February 6, 2024

Στο Φτερό / Δύο υπέροχοι νεαροί Ασιάτες που συνομίλησαν


Κρατική Ορχήστρα Αθηνών: συναυλία «Στις όχθες του Μολδάβα. 200 Χρόνια από τη Γέννηση του Σμέτανα» / Μουσική διεύθυνση: Βύρων Φιδετζής. Σολίστ: Τίμοθι Τσούι, βιολί-Τζαεμίν Χαν, βιολοντσέλο. 
 
Εξαιρετικά ενδιαφέρουσες οι μετακλήσεις από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών δόκιμων ή και βετεράνων καλλιτεχνών
διεθνούς ακτινοβολίας ως σολίστ στις συναυλίες της. Αλλά πρόκειται για ασφαλείς λύσεις. Εξίσου χρήσιμη και, ίσως, ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η μετάκληση νέων, πολλά
υποσχόμενων ή που έχουν αποδείξει ήδη το μέγεθος του ταλάντου τους. Εκεί ακριβώς ενεδρεύει η έκπληξη ή και ο ενθουσιασμός της «ανακάλυψης». Όπως και έγινε στην πρόσφατη συναυλία της: δύο νέοι σολίστ με το ιδιαίτερο πως επρόκειτο για Ασιάτες -και  οι δύο. Ο 29χρονος Καναδός/Αμερικανός αλλά με ρίζες, από τους γονείς του, στην Μαλεσία και στην Ινδονησία Τίμοθι Τσούι, βιολονίστας, και ο μόλις 18χρονος Νοτιοκορεάτης Τζαεμίν Χαν, βιολοντσελίστας. Οι δυο νεαροί μουσικοί ερμήνευσαν το Διπλό Κοντσέρτο για βιολί, βιολοντσέλο και ορχήστρα (1887) του Γερμανού Γιοχάνες
Μπραμς, έσχατο συμφωνικό έργο του, αν και πέθανε ύστερα από δέκα χρόνια. Ώριμο έργο, ρωμαλέο, όχι εύκολα προσβάσιμο, από το οποίο οι σολίστ ανέσυραν τη βαθιά λυρικότητα του -σαν να ακούγαμε κάτι που δεν είχαμε ξανακούσει- επιδεικνύοντας μία μοναδική σύμπνοια η οποία προφανώς αποδείκνυε, αν και δεν αναφέρεται στο πρόγραμμα, πως δεν συνεργάζονταν για πρώτη φορά: μία εξαιρετική «συνομιλία» ανάμεσα στα δύο όργανα, που ενθουσίασε. Αλλά αυτό δεν θα γινόταν αν η θαυμαστή σύμπνοιά τους δεν περιβαλλόταν στοργικά και από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών την  οποία ο αειθαλής Βύρων Φιδετζής οδήγησε άψογα από το πόντιουμ. Όχι,
πάντως, μόνο στο Κοντσέρτο αλλά και στα τέσσερα ακόμα έργα που παρουσίασε. Tην έντονης δραματικότητας Εισαγωγή Κοντσέρτου «Οθέλος» (1891/1892, πρώτη εκτέλεση 1892), τρίτο μέρος μιας τριλογίας ορχηστρικών εισαγωγών -η οποία, τελικά, διασπάστηκε για να εκδοθούν οι τρεις εισαγωγές χωριστά- και εναρκτήριο έργο της βραδιάς. Και, στο δεύτερο μέρος του προγράμματος, τρία συμφωνικά ποιήματα του Τσέχου 
 
Μπέντριχ Σμέτανα, στα 200 χρόνια από τη γέννηση του οποίου ήταν αφιερωμένη η συναυλία της ΚΟΑ. Από τον κύκλο έξι συμφωνικών ποιημάτων  

