January 21, 2019

Στο Φτερό / «Πάρε με απάνου στα βουνά τι θα με φάει ο κάμπος»...


«Το δαχτυλίδι της μάνας» του Γιάννη Καμπύση / Σκηνοθεσία: Παύλος Παυλίδης. 



Ο Γιανάκης είναι ποιητής. Νέος -εικοσιπεντάχρονος-, ξεριζωμένος απ’ τα ψηλά βουνά της -τουρκοκρατούμενης τότε- Ηπείρου όπου ζούσε, κι απ’ το χωριό του, κυνηγημένος απ’ τους Τούρκους εξαιτίας κάποιων ποιημάτων που ’γραψε και που καθόλου φιλικά 

δεν τα χαν ’βρει…, έχει καταφύγει στην Ελλάδα -στον κάμπο. Που δεν του αρέσει. Κλεισμένος στο μπουντρούμι ενός τυπογραφείου όπου δούλευε για να ζήσει, μαράζωσε, κι ας υμνούσαν τα ποιήματα που δημοσίευε, νοσταλγώντας την πατρίδα του και τα βουνά. Σ’ ένα φτωχοκάλυβο ζει τώρα, άρρωστος, ανήμπορος, μέσα στη μαύρη φτώχεια, χωρίς ξύλα ν’ ανάψουν στο τζάκι μια φωτιά της 
προκοπής, με τη μάνα του, την Ζαχαρούλα, και το μικρότερο αδελφό του, τον Σωτήρη, με το ζόρι δεκαπεντάχρονο, στον οποίο βασίζονται να τους ζήσει γιατί πεινάνε, κρυφά ερωτευμένος με την Ερωφίλη, την όμορφη κόρη της γειτόνισσάς τους, της Κυριάκενας, που τ’ όνειρό του είναι να την κάνει γυναίκα του. Αλλά δε θα μπορέσει: ο Γιανάκης πεθαίνει. Και το ξέρει. Νύχτα παραμονής Χριστουγέννων, κρύο, αέρας, παγωνιά η φωτιά στο τζάκι αναιμική κι ο Σωτήρης γυρίζει 

σπίτι αργά με κάτι δεκαρούλες, ψωμί και λίγο γάλα για τον άρρωστο που κείτεται στο κρεβάτι του -έλεγε τα κάλαντα μαζί με κάποια άλλα παιδιά για να μαζέψουν λίγα λεφτά. Βάζουν τη μάνα να τους πει ένα παραμύθι που αγαπούν. Για τις τρεις Μοίρες που μοίραναν τη δικιά της μάνα -τη γιαγιά τους- όταν γεννήθηκε και 
της δώρισαν ένα πολύτιμο δαχτυλίδι μ’ εφτά διαμαντόπετρες, που φύλαξε την οικογένεια και της χάρισε καλή τύχη αλλά που θα ’ρθει -η κατάρα τους- να το πάρει η Νεράιδα του Βουνού, αν πάνε και το πουλήσουν. Κι η μάνα αυτό ετοιμάζεται να κάνει: να το πουλήσει. Χρειάζεται οπωσδήποτε χρήματα για τον άρρωστο και, με τη μεσολάβηση της Κυριάκενας, έχει βρει κάποια γυναίκα πλούσια 
που ’ναι διατεθειμένη να το αγοράσει και κάνει την καρδιά της πέτρα. Τα μεσάνυχτα, πριν αρχίσει η λειτουργία των Χριστουγέννων, πάει στην εκκλησία να τη βρει για να της το δώσει. Ο Γιανάκης που ψυχομαχάει, σε ονειροφαντασιά του ψάχνει και βρίσκει την Νεράιδα του Βουνού και της ζητάει να τον πάει στην κορφή την απάτητη που ονειρευόταν. Όταν η μάνα του γυρίζει απ’ την εκκλησία, αλαφιασμένη, γιατί ανακάλυψε πως έχει 
χάσει το δαχτυλίδι, τον βρίσκει να ξεψυχάει στην ποδιά της Ερωφίλης -όπως εκείνος το ονειρευόταν. Το κορίτσι, στη χούφτα του, βρίσκει το δαχτυλίδι που ’χε κυλήσει απ’ τον κόρφο της μάνας στο στρώμα του. Ο Γιάνης Καμπύσης στο «Δαχτυλίδι της μάνας» (1898), ένα μεγάλο μονόπρακτο, βαθύτατα επηρεασμένο απ’ την 

