May 15, 2026

Μια Ηθοποιός -με κεφαλαίο το ήτα

 
Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 281
 



Ένα κείμενο -της Ζέτης Φίτσιου- όχι μεγάλων αξιώσεων κάπως απλοϊκό το βρήκα. Κατάλληλο, ίσως, για τηλεόραση. Εν πάση περιπτώσει για το μεγάλο λαϊκό κοινό. Διανθισμένο με ποιήματα του Καβάφη: η «Αλεξάνδρεια» που είδα στο «Παλλάς». Ο Φωκάς Ευαγγελινός (σύλληψη και σκηνοθεσία), ο Μανόλης Παντελιδάκης (σκηνικά), η Ιωάννα Τσάμη (κοστούμια), η Ευανθία Ρεμπούτσικα (μουσική, στα γνώριμα μονοπάτια της) κι οι λοιποί συνεργάτες είχαν κάνει ό,τι μπορούσαν για να προκύψει  
μια παράσταση καλαίσθητη, ευχάριστη, με σωστούς ρυθμούς. Κι η παραγωγή καθόλου δεν είχε τσιγκουνευτεί. 

Μερικοί πολύ καλοί ηθοποιοί στη διανομή. Αλλά θα σταθώ στην Άννα Μάσχα. Στο ρόλο της Άννας Ζαχαριάδη, μιας πετυχημένης αιγυπτιώτισσας πρωταγωνίστριας της δεκαετίας του ’60, που ναι ο άξονας του έργου, την ξεχώρισα. Πρώτα και πάνω απ’ όλους. Όσο περνούν τα χρόνια, στερεώνεται η πεποίθησή μου πως πρόκειται περί χαρισματικής ηθοποιού. Πέρα απ’ την αιθέρια αλλά και στέρεη σκηνική παρουσία της, έχει μια μεγάλη γκάμα -απ την ανάλαφρη κωμωδία έως την αρχαία τραγωδία. Τη θαύμασα και πάλι. Είτε έλεγε/έπαιζε τα εύκολα κείμενα είτε απάγγελλε Καβάφη. Υπέροχη! Μια Ηθοποιός  με το ήτα κεφαλαίο.

Στο Φτερό / Τα ανείπωτα που ειπώθηκαν

 
«Το χελιδόνι» του Γκιλιέμ Κλούα / Σκηνοθεσία: Γιάννης Αναστασάκης.
 



Εκείνη, η Αμέλια, είναι εξηντάρα. Καθηγήτρια φωνητικής για προχωρημένους. Εκείνος, ο Ραμόν, τριανταπεντάρης. Δουλεύει σε ξενοδοχείο, σε διάφορα πόστα. Και του αρέσει να τραγουδάει. Κάποτε τραγουδούσε στη χορωδία του σχολείου του. Και τώρα θέλει, όπως ισχυρίζεται, να τραγουδήσει, σε μία τελετή για τη συμπλήρωση ενός χρόνου από το θάνατο της μητέρας του σε ατύχημα, ένα τραγούδι -«Το χελιδόνι»- που εκείνη του τραγουδούσε όταν ήταν μικρός. Και 
θέλει να το  τραγουδήσει όσο καλύτερα μπορεί. Γι αυτό έρχεται στην «κυρία Αμέλια». Να τον καθοδηγήσει. Εκείνη τον δοκιμάζει αλλά τον βρίσκει φωνητικά εντελώς ανεπαρκή. Δεν θέλει να τον αναλάβει. Τον στέλνει σε έναν άλλο δάσκαλο. Ο Ραμόν, όμως, πεισματικά επιμένει εκείνη να είναι η δασκάλα του. Την πείθει. Ο θάνατος της μητέρας του την αγγίζει. Είναι και εκείνη πληγωμένη. Βαθιά πληγωμένη. Έχει χάσει το γιο της, τον Ντάνι. Ήταν στα θύματα ενός τρομοκράτη του ISIS, που εισέβαλε σε ένα γκέι νάιτ κλαμπ και άφησε πίσω του 50 νεκρούς και 58 τραυματίες -δεν πολυθέλει να το συζητήσει.  

