October 9, 2026

Καβάφης απογειωμένος

 

Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 293
 

Ζυμώθηκαν όλα με εξαιρετική επιτυχία: τα τέσσερα ποιήματα του Καβάφη που ο Γιώργος Κουμεντάκης επέλεξε, οι μουσικές του οι εμπνευσμένες από τους αμανέδες, οι αμανέδες που φλερτάρουν με τη βυζαντινή ψαλτική, οι χορογραφίες των τριών χορογράφων, τα 
σκηνικά, τα ιδιότυπα μουσικά όργανα, το σαντούρι, τα ανάλαφρα κοστούμια, το όργανα της δυτικής μουσικής, η ανατολίτικων και βυζαντινών καταβολών φωνή του Ζαχαρία Καρούνη… κι όλα μαζί, αυτά τα ετερογενή, κατέληξαν σ’ ένα εξαιρετικά επιτυχημένο μείγμα: «Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι». Ένα κομμάτι μουσικού θεάτρου, σφιχτό, ελκυστικό, καθηλωτικό, μία σύγχρονη σκηνική καντάτα που παρακολούθησα στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. 


Ο Γιώργος Κουμεντάκης επέλεξε τέσσερα καβαφικά ποιήματα -τα δημοσιευμένα «Γκρίζα» και «Μακρυά» και τα αδημοσίευτα «Ο Σεπτέμβρης του 1903» και «Ο Δεκέμβρης του 1903» που είναι εμπνευσμένα, όπως και το «Ο Γενάρης του 1904», απ’ όσα ο ποιητής ένοιωσε για τον λογοτεχνίζοντα νέο Αλέκο Μαυρουδή, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1903, όταν πραγματοποίησε το δεύτερο ταξίδι του απ’ την Αλεξάνδρεια στην Αθήνα, όπως 
σημειώνει στο καλοστημένο έντυπο πρόγραμμα της παράστασης ο ειδικότατος για το θέμα Δημήτρης Παπανικολάου, καθηγητής Νεοελληνικών και Πολιτισμικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Και τα ποιήματα αυτά τα μελοποίησε επιλέγοντας τη φόρμα, τη μορφή που πίστεψε ότι τους πήγαινε -και τους πήγαινε!- του αμανέ για την υπέροχη φωνή του Ζαχαρία Καρούνη, εκεί που ο αμανές συναντάει τις 


καταβολές της βυζαντινής ψαλτικής. 
Αλλά δεν έμεινε ο Γιώργος Κουμεντάκης στη μελοποίηση μόνο, ανέλαβε, μαζί με τον Πέτρο Τουλούδη, να σκηνοθετήσει αυτό που προέκυψε: ένα δρώμενο μουσικού θεάτρου. Αναθέτοντας σε τρεις χορογράφους να χορογραφήσουν τις μουσικές του, με εννέα καλούς χορευτές του Μπαλέτου 

της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Οι τρεις -ξεχωριστές- χορογραφίες -της Πατρίσιας Απέργη, που νομίζω πως είναι η πιο ενδιαφέρουσα, του Ηλία Χατζηγεωργίου και της Εύας Γεωργιτσοπούλου- βρήκαν τον τρόπο να αποκτήσουν κοινές ανάσες και να δεθούν μεταξύ τους. Οι εννέα χορευτές που είναι κοινοί και στα 

τρία μέρη, ντυμένοι με τα έξοχα κοστούμια της Daglara -μαλακά υφάσματα σε αποχρώσεις του γκρίζου που βοηθούν τα σώματα και αναδεικνύουν τις χορογραφίες- καταφέρνουν να δημιουργηθεί μια κοινή χορογραφική γραμμή γοητευτική. Ο Πέτρος Τουλούδης, με τα δύο κυλιόμενα,  στενόμακρα ξύλινα 