-εναντιωμένη στον κυρίαρχο ρομαντισμό- ανανεωτική λογοτεχνική Γενιά του 1880 και τον Γιάννη Ψυχάρη, ένα παραμυθόδραμα, όπου η πρόζα εναλλάσσεται με τον έμμετρο λόγο, γραμμένο στη δημοτική και -όσο ο συγγραφέας μπορεί- στην ηπειρώτικη ντοπιολαλιά, που αντλεί απ’ τη λαϊκή παράδοση, απ’ τα δημοτικά τραγούδια, απ’ τα λαϊκά παραμύθια αλλά είναι επηρεασμένο κι απ’ το συμβολισμό, έχει εμπνευστεί απ’ τη ζωή του ποιητή και πεζογράφου Κώστα Κρυστάλλη. Που ’χε πεθάνει από φυματίωση στα 26 του χρόνια, το 1894, όπως από φυματίωση, εφτά χρόνια 
αργότερα, το 1901, πέθανε κι ο ίδιος ο Καμπύσης, στα 29 του χρόνια -«πάρε με απάνου στα βουνά τι θα με φάει ο κάμπος» ειν’, άλλωστε, ένας στίχος του Κρυστάλλη, που ο Καμπύσης έχει χρησιμοποιήσει ως μότο στην πρώτη έκδοση του έργου. Έργο ήσσον αλλά με μια γλύκα, με μια τρυφερότητα, με μια αλήθεια συγκινητική, μ’ ένα τάξιμο σ’ ό,τι παραδοσιακό, με μια μουσικότητα που αντλεί απ’ τα δημοτικά τραγούδια, «Το δαχτυλίδι της μάνας» έγινε -σε δραματουργία Παύλου Παυλίδη και Αθηνάς Σακαλή που περιέκοψαν το κείμενο κι έκαναν αλλαγές (ακόμα και στο φινάλε -ο Γιανάκης δεν πεθαίνει, συνεχίζει την πορεία
του  προς την κορφή την απάτητη) αλλά με προσοχή, χωρίς να πειράξουν τη γλώσσα και το άρωμά του- εργαλείο της Ομάδας «C. for Circus» για μια παράσταση ζεστή και γεμάτη σωματικότητα κι ενέργεια. Πιστεύω πως η έξοχη «Γκόλφω» του Νίκου Καραθάνου, που με στοργή αγκάλιασε το δραματικό ειδύλλιο του Περεσιάδη, ήταν η έμπνευση για την παράσταση αυτή. Ο Παύλος Παυλίδης, που υπογράφει και τη σκηνοθεσία, έχει υιοθετήσει ή μετασχηματίσει πολλά απ’ τα γνωρίσματά της: μετωπικό στήσιμο, 
αντί για πατάρι στενόμακρος πάγκος που καταλήγει σανίδα τραμπάλας, πολλά ένθετα τραγούδια, περί έρωτος ιντερμέδια -όπου το πρόσθετο κείμενο για την αγάπη της Λένας Κιτσοπούλου αντικαθιστούν στίχοι από Λειβαδίτη μέχρι Σεφέρη-, τρεις ηθοποιοί για το ρόλο του Γιαννάκη...- αλλά, ομολογώ, δημιουργικά. Η έναρξη, ειδικά, με το πολυφωνικό δημοτικό τραγούδι -εξαιρετική η μουσική διδασκαλία της Βαλέριας Δημητριάδου, τα τραγούδια και γενικά το μουσικό μέρος, με τους ηθοποιούς να παίζουν όλα τα 

όργανα, είναι το βασικό ατού της παράστασης- σε συνεπαίρνει. Αλλά υπάρχουν κι άλλες πολύ δυνατές στιγμές -αυτά τα gestus, οι μικρές χειρονομίες, όπως τα στόματα που φράζονται, εξαιρετική ιδέα. Τα κοστούμια των Λίνας Σταυροπούλου και Τζίνας Ηλιοπούλου κι οι φωτισμοί της Ιωάννας Ζέρβα που παίζει πολύ κι επιτυχώς με τα σκοτάδια βοηθούν αποτελεσματικά. Οι ηθοποιοί -Παναγιώτης Γαβρέλας, Αθανασία Κουρκάκη, Ειρήνη Μακρή, Νικόλας Παπαδομιχελάκης, Νατάσα Ρουστάνη, Σπύρος Χατζηαγγελάκης- λειτουργούν ομαδικά μ’ αποτελεσματικότητα κι έχουν 


προσόντα αλλά εντόπισα κι επιμέρους αδυναμίες. Μόνο την Χρύσα Κοτταράκου ως Σωτήρη μπόρεσα να ξεχωρίσω. Μια παράσταση με θετικό πρόσημο, που καταφέρνει σ όλα τα επίπεδα -κείμενο, αισθητική, μουσική- να μπολιάσει ευδόκιμα την παράδοση με το 
μοντέρνο κι η οποία, αφού παίχτηκε ήδη σε δυο σεζόν, προβλέπω ότι θα επαναληφθεί (Φωτογραφίες: Νίκος Πανταζάρας). 

