February 26, 2026

Στο Φτερό / Ένα αστείο (;) με τέλος τραγικό ή Ο Άσσος που τρελαίνει ή Τραπουλόχαρτα που σκοτώνουν

 

«Ντάμα Πίκα» (Πούσκιν) της Έλσας Ανδριανού (διασκευή) / Σκηνοθεσία: Στάθης Λιβαθινός.


Αρχές της δεκαετίας του 1830, στην Πόλη του Αγίου Πέτρου, (που κακώς έχουμε μεταφράσει σε «Αγία Πετρούπολη»), στο μέγαρό της, ζει η υπέργηρη -87χρονη- Κόμισα Άννα Φεντότοβνα. Ακμαία, ακόμη μετέχει στην «κοσμική» κίνηση της «υψηλής κοινωνίας» της ροσικής πρωτεύουσας. Σε μία  
παρέα χαρτοπαιχτών αξιωματικών ο εγγονός της, πρίγκιπας Πάβελ Αλεξάντροβιτς Τόμσκι, εκμυστηρεύεται ότι η γιαγιά του, νέα, βρέθηκε στο Παρίσι του Λουδοβίκου 15ου όπου χαρτοπαίζοντας έχασε μία ολόκληρη περιουσία. Ο σύζυγός της αρνήθηκε να πληρώσει το χρέος της αλλά η Κόμισα βρήκε μία απροσδόκητη βοήθεια από τον 
κόμη του Σεν-Ζερμέν που της αποκάλυψε ένα συνδυασμό με τον οποίο θα μπορούσε να κερδίσει και να πάρει πίσω όσα έχασε. Εφαρμόζοντάς τον, όντως, κέρδισε. Και μάλιστα πολύ περισσότερα από όσα χρωστούσε. Αλλά, έκτοτε, δεν αποκάλυψε σε κανέναν το μυστικό. Ο γερμανικής καταγωγής αξιωματικός του Μηχανικού Χέρμαν, που είναι στην παρέα και ο οποίος, συνετός και εγκρατής, φοβάται και δεν παίζει ποτέ χαρτιά, επηρεάζεται εμμονικά από τη διήγηση αυτή και, επιδιώκοντας να μάθει το μυστικό του Σεν-Ζερμέν, πολιορκεί το σπίτι της Κόμισας. Σε ένα παράθυρο βλέπει την προστατευόμενή της -κάτι σαν ψυχοκόρη- Λιζαβέτα 

Ιβάνοβνα. Τη χρησιμοποιεί ως πολιορκητικό κριό. Αρχίζει να της στέλνει ερωτικά γράμματα, εκείνη τον ερωτεύεται και ένα βράδυ τον μπάζει στο σπίτι για να τον 
φιλοξενήσει στην κρεβατοκάμαρά της. Ο Χέρμαν, όμως, προτιμά την κρεβατοκάμαρα της Κόμισας -αυτός είναι ο στόχος του. Της ζητάει, την εκλιπαρεί να του φανερώσει το μυστικό. Εκείνη του λέει πως επρόκειτο, απλά, για ένα αστείο. Δεν την πιστεύει. Την απειλεί με το -άδειο- πιστόλι του και η γηραιά Κόμισα, από τον τρόμο της, πεθαίνει. Ο Χέρμαν το αποκαλύπτει στην Λιζαβέτα που αντιλαμβάνεται ότι ο αξιωματικός απλώς της πούλησε έρωτα και τη χρησιμοποίησε, αηδιάζει αλλά τον φυγαδεύει και δεν λέει τίποτα σε κανέναν. Στην κηδεία η Λιζαβέτα λιποθυμάει και ο Χέρμαν, έντρομος, νομίζει πως βλέπει την Κόμισα από το φέρετρό της να ανοίγει τα μάτια της και να τον κοιτάζει. Τη νύχτα τού εμφανίζεται το φάντασμά της και του «αποκαλύπτει» το μυστικό: τα χαρτιά που κερδίζουν 
 
είναι το 3, το 7 και ο άσσος αλλά πρέπει να παίζει ένα κάθε βράδυ. Και ότι, αφού κερδίσει, πρέπει να παντρευτεί την Λιζαβέτα και να μην ξαναπαίξει ποτέ. Την επομένη ο Χέρμαν σηκώνει τις οικονομίες του και πάει να παίξει. Την πρώτη
βραδιά κερδίζει με το 3, τη δεύτερη με το 7, την τρίτη, κρατώντας τον άσσο, πιστεύει ότι κερδίζει και πάλι αλλά 
τελικά, μυστηριωδώς, στα χέρια του βρίσκεται η ντάμα πίκα. Με τη μορφή της γριάς που του κλείνει το μάτι. Χάνει τα πάντα. Θα τρελαθεί και θα εγκλιστεί σε ψυχιατρείο ενώ η Λιζαβέτα παντρεύεται ένα δημόσιο υπάλληλο. Είναι η «Ντάμα πίκα», η νουβέλα (1833, πρώτη δημοσίευση 1834) του Ρόσου κλασικού Αλεξάντερ Σεργκέεβιτς Πούσκιν, ένα έξοχο κείμενο της λογοτεχνίας του φανταστικού, που συνδυάζει το ρομαντισμό με το μεταφυσικό -εμένα μου αφήνει την αίσθηση συγγένειας με τον Γερμανό Ε. Τ.  Α. Χόφμαν-, που την απόδοση και τη σφιχτή, απολύτως επιτυχημένη διασκευή της για το θέατρο έχει υπογράψει η Έλσα Ανδριανού. Η Έλσα Ανδριανού έμεινε σχετικά πιστή στη νουβέλα. Βασική αλλαγή είναι η προσθήκη
ενός προσώπου, του «Μοχθηρού Πνεύματος» που, πέρα από την αφήγηση την οποία επωμίζεται κατά ένα μέρος της, με επιτυχία  συμπυκνώνει και προσωποποιεί τη μεταφυσική διάσταση της νουβέλας. Το 

