July 11, 2026

Στο Φτερό / Τα σκότωσε! Με βαριοπούλα

 
«Μήδεια» του Ευριπίδη. Σκηνοθεσία: Νικίτα Μιλιβόγιεβιτς.


Η Μήδεια, κόρη του βασιλιά της Κολχίδας Αιήτη, μυημένη στη μαγεία, ερωτεύτηκε τον Ιάσονα, γιο του βασιλιά της Ιωλκού Αίσονος, που είχε φτάσει στην πατρίδα της για να αρπάξει το Χρυσόμαλλο Δέρας, τον βοήθησε να το κλέψει, έφυγε μαζί του παίρνοντας και τον αδελφό της, που, στο δρόμο της  

φυγής, τον σκότωσε, τεμάχισε το κορμί του και πέταγε τα κομμάτια στη θάλασσα, προκειμένου να καθυστερήσει τον πατέρα της που τους κυνηγούσε, όταν έφτασαν στην Ιωλκό, εξόντωσε το θείο του Ιάσονα, τον Πελία, που είχε 

σφετεριστεί το θρόνο, πείθοντας, με δόλο, τις κόρες του να τον σκοτώσουν και, ύστερα, κατέφυγαν στην Κόρινθο, όπου έχουν αποκτήσει δύο αγοράκια. Όμως, ο Ιάσων που θέλει να βρεθεί κοντά στην εξουσία, την εγκαταλείπει, πλευρίζει τη νεαρή κόρη του βασιλιά της Κορίνθου Κρέοντος, και ετοιμάζεται να την 
παντρευτεί. Ο Κρέων διατάζει την εξορία της εξαγριωμένης «ξένης» γιατί φοβάται την εκδίκησή της, οπότε εκείνη αποφασίζει να δράσει αμέσως: στέλνει, δήθεν μετανιωμένη, στη νύφη γαμήλιο δώρο, ένα πέπλο και ένα στεφάνι δηλητηριασμένα που, όταν εκείνη τα φοράει, την αφανίζουν, όπως και τον πατέρα της που την αγκαλιάζει και τη θρηνεί και, κατόπιν, σκοτώνει τα παιδιά της. Με άρμα που της στέλνει ο πατέρας του πατέρα της, ο Ήλιος, θα αναληφθεί με τα κορμάκια των παιδιών που δεν αφήνει τον καταρρακωμένο Ιάσονα όχι απλώς να τα θάψει αλλά ούτε καν να τα αγγίξει και θα καταφύγει στην Αθήνα όπου έχει εξασφαλίσει, εκ των προτέρων, άσυλο από το βασιλιά της, τον Αιγέα, με αντίδωρο να του χαρίσει, με τα μάγια της, τα παιδιά που δεν έχει καταφέρει να αποκτήσει. Ο Ευριπίδης έγραψε την «Μήδειά» του (431 π.Χ.), ένα πολυπαιγμένο, 
 
σκληρό αριστούργημα που, ανά τους αιώνες, έχει δεχτεί πολλαπλές αναγνώσεις, με τη φεμινιστική από τις πιο πρόσφατες. Ένα αριστούργημα δραματικής οικονομίας, 
υψηλής ποίησης και σχεδιασμού του κεντρικού επώνυμου χαρακτήρα. Ο Σέρβος Νικίτα Μιλιβόγιεβιτς, που υπογράφει την -χωρίς πολλές επεμβάσεις- διασκευή της τραγωδίας -η διασκευή έγινε πάνω σε κάποια μετάφραση η οποία δεοντολογικά θα έπρεπε να αναφέρεται και που, συχνά, με παρέπεμπε σε αυτή του Γιώργου Μπλάνα που κυκλοφορεί, ελεύθερη δικαιωμάτων, στο διαδίκτυο- και τη σκηνοθεσία, επέλεξε να προβάλει την ανθρώπινη υπόσταση της Μήδειας και την τραγωδία να αναπτύσσεται ως ένα μεγάλο φλας μπακ, κάτι σαν εφιάλτης, μέσα από τη μνήμη της. Παγιδευμένη σε έναν κυκλικό χώρο καταστροφής, μία ορχήστρα αρχαίου θεάτρου, γεμάτο σαν με αποκαΐδια που θυμίζουν και μαύρα φίδια, με, πίσω του, έξι πορφυρές πόρτες που δεν οδηγούν 

