March 19, 2026

Στο Φτερό / Τελικά, όλοι κάποιον χρειαζόμαστε...

 
«Blue Train» του Γεράσιμου Ευαγγελάτου / Σκηνοθεσία: Γιώργος Σουλεϊμάν 
 



45άρης -παρά τέσσερις μέρες...-, γκέι, αδέσμευτος, με ερωτικές επιλογές της στιγμής, ο Μιχάλης ζει μόνος του, «γράφοντάς τα» όλα, ανεξάρτητος, σε ένα μικρό loft στο Γκάζι. Μέσα στην ακαταστασία -εργένικα. Εκεί δουλεύει, από το κομπιούτερ του. Κάποτε ζωγράφιζε. Όχι πια. Είναι μία 
συνηθισμένη Κυριακή, έχει γυρίσει από ξενύχτι σε μπαρ, λιώμα, έχει ξυπνήσει αργά με hangover, όταν, ξαφνικά, χωρίς ειδοποίηση, εμφανίζεται η μητέρα του, η Σοφία, που έρχεται να του φέρει «κάτι να φάει» να του δώσει τις συμβουλές της, να του κάνει τις υποδείξεις της, να τον καλέσει για να φάνε την Τετάρτη, στο πατρικό του, με την αδελφή του, τον άντρα και τα παιδιά της 

-συγκεντρώσεις που ο Μιχάλης απεχθάνεται και προσπαθεί να τις αποφεύγει- και, κυρίως, για να τον πείσει να πουλήσει το loft και να μετακομίσει, για να είναι κοντά, σε διαμέρισμα που άδειασε, στην ίδια πολυκατοικία όπου μένουν με τον πατέρα του, -κλασική ελληνίδα μάνα που τον θέλει κάτω από τον έλεγχό 

της. Εκείνος, που, στο μεταξύ, κάνει chat με νεαρούλη τον οποίο γνώρισε την περασμένη νύχτα στο μπαρ όπου βρισκόταν, αδιαφορεί -δεν έχει ανάγκη τη βοήθειά της. Όταν η μάνα φύγει, εμφανίζεται η κολλητή του, η Λου -φίλη ζωής, με πολλές κοινές αναμνήσεις και κοινές νεανικές τρέλες, πάντα τρελάρα, με κόρη έφηβη που η Λου την καταπιέζει και αντίστροφα, με σχέση που «δεν πάει» και με ευκαιριακές 
γνωριμίες -α λα Μιχάλης-, δημοσιογράφος σε portal εφημερίδας, καθόλου ευχαριστημένη από τη δουλειά της, που του προτείνει, για άλλη μία φορά, να κάνουν μία δική τους δουλειά, χωρίς ο Μιχάλης, που συνεχίζει το chat, να δείχνει ότι πείθεται -δεν την έχει ανάγκη. Έχουν πιει, η Λου έχει καπνίσει μπάφο και του ζητάει να μιλήσει στην κόρη της -και βαφτιστήρα του- να μην πάει μόνη της διακοπές. Όταν φύγει, τρίτος, εμφανίζεται ο Γιάννης, ο 35αρης πρώην του που ετοιμάζεται να φύγει στην Kύπρο για να διδάξει εκεί σε 

πανεπιστήμιο αλλά και να κάνει, με τη διάρκειας επτά χρόνων τωρινή σχέση του, σύμφωνο συμβίωσης. Ο Μιχάλης -δεν έχει σταματήσει το chat- αντιδρά -ότι ο Γιάννης έχει συμβιβαστεί- και τον ειρωνεύεται. Εκείνος θυμώνει αλλά του λέει πως, αν τον χρειαστεί, ξέρει πού θα τον βρει. Ο Μιχάλης δεν τον έχει ανάγκη. Ο τέταρτος που έρχεται στο σπίτι
εκείνη την Κυριακή είναι ο Πάνος -ο νεαρούλης του μπαρ και του chat: περίπου 20άρης, παιδί χωρισμένων γονιών, που μένει ακόμα με τη μητέρα του και την αδελφή του. Μιλάει πολύ ελεύθερα, χαζεύει το «Μπλέ τρένο», έναν παλιό πίνακα του Μιχάλη κρεμασμένο στον τοίχο, βρίσκει συμβολικό το χρώμα, τον φωνάζει «μπαμπάκα» και «ντάντι» -που καθόλου δεν αρέσουν στον Μιχάλη να τα ακούει, του ζητάει να «φασωθούνε» -εκεί το μυαλό του εικοσάρη...-, ο άλλος δεν δείχνει να έχει διάθεση, πίνουνε. Ο Πάνος  

