July 13, 2018

Χοροί για τα νεκρά παιδιά / Tip: «Enfant»


Ένας γερανός. Και βίντσια. Που κατεβάζουν στη σκηνή αιωρούμενα κορμιά χορευτών. Πάνω στη σκηνή ένα κεκλιμένο μηχανικό δάπεδο που τραντάζεται ρυθμικά. Ήχοι συμπαντικοί -
σαν  να βρυχάται θάλασσα. Το βίαια, άγρια παλλόμενο δάπεδο μου μεταφέρει μία αίσθηση σφοδρής τρικυμίας. Και μετά, τα παιδιά. Οι εννέα χορευτές, άντρες και γυναίκες, βρίσκονται με ένα παιδί ο καθένας στην αγκαλιά του: ένα κορμάκι χαλαρό, αφημένο εντελώς, νεκρό. Μικρά κουφάρια που οι χορευτές σαν να προσπαθούν απεγνωσμένα, μέσα σε μία ατμόσφαιρα πανικού, αλλοφροσύνης να τους δώσουν ζωή: τα αγκαλιάζουν, τα στριφογυρίζουν, τα τραντάζουν, τα αποθέτουν κάτω -κουφάρια παιδιών σκορπισμένα, που πώς να μη σκεφτώ ότι άμεσα παραπέμπουν στα κουφάρια των πνιγμένων προσφυγόπουλων, των παιδιών που οι γονείς τους προσπαθούν να τα σώσουν από τον πόλεμο και τη φτώχεια και τη
μιζέρια διαπλέοντας θάλασσες προς την ελευθερία και την «ευημερία»;
Στη σκηνή εμφανίζεται τώρα και περιφέρεται ένας μουσικός που 
παίζει γκάιντα. Τα παιδιά, που έχουν πολλαπλασιαστεί -έχουν γίνει δώδεκα-, σιγά-σιγά, παίρνουν ζωή. Αρχίζουν να τρέχουν, να κυνηγιούνται, να παίζουν, να τον ακολουθούν… Είναι ο Αυλητής του Χάμελν -από το παραμύθι των Γκριμ; Ο γητευτής που θα 
μαγέψει τα παιδιά; Στην παράσταση «Enfant» («Παιδί», 2011) του γάλου χορογράφου Μπορίς Σαρμάτς, που παρουσιάζεται «Πειραιώς 260», στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, όμως, ο γητευτής δεν παίρνει μαζί του τα παιδιά όπως στο παραμύθι. Τα παιδιά θα μείνουν. Για να κυριαρχήσουν: τα κουφάρια των 
χορευτών είναι πια αυτά που βλέπουμε σκορπισμένα στη σκηνή ενώ ο μουσικός με την γκάιντα -ο Αυλητής- 
«αναλαμβάνεται» δεμένος σε βίντσι -έχει κάνει πια τη δουλειά του: μία Πολιτεία των Παιδιών -καλύτερη; Χειρότερη;- έχει γεννηθεί.
Ο Μπορίς Σαρμάτς εμπνεύστηκε και οργάνωσε μία συναρπαστική 55λεπτη χορογραφία, σκοτεινή, τρομακτική αλλά, τελικά, ίσως, αισιόδοξη. Που ξεκινάει σαν χορογραφία μηχανών, εξελίσσεται σαν ένα κομμάτι «μη χορού», για να τελειώσει σαν ένα παράξενο, άγριο πανηγύρι -τα παιδιά «εκδικούνται». Οι επιβλητικές μηχανές, οι υποβλητικοί -δέος!- ήχοι του Ολιβιέ Ρενούφ με ενορχηστρώσεις του Λούτσιο Στιζ, τα κοστούμια της Λορά Φονβιέγ(ι) -όλοι στα μαύρα- συν-δημιουργούν ένα συγκλονιστικό αποτέλεσμα. Οι χορευτές και, βέβαια. τα δώδεκα


παιδάκια, έξι έως δώδεκα ετών -όσες ενστάσεις και όσα ερωτήματα και να έχω για τη σκηνική χρησιμοποίηση παιδιών και μάλιστα μερικών σε τόσο μικρές ηλικίες-, δοσμένα ολόψυχα, είναι σίγουρα ο αποφασιστικός παράγοντας.
Μία εμπνευσμένη, εξαιρετική, «αλλιώτικη» παράσταση υψηλής αισθητικής, που ξαναπαίζεται απόψε και αύριο. Μην τη χάσετε!

July 9, 2018

Ζήτω ο παρατονισμός! ή Η Κάλλας πάει στο «Μικρό Χορν» (τέως «Αμιράλ») ή Αγλαΐα Παππά, η αδάμαστη


Το Τέταρτο Κουδούνι / 9 Ιουλίου 2018 



Στο θέατρο «Αμιράλ» που πέρασε στα χέρια της «Αθηναϊκά Θέατρα» και μετονομάζεται σε «Μικρό Χορν» -νομίζω θα ’πρεπε να διατηρήσουν και το ιστορικό πια όνομα «Αμιράλ», (το θέατρο  
ιδρύθηκε το 1961, πριν από 57 χρόνια, απ’ τον Βαγγέλη Λειβαδά), «Μικρό Χορν» / «Αμιράλ», ας πούμε- θα στεγαστεί το έργο του Τέρενς Μακ Νάλι «Master Class» (1995). Που, όπως σας έγραφα στο totetartokoudouni.blogspot.com, στις 23 Απριλίου, θ’ ανεβεί, την ερχόμενη χειμερινή θεατρική περίοδο. Με την Μαρία Ναυπλιώτου στο ρόλο της Μαρίας Κάλλας, σε σκηνοθεσία Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου και μετάφραση Στρατή Πασχάλη -παραγωγή του Μιχάλη Αδάμ. 



Δύναμη. Δυναμική. Ανθεκτική. Πολύ σκληρή για να πεθάνει. Αυτές οι λέξεις μου ’ρχονται συνειρμικά, όταν βλέπω στο θέατρο την Αγλαΐα Παππά. Όχι τώρα. Ανέκαθεν. Απ’ την πρώτη στιγμή που την είδα στη σκηνή. Ηθοποιός με πρωταγωνιστική στόφα και σαφές στίγμα Ηθοποιού -με κεφαλαίο το ήτα. Που ναι, μεν, εκτιμάται αλλά, ίσως και λόγω των επιλογών της στο χώρο του ερευνητικού θεάτρου, κυρίως, δεν έχει γνωρίσει, κατά τη γνώμη μου, την αναγνώριση και την επιβράβευση όσο και όπως της αξίζει.