(Η παράσταση, δυστυχώς, δε διαθέτει έντυπο πρόγραμμα. Γνωρίζω την οικονομική δυσπραγία των νεανικών ομάδων αλλά μια φωτοτυπία, τουλάχιστον, με τη διανομή και τους συντελεστές, είναι απαραίτητη). 

Θέατρο «Tempus Verum / Εν Αθήναις», Ομάδα «C. for Circus», 15 Ιανουαρίου 2019.

January 20, 2019

Στο Φτερό / Πλήρης ισοπέδωση ή Λόγια, λόγια, λόγια...


«Τρεις αδερφές» του Αντόν Τσέχοφ / Σκηνοθεσία: Δημήτρης Ξανθόπουλος. 


Οι αδελφές Πρόζοροφ: Όλια, 28 χρόνων, καθηγήτρια γυμνασίου, Μάσα, 25 χρόνων, πιανίστα που δεν έκανε καριέρα, απ’ τα 18 της παντρεμένη με τον πολύ μεγαλύτερό της, επίσης καθηγητή γυμνασίου, ανόητο Κουλίγκιν -διδάσκει λατινικά -κι απογοητευμένη απ’ το γάμο της, Ιρίνα, 20 χρόνων. Κι ο αδελφός τους Αντρέι, ερωτευμένος με την «παρακατιανή» Νατάσα, πολλά υποσχόμενος επιστήμονας που οι αδελφές τους περιμένουν να γίνει καθηγητής στην Μόσχα. Όπου γεννήθηκαν και μεγάλωσαν αλλά, εδώ κι έντεκα χρόνια, λόγω της μετάθεσης του αξιωματικού 
πατέρα τους, βρέθηκαν κι ακόμα ζουν σε κάποια πληκτική επαρχιακή πόλη της Ροσικής Αυτοκρατορίας, αρχή του 20ου αιώνα. Τ’ όνειρό τους -και, κυρίως, της Ιρίνα-, να επιστρέψουν στην Μόσχα. Το έργο αρχίζει στις 5 Μαΐου, της Αγίας Ειρήνης, οπότε κι η ονομαστική γιορτή της Ιρίνα αλλά κι η πρώτη επέτειος του θανάτου του, στρατηγού πια, τότε, πατέρα τους -η μητέρα τους έχει πεθάνει πολύ νωρίτερα. Τις συντροφεύουν αξιωματικοί της πυροβολαρχίας που ναι στρατοπεδευμένη στην πόλη τους: ο εξηντάρης στρατιωτικός 
γιατρός Τσεμπουτίκιν, συχνά μεθυσμένος, που ταν ερωτευμένος με τη μητέρα τους και ζει στον κάτω όροφο του σπιτιού τους, ο νεοφερμένος, απ’ την Μόσχα, στη θέση του διοικητή της πυροβολαρχίας, συνταγματάρχης Βερσίνιν, στα σαράντα τρία, παντρεμένος με μια μισότρελη γυναίκα που κάθε τόσο κάνει απόπειρες αυτοκτονίας -κι άλλος αποτυχημένος γάμος- και με δυο παιδιά, ο οποίος θυμάται τις τρεις αδελφές απ’ την εποχή που ταν κοριτσάκια στην Μόσχα, ο υπολοχαγός βαρόνος Τούζενμπαχ κι ο περίεργος, επιθετικός, προσβλητικός λοχαγός Σαλιόνι που ειν’ ερωτευμένοι και οι δυο με την Ιρίνα, ο ανθυπολοχαγός Φεντότικ που του αρέσει πολύ να τους φωτογραφίζει συνέχεια... Μέσα στις τέσσερις πράξεις και στα τρία και κάτι χρόνια που μεσολαβούν η Όλια θα ’χει γίνει -που δεν το ’θελε- διευθύντρια στο γυμνάσιο, η Μάσα κι ο Βερσίνιν θα ’χουν ερωτευτεί και θα ’χουν δημιουργήσει σχέση με τη σιωπηλή ανοχή του Κουλίγκιν, η Ιρίνα, αφού περάσει ως εργαζόμενη απ’ το 
τηλεγραφείο, θα σπουδάσει δασκάλα και θα ετοιμάζεται να διοριστεί ενώ έχει δεχτεί να παντρευτεί τον Τούζενμπαχ που τον εκτιμάει αλλά δεν τον αγαπάει κι ο οποίος παραιτείται απ’ το στρατό για να εργαστεί σε κάποιο κεραμοποιείο, ο Αντρέι θα ’χει παντρευτεί την Νατάσα που τον έχει του χεριού της -και τρίτος αποτυχημένος γάμος-, θα ’χουν αποκτήσει δυο παιδιά, τ’ όνειρο να γίνει καθηγητής θα ’χει σβήσει κι ο Προζόροφ θα ’χει κατακαθίσει σε γραμματέα του Επαρχιακού Συμβουλίου, η Νατάσα θα ’χει εραστή τον πρόεδρο του Συμβουλίου Προτοπόποφ και θα ’χει εξελιχθεί σε απόλυτο
δυνάστη του σπιτιού περιορίζοντας σταδιακά κι εκτοπίζοντας τις τρεις κουνιάδες της -η Όλια, πια, μένει στο γυμνάσιο μαζί με την Ανφίσα, τη γριά παλιά παραμάνα που η Νατάσα απεχθάνεται. Κι ενώ οι τρεις αδελφές έχουν πια συνειδητοποιήσει ότι ποτέ δε θα επιστρέψουν στην Μόσχα, όπως ονειρεύονταν, αλλά θα βαλτώσουν για τα καλά στην πλήξη της επαρχίας τους, η πυροβολαρχία, άρα κι οι φίλοι τους, εγκαταλείπουν την πόλη, ο Βερσίνιν αναγκαστικά χωρίζει απ’ την Μάσα κι ο Σαλιόνι που ’χει προκαλέσει τον Τούζενμπαχ σε μονομαχία τον σκοτώνει την παραμονή του γάμου του με την Ιρίνα. Στις «Τρεις αδελφές» (1901) του Αντόν Τσέχοφ, έργο που 


