February 22, 2020

Στο Φτερό / Άντρες έτοιμοι για όλα ( ; )


«Enter Achilles» / Σύλληψη - σκηνοθεσία - χορογραφία (μαζί με τους ερμηνευτές, πρώην και νυν): Λόιντ Νιούσον (DV8 Physical Theatre). 


Οκτώ άντρες. Ο πρώτος θα ξυπνήσει με ένα όνειρο κάπως αγριευτικό -άντρες απειλητικοί. Πλάι του, ξαπλωμένη, η σύντροφός του: μία φουσκωτή, πλαστική κούκλα, αντικείμενο του πόθου και του πάθους του αλλά και της τρυφερότητάς του -πόση μοναξιά.... Και, μετά, θα βρεθεί με την παρέα του στον κατεξοχήν αγγλικό αντροκρατούμενο χώρο: μία παμπ. Άντρες -πολύ άντρες..., πολύ Άγγλοι, έως εθνικιστές...-, της εργατικής τάξης, κάπου στην Βόρεια Αγγλία, που θα κανιβαλίσουν: βγαλμένοι από τα γυμναστήρια, επιδεικνύουν τα μούσκουλά τους, γυμνοί κορμοί, τατουάζ παντού, πίνουν -πίνουν πολύ, μπύρες, μπύρες και άλλες μπύρες, το ποτήρι στο χέρι συνέχεια, μπεκρουλιάζουν, μεθούν, παραπατούν...-, καπνίζουν σαν φουγάρα, κάνουν πλάκες -χιούμορ φτηνό, χοντρό, χυδαίο-, βρίζουν, λένε μαλακίες, φτύνουν, μιλούν για τα πουλιά τους, μιλούν περιφρονητικά για το γυναικείο φύλο, κατεβάζουν τα παντελόνια τους, κατεβάζουν τα βρακιά τους, δείχνουν τους κώλους τους, χουφτώνουν τα αρχίδια τους, κοροϊδεύουν τις «αδερφές», μιμούνται σεξουαλικές πράξεις μεταξύ τους, βία, επιθετικότητα, ασκήμια, χουλιγκανισμοί, ριψοκίνδυνες συμπεριφορές, παλεύουν, αρπάζονται, τσακώνονται, καυγαδίζουν, τα σπάνε, η τηλεόραση ανοιχτή, δείχνει ποδόσφαιρο βέβαια, απλώνουν παντού σημαιάκια
της Εθνικής τους... Αντρίλα, ματσίλα, τεστοστερόνη που ξεχειλίζει. Ανάμεσά τους θα βρεθεί και ένας ξένος -κοντούλης και σκουρόχρωμος, οι άλλοι, πανύψηλοι, τον περνούν ένα κεφάλι. Ένας ξένος που χορεύει πιο «τρυφερά». Είναι, ίσως, γκέι; Είναι, ίσως, άντρας στρέιτ αλλά διαφορετικός από τα στερεότυπά τους; Θα του κάνουν μπούλινγκ, θα τον κράξουν, εκείνος θα πετάξει τα ρούχα του και θα μείνει με ένα κολάν αλλά Σούπερμαν, θα τους αιφνιδιάσει, θα τους τρομάξει αλλά, τελικά, θα τον πετάξουν από το παράθυρο. Ο ξένος, όμως, θα επανέλθει και, σιγά-σιγά, θα ενσωματωθεί μαζί τους. Και, ύστερα, κάποιος θα ανακαλύψει τη φουσκωτή κούκλα του φίλου τους. Θα τον λοιδορήσουν, θα την λοιδορήσουν, θα την κακομεταχειριστούν, ένα κορίτσι «από την πλατεία» θα τους πει ότι αυτό είναι σεξιστικό, αντιφεμινιστικό, «σκάσε» θα της φωνάξουν, θα βιάσουν την κούκλα, στο τέλος θα την σκίσουν, η κούκλα θα ξεφουσκώσει και αυτός που την είχε σύντροφό του θα τη θρηνήσει. Τραγούδια ποπ, έθνικ, ντίσκο..., από REM μέχρι Queen και «Bohemian Rhapsody», μέχρι Bee Gees και «Stayin’ Alive» και ένα φινάλε μελαγχολικό, αδιέξοδο, με το 

