June 2, 2026

Στο Φτερό / Τα λασπωμένα ροζ αθλητικά

 

«Σταθμός Ω» του Γιώργου Χριστοδούλου. Σκηνοθεσία; Δημήτρης Τσικούρας (Τσικ).
 



Έφηβος που βαφόταν, φορούσε πολύχρωμα ρούχα και ροζ αθλητικά -που «προκαλούσε»-, ο Αντώνης, γιος καθηγητή στο σχολείο, με μάνα να έχει πεθάνει από καρκίνο, ήταν ο δακτυλοδεικτούμενος στο χωριό του. Κάπου στην Ελλάδα. Και όταν ζωγράφισε, στον παλιό σταθμό του τρένου, ένα τεράστιο γκράφιτι με μία πολύχρωμη Παναγία και τον νεκρό Χριστό στην αγκαλιά της -μία Πιετά-, όπου τα φωτοστέφανα ήταν στα χρώματα του ουράνιου τόξου, τα μαλλιά του Χριστού, ενός Χριστού χωρίς γένια, ανέμιζαν κάτω από το ακάνθινο στεφάνι και τα χείλια του ήταν βαμμένα κόκκινα, φούντωσε εναντίον του το μπούλινγκ -πόλεμος! Μόνον η Κατερίνα, η «ξορκιστή», ένα κορίτσι επίσης «διαφορετικό» λόγω της 
επιληψίας του -φίλη του- και ο Αλέξανδρος, με τον οποίο είχαν δημιουργήσει κρυφή σχέση, έμειναν κοντά του. Ώσπου τη μέρα της «Γιορτής» -του πανηγυριού του χωριού-, με τους Κουδουνάδες κρυμμένους πίσω από τις μάσκες τους, εκείνοι, με εξασφαλισμένη την ανωνυμία τους, του ρίχτηκαν, τον έδειραν, τον εξευτέλισαν -τραβούσαν και βίντεο- και τον ανάγκασαν να φύγει από το σπίτι του, παρά την υποστήριξη του πατέρα του, και από το χωριό και να εξαφανιστεί: ο Αντώνης «αγνοείται». Έρευνες, ανακρίσεις, ένα από 

τα παιδιά που του έκαναν μπούλινγκ, ο Βασίλης -ο Μπίλι-, ο γιος του φυλακόβιου του χωριού, συγκεντρώνει τις περισσότερες υποψίες ότι ακολούθησε τον Αντώνη και τον σκότωσε. Μολονότι, ο φίλος του Μπίλι, ο Νικόλας, ο γιος του Αστυνόμου που κάνει τις ανακρίσεις, προσπαθεί να τον καλύψει, ο Μπίλι παραπέμπεται σε δίκη. Η μαρτυρία ενός τσοπάνη, ότι τον  

είδε να κουβαλάει με ένα καρότσι εργασίας κάτι σκεπασμένο από το οποίο εξείχε ένα πόδι -προφανώς το πτώμα- και DNA του Αντώνη που βρήκαν στο καρότσι οδηγούν στην καταδίκη του σε ισόβια, αν και πτώμα δεν βρέθηκε. Ο πατέρας, όμως, του Αντώνη, επί εννιά χρόνια, μετά την απόφαση, ζει στην ανυπαρξία: δεν μπόρεσε να θρηνήσει το σώμα του παιδιού του και να το θάψει. Και πηγαίνει να βρει το δολοφόνο. Όταν εκείνος του αποκαλύπτει πού είναι το πτώμα -μέσα στη λάσπη, στον ποταμό  

