October 7, 2026

Στο Φτερό / Τον σκότωσε

 

«Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ» (Δημήτρης Χατζής) της Στεφανίας Γουλιώτη / Σκηνοθεσία: Στεφανία Γουλιώτη.



Εκείνος, ο Αφηγητής, είναι ένας ταπεινός άνθρωπος, άσχετος με την τέχνη. Είναι όμως φιλότεχνος. Και η τέχνη που αγαπά, πάνω από όλα, είναι η γλυπτική. Του αρέσει να πηγαίνει σε ατελιέ γλυπτών 


και να τους βλέπει να δημιουργούν. Έτσι γνωρίζει την Ιζαμπέλα Μόλναρ. Μία ουγγαρέζα γλύπτρια που γι αυτόν υπηρετεί τον ιδεώδη κανόνα της γλυπτικής: μία γλυπτική αφηρημένη αλλά γαλήνια. Ο άντρας λατρεύει τη γλύπτρια Μόλναρ  αλλά και  σιχαίνεται τη γυναίκα 

Μόλναρ: ένα άσχημο σώμα, ένα ουδέτερο πρόσωπο, άπλυτη, με γλιτσιασμένα μαλλιά, κακόγουστα ντυμένη, φιλάργυρη, αμόρφωτη και -κυρίως- χυδαία. Γκρινιάζει, βρίζει, τσακώνεται με όλους,  

φέρνεται φριχτά, ζει μέσα σε μία φοβερή ακαταστασία… Αυτή η φριχτή γυναίκα είναι, όμως, μία σπουδαία γλύπτρια που εκείνος θαυμάζει και εκείνη τον ανέχεται. Ώσπου η Ιζαμπέλα, γύρω στα σαράντα της, γνωρίζει έναν όμορφο άντρα που την ερωτεύεται. Παντρεύονται και εκείνος ο άντρας την αλλάζει ριζικά: βάζει τη ζωή 

της σε τάξη, τη γαληνεύει, όλα πάνω της και γύρω της μεταβάλλονται. Όμως… Όταν ο αφηγητής την επισκέπτεται στο ατελιέ της, ένα εξάμηνο μετά, μένει άναυδος. Τα αγάλματά της -τα πήλινα προπλάσματά τους- έχουν χάσει την ποιότητά τους, έχουν χάσει την ισορροπία τους, έχουν χάσει τη γαλήνη τους, έχουν ασχημύνει -η προσωπική ευτυχία της δούλεψε ενάντια στην τέχνη της. Είναι η πρώτη φορά που του ζητάει τη γνώμη του. Εκείνος δεν της απαντάει. Δεν τολμάει να της απαντήσει. Σιωπά. Και φεύγει. Η Ιζαμπέλα αρπάζει ένα σφυρί και κάνει όλα τα αγάλματα κομμάτια. Με το σφυρί θα  σκοτώσει τον 


άντρα της στο κρεβάτι  του, ενώ κοιμάται. Ναι, τον σκότωσε! Δεν θα ξαναμιλήσει. Ούτε στην ανάκριση, ούτε στη δίκη. Την κλείνουν στη φυλακή και μετά στο φρενοκομείο. Εκεί της δίνουν μία γωνιά στην αυλή να ασχοληθεί 

με την τέχνη της. Κανείς δεν θα δει τα γλυπτά της. Μία μέρα η βροχή θα λιώσει τον πηλό τους, Θα μείνουν όγκοι ακατέργαστοι. Μέσα από τον λιωμένο πηλό 


θα ξεπροβάλει ένας σταυρός -μαρτυρίου- με την Ιζαμπέλα κρεμασμένη πάνω του -κάτι σαν τύμβος, σαν τάφος. Η Ιζαμπέλα Μόλναρ, ένα μήνα μετά, θα πεθάνει. Και ο αλλοτινός θαυμαστής της θα μείνει να αναλογίζεται. Αυτό είναι το διήγημα του Μεγάλου Τεχνίτη του Λόγου Δημήτρη Χατζή (τυπώθηκε το 1976, ενταγμένο στη συλλογή του «Σπουδές»), 