τραπέζια με πάγκο -σαν  μοναστηριακά-, φορτωμένα με γυάλινες κανάτες γεμάτες καθαρό νερό, μέταλλα, χορδές, ελατήρια, στημένα αρχικά μπροστά σε σπετσάτα, με κρεμασμένες μεταλλικές επιφάνειες-πετάσματα, έχει δημιουργήσει και το σκηνικό. Και γύρω, καθισμένοι στους πάγκους, οι μουσικοί -τέσσερις του «Oros Ensemble», άλλοι τέσσερις του  

Κουαρτέτου Σαξοφώνων «Όσμωσις» και δύο στα κρουστά-, μουσικοί με όργανα της δυτικής μουσικής, οι οποίοι, προς το τέλος, αναδεικνύουν τα μεταλλικά πετάσματα του σκηνικού σε ιδιότυπα κρουστά, με την  Αγγελίνα Τκάτσεβα να δίνει ένα ρεσιτάλ στο σαντούρι. Ανάμεσά τους, ο Ζαχαρίας Καρούνης, ένας τραγουδιστής ψαλτικών και παραδοσιακών καταβολών, με υψηλή τεχνική, διαρκώς εξελισσόμενος, ερμηνεύει με δωρική λιτότητα αλλά 

βαθύ  αίσθημα τα τραγούδια μεταφέροντας, αν και αποστασιοποιημένος, τα παλλόμενα αισθήματά τους. Το δρώμενο, με τους χορευτές να χύνουν το καθαρό νεράκι απ’ τις κανάτες στο δάπεδο, κλείνει λυτρωτικά. Μια κερδισμένη, απογειωτική βραδιά! (Φωτογραφίες: 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 10 Ανδρέας Σιμόπουλος 8, 9 Γιάννης Αντώνογλου).

October 7, 2026

Στο Φτερό / Τον σκότωσε

 

«Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ» (Δημήτρης Χατζής) της Στεφανίας Γουλιώτη / Σκηνοθεσία: Στεφανία Γουλιώτη.



Εκείνος, ο Αφηγητής, είναι ένας ταπεινός άνθρωπος, άσχετος με την τέχνη. Είναι όμως φιλότεχνος. Και η τέχνη που αγαπά, πάνω από όλα, είναι η γλυπτική. Του αρέσει να πηγαίνει σε ατελιέ γλυπτών 


και να τους βλέπει να δημιουργούν. Έτσι γνωρίζει την Ιζαμπέλα Μόλναρ. Μία ουγγαρέζα γλύπτρια που γι αυτόν υπηρετεί τον ιδεώδη κανόνα της γλυπτικής: μία γλυπτική αφηρημένη αλλά γαλήνια. Ο άντρας λατρεύει τη γλύπτρια Μόλναρ  αλλά και  σιχαίνεται τη γυναίκα 

Μόλναρ: ένα άσχημο σώμα, ένα ουδέτερο πρόσωπο, άπλυτη, με γλιτσιασμένα μαλλιά, κακόγουστα ντυμένη, φιλάργυρη, αμόρφωτη και -κυρίως- χυδαία. Γκρινιάζει, βρίζει, τσακώνεται με όλους,  

φέρνεται φριχτά, ζει μέσα σε μία φοβερή ακαταστασία… Αυτή η φριχτή γυναίκα είναι, όμως, μία σπουδαία γλύπτρια που εκείνος θαυμάζει και εκείνη τον ανέχεται. Ώσπου η Ιζαμπέλα, γύρω στα σαράντα της, γνωρίζει έναν όμορφο άντρα που την ερωτεύεται. Παντρεύονται και εκείνος ο άντρας την αλλάζει ριζικά: βάζει τη ζωή 

