από ξενύχτι σε μπαρ, λιώμα, έχει ξυπνήσει αργά με hangover, όταν, ξαφνικά, χωρίς ειδοποίηση, εμφανίζεται η μητέρα του, η Σοφία, που έρχεται να του φέρει «κάτι να φάει» να του δώσει τις συμβουλές της, να του κάνει τις υποδείξεις της, να τον καλέσει για να φάνε την Τετάρτη, στο πατρικό του, με την αδελφή του, τον άντρα και τα παιδιά της
-συγκεντρώσεις που ο Μιχάλης απεχθάνεται και προσπαθεί να τις αποφεύγει- και, κυρίως, για να τον πείσει να πουλήσει το loft και να μετακομίσει, για να είναι κοντά, σε διαμέρισμα που άδειασε, στην ίδια πολυκατοικία όπου μένουν με τον πατέρα του, -κλασική ελληνίδα μάνα που τον θέλει κάτω από τον έλεγχό
της. Εκείνος, που, στο μεταξύ, κάνει chat με νεαρούλη τον οποίο γνώρισε την περασμένη νύχτα στο μπαρ όπου βρισκόταν, αδιαφορεί -δεν έχει ανάγκη τη βοήθειά της. Όταν η μάνα φύγει, εμφανίζεται η κολλητή του, η Λου -φίλη ζωής, με πολλές κοινές αναμνήσεις και κοινές νεανικές τρέλες, πάντα τρελάρα, με κόρη έφηβη που η Λου την καταπιέζει και αντίστροφα, με σχέση που «δεν πάει» και με ευκαιριακές
γνωριμίες -α λα Μιχάλης-, δημοσιογράφος σε portal εφημερίδας, καθόλου ευχαριστημένη από τη δουλειά της, που του προτείνει, για άλλη μία φορά, να κάνουν μία δική τους δουλειά, χωρίς ο Μιχάλης, που συνεχίζει το chat, να δείχνει ότι πείθεται -δεν την έχει ανάγκη. Έχουν πιει, η Λου έχει καπνίσει μπάφο και του ζητάει να μιλήσει στην κόρη της -και βαφτιστήρα του- να μην πάει μόνη της διακοπές. Όταν φύγει, τρίτος, εμφανίζεται ο Γιάννης, ο 35αρης πρώην του που ετοιμάζεται να φύγει στην Kύπρο για να διδάξει εκεί σε
πανεπιστήμιο αλλά και να κάνει, με τη διάρκειας επτά χρόνων τωρινή σχέση του, σύμφωνο συμβίωσης. Ο Μιχάλης -δεν έχει σταματήσει το chat- αντιδρά -ότι ο Γιάννης έχει συμβιβαστεί- και τον ειρωνεύεται. Εκείνος θυμώνει αλλά του λέει πως, αν τον χρειαστεί, ξέρει πού θα τον βρει. Ο Μιχάλης δεν τον έχει ανάγκη. Ο τέταρτος που έρχεται στο σπίτιεκείνη την Κυριακή είναι ο Πάνος -ο νεαρούλης του μπαρ και του chat: περίπου 20άρης, παιδί χωρισμένων γονιών, που μένει ακόμα με τη μητέρα του και την αδελφή του. Μιλάει πολύ ελεύθερα, χαζεύει το «Μπλέ τρένο», έναν παλιό πίνακα του Μιχάλη κρεμασμένο στον τοίχο, βρίσκει συμβολικό το χρώμα, τον φωνάζει «μπαμπάκα» και «ντάντι» -που καθόλου δεν αρέσουν στον Μιχάλη να τα ακούει, του ζητάει να «φασωθούνε» -εκεί το μυαλό του εικοσάρη...-, ο άλλος δεν δείχνει να έχει διάθεση, πίνουνε. Ο Πάνος