Ο Ραμόν της λέει ότι ήξερε τον Ντάνι. Πήγαιναν στο ίδιο σχολείο, ο Ντάνι ήταν λίγο μεγαλύτερός του αλλά ήταν μαζί στη χορωδία του σχολείου. Σιγά-σιγά δείχνει ότι ξέρει πολύ περισσότερα. Και ομολογεί ότι είχε ξεκινήσει ερωτική σχέση με τον Ντάνι από το σχολείο, τη διέκοψαν και, μετά από δέκα χρόνια, ξανάσμιξαν και ήταν σύντροφοι, έμεναν μαζί με τον Ντάνι για τρία χρόνια, μέχρι το θάνατό του. Η μητέρα του αιφνιδιάζεται -δεν ήξερε. Και αρνιόταν να ξέρει ότι ο γιος της ήταν ομοφυλόφιλος. Αλλά και εκείνος φοβόταν να της το πει. 
Της το ομολόγησε μόνο το βράδυ πριν σκοτωθεί, όταν πήγε να φάει μαζί της. Αλλά εκείνη αρνήθηκε να το συζητήσει -άλλαξε κουβέντα. Ο Ντάνι έφυγε, πήγε σπίτι του, της έγραψε ένα γράμμα για να της το στείλει και μετά πήγε στο γκέϊ κλαμπ όπου ανακοίνωσε στον Ντάνι ότι θέλει να παντρευτούν. Και πέθανε. Ο Ραμόν ήρθε να της πει να πάει στην τελετή που οργανώνουν για τον Ντάνι -και όχι για τη μητέρα του που είναι ζωντανή, όσα της είχε πει ήταν ψέματα, για 
να μπορέσει να την πλησιάσει- και της φέρνει το γράμμα του που βρήκε στο σπίτι τους. Η μάνα αρνείται να το διαβάσει, αρνείται να πάει στην τελετή, συγκρούονται, ο Ραμόν την κατηγορεί για τη στάση της έως τότε αλλά, τελικά, η αγάπη κερδίζει: τον αγαπούσαν και οι δύο. Η Αμέλια του ανοίγει την αγκαλιά της. Και τραγουδούν μαζί «Το χελιδόνι». «Το χελιδόνι» (2016, πρεμιέρα 2017) του Ισπανού/Καταλανού Γκιλιέμ Κλούα είναι ένα θεατρικό έργο για δύο που έναυσμά του ήταν η σφαγή, το 2016, στο γκέι νάιτ κλαμπ «Pulse» στο Ορλάντο της Φλόριντα, στις ΗΠΑ, αλλά που ο συγγραφέας, κρατώντας όλα τα άλλα στοιχεία, μετατόπισε στην Ισπανία. Ένα έργο έξυπνο, εξαιρετικής σκηνικής οικονομίας, πολύ καλά ζυγιασμένο -και οι δύο πλευρές, μάνα και σύντροφος, αντιτάσσουν πειστικά επιχειρήματα-, σφιχτοδεμένο, με αλλεπάλληλες, έντεχνες, ανατροπές αλλά, πάνω από όλα, βαθιά συγκινητικό και, ταυτόχρονα, ευθύβολα, καταγγελτικά πολιτικό και κοινωνικό. Για όλους εμάς που δεν τολμήσαμε να μιλήσουμε στους γονείς μας ενώ εκείνοι σίγουρα «ήξεραν» αλλά και για όλους που σιωπούν μπροστά 

στην ομοφοβία. Ένα πολύ δυνατό έργο που δεν «είναι για γκέι», απλώς, αλλά μπορεί να αγγίξει τους πάντες μέχρι δακρύων. Χρησιμοποιώντας τη θεατρικότατη, ρέουσα μετάφραση της -πρέσβειρας του ισπανικού, καταλανικού και ισπανόφωνου θεάτρου- Μαρίας Χατζηεμμανουήλ, ο σκηνοθέτης Γιάννης Αναστασάκης βρήκε τη φλέβα του. Και τη χτύπησε καίρια. Η παράστασή του έχει πολύ καλούς ρυθμούς, μέτρο και συγκίνηση. Βαθιά συγκίνηση, χωρίς να την εκβιάζει. Και διαθέτει δύο ηθοποιούς που δεν είναι απλώς εξαίρετοι αλλά η σκηνοθεσία τούς έχει δέσει σε μία αξιομνημόνευτη επαφή -υπάρχει αξιομνημόνευτη «χημεία» που 

