May 9, 2026

Η αγάπη ως επιστημονική φαντασία

 
Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες,Τέτοια Λόγια… 280 
 



Επιστημονική φαντασία; Τρόπος του λέγειν. «Η απόσταση», κείμενο και σκηνοθεσία του Τιάγκο Ροντρίγκες, του πορτογάλου διευθυντή του Φεστιβάλ της Αβινιόν, όπου η παράσταση έκανε πέρσι τον Ιούλιο την πρεμιέρα της, όντως 

«διαδραματίζεται» 50 περίπου χρόνια μετά το σήμερα -το 2077- και συνίσταται από μια σειρά ανταλλασσόμενων φωνητικών μηνυμάτων ανάμεσα στον Άλι, ένα γιατρό, που βρίσκεται στην προοδευτικά καταρρέουσα Γη, και στην κόρη 

του Αμινά, που χάθηκε και την αναζητούσε και που τη βρίσκει στον Άρη! Έχει μεταναστεύσει εκεί, χωρίς να του το πει, μ’ άλλους, κυρίως νέους της γενιάς της, ελπίζοντας σ’ ένα καλύτερο μέλλον. 
Ο απεγνωσμένος πατέρας αποδέχεται την απόφασή της θεωρώντας την απομάκρυνσή της παροδική αλλά σιγά-σιγά αντιλαμβάνεται πως είναι οριστική. Πόσο μάλλον όταν μαθαίνει πως, μετά από περίπου 400 μέρες εγκατάστασης στον Άρη, η εταιρεία, στην οποία υπάγονται οι άποικοι που αποκαλούνται Επιλήσμονες, σβήνει τη μνήμη τους. Προσπαθεί να την πείσει να επιστρέψει, στις συζητήσεις τους εμφιλοχωρεί το παρελθόν, η μάνα που χάθηκε όταν το κορίτσι ήταν μικρό παιδάκι, η απόστασή τους δεν είναι μόνο τα εκατομμύρια χιλιόμετρα που τους χωρίζουν αλλά προϋπήρχε, με την Αμινά, από μικρή, να δείχνει σημάδια ανεξαρτητοποίησης, ο πατέρας στήνει γέφυρες αγάπης… Εις μάτην. Η Αμινά δεν επιστρέφει -δε θέλει να επιστρέψει. Έχει, εξάλλου, μείνει εκεί, στον Άρη,  
έγκυος. 
Τελικά, όμως, η αγάπη θα μείνει στο υπόστρωμα, ακόμα κι όταν η μνήμη της σβηστεί, ακόμα κι όταν οι αναμνήσεις της χαθούν. Το σπαρακτικά αισιόδοξο φινάλε θα σημαδέψει τον πατέρα αλλά κι εμάς, το κοινό.  
Ο Τιάγκο Ροντρίγκες, με συμπαραστάτες τους δυο ηθοποιούς του -τον έξοχο, σενεγαλέζικης καταγωγής, Γάλο Ανταμά Ντιοπ

και την Γαλίδα Αλισόν Ντεσάμ- και το εικαστικά πανέμορφο σκηνικό του επίσης Πορτογάλου Φερνάντο Ριμπέιρο -μια κυκλική σκηνή, αργά περιστρεφόμενη σε κάθε αλλαγή σκηνής, παραπέμποντας στην κίνηση των πλανητών, 
έως ότου αρχίσει να στροβιλίζεται, με δυο πεσμένους, ξεραμένους, συμπλεκόμενους κορμούς και μερικά βράχια, ένα ράφι με πικάπ παλαιού τύπου απ’ τη μεριά της Γης κι απ’ τη μεριά του Άρη, μια μεγάλη, γυάλινη σφαίρα μ’ ένα δεντράκι μέσα της- υλοποιεί το όραμά του με τον καλύτερο τρόπο: μια λιτότητα υποβλητική η οποία μεταφέρει στο θεατή συγκίνηση που αναβλύζει χωρίς  


τερτίπια, πεντακάθαρη. 
Αν προλαβαίνετε -απομένουν δυο παραστάσεις σήμερα Σάββατο κι αύριο Κυριακή- και βρείτε εισιτήριο, σπεύστε. Θα δείτε, κατά γενική ομολογία, μια παράσταση βαθιά αισθαντική.