κείμενο, εκτός από τη διαμόρφωση  των διαλόγων, μοιράζει και στα ίδια τα πρόσωπα, πλην του Μοχθηρού Πνεύματος, την αφήγηση με τον τρόπο που έχει κάνει με επιτυχία η Έλσα Ανδριανού και σε προηγούμενες διασκευές πεζογραφημάτων για τον Στάθη Λιβαθινό. Ο οποίος 
υπογράφει τη δραματουργική επεξεργασία του κειμένου και τη σκηνοθεσία. Με γνώση και πείρα στο ροσικό ρεπερτόριο αλλά και στο ανέβασμα μη θεατρικών κειμένων, έχει δημιουργήσει μία, ανάλογα με το κείμενο της διασκευής, σφιχτοδεμένη παράσταση, με καλούς ρυθμούς και πολύ καλή καθοδήγηση 
των ηθοποιών, με ατμόσφαιρα αρκούντως σκοτεινή αλλά χωρίς να λείπει το χιούμορ. Βοηθάει πολύ το σκηνικό της Ελένης Μανωλοπούλου -μία στρογγυλή, περιστρεφόμενη σκηνή, εν είδει ρουλέτας- που έχει ειδικευτεί να τιθασεύει δύσκολους χώρους, όπως την αίθουσα του θεάτρου 
«Οδού  Κεφαλληνίας, και τα κοστούμια της -λίγο απλοϊκή βρήκα τη λύση του «ντυμένου» με τραπουλόχαρτα κοστούμι της Κόμισας-, ο σχεδιασμός φωτισμών του Αλέκου Αναστασίου, ο ηχητικός σχεδιασμός και το ηχητικό περιβάλλον, η διασκευή μουσικών κομματιών και η σύνθεση του Τηλέμαχου Μούσα, η μουσική επιμέλεια του Νέστορα Κοψιδά και η επιμέλεια κίνησης της Άννας Μάγκου. Η Μπέττυ Αρβανίτη η οποία ξέρει, εκτός από έργα, να διαλέγει  
 
ρόλους που της ταιριάζουν είναι η απολύτως κατάλληλη για να παίξει, με χιούμορ όπως πάντα. την Κόμισα. Ο Νίκος Αλεξίου (Χαρτοπαίκτης, Σύζυγος Κόμισας, Σεν Ζερμέν και Τσεκαλίνσκι), αν και δεν διαφοροποιείται αισθητά  
στους ρόλους του, έχει αποδοτική πείρα και ένα προσωπικό, κυνικό, μπλαζέ ύφος που ταιριάζει. Πολύ καλοί η Εύα Σιμάτου και, αν και με κάποιες υπερβολές, ο Παναγιώτης Καμμένος,  Ξεχώρισα το νεαρό Γιάννη Σύριο ο οποίος, με πολλές ικανότητες, τα δίνει όλα για τον Χέρμαν. Μία παράσταση που τη συστήνω (Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή).
 
(Πολύ προσεγμένο, όπως πάντα στο θέατρο «Οδού Κεφαλληνίας» που διατηρεί αυτό το «έθιμο», το έντυπο πρόγραμμα της παράστασης -επιμέλεια Παναγιώτης Μιχαλόπουλος. Τη νουβέλα του Αλεξάντρ Πούσκιν μεταφρασμένη στα ελληνικά μπορείτε να τη βρείτε σε μετάφραση Σοφίας Παπαχρήστου -Εκδόσεις Κοροντζής, 1979, Εκδόσεις Πατάκης, 1997 και Εκδόσεις «Σελίδες», 2022-, σε μετάφραση Λάμπρου Πετσίνη -Εκδόσεις Καστανιώτης, 1989-, σε μετάφραση Μήτσου Αλεξανδρόπουλου -Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», 1991-, σε μετάφραση Στράτου Κακαδέλη -Εκδόσεις «Ερατώ», 1998-, σε μετάφραση Νίκου Δημητρίου -Εκδόσεις Πατάκης, 2014).