πουθενά, η Μήδεια αναθυμάται τι συνέβη περιτριγυρισμένη από τον μικτό, όπως θέλησε ο σκηνοθέτης -τρεις γυναίκες, τρεις άνδρες- Χορό με τις ζωόμορφες μάσκες, συγκρούεται, ικέτισσα αυτή, για να μη την εξορίσει, με τον Κρέοντα, συγκρούεται με τον Ιάσονα -με μάσκα λύκου-, καλοδέχεται τον
Αιγέα, ικέτισσα, που ζητάει τη βοήθειά του, στέλνει τα θανατερά γαμήλια δώρα στην παρθένα βασιλοπούλα -ο Ευριπίδης δεν την κατονομάζει- που πρόκειται να παντρευτεί με τον Ιάσονα. Και εκεί, στο τέλος, παίρνει, με πολλούς δισταγμούς και πισογυρίσματα, τη δύσκολη απόφαση να 
σκοτώσει τα παιδιά. Βρήκα άνιση την παράσταση -με κέρδισε προοδευτικά. Στο πρώτο μέρος της, καθώς δεν κατάλαβα το λόγο των μασκών που τα μέλη του Χορού άλλοτε τις έβγαζαν, άλλοτε τις φορούσαν ανάποδα, μετά τις ξαναφορούσαν κανονικά… Αλλά και το στήσιμο της παράστασης με τα πολλά σύμβολα δεν με ικανοποίησε απόλυτα. Από τη στιγμή, όμως, του μεγάλου μονόλογου της Μήδειας για την τύχη των παιδιών της με συνεπήρε. Την κύρια «ευθύνη» φέρει η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη: με τεχνική απαράμιλλη, με συναίσθημα που αναβλύζει αλλά δεν ξεχειλίζει, με μία ερμηνεία βγαλμένη βαθιά από τα σπλάχνα της, με καθήλωσε. Η παράφορη εξαγγελία, στη συνέχεια, του Άγγελου με τα νέα για το ολοκαύτωμα που αφάνισε τη βασιλοπούλα και τον Κρέοντα, εξαγγελία που την κάνει αφηνιασμένος, αφρισμένος,
κυκλικά γύρω από την ορχήστρα, ο Άγγελος, το γεωργιανό μοιρολόι που τραγουδάει έξοχα η Μαριάμ Ρουχάτζε από τον Χορό, το κόκκινο μπαλόνι που ξεφεύγει στον ουρανό από το 
κουτί που ανοίγει η Μήδεια και, ύστερα, τα ρουχαλάκια των δύο παιδιών που βγάζει και που συγκλονιστικά υποκαθιστούν την παρουσία τους -ομολογώ πως δεν συγκινήθηκα απλώς, έκλαψα-, η βαριοπούλα με την οποία η Μήδεια μανιασμένη κάνει κομμάτια το λευκό, γύψινο σπιτάκι-παιδικό παιχνίδι που σέρνει η Τροφός πάνω σε ένα τρόλεϊ, ακραία βίαιη κίνηση, που υποκαθιστά τον φόνο των παιδιών εκτοξεύουν την παράσταση αφήνοντας ανεξάλειπτες εντυπώσεις. Οι ήχοι των τοίχων του που γκρεμίζονται, που σαρώνονται και της βαριοπούλας που η Μήδεια αφήνει, στο τέλος, να πέσει πάνω στο τσιμέντο με παρέπεμψαν σε μία άλλη ,πολύ μεγάλη, αλησμόνητη  θεατρική στιγμή που έχω ζήσει: το βιολί του που ο Τρέπλιεφ συντρίβει, τσακίζει υποκαθιστώντας 

τον  πυροβολισμό της αυτοκτονίας του στο φινάλε του τσεχοφικού «Γλάρου» τον οποίο το ουγγρικό «Θέατρο Κρέτακορ» παρουσίασε στο Φεστιβάλ Αθηνών, στην Πειραιώς, το 2007, σε σκηνοθεσία του Άρπαντ Σίλινγκ. Τις ίδιες συγκλονιστικές εντυπώσεις μου άφησε και το εύρημα του Μιλιβόγιεβιτς με τον Ιάσονα μάταια, απεγνωσμένα να προσπαθεί να συνταιριάξει τα συντρίμμια, τα 

γκρεμίδια από το σπιτάκι που τσάκισε η βαριοπούλα της Μήδειας και να το ξαναστήσει. Ο Δημήτρης Καμαρωτός με τη μουσική/δραματουργία του στήριξε την παράσταση μέσα από τους επί σκηνής μουσικούς Στέλιο Κατσατσίδη και Βαγγέλη Παρασκευαΐδη, αν και δεν τη βρήκα από τις καλύτερες 
δουλειές του, όπως και των άλλων συνεργατών (η Αμάλια Μπένετ με τις κάπως αδύναμες χορογραφίες τηςσ ο Σωτήρης Μελανός με τη σκηνογραφία του, η Βασιλική Σύρμα με τα κοστούμια της, ο Νίκος Βλασόπουλος με το σχεδιασμό των φωτισμών). Η χρήση για άλλη μία φορά μικροφώνων-ψείρες με ενόχλησε (σχεδιασμός ήχου Κώστας Μπώκος). Οι εντάσεις, της Μήδειας ειδικά, μεγεθυμένες, παραμόρφωναν τη φωνή της και προσωπικά με ενόχλησαν. Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος (Ιάσων) στέκεται στο ύψος του και το υπερβαίνει στο σπαρακτικό φινάλε. Ο Άρης 
Λεμπεσόπουλος (Κρέων) μου μετέφερε μία αίσθηση υποτονικού ενώ, αντίθετα, ο Τάσος Σωτηράκης (Αιγέας) μία αίσθηση υπερβολής. Ο Διονύσης Πιφέας αντεπεξέρχεται στο τρομακτικής έντασης εξαγγελτικό ικανοποιητικά. Η Ρένη Πιττακή, πλήρης αλλά μετρημένη Τροφός. Ο Χορός (Ηλέκτρα Καρτάνου, Εμμανουήλ Κοντός, Ιωάννα Μπιτούνη, Μαριάμ Ρουχάτζε, Νίκος Τσιμάρας) τα βγάζει πέρα καλά, χωρίς εξάρσεις. Μία παράσταση που ξεκίνησε αδιάφορα για μένα αλλά στο τέλος με συγκίνησε μέχρι δακρύων. Δείτε την! Και για να διαπιστώσετε, άλλη μια φορά, το λόγο που η Καρυφυλλιά Καραμπέτη θεωρείται από τις μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού κορυφαίες Ηθοποιούς μας (Φωτογραφίες: 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15 Ελίνα Γιουνανλή, 16 Θωμάς Δασκαλάκης, 17 Έφη Γούση).  
 