όπως το επεξεργάστηκε δραματουργικά η Στεφανία Γουλιώτη, με σύμβουλο δραματουργίας τον Έκτορα Λυγίζο και πρόσθετο κείμενο της Νεφέλης Μαϊστράλη. Το κείμενο του Χατζή, που έχει έναν δοκιμιακό χαρακτήρα ξεφεύγοντας από τις γνώριμες φόρμες του, αναδείχτηκε και απέκτησε ακόμα μεγαλύτερο βάθος -ένα ερωτηματικό πάνω στο τι σημαίνει και πώς λειτουργεί η τέχνη. Η Στεφανία Γουλιώτη υπέγραψε και τη σκηνοθεσία και ερμήνευσε τον επώνυμο ρόλο. Σε μία συγκλονιστική παράσταση και με μία συγκλονιστική ερμηνεία. Έφτιαξε ένα ασφυκτικό περιβάλλον όπου οι παύσεις και οι σιωπές, αντί να επιβραδύνουν, πνίγουν τους ρυθμούς με συνταρακτικά αποτελέσματα -το κοίταγμα της Ιζαμπέλας στον καθρέφτη, ο Αφηγητής που μένει βουβός  

μπροστά στην κατάρρευση της τέχνης της, οι σφυριές της που συντρίβουν τα προπλάσματα σε μία σκηνή απόλυτης σιωπής της και ηχούν στα σπλάχνα μας, η γεμάτη συντρίμμια σκηνή, το φινάλε με το πρόπλασμα που ο πηλός του 


λιώνει και αποκαλύπτει ένα σταυρό παραπέμποντας σε τύμβο δεν ξεχνιούνται. Ούτε το γυμνό, κουλουριασμένο κορμί της Ιζαμπέλας - Γουλιώτη. Το σκηνικό της Φιλάνθης Μπουγάτσου που το αναδεικνύουν οι εξαίρετοι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη, τα κοστούμια της Νίκης Ψυχογιού, η κίνηση που δίδαξε η Αντωνία Οικονόμου, ο ηχητικός  



σχεδιασμός και η ηχοληψία του Ηλία Φλάμμου, τα γλυπτά της Ισμήνης Τσοφλίδου -όλα- συντελούν αποφασιστικά στο ευτυχισμένο, καθηλωτικό αποτέλεσμα. Θα ξεχωρίσω τη μουσική που δονείται του σπουδαίου Γιώργου Πούλιου -δεν συνοδεύει, ερμηνεύει το κείμενο. Η συντριπτική ερμηνεία της Στεφανίας Γουλιώτη -ένα κεφάλαιο του θεάτρου μας-, αυτό το παγιδευμένο  

στην τέχνη του αγρίμι που γρυλίζει,  δεν επισκιάζει τον Φώτη Στρατηγό: στον καθόλου αβανταδόρικο ρόλο του Αφηγητή, που έχει ίσως και το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου, η σκηνοθεσία τού έδωσε πατήματα να αποδείξει ότι είναι μεγάλο τάλαντο. Εκείνες οι δύο λέξεις -«τον σκότωσε»-, κάτι σαν σφυριά που για μένα καθορίζουν όλο το διήγημα, ακούστηκαν από το στόμα του όπως έπρεπε. Παράσταση που το Φεστιβάλ νομίζω ότι δεν πρέπει να την αφήσει να φύγει έτσι αλλά να την επαναλάβει το επόμενο καλοκαίρι (Φωτογραφίες: Γκέλυ Καλαμπάκα).

(Η παράσταση δεν διαθέτει δικό της έντυπο πρόγραμμα).

(Την παράσταση παρακολούθησα με πρόσκληση από την εταιρεία παραγωγής)

«Πειραιώς 260» / Αίθουσα Η, Pop Productions/Κάλλη Μαυρογένη, Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου / «Φθινόπωρο. Απόηχοι», 6 Οκτωβρίου 2026.