περισσότερο από τις αντοχές του -αρχίζει να ξερνάει, ο Μιχάλης, που δεν «το είχε» από την αρχή, ξενερώνει εντελώς. Στέλνει σπίτι του τον μικρό που αφήνει, πάντως, να φανεί πως, αν τον χρειαστεί για κάτι περισσότερο, είναι διαθέσιμος. Ούτε αυτόν τον έχει ανάγκη ο Μιχάλης. Μένει μόνος. Όλα φαίνεται 
να ξεκαθαρίζουν. Και παίρνει τηλέφωνο. Δεν ξέρουμε σε ποιον, υποθέτουμε…: «Έλα…, εγώ είμαι... Μπορείς να έρθεις; Νομίζω σε χρειάζομαι». Είναι η τελευταία του ατάκα. Τελικά, συνειδητοποιεί πως κάποιον έχει ανάγκη… Αυτές οι τέσσερις συναντήσεις του και οι συζητήσεις του φαίνεται ότι τον έκαναν αυτό που δεν τον είχαν κάνει 45 χρόνια: να ξεπεράσει επιτέλους την εφηβεία και να ωριμάσει. Στο «Blue Train» o Γεράσιμος Ευαγγελάτος συμπυκνώνει, 
βιωματικά προφανώς, σε τέσσερις εικόνες, μία κρίση ηλικίας και, ευρύτερα, τα αδιέξοδα της γενιάς του. Με αμεσότητα, με χιούμορ και με μία πίκρα στο υπόστρωμα αλλά πάντα με τρυφερότητα και με αγάπη. Ψιλοκεντάει τους πέντε χαρακτήρες του, με λεπτή ειρωνεία, και διαπρέπει στους διαλόγους του -το μεγαλύτερο επίτευγμά του και ας μη ξεπερνάει τα δύο πρόσωπα σε κάθε εικόνα. Ο Γιώργος Σουλεϊμάν που ανέλαβε τη σκηνοθεσία, χωρίς εφέ, άφησε 

αυτοί οι διάλογοι να απογειωθούν ανάλαφρα, με σωστούς ρυθμούς, υπογράμμισε το χιούμορ και κράτησε την κορύφωση για το τέλος: κοφτή, αιφνιδιαστική, στο βάθος σπαρακτική. Η Ηλένια Δουλαδίρη που υπέγραφε και τα σωστά κοστούμια, με τον πάγκο με τα ποτά που έστησε ως μέρος του σκηνικού 

συνδύασε το «μπαρ της απωλείας» με το loft του Μιχάλη με επιτυχία. Τη βοήθησαν αποτελεσματικά οι φωτισμοί της Ζωής Μολυβδά Φαμέλη. Εξυπηρετική η επιμέλεια κίνησης του Χρήστου Ξυραφάκη. Η Μαρία Αλιφέρη (Σοφία) έδωσε με επάρκεια και λεπτό χιούμορ τη μάνα Σοφία και ο Λάμπρος 
Κωνσταντέας ικανοποιητικά τον Γιάννη. Ο Γιάννης Τσουμαράκης είχε όλη τη φρεσκάδα και την ανεμελιά και τη σπιρτάδα του εικοσάρη που ζητούσε ο ρόλος του Πάνου. Η Μαριλού Κατσαφάδου είναι μία εξαιρετική σουμπρέτα, τραγανή, σπαρταριστή, σπινταριστή: ό,τι χρειαζόταν ο ρόλος της Λου. Ο Σπύρος Χατζηαγγελάκης αποδείχτηκε ιδανικός για τον Μιχάλη. Μετέφερε όλο το άφημα του ανικανοποίητου 45άρη, το «την έζησα τη ζωή μου», το «όλα 

τα έχω δοκιμάσει, τι άλλο;», το «τα έχω όλα γραμμένα», το «κανέναν δεν χρειάζομαι», το «κανέναν δεν έχω ανάγκη», που νομίζει πως δεν έχει τι άλλο, πια, να κάνει στη ζωή, με λεπτές αποχρώσεις, με εκφραστικότητα, με μία ραθυμία απολύτως ταιριαστή, με χιούμορ και ήταν ακριβώς το κέντρο, ο άξονας που χρειαζόταν η παράσταση. Τη στήριξε απόλυτα. Ένα έργο που αυτοδικαίως εισέρχεται στο σύγχρονο ελληνικό ρεπερτόριο και που νομίζω ότι θα παραμείνει (Φωτογραφίες: Χρήστος Συμεωνίδης).
 
(Αντί προγράμματος της παράστασης έχει κυκλοφορήσει, από την «Κάπα Εκδοτική», το κείμενο του έργου του Γεράσιμου Ευαγγελάτου «Blue Train»). 

Θέατρο «Άλμα» / Κεντρική Σκηνή, 24 Φεβρουαρίου 2026.

March 14, 2026

Drag queen με αρχ…

 
Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 272
 



Το έργο του Γκαετάνο Ντονιτσέτι ξεκίνησε την πορεία του ως μονόπρακτη «οπερατική φάρσα» με τον τίτλο «Θεατρικές συμβάσεις» το 1827. Το 1831 και με τον τίτλο, πια, «Θεατρικές συμβάσεις και ασυμβατότητες» διασκευάστηκε, σε δυο, μάλιστα, εκδοχές. Στη δεύτερη ήταν βασισμένη η, σε συνεργασία με  την ομάδα και με δραματουργία Κατερίνας Μαυρογεώργη, εξελληνισμένη διασκευή της Σοφίας Πάσχου -η οποία υπέγραφε και τη σκηνοθεσία- στο «drama giocoso» του Γκαετάνο Ντονιτσέτι, σε λιμπρέτο  Ντομένικο Τζιλαρντόνι, που παρουσιάστηκε, με προσαρμογή μουσικού κειμένου Χαράλαμπου Γωγιού (και σύμβουλου μουσικής δραματουργίας) στην «Εναλλακτική Σκηνή» της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. «Viva la Mamma!», ο τίτλος του: οι αναποδιές ενός μπουλουκιού το οποίο προσπαθεί ν’ ανεβάσει μια -φανταστική- όπερα, που πολλαπλασιάζονται όταν στην πρόβα εισβάλλει η πληθωρική Ελληνοναπολιτάνα Άγκατα, μαμά της δευτεραγωνίστριας Λουίζας, η οποία προσπαθεί να επιβάλει την κόρη της ως πρωταγωνίστρια ενώ καταλήγει κι η ίδια στη διανομή, μ αποτέλεσμα να ναυαγήσει η παράσταση. Ομολογώ πως το «Viva la Mamma!», ως κείμενο, μ’ άφησε αδιάφορο και δε γέλασα ούτε μια στιγμή. Διότι βρήκα αναποτελεσματική και τη σκηνοθεσία. Η φάρσα, η παρωδία, το γκροτέσκο πρέπει, πιστεύω ακράδαντα, ν’ ανεβαίνουν με μεγάλη ακρίβεια κι όχι 