May 1, 2026

Ο Γιώργος Λούκος είναι ζωντανός και καλά και ζει στην Λιόν

 

Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 279

 


Βρήκα εξαιρετικό το πρόγραμμα για το φετινό Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου που ανακοίνωσε ο νέος καλλιτεχνικός διευθυντής του Μιχαήλ Μαρμαρινός -κι ας έχει και Λευτέρη Πανταζή. 

Σε μια απτις εκδηλώσεις θα σταθώ: στο τιμητικό ντοκιμαντέρ του Ηλία Γιαννακάκη «2005-2015. Στα χρόνια του Λούκου», για τη θητεία του Γιώργου Λούκου ως προέδρου και διευθυντή του Φεστιβάλ, μ’ αφορμή τα δέκα χρόνια (2006) που το ανέλαβε -«σύνθετη δράση τέχνης - προβολή» χαρακτηρίζεται η εκδήλωση, που προφανώς δε θα περιοριστεί στην προβολή. Κάτι που όφειλαν να ’χουν κάνει οι διευθυντές οι οποίοι μεσολάβησαν. Και ΔΕΝ το ’καναν. 
ΜΠΡΑΒΟ! Στον Μιχαήλ Μαρμαρινό και στον Ηλία Γιαννακάκη. Όσο για την εφημερίδα που… «γκρέμισε το λουκισμό», ίσως είναι μια ευκαιρία να ζητήσει συγγνώμη. Μια συγγνώμη που έως τώρα ποτέ δεν την έχει ζητήσει... Ο Γιώργος Λούκος είναι ζωντανός και καλά και ζει την Λιόν ,για να παραφράσω τον τίτλο του μιούζικαλ «Jacques Brel Is Alive and Well and Living in Paris».

April 27, 2026

Αστεράκια βλέπω… ή Ένας ουρανός μ’ αστέρια

 

Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 276
 


Ανθεί! Το ελληνικό θέατρο! Το ελληνικό θέατρο ανθεί! Κι ως προς τους αριθμούς -των (χιλιάδων) παραστάσεων και των αιθουσών. Αλλά κι ως προς την ποιότητα. Εγώ, δεν το 
χω καταλάβει αλλά, αν κρίνω απ’ τα αστεράκια με τα οποία το προικοδοτεί/πριμοδοτεί το «Αθηνόραμα», ναι, ανθεί. Έβαλα κάτω τα τρία τελευταία τεύχη του -μ’ αρκετές παραστάσεις να ’χουν ήδη τερματίσει τη σεζόν- και μετρώ:
Τεύχος 1315. Τέσσερις παραστάσεις με τρία αστεράκια (***), τέσσερις με τριάμισι (***,5) -αυτά τα «μισά» είναι που πεθαίνω να τα βλέπω-, επτά με τέσσερα (****), δυο με πέντε (*****) -όπερ μεθερμηνευόμενον εστί αριστουργήματα/επιβεβλημένη θέαση. Δυο αστεράκια σε καμιά, ένα αστεράκι σε καμιά, μηδέν αστεράκια σε καμιά -όλες από τρία και πάνω.
Τεύχος 1316. Έξι παραστάσεις με τρία (***) αστεράκια, εννιά με τριάμισι (***,5), εννιά με τέσσερα (****), δυο με πέντε (*****). Δυο αστεράκια σε καμιά, ένα αστεράκι σε καμιά, μηδέν αστεράκια σε καμιά -όλες από τρία και πάνω.
Τεύχος 1317. Έξι παραστάσεις με τρία αστεράκια (***), δέκα με τριάμισι -τα τριάΜΙΣΙ σκίζουν-, πέντε με τέσσερα (****), δυο με πέντε (*****). Δυο αστεράκια σε καμιά, ένα αστεράκι σε καμιά, μηδέν αστεράκια σε καμιά -όλες από τρία και πάνω.
Ε, με σταθερά δυο αριστουργήματα/επιβεβλημένη θέαση και με -επίσης σταθερά- καμιά παράσταση να συγκεντρώνει δυο, ένα ή μηδέν αστεράκια, είναι να μην καταλήγω πως ανθεί το ελληνικό θέατρο; Ε;
Άρα σωστό ήταν το επιχείρημα του θιασάρχη που δεν ήθελε να πάω στην παράστασή του κι όταν έμαθε πως έβγαλα εισιτήριο, δεν είχε τα αρ@@ια να μου το πει ευθέως αλλά έβαλε την υπεύθυνη δημοσίων σχέσεών του να μου τηλεφωνήσει ότι εκείνος «με παρακαλεί να μην πάω εκείνη τη μέρα γιατί μπορεί να μη μου αρέσει η παράσταση καθώς δε θα ’ταν καλή, επειδή ήταν στενοχωρημένος που το ‘Αθηνόραμα’ της είχε βάλει ΜΟΝΟΝ τρία αστεράκια».