σημάδεψε το γύρισμα απ’ τον 19ο στον 20ο αιώνα, απ’ τα κορυφαία του θεάτρου, αξεπέραστο και μ’ αξιοθαύμαστη αντοχή στο χρόνο, ο γιατρός-συγγραφέας ανατέμνει την ανθρώπινη ψυχή και την ανθρώπινη κοινωνία μέσα από πρόσωπα και συνθήκες της εποχής του. Και τα καθημερινά, τα ασήμαντα, τα τιποτένια που βάζει στο στόμα των προσώπων του συνιστούν μια υπόκωφη 

ποίηση και μια μουσική δωματίου. Κάτω από μια επιφάνεια βαλτωμένη, οι, κάθε τόσο, μικρές ρωγμές και μικρές εκρήξεις αποκαλύπτουν ένα ηφαίστειο που κοχλάζει από κάτω χωρίς ποτέ να εκρήγνυται. Ο Τσέχοφ βλέπει τους ήρωές του -που μόνον ήρωες δεν είναι-, με χιούμορ, με κατανόηση, μ’ αγάπη, αναγνωρίζοντας 
και αποδεχόμενος τις αδυναμίες τους που ’ναι οι αδυναμίες μας. Για τους ανθρώπους αυτούς, για τα ανθρωπάκια αυτά, ακόμα και για τα χειρότερα, ακόμα και για τα πιο ανόητα, στοργή αισθανόμαστε, αισθανόμαστε συμπόνια. Οι «Τρεις αδελφές», όπως και τα τέσσερα ώριμα έργα της ωριμότητάς του -τέσσερις παραλλαγές, αλλά παραλλαγές αριστουργηματικές, στο ίδιο θέμα-, ειν’ έργα εξαιρετικά ντελικάτα. Άτυχοι σκηνοθετικοί χειρισμοί, μικρές μετατοπίσεις απ’ τον 
κυρίως άξονά τους, αδυναμία του σκηνοθέτη ν’ ακούσει και ν’ ανασύρει απ’ το τσεχοφικό «τίποτα» την ποίηση και την αλήθεια μπορούν ν’ αποβούν μοιραία μετατρέποντάς τα σ’ έργα φλύαρα, πληκτικά, θεατρικές κατασκευές με βαρετές ασημαντολογίες -οδηγώντας στο τίποτα. Ο Δημήτρης Ξανθόπουλος που υπογράφει 