χύμα. Γράφω, όμως, το σχόλιο για να ξεχωρίσω τον  μπασοβαρύτονο Μάριο Σαραντίδη που, σ αντίθεση με τους υπόλοιπους, υποδύθηκε στιβαρά την Άγκατα -την Mama του τίτλου: μ’ ένα εντυπωσιακό κοστούμι της Κλαιρ Μπρέισγουελ κράτησε το μέτρο και τον έλεγχο σ’ ένα ρόλο drag queen , με χιούμορ αλλά χωρίς να τον γελοιοποιεί. Απολαυστικός! (Φωτογραφίες: Γιάννης Αντώνογλου).

March 12, 2026

Στο Φτερό / Μπορίς Γκοντουνόφ εγεννήθη ημίν ή Και που να μην ήταν άρρωστος...

 

Κρατική Ορχήστρα Αθηνών: συναυλία «Αφιέρωμα στον Οδυσσέα Δημητριάδη. 20 Χρόνια από τον Θάνατο του Οδυσσέα Δημητριάδη». Μουσική διεύθυνση: Χρήστος Κολοβός. Σολίστ: Αλέξανδρος Σταυρακάκης, μπάσος.
 


Τον Αλέξανδρο Σταυρακάκη, τον μπάσο μας -που δεν είναι πια αποκλειστικά «μας» αλλά εξελίσσεται σε διεθνή...-, τον παρακολουθώ από το 2019, όταν πήρε το πρώτο Βραβείο -μεγάλη τιμή- στον κορυφαίο Διεθνή Διαγωνισμό «Τσαϊκόφσκι» -ο πρώτος και μόνος Έλληνας μέχρι σήμερα. Τον άκουσα στο youtube και εντυπωσιάστηκα. Αλλά, όταν έδωσε ένα ρεσιτάλ - 

νομίζω το πρώτο του στην Ελλάδα- στο Ωδείο Αθηνών, έμεινα εμβρόντητος. Όχι μόνο από τη φωνή του αλλά και από τον τρόπο που ερμηνεύει. Τον άκουσα και στο Ρέκβιεμ του Βέρντι, με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, στο Ηρώδειο, το 2023, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και, επίσης, εντυπωσιάστηκα. 
Οπότε, έφτασε η στιγμή να επιστρέψει στην Ελλάδα και στην ΚΟΑ για μία συναυλία και μάλιστα συγκινητικά αφιερωμένη (στα είκοσι χρόνια από το θάνατό του) στον ποντιακής καταγωγής διακεκριμένο, εξαιρετικό αρχιμουσικό της Γεωργίας -αλλά και συνθέτη- Οδυσσέα Δημητριάδη. Που είχε διατελέσει κατά καιρούς καλλιτεχνικός διευθυντής της Όπερας της Τιφλίδας, της Κρατικής Ορχήστρας της Γεωργίας, μόνιμος αρχιμουσικός της Όπερας «Μπαλσόι», τον γλυκύτατο άνθρωπο με τον καημό της Ελλάδας, που, ευτυχώς, πρόλαβε να έρθει στην πατρίδα του και να διευθύνει και στην Εθνική Λυρική Σκηνή, και την ΚΟΑ, και την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης με εξαιρετικά αποτελέσματα. Η συναυλία, για την οποία κλήθηκε, από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, στο  πόντιουμ ο -μαθητής 
του Δημητριάδη- Χρήστος Κολοβός που λίγο μας στενοχώρησε, πριν αρχίσει, όταν μας ανακοίνωσε πως ο σολίστ θα τραγουδήσει άρρωστος αλλά όχι και τη, μεταξύ των άλλων, προγραμματισμένη άρια του Ίγκορ από την Β΄ πράξη της όπερας «Πρίγκιπας Ίγκορ» του Αλεξάντερ Μποροντίν- άνοιξε το άριστα ζυγισμένο πρόγραμμά της τρυφερά, με την νεανική -την έγραψε στα 19 του-, αντλημένη από την ελληνική παράδοση, Καντσονέτα για ορχήστρα «Σαμιώτισσα» (1927) του Οδυσσέα Δημητριάδη, δεύτερο μέρος του Κουαρτέτου του Εγχόρδων, που τον φέρνει κοντά στην «Εθνική Σχολή» μας, με τον μαέστρο, στο τέλος, τιμής ένεκεν, να μας δείχνει την παρτιτούρα με το όνομα του Δημητριάδη. Και συνεχίστηκε με τον Αλέξανδρο Σταυρακάκη στην καβατίνα του 

