April 25, 2026

Στο Φτερό / Ρέκβιεμ για έναν αυτόχειρα ή Ναι, μεν, αλλά...

 

 

 

 

 

 

«Αίας» του Σοφοκλή / Σκηνοθεσία: Αργύρης Ξάφης

 

Στο ναύσταθμο των Ελλήνων, έξω από την Τροία, ο Αίας, ο γιος του Τελαμώνα, αρχηγός των Σαλαμινίων στην εκστρατεία κατά των Τρώων, μανιασμένος με τους δύο Ατρείδες -τον αρχιστράτηγο Αγαμέμνονα και τον αδελφό του, τον Μενέλαο- που κατάφωρα τον αδίκησαν, καθώς δεν παραχώρησαν σ’ αυτόν, τον ήρωα, αλλά στον Οδυσσέα τα όπλα του νεκρού πια Αχιλλέα, απεργαζόταν να σκοτώσει και τους τρεις αλλά η προστάτρια του Οδυσσέα , η θεά Αθηνά του σκότισε το νου και μέσα στην τρέλα του σκότωσε τα κοπάδια των προβάτων που οι Έλληνες είχαν λαφυραγωγήσει νομίζοντας ότι σκοτώνει τους εχθρούς του. Όταν συνέρχεται, ντροπιασμένος, παρά τις ικεσίες της γυναίκας του, της Τέκμησσας, αυτοκτονεί 

πέφτοντας πάνω στο σπαθί που κάποτε του είχε χαρίσει ο Τρώας Έκτορας μετά από μία ισόπαλη μονομαχία τους. Οι Ατρείδες απαγορεύουν στον αδελφό του Τεύκρο και στην Τέκμησσα να τον θάψουν επιζητώντας να εγκαταλείψουν στα όρνια τη σορό του αλλά, τελικά, υποχωρούν στις συμβουλές του Οδυσσέα και 

επιτρέπουν την ταφή του. Γραμμένη, όπως υπολογίζεται, μεταξύ 450 και 440 π.Χ., η τραγωδία «Αίας» του Σοφοκλή που αντλεί από την «Ιλιάδα» του Ομήρου, δεν διαθέτει την τελειότητα των άλλων σωζόμενων τραγωδιών του, από τις οποίες είναι η παλαιότερη, καθώς, ουσιαστικά, απαρτίζεται από δύο μέρη, με μετατόπιση του άξονα του έργου -από την

«επονείδιστη» τρέλα και την «επονείδιστη» αυτοκτονία του Αίαντα στο πρώτο, στη σύγκρουση για την ταφή του στο δεύτερο. Εν τούτοις, έχει δύναμη και ένταση σπάνια για έργο του. Και η αυτοκτονία του Αίαντα αποκτά συμβολικές διαστάσεις καθώς ανάγεται στο τέλος της εποχής του ομηρικού Ήρωα. Στη «δίπρακτη», κατά σημερινή ορολογία, δομή της τραγωδίας βασίστηκε ο Αργύρης Ξάφης που ανέλαβε τη σκηνοθεσία της, με βοηθό σκηνοθέτρια την Μαρία Σαββίδου. Εύρημά του, η αντιστροφή των δύο μερών της: η σύγκρουση για την ταφή του Αίαντα  προηγείται και η αυτοκτονία του με τα παρεπόμενα της μανίας του έρχονται κατόπιν, ως φλας μπακ.

Ευφυές εύρημα, μεν, που υποστηρίζεται δραματουργικά από την -και δραματολόγο της παράστασης- Ασπασία-Μαρία Αλεξίου και το σκηνοθέτη. Αλλά χωρίς, τελικά, να λειτουργεί, χωρίς να πείσει ότι αυτή η «διόρθωση» του Σοφοκλή είχε κάποιο ουσιαστικό λόγο, ότι δικαιολογείται, καθώς τα δύο μετατοπισμένα μέρη δεν συνδέονται με επάρκεια και αποτελεσματικά -το πέρασμα από 

το ένα στο άλλο πάσχει. Αυτή η αντίφαση, αυτή η απόσταση προθέσεων και αποτελέσματος, αυτό το «ναι, μεν, αλλά...» συνοδεύει, κατά τη γνώμη μου, όλη την παράσταση. Επελέγη η μετάφραση του Νίκου Α. Παναγιωτόπουλου: μία εξαίρετη στη λεπτομέρειά της δουλειά που αναδεικνύει την ποιητικότητα του κειμένου. Ναι, μεν, αλλά κάποιες στιγμές δεν αποφεύγει τις 