(Και αυτή η παράσταση, του οργανισμού «Λυκόφως», δυστυχώς, δεν διαθέτει έντυπο πρόγραμμα. Προσεγμένο, όπως πάντα, το έντυπο πρόγραμμα του Φεστιβάλ «Στη Σκιά των βράχων», αν και χωρίς πρωτότυπα κείμενα. Ε-ξαι-ρε-τι-

κή, όμως, η αφιερωματική έκδοση / βιβλίο του Φεστιβάλ που έχει καθιερωθεί, πλέον, κάθε καλοκαίρι. Φέτος: «Ό,τι ξοδεύεις γίνεται δικό σου. Αφιέρωμα Μίνως Βολανάκης.100 χρόνια από τη γέννησή του». Εξαιρετική ως ιδέα -ο Μίνως Βολανάκης, εκτός από σπουδαίος Δάσκαλος και σκηνοθέτης και 
μεταφραστής, ήταν ο πρωτεργάτης, με τους ανθρώπους του, των «Θεάτρων των Βράχων» σε νταμάρια της Αττικής- και ως υλοποίηση (καλλιτεχνική διεύθυνση Τασία Σαρρίδου -η ακαταπόνητη καλλιτεχνική διευθύντρια του Φεστιβάλ-, έρευνα-επιστημονική επιμέλεια η ικανότατη Μιχαέλα Αντωνίου), με κείμενα πρωτότυπα ή δημοσιευμένα παλαιότερα. Ένα βιβλίο -το οποίο συνοδεύεται και από μία φωτογραφική εγκατάσταση στο χώρο του Φεστιβάλ, σε σχεδιασμό Δάφνης Αηδόνη- που θα μείνει. Μπράβο!).

Θέατρο Βράχων «Μελίνα Μερκούρη», «Λυκόφως - Γ. Λυκιαρδόπουλος» Α.Ε., Φεστιβάλ «Στη Σκιά των Βράχων» 2026, 5 Ιουλίου 2026.

June 23, 2026

Στο Φτερό: Δημιουργική ανασύσταση

 
«Μήδεια» του Λουίτζι Κερουμπίνι (μελοποίηση διαλόγων: Φραντς Λάχνερ), λιμπρέτο (Ευριπίδης, Κορνέιγ(ι)) Φρανσουά-Μπενουά Οφμάν (μετάφραση λιμπρέτου στα ιταλικά Κάρλο Τζανγκαρίνι) / Μουσική διεύθυνση: Ζακ Λακόμπ / Σκηνοθεσία: (Αλέξης Μινωτής) Παναγής Παγουλάτος / Καλλιτεχνική διεύθυνση: Γιώργος Κουμεντάκης.
 



Η Μήδεια, κόρη του βασιλιά της Κολχίδας Αιήτη, μυημένη στη μαγεία από τη θεία της Κίρκη, έχει κάνει τα πάντα για χάρη του Ιάσονα ο οποίος είχε φτάσει επικεφαλής της Αργοναυτικής Εκστρατείας στην Κολχίδα για να αποκτήσει το Χρυσόμαλλο Δέρας που βρισκόταν εκεί και τον οποίο έχει ερωτευτεί: τον έχει βοηθήσει να το κλέψει, έχει σκοτώσει με άγριο τρόπο, τεμαχίζοντάς τον, τον αδελφό της Άψυρτο, που είχε φύγει μαζί της, για να καθυστερήσει τον πατέρα της που τους κυνήγησε, έχει εκδικηθεί, όταν έφτασαν στην Ιωλκό, πατρίδα 

του Ιάσονα, τον θείο του, τον Πελία, που του είχε πάρει το θρόνο, βάζοντας, με δόλο, τις κόρες του να τον σκοτώσουν και, κατόπιν, μαζί έχουν καταφύγει στην Κόρινθο, όπου έχουν αποκτήσει δύο αγοράκια. Όμως, ο Ιάσων, είτε γιατί βαρέθηκε την Μήδεια, είτε για λόγους συμφέροντος, την εγκαταλείπει, στρέφεται στη νεαρή Γλαύκη, κόρη του βασιλιά της Κορίνθου Κρέοντα, και ετοιμάζεται να την παντρευτεί -έως και το Χρυσόμαλλο Δέρας της δωρίζει. Η 

Μήδεια τον παρακαλάει να γυρίσει κοντά της, τον ικετεύει, τον απειλεί, υποκρίνεται… Αλλά δεν τον πείθει. Και, τελικά, όταν ο Κρέων την εξορίζει, ζητάει από τον βασιλέα, πριν φύγει, διορία μιας μέρας για να δει τα παιδιά της, εκείνος με δισταγμό της τη δίνει και εκείνη αποφασίζει να εκδικηθεί τον Ιάσονα. Πολύ σκληρή εκδίκηση: στέλνει, δήθεν μετανιωμένη και 