μπάσου από τη νεανική όπερα (1892, πρώτη εκτέλεση 1893) του Σεργκέι Ραχμάνινοφ «Αλέκο» (λιμπρέτο Βλαντίμιρ Νεμιρόβιτς - Ντάντσενκο, προσαρμογή του ποιήματος «Οι γύφτοι» (1827) του Αλεξάντερ Πούσκιν). Ο Σταυρακάκης δεν τραγούδησε. Ερμήνευσε την άρια. Καθηλωτικά. Και όλοι σκεφτήκαμε: «Φαντάσου και να μην ήταν άρρωστος»… Φωνή με όγκο, με σπάνιο μέταλλο, με χρώματα πλούσια, που διαθέτει την τεχνική να τη χειρίζεται άριστα, άψογο λεγκάτο, άψογο φραζάρισμα και βαθύ αλλά ελεγχόμενο συναίσθημα που μεταφέρει συγκίνηση χωρίς να θολώνει το αποτέλεσμα, ο Σταυρακάκης χειροκροτήθηκε θερμά. Η συναυλία συνεχίστηκε με την εισαγωγή στην όπερα «Πρίγκιπας Ίγκορ» του Αλεξάντερ Μποροντίν (συμπληρωμένη, μετά το θάνατό του
(1887), από τους Νικολάι Ρίμσκι - Κόρσακοφ και Αλεξάντερ Γκλαζούνοφ, πρεμιέρα 1890) και το πρώτο μέρος της έκλεισε με την υπέροχη «Πολονέζα» από την όπερα «Γιεβγκένι Ονιέγκιν» (1877-1878, πρώτη εκτέλεση 1879) του Πιοτρ Ιλίιτς Τσαϊκόφσκι, σε λιμπρέτο δικό του και του Κονσταντίν Σιλόφσκι, από το ομώνυμο μυθιστόρημα σε στίχο (1825-1832) του Αλεξάντερ Πούσκιν, όπου, όμως, η ικανοποιητικότατη, έως τότε, ορχήστρα είχε κάποια προβλήματα.  

Το δεύτερο μέρος ξεκίνησε με την Εισαγωγή στη μεταρομαντική γεωργιανή όπερα «Ηλιοβασίλεμα (1921-1923, πρεμιέρα 1923) του Ζαχαρία Παλιασβίλι, από τους θεμελιωτές της γεωργιανής λόγιας μουσικής, σε λιμπρέτο του συμπατριώτη του Βαλεριάν Γκούνια. Και έκλεισε θριαμβευτικά με τέσσερα κομμάτια του Μοντέστ Πετρόβιτς Μούσοργκσκι: Εισαγωγή: «Αυγή στον ποταμό Μoσκβά», από την όπερα «Χοβάντσινα» (1872-1880, αναθεωρημένη, συμπληρωμένη και ενορχηστρωμένη, μετά το 
θάνατο του συνθέτη (1881), από τον Νικολάι Ρίμσκι - Κόρσακοφ, πρεμιέρα 1886), με αποκορύφωμα τρεις άριες από την όπερά του «Μπαρίς Γκοντουνόφ» (σε λιμπρέτο του ίδιου εμπνευσμένο από το ομώνυμο δράμα (1825, έκδοση 1831) του Αλεξάντερ Πούσκιν, πρωτότυπη εκδοχή της όπερας 1868-1873, αναθεωρημένη εκδοχή 1872 -αυτή που χρησιμοποιήθηκε στη συναυλία-, πρεμιέρα 1874). Συγκεκριμένα από την 2η σκηνή της Β΄ πράξης (Σκηνή της Στέψης), από την Β΄ πράξη ο μονόλογος 
του Μπορίς και από τη 2η σκηνή της Δ΄ πράξης η -συγκλονιστική- Σκηνή του Θανάτου. Ο μπάσος μας μάς έκοψε την ανάσα. Και ας είχε μικροπροβλήματα λόγω της ίωσης. Επαναλαμβάνω: δεν τραγούδησε, ερμήνευσε. Με βαθύ αίσθημα που βγήκε ανάγλυφο. Γι αυτό και μας καθήλωσε. Πιστεύω πως έφτασε η ώρα: η Λυρική Σκηνή μας να κάνει έναν «Γκοντουνόφ» -που έχει τόσα χρόνια να παρουσιάσει- ΕΙΔΙΚΑ για τον Αλέξανδρο Σταυρακάκη. Είναι Η ώρα του (Φωτογραφίες: Margarita Yoko Nikitaki).
 
(Χρήσιμο, όπως πάντα, το -δωρεάν- έντυπο πρόγραμμα της συναυλίας -υπεύθυνη έκδοσης Αλίκη Φιδετζή-, με ένα ζεστό κείμενο του αρχιμουσικού Χρήστου Ηλ. Κολοβού για το Δάσκαλό του Οδυσσέα Δημητριάδη αλλά και για τα έργα της βραδιάς).

Ωδείο Αθηνών / Αμφιθέατρο «Ιωάννης Δεσποτόπουλος», 6 Μαρτίου 2026.

February 26, 2026

Στο Φτερό / Ένα αστείο (;) με τέλος τραγικό ή Ο Άσσος που τρελαίνει ή Τραπουλόχαρτα που σκοτώνουν

 

«Ντάμα Πίκα» (Πούσκιν) της Έλσας Ανδριανού (διασκευή) / Σκηνοθεσία: Στάθης Λιβαθινός.