της σε τάξη, τη γαληνεύει, όλα πάνω της και γύρω της μεταβάλλονται. Όμως… Όταν ο αφηγητής την επισκέπτεται στο ατελιέ της, ένα εξάμηνο μετά, μένει άναυδος. Τα αγάλματά της -τα πήλινα προπλάσματά τους- έχουν χάσει την ποιότητά τους, έχουν χάσει την ισορροπία τους, έχουν χάσει τη γαλήνη τους, έχουν ασχημύνει -η προσωπική ευτυχία της δούλεψε ενάντια στην τέχνη της. Είναι η πρώτη φορά που του ζητάει τη γνώμη του. Εκείνος δεν της απαντάει. Δεν τολμάει να της απαντήσει. Σιωπά. Και φεύγει. Η Ιζαμπέλα αρπάζει ένα σφυρί και κάνει όλα τα αγάλματα κομμάτια. Με το σφυρί θα  σκοτώσει τον 


άντρα της στο κρεβάτι  του, ενώ κοιμάται. Ναι, τον σκότωσε! Δεν θα ξαναμιλήσει. Ούτε στην ανάκριση, ούτε στη δίκη. Την κλείνουν στη φυλακή και μετά στο φρενοκομείο. Εκεί της δίνουν μία γωνιά στην αυλή να ασχοληθεί 

με την τέχνη της. Κανείς δεν θα δει τα γλυπτά της. Μία μέρα η βροχή θα λιώσει τον πηλό τους, Θα μείνουν όγκοι ακατέργαστοι. Μέσα από τον λιωμένο πηλό 


θα ξεπροβάλει ένας σταυρός -μαρτυρίου- με την Ιζαμπέλα κρεμασμένη πάνω του -κάτι σαν τύμβος, σαν τάφος. Η Ιζαμπέλα Μόλναρ, ένα μήνα μετά, θα πεθάνει. Και ο αλλοτινός θαυμαστής της θα μείνει να αναλογίζεται. Αυτό είναι το διήγημα του Μεγάλου Τεχνίτη του Λόγου Δημήτρη Χατζή (τυπώθηκε το 1976, ενταγμένο στη συλλογή του «Σπουδές»), 


όπως το επεξεργάστηκε δραματουργικά η Στεφανία Γουλιώτη, με σύμβουλο δραματουργίας τον Έκτορα Λυγίζο και πρόσθετο κείμενο της Νεφέλης Μαϊστράλη. Το κείμενο του Χατζή, που έχει έναν δοκιμιακό χαρακτήρα ξεφεύγοντας από τις γνώριμες φόρμες του, αναδείχτηκε και απέκτησε ακόμα μεγαλύτερο βάθος -ένα ερωτηματικό πάνω στο τι σημαίνει και πώς λειτουργεί η τέχνη. Η Στεφανία Γουλιώτη υπέγραψε και τη σκηνοθεσία και ερμήνευσε τον επώνυμο ρόλο. Σε μία συγκλονιστική παράσταση και με μία συγκλονιστική ερμηνεία. Έφτιαξε ένα ασφυκτικό περιβάλλον όπου οι παύσεις και οι σιωπές, αντί να επιβραδύνουν, πνίγουν τους ρυθμούς με συνταρακτικά αποτελέσματα -το κοίταγμα της Ιζαμπέλας στον καθρέφτη, ο Αφηγητής που μένει βουβός  

μπροστά στην κατάρρευση της τέχνης της, οι σφυριές της που συντρίβουν τα προπλάσματα σε μία σκηνή απόλυτης σιωπής της και ηχούν στα σπλάχνα μας, η γεμάτη συντρίμμια σκηνή, το φινάλε με το πρόπλασμα που ο πηλός του 


λιώνει και αποκαλύπτει ένα σταυρό παραπέμποντας σε τύμβο δεν ξεχνιούνται. Ούτε το γυμνό, κουλουριασμένο κορμί της Ιζαμπέλας - Γουλιώτη. Το σκηνικό της Φιλάνθης Μπουγάτσου που το αναδεικνύουν οι εξαίρετοι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη, τα κοστούμια της Νίκης Ψυχογιού, η κίνηση που δίδαξε η Αντωνία Οικονόμου, ο ηχητικός  