λέμε. Η Μαρία Τσιμά, εγνωσμένου μεγέθους ηθοποιός, αλλά και ο νεότερος Κυριάκος Μαρκάτος σε κρατούν καθηλωμένο. Λιτά, όσο πρέπει τα σκηνικά της Αλέγιας Παπαγεωργίου αλλά θα μπορούσε να προσέξει περισσότερο τα κοστούμια. Εξυπηρετική η μουσική του Αντώνη Παπανικολάτου, όπως και ο σχεδιασμός φωτισμών των Βασίλη Παπακωνσταντίνου και Εβίνας Βασιλακοπούλου. Μία παράσταση που, αν τη δείτε, δεν θα την ξεχάσετε (Φωτογραφίες: Θεόφιλος Τσιμάς).
 
(Εξυπηρετικό, με τα βασικά, το δίπτυχο έντυπο πρόγραμμα της παράστασης. Το έργο, στη μετάφραση της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ, κυκλοφορεί από την Κάπα Εκδοτική. Να επισημάνω -καθώς πρώτη φορά το επισκέφθηκα- και για το, ουσιαστικά καινούργιο, στη θέση του άλλοτε «Θέατρου του Ήλιου», θέατρο «ΕΛΕΡ Ελένη Ερήμου», ότι είναι ιδιαίτερα προσεκτικά και καλόγουστα φτιαγμένο, χωρίς τις συνήθεις προχειρότητες).

Θέατρο «ΕΛΕΡ Ελένη Ερήμου», ΑΜΚΕ «Memento Mori», 12 Μαΐου 2026.

May 12, 2026

Στο Φτερό / Ο έρωτας και η ελευθερία που σκοτώνουν

 

«Κάρμεν» του Ζορζ Μπιζέ, λιμπρέτο (Μεριμέ) των Ανρί Μεγιάκ - Λουντοβίκ Αλεβί, μελοποίηση διαλόγων Ερνέστ Γκιρό / Μουσική διεύθυνση: Κωνσταντίνος Τερζάκης / Σκηνοθεσία: Ρομάν Ζιλμπέρ.


Αρνείται να αποδεχθεί τις κοινωνικές συμβάσεις. Η ανυπότακτη τσιγγάνα Καρμενθίτα -η Κάρμεν-, εργάτρια σε καπνεργοστάσιο της Σεβίλης του 1830. Και ξεσηκώνει πόθους. Πρώτα στο δεκανέα σε μονάδα δραγόνων Δον Χοσέ 



που βρίσκεται σε φυλάκιο πλάι στο εργοστάσιο και που προσπαθεί να δείξει αδιάφορος. Όταν τη συλλαμβάνει, μετά από έναν καυγά με μία άλλη εργάτρια, εκείνη του ρίχνει τα δίχτυα της και τον πείθει, καθώς έχει ξετρελαθεί μαζί της, γεγονός που ο Χοσέ προσπαθεί να αποκρύψει από την αγνή 

χωριατοπούλα Μικαέλα η οποία έρχεται από το χωριό του φέρνοντας χαιρετίσματα από τη μητέρα του, να την αφήσει να το σκάσει καλώντας τον στην ταβέρνα του Λίγιας Πάστια όπου χορεύει και τραγουδάει. Έτσι και γίνεται. Ο Χοσέ φυλακίζεται για το παράπτωμά του αλλά, όταν εκτίσει την ποινή του, πηγαίνει, όντως, στην ταβέρνα, άντρο των λαθρεμπόρων Ντανκάιρε και Ρεμεντάδο, όπου είναι με τις φίλες της Φρασκίτα και Μερθέδες. Εκεί, όμως, έρχονται, πιο πριν, ο διάσημος 

ταυρομάχος Εσκαμίγιο που η Κάρμεν τον προκαλεί και, κατόπιν, ο συνάδελφός του Χοσέ αλλά ανώτερός του, υπολοχαγός Θουνίγα που φλερτάρει με την Κάρμεν. Οι δύο άνδρες ξιφομαχούν. Αυτό αναγκάζει τον Χοσέ να λιποτακτήσει και να φύγει στα βουνά με την Κάρμεν, τις φίλες της και τους λαθρέμπορους. 