σειρήνες της εκζήτησης και της λεξιλαγνείας («χαλκοθώραξ», «δορυάλωτο»...), με συνέπεια να αλώνεται η προφορικότητά της τόσο στα στόματα των ηθοποιών όσο και στα αυτιά των θεατών και, κάποιες στιγμές, ο λόγος να πελαγοδρομεί. Η παράσταση διαθέτει έναν πρώτης τάξεως Χορό -ένα και ένα τα μέλη του. Ναι, μεν, αλλά δεν δικαιολόγησα, εγώ τουλάχιστον, γιατί, ενώ από τον Σοφοκλή προβλέπεται να είναι ανδρικός, εδώ ο μισός έχει γίνει

γυναικείος. Ελπίζω όχι για λόγους ποσόστωσης. Εξαιρετική είναι και η φωνητική απόδοση και ο περίτεχνος φωνητικός συντονισμός του (άξια ιδιαίτερης μνείας, η φωνητική προετοιμασία του από τον Απόστολο Κίτσο). Ναι, μεν, αλλά ο Χορός υπονομεύεται από την ανέμπνευστη και αφελή χορογραφία (Χαρά Κότσαλη). Καλή, αρχικά, η ιδέα του τολ/θερμοκήπιου ως βασικού σκηνικού της Μαρίας Πανουργιά. Ναι, μεν, αλλά μάλλον αμήχανα χρησιμοποιείται. Όσο για το «χιόνι» και τα «βράχια» η ευτέλεια των υλικών και της κατασκευής δεν τα καθιστά καθόλου πειστικά. Η Ιωάννα Τσάμη ναι, μεν, σχεδίασε μερικά πολύ καλαίσθητα κοστούμια (Μενέλαος, Τεύκρος) αλλά, στα περισσότερα, έχει ατυχήσει -ειδικά στα λευκά αδιάβροχα με 

τους σκούφους του Χορού στο πρώτο μέρος της παράστασης. «Ναι, μεν, αλλά» δεν έχω μόνο για τις μουσικές του Κορνήλιου Σελαμσή: τα τέσσερα -ζωντανά- χάλκινα ενισχύουν και υποβάλλουν τη μελαγχολική, πένθιμη διάσταση του έργου. Και για τους φωτισμούς του Αλέκου Αναστασίου, ειδικά στο δεύτερο μέρος. Βρήκα πολύ αδύναμη, εδώ, ως Αθηνά την πολύ καλή ηθοποιό Δέσποινα Κούρτη, καθόλου βοηθημένη από το κοστούμι και 

την κίνησή της αλλά, βασικά, από το επίσης αδικαιολόγητο εύρημα της απόδοσης της θεάς ως ένα σκανταλιάρικο καλικαντζαράκι. Η επίσης πολύ καλή Εύη Σαουλίδου δείχνει να μην έχει το μέγεθος για αρχαία τραγωδία και στο πρώτο μέρος δεν τη βοηθάει η φωνή της. Ο Στάθης Σταμουλακάτος, 

αντίθετα, έχει το μέγεθος αλλά ούτε την πείρα ούτε ακονισμένα μέσα. Ο Αίας του είναι ισοπεδωμένος και μαγκωμένος. Νομίζω ότι στην παράσταση διακρίνεται το 

κουαρτέτο των στρατηγών: Νίκος Χατζόπουλος-Αγαμέμνων, Γιάννης Νταλιάνης-Μενέλαος -αν και ξεκινάει κάπως υποτονικά-, Δημήτρης Ήμελλος-Οδυσσέας, που ενισχύει με πινελιές χιούμορ την ερμηνεία του, και, κυρίως -ο καλύτερος, κατά τη γνώμη μου, της

παράστασης- Χρίστος Στυλιανού-Τεύκρος -διαπίστωσα ότι, εκτός από τον άψογο λόγο του, έχει βαθύνει την υποκριτική του και δεν φοβάται μήπως ξεφύγει σε υπερβολές στις εντάσεις του. Η παράσταση έχει αυτά, τα κατά την άποψή μου, ελαττώματα, το ύφος της προσπαθεί να είναι φυσικό, καθημερινό, χωρίς να το πετυχαίνει πάντα, οι ρυθμοί της, συχνά, πάσχουν αλλά διαθέτει και μερικές πολύ δυνατές 

στιγμές -η συγκινητικά επιβλητική πένθιμη είσοδος περιφερειακά, ως προς την ορχήστρα, των μουσικών ή η συγκλονιστική, υπεράνθρωπη προσπάθεια της Τέκμησσας να σύρει μόνη της τη σορό του Αίαντα στην ταφή απωθώντας τα 