σχεδιασμός και η ηχοληψία του Ηλία Φλάμμου, τα γλυπτά της Ισμήνης Τσοφλίδου -όλα- συντελούν αποφασιστικά στο ευτυχισμένο, καθηλωτικό αποτέλεσμα. Θα ξεχωρίσω τη μουσική που δονείται του σπουδαίου Γιώργου Πούλιου -δεν συνοδεύει, ερμηνεύει το κείμενο. Η συντριπτική ερμηνεία της Στεφανίας Γουλιώτη -ένα κεφάλαιο του θεάτρου μας-, αυτό το παγιδευμένο  

στην τέχνη του αγρίμι που γρυλίζει,  δεν επισκιάζει τον Φώτη Στρατηγό: στον καθόλου αβανταδόρικο ρόλο του Αφηγητή, που έχει ίσως και το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου, η σκηνοθεσία τού έδωσε πατήματα να αποδείξει ότι είναι μεγάλο τάλαντο. Εκείνες οι δύο λέξεις -«τον σκότωσε»-, κάτι σαν σφυριά που για μένα καθορίζουν όλο το διήγημα, ακούστηκαν από το στόμα του όπως έπρεπε. Παράσταση που το Φεστιβάλ νομίζω ότι δεν πρέπει να την αφήσει να φύγει έτσι αλλά να την επαναλάβει το επόμενο καλοκαίρι (Φωτογραφίες: Γκέλυ Καλαμπάκα).

(Η παράσταση δεν διαθέτει δικό της έντυπο πρόγραμμα).

(Την παράσταση παρακολούθησα με πρόσκληση από την εταιρεία παραγωγής)

«Πειραιώς 260» / Αίθουσα Η, Pop Productions/Κάλλη Μαυρογένη, Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου / «Φθινόπωρο. Απόηχοι», 6 Οκτωβρίου 2026.

October 2, 2026

Ο Σταυρακάκης στην Μετροπόλιταν Όπερα

 

Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 292 




Ο δικός μας -ο κατάδικός μας- Αλέξανδρος Σταυρακάκης, ο μπάσος μας, ο τιμημένος το 2019 με το Χρυσό Μετάλλιο (πρώτο βραβείο) στον 19ο Διεθνή Διαγωνισμό «Τσαϊκόφσκι» συνεχίζει τη διεθνή πορεία του. Και φέτος, μεταξύ πολλών άλλων «σταθμών», τον βρίσκω στις διανομές της Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Ιόρκης. Στην «Μήδεια» του Κερουμπίνι θα τραγουδήσει Κρέοντα (σ
’ όλες τις παραστάσεις, από 30 Οκτωβρίου έως και 21 Νοεμβρίου), με μαέστρο τον Κάρλο Ρίτσι, στη σκηνοθεσία του Ντέιβιντ ΜακΒίκαρ που είδαμε και στην Αθήνα, στην Λυρική Σκηνή, το 2023. Μήδεια θα ’ναι η Σόνια Γιόντσεβα και, σε δεύτερη διανομή, η Κιάρα Ιζοτόν και Ιάσων ο Μάικλ Σπάιρς. 
Και στις 24 και 28 Νοεμβρίου και 3, 5 και 10 Δεκεμβρίου θα ερμηνεύσει Κολίν(ε) στην «Μποέμ» του Τζάκομο Πουτσίνι, στην κλασική πια σκηνοθεσία του Φράνκο Τζεφιρέλι, με μαέστρο τον Μάρκο Αρμιλιάτο, Ροντόλφο τον Ατάλα Αϊγιάν, Μιμί την Φεντερίκα Λομπάρντι, Μαρτσέλο τον Λούκας Μίκαμ και Μουζέτα την Χάιντι Στόμπερ.
Εμείς θα ’χουμε την τύχη να τον ακούσουμε στο Μέγαρο Μουσικής, με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών και πάλι, στις 26 Μαρτίου του 2027, ως σολίστα, μαζί με τους Μυρτώ Παπαθανασίου, Ειρήνη Καράγιαννη και Δημήτρη Πακσόγλου, στην Ένατη Συμφωνία στου Μπετόβεν, στην επετειακή συναυλία «Ένατη του Μπετόβεν - Σαν σήμερα, 200 χρόνια μετά», με τον Γερμανό Κρίστοφ Πόπεν στο πόντιουμ.
Η Λυρική, επιτέλους, τι κάνει με τον Σταυρακάκη; Νομίζω πως ένας «Μπορίς Γκοντουνόφ του αξίζει. Όσο είναι καιρός.