Έχει βγει στην παρανομία. Η Κάρμεν, που της τελείωσε ο έρωτας προσπαθεί να τον ξεφορτωθεί, καθώς μάλιστα τα τραπουλόχαρτα της δείχνουν θάνατο και για τους δύο. Ο Εσκαμίγιο έρχεται και πάλι. Θα είναι ο «επόμενος». Η Μικαέλα, επίσης και πάλι, εμφανίζεται φέρνοντας το κακό μαντάτο ότι η μητέρα του Χοσέ είναι ετοιμοθάνατη. Εκείνος την ακολουθεί στο χωριό του απειλώντας την Κάρμεν, τρελά ερωτευμένος μαζί της. Στην τέταρτη και τελευταία πράξη η Κάρμεν είναι πια με τον  

Εσκαμίγιο και μαζί έρχονται στην αρένα της Σεβίλης. Αλλά, εκεί είναι και ο Χοσέ που, όταν ο Εσκαμίγιο μπαίνει μέσα για την ταυρομαχία όπου πρωταγωνιστεί, ικετεύει αλλά και απειλεί την Κάρμεν να επιστρέψει κοντά του. Εκείνη διατρανώνει την ελευθερία της να πράττει ό,τι και όπως επιθυμεί. Ο Εσκαμίγιο, μέσα στην 

αρένα, σκοτώνει τον ταύρο κατω από τις επευφημίες του κοινού ενώ ο Χοσέ, απ’ έξω, μαχαιρώνει και σκοτώνει την Κάρμεν πριν παραδοθεί στις αρχές. Είναι το τέλος του απεγνωσμένου έρωτά του. Η όπερα (1857) «Κάρμεν» του Γάλου Ζορζ Μπιζέ, σε λιμπρέτο των Ανρί Μεγιάκ και Λουντοβίκ Αλεβί, που βασίστηκαν στην ομώνυμη νουβέλα (1845) του επίσης Γάλου Προσπέρ Μεριμέ, είχε πολλές αντιδράσεις για την -τότε- τολμηρότητά της, πριν και

μετά την πρεμιέρα της, αλλά, τελικά, έγινε διεθνής θεωρούμενη προάγγελος του βερισμού στην όπερα, και μία από τις πιο αγαπητές και πολυπαιγμένες στο οπερατικό ρεπερτόριο. Με τους διαλόγους της που ήταν σε πρόζα -εξ ου και το ανέβασμά της στην «Οπερά Κομίκ» του Παρισιού- να έχουν -ήδη από την πρεμιέρα της στην Βιένη, που δόθηκε την ίδια χρονιά (1875)- μελοποιηθεί σε ρετσιτατίβα (αδόμενους διαλόγους), με 

στίχους και πάλι του Λουντοβίκ Αλεβί, σε μουσική Ερνέστ Γκιρό. Η Εθνική Λυρική Σκηνή παρουσιάζει μία παράσταση της «Κάρμεν» που επιχειρεί να ανασυνθέσει την πρώτη παρουσίαση του έργου στην «Οπερά Κομίκ» του Παρισιού στις 3 Μαρτίου 1875. Η βασική 

δουλειά έγινε με βαθιά γνώση και επισταμένη μελέτη στα σωζόμενα σχέδια των σκηνικών και των κοστουμιών και στα εγχειρίδια σκηνοθεσίας της παράστασης του 1875 από το ιταλικό Παλατσέτο «Μπρου Τζάνε» - Κέντρο Γαλλικής Ρομαντικής Μουσικής. Τα -πολλά- κενά που, σίγουρα, υπήρχαν συμπληρώνονται από τη σκηνοθεσία του Ρομάν Ζιλμπέρ, τα σκηνικά του Αντουάν Φοντέν, τα φωτεινά, βυθισμένα στα χρώματα κοστούμια του Κριστιάν Λακρουά -όλα παραπέμπουν σε Γκόγια-, τους -εμπνευσμένους  

από τους φωτισμούς γκαζιού της εποχής- φωτισμούς του Ερβέ Γκαρί, σε αναβίωση Στεφάν ΛεΜπελ και τη χορογραφία του Βενσάν Σαγέ -όλοι οι συνεργάτες, Γάλοι-, τα οποία δημιουργούν ένα σκηνικό αποτέλεσμα συμβατικό, βέβαια, αλλά καλόγουστο και αποδοτικό, ίσως και γοητευτικό.  