που κυλάει πλάι στο χωριό- και του ζητάει συγγνώμη, το μίσος του πατέρα που ήθελε να τον σκοτώσει σβήνει και του λέει «ευχαριστώ». Ο Γιώργος Χριστοδούλου, ο συγγραφέας του έργου -το δεύτερό του, μετά τον πολύ καλό «Συνεργό» που παρουσιάστηκε τις σεζόν 2022/2023 και 2023/2024 στο θέατρο «Επί Κολωνώ- «Σταθμός Ω», σε 24 σκηνές (από Α έως Ω) παραπέμπει στη ραψωδία Ω της «Ιλιάδας», όπου ο Πρίαμος ικετεύει τον Αχιλλέα να του δώσει το σώμα του γιου του Έκτορα που ο Αχιλλέας σκότωσε, για να το θρηνήσει και να το θάψει. Αλλά μιλάει για την ομοφοβία, τη συνενοχή, τη συγχώρηση… Ο συγγραφέας -ο οποίος πιστεύω πως εμπνεύστηκε από τις υποθέσεις της εξαφάνισης, το 2006, στην Βέροια, του 11χρονου Άλεξ Μεσχισβίλι που το πτώμα του δεν βρέθηκε ποτέ και της εξαφάνισης, το 2015, στα Γιάννινα,  του 20χρονου κρητικού φοιτητή Βαγγέλη Γιακουμάκη που βρέθηκε νεκρός, μαχαιρωμένος, χωρίς να αποκαλυφθεί ο φονιάς του, παιδιών που υφίσταντο άγριο μπούλινγκ- επιλέγει ένα ραψωδιακό τρόπο αφήγησης και, ενώ, βασικά, ακολουθεί τον ρεαλιστικό δρόμο, τον διανθίζει, μέσα από την παρουσία του 

δίδυμου Θάνατος - Ύπνος, με έναν λορκικό λυρισμό. Συγγενικό θεματικά με το πρώτο του έργο -μία γυναικοκτονία το θέμα του, τότε- έπεσε στα χέρια ενός νέου σκηνοθέτη, του Δημήτρη Τσικούρα (Τσικ) που, με σύμβουλο δραματουργίας την Αρίστη Τσέλου και δραματολόγο της παράστασης την Εύα Σαραγά, έκανε επεμβάσεις στο έργο, πιστεύω όχι βλαπτικές, του έδωσε σωστούς ρυθμούς και σε ορισμένες σκηνές το ανέδειξε, το υπερέβη και το εκτόξευσε προσφέροντας βαθιά συγκίνηση. Τα σκηνικά του Γιάννη Θεοδωράκη -αυτό το πρώτο τελάρο με τα υπέροχα χρώματα και το γκράφιτι που αποκαλύπτεται στο τέλος, από κάτω του, φωτισμένα επάξια από την Χριστίνα Θανάσουλα, ενίσχυσαν την παράσταση, όπως και οι καίριες μουσικές του Γιώργου Στεφανακίδη. Από τα κοστούμια της Αλεξάνδρας Σταμάτη, υπέροχο και καθόλου κραυγαλέο, όπως υπήρχε κίνδυνος να βγει, του Αντώνη αλλά 
κάπως χοντροφτιαγμένα του δίδυμου Θάνατος - Ύπνος. Ο σκηνοθέτης Δημήτρης Τσικούρας οδήγησε σωστά τους ηθοποιούς του που είχαν αναλάβει περισσότερους από ένα ρόλους (Ζωή Κουσάνα, Παναγιώτης Παντέρας -Αντώνης με μέτρο-, Αλεξάνδρα Χασάνι, ενώ ο ίδιος ήταν ο Μπίλι της παράστασης). Θα ξεχωρίσω, όμως, τον Στέφανο Πίττα: ο Πατέρας του ήταν συγκλονιστικός, χωρίς ποτέ να γίνεται μελοδραματικός. Η εγκατάλειψη και η «ακινησία» του, όταν σιγουρεύεται για το θάνατο του γιου του, και η κίνησή του -κίνηση νευρόσπαστου που υποβοηθούν οι άλλοι ηθοποιοί- όπως και η σκηνή του με τον Μπίλι θα μου  
 
μείνουν. Όπως και η Πιετά που δημιουργείται ζωντανά μπροστά από την αποκάλυψη του γκράφιτι. Μία παράσταση που, πριν παιχτεί στην Αθήνα, πολύ σωστά. περιόδευσε. Και που, νομίζω, θα έπρεπε να βρει μία δεύτερη ευκαιρία για να τη δει περισσότερος κόσμος. έστω και εκτός Εθνικού το οποίο δεν την έχει προγραμματίσει στις επαναλήψεις της επόμενης σεζόν. Συγκινήθηκα πολύ (Φωτογραφίες: Χρήστος Συμεωνίδης). 