Η ερμηνεία της στις πρόσφατες «Παράξενες ιστορίες», μια μουσική παράσταση της Violet Louise βασισμένη σε κείμενα -πεζά και ποιήματα- του Έντγκαρ Άλαν Πόου, που παίχτηκαν «Πειραιώς 260», για το Φεστιβάλ Αθηνών, στερέωσε, γι άλλη μια φορά, την πεποίθησή μου. Η Violet Louise, με θετικό πρόσημο στη δημιουργία μουσικοθεατρικών παραστάσεων, όπου οι μουσικές κι 
οι πρόζες ισορροπούν αρμονικά, κατάφερε να μεταφέρει και να εκφράσει τον σκοτεινό κόσμο αυτού του σκοτεινού, του καταραμένου αμερικανού ρομαντικού του 19ου αιώνα, του αλκοολικού με το μυστηριώδες τέλος στα 40 του χρόνια, με τρόπο ιδεώδη, υπογράφοντας μετάφραση, σκηνοθεσία, μουσική και ηχητική και οπτική δραματουργία: μια παράσταση που την ανέδειξαν, σε αρμονική σύμπνοια, ο σχεδιασμός συστήματος αναπαραγωγής ήχου και εικόνας τη φροντίδα του οποίου είχε το Studio 19, οι συγκλονιστικοί φωτισμοί -ναι, ήταν Πόου!- του Σάκη Μπιρμπίλη, τα εξαιρετικά, απόλυτα λειτουργικά, δεμένα με τον ήχο και τα κείμενα βίντεο του Βασίλη Κουντούρη του Studio 19, η ηχοληψία του Κώστα Μπώκου -του Studio 19, επίσης- και τα κοστούμια της Λίλιαν Ξυδιά- μια ευτυχής συγκυρία.

Αλλά το αποτέλεσμα δε θα ’ταν το ίδιο αν δεν υπήρχε η Αγλαΐα Παππά στη σκηνή. Καθηλωμένη σε μια πολυθρόνα, που παρέπεμπε σε αναπηρικό αμαξίδιο, ερμήνευσε -ναι, ΕΡΜΗΝΕΥΣΕ!- απ’ τα σπλάχνα της τα ζοφερά αυτά κείμενα. Με την φωνή της που ηχεί ως μουσικό όργανο, με τη μοναδική σχέση που ’χει με το λόγο -μια αγωγή λόγου «εθνικοθεατρική», καθώς τη Δραματική Σχολή του Εθνικού έχει τελειώσει, διυλισμένη, όμως, περασμένη δια πυρός και σιδήρου, δουλεμένη, καλλιεργημένη, ανεπτυγμένη, εξελιγμένη μέσα απ’ τις συνεργασίες της με μοντέρνας έκφρασης σκηνοθέτες (Ανατόλι Βασίλιεφ, Λασάλ, Βογιατζής, Μαρμαρινός, Τερζόπουλος, Χουβαρδάς, Πατεράκη…)-, με μια θηριώδη τεχνική και μ’ απόλυτο αυτοέλεγχο: υποβλητική, επιβλητική, με κορυφώσεις -μ εκρήξεις- υπεράνθρωπες που ξέσκιζαν, η Αγλαΐα Παππά συνέπαιρνε. Και το επί σκηνής γερό δέσιμό της -η «χημεία», που λένε- με την Violet Louise, που ερμήνευε τα τραγούδια της πάνω σε ποιήματα του Πόου στο αγγλικό πρωτότυπο, να οδηγεί σ’ ένα μουσικοθεατρικό αποτέλεσμα όχι απλώς καρποφόρο αλλά 
έξοχο. Αν προστεθεί ο παράγοντας ότι ήταν η πρώτη εμφάνιση της Αγλαΐας Παππά μετά από ένα σοβαρότατο τροχαίο το οποίο είχε πριν από ένα χρόνο και που κατάφερε -είπαμε, δύναμη!- να το ξεπεράσει και να επανέλθει στη σκηνή ακόμα καλύτερη, επρόκειτο περί άθλου. Ενώ και στη ζωή είμαι σίγουρος -είπαμε, δύναμη!- ότι πολύ σύντομα θ’ ανακτήσει πλήρως τις δυνάμεις της.
Μια απ’ τις καλύτερες στιγμές του καλού φετινού Φεστιβάλ. Που θα πρέπει σίγουρα να ’χει συνέχεια -τρεις παραστάσεις ήταν λίγες, πολύ λίγες (Φωτογραφίες: Εύη Φυλακτού).  



Σας τα ’γραφα εγώ, περί ΚΙΝ.ΑΛ., στο «Τέταρτο Κουδούνι», ήδη απ’ τις 9 Απριλίου: «Δηλαδή, θ’ αποτελεί πλέον το αντίπαλον κεντροαριστερόν δέος; Το νεοπαγές (ή αναπαλαιωμένο;) Κίνημα Αλλαγής -τόσο, μα τόσο άρωμα ΠΑΣΟΚ… Και θα το λένε ΚΙΝ.ΑΛ.; Σα χάπι μού ακούγεται. Και, φοβάμαι, αναποτελεσματικό».
Ε, πριν αλέκτορα φωνήσαι…, οι φόβοι μου υλοποιήθηκαν (Εκτός κι αν βρούνε κάτι σε γενόσημο).
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…



H Ντίνα Μιχαηλίδη θα ερμηνεύσει τον κεντρικό ρόλο της Ναουάλ στο συγκλονιστικό έργο του εγκατεστημένου στο Κεμπέκ του Καναδά, με την οικογένειά του, απ’ τα δεκαπέντε του χρόνια, λόγω του εμφύλιου πολέμου στη χώρα του, Λιβανέζου Ουαζντί Μουαουάντ «Πυρκαγιές» που θ’ ανεβάσει η Ιώ Βουλγαράκη, το χειμώνα, για το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, στο «Βασιλικό Θέατρο» της Θεσσαλονίκης, σε μετάφραση Έφης Γιαννοπούλου -η πρεμιέρα, στις 26 Ιανουαρίου.
Θέμα στις «Πυρκαγιές», ακριβώς, ο Εμφύλιος του Λιβάνου κι ο αντίκτυπός του στους ανθρώπους που τον έζησαν, όπως ο συγγραφέας στα παιδικά του χρόνια, 
από κοντά, ενώ οι ρίζες του έργου ανιχνεύονται στην αρχαία ελληνική τραγωδία και ειδικότερα, στο μύθο του Οιδίποδα: η διαθήκη της Ναουάλ γίνεται η αφορμή τα δίδυμα παιδιά της, η Ζαν κι ο Σιμόν, να ταξιδέψουν, μετά το θάνατο της, μέχρι την Μέση Ανατολή για να ξεκαθαρίσουν τις αβέβαιες συνθήκες της γέννησής τους και ν’ αναζητήσουν τις ρίζες τους και τον πατέρα τους που θεωρούσαν νεκρό. Μέσα απ’ αυτήν την περιπλάνηση θ’ ανακαλύψουν κρυμμένα μυστικά της μητέρας τους -συνέπειες που ’χε στη ζωή της ο Εμφύλιος του Λιβάνου. Και χωρίς, καλά-καλά, να το αντιληφθούν θα βρεθούν αντιμέτωποι με αλήθειες που στιγμάτισαν τόσο τη ζωή της όσο και τη δική τους ζωή. Στο τέλος θ’ ανακαλύψουν την πραγματική τους ταυτότητα, πράγμα το οποίο θα τους τραυματίσει αλλά και θα τους λυτρώσει ταυτόχρονα.
Έργο που ’κανε την πρεμιέρα του το 2003, στο Μονρεάλ -και το 2010 μεταφέρθηκε, με τον ίδιο τίτλο, στον κινηματογράφο, απ’ τον γαλόφωνο Καναδό του Κεμπέκ Ντενί Βιλνέβ, με Ναουάλ την Βελγίδα, από πατέρα Μαροκινό και μητέρα Ισπανίδα, Λούμπνα 
Αζαμπάλ-, οι «Πυρκαγιές» του Μουαουάντ πρωτοπαρουσιάστηκαν στην Ελλάδα την περίοδο 2011/2012, απ’ το Εθνικό Θέατρο, με ηθοποιούς και θεατές πάνω στη σκηνή της Κεντρικής Σκηνής του, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη, με τις Λένα Παπαληγούρα, Μαρία Κεχαγιόγλου και Θέμιδα Μπαζάκα να ερμηνεύουν την Ναουάλ σε τρεις διαφορετικές ηλικίες της ενώ τη σεζόν 2016/2017 ανέβηκαν στην Λευκωσία, απ’ τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου, σε σκηνοθεσία που υπέγραφε ο Πάρις Ερωτοκρίτου, με τρεις, επίσης, ηθοποιούς στο ρόλο της Ναουάλ: Μαργαρίτα Ζαχαρίου, Παναγιώτα Παπαγεωργίου κι Ιωάννα Σιαφκάλη.