τη σκηνοθεσία, κατά τη γνώμη μου, στην παγίδα αυτή έπεσε. Το πρόβλημα αρχίζει απ’ τη μετάφραση -την υπογράφουν ο Αλέξης Καλοφωλιάς κι ο σκηνοθέτης: καθημερινή, σχεδόν αγοραία, δε διασώζει τίποτα απ’ τη μουσικότητα και την ποίηση του τσεχοφικού λόγου. Οδηγούμενος απ’ τη μετάφραση αυτή ο σκηνοθέτης ανέβασε το έργο εκτός της εποχής του, κατ’ αρχάς ρεαλιστικά προχωρώντας προοδευτικά σ’ ένα στιλιζάρισμα που καταλήγει, στην τέταρτη πράξη, σε μια εικόνα νεκροζώντανων. Δε θα ’χα αντίρρηση για την άποψη αυτή -η πλήξη, η παρακμή είναι 
μέσα τους κι η Μόσχα σε τίποτα δε θα τους άλλαζε. Το θέμα είναι η υλοποίηση της άποψης. Έβλεπα κι άκουγα τους ηθοποιούς του να εκφωνούν μηχανικά, ψυχρά το κείμενο, να χτυπούν -μέσα απ’ τις περιττές κι ενοχλητικές ψείρες-μικρόφωνα- τις λέξεις καμπανιστά, χωρίς νόημα, χωρίς χιούμορ, χωρίς συναίσθημα -λόγια, λόγια, λόγια... Όλοι διαρκώς επί σκηνής, πράγμα που δημιουργεί κάποτε σύγχυση, περιφερόμενοι άσκοπα κι άστοχα (επιμέλεια κίνησης Βάσω Γιαννακοπούλου), με ρυθμούς αργούς αλλά όχι ουσιαστικούς, με παύσεις -τις τόσο σημαντικές στον Τσέχοφ- καταστροφικά κενές. Και με κάποια ευρήματα εντελώς περιττά -ο μονόλογος της Ιρίνα για τη γυναίκα που πήγε στο τηλεγραφείο για να τηλεγραφήσει το θάνατο του γιου της, απ’ τις πιο σπαρακτικές στιγμές στην εργογραφία του Τσέχοφ, εγκληματικά αποδίδεται με την Ιρίνα να 


χοροπηδάει σε τραμπολίνο. Μια πλήρης ισοπέδωση. Αυτό εισέπραξα. Μια άνευρη, σχεδόν ερασιτεχνική, σχεδόν σχολική παράσταση. Αν, όμως, κάτι δεν πάει καλά, μερικές φορές, όλα δεν πάνε καλά. Η πολυδιασπασμένη φέτος Ελένη Μανωλοπούλου σχεδίασε ένα, φωτισμένο ικανοποιητικά απ’ τον Τάσο Παλαιορούτα, σκηνικό -πέντε, το ’να πίσω απ’ τ’ άλλο, παράλληλα προς την μπούκα, πλαίσια, με διάσπαρτα αναμμένα μικρά λαμπάκια, που περιβάλλουν τη σκηνή ως σκηνή βαριετέ, λαμπάκια τα οποία προοδευτικά σβήνουν ενώ, στην τέταρτη πράξη, τα πλαίσια αποσύρονται, κι ένας τοίχος-ζωγραφιστή βιβλιοθήκη, με μετασχηματισμένο σε ρολόι τοίχου το επιτραπέζιο, στο έργο, ρολόι της μητέρας των τριών αδελφών που το σπάζει ο μεθυσμένος Τσεμπουτίκιν (άλλη άχαρη σκηνή)-, σκηνικό το οποίο ούτε με το έργο ούτε με την παράσταση βρήκα να συνδέεται. Για να μη μιλήσω για τα μίζερα, ημιμοντέρνα κοστούμια, της Ελένης Μανωλοπούλου επίσης, με κορωνίδα την πράσινη ζώνη της Νατάσας πάνω απ’ το ανασηκωμένο καφέ παλτό, πάνω απ’ το πράσινο φόρεμα, όπου η ενδυματολόγος φαίνεται να πήρε κατά κυριολεξία τα λεγόμενα στο κείμενο για την κακογουστιά της
Νατάσας. Ενδιαφέρουσες οι διακριτικές μουσικές του Αλέξη Καλοφωλιά αλλά επιμένω, πάντα, πως κάθε μουσική είναι περιττή στις παραστάσεις Τσέχοφ, του οποίου τα έργα ενέχουν τη μουσική. Αρκεί να την ανακαλύψει ο σκηνοθέτης. Ο Δημήτρης Ξανθόπουλος δεν τα ’χει πάει, πιστεύω, καλά και στη διανομή. Δεν κατάλαβα γιατί οι γέροι του έργου να παίζονται από νέους: ο πανικός της ογδοντάχρονης Ανφίσα στην τρίτη πράξη, ότι θα τη διώξουν, πώς να πείσει, όταν το ρόλο παίζει μια ηθοποιός με τουλάχιστον τα μισά της χρόνια; Δεν κατάλαβα, επίσης, γιατί οι ρόλοι της Όλια και της Ιρίνα ν’ ανατεθούν σ’ ερασιτέχνιδες ηθοποιούς -η ανομοιογένεια είναι αισθητή. Πέραν αυτού, οι ηθοποιοί, οδηγημένοι σε μια αποδραματοποιημένη, στεγνή εκφορά του λόγου, εν είδει αναλογίου, εξαφανίζονται -σ’ ένα έργο όπου κι οι πιο μικροί, οι πιο ασήμαντοι ρόλοι έχουν γερό υπόστρωμα-, αν και ιδιαίτερα ταλαντούχοι μερικοί απ’ αυτούς, όπως ο Γιώργος Φριντζήλας που χειρονομεί αμήχανα, ο Άρης Μπαλλής, ο Αντώνης Μυριαγκός. Ο Άρης Αρμαγανίδης, άχρωμος, άοσμος, άγευστος Αντρέι, η Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου κι ο Βασίλης Καραμπούλας αφήνουν, κακά οδηγημένοι, ανεκμετάλλευτους τους πιο ερεθιστικούς, κατά τη γνώμη μου, ρόλους του έργου, την Νατάσα -γιατί να δείχνει χυδαία και μάλιστα στον τρόπο που κάθεται; Γιατί 
αυτό να μη βγαίνει από μέσα της;- και τον Κουλίγκιν -ο μονόλογος «Ut consecutivum» πάει άπατος-, ο Γιώργος Βαλαής, ο Γιώργος Στάμος, ο Θοδωρής Σκυφτούλης, η Νικολίτσα Ντρίζη αμήχανοι. Απ’ τις δυο ερασιτέχνιδες, η Όλια της Μαντώς Γιαννίκου κάπως τα καταφέρνει ενώ η Ιρίνα της Καλλιόπης Κανελλοπούλου-Στάμου έχει ψυχή αλλά πάσχει στην κίνησή της, με τα σα βιδωμένα, αγκυλωμένα χεράκια της, σφιγμένα σε γροθίτσες. Σ’ ένα ρόλο που δεν της ταιριάζει, της Μάσα, η Αγγελική Παπαθεμελή, ηθοποιός σπουδαία, χωρίς να εναντιωθεί στη σκηνοθεσία, ειν’ η μόνη που διασώζεται, η μόνη που υπάρχει στη σκηνή. Μια παράσταση απογοητευτική (Φωτογραφίες: Σταύρος Χαμπάκης).