δάπεδο να κλίνει, να γέρνει, οι καρέκλες και τα αντικείμενα να γκρεμίζονται, κάτι σαν «Τιτανικός», ο άντρας που έχασε την κούκλα του να προσπαθεί να ισορροπήσει ενώ ο ξένος, από ψηλά, τραγουδάει «To Dream the Impossible Dream» από τον «Άνθρωπο από την Μάντσα». Ο Αυστραλός Λόιντ Νιούσον, χορευτής και χορογράφος, ιδρυτής και εμψυχωτής του «DV8 Physical Theatre» δημιούργησε (1995), για την ομάδα του, την παράσταση «Enter Achilles» («Εισέρχεται ο Αχιλλέας») -τίτλος αινιγματικός, που παραπέμπει στην «Ιλιάδα» και σε ένα από τα πρότυπα αρρενωπότητας, τον Αχιλλέα-, παράσταση που είχε εξαιρετική επιτυχία, παίχτηκε, ξαναπαίχτηκε αναθεωρημένη... -μία παράσταση εμβληματική, η οποία κατατάσσεται στο χορό αλλά άμεσα σχετίζεται και με το θέατρο, άπτεται, μάλιστα, του «in-yer-face theatre» -του «θέατρου στα-μούτρα-σου», είδους θεάτρου σκληρότητας, το οποίο αναπτύχθηκε στην Βρετανία τη δεκαετία του ’90. Την παράσταση αυτή φέτος (2020) ο Λόιντ Νιούσον αναβίωσε για την ομάδα χορού «Rambert» προσθέτοντας εκσυγχρονισμούς, όπως το Brexit και, στην τηλεόραση, οι διαδηλώσεις γι αυτό και άλλα επίκαιρα στοιχεία. Αλλά αυτά δεν έκαναν τη διαφορά, πινελιές καινούργιες μόνον είναι. Το «Enter Achilles» δεν θα άντεχε στο χρόνο, αν δεν διέθετε τη δυναμική την οποία φέρει. Ο Νιούσον έχει σχεδιάσει μία παράσταση εξαιρετικά προσεγμένη στις λεπτομέρειες, εξαιρετικά ισορροπημένη, εξαιρετικά μετρημένη, εξαιρετικά σαφή, με εκρηκτική εσωτερική ενέργεια, μία παράσταση «ενοχλητική» αλλά και απολαυστικά αστεία, που δεξιοτεχνικά αφήνει, μέσα από ρωγμές, να διακρίνονται η ανασφάλεια, οι φοβίες, οι ευαισθησίες -γιατί όχι και ομοφυλόφιλα ψήγματα- αυτών των «τόσο αρσενικών» αλλά και τόσο ευάλωτων, οι καλά κρυμμένες κάτω από τις μάσκες της επιβεβλημένης



αρρενωπότητας και της κυρίαρχης εικόνας του ανδρισμού. Το φινάλε της δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Οι οκτώ χορευτές του, οι «καταπιεσμένοι» μέσα στο εμπνευσμένο πρωτότυπο σκηνικό του Ίαν ΜακΝιλ -αυτή η χαμηλοτάβανη παμπ με το τζουκ μποξ, που οι άντρες είναι ψηλότεροι από τους τοίχους της-, ιδανικά επιλεγμένοι, υπηρετούν αξιοθαύμαστα, υπό τους ήχους της πρωτότυπης μουσικής του Έιντριαν Τζόνστον, το όραμα του σκηνοθέτη/χορογράφου, προσφέροντας ένα συναρπαστικό, καθηλωτικό παραστασιακό αποτέλεσμα. Μία παράσταση ευφρόσυνη, ξεσηκωτική, αστεία αλλά και μελαγχολική, που είμαι σίγουρος ότι θα σας ενθουσιάσει. Να τη δείτε! (Φωτογραφίες: Miguel Altunaga).

(Απολύτως κατατοπιστικό, κυρίως μέσω μιας μεταφρασμένης συνέντευξης του Λόιντ Νιούσον που περιλαμβάνει, το δωρεάν, δίγλωσσο -ελληνικά και αγγλικά- έντυπο πρόγραμμα της παράστασης).