 
Με τη διεθνή διάκριση «Καλύτερος Ανερχόμενος Πολιτιστικός Προορισμός» για το 2017 βράβευσε την Αθήνα ο οργανισμός «Leading Culture Destinations Awards». Ο δήμαρχός μας Γιώργος Καμίνης παρέλαβε το βραβείο, στο Λονδίνο. Τον περασμένο Σεπτέμβριο.
Αλλά να και τα καλύτερα -εντελώς πρόσφατα: η Αθήνα και πάλι ξεχώρισε κερδίζοντας τρία βραβεία -«Όσκαρ του Τουρισμού» χαρακτηρίζονται: «Europe’s Leading City Break Destination» («Κορυφαίος Ευρωπαϊκός Προορισμός για Τουρισμό Πόλεων») 2018, για την Ακρόπολη το «Europe’s Leading Tourist Attraction» («Κορυφαίο Ευρωπαϊκό Τουριστικό Αξιοθέατο») 2018 και για το Γραφείο Συνεδρίων και Επισκεπτών του Δήμου Αθηναίων το «Europe’s Leading City Tourist Board» («Κορυφαίο Ευρωπαϊκό Γραφείο Τουρισμού Πόλης») 2018. Το βραβείο αυτό παρέλαβε, επίσης, ο δήμαρχός μας Γιώργος Καμίνης, ο οποίος «αναφέρθηκε στη συστηματική δουλειά που κάνει ο Δήμος για να προωθήσει την Αθήνα ως ιδανικό προορισμό για συνέδρια αλλά και για city break για όλο τον χρόνο».
(Η φωτογραφία, του LjA, επίσης πρόσφατη: Αθήνα, Ιούνιος 2018…).
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…



Τη φάρσα «Γουρούνι στο Σακί» (1888) του Ζορζ Φεντό θα παρουσιάσει τον επόμενο χειμώνα ο Βασίλης Βλάχος στο θεατράκι του «Αλεξάνδρεια» της πλατείας Αμερικής, στη μετάφραση της Έρσης Βασιλικιώτη η οποία έχει αναλάβει και τη σκηνοθεσία σε συνεργασία με τον Νίκο Γκεσούλη -άλλη μια τρελή, 
«σαμπανιζέ» φάρσα του γάλου μάστορα του είδους στο γύρισμα του 19ου προς τον 20ο αιώνα.
Όπου ο πάμπλουτος βιομήχανος ζάχαρης Πακαρέλ θέλει ν’ ανεβάσει μια όπερα που ’χει συνθέσει η κόρη του. Για να στηρίξει το σχέδιό του, καλεί έναν διάσημο τενόρο απ’ την Όπερα του Μπορντό να πρωταγωνιστήσει. Ο νεαρός Ντιφοσέ που φτάνει, όμως, στο σπίτι τους απ’ το Μπορντό δεν είναι ο αναμενόμενος αλλά ο γιος φίλου του που ’ρχεται στο Παρίσι να σπουδάσει νομικά κι επισκέπτεται, χωρίς ειδοποίηση, τον Πακαρέλ, συστημένος απ’ τον πατέρα του. Ο νεαρός δεν καταφέρνει να εξηγήσει ποιος είναι, ο βιομήχανος τον εκλαμβάνει για τον τενόρο που περιμένει και τον βάζει να υπογράψει συμβόλαιο για την παράσταση με αποτέλεσμα μια σειρά σπαρταριστών παρεξηγήσεων.
«Μια ‘κουνημένη’ οικογένεια σε απόλυτη σύγχυση», όπως σημειώνεται, «πασχίζει ν’ αναβαθμίσει το κοινωνικό της προφίλ μέσω της τέχνης. Πρόκειται για τρελή διακωμώδηση των ανερμάτιστων και φιλόδοξων αστών που θεωρούν ότι με το χρήμα όλα αγοράζονται, ακόμα και το χρίσμα του καλλιτέχνη».
Στην παράσταση, που ’ναι προγραμματισμένη για τον Οκτώβριο, θα παίζουν, εκτός του Βασίλη Βλάχου, οι Κάτια Σπερελάκη, Μελίσσα Στοΐλη, Νίκος Ντούπης, Κωνσταντίνος Σπυρόπουλος, Νατάσα Παπαδάκη, Σάκης Σιούτης, Δημήτρης Χαλούλος ενώ τα 
σκηνικά και τα κοστούμια θα ’ναι της Ανθής Σοφοκλέους.
Η τελευταία φορά που το «Γουρούνι στο σακί» του Φεντό παρουσιάστηκε στην ελληνική σκηνή ήταν το περσινό καλοκαίρι του 2017, απ’ το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης, σε σκηνοθεσία Γιάννη Καραχισαρίδη, με τον Δημήτρη Πιατά και τον Θανάση Τσαλταμπάση επικεφαλής στη διανομή.



