April 5, 2026

Στο Φτερό / Ντονιτσέτι βαρυφορτωμένος

 
«Άννα Μπολένα» του Γκαετάνο Ντονιτσέτι, λιμπρέτο (Πιντεμόντε, Πέπολι) Φελίτσε Ρομάνι / Μουσική διεύθυνση: Ζακ Λακόμπ. Σκηνοθεσία: Θέμελης Γλυνάτσης.
 



Ο Ερίκος Η΄ (1491-1547) της Αγγλίας (βασίλεψε 1509-1547) -Ενρίκο στην όπερα του Ντονιτσέτι- έχει αποπέμψει την πρώτη σύζυγό του Αικατερίνη της Αραγονίας. Όταν ο Πάπας αρνήθηκε να ακυρώσει τον γάμο τους, ο Ερίκος, προκλητικά, τον αγνόησε, αυτονόμησε την Εκκλησία της Αγγλίας από την Ρομεοκαθολική Εκκλησία θέτοντας εαυτόν -και τον εκάστοτε 
άγγλο βασιλέα- Ανώτατο Κυβερνήτη της, προχώρησε στην Αγγλική Μεταρρύθμιση, ακύρωσε το γάμο και παντρεύτηκε την Αν Μπολέϊν (Άνα Μπολένα στην όπερα), κυρία επί των τιμών της βασίλισας Αικατερίνης, την οποία πολιορκούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο νέος του γάμος, όμως, με το ζόρι, κράτησε τρία χρόνια. Ότι η Άννα δεν του χάρισε, όπως και η Αικατερίνη, το 

διάδοχο που επιθυμούσε αλλά μία κόρη, την κατοπινή Ελισάβετ Α΄, ήταν ένας από τους λόγους, όπως και η σχέση  που ο μουρντάρης βασιλιάς δημιούργησε με την Τζέιν Σίμορ (Τζοβάνα Σεϊμούρ στην όπερα), επίσης κυρία επί των τιμών αλλά της νέας βασίλισσας. Το λιμπρέτο που έγραψε ο ιταλός ποιητής Φελίτσε Ρομάνι -αντλώντας από τα ιταλικά έργα «Άννα Μπολένα» (1788) του Αλεσάντρο 

Πέπολι και «Ερρίκος Η΄ ή Άννα Μπολένα» (1816) του Ιπόλιτο Πιντεμόντε- για την όπερα -«λυρική τραγωδία»- (1830) του Γκαετάνο Ντονιτσέτι «Άννα Μπολένα» η οποία θεωρείται το πρώτο ώριμο έργο του ιταλού συνθέτη, με την περίοδο αυτή, της πτώσης της Άννας, ασχολείται. Αφήνοντας κατά μέρος τα ιστορικά στοιχεία ρίχνει το βάρος, ως γνήσιο μελόδραμα του μπελκάντο, στις ερωτικές ίντριγκες αγιοποιώντας την. Για να απαλλαγεί από την Άννα, ο 

βασιλιάς δολοπλοκεί. Επαναφέρει από την εξορία τον Λόρδο Ρικάρντο Περσί (στην πραγματικότητα Χένρι Πέρσι, 6ος κόμης του Νορθάμπερλαντ), πρώτο έρωτά της, πριν γνωρίσει τον Ενρίκο, και, άλλοτε, μυστικό μνηστήρα της, ο οποίος συναντά την Άννα και της ομολογεί τον άσβεστο έρωτά του αλλά εκείνη τον αποκρούει, και τους κατηγορεί για μοιχεία, όπως κατηγορεί την Άννα και για μοιχεία με το μουσικό Σμέτον (Μαρκ Σμίτον στην 
πραγματικότητα), όντως ερωτευμένο με την Άννα, ο οποίος για να τη σώσει «ομολογεί» στις ανακρίσεις πως είχαν σχέσεις, αλλά και για αιμομιξία με τον αδελφό της Λόρδο Ροσφόρ (Τζορτζ Μπoλέιν, υποκόμης Ρότσφορντ, στην πραγματικότητα). Παρά τις προσπάθειες της Τζοβάνα Σεϊμούρ να σώσει την Άννα ο βασιλιάς είναι αμετάπειστος: η Μπολένα δικάζεται -και για εσχάτη προδοσία- και, αφού συγχωρήσει το βασιλιά και την Σεϊμούρ την οποία ο Ενρίκο παντρεύεται, αποκεφαλίζεται στον Πύργο 
του  Λονδίνου, όπως και ο αδελφός της και ο Σμέτον. Πάνω στο λιμπρέτο αυτό ο Ντονιτσέτι έχει γράψει μία ενδιαφέρουσα και ελκυστική όπερα, που, πάντως, δεν της λείπουν οι ευκολίες. Ο σκηνοθέτης Θέμελης Γλυνάτσης δεν θέλησε να παραμείνει στις συμβάσεις της. Βασικός σκοπός του, να περάσει έμμεσα 