Αρχές της δεκαετίας του 1830, στην Πόλη του Αγίου Πέτρου, (που κακώς έχουμε μεταφράσει σε «Αγία Πετρούπολη»), στο μέγαρό της, ζει η υπέργηρη -87χρονη- Κόμισα Άννα Φεντότοβνα. Ακμαία, ακόμη μετέχει στην «κοσμική» κίνηση της «υψηλής κοινωνίας» της ροσικής πρωτεύουσας. Σε μία  
παρέα χαρτοπαιχτών αξιωματικών ο εγγονός της, πρίγκιπας Πάβελ Αλεξάντροβιτς Τόμσκι, εκμυστηρεύεται ότι η γιαγιά του, νέα, βρέθηκε στο Παρίσι του Λουδοβίκου 15ου όπου χαρτοπαίζοντας έχασε μία ολόκληρη περιουσία. Ο σύζυγός της αρνήθηκε να πληρώσει το χρέος της αλλά η Κόμισα βρήκε μία απροσδόκητη βοήθεια από τον 
κόμη του Σεν-Ζερμέν που της αποκάλυψε ένα συνδυασμό με τον οποίο θα μπορούσε να κερδίσει και να πάρει πίσω όσα έχασε. Εφαρμόζοντάς τον, όντως, κέρδισε. Και μάλιστα πολύ περισσότερα από όσα χρωστούσε. Αλλά, έκτοτε, δεν αποκάλυψε σε κανέναν το μυστικό. Ο γερμανικής καταγωγής αξιωματικός του Μηχανικού Χέρμαν, που είναι στην παρέα και ο οποίος, συνετός και εγκρατής, φοβάται και δεν παίζει ποτέ χαρτιά, επηρεάζεται εμμονικά από τη διήγηση αυτή και, επιδιώκοντας να μάθει το μυστικό του Σεν-Ζερμέν, πολιορκεί το σπίτι της Κόμισας. Σε ένα παράθυρο βλέπει την προστατευόμενή της -κάτι σαν ψυχοκόρη- Λιζαβέτα 

Ιβάνοβνα. Τη χρησιμοποιεί ως πολιορκητικό κριό. Αρχίζει να της στέλνει ερωτικά γράμματα, εκείνη τον ερωτεύεται και ένα βράδυ τον μπάζει στο σπίτι για να τον 
φιλοξενήσει στην κρεβατοκάμαρά της. Ο Χέρμαν, όμως, προτιμά την κρεβατοκάμαρα της Κόμισας -αυτός είναι ο στόχος του. Της ζητάει, την εκλιπαρεί να του φανερώσει το μυστικό. Εκείνη του λέει πως επρόκειτο, απλά, για ένα αστείο. Δεν την πιστεύει. Την απειλεί με το -άδειο- πιστόλι του και η γηραιά Κόμισα, από τον τρόμο της, πεθαίνει. Ο Χέρμαν το αποκαλύπτει στην Λιζαβέτα που αντιλαμβάνεται ότι ο αξιωματικός απλώς της πούλησε έρωτα και τη χρησιμοποίησε, αηδιάζει αλλά τον φυγαδεύει και δεν λέει τίποτα σε κανέναν. Στην κηδεία η Λιζαβέτα λιποθυμάει και ο Χέρμαν, έντρομος, νομίζει πως βλέπει την Κόμισα από το φέρετρό της να ανοίγει τα μάτια της και να τον κοιτάζει. Τη νύχτα τού εμφανίζεται το φάντασμά της και του «αποκαλύπτει» το μυστικό: τα χαρτιά που κερδίζουν 
 
είναι το 3, το 7 και ο άσσος αλλά πρέπει να παίζει ένα κάθε βράδυ. Και ότι, αφού κερδίσει, πρέπει να παντρευτεί την Λιζαβέτα και να μην ξαναπαίξει ποτέ. Την επομένη ο Χέρμαν σηκώνει τις οικονομίες του και πάει να παίξει. Την πρώτη
βραδιά κερδίζει με το 3, τη δεύτερη με το 7, την τρίτη, κρατώντας τον άσσο, πιστεύει ότι κερδίζει και πάλι αλλά 
τελικά, μυστηριωδώς, στα χέρια του βρίσκεται η ντάμα πίκα. Με τη μορφή της γριάς που του κλείνει το μάτι. Χάνει τα πάντα. Θα τρελαθεί και θα εγκλιστεί σε ψυχιατρείο ενώ η Λιζαβέτα παντρεύεται ένα δημόσιο υπάλληλο. Είναι η «Ντάμα πίκα», η νουβέλα (1833, πρώτη δημοσίευση 1834) του Ρόσου κλασικού Αλεξάντερ Σεργκέεβιτς Πούσκιν, ένα έξοχο κείμενο της λογοτεχνίας του φανταστικού, που συνδυάζει το ρομαντισμό με το μεταφυσικό -εμένα μου αφήνει την αίσθηση συγγένειας με τον Γερμανό Ε. Τ.  Α. Χόφμαν-, που την απόδοση και τη σφιχτή, απολύτως επιτυχημένη διασκευή της για το θέατρο έχει υπογράψει η Έλσα Ανδριανού. Η Έλσα Ανδριανού έμεινε σχετικά πιστή στη νουβέλα. Βασική αλλαγή είναι η προσθήκη
ενός προσώπου, του «Μοχθηρού Πνεύματος» που, πέρα από την αφήγηση την οποία επωμίζεται κατά ένα μέρος της, με επιτυχία  συμπυκνώνει και προσωποποιεί τη μεταφυσική διάσταση της νουβέλας. Το 