για να ευχαριστήσει τον Κρέοντα, με την ακόλουθό της Νέριδα, στην Γλαύκη, γαμήλιο δώρο, ένα φόρεμα και ένα στέμμα που, όταν εκείνη τα φοράει, καθώς είναι ποτισμένα με δηλητήριο, την κατακαίνε και, κατόπιν -το υπέρτατο...-, 

ενώ την καταδιώκουν για το έγκλημά της, καταφεύγει με την ακόλουθό της, που προσπαθει εις μάτην να τη συνετίσεισε γειτονικό ιερό της Άρτεμης και, όταν βγαίνει, έχει σκοτώσει τα παιδιά της. Ο Ιάσων καταρρέει και η Μήδεια πυρπολεί το ναό και γίνεται παρανάλωμα με τα σκοτωμένα παιδιά. Ο εγκατεστημένος στο Παρίσι Ιταλός Λουίτζι Κερουμπίνι συνέθεσε τη δική του «Μήδεια», μεταξύ 1795 και 1797 (πρεμιέρα 
1797), πάνω σε γαλικό λιμπρέτο του Μπενουά-Φρανσουά Οφμάν ο οποίος άντλησε από τις ομώνυμες τραγωδίες του Ευριπίδη, του Σενέκα και του Κορνέιγ(ι). Σε μία χρονική περίοδο μεταβατική από τον κλασικισμό στο ρομαντισμό, με επιδράσεις από τον Γκλουκ ενώ το έργο μοιάζει να έχει επιδράσει στον «Φιντέλιο» του Μπετόβεν, η «Μήδεια» του Κερουμπίνι δεν έχει, κατά τη γνώμη μου, ποιότητα ανάλογη με τον Γκλουκ αλλά έχει επιζήσει. Κυρίως, χάρη στο θηριώδη κεντρικό ρόλο. Για την παράσταση στην Φρανκφούρτη, το 1855, της όπερας (στην οποία ο 
συνθέτης, ήδη από το 1809, είχε κάνει κάποιες περικοπές), ο γερμανός συνθέτης Φραντς Λάχνερ έγραψε μουσική για τα διαλογικά μέρη της -τις πρόζες δηλαδή- μετατρέποντάς τα σε ρετσιτατίβα (αδόμενα). Όταν η «Μήδεια» παρουσιάστηκε στην Σκάλα του Μιλάνου, το 1909, το λιμπρέτο, με τα ρετσιτατίβα του Λάχνερ, μεταφράστηκε στα ιταλικά από τον Φράνκο Τζανγκαρίνι. Τη συγκεκριμένη ιταλική εκδοχή χρησιμοποίησε, το 1961, και η Εθνική Λυρική Σκηνή όταν ανέβασε την «Μήδεια», στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή, με σκηνικά 
και κοστούμια Γιάννη Τσαρούχη και χορογραφίες Μαρίας Χορς, με την Μαρία Κάλλας στον επώνυμο ρόλο, παράσταση που άφησε εποχή. Την παράσταση αυτή, της ιταλικής εκδοχής, με θάρρος και τόλμη, επιχείρησε η Λυρική, στον ίδιο χώρο, να «ανασυστήσει» -και όχι να «αναβιώσει», όπως τονίζεται, καθώς από το 1961 σώζονται ελάχιστα: φωτογραφίες της παράστασης, των σκηνικών και των μακετών, τετράδια 

σκηνοθεσίας του Μινωτή αλλά με σημειώσεις μόνο για την προετοιμασία της παράστασης και μόνο μερικών σκηνών και αρκετά από τα κοστούμια του Τσαρούχη. Ο Αλέξης Μινωτής ο οποίος υπέγραφε τότε τη σκηνοθεσία, εντελώς άπειρος στο χώρο της όπερας αλλά με πείρα στο αρχαίο δράμα, που είχε αποκτήσει στο Εθνικό Θέατρο, στη γραμμή του Φώτου Πολίτη και του Δημήτρη Ροντήρη,  
αναζήτησε τα κοινά σημεία του έργου με την τραγωδία του Ευριπίδη, την οποία είχε, ήδη, σκηνοθετήσει στην Επίδαυρο, και ανέβασε μία λιτή και αυστηρή «μουσική τραγωδία» όπως είχε πει καλώντας για τα σκηνικά και τα κοστούμια τον Γιάννη Τσαρούχη. Η πρόταση τού έγινε από την Κάλλας και το πρώτο ανέβασμα πραγματοποιήθηκε το 1958 στην Όπερα του Ντάλας και ακολούθησε, το 1959, η Βασιλική Όπερα του Λονδίνου. Η παράσταση, δηλαδή, ήταν έτοιμη και προσαρμόστηκε στην Επίδαυρο, με την Μαρία Χορς να προστίθεται στους συντελεστές  
για τις χορογραφίες. Τώρα την καλλιτεχνική διεύθυνση του εγχειρήματος ανέλαβε ο ίδιος ο καλλιτεχνικός διευθυντής της ΕΛΣ Γιώργος Κουμεντάκης και την ανασύσταση της σκηνοθεσίας ο Παναγής Παγουλάτος. Με απόλυτο σεβασμό στην παράσταση του 1961 αλλά και χωρίς να εγκλωβιστεί στο θρύλο της, ο σκηνοθέτης οργάνωσε μία πολύ μεγάλη παραγωγή την οποία κίνησε άψογα -ίσως τα πήγαινε-έλα των στρατιωτών ήταν λίγο φλύαρα- και την έστησε με υψηλή αισθητική. Οι συνεργάτες του τον 