Θέατρο «Οδού Κεφαλληνίας», Θεατρική Αστική Εταιρία «Πράξη», 19 Φεβρουαρίου 2026.

February 19, 2026

Στο Φτερό / Έβαλε ο Θεός σημάδι...

 

«Νίκος Ξυλούρης. Ο Αρχάγγελος της Κρήτης» της Ζαχαρένιας - Ιωάννας Πετράκη / Σκηνοθεσία: Νικορέστης Χανιωτάκης. 




7 Ιουλίου 1936. Στα Ανώγεια της Κρήτης -επαρχία Μυλοποτάμου νομού Ρεθύμνης- γεννιέται, σε οικογένεια με παράδοση στη μουσική και στη λύρα, ο Νίκος Ξυλούρης. Ένας σταθμός στην ιστορία της ελληνικής μουσικής. Ένας σπουδαίος λυράρης και μία Μεγάλη φωνή: ο Ψαρονίκος. Η 
ψυχή του θα μείνει για πάντα στα Ανώγεια. Από μικρός αρχίζει το τραγούδι και από μικρός, με τη μεσολάβηση δασκάλου του που πείθει τον πατέρα του, αποκτάει λύρα. Παρατάει το σχολείο και αρχίζει να τραγουδάει σε γάμους και πανηγύρια σε όλη την Κρήτη. Στα 17 του κατεβαίνει στο Ηράκλειο και αρχίζει να δουλεύει στο κέντρο «Κάστρο». Αντιμετωπίζει πολλές δυσκολίες, δυσκολίες και οικονομικές -η «ευρωπαϊκή» μουσική είναι τότε στο φόρτε της. Ερωτεύονται με την 16χρονη Ουρανία Μελαμπιανάκη και, κόντρα στις αντιρρήσεις του πατέρα της, το 1958, κλέβονται 

και παντρεύονται. Εκείνη θα μείνει για πάντα δίπλα του -στήριγμά του. Θα αποκτήσουν ένα γιο και μία κόρη. Οι Κρητικοί αρχίζουν να τον υποστηρίζουν. Το 1966 ηχογραφεί τον πρώτο του δίσκο, το σαρανταπεντάρι «Μια μαυροφόρα
που περνά» και στη συνέχεια και άλλους. Την ίδια χρονιά συμμετέχει σε ένα φολκλορικό φεστιβάλ που οργανώνεται στο Σαν Ρέμο της Ιταλίας και κερδίζει το πρώτο βραβείο. Το 1967 ανοίγει στο Ηράκλειο το κέντρο «Ερωτόκριτος». Τα πράγματα πάνε καλά πια. Ο δίσκος «Ανυφαντού» κάνει αίσθηση. Ο διευθυντής της Columbia Τάκης Λαμπρόπουλος τον ακούει σε ένα γάμο στα Ανώγεια, τον ηχογραφεί και στέλνει την κασέτα στον Σταύρο Ξαρχάκο. Το γράφουν οι εφημερίδες 
και ο Γιάννης Μαρκόπουλος, με σύσταση και του σκηνοθέτη Ερρίκου Θαλασσινού, τον καλεί και ηχογραφούν το «Χρονικό» και τα «Ριζίτικα». Το 1971 εμφανίζεται με τον Μαρκόπουλο στην 
μπουάτ της Πλάκας «Λήδρα». Συνεργάζεται με τον Θανάση Γκαϊφύλλια και το καλοκαίρι του ’73 η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος τον πείθουν να εμφανιστεί στο θέατρό τους «Αθήναιον» στο, γεμάτο υπονοούμενα για την κυβερνώσα χούντα, έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Το μεγάλο μας τσίρκο». Η μουσική και τα έξοχα 
τραγούδια είναι του Σταύρου Ξαρχάκου. Χαλάει ο κόσμος. Η παράσταση, ως αντιστασιακή πράξη, μπαίνει στον στόχο των χουντικών. Ο Ξυλούρης λογοκρίνεται και μποϊκοτάρεται. Τον Νοέμβριο του 1973, τις μέρες της εξέγερσης, μπαίνει μέσα στο Πολυτεχνείο και τραγουδάει μαζί με τους φοιτητές «Πότε θα κάμει ξαστεριά» και «Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί». Γίνεται κόκκινο πανί για τη Χούντα. Στη Μεταπολίτευση βραβεύεται από τη γαλική Μουσική Ακαδημία «Charles Cross» στην κατηγορία Διεθνούς Λαϊκής Μουσικής 
για τα «Ριζίτικα». Συνεργάζεται με τον Χρήστο Λεοντή στο «Καπνισμένο τσουκάλι» σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου, με τον Χριστόδουλο Χάλαρη, με τον Λίνο Κόκκοτο, με τον Ηλία Ανδριόπουλο σε ποίηση Γιώργου Σεφέρη, με τον Μάρκο Βαμβακάρη… ενώ επανέρχεται στα παραδοσιακά της Κρήτης -μεσουρανεί. Σιγά-σιγά, όμως, οι καιροί αλλάζουν -έρχονται άλλα είδη μουσικής να κυριαρχήσουν. Ανοίγει, για να εξασφαλιστεί, ένα δισκάδικο που αντέχει και μετά το θάνατό του, στα χέρια, πια, της Ουρανίας -45 χρόνια συνολικά. Το χειρότερο: τον Μάιο του ’79 τον χτυπάει ο καρκίνος. Στους πνεύμονες, με μετάσταση στον εγκέφαλο. Πηγαινοέρχεται στην Αμερική για θεραπείες. Δεν θα 
γλυτώσει. Στις 8 Φεβρουαρίου του 1980 πεθαίνει. Στα 43 του μόλις χρόνια. Ενταφιάστηκε στο Πρώτο Κοιμητήριο της Αθήνας, Η ψυχή του έμεινε, για πάντα, στα Ανώγεια. Αυτό που άφησε πίσω του, πέρα από τη σπουδαία φωνή του, ήταν το Ήθος και η λεβεντιά του. Αθάνατος! Τη ζωή αυτή και την καριέρα του Νίκου Ξυλούρη, με σύμβουλο δραματουργίας την ίδια τη γυναίκα του, την Ουρανία, οργάνωσε σε έργο θεατρικό, ένα έργο λαϊκό αλλά με γνήσια λαϊκότητα, αυτή που διέθετε και ο Ξυλούρης, η Ζαχαρένια-Ιωάννα Πετράκη η οποία επέλεξε τις 
σημαντικότερες στιγμές και τις μοντάρισε σε σύντομες σκηνές. Βέβαια έχει προκύψει μία αγιογραφία -γιατί σίγουρα θα υπήρχαν και σκοτεινές στιγμές στη ζωή αυτή-, αλλά ο τρόπος που η συγκίνηση παίρνει το πάνω χέρι, χωρίς να λείπει και το χιούμορ, είναι καθαρός, σεβαστικός, καθόλου «εύκολος» και φτηνός, όπως συνήθως συμβαίνει στα μεγάλα αυτά θεάματα, αλλά μέσα στην ελαφράδα του έργου διατηρείται μία γνησιότητα όχι συνηθισμένη -και αυτό αξίζει τον έπαινο. Ο Νικορέστης Χανιωτάκης που υπογράφει τη σκηνοθεσία και την επιμέλεια του κειμένου είχε το ακόμα δυσκολότερο έργο να στήσει μία παράσταση με πολλά τραγούδια, μια παράσταση μουσικού θεάτρου ουσιαστικά, όπου, συνήθως, τα τραγούδια 