κείμενο, εκτός από τη διαμόρφωση  των διαλόγων, μοιράζει και στα ίδια τα πρόσωπα, πλην του Μοχθηρού Πνεύματος, την αφήγηση με τον τρόπο που έχει κάνει με επιτυχία η Έλσα Ανδριανού και σε προηγούμενες διασκευές πεζογραφημάτων για τον Στάθη Λιβαθινό. Ο οποίος 
υπογράφει τη δραματουργική επεξεργασία του κειμένου και τη σκηνοθεσία. Με γνώση και πείρα στο ροσικό ρεπερτόριο αλλά και στο ανέβασμα μη θεατρικών κειμένων, έχει δημιουργήσει μία, ανάλογα με το κείμενο της διασκευής, σφιχτοδεμένη παράσταση, με καλούς ρυθμούς και πολύ καλή καθοδήγηση 
των ηθοποιών, με ατμόσφαιρα αρκούντως σκοτεινή αλλά χωρίς να λείπει το χιούμορ. Βοηθάει πολύ το σκηνικό της Ελένης Μανωλοπούλου -μία στρογγυλή, περιστρεφόμενη σκηνή, εν είδει ρουλέτας- που έχει ειδικευτεί να τιθασεύει δύσκολους χώρους, όπως την αίθουσα του θεάτρου 
«Οδού  Κεφαλληνίας, και τα κοστούμια της -λίγο απλοϊκή βρήκα τη λύση του «ντυμένου» με τραπουλόχαρτα κοστούμι της Κόμισας-, ο σχεδιασμός φωτισμών του Αλέκου Αναστασίου, ο ηχητικός σχεδιασμός και το ηχητικό περιβάλλον, η διασκευή μουσικών κομματιών και η σύνθεση του Τηλέμαχου Μούσα, η μουσική επιμέλεια του Νέστορα Κοψιδά και η επιμέλεια κίνησης της Άννας Μάγκου. Η Μπέττυ Αρβανίτη η οποία ξέρει, εκτός από έργα, να διαλέγει  
 
ρόλους που της ταιριάζουν είναι η απολύτως κατάλληλη για να παίξει, με χιούμορ όπως πάντα. την Κόμισα. Ο Νίκος Αλεξίου (Χαρτοπαίκτης, Σύζυγος Κόμισας, Σεν Ζερμέν και Τσεκαλίνσκι), αν και δεν διαφοροποιείται αισθητά  
στους ρόλους του, έχει αποδοτική πείρα και ένα προσωπικό, κυνικό, μπλαζέ ύφος που ταιριάζει. Πολύ καλοί η Εύα Σιμάτου και, αν και με κάποιες υπερβολές, ο Παναγιώτης Καμμένος,  Ξεχώρισα το νεαρό Γιάννη Σύριο ο οποίος, με πολλές ικανότητες, τα δίνει όλα για τον Χέρμαν. Μία παράσταση που τη συστήνω (Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή).
 
(Πολύ προσεγμένο, όπως πάντα στο θέατρο «Οδού Κεφαλληνίας» που διατηρεί αυτό το «έθιμο», το έντυπο πρόγραμμα της παράστασης -επιμέλεια Παναγιώτης Μιχαλόπουλος. Τη νουβέλα του Αλεξάντρ Πούσκιν μεταφρασμένη στα ελληνικά μπορείτε να τη βρείτε σε μετάφραση Σοφίας Παπαχρήστου -Εκδόσεις Κοροντζής, 1979, Εκδόσεις Πατάκης, 1997 και Εκδόσεις «Σελίδες», 2022-, σε μετάφραση Λάμπρου Πετσίνη -Εκδόσεις Καστανιώτης, 1989-, σε μετάφραση Μήτσου Αλεξανδρόπουλου -Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», 1991-, σε μετάφραση Στράτου Κακαδέλη -Εκδόσεις «Ερατώ», 1998-, σε μετάφραση Νίκου Δημητρίου -Εκδόσεις Πατάκης, 2014).

Θέατρο «Οδού Κεφαλληνίας», Θεατρική Αστική Εταιρία «Πράξη», 19 Φεβρουαρίου 2026.

February 19, 2026

Στο Φτερό / Έβαλε ο Θεός σημάδι...

 

«Νίκος Ξυλούρης. Ο Αρχάγγελος της Κρήτης» της Ζαχαρένιας - Ιωάννας Πετράκη / Σκηνοθεσία: Νικορέστης Χανιωτάκης. 




7 Ιουλίου 1936. Στα Ανώγεια της Κρήτης -επαρχία Μυλοποτάμου νομού Ρεθύμνης- γεννιέται, σε οικογένεια με παράδοση στη μουσική και στη λύρα, ο Νίκος Ξυλούρης. Ένας σταθμός στην ιστορία της ελληνικής μουσικής. Ένας σπουδαίος λυράρης και μία Μεγάλη φωνή: ο Ψαρονίκος. Η 
ψυχή του θα μείνει για πάντα στα Ανώγεια. Από μικρός αρχίζει το τραγούδι και από μικρός, με τη μεσολάβηση δασκάλου του που πείθει τον πατέρα του, αποκτάει λύρα. Παρατάει το σχολείο και αρχίζει να τραγουδάει σε γάμους και πανηγύρια σε όλη την Κρήτη. Στα 17 του κατεβαίνει στο Ηράκλειο και αρχίζει να δουλεύει στο κέντρο «Κάστρο». Αντιμετωπίζει πολλές δυσκολίες, δυσκολίες και οικονομικές -η «ευρωπαϊκή» μουσική είναι τότε στο φόρτε της. Ερωτεύονται με την 16χρονη Ουρανία Μελαμπιανάκη και, κόντρα στις αντιρρήσεις του πατέρα της, το 1958, κλέβονται 