του «Η πατρίδα μου», καρδιά και έκφραση,  καθώς αντλούν από την παράδοση, τους θρύλους, την ιστορία και τα τοπία της Τσεχίας, της τσέχικης εθνικής μουσικής Σχολής, της οποίας ο Σμέτανα θεωρείται ο πατέρας: αρ.1 «Βισέχραντ» («Το ψηλό κάστρο») (1874, πρώτη εκτέλεση 1875) -αναφορά σε μεσαιωνικό κάστρο κτισμένο στην όχθη
του ποταμού Μολδάβα-, το ιδιαίτερα δημοφιλές αρ. 2 «Μολδάβας» (1874, πρώτη εκτέλεση 1875) -μουσική εξαιρετικά μελωδική, που δημιουργεί μία αίσθηση ροής του τσέχικου ποταμού- και το με εμβατηριακό χαρακτήρα αρ. 6 «Μπλανίκ» (1879, πρώτη εκτέλεση 1880) που αναφέρεται σε ένα τσέχικο βουνό. Ελκυστικές μουσικές στις οποίες ο Βύρων Φιδετζής και η ΚΟΑ έδωσαν υπόσταση και κύρος. Κερδισμένη βραδιά (Φωτογραφίες: Μαργαρίτα Νικητάκη).

(Χρήσιμο το πολύπτυχο πρόγραμμα-αφίσα της συναυλίας -υπεύθυνη έκδοσης Αλίκη Φιδετζή).

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών / Αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης», Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, 2 Φεβρουαρίου 2024.
 
(Τη συναυλία παρακολούθησα με πρόσκληση που μου παραχώρησε απευθείας η ΚΟΑ).

February 4, 2024

Αχ κουνελάκι, κουνελάκι, ξύλο που θα το φας…

 
Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 223


Πρώτη σκηνοθετική απόπειρα του Νίκου Καραθάνου σε κλασική όπερα -το βερίστικο δίπτυχο «Καβαλερία ρουστικάνα» του Μασκάνι / «Παλιάτσοι» του Λεονκαβάλο- στην Λυρική Σκηνή, μετά το άκρως συγκινητικό, εξαιρετικό 
προπέρσινο «Μέσα χώρα» του Άγγελου Τριανταφύλλου, που, βέβαια, χαρακτηριζόταν μεν όπερα αλλά όπερα δεν ήταν, μουσικό θέατρο θα το ’λεγες ίσως.
Εδώ, όμως, σα να τα βρήκε μπαστούνια. Μια αμηχανία διαπίστωσα, που την επέτειναν οι μεταλλικές σκαλωσιές -μια να τις σέρνουν από ’δω, μια να τις σέρνουν
από ’κει, με τους χορωδούς στριμωγμένους κι εγκλωβισμένους- συν μια τεράστα ανεμογεννήτρια στη μέση των, καλόγουστων, πάντως, σκηνικών του Λέσλι Τράβερς. Διαρκή μετωπικά στησίματα, σωρεία συμβόλων -Εσταυρωμένοι, και μικροσκοπικές Παναγίες, και…, και...-, κοστούμια (επίσης του Λέσλι Τράβερς), αφρικανικής εμπνεύσεως για την «Καβαλερία» -γιατί; Επειδή η Σικελία είναι κοντά στην Αφρική;- κι ολόλευκα 
με κάτι κοντά «κρινολίνα» για τις γυναίκες αλλά και τους άντρες της χορωδίας, όπου στους άνδρες ήταν συνδυασμένα και με πλατύγυρα καπέλα, στους «Παλιάτσους». Αρκούντως κιτς, δηλαδή, με κορωνίδα, με επιστέγασμα το
κοστούμι του Σίλβιο, του χωριάτη εραστή της Νέντα στους «Παλιάτσους» -ο βαρύτονος Διονύσης Σούρμπης-, που εμφανίζεται με αθλητικό παπούτσι, ψηλές λευκές κάλτσες, T-shirt λευκό με γυαλιστερές φάσες, συνδυασμένα με ευάερο λαμέ, παγιετέ, αστραφτερό σορτσάκι αλλά και με μάσκα-κεφάλι κούνελου -ή λαγού τύπου Μπαγκς Μπάνι; Τέλος πάντων, κονικλοειδούς ή της οικογενείας των λαγιδών. 
Αχ κουνελάκι, κουνελάκι, ξύλο που θα το φας... Τι να θέλει άραγε να πει ο ποιητής; (Ω, μετα-μοντερνισμέ -για να παραφράσω την καρατομημένη Μαντάμ Ρολάν της Γαλικής Επανάστασης-, πόσα εγκλήματα διαπράττονται εν ονόματί σου. Δηλαδή, ο Θεός να με σχωρέσει…).
Την παράσταση, πάντως, σώζει το μουσικό μέρος. Εκτός απ τις γοητευτικές, λαϊκές μουσικές των Μασκάνι και Λεονκαβάλο, η ορχήστρα της Λυρικής υπό τον Ιταλό Αντονέλο Αλεμάντι κι η Χορωδία της αποδίδουν εξαιρετικά κι οι φωνές γενικά, είναι καλές έως πολύ καλές -Δημήτρης Πλατανιάς-, με τον αρμένιο τενόρο Αρσέν Σογκομονιάν -Τουρίντου στην «Καβαλερία» και Κάνιο στους «Παλιάτσους»- να σκίζει
κλέβοντας την παράσταση. 
ΥΓ. Α, και μια απορία. Που δεν ξέρω ποιος θα μου τη λύσει… Αλήθεια, τι ακριβώς σημαίνει ο όρος «μουσική δραματουργία»; Που έρχεται, στο πρόγραμμα, τρίτη, ως δραστηριότητα συντελεστή της παράστασης, μετά τη μουσική διεύθυνση και τη σκηνοθεσία; (Φωτογραφίες: Valeria Isaeva).