τό ιστορικό υπόστρωμά της. Το έχει κάνει με σύμβολα. Αλλά βαρυφόρτωσε την παράστασή του: αγάλματα που γκρεμίζονται, κρεμασμένα σφαχτάρια ελαφιών, αναπηρικά καροτσάκια, κρίσεις επιληψίας, ράφτρες σε ραπτομηχανές, ξηλωμένα μανίκια, αιωρούμενα κοστούμια σε κούκλες χωρίς κεφάλι, οι άνδρες χορωδοί που μένουν με τα εσώρουχα, μία μαριονέτα, που περνάει από χέρι σε χέρι, σημαίες, σημαιάκια, η Μπολένα με αγγλική σημαία που την πετάει χάμω 

και υψώνει την αριστερή γροθιά της κλείνοντας την παράσταση και... και… και... Πράγματι, ένας κορεσμός σε σύμβολα που καλείται ο μέσος θεατής να αποκωδικοποιήσει. Εις μάτην -δύο φορές είδα την παράσταση και δεν τα κατάφερα. Έως και στο ηχητικό μέρος παρενέβη ο σκηνοθέτης. Μέσω της επιμέλειας ήχου από τον Θάνο Πολυμενέα- Λιοντήρη: ήχοι διαδηλώσεων, φωνές, λόγοι, σειρήνες, εκρήξεις... διακόπτουν τη μουσική του Ντονιτσέτι. Στο 
πλαίσιο του φετινού μότο της Λυρικής «Η όπερα του μέλλοντος από τη μήτρα του παρελθόντος» έχουν χρησιμοποιηθεί τα συγκλονιστικά πρωτότυπα κοστούμια του Νίκου Γεωργιάδη για το πρώτο ανέβασμα της «Άννα Μπολένα» από την Εθνική Λυρική Σκηνή, το 1976, αλλά «πειραγμένα», σε αναβίωση Νίκης Ψυχογιού και Θέμελη Γλυνάτση -πρόσωπα με κατάλευκο μακιγιάζ-μάσκα, άλλες μάσκες, περούκες που μπαίνουν και βγαίνουν,
ντυσίματα-ξεντυσίματα επί σκηνής… Παρά τις καινοτομίες, πάντως, η σκηνοθεσία δεν μπόρεσε να αποφύγει εγγενή προβλήματα της όπερας -μετωπικά στησίματα χορωδίας και πρωταγωνιστών... Ομολογώ, βέβαια, πως όλα αυτά -τα πολλά και περιττά, επιμένω- έχουν οργανωθεί καλά σε μία υπερπαραγωγή, χορταστική και υψηλής αισθητικής. Τα σκηνικά του Άγγλου Λέσλι Τράβερς με την ξύλινη μινιατούρα 
του παλατιού που αποσυναρμολογείται και που καταλήγει σε μακέτα κάπου στο βάθος, τις τεράστιες μεταλλικές σκαλωσιές και τα πατάρια που ανεβοκατεβαίνουν αθόρυβα, φωτισμένα άψογα από τον επίσης Άγγλο Χάουαρντ Χάντσον, και η «μαλακή» κινησιολογία της Κατερίνας Γεβετζή βοηθούν σε αυτό αποφασιστικά. Ο Καναδός -Κεμπέκ- αρχιμουσικός Ζακ Λακόμπ διευθύνει με σταθερό χέρι την ορχήστρα της ΕΛΣ -παρά τα κάποια σφάλματα που εντόπισα στην, ούτως ή άλλως, περίπου ευτελή εισαγωγή- και 