«Στέγη» Ιδρύματος Ωνάση / Κεντρική Σκηνή, Ομάδα Χορού «Rambert» / Θέατρο «Sadler’s Wells», 19 Φεβρουαρίου 2020.

February 19, 2020

Τα παιδιά με τα κομμένα χέρια που τα έλεγαν αλήτες...


«Congo» / Καλλιτεχνική διεύθυνση: Φοστέν Λινιεκουλά, κείμενα: Ερίκ Βουιγιάρ. 



Κονγκό: μία αρχαία περιοχή της Αφρικής -«ένα τεράστιο δάσος και ένας ποταμός», ο Κονγκό- και μία ταραχώδης, αιματοβαμμένη, τραγική σύγχρονη ιστορία η οποία ξεκίνησε από την εποχή -δεκαετία του 1870- που «εξερεύνησε» την περιοχή ο Στάνλεϊ, συνεχίστηκε κάτω από το κνούτο των Βέλγων του Λεοπόλδου Β΄ που τη μετέτρεψαν στα μέτρα τους, αρχικά σε «Ανεξάρτητο Κράτος του Κονγκό» και, κατόπιν, ανοιχτά, ως Βελγικό Κονγκό, σε αποικία, και κατέληξε το 1960 στη δημιουργία δύο χωριστών κρατών που βάφτηκαν
και ακόμα βάφονται στο αίμα με πραξικοπήματα, με πολέμους, με εμφύλιους, με σφαγές... Ο Κονγκολέζος -από την Λαΐκή Δημοκρατία του Κονγκό, πρώην Ζαΐρ- χορογράφος Φοστέν Λινιεκουλά στην παράστασή του «Congo» (2019) έχει καταπιαστεί με το σκοτεινό, αβυσσαλέο αποικιοκρατικό παρελθόν της πατρίδας του ακουμπώντας στο ομώνυμο βιβλίο (2012) του Γάλου Ερίκ Βουιγιάρ, ένα κράμα ιστορίας και μυθοπλασίας. Ξεκινώντας από τη Διάσκεψη του Βερολίνου του 1884/1885, την οποία συγκάλεσε, στο εκεί Ανάκτορο Ρατζιβίλ -κατοπινή
Kαγκελαρία-, ο παντοδύναμος, τότε, καγκελάριος της αυτοκρατορικής Γερμανίας Ότο φον Μπίσμαρκ και στην οποία παρακάθησαν δεκατέσσερις κραταιές, τότε, αποικιοκρατικές ευρωπαϊκές δυνάμεις οι οποίες, μέσα σε ένα τετράμηνο, μοίρασαν την Αφρική, «επινοώντας» το Κονγκό, που κατοχυρώθηκε μαζί με τις τεράστιες φυτείες του καουτσουκόδεντρων στον τότε βασιλιά του Βελγίου Λεοπόλδο Β΄ προς οικονομική εκμετάλλευση. Η σκληρή, αυτή, εκμετάλλευση, όλο και σκληρότερη, έφτασε στα άκρα: ο διαβόητος Λεόν Φιεβέ, αναλαμβάνοντας, ως Επίτροπος, την περιοχή -κατόπιν Επαρχία-