February 3, 2024

Στο Φτερό / Η μεγάλη κυρία και το κοριτσάκι: το «αταίριαστο» ζευγάρι που ταίριαξε

 
Κρατική Ορχήστρα Αθηνών: συναυλία «Λιστ και Ελληνική Μυθολογία» / Μουσική διεύθυνση: Ιζαμπέλιε Γιανκαουσκάιτε. Σολίστ: Ελισό Βιρσαλάτζε, πιάνο.
 
Και οι δύο γυναίκες. Και οι δύο από δημοκρατίες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, ανεξάρτητες πια. Αρχιμουσικός και σολίστ. Αυτά ήταν τα κοινά τους σημεία.  Αλλά και κάτι διαφορετικό διέθετε η συναυλία αυτή της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών: η ιδιαίτερα ταλαντούχα αρχιμουσικός, ένα κοριτσάκι
στα 26 του χρόνια, λεπτό, μικροκαμωμένο, που δείχνει 18, μία grande dame του πιάνου, στα 82 της, η σολίστ. Και όμως! Αυτό το «αταίριαστο«» ζευγάρι -κάτι σαν γιαγιά και εγγονή-
συνεννοήθηκε άψογα και δέθηκε εξαιρετικά. Ήταν που η Λιθουανή Ιζαμπέλιε Γιανκαουσκάιτε, η νεαρή μαέστρος, σεβάστηκε την γηραιά κυρία; Ήταν που η πιανίστα, η Γεωργιανή Ελισό Βιρσαλάτζε, η γηραιά κυρία, ξέρει να εναρμονίζεται με πιο σύγχρονους τρόπους ερμηνείας; Πάντως το αποτέλεσμα δεν πέτυχε απλώς. Ήταν ευτυχές. Η Κυρία Ελισό Βιρσαλάτζε ερμήνευσε στο δεύτερο μέρος, κλείνοντας τη συναυλία -όπως, τελευταία, συνηθίζει η ΚΟΑ, προφανώς για να κλέψει τις εντυπώσεις βάζοντας το 
 
κοντσέρτο της βραδιάς με τον μετακλημένο σταρ σολίστ στο τέλος του προγράμματος-, το Κοντσέρτο για πιάνο (1841 το πρώτο μέρος, ως Φαντασία για πιάνο και ορχήστρα, 1845 συμπληρωμένο με τα άλλα δύο ως Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα, πια) του Γερμανού Ρόμπερτ Σούμαν. Ξεσκολισμένη στον γερμανό συνθέτη και στο συγκεκριμένο έργο αλλά καθόλου 
 