μέλη του Χορού που τρέχουν να τη συντρέξουν ή η αυτοκτονία του Αίαντα που βουτάει πάνω στο τολ όπου λάμπει το σπαθί του Έκτορα, φινάλε, όμως, το οποίο αποδυναμώνει μία «ουρά»... Ο Αργύρης Ξάφης, πάντως, παρά τις αστοχίες και τις αμηχανίες του, πιστεύω ότι δίνει ελπίδες για σκηνοθετική εξέλιξή του στο στίβο του αρχαίου δράματος: η παράστασή του έχει σπίθες σκηνοθετικής ευφυίας (Φωτογραφίες: Κάρολ Γιάρεκ). 

 



(Υψηλού επιπέδου του δίγλωσσο -ελληνικά και αγγλικά- έντυπο πρόγραμμα της παράστασης -υπεύθυνη Μαρία Καρανάνου-, που, εκτός των άλλων, περιλαμβάνει τη μετάφραση του Νίκου Α. Παναγιωτόπουλου η οποία χρησιμοποιείται στην παράσταση).

Θέατρο των Βράχων «Μελίνα Μερκούρη», Βύρωνας, Φεστιβάλ «Στη Σκιά των Βράχων» 2022, Εθνικό Θέατρο, 1 Σεπτεμβρίου 2022.

April 19, 2026

Στο Φτερό / Απλώς, ένα καπέλο ή ελέφαντας στην κοιλιά ενός βόα; ή Η τρυφερότητα του χιλιοειπωμένου

 

«Το μπλουζ του Μικρού Πρίγκιπα. Όταν πατήσεις στη γη, έχεις πια μεγαλώσει» (ντε Σεντ-Εξιπερί) των Γιάννη Αγγελάκα - Θεοδώρας Καπράλου. Σκηνοθετική επιμέλεια: Γιώργος Γούσης.
 



Ένας πιλότος, που, σε καιρό ειρήνης, μετέφερε ανθρώπους εκεί που τους πήγαιναν τα όνειρά τους, αλλά, σε καιρό πολέμου, καταλήγει πιλότος που τους πυροβολεί, κάποια μέρα υποχρεώνεται σε  αναγκαστική προσγείωση με το   

χτυπημένο αεροπλάνο του στην έρημο. Προσπαθεί να το διορθώσει. Και, ξαφνικά, εμφανίζεται ένα παράξενο, δροσερό, χαριτωμένο αγόρι -εξωγήινο, πουέρχεται από τον μικροσκοπικό πλανήτη του, τον αστεροειδή Β 612- και του 
ζητάει να του ζωγραφίσει ένα αρνί.  Δεν του κάνει ο βόας που έχει καταπιεί έναν ελέφαντα τον οποίο ο πιλότος είχε ήδη ζωγραφίσει. Αλλά είναι ο μόνος, έως εκείνη τη στιγμή, που έχει καταλάβει τι δείχνει η ζωγραφιά του πιλότου. Όλοι οι μεγάλοι, όσοι την είχαν δει, ένα καπέλο έβλεπαν… Ο πιλότος, στο πνεύμα του του παιδιού, ζωγραφίζει ένα κουτί -μέσα του, του λέει, πως βρίσκεται το αρνί που ζήτησε. Αυτό που θα τρώει, πριν μεγαλώσουν, τα γιγάντια μπαομπάμπ που φυτρώνουν στον μικροσκοπικό 