δημιουργούν κοιλιές. Το απέφυγε. Το αντίθετο! Η παράσταση είναι σφιχτοδεμένη, γοργή, έχει τσαγανό και η συγκίνηση που φέρει το κείμενο γίνεται σεβαστή και τονώνεται χωρίς να καταλήγει στο μελόδραμα -υπάρχει μέτρο. Μία παράσταση τίμια. Όλα τα στοιχεία της ενισχύουν το καλό αποτέλεσμα: τα 

σκηνικά του Μανόλη Παντελιδάκη -γιγαντοφωτογραφίες με προοπτική-, τα κοστούμια της Ιωάννας Καλαβρού -έπρεπε να προσέξουν την περούκα του «Χάλαρη», είναι σχεδόν καρναβαλική-, οι χορογραφίες και η επιμέλεια κίνησης της Έλενας Γεροδήμου, οι φωτισμοί της Κατερίνας Μαραγκουδάκη και, βέβαια, το μουσικό κομμάτι, εξαιρετικά επιμελημένο -οι ενορχηστρώσεις 
και η μουσική διδασκαλία του μάστορα Ανδρέα Κατσιγιάννη, η φωνητική διδασκαλία του Γιάννη Μαθέ, οι καλοί μουσικοί της ζωντανής επί σκηνής ορχήστρας και τα αδέλφια Μαθιός και Ραφαήλ Δαμουλάκης στην κρητική μουσική και τα τραγούδια. Ήταν, προφανώς, πολύ δύσκολη η επιλογή για το ρόλο του Ξυλούρη αλλά, τελικά, αποδεικνύεται ιδανική η λύση που βρέθηκε: να τον επωμιστεί ο Αιμιλιανός Σταματάκης. Έχει το κατάλληλο παράστημα, δεν έχει έπαρση, είναι καλός ηθοποιός, δεν «παίζει» με το κοινό αλλά για το κοινό, έχει μία  
θαυμάσια φωνή και έχει πετύχει αξιομνημόνευτα τους τόνους και την κρητική προφορά του Ψαρονίκου, διακριτικά, χωρίς να τον μιμείται. Άψογος! Η Άλκηστις Πρωτοψάλτη κυριαρχεί με την παρουσία της ως Ουρανία Ξυλούρη σήμερα στο ρόλο της Αφηγήτριας που συνδέει τις σκηνές: είναι απολύτως πειστική στις πρόζες της και η φωνή της βρίσκεται σε εξαιρετική φόρμα. Η Αφηγήτρια που θα μπορούσε να θεωρηθεί δραματουργικό μειονέκτημα δικαιολογείται απόλυτα 