Ομάδα Θεάτρου «Τρις» -Χρηστίνα Γαρμπή, Κωνσταντίνος Κουνέλλας, Βασίλης Σαφός: τους είχα δει, παιδιά ακόμα, πρόπερσυ, στο «Bios Tesla» να κάνουν Κλάιστ -«Μίχαελ Κόλχάας. Η ιστορία ενός δίκαιου ανθρώπου», δραματουργική επεξεργασία της νουβέλας-του «Μίχαελ Κόλχάας»-, σε συλλογική σκηνοθεσία κι είχα γράψει θετικά για το αποτέλεσμα στο «Τέταρτο Κουδούνι», στις 21 Ιανουαρίου του 2016.
Τα παιδιά επανήλθαν -στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και του Κύκλου-του «Άνοιγμα στην Πόλη-Αθήνα»: κήπος του υπέροχου Μεγάρου «Υπατία» -δυστυχώς πολύβουος, καθότι Πατησίων και Ηπείρου- και «Ζεμφύρα ή Το μυστικόν της Πασιφάης», δραματική επεξεργασία του διηγήματος του Ανδρέα Εμπειρίκου, και πάλι σε συλλογική σκηνοθεσία.
Αν όμως έχεις την υψηλή φιλοδοξία κι αποφασίζεις ν’ ανεβάσεις Εμπειρίκο, για να μη θεωρηθεί θράσος, μελετάς εξαντλητικά πρώτα τη γλώσσα του -αυτή την «τεχνητή», ιδιότυπη καθαρεύουσα. Κι αν δεν την ξέρεις την καθαρεύουσα -που, σίγουρα, τα παιδιά αυτά δεν την ξέρουν ούτε την καταλαβαίνουν γιατί δεν τη διδάσκονται, ένας, μεγαλύτερός τους μάλιστα, κάποτε, καθώς βλέπαμε τον Βιζυηνό της Άννας Κοκκίνου μου ’λεγε «δεν καταλαβαίνω τίποτα», αναζητάς κάποιον που να σου τη διδάξει -να σου εξηγήσει λέξη-λέξη το κείμενο. Διότι, διαφορετικά, δεν μπορείς να το κατεβάσεις στο κοινό.
Ενδιαφέρον το σκηνικό που υπέγραφε η Άρτεμις Σιέρρα, ευφάνταστα τα κοστούμια -ειδικά της Ζεμφύρας- απ’ τον Δήμο Κλιμενώφ αλλά -λυπάμαι- βαρέθηκα. Άκουγα συνέχεια παρατονισμένο λόγο -μεγάλη, χαίνουσα πληγή του θεάτρου μας τα τελευταία χρόνια, οι περισσότεροι ηθοποιοί παρατονίζουν πια κι όχι μόνον όταν το κείμενο είναι στην καθαρεύουσα…- και εισέπραττα, από άπειρους ηθοποιούς, μια αφέλεια που μόνο σε θέατρο για παιδιά θα ταίριαζε, ίσως -και αν... Ας το σκεφτούν οι τρεις της «Τρις» κι ας το ψάξουν για τη συνέχεια (Φωτογραφία: Πηνελόπη Γερασίμου).  


«Το θέατρο ‘Αλκμήνη’ αποχαιρέτησε τη χρονιά που πέρασε με μια μεγάλη γιορτή, αφιερωμένη στα δέκα χρόνια από την ίδρυσή του», διάβασα. Πώς είχα την εντύπωση ότι το θέατρο «Αλκμήνη» ίδρυσε το 1996, πριν από 22 χρόνια, ο Άκης Δαβής; 
Προφανώς τα δέκα χρόνια της γιόρτασε η Εταιρεία Θεάτρου «Αλκμήνη» που ανέλαβε το θέατρο το 2008. Το σεβαστικό, το δεοντολογικό έστω, δε θα ’ταν να γίνει έστω και μια τιμητική αναφορά στ όνομά του Άκη Δαβή; Πόσο μάλλον όταν φέτος συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια απ’ τον αιφνίδιο θάνατό του. 




Η καλύτερη, ίσως -γιατί έχει ήδη κάνει πολλές εξαιρετικές ερμηνείες -Μαρία Σκουλά που ’χω δει. Στον ιλιγγιώδη «Οδυσσέα» του Τζέιμς Τζόις, που δυο κεφάλαιά του -«Ναυσικά» και «Πηνελόπη»- επεξεργάστηκαν δραματουργικά και σκηνοθέτησαν ο Δημήτρης Αγαρτζίδης κι η Δέσποινα Αναστάσογλου και παρουσίασαν «Πειραιώς 260», στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, με τους «Elephas Tiliensis» τους. Παλλόμενη, δονούμενη, δαιμονική, συγκλονιστική, απ’ τα σπλάχνα της, στο οργασμικό αυτό, «ζωώδες», «χυδαίο» κείμενο-μονόλογο της Μόλι Μπλουμ του έργου -αντιστοιχία της ομηρικής Πηνελόπης- η Μαρία Σκουλά, στη χρυσή ωριμότητά της, κι ένας συναρπαστικός 

περίγυρος: ο τριμελής «Χορός» των Σειρήνων να ποδηλατεί πάνω στα κόκκινά του ποδήλατα γυμναστικής, οι άριστες, επιβλητικές μουσικές των «λάμδα», η αμμουδερή κλιτύς του σκηνικού και τα φωτεινά κοστούμια της Μαγδαληνής Αυγερινού -όλα άψογα δεμένα: μια εκδοχή σχεδόν μουσική, α λα Άρης Μπινιάρης. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Κι η παράσταση ν’ απογειώνεται.
Και μετά ήρθε η ανώμαλη προσγείωση. Κι η απογοήτευση: χωρίς καλή σύνδεση με το πρώτο, το δεύτερο μέρος -η «Ναυσικά»-, με τον Λέοπολντ Μπλουμ-Οδυσσέα στην ακροθαλασσιά, και γενικότερες αδυναμίες είχε κι ένα μεγάλο λάθος: ο τραγουδιστής -«Ξύλινα Σπαθιά»- Παύλος Παυλίδης, εντελώς ακατάλληλος σαν φιζίκ, κατά τη γνώμη μου, για το ρόλο και, επιπλέον, χωρίς καμιά σχέση με την υποκριτική, χωρίς τεχνική, χωρίς στερεωμένο λόγο -και μάλιστα σ’ ένα τόσο απαιτητικό κείμενο-, είχε, επιπλέον, την ατυχία να ακολουθεί το μονόλογο της Μαρίας Σκουλά. Κι αυτομάτως να τον συγκρίνουμε μαζί της. Η παράσταση έπρεπε να τελειώσει με το τέλος του μονολόγου της- μια ώρα που κρατούσε μέχρι τότε ήταν αρκετή. Κρίμα…



«The Voice» (ελληνιστί, εκ του αγγλικού, «Η Φωνή»): το προσωνύμιο του Φρανκ Σινάτρα. «La Voce» (ελληνιστί, εκ του ιταλικού, «Η Φωνή»): ο τίτλος της καλοκαιρινής περιοδείας της Φωτεινής Δάρρα. Ναι, «La Voce». Με το L και το V κεφαλαία. Μάλιστα. Με τον υπότιτλο «Από την Τζένη Βάνου στην Εντίθ Πιαφ και τις ‘Μάγισσες της Σμύρνης’». Σινάτρα, Βάνου, Πιαφ… Αργεί ο άνθρωπος;
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…

July 3, 2018

Έσα-Πέκα Σαλόνεν και «Φιλαρμόνια»: η ανάσταση της «Ηρωικής»