βοήθησαν αποφασιστικά σε αυτό. Η Λίλη Πεζανού αναλαμβάνοντας τα σκηνικά, με τα τρία κτίσματα -ανάκτορο του Κρέοντα, ναός της Ήρας, ιερό της Άρτεμης που έρχεται σε πρώτο πλάνο στην τρίτη πράξη- ακολούθησε την κλασικιστική γεωμετρία του Τσαρούχη που είχε επιλέξει την ελληνιστική εποχή για τις δύο πρώτες πράξεις και ερχόταν πιο κοντά στον ρομαντισμό στην τρίτη. Η Τότα Πρίτσα έκανε εξαιρετική δουλειά στην αποκατάσταση των σωζόμενων κοστουμιών του Τσαρούχη δημιουργώντας και καινούργια που δεν τον μιμήθηκαν αλλά δέθηκαν, μέσω των υλικών τους αλλά, κυρίως, των υπέροχων, παλ χρωμάτων τους, με το ύφος του. Απολύτως 

σεβαστικές προς το ύφος της εποχής αλλά και τη δουλειά της Μαρίας Χορς, οι χορογραφίες που υπέγραφαν η Γιάννα Φιλιπποπούλου και η Κέλλη Ζαμπέλα -μου ανακάλεσαν μνήμες από παλιές παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου. Οι φωτισμοί του Χρήστου Τζιόγκα ανέδειξαν υποδειγματικά τα σκηνικά και τα κοστούμια, με τους ηθοποιούς να μοιάζουν ότι φωτίζονται από 
ράμπα. Ικανοποιητικό ήταν και το μουσικό μέρος της παράστασης. Ο Καναδός αρχιμουσικός Ζακ Λακόμπ στο πόντιουμ διηύθυνε με κύρος την Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής που είχε, όμως, τις αδυναμίες της, ειδικά στην Εισαγωγή. Επίτευγμα η γεμάτη απόδοση της Χορωδίας της ΕΛΣ κάτω από την διεύθυνση του Αγαθάγγελου Γεωργακάτου. Η ιταλίδα σοπράνο Άννα Πιρότσι έχει μία σπουδαία φωνή που σε κάποιες περιοχές -το ξανάγραψα, όταν τραγούδησε τον ίδιο ρόλο το 2023, στην Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος» της Λυρικής, σε άλλη σκηνοθεσία- κουβαλάει μνήμες Κάλλας. Ίσως η σιλουέτα της, κυρίως, και η υποκριτική της δεν βοήθησαν να δώσει μία 

συγκλονιστική ερμηνεία αλλά σίγουρα ήταν μία ερμηνεία πολύ καλή. Ακόμα καλύτερη η Νέρις της ροσίδας μέτζο Αλίσα Κολόσοβα: ευρύτατο φωνητικό μέγεθος, πλούσιο, ζεστό ηχόχρωμα και ερμηνευτικά άψογη. Ο γάλος τενόρος Ζαν Φρανσουά Μποράς ήταν ικανοποιητικός αλλά η φωνή του μου φάνηκε ασταθής. Στις γνώριμες δυνατότητές του, ο βαρύτονος Τάσης Χριστογιαννόπουλος έδωσε έναν Κρέοντα απολύτως έγκυρο. Η σοπράνο Δανάη Κοντόρα, με θαυμάσια φωνητική ποιότητα και με σιλουέτα ιδανική για την Γλαύκη -ένας μίσχος-, δεν έχει το φωνητικό μέγεθος για να 
τραγουδήσει το ρόλο σε ανοιχτό θέατρο -η φωνή της χανόταν. Περιμένω να την ακούσω σε κλειστό θέατρο. Από τους επαρκείς υπόλοιπους της διανομής (ο βαρύτονος Γιάννης Σταματάκης-Επικεφαλής της Φρουράς, η σοπράνο Αιμιλία Τσιμιδάκη-Πρώτη Υπηρέτρια) ξεχώρισα τη μέτζο Ειρήνη Αθανασίου-Δεύτερη Υπηρέτρια. Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι ένας ανοιχτός χώρος που δεν είναι φτιαγμένος για μουσική, με 10.000 θεατές/ακροατές, δεν βοηθούσε ούτε την ορχήστρα ούτε τις φωνές. Η παράσταση, πάντως, παρά τις κάποιες αδυναμίες της, ήταν ένα επίτευγμα: σχεδόν από το τίποτα ανασυστάθηκε, με εύφορο, παστέλ, γοητευτικό αποτέλεσμα, η παράσταση του 1961. Αν μας αφορά σήμερα; Αυτό είναι ένα ερώτημα. Αλλά μας θυμίζει την ιστορική  

