«Άννα Μπολένα» του Γκαετάνο Ντονιτσέτι, λιμπρέτο (Πιντεμόντε, Πέπολι) Φελίτσε Ρομάνι / Μουσική διεύθυνση: Ζακ Λακόμπ. Σκηνοθεσία: Θέμελης Γλυνάτσης.
Ο Ερίκος Η΄ (1491-1547) της Αγγλίας (βασίλεψε 1509-1547) -Ενρίκο στην όπερα του Ντονιτσέτι- έχει αποπέμψει την πρώτη σύζυγό του Αικατερίνη της Αραγονίας. Όταν ο Πάπας αρνήθηκε να ακυρώσει τον γάμο τους, ο Ερίκος, προκλητικά, τον αγνόησε, αυτονόμησε την Εκκλησία της Αγγλίας από την Ρομεοκαθολική Εκκλησία θέτοντας εαυτόν -και τον εκάστοτε
άγγλο βασιλέα- Ανώτατο Κυβερνήτη της, προχώρησε στην Αγγλική Μεταρρύθμιση, ακύρωσε το γάμο και παντρεύτηκε την Αν Μπολέϊν (Άνα Μπολένα στην όπερα), κυρία επί των τιμών της βασίλισας Αικατερίνης, την οποία πολιορκούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο νέος του γάμος, όμως, με το ζόρι, κράτησε τρία χρόνια. Ότι η Άννα δεν του χάρισε, όπως και η Αικατερίνη, το
διάδοχο που επιθυμούσε αλλά μία κόρη, την κατοπινή Ελισάβετ Α΄, ήταν ένας από τους λόγους, όπως και η σχέση που ο μουρντάρης βασιλιάς δημιούργησε με την Τζέιν Σίμορ (Τζοβάνα Σεϊμούρ στην όπερα), επίσης κυρία επί των τιμών αλλά της νέας βασίλισσας. Το λιμπρέτο που έγραψε ο ιταλός ποιητής Φελίτσε Ρομάνι -αντλώντας από τα ιταλικά έργα «Άννα Μπολένα» (1788) του Αλεσάντρο
Πέπολι και «Ερρίκος Η΄ ή Άννα Μπολένα» (1816) του Ιπόλιτο Πιντεμόντε- για την όπερα -«λυρική τραγωδία»- (1830) του Γκαετάνο Ντονιτσέτι «Άννα Μπολένα» η οποία θεωρείται το πρώτο ώριμο έργο του ιταλού συνθέτη, με την περίοδο αυτή, της πτώσης της Άννας, ασχολείται. Αφήνοντας κατά μέρος τα ιστορικά στοιχεία ρίχνει το βάρος, ως γνήσιο μελόδραμα του μπελκάντο, στις ερωτικές ίντριγκες αγιοποιώντας την. Για να απαλλαγεί από την Άννα, ο
βασιλιάς δολοπλοκεί. Επαναφέρει από την εξορία τον Λόρδο Ρικάρντο Περσί (στην πραγματικότητα Χένρι Πέρσι, 6ος κόμης του Νορθάμπερλαντ), πρώτο έρωτά της, πριν γνωρίσει τον Ενρίκο, και, άλλοτε, μυστικό μνηστήρα της, ο οποίος συναντά την Άννα και της ομολογεί τον άσβεστο έρωτά του αλλά εκείνη τον αποκρούει, και τους κατηγορεί για μοιχεία, όπως κατηγορεί την Άννα και για μοιχεία με το μουσικό Σμέτον (Μαρκ Σμίτον στην
πραγματικότητα), όντως ερωτευμένο με την Άννα, ο οποίος για να τη σώσει «ομολογεί» στις ανακρίσεις πως είχαν σχέσεις, αλλά και για αιμομιξία με τον αδελφό της Λόρδο Ροσφόρ (Τζορτζ Μπoλέιν, υποκόμης Ρότσφορντ, στην πραγματικότητα). Παρά τις προσπάθειες της Τζοβάνα Σεϊμούρ να σώσει την Άννα ο βασιλιάς είναι αμετάπειστος: η Μπολένα δικάζεται -και για εσχάτη προδοσία- και, αφού συγχωρήσει το βασιλιά και την Σεϊμούρ την οποία ο Ενρίκο παντρεύεται, αποκεφαλίζεται στον Πύργο 