(Το προσεκτικά φτιαγμένο -υπεύθυνη Μαρία Καρανάνου- έντυπο πρόγραμμα της παράστασης περιέχει το κείμενο του έργου χωρίς τις περικοπές της παράστασης).

Εθνικό Θέατρο / Κτίριο Τσίλερ-Πλαγία Σκηνή, «Η Γλώσσα της αποκέντρωσης», 29 Μαΐου 2026.

May 25, 2026

Στο Φτερό / Γκαζοτενεκέδες και «αλλιώτικα» κρουστά

 
«Ensemble KNM Berlin»: συναυλία «Crippled Symmetries. Μοτίβα στη Σύγχρονη Μουσική».
 


Όχι ότι δεν μας έχει συνηθίσει στις εκπλήξεις η «Εναλλακτική Σκηνή» της Λυρικής. Αυτή τη φορά ήταν το πολύ σημαντικό βερολινέζικο σύνολο «Ensemble KNM Berlin» («Kammerensemble Neue Musik Berlin» ήτοι «Σύνολο Δωματίου για Νέα Μουσική Βερολίνου»). Ήρθε με δύο έργα: ένα δίπτυχο πειραματικής μουσικής -προχωρημένη πρωτοπορία- με τον γενικό τίτλο «Crippled Symmetries (Ανάπηρες, σακατεμένες 
συμμετρίες). Μοτίβα στη Σύγχρονη Μουσική».  «...make beauty out of debris...» («...να φτιάχνεις ομορφιά από τα συντρίμμια...»), το πρώτο που παίχτηκε. Της Αργεντινής Άνα Μαρία Ροδρίγες και του Μεξικανού Χουάν - Φελίπε Βάτζερ που το συνυπογράφουν. Ένας φόρος τιμής στους cantoneros, τους παρίες της Αργεντινής, που στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης του 2001-2002 ξαμολήθηκαν στους δρόμους και για να επιζήσουν μάζευαν από τα συσσωρευμένα σκουπίδια χαρτόνια και απορρίμματα από τα οποία, ανακυκλωμένα και μετασχηματισμένα, προσπαθούσαν να βγάλουν λίγα λεφτά. Μουσικά όργανα με την κλασική έννοια δεν υπήρχαν στη σκηνή. Λάπτοπ μόνο και αντικείμενα που μπορούσαν να παράγουν ήχους: καλαμάκια
καρφωμένα σε ένα χαρτόκουτο από σπαράγγια, που τα χτυπούσαν με λεπτές μπαγκέτες, καλαμάκια που τα φυσούσαν με το στόμα, ένας πλαστικός σωλήνας που επίσης φυσούσαν με το στόμα, ένας χοντρός σωλήνας από χαρτόνι που παρήγαγε ήχο, χαρτόκουτα, γκαζοτενεκέδες για ελαιόλαδο… Και ανάμεσα, τρεις επιδαπέδιες οθόνες που πάνω τους προβάλλονταν βίντεο με τους cantoneros επί το έργον αλλά, κατόπιν, και άλλου είδους, πιο χαρούμενα, πιο αισιόδοξα -εξ ου και ο τίτλος του έργου. Η ατμόσφαιρα  απόγνωσης αλλά και λύτρωσης που οι δύο