έχει οδηγήσει καλά τη διανομή. Πολύ αποτελεσματική και η Χορωδία της ΕΛΣ που διευθύνει ο Αγαθάγγελος Γεωργακάτος. Η νεαρή σοπράνο Μαρία Κοσοβίτσα στον επώνυμο ρόλο δίνει ελπίδες για μία σπουδαία εξέλιξη. Έχει φωνή μεγάλης έκτασης και πολλών δυνατοτήτων που μπορεί, δουλεύοντας, να τις εξελίξει και αναπτύξει. Εκείνα που μου έλειψαν είναι η ιδιαίτερη «θερμοκρασία» -η φωνή να βγαίνει όχι από το λαρύγγι αλλά από τα σπλάχνα και να συγκινεί- και μία μεγαλύτερη εκφραστικότητα -η αλήθεια είναι πως η σκηνοθεσία έχει ζητήσει μία αποστασιοποίηση από 
όλους. Πολύ καλή Σεϊμούρ η μέτζο Μιράντα Μακρυνιώτη, τα έβγαλε πολύ καλά πέρα φωνητικά και υποκριτικά. Ικανοποιητικός Βασιλιάς Ενρίκο ο μπάσος Πέτρος Μαγουλάς, ένοιωσα, όμως, ότι το κοστούμι του δεν το φοράει αλλά τον φοράει. Με τις δυνατότητές τους υπερασπίστηκαν τους ρόλους τους ο τενόρος Γιάννης Χριστόπουλος (Περσί), ο μπασοβαρύτονος Γιάννης Γιαννίσης (Ροσφόρ), η μέτζο Διαμάντη Κριτσωτάκη (Σμέτον) -εγκλωβισμένη σε ένα περίεργο κοστούμι- ενώ ξεχώρισα τον τενόρο Μάνο Κοκκώνη -έδωσε υπόσταση στον σύντομο ρόλο του Σερ Χέρβι. Μία παράσταση,

τελικά, ενδιαφέρουσα που δεν  θα ενθουσιάσει, μάλλον, τους «ορθόδοξους» οπερόφιλους. Ως προς τη σκηνοθεσία, πάντως, απορώ πώς το μάθημα που έδωσε η Κέιτι Μίτσελ με την «Λουτσία ντι Λαμερμούρ» της -ευρήματα εκ των ένδον της όπερας και του λιμπρέτου και όχι «εξ ουρανού», που να καπελώνουν το έργο- δεν εισπράχθηκε... (Φωτογραφίες: 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 11, 12, 13, 14, 15 Γιάννης Αντώνογλου, 8, 9, 10 Ανδρέας Σιμόπουλος).

(Καλοφτιαγμένο και χορταστικό το -δίγλωσσο, ελληνικά και αγγλικά- έντυπο πρόγραμμα/βιβλίο της παράστασης -υπεύθυνη έκδοσης Σοφία Κομποτιάτη. Με δύσπεπτα, όμως, και δυσνόητα για τον απλό θεατή, στον οποίον υποτίθεται ότι απευθύνεται το πρόγραμμα, τα κείμενα του σκηνοθέτη και του επιμελητή ήχου).

Εθνική Λυρική Σκηνή / Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος», Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», 29 Μαρτίου και 2 Απριλίου 2026.

April 1, 2026

Η μαύρη Πίστη ξεσηκώνει

 

Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 274
 



Ήταν το φινάλε κι η κορωνίδα του W(omen) O(f the) W(orld) Athens 2026 που διοργάνωσε, για τέταρτη χρονιά, το «Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος», μια πολύ ενδιαφέρουσα φεστιβαλική διοργάνωση που εστιάζει σε ζητήματα έμφυλης ισότητας: η συναυλία της Imany (Ιμάνι) -Πίστη ή Ελπίδα σημαίνει στα σουαχίλι το καλλιτεχνικό όνομα που έχει διαλέξει-, στην Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος» της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο ΚΠΙΣΝ. Γεννημένη στην Νότια Γαλία, με καταγωγή απ’ τις Κομόρες -εξ ου και το σοκολατένιο της χρώμα-, η δημοφιλής αλλά και ακτιβίστρια Imany, που έχει πουλήσει χιλιάδες δίσκους, εμφανίστηκε, αρχικά, στη σκηνή, μόνη της -λευκό, φαρδύ, ριχτό, ανάερο, μακρύ φόρεμα, λευκά αθλητικά παπούτσια, τα μακριά μαλλιά της 