πλανήτη του και θα τον καθαρίζει, καθώς κινδυνεύει ο πλανήτης από αυτά . Το παιδί -ο Μικρός Πρίγκιπας- του μιλάει για το πανέμορφο λουλούδι που άφησε πίσω του στον πλανήτη του και με το οποίο είχαν πολύ αγαπηθεί: «Δεν θα το φάει, κι αυτό, το αρνί;». «Θα του ζωγραφίσω ένα φίμωτρο» 
υπόσχεται ο πιλότος. Και ύστερα, ο Πρίγκιπας του μιλάει για τα ταξίδια που έκανε σε άλλους πλανήτες πριν φτάσει στη Γη. Στον πλανήτη του Βασιλιά που μόνον υπηκόους θέλει να έχει, του Ματαιόδοξου που νοιώθει Θεός, του Μπεκρή που πίνει για να ξεχνάει ότι ντρέπεται που πίνει, του Επιχειρηματία που τα έχει κάνει όλα δικά του, του Φαναρανάφτη που δεν προλαβαίνει να αναβοσβήνει τα φανάρια γιατί ο πλανήτης του γυρίζει σαν τρελός κι η μέρα αμέσως γίνεται νύχτα και η νύχτα μέρα. Όταν ο Μικρός Πρίγκιπας έφτασε στη Γη, συνάντησε ένα Φίδι που του είπε ότι μπορεί να τον στείλει από εκεί που ήρθε και τον τρόμαξε και μία αλεπού, που για να παίξει μαζί της, του λέει ότι, πρώτα, πρέπει να την εξημερώσει. Ώσπου φτάνει η ώρα της αναχώρησης: αγκαλιασμένοι, πιλότος και  
Μικρός Πρίγκιπας, θα φύγουν για τον μικρό πλανήτη του. Δεν είναι θάνατος, είναι μία υπόσχεση για επιστροφή. Αυτό είναι «Το μπλουζ του Μικρού Πρίγκιπα. Όταν πατήσεις τη γη έχεις πια μεγαλώσει», ένα γοητευτικό κείμενο, ελεύθερη διασκευή της χιλιοδιαβασμένης και χιλιοδιασκευασμένης νουβέλας (1943) για παιδιά (;) «Ο μικρός πρίγκιπας» του Γάλου Φρανσουά ντε Σεντ-Εξιπερί, σε μετάφραση Στρατή Τσίρκα, των Γιάννη Αγγελάκα και Θεοδώρας Καπράλου και δραματουργική επεξεργασία του
 
Γιώργου Γούση -που έχει και τη σκηνοθετική επιμέλεια- και του Αντώνη Τσιοτσιόπουλου, οι οποίοι υπογράφουν και τους στίχους. Η σύλληψη, η μουσική σύνθεση και η καλλιτεχνική επιμέλεια είναι του Γιάννη Αγγελάκα ο οποίος υπογράφει, μαζί με τον Coti K., και την 
ενορχήστρωση. Έχει προκύψει ένα έργο και μία παράσταση που θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε μουσικό θέατρο, αφιερωμένη,  χωρίς να ονοματίζεται, στον Παύλο Σιδηρόπουλο, εξ ου και ο τίτλος της που παραπέμπει στον
μεταθανάτιο (1992) δίσκο του «Τα μπλουζ του πρίγκιπα». Το «αφελές», παραμυθένιο κείμενο του Εξιπερί, μία αλληγορία που βρίθει συμβολισμών και γίνεται περισσότερο κατανοητή από ενήλικες, έχει αποκτήσει τις φιλοσοφικές διαστάσεις του σε ένα έργο κάποτε μελαγχολικό, κάποτε επικό αλλά σίγουρα τρυφερότατο, που, στο τέλος, δεν διστάζει να αναφερθεί και σε συγχρόνους μας πολέμους... Τα σκηνικά του Λουκά Μπάκα, έξοχα φωτισμένα από
την Ελίζα Αλεξανδροπούλου, η ενδυματολογική επιμέλεια της Κατερίνας Ζούρα, η επιμέλεια κίνησης από την Αλεξάνδρα Καζάζου ενισχύουν την παράσταση αλλά εκείνο που τη στηρίζει βασικά, με εξαιρετικά αποτελέσματα, είναι η ζωντανή «εικονογράφηση» (animation direction Αριστοτέλης Μαραγκός, hand-drawn animation Χρυσούλα Κοροβέση, computer animation Γεώργιος Χερουβείμ). Οι μουσικοί και οι αφηγητές -ο ίδιος ο Γιάννης Αγγελάκας και οι Νάντια Μπαϊμπά, Ειρήνη Μπούνταλη, Νικόλας Παπούλιας- υλοποιούν το σχέδιο του Γιάννη Αγγελάκα με τον καλύτερο τρόπο. Μία βραδιά βαθιά εσωτερική, άμα και τερπνή -ανάλαφρη-, όπου όλα τα στοιχεία της ισορροπούν αρμονικά. Μην τη χάσετε! (Φωτογραφίες: Πημελόπη Γερασίμου).
 
 
(Εξαιρετικό το τομίδιο που έχει κυκλοφορήσει, εν είδει προγράμματος, από το Ίδρυμα Ωνάση, με το κείμενο της παράστασης -επιμέλεια έκδοσης Χριστίνα Κοσμόγλου. Το πρωτότυπο κείμενο του Αντουάν ντε Σεντ-Εξιπερί κυκλοφορεί, μεταφρασμένο στα ελληνικά, από πολλούς εκδοτικούς οίκους).