μέσα από τη χαλαρότητά της. Η Ελευθερία Πάλλα (Ουρανία), η Ξανθή Γεωργίου (Ειρήνη, μάνα της Ουρανίας και Γραμματέας του Λαμπρόπουλου), η Αναστασία Τσιλιμπίου (Ρηνιώ και Καρέζη), η Λίζυ Ξανθοπούλου (Μαριώ) ο Γιάννης Μαθές 


(Ξαρχάκος), ο Νίκος Γκέλια (Ερρίκος Θαλασσινός), ο Γιώργος Φλωράτος (Ψαρογιάννης), ο Γιάννης Ασκάρογλου (Φασουλάς), ο Γιάννης Πέτρου (Κεφαλογιάννης) και οι έμπειροι βετεράνοι Γιάννης Καλαντζόπουλος (Μιχαήλος, πατέρας της Ουρανίας) και Μιχάλης Αεράκης (Ψαρογιώργης, πατέρας του Νίκου), στέκονται καλά -και στους άλλους ρόλους που, οι περισσότεροι, παίζουν. Και ας υπάρχουν κάποιες αδυναμίες. Θα ξεχωρίσω, πάντως, τον 
Μέμο Μπεγνή, αγνώριστο, αρχικά, και πειστικότατο στο ρόλο του Τάκη Λαμπρόπουλου, διευθυντή της Columbia, με μία εξαιρετική, όπως πάντα, φωνή. Φωνητικά θαυμάσιοι είναι και όσοι από τους υπόλοιπους τραγουδούν, όπως ο Γιάννης Μαθές. Πολύ καλά φτιαγμένη η μικρού μήκους ταινία, επίσης σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη, η οποία εισάγει στην παράσταση αναφερόμενη στα παιδικά χρόνια του Ξυλούρη. Ας σημειωθεί ότι φέτος συμπληρώνονται 80 χρόνια από τη γέννησή του στα Ανώγεια, επέτειος την οποία η παραγωγή θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί εν όψει της μεγάλης περιοδείας της παράστασης που σχεδιάζεται για το καλοκαίρι. Μία παράσταση που δεν σέβεται μόνο τον  


Ξυλούρη αλλά και τους θεατές της, Συγκινήθηκα. Πολύ. Και για πολλούς λόγους (Φωτογραφίες: Γιώργος Καλφαμανώλης). 
 
(Παρατήρηση: η 15λεπτη, περίπου, ταινία αρχίζει ένα τέταρτο πριν από την αναφερόμενη ώρα έναρξης της παράστασης, πράγμα που σημαίνει ότι, αν δεν πάτε πολύ νωρίτερα στο θέατρο, μπορεί και να τη χάσετε). 

(Ένα καλόγουστο οκτασέλιδο έντυπο με τα απαραίτητα είναι το έντυπο πρόγραμμα της παράστασης -δεν αναφέρεται επιμελητής).  

Θέατρο «Ήβη», «Αθηναϊκά Θέατρα», 15 Φεβρουαρίου 2026.

February 13, 2026

Στο Φτερό / Από τον Σούμαν στον Ραχμάνινοφ: το εύρος του ρομαντισμού

 

Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου: ρεσιτάλ πιάνου. «Ραχμάνινοφ ΙΙΙ».


Εξαιρετική η ιδέα του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών για ένα κύκλο-αφιέρωμα στον Σεργκέι Βασίλιεβιτς Ραχμάνινοφ (1873-1943) -το ρόσο συνθέτη και πιανίστα που έφυγε από την Ροσία μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση και, τελικά, πήρε την αμερικανική υπηκοότητα, τον Ραχμάνινοφ που, ως συνθέτης, αντιμετωπίστηκε «συγκαταβατικά» έως περιφρονητικά στην εποχή του αλλά 
άντεξε σθεναρά στο χρόνο και πήρε το αίμα του πίσω, καθώς, σήμερα, αναγνωρίζεται πια ως ένας από τους κορυφαίους μεταρομαντικούς. Με τίτλο «Με Κέντρο τον Ραχμάνινοφ» ο Κύκλος περιλαμβάνει τέσσερα ρεσιτάλ πιάνου με τέσσερις διαπρεπείς πιανίστες μας -Τίτος Γουβέλης, Βασίλης Τσαμπρόπουλος, Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου, Αλεξία Μουζά- που έπαιξαν ή θα παίξουν έργα του για σόλο πιάνο μαζί με άλλα, άλλων συνθετών που συνδέονται, με διάφορους τρόπους, με τον Ραχμάνινοφ και δύο συναυλίες της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών με όλα τα Κοντσέρτα του για πιάνο και με τον Κορνήλιο Μιχαηλίδη στο πόντιουμ και σολίστ τον, επίσης ρόσο, πιανίστα Ντένις Κοζούχιν. Η τρίτη από τις εκδηλώσεις του Κύκλου Ραχμάνινοφ ήταν το ρεσιτάλ της Αλεξάνδρας Παπαστεφάνου. Πιανίστα 
 