του Ισημερινού, αφέθηκε, υπό την κάλυψη του Λεοπόλδου, να επιδίδεται σε ωμότητες, σε φρικαλεότητες -εκτελέσεις, κομμένα κεφάλια, πυρπολήσεις, λεηλασίες, ξεχερσώματα χωραφιών...- έως και να διατάξει, για όσους ντόπιους δεν προσκόμιζαν την απαιτούμενη ποσότητα καουτσούκ -πολλά παιδιά ανάμεσά τους-, να τους ακρωτηριάζουν το δεξί χέρι -χιλιάδες κομμένα χέρια,
σωροί τα κομμένα χέρια... Συγκλονιστικά, μέσα στη λυρικότητά τους, χωρίς να τους λείπει το χιούμορ, τα κείμενα του Ερίκ Βουιγιάρ. Ο Φοστέν Λινιεκουλά, ταγμένος στην αναδίφηση του κρυμμένου για πολλές δεκαετίες φρικτού παρελθόντος της πατρίδας του, θέλησε, βαθύτατα επηρεασμένος, να τα φέρει στη σκηνή: τρεις κονγκολέζοι καλλιτέχνες επί σκηνής -ένας ηθοποιός που εκφωνεί τα κείμενα, μία τραγουδίστρια που διανθίζει την παράσταση με ντόπια τραγούδια και ο ίδιος ο χορογράφος που χορεύει. Αλλά πιστεύω πως ο Φοστέν Λινιεκουλά, θέλοντας να δώσει έμφαση στο κείμενο -ακούγονται τα τρία τέταρτα του βιβλίου- έχασε τις ισορροπίες. Το τραγούδι και, κυρίως, ο -ελάχιστος- χορός απλώς συμπληρώνουν το παραστασιακό αποτέλεσμα που καταλήγει σε κάτι σαν audio book ενώ από τους διοργανωτές έχει καταταχτεί κάτω από τη βινιέτα «χορός». Ένοιωσα να παρακολουθώ μία -συγκλονιστική, ούτως ή άλλως-
πανεπιστημιακή παράδοση για την ιστορία του Κονγκό -με δυσκολία, καθώς, επιπλέον, οι υπέρτιτλοι ήταν και πολύ πυκνοί και, λόγω φωτισμών, δυσδιάκριτοι- διανθισμένη με κάποια τραγούδια και λίγο χορό και με ένα δυνατό φινάλε. Περίμενα κάτι περισσότερο. Διαφορετικά, θα μπορούσα μόνο να διαβάσω το βιβλίο του Βουιγιάρ (Φωτογραφίες: Ορέστης Σερέφογλου).

(Διαφωτιστικό, κυρίως μέσα από τα μεταφρασμένα αποσπάσματα μιας συνέντευξης του χορογράφου, το έντυπο πρόγραμμα της παράστασης -δωρεάν, δίγλωσσο -ελληνικά και αγγλικά ως προς τις βασικές του πληροφορίες. Το βιβλίο «Κονγκό» του Ερίκ Β(ο)υιγιάρ κυκλοφορεί, μεταφρασμένο στα ελληνικά από τον Γιώργο Φαράκλα -Εκδόσεις «Πόλις», 2018. Με το ίδιο θέμα παίζεται -για δεύτερη σεζόν, φέτος στο θέατρο «Faust», κάθε Πέμπτη- και το έργο «Leopold ή Κόβοντας τα δάχτυλα του κοινού» του Θανάση Τριαρίδη, από την ομάδα «ex-anima» και σε σκηνοθεσία Μαρίας Τσομπανάκου).

«Στέγη» Ιδρύματος Ωνάση / Κεντρική Σκηνή, 14 Φεβρουαρίου 2020.

February 15, 2020

Στο Φτερό / Η μαγεία της Ρομίνα Μπάσο


Καμεράτα-Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής: συναυλία «Η μαγεία του Αντόνιο Βιβάλντι» / Μουσική διεύθυνση: Μάρκελλος Χρυσικόπουλος. Σολίστ: Ρομίνα Μπάσο, μέτζο σοπράνο. 



Μία σπουδαία φωνή: η ιταλίδα μέτζο Ρομίνα Μπάσο. Ένας τσεμπαλίστας που εξελίχθηκε σε αρχιμουσικό ο οποίος εμφανίζεται όλο και ωριμότερος: ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος. Και ένα μουσικό σύνολο εξαιρετικά δεμένο και, παρά τις αντιξοότητες που έχει συναντήσει, διαρκώς εξελισσόμενο: η Καμεράτα-Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής. Όλοι «ειδικευμένοι» -χωρίς να είναι «κολλημένοι» σ’ αυτό-, και με ήδη εξαίρετες επιδόσεις στο ενεργητικό τους, στο μπαρόκ και στον πρώιμο κλασικισμό. Ήταν επόμενο μία συναυλία αφιερωμένη στην «Μαγεία του Αντόνιο Βιβάλντι», του βενετσιάνου συνθέτη που το τάλαντό του κάρπισε στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα, ενός από τους σημαντικότερους αν όχι του κορυφαίου εκφραστή του ιταλικού μπαρόκ, με τους συγκεκριμένους συντελεστές να έχει την αναμενόμενη επιτυχία. Όπερ και εγένετο. Μόνο που το αποτέλεσμα ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Καταρχάς ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος, εκτός από 