April 5, 2026

Στο Φτερό / Ντονιτσέτι βαρυφορτωμένος

 
«Άννα Μπολένα» του Γκαετάνο Ντονιτσέτι, λιμπρέτο (Πιντεμόντε, Πέπολι) Φελίτσε Ρομάνι / Μουσική διεύθυνση: Ζακ Λακόμπ. Σκηνοθεσία: Θέμελης Γλυνάτσης.
 



Ο Ερίκος Η΄ (1491-1547) της Αγγλίας (βασίλεψε 1509-1547) -Ενρίκο στην όπερα του Ντονιτσέτι- έχει αποπέμψει την πρώτη σύζυγό του Αικατερίνη της Αραγονίας. Όταν ο Πάπας αρνήθηκε να ακυρώσει τον γάμο τους, ο Ερίκος, προκλητικά, τον αγνόησε, αυτονόμησε την Εκκλησία της Αγγλίας από την Ρομεοκαθολική Εκκλησία θέτοντας εαυτόν -και τον εκάστοτε 
άγγλο βασιλέα- Ανώτατο Κυβερνήτη της, προχώρησε στην Αγγλική Μεταρρύθμιση, ακύρωσε το γάμο και παντρεύτηκε την Αν Μπολέϊν (Άνα Μπολένα στην όπερα), κυρία επί των τιμών της βασίλισας Αικατερίνης, την οποία πολιορκούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο νέος του γάμος, όμως, με το ζόρι, κράτησε τρία χρόνια. Ότι η Άννα δεν του χάρισε, όπως και η Αικατερίνη, το 

διάδοχο που επιθυμούσε αλλά μία κόρη, την κατοπινή Ελισάβετ Α΄, ήταν ένας από τους λόγους, όπως και η σχέση  που ο μουρντάρης βασιλιάς δημιούργησε με την Τζέιν Σίμορ (Τζοβάνα Σεϊμούρ στην όπερα), επίσης κυρία επί των τιμών αλλά της νέας βασίλισσας. Το λιμπρέτο που έγραψε ο ιταλός ποιητής Φελίτσε Ρομάνι -αντλώντας από τα ιταλικά έργα «Άννα Μπολένα» (1788) του Αλεσάντρο 

Πέπολι και «Ερρίκος Η΄ ή Άννα Μπολένα» (1816) του Ιπόλιτο Πιντεμόντε- για την όπερα -«λυρική τραγωδία»- (1830) του Γκαετάνο Ντονιτσέτι «Άννα Μπολένα» η οποία θεωρείται το πρώτο ώριμο έργο του ιταλού συνθέτη, με την περίοδο αυτή, της πτώσης της Άννας, ασχολείται. Αφήνοντας κατά μέρος τα ιστορικά στοιχεία ρίχνει το βάρος, ως γνήσιο μελόδραμα του μπελκάντο, στις ερωτικές ίντριγκες αγιοποιώντας την. Για να απαλλαγεί από την Άννα, ο 

βασιλιάς δολοπλοκεί. Επαναφέρει από την εξορία τον Λόρδο Ρικάρντο Περσί (στην πραγματικότητα Χένρι Πέρσι, 6ος κόμης του Νορθάμπερλαντ), πρώτο έρωτά της, πριν γνωρίσει τον Ενρίκο, και, άλλοτε, μυστικό μνηστήρα της, ο οποίος συναντά την Άννα και της ομολογεί τον άσβεστο έρωτά του αλλά εκείνη τον αποκρούει, και τους κατηγορεί για μοιχεία, όπως κατηγορεί την Άννα και για μοιχεία με το μουσικό Σμέτον (Μαρκ Σμίτον στην 
πραγματικότητα), όντως ερωτευμένο με την Άννα, ο οποίος για να τη σώσει «ομολογεί» στις ανακρίσεις πως είχαν σχέσεις, αλλά και για αιμομιξία με τον αδελφό της Λόρδο Ροσφόρ (Τζορτζ Μπoλέιν, υποκόμης Ρότσφορντ, στην πραγματικότητα). Παρά τις προσπάθειες της Τζοβάνα Σεϊμούρ να σώσει την Άννα ο βασιλιάς είναι αμετάπειστος: η Μπολένα δικάζεται -και για εσχάτη προδοσία- και, αφού συγχωρήσει το βασιλιά και την Σεϊμούρ την οποία ο Ενρίκο παντρεύεται, αποκεφαλίζεται στον Πύργο 
του  Λονδίνου, όπως και ο αδελφός της και ο Σμέτον. Πάνω στο λιμπρέτο αυτό ο Ντονιτσέτι έχει γράψει μία ενδιαφέρουσα και ελκυστική όπερα, που, πάντως, δεν της λείπουν οι ευκολίες. Ο σκηνοθέτης Θέμελης Γλυνάτσης δεν θέλησε να παραμείνει στις συμβάσεις της. Βασικός σκοπός του, να περάσει έμμεσα 