συνθέτες-μουσικοί ήθελαν να ζωντανέψουν αποδόθηκε με ένταση. Δεύτερο έργο του προγράμματος, το «… a drop on my fingers, two lips as a fuzz, a sun on our heads (is the pattern) («…μία σταγόνα στα δάχτυλά μου, δύο χείλη σαν χνούδι, ένας ήλιος στα κεφάλια μας 
(είναι το μοτίβο)») του δικού μας Ζήση Σέγκλια που είχαμε ιδιαίτερα εκτιμήσει τη δουλειά του στο «Όχι εγώ» του Σάμουελ Μπέκετ, το οποίο ανέβασε, επίσης στην Εναλλακτική, ο Σάββας Στρούμπος, τη σεζόν 2022/2023. Το κομμάτι -θα μπορούσαν και τα δύο της βραδιάς να καταταχτούν στο είδος της «Συγκεκριμένης Μουσικής (Musique Concrète), ίσως- έχει  
εξαιρετικό ενδιαφέρον: επτά μουσικοί επί σκηνής, με κορυφαίο τον Μίχαελ Βάλαχερ στα κρουστά. Είναι αυτός που πρωτοστατεί και αρχίζει το κομμάτι χτυπώντας ένα γκονγκ. Στη διάρκειά του, «οδηγεί» τη σύνθεση μεταβαίνοντας τελετουργικά από το ένα κρουστό στο άλλο: «ορθόδοξα» κρουστά, τρεις «σουπιέρες» -γυάλινη, ξύλινη, τσίγκινη- που, μέσα τους, ρίχνει μεταλλικά σφαιρίδια και τα ανακινεί, ένα μεγάλο τύμπανο… Παράλληλα, κάποιοι από τους έξι άλλους μουσικούς (βιολί, βιόλα,

βιολοντσέλο, κοντραμπάσο, μπάσο κλαρινέτο αλλά και κοντραμπάσο κλαρινέτο, όρθιοι, αραιά παραταγμένοι), προς το τέλος, αφήνουν τα όργανά τους και αναδεύουν χαρτόνια και χαρτιά ή αλυσίδες ή μπουκάλια, μέσα σε χαρτόκουτα -τα μπουκάλια και άλλα μικροαντικείμενα που βγάζουν ήχο, στο τέλος, τα πετούν γύρω τους. Το κομμάτι κλείνει με τον επί των κρουστών να υψώνει αργά το μεγάλο τύμπανο. 
 
Μία αίσθηση τελετουργική, λυρική, γοητευτική και ένα αποτέλεσμα που αφήνει την εντύπωση ότι ο συνθέτης έχει πολλά, εμπρός του, να προσφέρει. Είναι κρίμα που, για πρώτη φορά, είδα την αίθουσα της Εναλλακτικής τόσο «αραιοκατοικημένη»… Το κοινό μας δεν είναι συνηθισμένο σε αυτό το είδος μουσικής αλλά κάνει καλό να το «εκπαιδεύουμε» (Φωτογραφίες: Ανδρέας Σιμόπουλος).

(Ως πρόγραμμα της παράστασης, μία καρτολίνα κατατοπιστική).

 

Εθνική Λυρική Σκηνή / Εναλλακτική Σκηνή, Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», «Ensemble KNM Berlin», 21 Μαΐου 2025. 