την εξέλιξή του ως αρχιμουσικός, διακρίνεται για τις ιδιαίτερες επιλογές του στα προγράμματα των συναυλιών του. Αυτή τη φορά επέλεξε, ανοίγοντας τα αστείρευτα σεντούκια του πολυγραφότατου συνθέτη, ένα πρόγραμμα αποκλειστικά με Βιβάλντι και με σολίστα μία μέτζο με «ειδικότητα» στον Βιβάλντι όπου έχει διαπρέψει. Με την οποία συνεργάζεται εδώ και χρόνια σε όλες τις -πολλές- έως τώρα εμφανίσεις της στην Ελλάδα αλλά έχει συνεργαστεί και σε ηχογράφηση. Αυτή η όσμωση ήταν φανερή. Η Ρομίνα Μπάσο, κομψότατη -κοντοκουρεμένο μαλλάκι, μαύρο στενό παντελόνι έξοχα συνδυασμένο με ένα λαμπερό, στενό, μαύρο παγιετέ σακάκι στο πρώτο μέρος, με μία διάφανη μαύρη τουνίκ στο δεύτερο-, εκφραστικότατη, με φωνή σε πλήρη ακμή ακόμη, ζεστό φωνητικό μέταλλο, εξαιρετικούς εσωτερικούς ρυθμούς, τραγούδησε -ερμήνευσε είναι το ορθό- άριες του Βιβάλντι με σθένος, με κύρος, με γνώση, με βαθύ αίσθημα και με μία εκπληκτική τεχνική -εξαιρετικό φραζάρισμα με το τραγανιστό ρω της, να βγαίνουν από το λαρύγγι της ανεπαισθήτως, σαν σχεδόν

αδιόρατα νήματα, λεπτές ηχητικές αποχρώσεις και κατευθείαν, με απαράμιλλη δεξιοτεχνία, να περνάει σε εκρήξεις συναρπαστικές: από την όπερά του «Φαρνάκη» (1727), απο το ορατόριο «Ιουδίθ θριαμβεύουσα» (περίπου 1716-1717), δύο από την όπερα «Ορλάνδος μαινόμενος» (1727), από τη σερενάτα-παστίτσο «Απελευθερωμένη Ανδρομέδα» (1727) και από την όπερα «Άργιπος» (1730), άρια με την οποία έκλεισε το κανονικό πρόγραμμα. Που το άνοιξε η ορχήστρα με την «Τρέλα», R.V. 63, προφανώς μεταγραφή για σύνολο δωματίου της Σονάτας για δύο βιολιά και μπάσο κοντίνουο, έργο 1, αρ. 12 (1705). 
Στο πρώτο μέρος ακούσαμε από την Καμεράτα και το Κοντσέρτο για μαντολίνο R.V. 425 (1725), όπου ο Θεόδωρος Κίτσος άφησε τη γιγάντια θεόρβη του, το όργανο που παίζει στην ορχήστρα, και πέρασε στο προσκήνιο και στο αντιστρόφως αναλόγου μεγέθους μαντολίνο ως σολίστ, διαπρέποντας -με την αγαστή συνεργασία του μαέστρου που, απόλυτος γνώστης του ύφους, οδήγησε το σύνολο να αγκαλιάσει διακριτικά τον «μικρό» ήχο του μαντολίνου-, ενώ, στη συνέχεια, ο ίδιος συνόδευσε με το μαντολίνο του -ένα συναρπαστικό «ντουέτο» πλαισιωμένο από την Καμεράτα- και την μέτζο στην άριά της από το «Ιουδίθ θριαμβεύουσα» που ακολουθούσε. Το δεύτερο μέρος άνοιξε και πάλι η Καμεράτα με το κοντσέρτο για δύο βιολιά, R.V. 522, το αρ. 8 από τη συλλογή «Ο Αρμονικός Οίστρος», έργο 3 (1711) -αποτελεσματικότατοι σολίστες, ο εξάρχων της Καμεράτας Σέρτζιου Ναστάσα και η Οτίλια Αλιτέι, μέλος της- ενώ την ακούσαμε και στην Συμφωνία (Κοντσέρτο) για έγχορδα R.V. 127 (χρονολογείται μεταξύ 1717 και 1736). Η βραδιά -μία βραδιά κερδισμένη και καλαίσθητη, με την οθόνη στο φόντο να βάφεται με χρώματα και σχέδια αφηρημένα- ολοκληρώθηκε -η έκπληξη-«απιστία» στον Βιβάλντι- με Χέντελ: η υπέροχη πάντα Ρομίνα
Μπάσο, με «καβαλιέρο» τον Αλέξανδρο Οικονόμου της Καμεράτας και το μπαρόκ φαγκότο του και πλαισιωμένη από την ορχήστρα, τραγούδησε, ως ανκόρ, μία άρια από τον «Ρινάλντο» (1711) του Τζορτζ Φρίντερικ (Γκέοργκ Φρίντριχ) Χέντελ γοητεύοντας και πάλι (Φωτογραφίες: Ανδρέας Σιμόπουλος).