Τη μουσική της παράστασης υπερασπίζεται με νεύρο και καλούς ρυθμούς -μόνον η εισαγωγή μου φάνηκε πολύ γρήγορη- η Ορχήστρα της ΕΛΣ με τον Κωνσταντίνο Τερζάκη στο πόντιουμ. η Χορωδία της ΕΛΣ με διευθυντή τον Αγαθάγγελο Γεωργακάτο -όχι τόσο συντονισμένη αυτή τη φορά, κυρίως το 

ανδρικό τμήμα της στην πρώτη πράξη- και η Παιδική Χορωδία της ΕΛΣ -εξαιρετική- με διευθύντρια την Κωνσταντίνα Πιτσιάκου. Στους μικρότερους ρόλους -Γιάννης Σελητσανιώτης (βαρύτονος, Θουνίγα),  Γεώργιος Ιατρού (βαρύτονος, Μοράλες), Χρύσα Μαλιαμάνη (σοπράνο, Φρασκίτα), Χρυσάνθη Σπιτάδη (μέτζο, Μερθέντες), Γιάννης Καλύβας (τενόρος, 

Ρεμεντάδο)- ξεχώρισα τον Χάρη Ανδριανό (βαρύτονος, Ντανκάιρε). Θαυμάσια, φωνητικά και υποκριτικά, Μικαέλα η σοπράνο Βασιλική Καραγιάννη, σε ένα ρόλο που της ταίριαζε κουτί. Πολύ καλός Εσκαμίγιο ο βαρύτονος Διονύσης Σούρμπης, αν και η φωνή του μου ακούγεται κάπως «μπουκωμένη». Ο

αμερικανός τενόρος Τσαρλς Καστρονόβο έχει θαυμαστή φωνή, μεγάλης έκτασης και έντασης αλλά τραγούδησε τον Δον Χοσέ περισσότερο «ιταλικά» παρά «γαλικά». Έξοχη φωνητικά η Κάρμεν της γαλίδας μέτζο Γκαέλ Αρκέζ. Με φωνή ευέλικτη, θερμή, εκφραστική ήταν πειστική και υποκριτικά, ειδικά στις δύο πρώτες πράξεις (πρώτο μέρος). Μία ικανοποιητική παράσταση. Αλλά μέσα μου το ερώτημα παραμένει: συμβατικές, «μουσειακές» παραστάσεις ή μεταμοντέρνες που αλλάζουν τα φώτα στα έργα; Η «Λουτσία ντι Λαμερμούρ» της Κέιτι Μίτσελ ή ο «Γιεβγκένι Ονιέγκιν» του Ντμίτρι Τσερνιακόφ δεν είναι η χρυσή τομή; (Φωτογραφίες: 1, 3, 4, 5, 6, 7, 10, 11, 12, 13, 14, 15 Γιάννης Αντώνογλου. 2, 8, 9 Βαλέρια Ισάεβα).

(Εξαιρετικά επιμελημένο το έντυπο πρόγραμμα-βιβλίο της παράστασης -υπεύθυνη έκδοσης Σοφία Κομποτιάτη. Με κείμενα που φωτίζουν την ιστορική σκηνοθεσία του 1875 και την όπερα -ξεχώρισα το «Οικογενειακή ψυχαγωγία ή ανηθικότητα;» του Νίκου Δοντά).        

Εθνική Λυρική Σκηνή / Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος», Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος, «Η Όπερα του Μέλλοντος από τη Μήτρα του Παρελθόντος»,   συμπαραγωγή «Μπρου Τζάνε» Γαλίας, Βασιλική Όπερα - Πύργος των Βερσαλιών Θεάματα, Όπερα Ορχήστρα της Νορμανδίας (Ρουέν), Παλατσέτο »Μπρου Τζάνε» - Κέντρο Γαλικής Ρομαντικής Μουσικής, 30 Απριλίου 2026.
 