May 18, 2026

Διαμάντια ξεχασμένα

 
Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 282 

Στο youtube: δυο «τόμοι» μ’ έξι «αναρτήσεις» ο καθένας, γύρω στις τρεις με τέσσερις ώρες η καθεμιά, συνολικά 21+21, περίπου, ώρες, με το γενικό τίτλο «Romantic Piano Concertos» (https://VA.lnk.to/Romanticvol1 και https://VA.lnk.to/Romanticvol2). Θησαυρός! Αυτά ακούω τελευταία. Μετά πάθους. Εμμονικά.
Πρόκειται για τη μεταφορά ενός σετ 40 cd που περιέχουν μια πληθώρα κοντσέρτων για πιάνο του 19ου αιώνα, γραμμένων από συνθέτες -πάνω από 60-  που για κάποιο λόγο έχουν παραμεληθεί απ’ την ιστορία, που μπορεί, για διάφορους λόγους, «να ’χασαν τη μάχη» ενάντια στα μεγάλα ονόματα, αλλά, παρ’ ολ’ αυτά, έγραψαν πολύ ελκυστικά, εντυπωσιακά και λαμπρά κοντσέρτα για πιάνο, το οποίο, σε πολλές περιπτώσεις, ήταν το «δικό τους» όργανο. Ή κοντσέρτων για πιάνο συνθετών γνωστών, τα οποία παραμελήθηκαν έναντι άλλων, πιο προβεβλημένων, δικών τους που παίζονται συχνά. 
Έχω ακούσει τις πέντε απ’ τις έξι «αναρτήσεις» του πρώτου «τόμου» κι ανάμεσά τους υπάρχουν διαμαντάκια ή και διαμάντια. Ενδεικτικά αναφέρω -πολύ δύσκολο να ξεχωρίσω- το Δεύτερο του Καρλ Μαρία φον Βέμπερ ή το Τέταρτο του Αντόν Ρουμπινστάιν.
Κι απορώ: γιατί οι ορχήστρες -όλες ή έστω οι περισσότερες- τα ’χουν αγνοήσει; Και, για να γίνω πιο συγκεκριμένος, γιατί η δική μας Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, που ’χει ανεβάσει τόσο το επίπεδό της, παραμένει στα ίδια και στα ίδια ρομαντικά κοντσέρτα για πιάνο -το Πρώτο του Τσαϊκόφσκι ή το Δεύτερο του Ραχμάνινοφ, που ’ναι δημοφιλή;  Γιατί ακριβώς είναι δημοφιλή; Έστω και σε κάποια ακόμη. Έχουμε ψιλοβαρεθεί. 
Θα μου πουν «αυτά που λες δεν τραβάνε το κοινό», «δεν είναι γνωστά τα ονόματα των συνθετών»... Μα απ’ τις αποστολές μιας κρατικής ορχήστρας -γι αυτό και επιχορηγείται- δεν είναι κι η εκπαιδευτική; Κι εννοώ να παιδεύσει το κοινό ανοίγοντάς του καινούργιες πόρτες. Και δε λέω αυτό να γίνεται σε κάθε συναυλία αλλά έστω σε μια κάθε σεζόν. Δεν θα ’ρθουνε μια φορά, δυο φορές, σιγά - σιγά, θα συνηθίσουν. 

May 15, 2026

Μια Ηθοποιός -με κεφαλαίο το ήτα

 
Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 281
 



Ένα κείμενο -της Ζέτης Φίτσιου- όχι μεγάλων αξιώσεων κάπως απλοϊκό το βρήκα. Κατάλληλο, ίσως, για τηλεόραση. Εν πάση περιπτώσει για το μεγάλο λαϊκό κοινό. Διανθισμένο με ποιήματα του Καβάφη: η «Αλεξάνδρεια» που είδα στο «Παλλάς». Ο Φωκάς Ευαγγελινός (σύλληψη και σκηνοθεσία), ο Μανόλης Παντελιδάκης (σκηνικά), η Ιωάννα Τσάμη (κοστούμια), η Ευανθία Ρεμπούτσικα (μουσική, στα γνώριμα μονοπάτια της) κι οι λοιποί συνεργάτες είχαν κάνει ό,τι μπορούσαν για να προκύψει  
μια παράσταση καλαίσθητη, ευχάριστη, με σωστούς ρυθμούς. Κι η παραγωγή καθόλου δεν είχε τσιγκουνευτεί. 

Μερικοί πολύ καλοί ηθοποιοί στη διανομή. Αλλά θα σταθώ στην Άννα Μάσχα. Στο ρόλο της Άννας Ζαχαριάδη, μιας πετυχημένης αιγυπτιώτισσας πρωταγωνίστριας της δεκαετίας του ’60, που ναι ο άξονας του έργου, την ξεχώρισα. Πρώτα και πάνω απ’ όλους. Όσο περνούν τα χρόνια, στερεώνεται η πεποίθησή μου πως πρόκειται περί χαρισματικής ηθοποιού. Πέρα απ’ την αιθέρια αλλά και στέρεη σκηνική παρουσία της, έχει μια μεγάλη γκάμα -απ την ανάλαφρη κωμωδία έως την αρχαία τραγωδία. Τη θαύμασα και πάλι. Είτε έλεγε/έπαιζε τα εύκολα κείμενα είτε απάγγελλε Καβάφη. Υπέροχη! Μια Ηθοποιός  με το ήτα κεφαλαίο.