October 2, 2026

Ο Σταυρακάκης στην Μετροπόλιταν Όπερα

 

Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 292 




Ο δικός μας -ο κατάδικός μας- Αλέξανδρος Σταυρακάκης, ο μπάσος μας, ο τιμημένος το 2019 με το Χρυσό Μετάλλιο (πρώτο βραβείο) στον 19ο Διεθνή Διαγωνισμό «Τσαϊκόφσκι» συνεχίζει τη διεθνή πορεία του. Και φέτος, μεταξύ πολλών άλλων «σταθμών», τον βρίσκω στις διανομές της Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Ιόρκης. Στην «Μήδεια» του Κερουμπίνι θα τραγουδήσει Κρέοντα (σ
’ όλες τις παραστάσεις, από 30 Οκτωβρίου έως και 21 Νοεμβρίου), με μαέστρο τον Κάρλο Ρίτσι, στη σκηνοθεσία του Ντέιβιντ ΜακΒίκαρ που είδαμε και στην Αθήνα, στην Λυρική Σκηνή, το 2023. Μήδεια θα ’ναι η Σόνια Γιόντσεβα και, σε δεύτερη διανομή, η Κιάρα Ιζοτόν και Ιάσων ο Μάικλ Σπάιρς. 
Και στις 24 και 28 Νοεμβρίου και 3, 5 και 10 Δεκεμβρίου θα ερμηνεύσει Κολίν(ε) στην «Μποέμ» του Τζάκομο Πουτσίνι, στην κλασική πια σκηνοθεσία του Φράνκο Τζεφιρέλι, με μαέστρο τον Μάρκο Αρμιλιάτο, Ροντόλφο τον Ατάλα Αϊγιάν, Μιμί την Φεντερίκα Λομπάρντι, Μαρτσέλο τον Λούκας Μίκαμ και Μουζέτα την Χάιντι Στόμπερ.
Εμείς θα ’χουμε την τύχη να τον ακούσουμε στο Μέγαρο Μουσικής, με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών και πάλι, στις 26 Μαρτίου του 2027, ως σολίστα, μαζί με τους Μυρτώ Παπαθανασίου, Ειρήνη Καράγιαννη και Δημήτρη Πακσόγλου, στην Ένατη Συμφωνία στου Μπετόβεν, στην επετειακή συναυλία «Ένατη του Μπετόβεν - Σαν σήμερα, 200 χρόνια μετά», με τον Γερμανό Κρίστοφ Πόπεν στο πόντιουμ.
Η Λυρική, επιτέλους, τι κάνει με τον Σταυρακάκη; Νομίζω πως ένας «Μπορίς Γκοντουνόφ του αξίζει. Όσο είναι καιρός.

September 27, 2026

Ρομέος και Ιουλιέτα τουρκόφωνοι

 
Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 291
 



Την ταινία την είδαμε πριν από μερικές βδομάδες στο «Φλερύ». Απ’ την Βόρεια Μακεδονία. Είχα ενδιαφέρον να τη δω -είχα ήδη δει κάποιες ταινίες απ’ τους γείτονες που μου άρεσαν. «Dj Ahmet» ο πρωτότυπος τίτλος της -«Dj Bοσκός» στη μετάφραση: ο Άχμετ, ένας νεαρός, 15χρονος βοσκός, σ’ ένα τουρκόφωνο χωριό της Βόρειας Μακεδονίας ερωτεύεται τη νεαρή, καλοστεκούμενη οικονομικά, συγχωριανή του Άγια που ετοιμάζονται να την παντρέψουν με κάποιον της «σειράς» της. Η αγάπη του για τη σύγχρονη μουσική τον οδηγεί να εφοδιάσει την Άγια με ηχεία για να εμφανιστεί με δυο φίλες της ως τρίο σ’ ένα τοπικό φεστιβάλ. Η εμφάνισή τους με ντανς μουσική σοκάρει το άκρως συντηρητικό χωριό αλλά περισσότερο σοκάρει ο έρωτας των δυο νέων -οι δικοί της με τίποτα δε θέλουν το φτωχό βοσκό. Αλλά κι ο προσχεδιασμένος γάμος της χαλάει. Η Άγια το σκάει. Όχι για να σμίξει με τον Άχμετ -δεν έχουμε γλυκανάλατο χάπι εντ. Στα τελευταία πλάνα τη βλέπουμε -πολύ έξυπνο και συγκινητικό φινάλε- σ’ ένα λεωφορείο να φεύγει μακριά -απελευθερώθηκε. 