του Λονδίνου, όπως και ο αδελφός της και ο Σμέτον. Πάνω στο λιμπρέτο αυτό ο Ντονιτσέτι έχει γράψει μία ενδιαφέρουσα και ελκυστική όπερα, που, πάντως, δεν της λείπουν οι ευκολίες. Ο σκηνοθέτης Θέμελης Γλυνάτσης δεν θέλησε να παραμείνει στις συμβάσεις της. Βασικός σκοπός του, να περάσει έμμεσα
τό ιστορικό υπόστρωμά της. Το έχει κάνει με σύμβολα. Αλλά βαρυφόρτωσε την παράστασή του: αγάλματα που γκρεμίζονται, κρεμασμένα σφαχτάρια ελαφιών, αναπηρικά καροτσάκια, κρίσεις επιληψίας, ράφτρες σε ραπτομηχανές, ξηλωμένα μανίκια, αιωρούμενα κοστούμια σε κούκλες χωρίς κεφάλι, οι άνδρες χορωδοί που μένουν με τα εσώρουχα, μία μαριονέτα, που περνάει από χέρι σε χέρι, σημαίες, σημαιάκια, η Μπολένα με αγγλική σημαία που την πετάει χάμω
και υψώνει την αριστερή γροθιά της κλείνοντας την παράσταση και... και… και... Πράγματι, ένας κορεσμός σε σύμβολα που καλείται ο μέσος θεατής να αποκωδικοποιήσει. Εις μάτην -δύο φορές είδα την παράσταση και δεν τα κατάφερα. Έως και στο ηχητικό μέρος παρενέβη ο σκηνοθέτης. Μέσω της επιμέλειας ήχου από τον Θάνο Πολυμενέα- Λιοντήρη: ήχοι διαδηλώσεων, φωνές, λόγοι, σειρήνες, εκρήξεις... διακόπτουν τη μουσική του Ντονιτσέτι. Στο 

πλαίσιο του φετινού μότο της Λυρικής «Η όπερα του μέλλοντος από τη μήτρα του παρελθόντος» έχουν χρησιμοποιηθεί τα συγκλονιστικά πρωτότυπα κοστούμια του Νίκου Γεωργιάδη για το πρώτο ανέβασμα της «Άννα Μπολένα» από την Εθνική Λυρική Σκηνή, το 1976, αλλά «πειραγμένα», σε αναβίωση Νίκης Ψυχογιού και Θέμελη Γλυνάτση -πρόσωπα με κατάλευκο μακιγιάζ-μάσκα, άλλες μάσκες, περούκες που μπαίνουν και βγαίνουν,ντυσίματα-ξεντυσίματα επί σκηνής… Παρά τις καινοτομίες, πάντως, η σκηνοθεσία δεν μπόρεσε να αποφύγει εγγενή προβλήματα της όπερας -μετωπικά στησίματα χορωδίας και πρωταγωνιστών... Ομολογώ, βέβαια, πως όλα αυτά -τα πολλά και περιττά, επιμένω- έχουν οργανωθεί καλά σε μία υπερπαραγωγή, χορταστική και υψηλής αισθητικής. Τα σκηνικά του Άγγλου Λέσλι Τράβερς με την ξύλινη μινιατούρα
του παλατιού που αποσυναρμολογείται και που καταλήγει σε μακέτα κάπου στο βάθος, τις τεράστιες μεταλλικές σκαλωσιές και τα πατάρια που ανεβοκατεβαίνουν αθόρυβα, φωτισμένα άψογα από τον επίσης Άγγλο Χάουαρντ Χάντσον, και η «μαλακή» κινησιολογία της Κατερίνας Γεβετζή βοηθούν σε αυτό αποφασιστικά. Ο Καναδός -Κεμπέκ- αρχιμουσικός Ζακ Λακόμπ διευθύνει με σταθερό χέρι την ορχήστρα της ΕΛΣ -παρά τα κάποια σφάλματα που εντόπισα στην, ούτως ή άλλως, περίπου ευτελή εισαγωγή- και