τό ιστορικό υπόστρωμά της. Το έχει κάνει με σύμβολα. Αλλά βαρυφόρτωσε την παράστασή του: αγάλματα που γκρεμίζονται, κρεμασμένα σφαχτάρια ελαφιών, αναπηρικά καροτσάκια, κρίσεις επιληψίας, ράφτρες σε ραπτομηχανές, ξηλωμένα μανίκια, αιωρούμενα κοστούμια σε κούκλες χωρίς κεφάλι, οι άνδρες χορωδοί που μένουν με τα εσώρουχα, μία μαριονέτα, που περνάει από χέρι σε χέρι, σημαίες, σημαιάκια, η Μπολένα με αγγλική σημαία που την πετάει χάμω 

και υψώνει την αριστερή γροθιά της κλείνοντας την παράσταση και... και… και... Πράγματι, ένας κορεσμός σε σύμβολα που καλείται ο μέσος θεατής να αποκωδικοποιήσει. Εις μάτην -δύο φορές είδα την παράσταση και δεν τα κατάφερα. Έως και στο ηχητικό μέρος παρενέβη ο σκηνοθέτης. Μέσω της επιμέλειας ήχου από τον Θάνο Πολυμενέα- Λιοντήρη: ήχοι διαδηλώσεων, φωνές, λόγοι, σειρήνες, εκρήξεις... διακόπτουν τη μουσική του Ντονιτσέτι. Στο 
πλαίσιο του φετινού μότο της Λυρικής «Η όπερα του μέλλοντος από τη μήτρα του παρελθόντος» έχουν χρησιμοποιηθεί τα συγκλονιστικά πρωτότυπα κοστούμια του Νίκου Γεωργιάδη για το πρώτο ανέβασμα της «Άννα Μπολένα» από την Εθνική Λυρική Σκηνή, το 1976, αλλά «πειραγμένα», σε αναβίωση Νίκης Ψυχογιού και Θέμελη Γλυνάτση -πρόσωπα με κατάλευκο μακιγιάζ-μάσκα, άλλες μάσκες, περούκες που μπαίνουν και βγαίνουν,
ντυσίματα-ξεντυσίματα επί σκηνής… Παρά τις καινοτομίες, πάντως, η σκηνοθεσία δεν μπόρεσε να αποφύγει εγγενή προβλήματα της όπερας -μετωπικά στησίματα χορωδίας και πρωταγωνιστών... Ομολογώ, βέβαια, πως όλα αυτά -τα πολλά και περιττά, επιμένω- έχουν οργανωθεί καλά σε μία υπερπαραγωγή, χορταστική και υψηλής αισθητικής. Τα σκηνικά του Άγγλου Λέσλι Τράβερς με την ξύλινη μινιατούρα 
του παλατιού που αποσυναρμολογείται και που καταλήγει σε μακέτα κάπου στο βάθος, τις τεράστιες μεταλλικές σκαλωσιές και τα πατάρια που ανεβοκατεβαίνουν αθόρυβα, φωτισμένα άψογα από τον επίσης Άγγλο Χάουαρντ Χάντσον, και η «μαλακή» κινησιολογία της Κατερίνας Γεβετζή βοηθούν σε αυτό αποφασιστικά. Ο Καναδός -Κεμπέκ- αρχιμουσικός Ζακ Λακόμπ διευθύνει με σταθερό χέρι την ορχήστρα της ΕΛΣ -παρά τα κάποια σφάλματα που εντόπισα στην, ούτως ή άλλως, περίπου ευτελή εισαγωγή- και 