Η ταινία, μια δραματική κομεντί -πρώτη μεγάλου μήκους του 38χρονου, σήμερα, σκηνοθέτη της- που πήρε το Βραβείο Κοινού στο Φεστιβάλ του Σάντανς όπου έκανε πρεμιέρα το 2025, παίχτηκε για λίγο -ήταν η βδομάδα της «Οδύσσειας» που σάρωσε τα πάντα-, με λίγα εισιτήρια, και  
πήρε χλιαρές κριτικές αλλά έχει μια ζεστασιά και μια ανθρωπιά όχι συνηθισμένες. Και καθόλου Κουστουρίτσα, όπως γράφτηκε, δε θυμίζει -είναι διακριτικά ναΐφ. Και μ’ ένα υπέροχο, βαμμένο ροζ πρόβατο! Την αγάπησα. Εσείς μπορείτε να τη δείτε, τώρα, στο CINOBO.
Τ’ όνομα του σκηνοθέτη της, Γκεόργκι Μ. Ουνκόβσκι. Ουνκόβσκι; Το σκέφτηκα και το ’ψαξα και ιδού: είναι ο νεότερος απ’ τους τρεις γιους του αγαπημένου, γλυκύτατου -του ’χω  
κάνει συνέντευξη στα «Νέα»- σκηνοθέτη και καθηγητή Υποκριτικής και Σκηνοθεσίας στο Πανεπιστήμιο των Σκοπίων Σλόμπονταν Ουνκόβσκι που ’χει ανεβάσει με το Εθνικό μας Θέατρο «Τέταρτη αδελφή» του Γκλοβάτσκι στο «Κάπα», το 2003/2004, και «Βασιλιά Λιρ» του Σέξπιρ στη Σκηνή «Κοτοπούλη» του «Rex», το 2005/2006 κι «Ορέστη του Ευριπίδη στην Επίδαυρο, για το ΚΘΒΕ, το 2008, ο οποίος διετέλεσε και υπουργός Πολιτισμού της χώρας του, της κατ’ εμάς, τότε... ΠΓΔΜ, την περίοδο 1996-1998, στην κυβέρνηση Μπράνκο Τσρβένκοβσκι, και της κλινικής ψυχολόγου Λίνα Κοστάροβα-Ούνκοβσκα. Κι έμαθα πως τώρα ετοιμάζει τη δεύτερη ταινία του.

September 13, 2026

Προάγγελος Σεφερλή


Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 290 

 

Απορώ με το θάρρος τους… Ή, σωστότερα, να πω με το θράσος τους; Των ανθρώπων του ΚΘΒΕ. Όχι μόνο ν’ ανεβάσει φέτος αλλά και να κατεβάσει, το ένα απ’ τα τρία ΚΡΑΤΙΚΑ μας Θέατρα, στην Επίδαυρο, ΑΥΤΗ την «Λυσιστράτη». Αυτή που είδα στο Δημοτικό Θέατρο Παπάγου. 
Και, βέβαια, πήρε το χειροκρότημά της, και βέβαια πήρε τις καλές κριτικές της -με μερικές πολύ, μα πάρα πολύ απόρησα...- αλλά αυτό που είδα εγώ άγγιζε τα όρια παλιού «Δελφινάριου» - 