πιασμένα λοξά  πίσω, δυο χρυσοί κρίκοι στ’ αυτιά-, απάγγειλε στίχους, ένας προβολέας πίσω της έπεσε ξαφνικά πάνω μας και μας στράβωσε και στην οθόνη εμφανίστηκε η λέξη RAGE (οργή) που συμπληρώθηκε με τις λέξεις WOMEN DESERVE RAGE (Οι γυναίκες δικαιούνται οργή) -με κατακόκκινα γράμματα, ο τίτλος του πιο πρόσφατου (2025) άλμπουμ της- παραμένοντας το μότο της συναυλίας της, ενώ, σε λίγο, εμφανίστηκαν επί σκηνής κι οι έξι δεξιοτέχνες μουσικοί της που θα τη συνόδευαν. Τραγούδησε -στα αγγλικά-, με τους προβολείς να κάνουν τα παιχνίδια τους, δικά της τραγούδια, διασκευασμένα τραγούδια άλλων, με την κοντράλτο, χωρίς πολλές αποχρώσεις φωνή της, σε ύφος σόουλ, φολκ, μπλουζ αλλά -γιατί όχι;- και ποπ, αλώνισε τη σκηνή, κάθισε σ’ ένα ψηλό σκαμπό για να 

μας πει ένα τραγούδι μελαγχολικό, μας μίλησε -στα αγγλικά πάντα- για την πρώτη εμφάνισή της στην Αθήνα -αυτή ήταν η πέμπτη-, όταν, το 2011, είχε κυκλοφορήσει το πρώτο της άλμπουμ «The Shape of a Broken Heart» («Το σχήμα μιας ραγισμένης καρδιάς») και το τραγούδι της «You Will Never Know» («Δεν θα μάθεις ποτέ»), που έγινε τεράστια επιτυχία, ανακάλυψε ότι ήταν μεγάλη επιτυχία και στην Ελλάδα και, πριν το τραγουδήσει, συγκινήθηκε με την ανάμνηση, μίλησε για το διαζύγιό της που είναι στα σκαριά, μίλησε για τα δυο παιδάκια της, μίλησε στις γυναίκες, μίλησε για τους άντρες με χιούμορ και φαντασιώθηκε νεκρό έναν πρώην της, έλυσε τα μαλλιά της, μίλησε στο κοινό που όχι απλώς ενθουσιάστηκε αλλά, στο τέλος, όρθιο, τη χειροκροτούσε ρυθμικά -έχει fan club στην Ελλάδα η Imany. Και στο τέλος έφυγε, για να γυρίσει στη σκηνή μ’ ένα μαύρο παντελόνι κι ένα μαύρο tee shirt «I Am Who I Am», απ’

τον τίτλο του επιτυχημένου τραγουδιού του καινούργιου άλμπουμ της και να προσφέρει δυο ανκόρ: το παλαιό (1978) αλλά αθάνατο, πολύ ντίσκο  «I Will Survive» της Γκλόρια Γκέινορ και το περί ου ο λόγος δικό της «I Am Who I Am» («Είμαι αυτή που είμαι»), όπου διονυσιάστηκε επί σκηνής. Μια βραδιά επιτυχημένη. Που απ’ τα 80 προγραμματισμένα λεπτά κράτησε ένα γεμάτο δίωρο! (Φωτογραφίες: Μαρίζα Καψαμπέλη).

March 30, 2026

Γιοζεφίνε, η φωνάρα!

 

Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 273
 
Με κούρασε: «Γιοζεφίνε η αοιδός ή Ο λαός των ποντικιών». Το εκτεταμένο διήγημα (1924) του Φραντς Κάφκα, όπως παρουσιάστηκε, ως μουσικό θέατρο, στην «Εναλλακτική Σκηνή» της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, σε μουσική Χαράλαμπου Γωγιού. Δεν λείπουν τα γοητευτικά κομμάτια από τη μουσική -τα τραγούδια κυρίως-, ο σκηνοθέτης Σάββας Στρούμπος έχει στήσει μια παράσταση, στιλιζαρισμένη, με ενδιαφέροντα σημεία αλλά στατική, αισθητικά ελκυστικό το σκηνικό -η εγκατάσταση, μάλλον- της Κατερίνας Παπαγεωργίου, με τα κουτιά-«υποβολεία», καλοί ηθοποιοί, καλοί μουσικοί απ’ το «Ergon Ensemble» -έξοχο το σόλο του βιολιού απ’ τον Βασίλη Σούκα- αλλά το θεατρικά «δύσκαμπτο» κείμενο κι η μεγάλη διάρκεια -δυο ώρες- της παράστασης με κούρασαν. Θέλω, πάντως, να σταθώ στην Γιοζεφίνε -την «αοιδό του λαού των ποντικιών»-, κορυφαία της παράστασης, Έβελυν Ασουάντ, γεννημένη στην Θεσσαλονίκη, από ελληνίδα μητέρα και σύριο πατέρα, που έχει ήδη διακριθεί έως εντυπωσιάσει σε παραστάσεις του Θεόδωρου Τερζόπουλου και του Σάββα Στρούμπου. Ηθοποιός εκφραστικότατη, με καλή κίνηση και εξαιρετική φωνητικά -φωνάρα!- κράτησε την παράσταση σ’ ένα υψηλό επίπεδο (Φωτογραφία: Γιάννης Αντώνογλου)..