περισσότερο από τις αντοχές του -αρχίζει να ξερνάει, ο Μιχάλης, που δεν «το είχε» από την αρχή, ξενερώνει εντελώς. Στέλνει σπίτι του τον μικρό που αφήνει, πάντως, να φανεί πως, αν τον χρειαστεί για κάτι περισσότερο, είναι διαθέσιμος. Ούτε αυτόν τον έχει ανάγκη ο Μιχάλης. Μένει μόνος. Όλα φαίνεται να ξεκαθαρίζουν. Και παίρνει τηλέφωνο. Δεν ξέρουμε σε ποιον, υποθέτουμε…: «Έλα…, εγώ είμαι... Μπορείς να έρθεις; Νομίζω σε χρειάζομαι». Είναι η τελευταία του ατάκα. Τελικά, συνειδητοποιεί πως κάποιον έχει ανάγκη… Αυτές οι τέσσερις συναντήσεις του και οι συζητήσεις του φαίνεται ότι τον έκαναν αυτό που δεν τον είχαν κάνει 45 χρόνια: να ξεπεράσει επιτέλους την εφηβεία και να ωριμάσει. Στο «Blue Train» o Γεράσιμος Ευαγγελάτος συμπυκνώνει,
βιωματικά προφανώς, σε τέσσερις εικόνες, μία κρίση ηλικίας και, ευρύτερα, τα αδιέξοδα της γενιάς του. Με αμεσότητα, με χιούμορ και με μία πίκρα στο υπόστρωμα αλλά πάντα με τρυφερότητα και με αγάπη. Ψιλοκεντάει τους πέντε χαρακτήρες του, με λεπτή ειρωνεία, και διαπρέπει στους διαλόγους του -το μεγαλύτερο επίτευγμά του και ας μη ξεπερνάει τα δύο πρόσωπα σε κάθε εικόνα. Ο Γιώργος Σουλεϊμάν που ανέλαβε τη σκηνοθεσία, χωρίς εφέ, άφησε
αυτοί οι διάλογοι να απογειωθούν ανάλαφρα, με σωστούς ρυθμούς, υπογράμμισε το χιούμορ και κράτησε την κορύφωση για το τέλος: κοφτή, αιφνιδιαστική, στο βάθος σπαρακτική. Η Ηλένια Δουλαδίρη που υπέγραφε και τα σωστά κοστούμια, με τον πάγκο με τα ποτά που έστησε ως μέρος του σκηνικού
συνδύασε το «μπαρ της απωλείας» με το loft του Μιχάλη με επιτυχία. Τη βοήθησαν αποτελεσματικά οι φωτισμοί της Ζωής Μολυβδά Φαμέλη. Εξυπηρετική η επιμέλεια κίνησης του Χρήστου Ξυραφάκη. Η Μαρία Αλιφέρη (Σοφία) έδωσε με επάρκεια και λεπτό χιούμορ τη μάνα Σοφία και ο Λάμπρος
Κωνσταντέας ικανοποιητικά τον Γιάννη. Ο Γιάννης Τσουμαράκης είχε όλη τη φρεσκάδα και την ανεμελιά και τη σπιρτάδα του εικοσάρη που ζητούσε ο ρόλος του Πάνου. Η Μαριλού Κατσαφάδου είναι μία εξαιρετική σουμπρέτα, τραγανή, σπαρταριστή, σπινταριστή: ό,τι χρειαζόταν ο ρόλος της Λου. Ο Σπύρος Χατζηαγγελάκης αποδείχτηκε ιδανικός για τον Μιχάλη. Μετέφερε όλο το άφημα του ανικανοποίητου 45άρη, το «την έζησα τη ζωή μου», το «όλα
τα έχω δοκιμάσει, τι άλλο;», το «τα έχω όλα γραμμένα», το «κανέναν δεν χρειάζομαι», το «κανέναν δεν έχω ανάγκη», που νομίζει πως δεν έχει τι άλλο, πια, να κάνει στη ζωή, με λεπτές αποχρώσεις, με εκφραστικότητα, με μία ραθυμία απολύτως ταιριαστή, με χιούμορ και ήταν ακριβώς το κέντρο, ο άξονας που χρειαζόταν η παράσταση. Τη στήριξε απόλυτα. Ένα έργο που αυτοδικαίως εισέρχεται στο σύγχρονο ελληνικό ρεπερτόριο και που νομίζω ότι θα παραμείνει (Φωτογραφίες: Χρήστος Συμεωνίδης).
(Αντί προγράμματος της παράστασης έχει κυκλοφορήσει, από την «Κάπα Εκδοτική», το κείμενο του έργου του Γεράσιμου Ευαγγελάτου «Blue Train»).
Θέατρο «Άλμα» / Κεντρική Σκηνή, 24 Φεβρουαρίου 2026.
Θέατρο «Άλμα» / Κεντρική Σκηνή, 24 Φεβρουαρίου 2026.












.jpg)
.jpg)








