και παντρεύονται. Εκείνη θα μείνει για πάντα δίπλα του -στήριγμά του. Θα αποκτήσουν ένα γιο και μία κόρη. Οι Κρητικοί αρχίζουν να τον υποστηρίζουν. Το 1966 ηχογραφεί τον πρώτο του δίσκο, το σαρανταπεντάρι «Μια μαυροφόρα
που περνά» και στη συνέχεια και άλλους. Την ίδια χρονιά συμμετέχει σε ένα φολκλορικό φεστιβάλ που οργανώνεται στο Σαν Ρέμο της Ιταλίας και κερδίζει το πρώτο βραβείο. Το 1967 ανοίγει στο Ηράκλειο το κέντρο «Ερωτόκριτος». Τα πράγματα πάνε καλά πια. Ο δίσκος «Ανυφαντού» κάνει αίσθηση. Ο διευθυντής της Columbia Τάκης Λαμπρόπουλος τον ακούει σε ένα γάμο στα Ανώγεια, τον ηχογραφεί και στέλνει την κασέτα στον Σταύρο Ξαρχάκο. Το γράφουν οι εφημερίδες 
και ο Γιάννης Μαρκόπουλος, με σύσταση και του σκηνοθέτη Ερρίκου Θαλασσινού, τον καλεί και ηχογραφούν το «Χρονικό» και τα «Ριζίτικα». Το 1971 εμφανίζεται με τον Μαρκόπουλο στην 
μπουάτ της Πλάκας «Λήδρα». Συνεργάζεται με τον Θανάση Γκαϊφύλλια και το καλοκαίρι του ’73 η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος τον πείθουν να εμφανιστεί στο θέατρό τους «Αθήναιον» στο, γεμάτο υπονοούμενα για την κυβερνώσα χούντα, έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Το μεγάλο μας τσίρκο». Η μουσική και τα έξοχα 
τραγούδια είναι του Σταύρου Ξαρχάκου. Χαλάει ο κόσμος. Η παράσταση, ως αντιστασιακή πράξη, μπαίνει στον στόχο των χουντικών. Ο Ξυλούρης λογοκρίνεται και μποϊκοτάρεται. Τον Νοέμβριο του 1973, τις μέρες της εξέγερσης, μπαίνει μέσα στο Πολυτεχνείο και τραγουδάει μαζί με τους φοιτητές «Πότε θα κάμει ξαστεριά» και «Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί». Γίνεται κόκκινο πανί για τη Χούντα. Στη Μεταπολίτευση βραβεύεται από τη γαλική Μουσική Ακαδημία «Charles Cross» στην κατηγορία Διεθνούς Λαϊκής Μουσικής 
για τα «Ριζίτικα». Συνεργάζεται με τον Χρήστο Λεοντή στο «Καπνισμένο τσουκάλι» σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου, με τον Χριστόδουλο Χάλαρη, με τον Λίνο Κόκκοτο, με τον Ηλία Ανδριόπουλο σε ποίηση Γιώργου Σεφέρη, με τον Μάρκο Βαμβακάρη… ενώ επανέρχεται στα παραδοσιακά της Κρήτης -μεσουρανεί. Σιγά-σιγά, όμως, οι καιροί αλλάζουν -έρχονται άλλα είδη μουσικής να κυριαρχήσουν. Ανοίγει, για να εξασφαλιστεί, ένα δισκάδικο που αντέχει και μετά το θάνατό του, στα χέρια, πια, της Ουρανίας -45 χρόνια συνολικά. Το χειρότερο: τον Μάιο του ’79 τον χτυπάει ο καρκίνος. Στους πνεύμονες, με μετάσταση στον εγκέφαλο. Πηγαινοέρχεται στην Αμερική για θεραπείες. Δεν θα 
γλυτώσει. Στις 8 Φεβρουαρίου του 1980 πεθαίνει. Στα 43 του μόλις χρόνια. Ενταφιάστηκε στο Πρώτο Κοιμητήριο της Αθήνας, Η ψυχή του έμεινε, για πάντα, στα Ανώγεια. Αυτό που άφησε πίσω του, πέρα από τη σπουδαία φωνή του, ήταν το Ήθος και η λεβεντιά του. Αθάνατος! Τη ζωή αυτή και την καριέρα του Νίκου Ξυλούρη, με σύμβουλο δραματουργίας την ίδια τη γυναίκα του, την Ουρανία, οργάνωσε σε έργο θεατρικό, ένα έργο λαϊκό αλλά με γνήσια λαϊκότητα, αυτή που διέθετε και ο Ξυλούρης, η Ζαχαρένια-Ιωάννα Πετράκη η οποία επέλεξε τις 
σημαντικότερες στιγμές και τις μοντάρισε σε σύντομες σκηνές. Βέβαια έχει προκύψει μία αγιογραφία -γιατί σίγουρα θα υπήρχαν και σκοτεινές στιγμές στη ζωή αυτή-, αλλά ο τρόπος που η συγκίνηση παίρνει το πάνω χέρι, χωρίς να λείπει και το χιούμορ, είναι καθαρός, σεβαστικός, καθόλου «εύκολος» και φτηνός, όπως συνήθως συμβαίνει στα μεγάλα αυτά θεάματα, αλλά μέσα στην ελαφράδα του έργου διατηρείται μία γνησιότητα όχι συνηθισμένη -και αυτό αξίζει τον έπαινο. Ο Νικορέστης Χανιωτάκης που υπογράφει τη σκηνοθεσία και την επιμέλεια του κειμένου είχε το ακόμα δυσκολότερο έργο να στήσει μία παράσταση με πολλά τραγούδια, μια παράσταση μουσικού θεάτρου ουσιαστικά, όπου, συνήθως, τα τραγούδια 