March 19, 2026

Στο Φτερό / Τελικά, όλοι κάποιον χρειαζόμαστε...

 
«Blue Train» του Γεράσιμου Ευαγγελάτου / Σκηνοθεσία: Γιώργος Σουλεϊμάν 
 



45άρης -παρά τέσσερις μέρες...-, γκέι, αδέσμευτος, με ερωτικές επιλογές της στιγμής, ο Μιχάλης ζει μόνος του, «γράφοντάς τα» όλα, ανεξάρτητος, σε ένα μικρό loft στο Γκάζι. Μέσα στην ακαταστασία -εργένικα. Εκεί δουλεύει, από το κομπιούτερ του. Κάποτε ζωγράφιζε. Όχι πια. Είναι μία 
συνηθισμένη Κυριακή, έχει γυρίσει από ξενύχτι σε μπαρ, λιώμα, έχει ξυπνήσει αργά με hangover, όταν, ξαφνικά, χωρίς ειδοποίηση, εμφανίζεται η μητέρα του, η Σοφία, που έρχεται να του φέρει «κάτι να φάει» να του δώσει τις συμβουλές της, να του κάνει τις υποδείξεις της, να τον καλέσει για να φάνε την Τετάρτη, στο πατρικό του, με την αδελφή του, τον άντρα και τα παιδιά της 

-συγκεντρώσεις που ο Μιχάλης απεχθάνεται και προσπαθεί να τις αποφεύγει- και, κυρίως, για να τον πείσει να πουλήσει το loft και να μετακομίσει, για να είναι κοντά, σε διαμέρισμα που άδειασε, στην ίδια πολυκατοικία όπου μένουν με τον πατέρα του, -κλασική ελληνίδα μάνα που τον θέλει κάτω από τον έλεγχό 

της. Εκείνος, που, στο μεταξύ, κάνει chat με νεαρούλη τον οποίο γνώρισε την περασμένη νύχτα στο μπαρ όπου βρισκόταν, αδιαφορεί -δεν έχει ανάγκη τη βοήθειά της. Όταν η μάνα φύγει, εμφανίζεται η κολλητή του, η Λου -φίλη ζωής, με πολλές κοινές αναμνήσεις και κοινές νεανικές τρέλες, πάντα τρελάρα, με κόρη έφηβη που η Λου την καταπιέζει και αντίστροφα, με σχέση που «δεν πάει» και με ευκαιριακές 
γνωριμίες -α λα Μιχάλης-, δημοσιογράφος σε portal εφημερίδας, καθόλου ευχαριστημένη από τη δουλειά της, που του προτείνει, για άλλη μία φορά, να κάνουν μία δική τους δουλειά, χωρίς ο Μιχάλης, που συνεχίζει το chat, να δείχνει ότι πείθεται -δεν την έχει ανάγκη. Έχουν πιει, η Λου έχει καπνίσει μπάφο και του ζητάει να μιλήσει στην κόρη της -και βαφτιστήρα του- να μην πάει μόνη της διακοπές. Όταν φύγει, τρίτος, εμφανίζεται ο Γιάννης, ο 35αρης πρώην του που ετοιμάζεται να φύγει στην Kύπρο για να διδάξει εκεί σε 