Ναι, αυτή, όντως, κατατάσσεται στις Μεγάλες Ορχήστρες: η «Φιλαρμόνια» -του Λονδίνου. Και, ναι, ο -Φινλανδός- Έσα-Πέκα Σαλόνεν, στους Μεγάλους του πόντιουμ. Το απέδειξαν, για άλλη μία φορά, χτες βράδυ, στο -τραγικά, απαράδεκτα μισοάδειο…- Ηρώδειο. 
Όπου ο Έσα-Πέκα Σαλόνεν, μέσα από τους σπουδαίους μουσικούς της «Φιλαρμόνια» που διηύθυνε, ανάστησε εκ νεκρών την «Ηρωϊκή» -την Συμφωνία αρ.3- του Λούντβιχ φαν Μπετόβεν (1803/1804, πρώτη εκτέλεση 1805), το αριστουργηματικό επιστέγασμα του κλασικισμού και προάγγελο του ρομαντισμού στη μουσική (στο οποίο ο Μπετόβεν είχε αρχικά δώσει τον τίτλο «Μποναπάρτε», αφιερωμένον στον Ναπολέοντα, Ύπατο τότε της Γαλικής Δημοκρατίας, που, με πάθος, πίστευε ότι ενσάρκωνε τις ιδέες της Γαλικής Επανάστασης, τίτλο που με οργή διέγραψε τον Μάιο του 1804, όταν ο Ναπολέων αυτοανακηρύχτηκε Αυτοκράτορας των Γάλων). Συμφωνία την οποία ο μαέστρος καθάρισε από τη μούχλα που έχει επικαθήσει και τη φθορά που έχει υποστεί από την πολυχρησία. Από ένα έργο που θα εισέπραττα, πλέον, αδιάφορα, ο Έσα-Πέκα Σαλόνεν αφαίρεσε όλα τα περιττά μαλάματα, έσκαψε βαθιά μέσα του, αναζήτησε -ως συνθέτης, άλλωστε, που είναι, εκτός από μαέστρος, και ο ίδιος- τη μπετοβενική πεμπτουσία και έδωσε μία ερμηνεία λιτή, ουσιαστική, συγκλονιστική που δεν κοκορεύτηκε ότι είναι «του Σαλόνεν» αλλά ήταν «του Μπετόβεν».
Σαν να μην είχα ακούσει ξανά το έργο, σαν να το ανακάλυπτα χτες το βράδυ. Αναρωτιόμουνα πότε ξανάκουσα έτσι το «Πένθιμο εμβατήριο» -το αντάτζιο ασάι- του δεύτερου μέρους, πότε ένοιωσα τόσο σαν δαντέλα το αλέγκρο κον μπρίο του πρώτου μέρους, πότε εισέπραξα έτσι το σκέρτσο-αλέγκρο βιβάτσε του δεύτερου ή το αλέγκρο μόλτο του φινάλε/τέταρτου -όλες αυτές οι αποχρώσεις, τα υπέροχα πιανίσιμι, τα συγκλονιστικά φόρτε…

Βέβαια, ο Έσα-Πέκα Σαλόνεν δεν θα έφερνε το ίδιο αποτέλεσμα, αν δεν είχε στη διάθεσή του τους υψηλών προδιαγραφών μουσικούς της «Φιλαρμόνια». Κύριος Αρχιμουσικός και Καλλιτεχνικός Σύμβουλος, όπως είναι οι τίτλοι του, της λονδρέζικης ορχήστρας από το 2008 -εδώ και δέκα χρόνια- έχει διαμορφώσει ένα γερά δεμένο συμφωνικό σύνολο, με προσωπικό ήχο -έναν λαμπερό, ανάλαφρο αλλά ισχυρό, «αγγλικό» ήχο-, που το καθοδηγεί μαλακά, διακριτικά και, ταυτόχρονα, αποφασιστικά. 

Η «Ηρωική» του Έσα-Πέκα Σαλόνεν θα ήταν αρκετή για να χαρακτηρίσει τη βραδιά. Υπήρχε, όμως, και συνέχεια στο δεύτερο μέρος: με Βάγκνερ -ένα ενδιαφέρον πρόγραμμα, καλά διαμορφωμένο γύρω από γερμανικό άξονα, με τις κορυφές Μπετόβεν και Βάγκνερ. Η ορχήστρα, ενισχυμένη πλέον, έδειξε ακόμα πιο ανάγλυφα τις εξαιρετικές δυνατότητές της, με αποσπάσματα από «Το λυκόφως των θεών», το τέταρτο -επιλογικό- μουσικό δράμα (1869-1874) της τετραλογίας «Το δαχτυλίδι του Νίμπελούνγκ» (πρώτη εκτέλεση της πλήρους τετραλογίας 1876) του Ρίχαρντ Βάγκνερ: «Αυγή» και «Ταξίδι του Ζίγκφριντ στον Ρίνο», «Ο θάνατος του Ζίγκφριντ» και «Πένθιμο εμβατήριο», «Η θυσία της Μπρουνχίλντε».
Ο Έσα-Πέκα Σαλόνεν έδωσε το απόσταγμα μιας από τις κορυφαίες -παρά το στόμφο της- ρομαντικές στιγμές στη μουσική, ανασύροντας λεπτότατες αποχρώσεις -συναρπαστικό το «Πένθιμο εμβατήριο» με τα χάλκινα της ορχήστρας να μεγαλουργούν. Η αμερικανίδα μέτζο Μισέλ ΝτεΓιανγκ, εντυπωσιακής εμφάνισης, ενσάρκωση βαλκιρίας -πανύψηλη, ξανθά μαλλιά θύσανος, με μία εκθαμβωτική, μαύρη παγιετέ τουαλέτα-, με ανθεκτικό βαγκνερικό φωνητικό μέταλλο τραγούδησε το κομμάτι της γραμμένης, όμως, για σοπράνο Μπρουνχίλντε με επάρκεια μεν αλλά και κάπως ζορισμένα, επιστρατεύοντας βιμπράτο. Αλλά χωρίς να αλλοιώσει το συνολικό συναυλιακό αποτέλεσμα.
Μία βραδιά αξέχαστη! (Φωτογραφίες: Θωμάς Δασκαλάκης).

Ωδείο Ηρώδη του Αττικού, 2 Ιουλίου 2018.

June 29, 2018

Απ’ την «Κόκκινη» κι απ’ την «Λευκή» ποια να διαλέξω… ή Σχεδόν «Τιτανικός» στο Μέγαρο