σημασία εκείνης και τιμά τους πρωτεργάτες της. Εξάλλου η γραμμή αυτή -η γαλική «Κάρμεν», «ανασύνθεση» της πρεμιέρας του έργου, το 1875, στο Παρίσι, που είδαμε το χειμώνα στην Λυρική ή η «Άννα Μπολένα» με τα κοστούμια του Νίκου Γεωργιάδη από την παράσταση του 1976 στην ΕΛΣ...- φανερώνουν μία τάση επιστροφής στο παρελθόν και κορεσμού από την αποδομητική τάση που έχει κατακλύσει και τις οπερατικές σκηνές. Να θυμίσω και την τιμητική αναβίωση, το 1978, στην Επίδαυρο, από το Εθνικό Θέατρο, της «Ηλέκτρας» του Σοφοκλή, στη σκηνοθεσία του Δημήτρη Ροντήρη, με αφορμή τη συμπλήρωση 40 χρόνων από αυτή την -πρώτη, επίσημη σύγχρονη- παράσταση στην Επίδαυρο, το 1938. Με τη διαφορά, ότι την αναβίωση είχε επιμεληθεί ο ίδιος ο σκηνοθέτης που ήταν εν ζωή, έστω και με άλλη διανομή (Φωτογραφλιες: Ανδρέας Σιμόπουλος: 1,3,5,6,7,8,9,11,12. Γιάννης Αντώνογλου: 2,4,10,13,14,15,16,17,18).
 
 


(Εξαίρετη η έκδοση/πρόγραμμα/βιβλίο για την παράσταση -υπεύθυνη έκδοσης Σοφία Κομποτιάτη-, με ενδιαφέροντα κείμενα. Βέβαια, το κείμενο «Αρχείο και reenactments» της Ελένης Βαροπούλου απευθύνεται σε θεατρολόγους. Πολύτιμη η μαρτυρία «Παρακαλώ, εδώ κάνουμε τέχνη» της Όλγας Μπουρλατσένκο - Τζαφέστα, μέλους της χορωδίας στην παράσταση του 1961. Επίσης, επιμένω, στα αποσπάσματα από κριτικές, ρεπορτάζ ή σχετικά άρθρα που αναφέρονται δεν αρκεί ο τίτλος του εντύπου, χρειάζονται, αν υπάρχουν, και τα ονόματα αυτών που τα υπογράφουν. Ελάχιστο δείγμα τιμής).

Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, Εθνική Λυρική Σκηνή, 20 Ιουνίου 2026.

June 17, 2026

Της «Μεταμορφώσεως...»

 
Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 285 
 



Κάνει πολύ καλή δουλειά. Ο Γιώργος Μάτσκαρης. Στην Ανώτερη Επαγγελματική Σχολή Χορού της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Ως Διευθυντής Σπουδών. Μαζί με τους συνεργάτες του και τους καθηγητές της σχολής. Το διαπίστωσα, ιδίοις όμμασι, άλλη μια φορά, παρακολουθώντας, στην Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος» της ΕΛΣ, τη δεύτερη απ’ τις δυο παραστάσεις της Σχολής που δόθηκαν με τον τίτλο «Metamorphosis»: πέντε κομμάτια -δυο «κλασικής» τεχνοτροπίας και τρία σύγχρονου χορού. Ο Γιώργος Μάτσκαρης, ο οποίος είχε την καλλιτεχνική επιμέλεια, είχε καλέσει πέντε χορογράφους που δούλεψαν -όπως προέκυπτε- εξαντλητικά με τα παιδιά.  
Το πρώτο κομμάτι -«Hommage (Α΄ Μέρος)»- μαζί με το δεύτερο -«Hommage (Β΄ Μέρος)- ήταν ένα αφιέρωμα στον Αντόνιo Βιβάλντι πάνω στη μουσική απ τη συλλογή του δώδεκα κοντσέρτων για έγχορδα «Ο αρμονικός οίστρος», έργο 3 (1711): Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα, αρ. 6, RV 356 και Κοντσέρτο Γκρόσο για τέσσερα βιολιά και ορχήστρα, αρ. 10, RV 580, αντίστοιχα. Στο πρώτο, η χορογράφος Ελιζαβέτα Μπάσοβα, με τη συνεργασία στη διδασκαλία των Ελένης Κλάδου, Λυδίας Κάγιου και Βασιλικής Σπυρίδωνος, και με σχεδιασμό φωτισμών (όπως και στο δεύτερο και στο τέταρτο) του Δημήτρη Κουτά, οδήγησε τα φιντανάκια του Προπαρασκευαστικού Τμήματος -ανάμεσά τους και κάτι χαριτωμένα μικρούλια που ισορροπούσαν άψογα πάνω στις πουέντ τους -σε μια αξιοπρεπέστατη, κλασικού ύφους χορογραφία. Στο δεύτερο, ο Φώτης Διαμαντόπουλος, με το Επαγγελματικό Τμήμα, έδωσε ακόμα καλύτερα αποτελέσματα -ρυθμοί άψογοι και κατανόηση του ύφους.  
Μετά ήρθε το σύγχρονο μέρος του προγράμματος -με τα παιδιά, πια, απελευθερωμένα απ’ τους κανόνες του κλασικού: «With Love and All That, Αct II», σε μουσική («Gleiter») του γερμανού τζαζίστα Ματίας Μούχε και ο γάλος χορογράφος Σιρίλ Μπαλντί, που ’χε σχεδιάσει και τα κοστούμια και τους φωτισμούς, συνδύασε Προπαρασκευαστικό και Επαγγελματικό Τμήμα σε μια χορογραφική ανάσα.  