έχει οδηγήσει καλά τη διανομή. Πολύ αποτελεσματική και η Χορωδία της ΕΛΣ που διευθύνει ο Αγαθάγγελος Γεωργακάτος. Η νεαρή σοπράνο Μαρία Κοσοβίτσα στον επώνυμο ρόλο δίνει ελπίδες για μία σπουδαία εξέλιξη. Έχει φωνή μεγάλης έκτασης και πολλών δυνατοτήτων που μπορεί, δουλεύοντας, να τις εξελίξει και αναπτύξει. Εκείνα που μου έλειψαν είναι η ιδιαίτερη «θερμοκρασία» -η φωνή να βγαίνει όχι από το λαρύγγι αλλά από τα σπλάχνα και να συγκινεί- και μία μεγαλύτερη εκφραστικότητα -η αλήθεια είναι πως η σκηνοθεσία έχει ζητήσει μία αποστασιοποίηση από 
όλους. Πολύ καλή Σεϊμούρ η μέτζο Μιράντα Μακρυνιώτη, τα έβγαλε πολύ καλά πέρα φωνητικά και υποκριτικά. Ικανοποιητικός Βασιλιάς Ενρίκο ο μπάσος Πέτρος Μαγουλάς, ένοιωσα, όμως, ότι το κοστούμι του δεν το φοράει αλλά τον φοράει. Με τις δυνατότητές τους υπερασπίστηκαν τους ρόλους τους ο τενόρος Γιάννης Χριστόπουλος (Περσί), ο μπασοβαρύτονος Γιάννης Γιαννίσης (Ροσφόρ), η μέτζο Διαμάντη Κριτσωτάκη (Σμέτον) -εγκλωβισμένη σε ένα περίεργο κοστούμι- ενώ ξεχώρισα τον τενόρο Μάνο Κοκκώνη -έδωσε υπόσταση στον σύντομο ρόλο του Σερ Χέρβι. Μία παράσταση,

τελικά, ενδιαφέρουσα που δεν  θα ενθουσιάσει, μάλλον, τους «ορθόδοξους» οπερόφιλους. Ως προς τη σκηνοθεσία, πάντως, απορώ πώς το μάθημα που έδωσε η Κέιτι Μίτσελ με την «Λουτσία ντι Λαμερμούρ» της -ευρήματα εκ των ένδον της όπερας και του λιμπρέτου και όχι «εξ ουρανού», που να καπελώνουν το έργο- δεν εισπράχθηκε... (Φωτογραφίες: 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 11, 12, 13, 14, 15 Γιάννης Αντώνογλου, 8, 9, 10 Ανδρέας Σιμόπουλος).

(Καλοφτιαγμένο και χορταστικό το -δίγλωσσο, ελληνικά και αγγλικά- έντυπο πρόγραμμα/βιβλίο της παράστασης -υπεύθυνη έκδοσης Σοφία Κομποτιάτη. Με δύσπεπτα, όμως, και δυσνόητα για τον απλό θεατή, στον οποίον υποτίθεται ότι απευθύνεται το πρόγραμμα, τα κείμενα του σκηνοθέτη και του επιμελητή ήχου).

Εθνική Λυρική Σκηνή / Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος», Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», 29 Μαρτίου και 2 Απριλίου 2026.

April 1, 2026

Η μαύρη Πίστη ξεσηκώνει

 

Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 274
 



Ήταν το φινάλε κι η κορωνίδα του W(omen) O(f the) W(orld) Athens 2026 που διοργάνωσε, για τέταρτη χρονιά, το «Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος», μια πολύ ενδιαφέρουσα φεστιβαλική διοργάνωση που εστιάζει σε ζητήματα έμφυλης ισότητας: η συναυλία της Imany (Ιμάνι) -Πίστη ή Ελπίδα σημαίνει στα σουαχίλι το καλλιτεχνικό όνομα που έχει διαλέξει-, στην Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος» της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο ΚΠΙΣΝ. Γεννημένη στην Νότια Γαλία, με καταγωγή απ’ τις Κομόρες -εξ ου και το σοκολατένιο της χρώμα-, η δημοφιλής αλλά και ακτιβίστρια Imany, που έχει πουλήσει χιλιάδες δίσκους, εμφανίστηκε, αρχικά, στη σκηνή, μόνη της -λευκό, φαρδύ, ριχτό, ανάερο, μακρύ φόρεμα, λευκά αθλητικά παπούτσια, τα μακριά μαλλιά της 

πιασμένα λοξά  πίσω, δυο χρυσοί κρίκοι στ’ αυτιά-, απάγγειλε στίχους, ένας προβολέας πίσω της έπεσε ξαφνικά πάνω μας και μας στράβωσε και στην οθόνη εμφανίστηκε η λέξη RAGE (οργή) που συμπληρώθηκε με τις λέξεις WOMEN DESERVE RAGE (Οι γυναίκες δικαιούνται οργή) -με κατακόκκινα γράμματα, ο τίτλος του πιο πρόσφατου (2025) άλμπουμ της- παραμένοντας το μότο της συναυλίας της, ενώ, σε λίγο, εμφανίστηκαν επί σκηνής κι οι έξι δεξιοτέχνες μουσικοί της που θα τη συνόδευαν. Τραγούδησε -στα αγγλικά-, με τους προβολείς να κάνουν τα παιχνίδια τους, δικά της τραγούδια, διασκευασμένα τραγούδια άλλων, με την κοντράλτο, χωρίς πολλές αποχρώσεις φωνή της, σε ύφος σόουλ, φολκ, μπλουζ αλλά -γιατί όχι;- και ποπ, αλώνισε τη σκηνή, κάθισε σ’ ένα ψηλό σκαμπό για να 