με μεγάλη πείρα, δυναμική, με τεχνική θηριώδη, δεξιοτέχνις που δεν παραμερίζει το συναίσθημα αλλά και το ελέγχει, που αγγίζει ή χτυπά με αποφασιστικότητα αλλά χαλαρά, χωρίς σφίξιμο το κλαβιέ, η Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου επέλεξε να 
συνδυάσει στο πρόγραμμά της τον μεταρομαντικό Ραχμάνινοφ με τον Ρόμπερτ Σούμαν (1810-1856), συνθέτη από την καρδιά του ρομαντισμού, ο οποίος και κατέλαβε το πρώτο μέρος του ρεσιτάλ της. Το άνοιξε με το σύντομο, «ήμερο», ανάλαφρο «Blumenstück», έργο 19 για να συνεχίσει με ένα από τα αριστουργήματα του Σούμαν: «Συμφωνικές σπουδές», έργο 13 (1834, πρώτη εκτέλεση 1837, συμπληρωμένο 1890 με πέντε παραλλαγές που εκδόθηκαν μετά το θάνατό του), σπουδές που κυμαίνονται από μία αδιόρατη μελαγχολίαι, κάποτε, ένα πένθιμο τόνο, έως τη μεγαλοπρέπεια και την εμβατηριακή αυστηρότητα, έως και το  -υπέροχο- θριαμβικό φινάλε. Η Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου δεξιοτεχνικά αλλά και με αίσθημα απέδωσε την ποικιλία των 
ηχοχρωμάτων του έργου. Το δεύτερο μέρος του ρεσιτάλ ανήκε στον τιμώμενο Ραχμάνινοφ: μία «συγκόλληση» της πιανίστας εννέα από τις «Σπουδές-εικόνες» του -αρ. 1, 6, 7, 8 και 9 από το έργο 33 (1911) και αρ.1, 2, 3 και 5 από το έργο 39  (1916-1917), κομμάτια συχνά θλιμμένα, λεπτών αποχρώσεων που αποδόθηκαν με την ακρίβεια και το αίσθημα που απαιτούν. Το χειροκρότημα στο τέλος ήταν τόσο πλούσιο που έδωσε στην Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου την ευκαιρία να μας δώσει, με την ίδια ευαισθησία, γενναιόδωρα, τρία ανκόρ -και τα τρία του Σούμαν: «Ιντερμέτζο» από το «Σκηνές καρναβαλιού από την Βιένη», έργο 26 (1839), «Σοπέν» από το «Καρναβάλι», έργο 9  (1834-1835) και αρ. 1 «Βραδινό» από τα «Φανταστικά κομμάτια» έργο 12 (1837), Μία βραδιά που μας γέμισε (Φωτογραφίες: Χάρης Ακριβιάδης).

(Διαφωτιστικό το έντυπο πρόγραμμα της συναυλίας με τα γλαφυρά κείμενα του Τίτου Γουβέλη -υπεύθυνος έκδοσης δεν αναγράφεται).

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών / Αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος», «Με Κέντρο τον Ραχμάνινοφ», 11 Φεβρουαρίου 2026.
  
(Τη συναυλία παρακολουθήσαμε με εισιτήριο). 

January 29, 2026

Στο Φτερό / Έρωτας που κατρακυλάει στο θάνατο

  

«Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα» / Σύλληψη, σκηνοθεσία, χορογραφία, εικαστικός σχεδιασμός: Δημήτρης Παπαϊωάννου. Μουσική Γιώργος Κουμεντάκης. Λιμπρέτο «Lazarus» του Δημητρίου Καπετανάκη / Μουσική διεύθυνση: Θεόδωρος Κουρεντζής. Σολίστ: Ντιάνα Νοσίρεβα, σοπράνο

 


Ήταν πολλοί στον περίγυρό μας, από κοντά μας, δικοί μας άνθρωποι που, ήδη -από τη δεκαετία του ’80-, είχαν χαθεί. Από AIDS. Και ο φόβος δεν είχε περάσει -ακόμα δεν πέρασε. Ήταν ήδη 1995. Όταν ο Δημήτρης Παπαϊωάννου τολμηρά ανέβασε, με την «Ομάδα Εδάφους» και με μουσική του Γιώργου Κουμεντάκη, το «Ρέκβιεμ για  το τέλος του έρωτα». Μία παράσταση αφιερωμένη, τότε, το ΄95, «στους φίλους που τόσο άδικα χάθηκαν από το AIDS». Σε ένα δίπτυχο με τον 
τίτλο «Ενός λεπτού σιγή», μαζί με τα «Τραγούδια της αμαρτίας» του Μάνου Χατζιδάκι σε ποίηση του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Τώρα, 31 χρόνια μετά, επανέρχεται, χωρίς το δεύτερο μέρος του δίπτυχου, στο περίπου 40λεπτο «Ρέκβιεμ». Ο Γιώργος Κουμεντάκης, αφήνοντας πίσω του τις μοντερνιστικές τάσεις της μουσικής του, έχει γίνει πιο συναισθηματικός βασίζοντας το «Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα» στο ποίημα του πρόωρα χαμένου Δημητρίου Καπετανάκη «Lazarus» (1944), γραμμένο στα αγγλικά, που το χρησιμοποιεί ως λιμπρέτο, μεταφρασμένο στα ελληνικά από τον Αλέξανδρο Βεϊνόγλου. Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου ύψωσε στη σκηνή, με τη συνεργασία του Λουκά Μπάκα, πάνω στην αρχική ιδέα της Λίλης Πεζανού για την παράσταση του 1995, μία τεράστια 