Άσε μας, Κουκλίτσα μου...

 

Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 275
 



Με τον τίτλο «Σώβρακα - Αρβύλες 1-0 ή Μας πήρανε τα σώβρακα», είχα γράψει εδώ, στο totetartokoudouni.blogspot.com, ήδη απ’ τις 9 Αυγούστου του 2021 -πέντε σχεδόν χρόνια πριν:  
«Οι αρβύλες. Οι αρβύλες ήταν το εμβληματικό σκηνικό στοιχείο, το φετίχ των μεταμοντέρνων παραστάσεων. Για πολλά χρόνια. Σε παράσταση μεταμοντέρνα ένας, τουλάχιστον, ηθοποιός -ή, το επικρατέστερο, μια, τουλάχιστον, ηθοποιός- θα φορούσε αρβύλες. Αν δε φορούσαν όλοι. Συνήθως με τα κορδόνια λυμένα. Και να τις σέεεερνουν. Ο κάθε ενδυματολόγος που σεβόταν τ’ όνομα και το επάγγελμα και την τέχνη του έψαχνε στα Μοναστηράκια, και στα Ψυρρή, και στα Μπιτ Παζάρ, τις πιο βαριές, τις πιο φθαρμένες, τις πιο λασπωμένες, τις πιο βρομερές αρβύλες και δικαιωνόταν -να, οι έπαινοι!
Αφότου το μεταμοντέρνο μετονομάστηκε σε μεταδραματικό πάααανε οι αρβύλες. Ε, όχι δεν εξαφανίστηκαν και παντελώς. Αλλά υποχώρησαν. Αισθητά. Και τι τις διαδέχτηκε; Ως στοιχείο εμβληματικά μεταδραματικό; Τα σώβρακα! Σώβρακα παλαιού τύπου, λευκά, μακριά μέχρι τα γόνατα, κάποτε και μακρύτερα. Εκεί που λέγαμε ότι τα σώβρακα έχουν εκλείψει απ’ την αγορά... Ξένες (μεταδραματικές) παραστάσεις βλέπω -με τις γερμανικές να κερδίζουν στα σημεία-, ελληνικές, γερμανικής κοπής, βλέπω, όλο και κάποιο σώβρακο θα εμφανιστεί επί σκηνής -ή και επί ορχήστρας αρχαίου θεάτρου.
Στην ημετέρα -την ελληνική- σκηνή, τα σώβρακα δεν είναι κάτι το καινοφανές. Και στα φίφτις, που λέμε, και στα σίξτις εμφανίζονταν. Αλλά σε κάτι χοντροφάρσες -κάτι Αργυρόπουλοι, κάτι μπουλουκτσήδες τα χρησιμοποιούσαν ως το top κωμικό ατού τους. Τώρα, βρε Φεντό παίζουν (μεταδραματικά), βρε κωμωδία, βρε κομεντί, βρε δράμα, βρε τραγωδία, βρε όπερα, να τα, τα σώβρακα -δε λείπουν. Έχω δει εγώ σώβρακο από Τένεσι Γουίλιαμς έως και σε «Θείο Βάνια». Άσε που ενίοτε το βγάζουν κιόλας. Το σώβρακο...». 