Το Τέταρτο Κουδούνι / 29 Ιουνίου 2018 


Το «Αφιέρωμα» στην Λούλα Αναγνωστάκη, για μένα -το ξανάγραψα-, είναι η αιχμή του δόρατος του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών -που, σιγά-σιγά, αποδεικνύεται ότι κρύβει θησαυρούς είτε περσινούς, σίγουρους, όπως το «Αποτυχημένες απόπειρες αιώρησης στο εργαστήριό μου», είτε φρέσκους, όπως οι ρόσικες «Τρεις αδελφές», το ουγγαρέζικο «Απομίμηση ζωής» ή οι συναυλίες «Τα μυστικά της Εγνατίας» κι «Η μυθολογία του Χέντελ», για τα οποία ήδη σας έγραψα, αλλά και το καίριο πάνω στο μεταναστευτικό «Talos» του Αρκάντι Ζάιντες, το άκρως τολμηρό -στις περί της κατάληξης της Ευρωπαϊκής Ιδέας… απόψεις του- «1993» του Ζουλιέν Γκοσλέν ή το εκρηκτικό «Inoah» του Μπρούνο Μπελτράο, όλα εξαιρετικά ενδιαφέροντα, για τα οποία, δυστυχώς, δεν κατάφερα να σας γράψω πιο αναλυτικά, πότε να προλάβω; 
Ας επιστρέψω, όμως, στο Αφιέρωμα Λούλα Αναγνωστάκη. Προσωπικά το άνοιξα -και καλά έκανα- με την έκθεση «Δωμάτια μνήμης»: δώδεκα δωμάτια, το καθένα αφιερωμένο σ’ ένα απ’ τα δώδεκα έργα που μας άφησε κληρονομιά ανεκτίμητη η Λούλα Αναγνωστάκη, διαμορφωμένο με κάποια έπιπλα της ατμόσφαιρας του έργου, φωτογραφίες που σχετίζονται με την εποχή του, φωτογραφίες της συγγραφέα με τον Γιώργο Χειμωνά -το σύντροφό


της στη ζωή-, τον Μανώλη Αναγνωστάκη -τον αδελφό της-, και τον περίγυρό τους -σε κάποιες, απ’ τα εφηβικά της χρόνια, χωρίς τα περίφημα μαύρα γυαλιά-σήμα κατατεθέν της-, αποκόμματα 
εφημερίδων με κριτικές, προγράμματα, ηχογραφήσεις του συγκεκριμένου έργου για το ραδιόφωνο που μπορείς ν’ ακούσεις από ακουστικά -συγκινήθηκα ψάχνοντας να βρω μόνος μου τις φωνές των ηθοποιών που ακούγονται, θυμήθηκα πώς μεγάλωσα θεατρικά μέσω ραδιοφώνου κυρίως-, με βίντεο της πρώτης παράστασης του έργου -όσα λίγα σώζονται… Μπαίνεις σε κάθε δωμάτιο κι ένα λεπτό άρωμα Αναγνωστάκη σε διαπερνά -ο Εμφύλιος, η Χούντα, η Μεταπολίτευση, παραστάσεις-σταθμοί, ο Κουν, η Ρένη, ο Λευτέρης και τόσοι, μα τόσοι άλλοι… Και, πριν ξεκινήσεις, στο άνοιγμα της έκθεσης, η ηχογράφηση μιας εξομολογητικής συνέντευξης της συγγραφέα -μιας συνέντευξης συγκινητικής που σε υποβάλλει, σε καθηλώνει.
Μπράβο στην Δήμητρα Κονδυλάκη που ’χε την επιμέλεια της έκθεσης, μπράβο στον Γρηγόρη Ιωαννίδη και στον Μάνο Καρατζογιάννη (αρχειακή έρευνα και δραματουργική επεξεργασία), μπράβο στην Λουκία Μάρθα και στον Αλέξανδρο Βαζάκα για τη σκηνογραφική μελέτη και την εικαστική επιμέλεια και σ’ όλους τους συνεργάτες τους -της άξιζε της Λούλας Αναγνωστάκη η έκθεση αυτή.

Κατόπιν είδα την «Πόλη» της, ανεβασμένη απ’ τον Γιάννη Μόσχο: μια σφιχτή, καίρια παράσταση που στόχευσε στο πυρήνα του έργου, οι πιντερικές ατμόσφαιρες και παύσεις της Αναγνωστάκη εύγλωττες, καταπληκτικά τα βίντεο-απολήξεις της σκηνικής δράσης (κινηματογραφήσεις Μιχάλης Κλουκίνας, Αντώνης Κατρακάζης) κι ανάμεσα στις σκηνές, αυτές οι 
τρομακτικές, εσωτερικές, ανατριχιαστικές δονήσεις: ένας κόσμος που συνεχίζει, απ’ το 1945 του Μπούχενβαλντ, απ’ το 1965 του έργου, να τραντάζεται, να κλονίζεται συθέμελα -σείονται τα έγκατα της πολυκατοικίας μας. Κι οι τρεις εξαιρετικοί ηθοποιοί -Λουκία Μιχαλοπούλου, Θέμης Πάνου, Μιχάλης Συριόπουλος-, καλά δεμένοι, αποδοτικοί, ουσιαστικοί. Μακάρι να ’χει συνέχεια η παράσταση αυτή.
Δυστυχώς το κλείσιμο του Αφιερώματος μόνο πανηγυρικό δεν το βρήκα…: «Εργοτάξιο Λούλα Αναγνωστάκη» της Ρούλας Πατεράκη. «Πράξη μετα-δραματουργίας στο θεατρικό έργο της Λούλας Αναγνωστάκη», λέει, εις μέρη δύο -«Η Λευκή Παράσταση», «Η Κόκκινη Παράσταση» (αμάν πια αυτή η εκζήτηση…, πρόταση ήδη δοκιμασμένη επιπλέον, θυμάμαι, κι όταν έκανε -και τις έκανε, τότε, πολύ καλά- η Ρούλα Πατεράκη τις «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ, μια δεύτερη εκδοχή -αυτή, πολύ βαρετή…- ως «Η Λευκή Παράσταση») μ’ έμφαση, λέει, στην πρώτη, στο έργο της Αναγνωστάκη ως «πρότυπο ψυχαναλυτικής γραφής», στη δεύτερη, ως «πρότυπο πολιτικής γραφής». Και χαλάλι η -…συμφυής με την Ρούλα Πατεράκη- εκζήτηση. Αλλά εγώ -που δεν ήξερα απ’ την «Κόκκινη» κι απ’ την «Λευκή» ποια να διαλέξω και πήγα και στις δυο…- παρακολούθησα δυο μακροσκελείς, άρρυθμες και πάρα πολύ βαρετές παραστάσεις, με απάνθισμα-σύνθεση εν συγχύσει απ’ όλα τα έργα της Αναγνωστάκη -γιατί; Τι τα ’θελε ΟΛΑ η σκηνοθέτρια; Τι μεγαλομανία!-, μάλλον πρότυπο προχειρότητας -στα όρια του άρπα-κόλλα-, συνδεδεμένα με στοιχεία… παραστασιογραφίας, μ’ ένα πλήθος καλών ηθοποιών -άλλους έγραφε το πρόγραμμα, άλλοι έπαιζαν ή μάλλον διάβαζαν, διότι όλο διαβαστό ήταν, κάνοντας, απροετοίμαστοι όντας, σαρδάμ -οι 


οποίοι χαντακώθηκαν -άντε, να διασώζονταν η Δήμητρα Χατούπη κι ο Ντένης Μακρής. Παραστάσεις που, και για ραδιοφωνικό θέατρο να επρόκειτο, πολύ καλύτερες και πιο προετοιμασμένες θα ’ταν...
Επαναλαμβάνω: ας προσέξει η Ρούλα Πατεράκη μ’ αυτήν την άμετρη, ξέφρενη δραστηριότητα -παίζω, σκηνοθετώ, διασκευάζω… Βλάπτει την ιστορία της. Εδώ, όμως, τελικά, έβλαψε και την Λούλα Αναγνωστάκη (Φωτογραφίες 5, 6, 7, 8: Εύη Φυλακτού). 