μαύρη σκάλα, απότομη, σχεδόν κάθετη, που τη φώτισε αποκαλυπτικά, δαντικά, ο ίδιος μαζί με τον Στέφανο Δρουσιώτη. Και, πάνω της, έστησε μία περφόρμανς-εγκατάσταση, όπως τη χαρακτηρίζει, εξελίσσοντας την αρχική ιδέα του. Στη 

βάση της, ένα στενόμακρο τραπέζι όπου δύο άντρες πίνουν, στην αρχή, κόκκινο, «ματωμένο» κρασί, πριν ανεβούν τη σκάλα και πριν αρχίσουν, από την κορυφή της, σώματα ανδρικά, ντυμένα -τα ταιριαστά κοστούμια, του Βασίλη Παπατσαρούχα-, ημίγυμνα ή ολόγυμνα να γλιστρούν, να τσουλούν, να κατρακυλούν, να κουτρουβαλούν, να γκρεμίζονται, να κατακρημνίζονται, να σωριάζονται στη βάση της. Ξανά, και ξανά, 
και ξανά, και ξανά… Η αρρώστια αντιμετωπίζεται πια αρκετά αποτελεσματικά αλλά τα θύματα τότε ήταν πολλά. Και ήταν στιγματισμένα -γιατί η ασθένεια τους ομοφυλόφιλους έπληξε κυρίως, όταν ακόμα η ομοφυλοφιλία ήταν στίγμα και η ομοφοβία βρήκε ένα πάτημα για να φουντώσει. Φίλοι μας που χάθηκαν με τρόπο επώδυνο, που δεν πρόλαβαν τις θεραπείες που ήρθαν, που αναγκάστηκαν απεγνωσμένα να κρύβουν τα σημάδια από το σάρκωμα Καπόζι το οποίο συνόδευε πολλούς από αυτούς, να νομίζουν πως ξεγελούν όσους τους ρωτούσαν γιατί  
αδυνάτισαν, να επινοούν άλλες ασθένειες για να δικαιολογήσουν την όψη τους, όταν έφευγαν από τη ζωή νικημένοι, οι μεταφορείς των φερέτρων τους να αρνούνται να τα μεταφέρουν «για να μην κολλήσουν»… Ο φόβος ήταν διάχυτος. Η άγνοια απέραντη. Όσο και αν μαλάκωσε πια το πράγμα, η δουλειά του Δημήτρη Παπαϊωάννου ισχύει ακόμα. Και κουβαλάει μνήμες που δύσκολα σβήνουν. ΟΙ «Πιετά» που σέρνονται στις σκάλες, τα σώματα τα ανήμπορα που τα σήκωνες στην αγκαλιά σου για να τα πας στην τουαλέτα, οι σομιέδες που απολυμαίνονταν, οι ψίθυροι, η σιωπή, ο πόνος -όλα- εκεί είναι. Τίποτα δεν ξεχνιέται. Οι μνήμες γυρίζουν αμείλικτες. Τι πλήρωσαν; Τον έρωτα. Ακόμα κι ένα μπαλόνι που είχες δέσει 
στο κάγκελο του κρεβατιού στο δωμάτιο του νοσοκομείου και που, όταν ο θάνατος ήρθε, ο πατέρας του το έσκισε γιατί ήταν σκληρό και δεν έσπαγε, εκεί είναι. Και ας μη φαίνεται. Πέρα από το συναρπαστικό αισθητικό αποτέλεσμα, το απολύτως ποιητικό που ο μάστορας εικαστικός Παπαϊωάννου παρουσιάζει εμπνευσμένος από πίνακες, η περφόρμανς-εγκατάσταση, σ’ εμένα, οδυνηρές μνήμες ξύπνησε. Και η μουσική του Κουμεντάκη, την οποία ο Θεόδωρος Κουρεντζής την ανέδειξε και την εκτόξευσε, επικεφαλής ενός συνόλου μουσικών της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και του εξαίρετου φωνητικού συνόλου «ΜΕΙΖΟΝ Ensemble» που διευθύνει ο Αγαθάγγελος Γεωργακάτος, στοχεύει καίρια χωρίς ποτέ να γίνεται μελοδραματική. Με  την άψογη συμμετοχή της σοπράνο Ντιάνα Νοσίρεβα -της σολίστ στην παράσταση  
που εγώ παρακολούθησα. Στο αμείλικτο τέλος, οι γδούποι των σωμάτων που κατρακυλούν και προσγειώνονται στη βάση της σκάλας και οι καμπάνες που ακούγονται σιγά-σιγά να σβήνουν είναι ένα τέλος μελαγχολικό. Αυτής της μοναδικής παράστασης που ελπίζω να επαναληφθεί την επόμενη σεζόν (Φωτογραφίες: Γιούλιαν Μόμμερτ).. 