πανεπιστήμιο αλλά και να κάνει, με τη διάρκειας επτά χρόνων τωρινή σχέση του, σύμφωνο συμβίωσης. Ο Μιχάλης -δεν έχει σταματήσει το chat- αντιδρά -ότι ο Γιάννης έχει συμβιβαστεί- και τον ειρωνεύεται. Εκείνος θυμώνει αλλά του λέει πως, αν τον χρειαστεί, ξέρει πού θα τον βρει. Ο Μιχάλης δεν τον έχει ανάγκη. Ο τέταρτος που έρχεται στο σπίτι
εκείνη την Κυριακή είναι ο Πάνος -ο νεαρούλης του μπαρ και του chat: περίπου 20άρης, παιδί χωρισμένων γονιών, που μένει ακόμα με τη μητέρα του και την αδελφή του. Μιλάει πολύ ελεύθερα, χαζεύει το «Μπλέ τρένο», έναν παλιό πίνακα του Μιχάλη κρεμασμένο στον τοίχο, βρίσκει συμβολικό το χρώμα, τον φωνάζει «μπαμπάκα» και «ντάντι» -που καθόλου δεν αρέσουν στον Μιχάλη να τα ακούει, του ζητάει να «φασωθούνε» -εκεί το μυαλό του εικοσάρη...-, ο άλλος δεν δείχνει να έχει διάθεση, πίνουνε. Ο Πάνος  

περισσότερο από τις αντοχές του -αρχίζει να ξερνάει, ο Μιχάλης, που δεν «το είχε» από την αρχή, ξενερώνει εντελώς. Στέλνει σπίτι του τον μικρό που αφήνει, πάντως, να φανεί πως, αν τον χρειαστεί για κάτι περισσότερο, είναι διαθέσιμος. Ούτε αυτόν τον έχει ανάγκη ο Μιχάλης. Μένει μόνος. Όλα φαίνεται 
να ξεκαθαρίζουν. Και παίρνει τηλέφωνο. Δεν ξέρουμε σε ποιον, υποθέτουμε…: «Έλα…, εγώ είμαι... Μπορείς να έρθεις; Νομίζω σε χρειάζομαι». Είναι η τελευταία του ατάκα. Τελικά, συνειδητοποιεί πως κάποιον έχει ανάγκη… Αυτές οι τέσσερις συναντήσεις του και οι συζητήσεις του φαίνεται ότι τον έκαναν αυτό που δεν τον είχαν κάνει 45 χρόνια: να ξεπεράσει επιτέλους την εφηβεία και να ωριμάσει. Στο «Blue Train» o Γεράσιμος Ευαγγελάτος συμπυκνώνει, 
βιωματικά προφανώς, σε τέσσερις εικόνες, μία κρίση ηλικίας και, ευρύτερα, τα αδιέξοδα της γενιάς του. Με αμεσότητα, με χιούμορ και με μία πίκρα στο υπόστρωμα αλλά πάντα με τρυφερότητα και με αγάπη. Ψιλοκεντάει τους πέντε χαρακτήρες του, με λεπτή ειρωνεία, και διαπρέπει στους διαλόγους του -το μεγαλύτερο επίτευγμά του και ας μη ξεπερνάει τα δύο πρόσωπα σε κάθε εικόνα. Ο Γιώργος Σουλεϊμάν που ανέλαβε τη σκηνοθεσία, χωρίς εφέ, άφησε 

αυτοί οι διάλογοι να απογειωθούν ανάλαφρα, με σωστούς ρυθμούς, υπογράμμισε το χιούμορ και κράτησε την κορύφωση για το τέλος: κοφτή, αιφνιδιαστική, στο βάθος σπαρακτική. Η Ηλένια Δουλαδίρη που υπέγραφε και τα σωστά κοστούμια, με τον πάγκο με τα ποτά που έστησε ως μέρος του σκηνικού 

συνδύασε το «μπαρ της απωλείας» με το loft του Μιχάλη με επιτυχία. Τη βοήθησαν αποτελεσματικά οι φωτισμοί της Ζωής Μολυβδά Φαμέλη. Εξυπηρετική η επιμέλεια κίνησης του Χρήστου Ξυραφάκη. Η Μαρία Αλιφέρη (Σοφία) έδωσε με επάρκεια και λεπτό χιούμορ τη μάνα Σοφία και ο Λάμπρος 
Κωνσταντέας ικανοποιητικά τον Γιάννη. Ο Γιάννης Τσουμαράκης είχε όλη τη φρεσκάδα και την ανεμελιά και τη σπιρτάδα του εικοσάρη που ζητούσε ο ρόλος του Πάνου. Η Μαριλού Κατσαφάδου είναι μία εξαιρετική σουμπρέτα, τραγανή, σπαρταριστή, σπινταριστή: ό,τι χρειαζόταν ο ρόλος της Λου. Ο Σπύρος Χατζηαγγελάκης αποδείχτηκε ιδανικός για τον Μιχάλη. Μετέφερε όλο το άφημα του ανικανοποίητου 45άρη, το «την έζησα τη ζωή μου», το «όλα 