διεκπεραιωτική η βετεράνα Κυρία Βιρσαλάτζε, πλήρης ενέργειας, πέρασε από τις δυναμικές φάσεις του έργου στις λυρικότερες με πλήρη γνώση του ρομαντικού ύφους, όπως ο Σούμαν το εκφράζει. Περιβεβλημένη με στοργή και φροντίδα -πριν προσφέρει ως ανκόρ την Μαζούρκα αρ. 43, έργο 67, αρ. 2 (1849, μεταθανάτια έκδοση) του Γαλοπολονού Φρεντερίκ (Φριντερίκ) Σοπέν, παραμένοντας στο ρομαντικό κλίμα- από 
 
την καλή ορχήστρα και το «κοριτσάκι». Το οποίο άνοιξε τη βραδιά με ένα αρκετά ενδιαφέρον έργο σύγχρονου έλληνα συνθέτη και μάλιστα σε πρώτη εκτέλεση: «Υπνερωτομαχία Πολύφημου» του Θάνου Μαργέτη, κάτι σαν συμφωνικό ποίημα, εμπνευσμένο από τον πόθο του τερατώδους ομηρικού Κύκλωπα Πολύφημου για την ωραία Νηρηίδα Γαλάτεια. Η ΚΟΑ με τη λιθουανή μαέστρο τα
κατάφεραν μία χαρά για να  συνεχίσουν εξαιρετικά και με δύο αμιγή συμφωνικά ποιήματα -η καρδιά και το θέμα της συναυλίας- του Ούγγρου Φραντς (Φέρεντς) Λιστ, εμπνευσμένα από την ελληνική μυθολογία: αρ. 4 «Ορφέας» (1853/1854, πρώτη εκτέλεση 1854 ως εισαγωγή στην πρώτη εκτέλεση στην Βαϊμάρη της όπερας του Κρίστοφ Βίλιμπαλντ Γκλουκ «Ορφέας και Ευρυδίκη») και αρ.
5 «Προμηθέας» (1850/1855). Η νεαρή αρχιμουσικός, με αυτοκυριαρχία και πυγμή, ερμήνευσε αέρινα, γοητευτικά τον λυρικό «Ορφέα» αλλά εκεί που επέδειξε έναν απρόσμενο
δυναμισμό, επιβεβαιώνοντας το μέγεθος του ταλάντου της, ήταν ο προμηθεϊκός «Προμηθέας»: δύο πολύ - πολύ ενδιαφέροντα έργα που δεν γνωρίζω ούτε αναφέρεται στο πρόγραμμα αν είχαν παιχτεί από την Κρατική ή και, γενικότερα, στην Ελλάδα. Μία ακόμα ενδιαφέρουσα βραδιά με την ΚΟΑ. Θέλω να ελπίζω ότι η Ορχήστρα μας θα τολμήσει να προχωρήσει και στην εκτέλεση των δύο μεγάλων συμφωνικών έργων του Λιστ, της Συμφωνίας «Ντάντε» και της Συμφωνίας «Φάουστ», που, επίσης, δεν έχω πληροφορίες αν έχουν ποτέ εκτελεστεί στην Ελλάδα. Καιρός είναι (Φωτογραφίες: Μαργαρίτα Νικητάκη).

(Φροντισμένο το πολύπτυχο πρόγραμμα-αφίσα της συναυλίας -υπεύθυνη έκδοσης Αλίκη Φιδετζή-, αν και θα ήθελα κάποιες πληροφορίες για τις πρώτες εκτελέσεις των δύο έργων του Λιστ στην Ελλάδα).

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών / Αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης», Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, 19 Ιανουαρίου 2024.

(Τη συναυλία παρακολούθησα με πρόσκληση που μου παραχώρησε απευθείας η ΚΟΑ).