(Ένα -δωρεάν- καλόγουστο έντυπο δίπτυχο με τα απολύτως βασικά συνόδευε τη συναυλία. Προσωπικά θα ήθελα περισσότερα στοιχεία για τα έργα και πιο εκτεταμένα βιογραφικά).

Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος» / Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος», 10 Φεβρουαρίου 2020.

February 10, 2020

Της πόζας και της εκζήτησης


Το μικρό Τέταρτο Κουδούνι

«Το καινούργιο σπίτι» του Κάρλο Γκολντόνι / Σκηνοθεσία: Γιάννης Σκουρλέτης. 


Βενετσιάνος αστός του 18ου αιώνα, ο οποίος, με τη φιλοδοξία της κοινωνικής ανόδου, ξόδεψε άσκεπτα την οικογενειακή περιουσία και έκανε, πρόσφατα, γάμο με μία κακομαθημένη, φαντασμένη αλλά άφραγκη αριστοκράτισσα, την Καικιλία, που οι απαιτήσεις της τον έχουν φέρει στα όρια της χρεοκοπίας, ο
άβουλος Αντζολέτο δεν βάζει μυαλό: παρασυρμένος από την Καικιλία, νοικιάζει για χάρη της, μετασκευάζει και επιπλώνει, ένα μεγάλο καινούργιο σπίτι, ένα παλάτσο, πέρα και πάνω από τις οικονομικές του δυνατότητες, χρωστώντας στους πάντες, χωρίς, όμως, ποτέ να μπορεί να ικανοποιήσει τη γυναίκα του η οποία βρίσκεται και σε διαρκείς προστριβές με την αδελφή του, την σε
ηλικία γάμου αλλά ανύπαντρη, καθώς δεν έχει προίκα, Μενεγκίνα, που θα μείνει μαζί τους, επίσης δυσαρεστημένη με το καινούργιο σπίτι καθώς έχασε τον Λορεντσίνο, νεαρό γείτονα στο παλιό σπίτι,
με τον οποίο φλέρταρε. Οι ελπίδες όλων είναι, πια, στραμμένες στον πλούσιο αλλά γκρινιάρη και θυμωμένο με τον ανιψιό του, για τις σπατάλες του και τον γάμο για τον οποίο δεν τον ενημέρωσε, μπακάλη θείο Χριστόφορο. Ο οποίος, τελικά -ο από μηχανής θείος Χριστόφορος- θα πειστεί και θα τους βοηθήσει με τον όρο, καθότι προσγειωμένος, να εγκαταλείψουν τη σκέψη για το «καινούργιο σπίτι» και να μην το κατοικήσουν ποτέ. «Το καινούργιο σπίτι» (1760) είναι μία χυμώδης κωμωδία