(Το -δωρεάν και κατά ένα μέρος δίγλωσσο- έντυπο πρόγραμμα της παράστασης, συμπαθητικό. Αναρωτήθηκα μόνο ποιον αφορά το κείμενο «Κάτι από τις πρόβες» της Υπεύθυνης Δραματουργίας της «Στέγης» Ιλειάνας Δημάδη. Έξοχες οι καρτολίνες που εκδόθηκαν για την παράσταση, με τις υπέροχες φωτογραφίες στην «καταχνιά» του σκηνοθέτη και των ηθοποιών απ’ τον Nikolay Biryukov).

«Στέγη» του Ιδρύματος Ωνάση / Κεντρική Σκηνή, 18 Ιανουαρίου 2018.

January 16, 2019

Στο Φτερό / Χορεύοντας με τη λύκαινα ή Θεατρίνα ολκής


«Έξι μαθήματα χορού σε έξι βδομάδες» του Ρίτσαρντ Αλφιέρι / Σκηνοθεσία: Δημοσθένης Παπαδόπουλος 


Εκείνη: Λίλι Χάρισον. Ετών 65, σύζυγος κληρικού, συνταξιούχος εκπαιδευτικός -κάπου στην Φλόριντα. Ζητάει από εξειδικευμένο γραφείο ένα δάσκαλο χορού: έξι μαθήματα, ένα κάθε βδομάδα, όταν θα λείπει ο σύζυγός της απ’ το σπίτι. Εκείνος: Μάικλ Μινέτι.
Αρκετά νεότερος, παντρεμένος με μια κτηνίατρο, πρώην χορευτής, που ξεκινάει καριέρα χοροδιδάσκαλου. Έτσι συστήνονται. Το πρώτο μάθημα δεν πάει καλά. Εκείνη, ανασφαλής, ψυχρή, αντιπαθητική, στεγνή, ξινή, τον αντιμετωπίζει αφ’ υψηλού, σχεδόν επιθετικά -λύκαινα!-, εκείνος, μυγιάγγιχτος, γίνεται επιθετικότερος και την αφήνει εμβρόντητη με τις βρισιές που της εκτοξεύει. Η
Λίλι αποπειράται να καλέσει το γραφείο για ν’ ακυρώσει τα μαθήματα. Δεν την αφήνει -της ζητάει συγγνώμη και την παρακαλάει να συνεχίσουν γιατί έχει ανάγκη τα λεφτά αυτά. Θα την πείσει. Τα μαθήματα θα συνεχιστούν. Στο δεύτερο, δεύτερη σύγκρουση. Η Λίλη έχει ερευνήσει: η γυναίκα του δεν είναι κτηνίατρος. Δεν έχει καν γυναίκα. Ειν’ αλήθεια. Της 