May 10, 2026

Στο Φτερό / Το χρήμα! Το χρήμα!

 

«Εκείνος που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τα μεσάνυχτα» του Γκέοργκ Κάιζερ / Διασκευή, σκηνοθεσία: Θωμάς Μοσχόπουλος.

Γοητευτική ιταλίδα Κυρία -από την Φλορεντία-, λουσάτα ντυμένη, μετάξι που θροΐζει, πανάκριβη γούνα, υπερπαρφουμαρισμένη, επισκέπτεται μία τράπεζα επαρχιακής γερμανικής πόλης -της «μικρής πόλης Β»- και ζητάει να κάνει ανάληψη τριών χιλιάδων μάρκων από ένα έμβασμα δώδεκα χιλιάδων που εμφανίζει στο ταμείο και που έχει εκδοθεί από φλορεντινή 

τράπεζα. Ο Διευθυντής της Τράπεζας που ενημερώνεται από τον Ταμία, αν και γοητεύεται από την παρουσία της, όπως και όλοι οι παριστάμενοι, αρνείται να το εξαργυρώσει, καθώς από την τράπεζα που εξέδωσε το έμβασμα της Κυρίας, η οποία αντιμετωπίζεται με καχυποψία έως και με χυδαιότητα, ότι πρόκειται 

για απατεώνισσα, δεν έχει φτάσει επίσημη ειδοποίηση για το γνήσιο της υπογραφής της. Εκνευρισμένη η Κυρία αποχωρεί και ενημερώνει το γιο της, που ταξιδεύει μαζί του καθώς εκείνος συγκεντρώνει υλικό για τη διατριβή του πάνω στην ιστορία της τέχνης και ο οποίος ανακάλυψε σε μία ταβέρνα ένα πίνακα του, εκ των κορυφαίων, αναγεννησιακού ζωγράφου Λούκας Κράναχ του Νεότερου και μπορεί να τον αγοράσει σε τιμή ευκαιρίας γι αυτό χρειαζόταν επειγόντως τα χρήματα. Η αναμενόμενη από την Φλορεντία ειδοποίηση δεν θα αργήσει να φτάσει, η υπόθεση θα κλείσει «αναίμακτα» αλλά θα έχει ένα  παράπλευρο θύμα: 

ο Ταμίας που γοητεύτηκε από την Κυρία περισσότερο από τους άλλους όταν τον άγγιξε, πριν λυθεί το θέμα που ανέκυψε, σηκώνει 60.000 μάρκα που μόλις κατέθεσε ένας Κύριος, τα καταχράται εν ψυχρώ και πάει να συναντήσει την Κυρία στο ξενοδοχείο της, όπου της προτείνει να το σκάσουν μαζί. Εκείνη όμως αρνείται. Ο Ταμίας παρατάει την οικογένειά του και πάει στην «μεγάλη πόλη Β» -πιθανόν το Βερολίνο- όπου προσφέρει τα χρήματα ως χορηγία σε ένα ποδηλατικό μαραθώνιο αλλά, όταν υποκλίνονται στον Εξοχότατο 

που προσέρχεται, τα αποσύρει. Κατόπιν πάει σε ένα καμπαρέ για να αγοράσει σεξ αλλά απογοητεύεται και φεύγει αφήνοντας απλήρωτο το λογαριασμό, για να καταλήξει στην «Έδρα του Εξιλασμού» - τον Στρατό Σωτηρίας προφανώς. Απογοήτευση και εκεί. Το Κορίτσι που στάθηκε πλάι του έως εκείνη τη στιγμή, θα τον προδώσει στην αστυνομία. Για τα λεφτά της αμοιβής από την 

προκήρυξή του -πάντα το χρήμα... Εκείνος, τότε, σκορπάει τα χρήματα στον αέρα. Και, μετά, ακούγεται ένας πυροβολισμός. Έχει αυτοκτονήσει. Είναι μεσάνυχτα. Όλο κι όλο κράτησε μία μέρα, ούτε καν. Ο Γερμανός Γκέοργκ Κάιζερ στο έργο του (1912, πρεμιέρα 1917) «Εκείνος που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τα μεσάνυχτα» (πρωτότυπος τίτλος «Από το πρωί μέχρι τα μεσάνυχτα») δίνει ένα μοντέλο εξπρεσιονιστικού έργου, με ήρωες  