Στο «Between Stats» η χορογράφος Δανάη-Αικατερίνη Μητσιάνη, που σχεδίασε και τα κοστούμια, επέλεξε πρωτότυπη μουσική του Λουκά Τσολακιάν: εξαιρετικά αποτελέσματα απ’ τους οκτώ χορευτές της. Όπως κι απ’ τους δώδεκα χορευτές στο φινάλε «Gran Bolero» (απόσπασμα) που χορογράφησε ο Ισπανός Χεσούς Ρούμπιο Γκάμο, πάνω σε μουσική του επίσης Ισπανού Χοσέ Πάμπλο Πόλο, βασισμένη στο «Μπολερό» του Μορίς Ραβέλ, με κοστούμια σχεδιασμένα απ’ την Σοφία Πατσινακίδου και φωτισμούς απ’ τον Νταβίντ Πικάσο -το καλύτερο, ίσως, κομμάτι της βραδιάς και κορύφωση του προγράμματος. Πρόγραμμα το οποίο καταχειροκροτήθηκε συγκινητικά, με ιαχές, απ’ την κατάμεστη αίθουσα που ξεχείλιζε απ’ τα μπουκέτα -γονείς, συγγενείς, μαθητές, φίλοι των παιδιών...


Δυο τα συμπεράσματα. Το πρώτο, μελαγχολικό: πού θα απορροφηθούν τα παιδιά αυτά; Το δεύτερο, αισιόδοξο: αν το Μπαλέτο της Λυρικής λύσει τα προβλήματά του και πάψει -εκ των συνθηκών- να «γεροντοκρατείται», υπάρχει νέο, φρέσκο, πρώτης ποιότητας αίμα να εισρεύσει (Φωτογραφίες: 1, 2, 3 Γιάννης Αντώνογλου, 4, 5 Βαλέρια Ισάεβα).

June 15, 2026

Η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο…



Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια... 284



Τόσο έντονο και τόσης διάρκειας χειροκρότημα δεν ξέρω αν έχω ξανακούσει. Ίσως, μόνο, όταν έπαιξαν οι «Τόχο» την γιαπωνέζικη «Μήδεια» του Νιναγκάουα με τον Μικιτζίρο Χίρα στο Ηρώδειο ή το «Θέατρο Τέχνης» τους «Όρνιθες» του Κουν στην Επίδαυρο. Τώρα ήταν για τον Γιώργο Λούκο, πρόεδρο και διευθυντή, για δέκα χρόνια, του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου -τότε το λέγανε «Ελληνικό Φεστιβάλ». Στο τέλος της προβολής του ντοκιμαντέρ «Στα χρόνια του Λούκου. 2005-2015», στον Χώρο Δ του συγκροτήματος «Πειραιώς 260», το συγκρότημα που εκείνος διαμόρφωσε -η πρώτη μεγάλη καινοτομία του μόλις ανέλαβε- καθιστώντας το την καρδιά του Φεστιβάλ. 
Ένα χειροκρότημα που ξεκίνησε μόλις τελείωσε η προβολή και έπεσε στην οθόνη το όνομα του εξαίρετου σκηνοθέτη Ηλία Γιαννακάκη κι εντάθηκε, όταν ζήτησαν απ’ τον Γιώργο Λούκο να σηκωθεί απ’ τη θέση που καθόταν, πλάι στην αδελφή του Ελένη και στον ανιψιό του -το γιο της-  Αχιλλέα, στην πρώτη σειρά, και που δεν τελείωνε απ’ τους όρθιους θεατές της κατάμεστης αίθουσας -οι πάντες ήταν εκεί- , παρά τις χειρονομίες του τιμώμενου να σταματήσουμε. Είδα ανθρώπους να κλαίνε, σημάδι μεγάλης συγκίνησης αλλά και κάθαρσης για το φινάλε αυτό στην συνωμοσία που εξυφάνθηκε εναντίον του από ομάδα συγκροτημένη για να τον διώξει από τη θέση του και που ΑΔΙΚΩΣ πήρε το ΟΚ απ' τα τότε κυβερνητικά πόστα, υποστηρίχτηκε από συμφέροντα (καλλιτεχνικοί πράκτορες που ο Λούκος τους είχε παραμερίσει προς όφελος του Φεστιβάλ κ.α.) κι ενορχηστρώθηκε από εφημερίδα αριστερής (το όνειδος!) ιδεολογίας, αυτής που «γκρέμισε τον Λουκισμό»…, μ’ αφορμή οικονομικό θέμα, μ’ αποτέλεσμα να τον οδηγήσουν σε παραίτηση για να καταλήξει, μετά από χρόνια ταλαιπωρίας και οδύνης, στη δικαστική του δικαίωση.