Είμαστε στο 2026. Πέντε χρόνια έχουν περάσει αλλά το σώβρακο καλά κρατεί. Πάω στο «Εθνικό», στην Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος», για να δω την «Κουκλίτσα», «βασισμένο στο ‘Κουκλόσπιτο’ του Χένρικ Ίψεν», λέει. Σε σκηνοθεσία Μαρίας Πανουργιά -που ’χα δει στην «Στέγη» μια ενδιαφέρουσα παράστασή της του «Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ» του Άλμπι. Είχε κι εκεί κάποια «μεταδραματικά» αλλά εδώ το παράκανε. Έως και την Νόρα (Στέλλα Βογιατζάκη) είδαμε να κάνει σεξ με το… χριστουγεννιάτικο δέντρο. Οπότε, κάποια στιγμή, μπαίνει κι ο Χέλμερ (Φιντέλ Ταλαμπούκας), με μακρύ γούνινο παλτό - γούνινο, τέλος πάντων, στη γνωστή, επίσης μεταδραματική γραμμή της ενδυματολόγου Ιωάννας Τσάμη, πετάει τη γούνα, από κάτω κατεβασμένο παντελόνι και να το!  Να το, πετιέται αποξαρχής κι αντρειεύει και θεριεύει το μεταδραματικό σώβρακο.
Τώρα θα μου πείτε -θα μου πούνε: «Εσύ γέρασες (όπερ και συμβαίνει) και κατέληξες Γεωργουσόπουλος». Κι εγώ θα σας πω -θα τους πω: «Ε, άσε μας Κουκλίτσα μου»... (Φωτογραφίες: Ανδρέας Σιμόπουλος).

April 25, 2026

Στο Φτερό / Ρέκβιεμ για έναν αυτόχειρα ή Ναι, μεν, αλλά...

 

 

 

 

 

 

«Αίας» του Σοφοκλή / Σκηνοθεσία: Αργύρης Ξάφης

 

Στο ναύσταθμο των Ελλήνων, έξω από την Τροία, ο Αίας, ο γιος του Τελαμώνα, αρχηγός των Σαλαμινίων στην εκστρατεία κατά των Τρώων, μανιασμένος με τους δύο Ατρείδες -τον αρχιστράτηγο Αγαμέμνονα και τον αδελφό του, τον Μενέλαο- που κατάφωρα τον αδίκησαν, καθώς δεν παραχώρησαν σ’ αυτόν, τον ήρωα, αλλά στον Οδυσσέα τα όπλα του νεκρού πια Αχιλλέα, απεργαζόταν να σκοτώσει και τους τρεις αλλά η προστάτρια του Οδυσσέα , η θεά Αθηνά του σκότισε το νου και μέσα στην τρέλα του σκότωσε τα κοπάδια των προβάτων που οι Έλληνες είχαν λαφυραγωγήσει νομίζοντας ότι σκοτώνει τους εχθρούς του. Όταν συνέρχεται, ντροπιασμένος, παρά τις ικεσίες της γυναίκας του, της Τέκμησσας, αυτοκτονεί 

πέφτοντας πάνω στο σπαθί που κάποτε του είχε χαρίσει ο Τρώας Έκτορας μετά από μία ισόπαλη μονομαχία τους. Οι Ατρείδες απαγορεύουν στον αδελφό του Τεύκρο και στην Τέκμησσα να τον θάψουν επιζητώντας να εγκαταλείψουν στα όρνια τη σορό του αλλά, τελικά, υποχωρούν στις συμβουλές του Οδυσσέα και 

επιτρέπουν την ταφή του. Γραμμένη, όπως υπολογίζεται, μεταξύ 450 και 440 π.Χ., η τραγωδία «Αίας» του Σοφοκλή που αντλεί από την «Ιλιάδα» του Ομήρου, δεν διαθέτει την τελειότητα των άλλων σωζόμενων τραγωδιών του, από τις οποίες είναι η παλαιότερη, καθώς, ουσιαστικά, απαρτίζεται από δύο μέρη, με μετατόπιση του άξονα του έργου -από την