χωρίς ονόματα, που παραπέμπει στις «ηθολογίες» του ύστερου Μεσαίωνα. Ένα έργο με επτά σκηνές που δεν είναι απόλυτα συνδεδεμένες παρά έχουν άξονα μόνο το πρόσωπο του Ταμία. Μία μαύρη κωμωδία με πολύ ιδιαίτερο, πικρό χιούμορ. Ένα πολύ ενδιαφέρον έργο που απεικονίζει την παρακμή, την απόγνωση και το αδιέξοδο της εποχής του συγγραφέα και την ασφυξία από τον ανερχόμενο καπιταλισμό -το χρήμα ως θεός-, εξ ου 

και απόλυτα εκφράζει και τη δική μας -εδώ και τώρα- εποχή. Καίρια, λοιπόν, η επιλογή του Θωμά Μοσχόπουλου να το αφουγκραστεί και να το ανεβάσει αναπαράγοντας άψογα τον εξπρεσιονισμό του με βασικό συνεργάτη (καλλιτεχνική επιμέλεια - έξοχα σκηνικά – κοστούμια – βίντεο - εικαστική σύνθεση Key Visual ) τον Βασίλη Παπατσαρούχα, ο οποίος, πέρα από την πάντα θαυμαστή εικαστικότητα της δουλειάς του, έχει αλματωδώς προχωρήσει από τις επί σκηνής σκηνικές εγκαταστάσεις στη  

λειτουργικότητα των σκηνικών του. Οι φωτισμοί που σχεδίασε ο Νίκος Βλασόπουλος δίνουν αποφασιστικό χέρι βοηθείας, όπως και οι συναρπαστικά «αποπνικτικές» μουσικές του Δήμου Βρύζα και η κίνηση που έχει διδάξει η Ζωή Χατζηαντωνίου. Η παράσταση είχε ευτυχίσει και στη διανομή: ο ακομπλεξάριστος, με χιούμορ Βαλεντίνος Κόκκινος, ο Άλκης Μπακογιάννης, ο 

Κωνσταντίνος Πλεμμένος και ο Γιάννης Σαμψαλάκης έδιναν το καλύτερο σε όλους τους μικρούς ή μεγαλύτερους ρόλους που είχαν επωμιστεί. Ξεχώρισα την Ευγενία Σαμαρά που ήταν φορτωμένη με όλους τους γυναικείους ρόλους. Κυρίως, όμως, τον Ορφέα Αυγουστίδη. Στον Ταμία του, παρόντα σχεδόν συνεχώς στη σκηνή, έδινε ρεσιτάλ ερμηνείας: εύπλαστος, με χιούμορ, με εσωτερικότητα, με πλούσια εκφραστικά μέσα. Δεν είναι η πρώτη φορά αλλά άνετα πια κατατάσσεται στην πρώτη γραμμή των νεότερων ερμηνευτών. Μία σπουδαία παράσταση που ελπίζω ότι θα επαναληφθεί για να τη δει περισσότερος κόσμος. Είναι ένα μάθημα εξπρεσιονιστικού θεάτρου που δεν το παίζουμε, δα, και στα δάχτυλα... (Φωτογραφίες: Πάτροκλος Σκαφίδας).

 

 

(Δεν υπάρχει έντυπο πρόγραμμα αποκλειστικά για την παράσταση αλλά το υποκαθιστά το κείμενο της διασκευής όπως έχει τυπωθεί με τον τίτλο «Εκείνος που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τα μεσάνυχτα», σε ένα τομίδιο, από την «Κάπα Εκδοτική», καλαίσθητο, χωρίς όμως την επιμέλεια που συνηθίζει στις εκδόσεις της -έχουν διαφύγει λαθάκια, από τα οποία το πιο χοντρό στο βιογραφικό του Γκέοργκ Κάιζερ, όπου ως ημερομηνία γέννησής του φέρεται το… 1821 αντί του 1878- και χωρίς κάποια εισαγωγή που θα φώτιζε το έργο).

«Νέο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου - Μαριάννα Τόλη», 26 Απριλίου 2026.