(Πληρέστατο, με εξαιρετικά κείμενα (Γιάννης Σαμπροβαλάκης, Δημήτρης Παπανικολάου, Γιώργος Σαμπατακάκης, Στεριανή Χρ. Τσιντζιλώνη), το δίγλωσσο -ελληνικά και αγγλικά- έντυπο πρόγραμμα της παράστασης -υπεύθυνη έκδοσης Σοφία Κομποτιάτη: ένα πολύτιμο βιβλίο-κομψοτέχνημα. Το ποίημα «Lazarus» του Δημητρίου Καπετανάκη στο αγγλικό πρωτότυπο περιλαμβάνεται στο «Έργα: Τόμος Πρώτος. Τα δημοσιευμένα (1933-1944), Βιβλίο Β΄, επιμέλεια Εμμανουέλα Κάντζια, Έκδοση Εταιρία Κοινωνικού Έργου και Πολιτισμού - Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2020).

Εθνική Λυρική Σκηνή / Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος», Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», Ομάδα Δημήτρη Παπαϊωάννου, 24 Ιανουαρίου 2026, βραδινή παράσταση. 

Το κείμενο είναι αφιερωμένο στην μνήμη του Γιάννη Γεωργαντά.

January 17, 2026

Μια συνάντηση που κατέληξε σε μια μεγάλη φιλία


Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 271



Πρόσφατα έγραφα για την «Εναλλακτική Σκηνή» της Λυρικής. Ότι δεν παύει να μας κάνει εκπλήξεις. Ευχάριστες βασικά εκπλήξεις. Η καινούργια λέγεται «Μπεν και Ίμο». Άχρωμος τίτλος, μπήκα από περιέργεια στη σελίδα της Λυρικής -τα δελτία Τύπου πέφτουν βροχή, δεν προλαβαίνω να τα καλοδιαβάσω -να δω περί τίνος πρόκειται. 
Και διαβάζω πως ο Μπεν του έργου είναι ο κορυφαίος άγγλος συνθέτης του 20ου αιώνα Μπέντζαμιν Μπρίτεν και η Ίμο, η Ίμοτζεν Χολστ, κόρη του επίσης άγγλου συνθέτη Γκούσταβ Χολστ, συνθέτρια και η ίδια. Και ότι πρόκειται για τη συνάντησή τους ενόψει της σύνθεσης από τον αγχωμένο, λόγω περιορισμένου χρόνου που έχει στη διάθεσή του, Μπρίτεν της όπερας «Γκλοριάνα,» με θέμα τη βασίλισσα Ελισάβετ Α΄ της Αγγλίας, παραγγελίας για να παιχτεί το 1953, ενόψει των εορτασμών με αφορμή τη στέψη της βασίλισσας Ελισάβετ Β΄, με την προοπτική η Χολστ να δουλέψει ως βοηθός του. Συνάντηση που εξελίχτηκε, μέσα από συγκρούσεις δυο διαφορετικών χαρακτήρων, σε στενή φιλική σχέση ανάμεσα στον ιδιότροπο ομοφυλόφιλο συνθέτη που είχε μόνιμο σύντροφο τον κορυφαίο τενόρο Πίτερ Πίαρς και στην γεμάτη ενέργεια νέα γυναίκα. 
Όταν διάβασα και ότι το έργο -το πιο πρόσφατό του (2024)- υπογράφει ο ριζοσπαστικός αλλά και καλός Μαρκ Ρέιβενχιλ (του Shopping and Fucking»), ότι σκηνοθετεί ο καλλιεργημένος και σοβαρός Γιώργος Σκεύας και ότι πρωταγωνιστούν δυο εξαίρετοι ηθοποιοί που πολύ εκτιμώ, ο Άρης Μπαλής και, κυρίως, η Αγγελική Παπαθεμελή, ενώ συμμετέχει κι η Παιδική Χορωδία της ΕΛΣ, τότε αποφάσισα να πάω τρέχοντας. Και μάλιστα -μολονότι δεν αγαπώ τις πρεμιέρες- την πρώτη μέρα, την Πέμπτη 22 Ιανουαρίου ελπίζοντας πως κι η παράσταση θα παρουσιάζει το ίδιο ενδιαφέρον με το θέμα του έργου. Στην «Εναλλακτική», λοιπόν, στην «Εναλλακτική»!