«επονείδιστη» τρέλα και την «επονείδιστη» αυτοκτονία του Αίαντα στο πρώτο, στη σύγκρουση για την ταφή του στο δεύτερο. Εν τούτοις, έχει δύναμη και ένταση σπάνια για έργο του. Και η αυτοκτονία του Αίαντα αποκτά συμβολικές διαστάσεις καθώς ανάγεται στο τέλος της εποχής του ομηρικού Ήρωα. Στη «δίπρακτη», κατά σημερινή ορολογία, δομή της τραγωδίας βασίστηκε ο Αργύρης Ξάφης που ανέλαβε τη σκηνοθεσία της, με βοηθό σκηνοθέτρια την Μαρία Σαββίδου. Εύρημά του, η αντιστροφή των δύο μερών της: η σύγκρουση για την ταφή του Αίαντα  προηγείται και η αυτοκτονία του με τα παρεπόμενα της μανίας του έρχονται κατόπιν, ως φλας μπακ.

Ευφυές εύρημα, μεν, που υποστηρίζεται δραματουργικά από την -και δραματολόγο της παράστασης- Ασπασία-Μαρία Αλεξίου και το σκηνοθέτη. Αλλά χωρίς, τελικά, να λειτουργεί, χωρίς να πείσει ότι αυτή η «διόρθωση» του Σοφοκλή είχε κάποιο ουσιαστικό λόγο, ότι δικαιολογείται, καθώς τα δύο μετατοπισμένα μέρη δεν συνδέονται με επάρκεια και αποτελεσματικά -το πέρασμα από 

το ένα στο άλλο πάσχει. Αυτή η αντίφαση, αυτή η απόσταση προθέσεων και αποτελέσματος, αυτό το «ναι, μεν, αλλά...» συνοδεύει, κατά τη γνώμη μου, όλη την παράσταση. Επελέγη η μετάφραση του Νίκου Α. Παναγιωτόπουλου: μία εξαίρετη στη λεπτομέρειά της δουλειά που αναδεικνύει την ποιητικότητα του κειμένου. Ναι, μεν, αλλά κάποιες στιγμές δεν αποφεύγει τις 

σειρήνες της εκζήτησης και της λεξιλαγνείας («χαλκοθώραξ», «δορυάλωτο»...), με συνέπεια να αλώνεται η προφορικότητά της τόσο στα στόματα των ηθοποιών όσο και στα αυτιά των θεατών και, κάποιες στιγμές, ο λόγος να πελαγοδρομεί. Η παράσταση διαθέτει έναν πρώτης τάξεως Χορό -ένα και ένα τα μέλη του. Ναι, μεν, αλλά δεν δικαιολόγησα, εγώ τουλάχιστον, γιατί, ενώ από τον Σοφοκλή προβλέπεται να είναι ανδρικός, εδώ ο μισός έχει γίνει

γυναικείος. Ελπίζω όχι για λόγους ποσόστωσης. Εξαιρετική είναι και η φωνητική απόδοση και ο περίτεχνος φωνητικός συντονισμός του (άξια ιδιαίτερης μνείας, η φωνητική προετοιμασία του από τον Απόστολο Κίτσο). Ναι, μεν, αλλά ο Χορός υπονομεύεται από την ανέμπνευστη και αφελή χορογραφία (Χαρά Κότσαλη). Καλή, αρχικά, η ιδέα του τολ/θερμοκήπιου ως βασικού σκηνικού της Μαρίας Πανουργιά. Ναι, μεν, αλλά μάλλον αμήχανα χρησιμοποιείται. Όσο για το «χιόνι» και τα «βράχια» η ευτέλεια των υλικών και της κατασκευής δεν τα καθιστά καθόλου πειστικά. Η Ιωάννα Τσάμη ναι, μεν, σχεδίασε μερικά πολύ καλαίσθητα κοστούμια (Μενέλαος, Τεύκρος) αλλά, στα περισσότερα, έχει ατυχήσει -ειδικά στα λευκά αδιάβροχα με 