Στο Φτερό / Τα ανείπωτα που ειπώθηκαν

 
«Το χελιδόνι» του Γκιλιέμ Κλούα / Σκηνοθεσία: Γιάννης Αναστασάκης.
 



Εκείνη, η Αμέλια, είναι εξηντάρα. Καθηγήτρια φωνητικής για προχωρημένους. Εκείνος, ο Ραμόν, τριανταπεντάρης. Δουλεύει σε ξενοδοχείο, σε διάφορα πόστα. Και του αρέσει να τραγουδάει. Κάποτε τραγουδούσε στη χορωδία του σχολείου του. Και τώρα θέλει, όπως ισχυρίζεται, να τραγουδήσει, σε μία τελετή για τη συμπλήρωση ενός χρόνου από το θάνατο της μητέρας του σε ατύχημα, ένα τραγούδι -«Το χελιδόνι»- που εκείνη του τραγουδούσε όταν ήταν μικρός. Και 
θέλει να το  τραγουδήσει όσο καλύτερα μπορεί. Γι αυτό έρχεται στην «κυρία Αμέλια». Να τον καθοδηγήσει. Εκείνη τον δοκιμάζει αλλά τον βρίσκει φωνητικά εντελώς ανεπαρκή. Δεν θέλει να τον αναλάβει. Τον στέλνει σε έναν άλλο δάσκαλο. Ο Ραμόν, όμως, πεισματικά επιμένει εκείνη να είναι η δασκάλα του. Την πείθει. Ο θάνατος της μητέρας του την αγγίζει. Είναι και εκείνη πληγωμένη. Βαθιά πληγωμένη. Έχει χάσει το γιο της, τον Ντάνι. Ήταν στα θύματα ενός τρομοκράτη του ISIS, που εισέβαλε σε ένα γκέι νάιτ κλαμπ και άφησε πίσω του 50 νεκρούς και 58 τραυματίες -δεν πολυθέλει να το συζητήσει.  

Ο Ραμόν της λέει ότι ήξερε τον Ντάνι. Πήγαιναν στο ίδιο σχολείο, ο Ντάνι ήταν λίγο μεγαλύτερός του αλλά ήταν μαζί στη χορωδία του σχολείου. Σιγά-σιγά δείχνει ότι ξέρει πολύ περισσότερα. Και ομολογεί ότι είχε ξεκινήσει ερωτική σχέση με τον Ντάνι από το σχολείο, τη διέκοψαν και, μετά από δέκα χρόνια, ξανάσμιξαν και ήταν σύντροφοι, έμεναν μαζί με τον Ντάνι για τρία χρόνια, μέχρι το θάνατό του. Η μητέρα του αιφνιδιάζεται -δεν ήξερε. Και αρνιόταν να ξέρει ότι ο γιος της ήταν ομοφυλόφιλος. Αλλά και εκείνος φοβόταν να της το πει. 
Της το ομολόγησε μόνο το βράδυ πριν σκοτωθεί, όταν πήγε να φάει μαζί της. Αλλά εκείνη αρνήθηκε να το συζητήσει -άλλαξε κουβέντα. Ο Ντάνι έφυγε, πήγε σπίτι του, της έγραψε ένα γράμμα για να της το στείλει και μετά πήγε στο γκέϊ κλαμπ όπου ανακοίνωσε στον Ντάνι ότι θέλει να παντρευτούν. Και πέθανε. Ο Ραμόν ήρθε να της πει να πάει στην τελετή που οργανώνουν για τον Ντάνι -και όχι για τη μητέρα του που είναι ζωντανή, όσα της είχε πει ήταν ψέματα, για 
να μπορέσει να την πλησιάσει- και της φέρνει το γράμμα του που βρήκε στο σπίτι τους. Η μάνα αρνείται να το διαβάσει, αρνείται να πάει στην τελετή, συγκρούονται, ο Ραμόν την κατηγορεί για τη στάση της έως τότε αλλά, τελικά, η αγάπη κερδίζει: τον αγαπούσαν και οι δύο. Η Αμέλια του ανοίγει την αγκαλιά της. Και τραγουδούν μαζί «Το χελιδόνι». «Το χελιδόνι» (2016, πρεμιέρα 2017) του Ισπανού/Καταλανού Γκιλιέμ Κλούα είναι ένα θεατρικό έργο για δύο που έναυσμά του ήταν η σφαγή, το 2016, στο γκέι νάιτ κλαμπ «Pulse» στο Ορλάντο της Φλόριντα, στις ΗΠΑ, αλλά που ο συγγραφέας, κρατώντας όλα τα άλλα στοιχεία, μετατόπισε στην Ισπανία. Ένα έργο έξυπνο, εξαιρετικής σκηνικής οικονομίας, πολύ καλά ζυγιασμένο -και οι δύο πλευρές, μάνα και σύντροφος, αντιτάσσουν πειστικά επιχειρήματα-, σφιχτοδεμένο, με αλλεπάλληλες, έντεχνες, ανατροπές αλλά, πάνω από όλα, βαθιά συγκινητικό και, ταυτόχρονα, ευθύβολα, καταγγελτικά πολιτικό και κοινωνικό. Για όλους εμάς που δεν τολμήσαμε να μιλήσουμε στους γονείς μας ενώ εκείνοι σίγουρα «ήξεραν» αλλά και για όλους που σιωπούν μπροστά 