Το ντοκιμαντέρ του Ηλία Γιαννακάκη μιλάει, μέσα απ’ τις φωνές ηθοποιών, σκηνοθετών, άλλων καλλιτεχνών, δημοσιογράφων του πολιτιστικού…, για τη δεκαετία του Λούκου, χωρίς να αγνοήσει τα π. Λ. (προ Λούκου, 1955-2005) χρόνια του Φεστιβάλ με μεγάλα ονόματα που πέρασαν απ’ το Ηρώδειο, την Επίδαυρο, τον Λυκαβηττό…), Φεστιβάλ, όμως, που βάλτωσε, σιγά σιγά. Μπολιασμένο μ’ επίκαιρα της εποχής αλλά και με πλούσιο έντυπο και φωτογραφικό υλικό και με πολλά κινηματογραφημένα ή βιντεοσκοπημένα απ' τις επί Λούκου παραστάσεις και με τον ίδιο τον Γιώργο Λούκο σε αποσπάσματα από συνεντεύξεις του, συνεντεύξεις Τύπου, τηλεοπτικά πορτρέτα του.... Δεν αγνοεί κάτι αήθη δημοσιεύματα των «εχθρικά διακείμενων» -κάπου το μάτι μου έπεσε σε μια «κριτική» με τη λέξη «λουκουμόσκονη» στον τίτλο της...-, όπως δεν αγνοεί και τη συνωμοσία για την εξόντωση του Γιώργου Λούκου, μ’ άφθονα δημοσιεύματα της συγκεκριμένης εφημερίδας αλλά και με ορισμένες εύγλωττες συνεντεύξεις που έβαλαν τα πράγματα ακριβώς στη θέση τους. Η υποδοχή απ’ το κοινό στο ντοκιμαντέρ και στον ίδιο τον Λούκο απέδειξε ότι ισχύει το παλαιό «η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο».

Ακολούθησε -χωρίς, όμως, την παρουσία του Γιώργου Λούκου, που αποχώρησε κουρασμένος- στον κήπο, στο κατάφωτο «Τροχόσπιτο» -μια ιδέα της Όλιας Λαζαρίδου που την είχε εναγκαλιστεί  ο Λούκος-, ένα πρόγραμμα βαριετέ -με τραγούδια κυρίως-, με τον τίτλο «Μια νύχτα χάρισμά σου», με τον Άγγελο Τριανταφύλλου να συνοδεύει στο πιάνο και τον Αργύρη Ξάφη να ’ναι ο γεμάτος κέφι κομπέρ, πρόγραμμα που η ίδια η Όλια Λαζαρίδου οργάνωσε. Η οποία και άνοιξε τη βραδιά -αποκαλύπτοντας, ίσως, ρίζες της στο λαϊκό θέατρο- με το υπέροχο «Αχ, Μαρί», απ’ την επιθεώρηση του 1926 «Μπομπονιέρα» του Γρηγόρη Κωνσταντινίδη, που το λάνσαρε η Ζαζά Μπριλλάντη. Για να περάσουν απ’ τη σκηνή, στη συνέχεια, απ’ τον Μιχαήλ Μαρμαρινό -που τραγούδησε!- έως την Λυδία Φωτοπούλου και την Άντζελα Μπρούσκου, απ’ την Μελίνα Τανάγρη έως τον Χρήστο Στέργιογλου, απ’ την Χριστίνα Μαξούρη έως την Μαριάννα Κάλμπαρη και πλήθος άλλων.
Η είδηση: το ντοκιμαντέρ με διορθώσεις, συμπληρώσεις και προσθήκες απ’ τη βραδιά «Μια νύχτα χάρισμά σου» θα ξαναπροβληθεί στο Φεστιβάλ τον Σεπτέμβριο (Φωτογραφίες: Thomas Daskalakis).

June 13, 2026

Μια νύχτα χάρισμά Του

 
 
Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 283




Απόψε η βραδιά είναι του Γιώργου Λούκου. Του πρόεδρου και διευθυντή του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου για μια δεκαετία κι αναμορφωτή του θεσμού. Που εξωπετάχτηκε με δόλο από μια ομάδα εχθρικά διακείμενη, για λόγους προσωπικούς ή προσωπικών συμφερόντων, με, δυστυχώς, πολιτική επικάλυψη από μια αριστερή κυβέρνηση. Μια τιμητική βραδιά την οποία του όφειλαν αλλά αδιαφόρησαν οι διάδοχοί του, κάποτε με μικροψυχία. Και που οργανώνει, μόλις ανέλαβε -και μπράβο του!- ο Μιχαήλ Μαρμαρινός, ενταγμένη στο πρόγραμμα του φετινού Φεστιβάλ. 
Στις 19.30, στο Χώρο Δ του συγκροτήματος της Πειραιώς 260 - που ο Λούκος διαμόρφωσε ανατρέποντας πλήρως, θετικά, την έως τότε εικόνα του Φεστιβάλ-, θα προβληθεί το μεγάλης διάρκειας ντοκιμαντέρ «2005-2015. Στα χρόνια του Λούκου» που δημιούργησε ο Ηλίας Γιαννακάκης και στη συνέχεια, στις 22.00, στον Κήπο, στο Τροχόσπιτο, θα ακολουθήσει η παράσταση - βαριετέ;- «Μια νύχτα χάρισμά σου» που ’χει επιμεληθεί η Όλια Λαζαρίδου. 
Είμαι ήδη συγκινημένος. Θα ’μαι εκεί. Θα ’μαστε εκεί. Κι ο Γιώργος Λουκος θα ’ναι εκεί. Οι «άλλοι», αυτοί που δολοπλόκησαν εναντίον του, και συγγνώμη δε ζήτησαν, δε θα ’ναι εκεί. Δε θα μας λείψουν. Ας μείνουν με το δηλητήριό τους. Και σίγουρα όχι με τις τύψεις τους…