αποκαλύπτει ότι είναι ομοφυλόφιλος αλλά της το ’κρυψε, ότι γύρισε απ’ την Νέα Ιόρκη όπου ζούσε και δούλευε για να σταθεί, μέχρι το τέλος, στη μάνα του που ’παθε Αλτσχάιμερ, ότι έχει 

μεγαλώσει και δε βρίσκει πια δουλειά στο Μπρόντγουέι, ότι έχει περάσει δια πυρός και σιδήρου, ότι έχει ζήσει δύσκολες σχέσεις, ότι ο τελευταίος σύντροφός του έχει πεθάνει κι ότι είναι πια μόνος. Της έλεγε, δηλαδή, ψέματα. Αλλά κι εκείνη ψέματα του ’λεγε. Μόνη κι εκείνη είναι. Σύζυγος που «λείπει για λίγο απ’ το σπίτι»
δεν  υπάρχει. Έχει πεθάνει πριν από έξι χρόνια. Χήρα είναι. Αλλά το κρύβει απ’ τους ξένους, ακόμα και στην πολυκατοικία της, για να αισθάνεται ασφαλής, καθώς πιστεύουν ότι πίσω της υπάρχει κάποιος άντρας που την προφυλάσσει. Έρχονται ισοπαλία στα ψέματα. Γι αυτό θα γίνουν φίλοι. Του εξομολογείται, στη διάρκεια των υπόλοιπων μαθημάτων, ότι, πριν από 25 χρόνια, έχει χάσει και μια εικοσάχρονη μοναχοκόρη από επιπλοκές σε έκτρωση που αναγκάστηκε να κάνει το κορίτσι, εξαιτίας της σκληρότητας με την οποία ο πατέρας της την αντιμετώπισε όταν, ανύπαντρη, έμεινε έγκυος. Σκληρότητα στην οποία κι η ίδια η μάνα της τον ακολούθησε -έχει τύψεις. Του εξομολογείται πως μετά το θάνατο της κόρης τους απομακρύνθηκε 

ψυχικά απ’ τον άντρα της -έτσι κι αλλιώς δεν ήταν ευτυχισμένος ο γάμος τους, την καταπίεζε- και, για να μην τρελαθεί, πήγε τότε να σπουδάσει λογοτεχνία και, στη συνέχεια, να γίνει καθηγήτρια. Της δείχνει το σουίνγκ, της 
δείχνει το τάνγκο, της δείχνει το βαλς, το φοξτρότ, το τσάτσα, το κομέρσιαλ -τον ελεύθερο, μοντέρνο χορό. Ένα χορό σε καθένα απ’ τα έξι μαθήματα. Εκείνη αποδεικνύεται τόσο καλή, που τον βάζει κάτω: δεν ήθελε μαθήματα και δάσκαλο, παρτνέρ ήθελε. Και παρέα. Ο Μάικλ την παίρνει σ’ ένα πάρτι. Περνούν πολύ καλά. Πάει μαζί της και στην κηδεία της μόνης φίλης που ’χε, της γκρινιάρας Ίντα, η οποία έμενε έναν όροφο πιο κάτω και, σε κάθε μάθημα χορού, την έπαιρνε τηλέφωνο να παραπονεθεί για το 
θόρυβο της μουσικής και των βημάτων τους. Στο τελευταίο μάθημα ο Μάικλ μαθαίνει και κάτι ακόμα που του ’κρυψε η Λίλι: έχει καρκίνο, είναι στο τελευταίο στάδιο και κάνει ακτινοβολίες. Θα της σταθεί. Κι εκείνη δε διστάζει να του προξενέψει το γιο της Ίντα, τον οποίο ο Μάικλ συνάντησε στην κηδεία και που προφανώς είναι γκέι -θέλει να του βρει ένα σύντροφο. Αυτά τα δυο τόσο 