έχει οδηγήσει καλά τη διανομή. Πολύ αποτελεσματική και η Χορωδία της ΕΛΣ που διευθύνει ο Αγαθάγγελος Γεωργακάτος. Η νεαρή σοπράνο Μαρία Κοσοβίτσα στον επώνυμο ρόλο δίνει ελπίδες για μία σπουδαία εξέλιξη. Έχει φωνή μεγάλης έκτασης και πολλών δυνατοτήτων που μπορεί, δουλεύοντας, να τις εξελίξει και αναπτύξει. Εκείνα που μου έλειψαν είναι η ιδιαίτερη «θερμοκρασία» -η φωνή να βγαίνει όχι από το λαρύγγι αλλά από τα σπλάχνα και να συγκινεί- και μία μεγαλύτερη εκφραστικότητα -η αλήθεια είναι πως η σκηνοθεσία έχει ζητήσει μία αποστασιοποίηση από
όλους. Πολύ καλή Σεϊμούρ η μέτζο Μιράντα Μακρυνιώτη, τα έβγαλε πολύ καλά πέρα φωνητικά και υποκριτικά. Ικανοποιητικός Βασιλιάς Ενρίκο ο μπάσος Πέτρος Μαγουλάς, ένοιωσα, όμως, ότι το κοστούμι του δεν το φοράει αλλά τον φοράει. Με τις δυνατότητές τους υπερασπίστηκαν τους ρόλους τους ο τενόρος Γιάννης Χριστόπουλος (Περσί), ο μπασοβαρύτονος Γιάννης Γιαννίσης (Ροσφόρ), η μέτζο Διαμάντη Κριτσωτάκη (Σμέτον) -εγκλωβισμένη σε ένα περίεργο κοστούμι- ενώ ξεχώρισα τον τενόρο Μάνο Κοκκώνη -έδωσε υπόσταση στον σύντομο ρόλο του Σερ Χέρβι. Μία παράσταση,
τελικά, ενδιαφέρουσα που δεν θα ενθουσιάσει, μάλλον, τους «ορθόδοξους» οπερόφιλους. Ως προς τη σκηνοθεσία, πάντως, απορώ πώς το μάθημα που έδωσε η Κέιτι Μίτσελ με την «Λουτσία ντι Λαμερμούρ» της -ευρήματα εκ των ένδον της όπερας και του λιμπρέτου και όχι «εξ ουρανού», που να καπελώνουν το έργο- δεν εισπράχθηκε... (Φωτογραφίες: 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 11, 12, 13, 14, 15 Γιάννης Αντώνογλου, 8, 9, 10 Ανδρέας Σιμόπουλος).
(Καλοφτιαγμένο και χορταστικό το -δίγλωσσο, ελληνικά και αγγλικά- έντυπο πρόγραμμα/βιβλίο της παράστασης -υπεύθυνη έκδοσης Σοφία Κομποτιάτη. Με δύσπεπτα, όμως, και δυσνόητα για τον απλό θεατή, στον οποίον υποτίθεται ότι απευθύνεται το πρόγραμμα, τα κείμενα του σκηνοθέτη και του επιμελητή ήχου).
Εθνική Λυρική Σκηνή / Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος», Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», 29 Μαρτίου και 2 Απριλίου 2026.
(Καλοφτιαγμένο και χορταστικό το -δίγλωσσο, ελληνικά και αγγλικά- έντυπο πρόγραμμα/βιβλίο της παράστασης -υπεύθυνη έκδοσης Σοφία Κομποτιάτη. Με δύσπεπτα, όμως, και δυσνόητα για τον απλό θεατή, στον οποίον υποτίθεται ότι απευθύνεται το πρόγραμμα, τα κείμενα του σκηνοθέτη και του επιμελητή ήχου).
Εθνική Λυρική Σκηνή / Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος», Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», 29 Μαρτίου και 2 Απριλίου 2026.













.jpg)












.jpg)
.jpg)