Κάθε εποχή έχει τους ήρωες που της αξίζουν…
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…




Τον διακεκριμένο σέρβο σκηνοθέτη Νεμπόισα Μπράντιτς -ο οποίος διετέλεσε και υπουργός Πολιτισμού και Ενημέρωσης της Σερβίας, απ’ το 2008 έως το 2011, στην πρώτη κυβέρνηση του Μίρκο Τσβέτκοβιτς- μετακαλεί η Άννα Βαγενά για να σκηνοθετήσει το έργο «Δυο γυναίκες χορεύουν» του Καταλανού Ζουζέπ Μαρία Μπενέτ ι Ζουρνέτ που θα παρουσιάσει, τον επόμενο χειμώνα, στο «Μεταξουργείο», με την ίδια και την Γιασεμί Κηλαηδόνη στους δυο βασικούς -και μόνους- ρόλους του, όπως σας έγραφα στις 18 Απριλίου, στο «Τέταρτο Κουδούνι».
Σκηνοθέτης και καλλιτεχνικός διευθυντής στο «Θέατρο του Κρούσεβατς» απ’ το 1981 έως το 1996, επικεφαλής του περίφημου «Ατελιέ 212» του Βελιγραδίου απ’ το 1996 έως το 1997, καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου της Σερβίας απ’ το 1997 έως το 1999 αλλά, αργότερα, μετά το 2000, και του «Δραματικού Θεάτρου Βελιγραδίου» καθώς και του «Κνιάζεβσκο-Σερβικού Θεάτρου» του Κραγκούγιεβατς, δημιουργός του Φεστιβάλ Χορού του Βελιγραδίου, με περισσότερες από 70 σκηνοθεσίες -πρόζα, όπερα, μιούζικαλ…- στην Σερβία, στις άλλες χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας και σε πολλές ακόμα ευρωπαϊκές χώρες, με βραβεία στο ενεργητικό του, καθηγητής της δραματικής τέχνης και με βιβλία στο βιογραφικό του, σήμερα αρχισυντάκτης Πολιτιστικού και Καλλιτεχνικού Προγράμματος στην Σερβική Ραδιοτηλεόραση, ο Νεμπόισα Μπράντιτς έχει ήδη συνεργαστεί με την Άννα Βαγενά και το «Μεταξουργείο», όταν, τη σεζόν 2005/2006, ανέβασε εκεί τον «Γυάλινο κόσμο» του Τένεσι Γουίλιαμς.



Πόση ανοησία, πόση βλακεία, πόση ασχετοσύνη, πόση παραπληροφόρηση, πόση χυδαιότητα εισέπραξα, πόσα fake news αφειδώς διανεμόμενα μέσω facebook -και όχι μόνο μέσω facebook, παντού, διάχυτα…- διάβασα κι άκουσα τις μέρες αυτές σε σχέση με το Μακεδονικό και τη Συμφωνία των Πρεσπών! Πόσος τσάμπα πατριωτισμός… Αμάσητα τα καταπίνει ο Έλληνας -σε πέλαγος άγνοιας αλλά και ν’ αρνείται να διαβάσει, ν’ ακούσει, να μάθει… Και τα βροντοφωνάζει, τα επαναλαμβάνει, τα μοιράζει. Ανεξέλεγκτα.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…



Ο Ακύλλας Καραζήσης θα ’ναι, τελικά, αντί του Θέμη Πάνου, ο Πάστορας Μάντερς στους «Βρικόλακες» του Χένρικ Ίψεν, που θ’ ανεβάσει τον επόμενο χειμώνα -σας έγραφα στο totetartokoudouni.blogspot.com, στις 10 του περασμένου Μαρτίου- ο Δημήτρης Καραντζάς για το «Θέατρο Τέχνης» στο θέατρο της Φρυνίχου. Στη διανομή, όπως σας είχα ήδη γράψει, Κυρία Άλβινγκ η Ρένη Πιττακή, Όσβαλντ ο Μιχάλης Σαράντης, Ρεγγίνα η Ιωάννα Κολλιοπούλου, Έγκστραντ ο Κώστας Μπερικόπουλος.
Η Κλειώ Μπομπότη έχει αναλάβει τα σκηνικά, η Ιωάννα Τσάμη τα κοστούμια, ο Δημήτρης Καμαρωτός τη μουσική, ο Τάσος Καραχάλιος την κίνηση, ο Αλέκος Αναστασίου τους φωτισμούς. Για τη μετάφραση που θα χρησιμοποιηθεί γίνονται ακόμα συζητήσεις ενώ τη δραματουργία της παράστασης θ’ αναλάβει ο σκηνοθέτης μαζί με τη Θεοδώρα Καπράλου. 


Το διάβασα στα «Νέα», στην ηλεκτρονική σελίδα, και το βρήκα υπέροχο: «Όπως μεταδίδει ο ανταποκριτής των ‘Νέων’ στο Λονδίνο Γιάννης Ανδριτσόπουλος, ΠΕΡΙΠΟΥ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΜΕΝΟΙ (σ.σ. τα κεφαλαία δικά μου) Έλληνες από το απέναντι πεζοδρόμιο […]». Αυτός ο συνδυασμός «περίπου», «τέσσερις» και «συγκεντρωμένοι» με πέθανε.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…



Η Ματίνα Καλτάκη -η εντυπωσιακής ευρυμάθειας θεατρολόγος, με τα πλήρως εμπεριστατωμένα κείμενα κι η καλύτερη νομίζω πένα στο χώρο αυτό- ανέλαβε τη στήλη της κριτικής θεάτρου στην «Καθημερινή» διαδεχόμενη τη διαχρονική Άννυ Κολτσιδοπούλου. Η επίσης ικανότατη θεατρολόγος Σοφία Ευτυχιάδου ανέλαβε τη στήλη

κριτικής θεάτρου στην ιστοσελίδα ελculture.gr, μετά την καλή -σας έγραψα σχετικά στο «Τέταρτο Κουδούνι» στις 26 του περασμένου Νοεμβρίου- Τώνια Καράογλου που μεταπήδησε στο «Αθηνόραμα». Άλλα δυο ελπιδοφόρα μηνύματα για την ανανέωση της κριτικής θεάτρου στον τόπο μας. 