παιγμένο, συχνά, χυδαία. Δεν ήταν οι βωμολοχίες κι η σκατολογία που βρόμιζε ο τόπος -ναι, ξέρω, «αυτά τα ’χει ο Αριστοφάνης στο κείμενο» αλλά κανείς δεν σκέφτεται ότι, τότε, οι λέξεις αυτές, όταν κυκλοφορούσαν γυμνοί στα γυμναστήρια, ήταν κοινής χρήσεως, δεν «ακούγονταν» όπως τώρα, μετά από 2000 και περισσότερα χρόνια χριστιανικής «ηθικής» και πουριτανισμού;… Υπάρχουν κάποιοι ηθοποιοί που υπερασπίζονται απεγνωσμένα τους ρόλους τους αλλά αυτό που η παράσταση απέπνεε -για μένα, τουλάχιστον- ήταν η χυδαιότητα κι η τηλεοπτική -με την κακή έννοια- ευτέλεια.

Ο Αστέριος Πελτέκης, καλλιτεχνικός διευθυντής του ΚΘΒΕ, που σκηνοθέτησε κι έκανε επίσης τη δραματουργική επεξεργασία και την απόδοση του κειμένου, μήπως θα πρέπει να συγκρατήσει τον ενθουσιασμό του για τις επιλογές του; 
Νομίζω -σαν προανάκρουσμα μου φάνηκε η «Λυσιστράτη» του ΚΘΒΕ- πως δε θ’ αργήσει η ώρα που θα δούμε και τον Σεφερλή στην Επίδαυρο -φέτος, ήδη, «έκανε στροφή» κι ανέβασε «Πλούτο» του Αριστοφάνη σε περιοδεία. Να δικαιωθεί, έστω μετά θάνατον, κι ο Γεωργουσόπουλος… (Φωτογραφίες: Mike Rafail / That Long Black Cloud).

September 11, 2026

Σεβασμός αλλά έλειπε η φλόγα


Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 289
 


Είδα στο Θέατρο Βράχων «Μελίνα Μερκούρη» του Βύρωνα τον  «Ματωμένο γάμο», το ποιητικό αριστούργημα του Φεδερίκο Γαρθία Λόρκα -90 χρόνια έκλεισαν φέτος απ’ την άνανδρη εκτέλεσή του, αν κι η λέξη δολοφονία ταιριάζει περισσότερο... Απ’ το αγαπημένο «Θεσσαλικό Θέατρο» που γιορτάζει τα 50 θαυμαστά χρόνια της αντοχής του και των επιτευγμάτων του. Σε σκηνοθεσία του εκ των πρωτεργατών του και βασικού στυλοβάτη και 


αιμοδότη του Κώστα Τσιάνου. 
Καλά στημένη παράσταση που σεβόταν το κείμενο, ευπρεπής σκηνογραφική κι ενδυματολογική δουλειά του Γιώργου Ζιάκα, η μουσική του Διονύση Τσακνή αντιπάλεψε την μουσική του Μάνου 
Χατζιδάκι που 
’ναι καρφωμένη «στη σκοτεινή μας ρίζα της κραυγής» και μας έχει καθορίσει και δεν ηττήθηκε, καλοί ηθοποιοί που πάλεψαν με συνέπεια με τους ρόλους τους (Ντίνα Αβαγιανού, 
Νίκος Αρβανίτης, Αγγελική Λεμονή, Νίκη Παλληκαράκη, Αστέρης Κρικώνης, η ανώριμη ακόμα, όχι, πάντως, ατάλαντη Τζένη Καζάκου...) αλλά απ’ την παράσταση έλειπε αυτή η φλόγα που σιγοκαίει μέσα στα σπλάχνα του έργου και  


εκρήγνυται.
Και μια απορία: γιατί δεν χρησιμοποιήθηκε η μετάφραση του Νίκου Γκάτσου. Και βέβαια έχει παλιώσει αλλά τα μνημεία -και αποτελεί ένα μνημείο- δεν «παλιώνουν», πατίνα αποκτούν.