τους σκούφους του Χορού στο πρώτο μέρος της παράστασης. «Ναι, μεν, αλλά» δεν έχω μόνο για τις μουσικές του Κορνήλιου Σελαμσή: τα τέσσερα -ζωντανά- χάλκινα ενισχύουν και υποβάλλουν τη μελαγχολική, πένθιμη διάσταση του έργου. Και για τους φωτισμούς του Αλέκου Αναστασίου, ειδικά στο δεύτερο μέρος. Βρήκα πολύ αδύναμη, εδώ, ως Αθηνά την πολύ καλή ηθοποιό Δέσποινα Κούρτη, καθόλου βοηθημένη από το κοστούμι και 

την κίνησή της αλλά, βασικά, από το επίσης αδικαιολόγητο εύρημα της απόδοσης της θεάς ως ένα σκανταλιάρικο καλικαντζαράκι. Η επίσης πολύ καλή Εύη Σαουλίδου δείχνει να μην έχει το μέγεθος για αρχαία τραγωδία και στο πρώτο μέρος δεν τη βοηθάει η φωνή της. Ο Στάθης Σταμουλακάτος, 

αντίθετα, έχει το μέγεθος αλλά ούτε την πείρα ούτε ακονισμένα μέσα. Ο Αίας του είναι ισοπεδωμένος και μαγκωμένος. Νομίζω ότι στην παράσταση διακρίνεται το 

κουαρτέτο των στρατηγών: Νίκος Χατζόπουλος-Αγαμέμνων, Γιάννης Νταλιάνης-Μενέλαος -αν και ξεκινάει κάπως υποτονικά-, Δημήτρης Ήμελλος-Οδυσσέας, που ενισχύει με πινελιές χιούμορ την ερμηνεία του, και, κυρίως -ο καλύτερος, κατά τη γνώμη μου, της

παράστασης- Χρίστος Στυλιανού-Τεύκρος -διαπίστωσα ότι, εκτός από τον άψογο λόγο του, έχει βαθύνει την υποκριτική του και δεν φοβάται μήπως ξεφύγει σε υπερβολές στις εντάσεις του. Η παράσταση έχει αυτά, τα κατά την άποψή μου, ελαττώματα, το ύφος της προσπαθεί να είναι φυσικό, καθημερινό, χωρίς να το πετυχαίνει πάντα, οι ρυθμοί της, συχνά, πάσχουν αλλά διαθέτει και μερικές πολύ δυνατές 

στιγμές -η συγκινητικά επιβλητική πένθιμη είσοδος περιφερειακά, ως προς την ορχήστρα, των μουσικών ή η συγκλονιστική, υπεράνθρωπη προσπάθεια της Τέκμησσας να σύρει μόνη της τη σορό του Αίαντα στην ταφή απωθώντας τα 

μέλη του Χορού που τρέχουν να τη συντρέξουν ή η αυτοκτονία του Αίαντα που βουτάει πάνω στο τολ όπου λάμπει το σπαθί του Έκτορα, φινάλε, όμως, το οποίο αποδυναμώνει μία «ουρά»... Ο Αργύρης Ξάφης, πάντως, παρά τις αστοχίες και τις αμηχανίες του, πιστεύω ότι δίνει ελπίδες για σκηνοθετική εξέλιξή του στο στίβο του αρχαίου δράματος: η παράστασή του έχει σπίθες σκηνοθετικής ευφυίας (Φωτογραφίες: Κάρολ Γιάρεκ). 

 



(Υψηλού επιπέδου του δίγλωσσο -ελληνικά και αγγλικά- έντυπο πρόγραμμα της παράστασης -υπεύθυνη Μαρία Καρανάνου-, που, εκτός των άλλων, περιλαμβάνει τη μετάφραση του Νίκου Α. Παναγιωτόπουλου η οποία χρησιμοποιείται στην παράσταση).

Θέατρο των Βράχων «Μελίνα Μερκούρη», Βύρωνας, Φεστιβάλ «Στη Σκιά των Βράχων» 2022, Εθνικό Θέατρο, 1 Σεπτεμβρίου 2022.