τα έχω δοκιμάσει, τι άλλο;», το «τα έχω όλα γραμμένα», το «κανέναν δεν χρειάζομαι», το «κανέναν δεν έχω ανάγκη», που νομίζει πως δεν έχει τι άλλο, πια, να κάνει στη ζωή, με λεπτές αποχρώσεις, με εκφραστικότητα, με μία ραθυμία απολύτως ταιριαστή, με χιούμορ και ήταν ακριβώς το κέντρο, ο άξονας που χρειαζόταν η παράσταση. Τη στήριξε απόλυτα. Ένα έργο που αυτοδικαίως εισέρχεται στο σύγχρονο ελληνικό ρεπερτόριο και που νομίζω ότι θα παραμείνει (Φωτογραφίες: Χρήστος Συμεωνίδης).
 
(Αντί προγράμματος της παράστασης έχει κυκλοφορήσει, από την «Κάπα Εκδοτική», το κείμενο του έργου του Γεράσιμου Ευαγγελάτου «Blue Train»). 

Θέατρο «Άλμα» / Κεντρική Σκηνή, 24 Φεβρουαρίου 2026.

March 14, 2026

Drag queen με αρχ…

 
Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 272
 



Το έργο του Γκαετάνο Ντονιτσέτι ξεκίνησε την πορεία του ως μονόπρακτη «οπερατική φάρσα» με τον τίτλο «Θεατρικές συμβάσεις» το 1827. Το 1831 και με τον τίτλο, πια, «Θεατρικές συμβάσεις και ασυμβατότητες» διασκευάστηκε, σε δυο, μάλιστα, εκδοχές. Στη δεύτερη ήταν βασισμένη η, σε συνεργασία με  την ομάδα και με δραματουργία Κατερίνας Μαυρογεώργη, εξελληνισμένη διασκευή της Σοφίας Πάσχου -η οποία υπέγραφε και τη σκηνοθεσία- στο «drama giocoso» του Γκαετάνο Ντονιτσέτι, σε λιμπρέτο  Ντομένικο Τζιλαρντόνι, που παρουσιάστηκε, με προσαρμογή μουσικού κειμένου Χαράλαμπου Γωγιού (και σύμβουλου μουσικής δραματουργίας) στην «Εναλλακτική Σκηνή» της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. «Viva la Mamma!», ο τίτλος του: οι αναποδιές ενός μπουλουκιού το οποίο προσπαθεί ν’ ανεβάσει μια -φανταστική- όπερα, που πολλαπλασιάζονται όταν στην πρόβα εισβάλλει η πληθωρική Ελληνοναπολιτάνα Άγκατα, μαμά της δευτεραγωνίστριας Λουίζας, η οποία προσπαθεί να επιβάλει την κόρη της ως πρωταγωνίστρια ενώ καταλήγει κι η ίδια στη διανομή, μ αποτέλεσμα να ναυαγήσει η παράσταση. Ομολογώ πως το «Viva la Mamma!», ως κείμενο, μ’ άφησε αδιάφορο και δε γέλασα ούτε μια στιγμή. Διότι βρήκα αναποτελεσματική και τη σκηνοθεσία. Η φάρσα, η παρωδία, το γκροτέσκο πρέπει, πιστεύω ακράδαντα, ν’ ανεβαίνουν με μεγάλη ακρίβεια κι όχι 

χύμα. Γράφω, όμως, το σχόλιο για να ξεχωρίσω τον  μπασοβαρύτονο Μάριο Σαραντίδη που, σ αντίθεση με τους υπόλοιπους, υποδύθηκε στιβαρά την Άγκατα -την Mama του τίτλου: μ’ ένα εντυπωσιακό κοστούμι της Κλαιρ Μπρέισγουελ κράτησε το μέτρο και τον έλεγχο σ’ ένα ρόλο drag queen , με χιούμορ αλλά χωρίς να τον γελοιοποιεί. Απολαυστικός! (Φωτογραφίες: Γιάννης Αντώνογλου).