May 9, 2026

Η αγάπη ως επιστημονική φαντασία

 
Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες,Τέτοια Λόγια… 280 
 



Επιστημονική φαντασία; Τρόπος του λέγειν. «Η απόσταση», κείμενο και σκηνοθεσία του Τιάγκο Ροντρίγκες, του πορτογάλου διευθυντή του Φεστιβάλ της Αβινιόν, όπου η παράσταση έκανε πέρσι τον Ιούλιο την πρεμιέρα της, όντως 

«διαδραματίζεται» 50 περίπου χρόνια μετά το σήμερα -το 2077- και συνίσταται από μια σειρά ανταλλασσόμενων φωνητικών μηνυμάτων ανάμεσα στον Άλι, ένα γιατρό, που βρίσκεται στην προοδευτικά καταρρέουσα Γη, και στην κόρη 

του Αμινά, που χάθηκε και την αναζητούσε και που τη βρίσκει στον Άρη! Έχει μεταναστεύσει εκεί, χωρίς να του το πει, μ’ άλλους, κυρίως νέους της γενιάς της, ελπίζοντας σ’ ένα καλύτερο μέλλον. 
Ο απεγνωσμένος πατέρας αποδέχεται την απόφασή της θεωρώντας την απομάκρυνσή της παροδική αλλά σιγά-σιγά αντιλαμβάνεται πως είναι οριστική. Πόσο μάλλον όταν μαθαίνει πως, μετά από περίπου 400 μέρες εγκατάστασης στον Άρη, η εταιρεία, στην οποία υπάγονται οι άποικοι που αποκαλούνται Επιλήσμονες, σβήνει τη μνήμη τους. Προσπαθεί να την πείσει να επιστρέψει, στις συζητήσεις τους εμφιλοχωρεί το παρελθόν, η μάνα που χάθηκε όταν το κορίτσι ήταν μικρό παιδάκι, η απόστασή τους δεν είναι μόνο τα εκατομμύρια χιλιόμετρα που τους χωρίζουν αλλά προϋπήρχε, με την Αμινά, από μικρή, να δείχνει σημάδια ανεξαρτητοποίησης, ο πατέρας στήνει γέφυρες αγάπης… Εις μάτην. Η Αμινά δεν επιστρέφει -δε θέλει να επιστρέψει. Έχει, εξάλλου, μείνει εκεί, στον Άρη,  
έγκυος. 
Τελικά, όμως, η αγάπη θα μείνει στο υπόστρωμα, ακόμα κι όταν η μνήμη της σβηστεί, ακόμα κι όταν οι αναμνήσεις της χαθούν. Το σπαρακτικά αισιόδοξο φινάλε θα σημαδέψει τον πατέρα αλλά κι εμάς, το κοινό.  
Ο Τιάγκο Ροντρίγκες, με συμπαραστάτες τους δυο ηθοποιούς του -τον έξοχο, σενεγαλέζικης καταγωγής, Γάλο Ανταμά Ντιοπ

και την Γαλίδα Αλισόν Ντεσάμ- και το εικαστικά πανέμορφο σκηνικό του επίσης Πορτογάλου Φερνάντο Ριμπέιρο -μια κυκλική σκηνή, αργά περιστρεφόμενη σε κάθε αλλαγή σκηνής, παραπέμποντας στην κίνηση των πλανητών, 
έως ότου αρχίσει να στροβιλίζεται, με δυο πεσμένους, ξεραμένους, συμπλεκόμενους κορμούς και μερικά βράχια, ένα ράφι με πικάπ παλαιού τύπου απ’ τη μεριά της Γης κι απ’ τη μεριά του Άρη, μια μεγάλη, γυάλινη σφαίρα μ’ ένα δεντράκι μέσα της- υλοποιεί το όραμά του με τον καλύτερο τρόπο: μια λιτότητα υποβλητική η οποία μεταφέρει στο θεατή συγκίνηση που αναβλύζει χωρίς  


τερτίπια, πεντακάθαρη. 
Αν προλαβαίνετε -απομένουν δυο παραστάσεις σήμερα Σάββατο κι αύριο Κυριακή- και βρείτε εισιτήριο, σπεύστε. Θα δείτε, κατά γενική ομολογία, μια παράσταση βαθιά αισθαντική.