μας πει ένα τραγούδι μελαγχολικό, μας μίλησε -στα αγγλικά πάντα- για την πρώτη εμφάνισή της στην Αθήνα -αυτή ήταν η πέμπτη-, όταν, το 2011, είχε κυκλοφορήσει το πρώτο της άλμπουμ «The Shape of a Broken Heart» («Το σχήμα μιας ραγισμένης καρδιάς») και το τραγούδι της «You Will Never Know» («Δεν θα μάθεις ποτέ»), που έγινε τεράστια επιτυχία, ανακάλυψε ότι ήταν μεγάλη επιτυχία και στην Ελλάδα και, πριν το τραγουδήσει, συγκινήθηκε με την ανάμνηση, μίλησε για το διαζύγιό της που είναι στα σκαριά, μίλησε για τα δυο παιδάκια της, μίλησε στις γυναίκες, μίλησε για τους άντρες με χιούμορ και φαντασιώθηκε νεκρό έναν πρώην της, έλυσε τα μαλλιά της, μίλησε στο κοινό που όχι απλώς ενθουσιάστηκε αλλά, στο τέλος, όρθιο, τη χειροκροτούσε ρυθμικά -έχει fan club στην Ελλάδα η Imany. Και στο τέλος έφυγε, για να γυρίσει στη σκηνή μ’ ένα μαύρο παντελόνι κι ένα μαύρο tee shirt «I Am Who I Am», απ’

τον τίτλο του επιτυχημένου τραγουδιού του καινούργιου άλμπουμ της και να προσφέρει δυο ανκόρ: το παλαιό (1978) αλλά αθάνατο, πολύ ντίσκο  «I Will Survive» της Γκλόρια Γκέινορ και το περί ου ο λόγος δικό της «I Am Who I Am» («Είμαι αυτή που είμαι»), όπου διονυσιάστηκε επί σκηνής. Μια βραδιά επιτυχημένη. Που απ’ τα 80 προγραμματισμένα λεπτά κράτησε ένα γεμάτο δίωρο! (Φωτογραφίες: Μαρίζα Καψαμπέλη).

March 30, 2026

Γιοζεφίνε, η φωνάρα!

 

Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 273
 
Με κούρασε: «Γιοζεφίνε η αοιδός ή Ο λαός των ποντικιών». Το εκτεταμένο διήγημα (1924) του Φραντς Κάφκα, όπως παρουσιάστηκε, ως μουσικό θέατρο, στην «Εναλλακτική Σκηνή» της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, σε μουσική Χαράλαμπου Γωγιού. Δεν λείπουν τα γοητευτικά κομμάτια από τη μουσική -τα τραγούδια κυρίως-, ο σκηνοθέτης Σάββας Στρούμπος έχει στήσει μια παράσταση, στιλιζαρισμένη, με ενδιαφέροντα σημεία αλλά στατική, αισθητικά ελκυστικό το σκηνικό -η εγκατάσταση, μάλλον- της Κατερίνας Παπαγεωργίου, με τα κουτιά-«υποβολεία», καλοί ηθοποιοί, καλοί μουσικοί απ’ το «Ergon Ensemble» -έξοχο το σόλο του βιολιού απ’ τον Βασίλη Σούκα- αλλά το θεατρικά «δύσκαμπτο» κείμενο κι η μεγάλη διάρκεια -δυο ώρες- της παράστασης με κούρασαν. Θέλω, πάντως, να σταθώ στην Γιοζεφίνε -την «αοιδό του λαού των ποντικιών»-, κορυφαία της παράστασης, Έβελυν Ασουάντ, γεννημένη στην Θεσσαλονίκη, από ελληνίδα μητέρα και σύριο πατέρα, που έχει ήδη διακριθεί έως εντυπωσιάσει σε παραστάσεις του Θεόδωρου Τερζόπουλου και του Σάββα Στρούμπου. Ηθοποιός εκφραστικότατη, με καλή κίνηση και εξαιρετική φωνητικά -φωνάρα!- κράτησε την παράσταση σ’ ένα υψηλό επίπεδο (Φωτογραφία: Γιάννης Αντώνογλου)..