Ένα απ τα σημεία που συζητιόταν στις -πολύ δύσκολες, σκοτσέζικο ντους…- διαβουλεύσεις για το πώς θα βαφτίσουμε την -ακόμα- ακατονόμαστη γειτονική χώρα ήταν, λέει, όπως διάβασα, τι αρχικά χώρας θα αναγράφουν οι πινακίδες των αυτοκινήτων της. Και πώς θα «πρέπει» να μετατραπεί το MK που αναγράφουν


σήμερα (που τους το καλύπτουν με κολλημένο, πάνω στα αρχικά, χαρτάκι (!) όταν περνούν τα σύνορά μας, κάτι σαν κίτρινο άστρο των Εβρέων επί Χίτλερ...) και που σημαίνει MaΚedonija σε SMK ή GMK, αναλόγως του ονόματος που θα επιλεγόταν -Severna MaΚedonija ή Gorna MaΚedonija. Πραγματικά, καίριο θέμα…
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…



Συχνά μελαγχολώ βλέποντας το πρόγραμμα του Μεγάρου Μουσικής -του Αθηνών εννοώ, για το Θεσσαλονίκης τα συναισθήματα είναι εντονότερα... Για παράδειγμα, όταν βλέπω τη Συμφωνική Ορχήστρα της Πράγας που ’παιξε πρόσφατα εκεί να κατατάσσεται στον κύκλο «Μεγάλες Ορχήστρες». Ε, όχι! Δεν μπόρεσα ν’ ακούσω τη συναυλία της και δε διαπίστωσα ιδίοις ωσί την απόδοσή της αλλά η Συμφωνική Ορχήστρα της Πρωτεύουσας Πράγας (Symfonický Orchestr hl. m. Prahy/FOK -που σημαίνει Film-Opera-Koncert- / Prague Symphony Orchestra), ιδρυμένη το 1934, μπορεί να ’ναι καλή αλλά «Μεγάλη Ορχήστρα» δεν είναι. «Μεγάλη Ορχήστρα» της Τσεχίας (κι όχι μόνο) είναι η Τσέχικη Φιλαρμονική (Česká Filharmonie/Czech Philharmonic) που ιδρύθηκε το 1896. Δικαιολογημένη λοιπόν, εν μέρει, η σύγχυση που μπορεί να προκληθεί -ποια ορχήστρα έπαιξε, τελικά, στο Μέγαρο… 
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή... 




Όσο για τον καταιονισμό των θεατών απ’ τους μηχανισμούς πυρόσβεσης, που ψιλοπλημμύρισε (!) την Αίθουσα «Τριάντη» και κατέστρεψε τη δεύτερη παράσταση -για λογαριασμό του Φεστιβάλ Αθηνών- του «1993» του Ζουλιέν Γκοσλέν καθώς τη διέκοψε και τη ματαίωσε, έκπληκτος πληροφορήθηκα την είδηση -σχεδόν «Τιτανικός», καλά που δεν πνίγηκε και κόσμος σαν την Μάνδρα…- αλλά ακόμα πιο έκπληκτος ΑΚΟΜΑ περιμένω να διαβάσω μια ανακοίνωση του Μεγάρου που να εξηγεί ΥΠΕΥΘΥΝΑ τι συνέβη κι αν οι ζημιές αποκαταστάθηκαν κι η Αίθουσα μπορεί να χρησιμοποιηθεί και να ζητάει συγγνώμη απ’ τους θεατές -δεν την οφείλει ένας δημόσιος οργανισμός, όπως είναι πια το Μέγαρο; Αλλά σιωπή… 
Μόνο κάτι ανερμάτιστες δηλώσεις του προέδρου του Μεγάρου Νίκου Θεοχαράκη διάβασα, στο ρεπορτάζ της Μαίρης Αδαμοπούλου στα «Νέα», όπου εξηγεί ότι… κακώς δε γίνεται συντήρηση στο Μέγαρο (που σαπίζει αργά αλλά σταθερά…) γιατί δεν έχουν τα χρήματα (Δηλαδή ποιος φταίει; Αυτός δεν είναι ο πρόεδρος; Γιατί δεν παραιτείται;) και κάτι μπούρδες ότι ο μηχανισμός πυρόσβεσης ενεργοποιήθηκε γιατί «είχε πολλούς καπνούς η παράσταση»! Μα οι καπνοί αυτοί είναι «θεατρικοί», δεν είναι πυρκαγιάς. Είναι δυνατόν απ’ αυτούς να ενεργοποιείται η πυρόσβεση; Πώς είναι δυνατό να ’χει σχεδιαστεί σε κοτζάμ Μέγαρο έτσι, όταν, σε συντριπτικό πια ποσοστό παραστάσεων, γίνεται κατάχρηση αυτών των «καπνών»; Μήπως, απλώς, τα ’χουν κάνει μούσκεμα;


«Σοκ σε Σάντα Φε και Καρδίτσα»: ο τίτλος στα «Νέα» που με συγκλόνισε επί δέκα μέρες. Στο θέμα για την υπόθεση του νεαρού Ελληνοαμερικανού με καταγωγή απ’ την Καρδίτσα, ο οποίος σκότωσε δέκα στο σχολείο του, στην Σάντα Φε του Τέξας.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…




Δεν τον γνώριζα, τότε, το δικηγόρο Χρήστο Γραμματίδη που φυγε απ’ τη ζωή στις 23 Ιουνίου, στα 36 του χρόνια. Το 2014, μετά από ένα ομοφοβικό δημοσίευμα εναντίον μου κάποιου κριτικού θεάτρου, με τον αντιπροσωπευτικό της χυδαιότητας του περιεχομένου του τίτλο «Συκωταριές» (ναι, με ύψιλον…), στην τότε «Ελευθεροτυπία», βγήκε και δημοσίευσε, χωρίς να ‘χει κανένα λόγο και κανένα συμφέρον ένα θαρραλέο, ενυπόγραφο κείμενο υπεράσπισής μου.
Το 2016, μετά την ανάλογης χυδαιότητας απαγόρευση της εισόδου μου στο θέατρο «Στοά», που δημοσιοποίησα, ο Χρήστος Γραμματίδης -τον οποίο είχα γνωρίσει πια αλλά δεν ήμασταν και φίλοι κολλητοί- και πάλι βγήκε κι εκτέθηκε μ’ ένα κείμενο υπεράσπισής μου.
Στο ενδιάμεσο διάστημα και στη συνέχεια, μέσω των αναρτήσεών του στο facebook, ανακάλυπτα, μ’ έκπληξη κάθε φορά, έναν άνθρωπο όχι απλώς ευαίσθητο αλλά βαθιά καλλιεργημένο, πολιτικά συνειδητοποιημένο, με καθαρό, σωστό μυαλό, με οξυδέρκεια, με γνώση, μ’ ευρυμάθεια και, κυρίως, με χιούμορ. Ο τρόπος που μας παρουσίασε με χιούμορ (!), με αυτοσαρκασμό τον επιθετικό καρκίνο που τον προσέβαλε πριν από λίγους μήνες και την πορεία του ήταν σπαρακτικά αφοπλιστικός. Μεγάλη δύναμη! Ο θρήνος που ακολούθησε -κι ακόμα ακολουθεί- το θάνατό του, από ανθρώπους που στην πλειονότητά τους δεν τον είχαν ποτέ γνωρίσει από κοντά, ήταν -είναι- ενδεικτικός.
Για όλους τους παραπάνω λόγους το λιγότερο που ’χω να κάνω είναι να του αφιερώσω το σημερινό «Τέταρτο Κουδούνι». Μ’ ένα ακόμα, μεγάλο «ευχαριστώ».