στην ομοφοβία. Ένα πολύ δυνατό έργο που δεν «είναι για γκέι», απλώς, αλλά μπορεί να αγγίξει τους πάντες μέχρι δακρύων. Χρησιμοποιώντας τη θεατρικότατη, ρέουσα μετάφραση της -πρέσβειρας του ισπανικού, καταλανικού και ισπανόφωνου θεάτρου- Μαρίας Χατζηεμμανουήλ, ο σκηνοθέτης Γιάννης Αναστασάκης βρήκε τη φλέβα του. Και τη χτύπησε καίρια. Η παράστασή του έχει πολύ καλούς ρυθμούς, μέτρο και συγκίνηση. Βαθιά συγκίνηση, χωρίς να την εκβιάζει. Και διαθέτει δύο ηθοποιούς που δεν είναι απλώς εξαίρετοι αλλά η σκηνοθεσία τούς έχει δέσει σε μία αξιομνημόνευτη επαφή -υπάρχει αξιομνημόνευτη «χημεία» που 

λέμε. Η Μαρία Τσιμά, εγνωσμένου μεγέθους ηθοποιός, αλλά και ο νεότερος Κυριάκος Μαρκάτος σε κρατούν καθηλωμένο. Λιτά, όσο πρέπει τα σκηνικά της Αλέγιας Παπαγεωργίου αλλά θα μπορούσε να προσέξει περισσότερο τα κοστούμια. Εξυπηρετική η μουσική του Αντώνη Παπανικολάτου, όπως και ο σχεδιασμός φωτισμών των Βασίλη Παπακωνσταντίνου και Εβίνας Βασιλακοπούλου. Μία παράσταση που, αν τη δείτε, δεν θα την ξεχάσετε (Φωτογραφίες: Θεόφιλος Τσιμάς).
 
(Εξυπηρετικό, με τα βασικά, το δίπτυχο έντυπο πρόγραμμα της παράστασης. Το έργο, στη μετάφραση της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ, κυκλοφορεί από την Κάπα Εκδοτική. Να επισημάνω -καθώς πρώτη φορά το επισκέφθηκα- και για το, ουσιαστικά καινούργιο, στη θέση του άλλοτε «Θέατρου του Ήλιου», θέατρο «ΕΛΕΡ Ελένη Ερήμου», ότι είναι ιδιαίτερα προσεκτικά και καλόγουστα φτιαγμένο, χωρίς τις συνήθεις προχειρότητες).

Θέατρο «ΕΛΕΡ Ελένη Ερήμου», ΑΜΚΕ «Memento Mori», 12 Μαΐου 2026.