September 27, 2026

Ρομέος και Ιουλιέτα τουρκόφωνοι

 
Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 291
 



Την ταινία την είδαμε πριν από μερικές βδομάδες στο «Φλερύ». Απ’ την Βόρεια Μακεδονία. Είχα ενδιαφέρον να τη δω -είχα ήδη δει κάποιες ταινίες απ’ τους γείτονες που μου άρεσαν. «Dj Ahmet» ο πρωτότυπος τίτλος της -«Dj Bοσκός» στη μετάφραση: ο Άχμετ, ένας νεαρός, 15χρονος βοσκός, σ’ ένα τουρκόφωνο χωριό της Βόρειας Μακεδονίας ερωτεύεται τη νεαρή, καλοστεκούμενη οικονομικά, συγχωριανή του Άγια που ετοιμάζονται να την παντρέψουν με κάποιον της «σειράς» της. Η αγάπη του για τη σύγχρονη μουσική τον οδηγεί να εφοδιάσει την Άγια με ηχεία για να εμφανιστεί με δυο φίλες της ως τρίο σ’ ένα τοπικό φεστιβάλ. Η εμφάνισή τους με ντανς μουσική σοκάρει το άκρως συντηρητικό χωριό αλλά περισσότερο σοκάρει ο έρωτας των δυο νέων -οι δικοί της με τίποτα δε θέλουν το φτωχό βοσκό. Αλλά κι ο προσχεδιασμένος γάμος της χαλάει. Η Άγια το σκάει. Όχι για να σμίξει με τον Άχμετ -δεν έχουμε γλυκανάλατο χάπι εντ. Στα τελευταία πλάνα τη βλέπουμε -πολύ έξυπνο και συγκινητικό φινάλε- σ’ ένα λεωφορείο να φεύγει μακριά -απελευθερώθηκε. 


Η ταινία, μια δραματική κομεντί -πρώτη μεγάλου μήκους του 38χρονου, σήμερα, σκηνοθέτη της- που πήρε το Βραβείο Κοινού στο Φεστιβάλ του Σάντανς όπου έκανε πρεμιέρα το 2025, παίχτηκε για λίγο -ήταν η βδομάδα της «Οδύσσειας» που σάρωσε τα πάντα-, με λίγα εισιτήρια, και  
πήρε χλιαρές κριτικές αλλά έχει μια ζεστασιά και μια ανθρωπιά όχι συνηθισμένες. Και καθόλου Κουστουρίτσα, όπως γράφτηκε, δε θυμίζει -είναι διακριτικά ναΐφ. Και μ’ ένα υπέροχο, βαμμένο ροζ πρόβατο! Την αγάπησα. Εσείς μπορείτε να τη δείτε, τώρα, στο CINOBO.
Τ’ όνομα του σκηνοθέτη της, Γκεόργκι Μ. Ουνκόβσκι. Ουνκόβσκι; Το σκέφτηκα και το ’ψαξα και ιδού: είναι ο νεότερος απ’ τους τρεις γιους του αγαπημένου, γλυκύτατου -του ’χω  
κάνει συνέντευξη στα «Νέα»- σκηνοθέτη και καθηγητή Υποκριτικής και Σκηνοθεσίας στο Πανεπιστήμιο των Σκοπίων Σλόμπονταν Ουνκόβσκι που ’χει ανεβάσει με το Εθνικό μας Θέατρο «Τέταρτη αδελφή» του Γκλοβάτσκι στο «Κάπα», το 2003/2004, και «Βασιλιά Λιρ» του Σέξπιρ στη Σκηνή «Κοτοπούλη» του «Rex», το 2005/2006 κι «Ορέστη του Ευριπίδη στην Επίδαυρο, για το ΚΘΒΕ, το 2008, ο οποίος διετέλεσε και υπουργός Πολιτισμού της χώρας του, της κατ’ εμάς, τότε... ΠΓΔΜ, την περίοδο 1996-1998, στην κυβέρνηση Μπράνκο Τσρβένκοβσκι, και της κλινικής ψυχολόγου Λίνα Κοστάροβα-Ούνκοβσκα. Κι έμαθα πως τώρα ετοιμάζει τη δεύτερη ταινία του.