που ο  ώριμος, πολυγραφότατος Κάρλο Γκολντόνι έχει γράψει με την εξαιρετική αίσθηση δραματικής οικονομίας την οποία διέθετε, που δεν πλατειάζει, σφιχτή, με καλά διαγραμμένους χαρακτήρες 
και ας χρησιμοποιεί ο βενετσιάνος συγγραφέας υλικά από προηγούμενα έργα του. Μία κωμωδία που σατιρίζει τη βενετσιάνικη κοινωνία της εποχής του και την τάση της να μην έχει μάθει να απλώνει τα πόδια της μέχρις εκεί που φτάνει το πάπλωμα. Άρα απολύτως επίκαιρη στις οικονομικά ξέφραγες μέρες που ζούσαμε μέχρι πρόσφατα. Το σκηνοθέτη Γιάννη Σκουρλέτη δεν τον απασχόλησε αυτό. Τον απασχόλησε, πρωταρχικά, να δείξει -και δεν έχει άδικο- μία μουχλιασμένη, νεκρή,

σάπια κοινωνία. Αλλά, για να το εκφράσει, η ιδέα του ήταν να τοποθετήσει την παράστασή του σε έναν ταφικό χώρο, κάτι ανάμεσα σε κατακόμβες και μπαρόκ 

μαυσωλεία, με έναν queer χορευτή, μαύρο άγγελο του θανάτου, να περιφέρεται απειλητικά και τις γειτόνισσες από τον πάνω όροφο, αδελφές Κέκκα και Ροζίνα, με συμπεριφορά βαμπίρ -κάτι από ατμόσφαιρα Τιμ Μπάρτον. Βρήκα αυτή την ιδέα-μεταφορά αφελή, επιφανειακή. Επιπλέον ο σκηνοθέτης στιλιζάρισε την παράσταση στο έπακρον 

φορτώνοντάς τους ρόλους (κίνηση Τάσος Καραχάλιος) με μεγάλες, χορευτικές, οπερατικές κινήσεις και διαρκείς πόζες, που, προσωπικά, τις θεώρησα εντελώς περιττές έως άκρως εξεζητημένες. Ο Γιάννης Σκουρλέτης έστησε ένα μνημειακό σκηνικό, καλόγουστο αλλά ψυχρό και καθόλου λειτουργικό, που έπαιζε το ρόλο διακοσμητικού στοιχείου 

και όχι σκηνικού, ισοπεδώνοντας τους δύο χώρους των τριών πράξεων, ενώ στα κοστούμια επέλεξε ένα ανακάτεμα εποχών και στιλ από τον 18ο αιώνα έως τα κόμικς, καθόλου, κατά τη γνώμη μου, αποδοτικό. Και όλα αυτά πάνω στην απλή, άμεση, λαϊκή μετάφραση της Ειρήνης Μουντράκη -να επισημάνω μόνον ότι η Μενεγκίνα είναι κουνιάδα της Καικιλίας και η Καικιλία νύφη της Μενεγκίνα, κάπως αυτά έχουν μπερδευτεί-, η οποία αποτρέπει κάθε εκζήτηση. Έτσι η εκζήτηση του παραστασιακού αποτελέσματος εξογκωνόταν και

προβαλλόταν περισσότερο, με τη μετάφραση και τα επί σκηνής να αλληλογρονθοκοπούνται. Δυστυχώς ούτε οι μουσικές και τα α λα μπαρόκ -σε στίχους του- τραγούδια του Πάνου Ηλιόπουλου, που 
τραγουδούσε ο βαρύτονος Χάρης Ανδριανός, με έπεισαν. Όπως πεπεισμένοι δεν μου φάνηκαν και οι ηθοποιοί της διανομής. Υποχρεωτικά ακολουθούσαν, βέβαια, τη σκηνοθετική γραμμή αλλά όχι με την ίδια όρεξη. Ο καλός Ντένης Μακρής υπερέβαλλε δίνοντας έναν Αντζολέτο που δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε να είναι τόσο «θηλυκός». Η Εύη Σαουλίδου και, κυρίως, ο Θανάσης Δήμου 

ήταν οι μόνοι που, χωρίς να «ανεξαρτητοποιηθούν», είχαν ξεφύγει από τη σκηνοθετική παγίδα κρατώντας επιτυχώς τις ισορροπίες.

Θέατρο «Rex» / Σκηνή «Μαρίκα Κοτοπούλη», Εθνικό Θέατρο, 7 Φεβρουαρίου 2020.