μόνα, τόσο μοναχικά, τόσο πληγωμένα αλλά και τόσο διαφορετικά πλάσματα πλησιάζονται και δένονται με μια φιλία, με μια συντροφικότητα που, ίσως, και να ’ναι κάτι περισσότερο. Ο Αμερικανός Ρίτσαρντ Αλφιέρι, με το «Έξι μαθήματα χορού σε έξι βδομάδες» (2001), έχει γράψει ένα τρυφερό, συγκινητικό, με χιούμορ θεατρικό κομμάτι για δυο, μια δραματική κομεντί που δεν είναι μεγάλο θέατρο, είναι φτιαγμένο πάνω στην αμερικάνικη συνταγή απεύθυνσης στο ευρύ κοινό αλλά εκπέμπει μια ανθρωπιά και μια ζεστασιά -συνειρμικά με παρέπεμψε στο «Χάρολντ και Μοντ» του Κόλιν Χίγκινς. Ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος έπιασε στα σκηνοθετικά χέρια του, 
στη σωστή μετάφραση του Αντώνη Γαλέου, το τρυφερό έργο και το ανέδειξε: οι ρυθμοί του, τα εξαιρετικά βίντεο-ιντερμέδια που ’χει σκηνοθετήσει ο Αλέξανδρος Παπαθανασόπουλος και που οργανικά συνδέουν τις σκηνές χωρίς ποτέ ν’ αφήνουν την αίσθηση του περιττού, το χιούμορ που εμποτίζει το δραματικό -τελικά- υπόβαθρο του κειμένου, οι χορογραφίες του Μέμου Ρούσσου έχουν οδηγήσει σ’ ένα εύφορο παραστασιακό
αποτέλεσμα που σε κρατάει. Να υπογραμμίσω και τη μουσική επένδυση  της παράστασης -που κανείς δεν υπογράφει, άρα στο σκηνοθέτη την αποδίδω: σπάνια έχω συναντήσει ένα τόσο επιτυχημένο αποτέλεσμα -ειδικά στη χρήση του «Les Feuilles Mortes» του Ζοζέφ Κοσμά, σε διάφορες παραλλαγές του, με λόγια ή και χωρίς λόγια, ως λάιτ μοτίφ. Στα μείον, η σκηνογραφία του Γιάννη Μουρίκη: καλαίσθητη, σωστή, τα τρία κομμάτια -πόρτα κι έπιπλα- άψογα αλλά με τις μεγάλες λευκές επιφάνειες των «τοίχων» σε μια τόσο μεγάλη σκηνή, αφήνει μια ψυχρή εντύπωση, όσο κι αν ο Νίκος Βλασόπουλος προσπαθεί να την απαλύνει με τους φωτισμούς του, θαλάμου νοσοκομείου. Τόσο που η ατάκα του Μάικλ «πολύ ωραίο διαμέρισμα» να προσλαμβάνεται ειρωνικά. Ίσως η επιλογή μιας μικρότερης, πιο συμμαζεμένης, πιο ατμοσφαιρικής σκηνής -του δίδυμου «Ιλίσια/Βολανάκης», για παράδειγμα- θα ’ταν πιο σωστή για το συγκεκριμένο έργο. Έξοχα τα ρούχα (ενδυματολογία Γιωργίνα Γερμανού) που φοράει η Ναταλία Τσαλίκη, η οποία τα αναδεικνύει στο υπέροχο, σπαθάτο κορμί της αλλά λίγο δύσκολα πείστηκα ότι θα τα φορούσε μια 65χρονη χήρα κληρικού και συνταξιούχος εκπαιδευτικός. Πάντως αυτά είναι πταίσματα μπροστά στις ερμηνείες. Διότι στα έργα αυτά το παν είναι οι 


ηθοποιοί. Ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος ερμηνεύει με χιούμορ κι ενέργεια τον Μινέτι, έστω κι αν δεν είναι τόσο ευλύγιστος όσο περιμένουμε από
έναν πρώην χορευτή που ναι ο ρόλος. Η παράσταση, όμως, ανήκει στην Ναταλία Τσαλίκη: μετατρέπει σοφά και καθηλωτικά, από «μάθημα» σε «μάθημα», αυτή την ξινή, αντιπαθητική, σχολαστική γυναίκα σ’ ένα ζεστό, ανθρώπινο πλάσμα που κρύβει τον πόνο 
του,   σωματοποιώντας εξαιρετικά τη βαθμιαία κατάρρευση της Λίλι παράλληλα με το ψυχικό άνοιγμά της. Φωνή, υπέροχη κίνηση, βλέμματα που μιλούν, μια ηθοποιός που ξέρει ν’ ακούει το συμπαίκτη της και να ’χει αυτοέλεγχο. Κι όλα αυτά ποτισμένα, υπονομευμένα με χιούμορ -διότι η Ναταλία Τσαλίκη είναι κι έξοχη κομεντιέν- στις σωστές δόσεις. Μια θεατρίνα πρώτης τάξεως! Και μια ερμηνεία που δεν πρέπει να τη χάσετε, σε μια καλή παράσταση (Φωτογραφίες: Αγγλική Κοκκοβέ).

(Έντυπο πρόγραμμα, δυστυχώς, δεν υπάρχει).

Θέατρο «Ιλίσια», 13 Ιανουαρίου 2019.