September 13, 2026

Προάγγελος Σεφερλή


Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 290 

 

Απορώ με το θάρρος τους… Ή, σωστότερα, να πω με το θράσος τους; Των ανθρώπων του ΚΘΒΕ. Όχι μόνο ν’ ανεβάσει φέτος αλλά και να κατεβάσει, το ένα απ’ τα τρία ΚΡΑΤΙΚΑ μας Θέατρα, στην Επίδαυρο, ΑΥΤΗ την «Λυσιστράτη». Αυτή που είδα στο Δημοτικό Θέατρο Παπάγου. 
Και, βέβαια, πήρε το χειροκρότημά της, και βέβαια πήρε τις καλές κριτικές της -με μερικές πολύ, μα πάρα πολύ απόρησα...- αλλά αυτό που είδα εγώ άγγιζε τα όρια παλιού «Δελφινάριου» - 

παιγμένο, συχνά, χυδαία. Δεν ήταν οι βωμολοχίες κι η σκατολογία που βρόμιζε ο τόπος -ναι, ξέρω, «αυτά τα ’χει ο Αριστοφάνης στο κείμενο» αλλά κανείς δεν σκέφτεται ότι, τότε, οι λέξεις αυτές, όταν κυκλοφορούσαν γυμνοί στα γυμναστήρια, ήταν κοινής χρήσεως, δεν «ακούγονταν» όπως τώρα, μετά από 2000 και περισσότερα χρόνια χριστιανικής «ηθικής» και πουριτανισμού;… Υπάρχουν κάποιοι ηθοποιοί που υπερασπίζονται απεγνωσμένα τους ρόλους τους αλλά αυτό που η παράσταση απέπνεε -για μένα, τουλάχιστον- ήταν η χυδαιότητα κι η τηλεοπτική -με την κακή έννοια- ευτέλεια.

Ο Αστέριος Πελτέκης, καλλιτεχνικός διευθυντής του ΚΘΒΕ, που σκηνοθέτησε κι έκανε επίσης τη δραματουργική επεξεργασία και την απόδοση του κειμένου, μήπως θα πρέπει να συγκρατήσει τον ενθουσιασμό του για τις επιλογές του; 
Νομίζω -σαν προανάκρουσμα μου φάνηκε η «Λυσιστράτη» του ΚΘΒΕ- πως δε θ’ αργήσει η ώρα που θα δούμε και τον Σεφερλή στην Επίδαυρο -φέτος, ήδη, «έκανε στροφή» κι ανέβασε «Πλούτο» του Αριστοφάνη σε περιοδεία. Να δικαιωθεί, έστω μετά θάνατον, κι ο Γεωργουσόπουλος… (Φωτογραφίες: Mike Rafail / That Long Black Cloud).