δημιουργούν κοιλιές. Το απέφυγε. Το αντίθετο! Η παράσταση είναι σφιχτοδεμένη, γοργή, έχει τσαγανό και η συγκίνηση που φέρει το κείμενο γίνεται σεβαστή και τονώνεται χωρίς να καταλήγει στο μελόδραμα -υπάρχει μέτρο. Μία παράσταση τίμια. Όλα τα στοιχεία της ενισχύουν το καλό αποτέλεσμα: τα 

σκηνικά του Μανόλη Παντελιδάκη -γιγαντοφωτογραφίες με προοπτική-, τα κοστούμια της Ιωάννας Καλαβρού -έπρεπε να προσέξουν την περούκα του «Χάλαρη», είναι σχεδόν καρναβαλική-, οι χορογραφίες και η επιμέλεια κίνησης της Έλενας Γεροδήμου, οι φωτισμοί της Κατερίνας Μαραγκουδάκη και, βέβαια, το μουσικό κομμάτι, εξαιρετικά επιμελημένο -οι ενορχηστρώσεις 
και η μουσική διδασκαλία του μάστορα Ανδρέα Κατσιγιάννη, η φωνητική διδασκαλία του Γιάννη Μαθέ, οι καλοί μουσικοί της ζωντανής επί σκηνής ορχήστρας και τα αδέλφια Μαθιός και Ραφαήλ Δαμουλάκης στην κρητική μουσική και τα τραγούδια. Ήταν, προφανώς, πολύ δύσκολη η επιλογή για το ρόλο του Ξυλούρη αλλά, τελικά, αποδεικνύεται ιδανική η λύση που βρέθηκε: να τον επωμιστεί ο Αιμιλιανός Σταματάκης. Έχει το κατάλληλο παράστημα, δεν έχει έπαρση, είναι καλός ηθοποιός, δεν «παίζει» με το κοινό αλλά για το κοινό, έχει μία  
θαυμάσια φωνή και έχει πετύχει αξιομνημόνευτα τους τόνους και την κρητική προφορά του Ψαρονίκου, διακριτικά, χωρίς να τον μιμείται. Άψογος! Η Άλκηστις Πρωτοψάλτη κυριαρχεί με την παρουσία της ως Ουρανία Ξυλούρη σήμερα στο ρόλο της Αφηγήτριας που συνδέει τις σκηνές: είναι απολύτως πειστική στις πρόζες της και η φωνή της βρίσκεται σε εξαιρετική φόρμα. Η Αφηγήτρια που θα μπορούσε να θεωρηθεί δραματουργικό μειονέκτημα δικαιολογείται απόλυτα 

μέσα από τη χαλαρότητά της. Η Ελευθερία Πάλλα (Ουρανία), η Ξανθή Γεωργίου (Ειρήνη, μάνα της Ουρανίας και Γραμματέας του Λαμπρόπουλου), η Αναστασία Τσιλιμπίου (Ρηνιώ και Καρέζη), η Λίζυ Ξανθοπούλου (Μαριώ) ο Γιάννης Μαθές 


(Ξαρχάκος), ο Νίκος Γκέλια (Ερρίκος Θαλασσινός), ο Γιώργος Φλωράτος (Ψαρογιάννης), ο Γιάννης Ασκάρογλου (Φασουλάς), ο Γιάννης Πέτρου (Κεφαλογιάννης) και οι έμπειροι βετεράνοι Γιάννης Καλαντζόπουλος (Μιχαήλος, πατέρας της Ουρανίας) και Μιχάλης Αεράκης (Ψαρογιώργης, πατέρας του Νίκου), στέκονται καλά -και στους άλλους ρόλους που, οι περισσότεροι, παίζουν. Και ας υπάρχουν κάποιες αδυναμίες. Θα ξεχωρίσω, πάντως, τον 
Μέμο Μπεγνή, αγνώριστο, αρχικά, και πειστικότατο στο ρόλο του Τάκη Λαμπρόπουλου, διευθυντή της Columbia, με μία εξαιρετική, όπως πάντα, φωνή. Φωνητικά θαυμάσιοι είναι και όσοι από τους υπόλοιπους τραγουδούν, όπως ο Γιάννης Μαθές. Πολύ καλά φτιαγμένη η μικρού μήκους ταινία, επίσης σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη, η οποία εισάγει στην παράσταση αναφερόμενη στα παιδικά χρόνια του Ξυλούρη. Ας σημειωθεί ότι φέτος συμπληρώνονται 80 χρόνια από τη γέννησή του στα Ανώγεια, επέτειος την οποία η παραγωγή θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί εν όψει της μεγάλης περιοδείας της παράστασης που σχεδιάζεται για το καλοκαίρι. Μία παράσταση που δεν σέβεται μόνο τον  


Ξυλούρη αλλά και τους θεατές της, Συγκινήθηκα. Πολύ. Και για πολλούς λόγους (Φωτογραφίες: Γιώργος Καλφαμανώλης). 
 
(Παρατήρηση: η 15λεπτη, περίπου, ταινία αρχίζει ένα τέταρτο πριν από την αναφερόμενη ώρα έναρξης της παράστασης, πράγμα που σημαίνει ότι, αν δεν πάτε πολύ νωρίτερα στο θέατρο, μπορεί και να τη χάσετε). 

(Ένα καλόγουστο οκτασέλιδο έντυπο με τα απαραίτητα είναι το έντυπο πρόγραμμα της παράστασης -δεν αναφέρεται επιμελητής).  

Θέατρο «Ήβη», «Αθηναϊκά Θέατρα», 15 Φεβρουαρίου 2026.