January 19, 2024

Στο Φτερό / Η γυναικοκτονία ως ποίηση σκληρή

 
«Ρέκβιεμ» του Θεόδωρου Τερζόπουλου / Σκηνοθεσία: Θεόδωρος Τερζόπουλος
 
Σκηνή -ένα παραλληλεπίπεδο «κουτί»- σχεδόν γυμνή. Τεντωμένες δύο στενές, λευκές οθόνες στις δύο μακρόστενες πλευρές. Δύο ξύλινα γλυπτά στις άκρες, στο βάθος. Στο κέντρο ένα φωτεινός κύκλος με μπηγμένα δύο κοφτερά μαχαίρια. Ένας μη τόπος, ένας μη χρόνος. Το επέκεινα; Μία
γυναίκα μπαίνει αργά στο χώρο. Κατευθύνεται προς τη μία άκρη ενώ στη σκηνή εισέρχεται και μία δεύτερη γυναίκα που πηγαίνει προς την άλλη άκρη. Τραγουδούν. Η πρώτη στα αγγλικά τη «Μουσική για λίγο» του Χένρι Πέρσελ, δεύτερο μέρος της μουσικής που ο άγγλος συνθέτης του μπαρόκ έγραψε για τον «Οιδίποδα» των Ντράιντεν και Λι. Η δεύτερη το «Μη μ αφήνεις, μη» του Ζακ Μπρελ. Τραγουδούν πειραγμένα. Η πρώτη πρέπει να έχει 
αποδεχτεί την κατάσταση. Προσπαθεί να εισαγάγει και την άλλη. Θα βρεθούν στον κύκλο, θα ξεκαρφώσουν τα μαχαίρια από το ξύλινο δάπεδο, θα χορέψουν ένα αργό τάνγκο -η τέλεια
δεμένη με την ατμόσφαιρα μουσική του Παναγιώτη Βελιανίτη, που επαναλαμβάνεται σαν λούπα-, θα απειλήσουν η μία την άλλη με τα μαχαίρια κολλημένα σύρριζα στο λαιμό, θα απομακρυνθούν πάλι στα δύο άκρα και από τα γλυπτά θα τραβήξουν δύο κόκκινες κορδέλες με τις οποίες θα τυλίξουν τους λαιμούς τους -κάτι σαν στραγγαλισμός. Πολύ αργοί, υπνωτικοί ρυθμοί, σιωπές, ελάχιστος λόγος -έντεκα λέξεις όλες κι όλες που επαναλαμβάνονται -θυμάσαι, θάλασσα, νύχτα, ζέστη, εκεί...-, παντού γίνεται κόκκινο φως, όλα βάφονται στο κόκκινο του αίματος... Είναι ο τρόπος, ο αφαιρετικός, ο υπαινικτικός με τον οποίο ο σκηνοθέτης
Θεόδωρος Τερζόπουλος, έχοντας τον απόλυτο έλεγχο του αποτελέσματος, καθώς, όπως πάντα, υπογράφει τη σκηνική εγκατάσταση αλλά και το σχεδιασμό των φωτισμών, θέλησε να μιλήσει για τις διαρκώς αυξανόμενες γύρω μας γυναικοκτονίες αλλά και για την πρόσφατη απώλεια τριών αγαπημένων συνεργατών του -των ηθοποιών Σοφίας Μιχοπούλου και Ανέζας Παπαδοπούλου και του αδελφού του, εικαστικού Χαράλαμπου Τερζόπουλου στον οποίο οφείλονται 
και τα δύο γλυπτά της παράστασης. «Ρέκβιεμ» ο τίτλος της με τον απολύτως διαφωτιστικό υπότιτλο «Θραύσματα λέξεων, ήχων, εικόνων». Μία παράσταση λιτή, αφαιρετική, υπαινικτική αλλά εύγλωττη -τα μαχαίρια, οι κόκκινες κορδέλες, ο κόκκινος φωτισμός, οι επιλεγμένες λέξεις που ακούγονται, τα τραγούδια...-, ίσως εγκεφαλική αλλά και άκρως ποιητική -σκληρά ποιητική. Τα αέρινα, ονειρικά κοστούμια της Λουκίας συντελούν αποφασιστικά. Βέβαια το αποτέλεσμα πολλά χρωστάει και στις δύο ηθοποιούς. Έχοντας εμπεδώσει τη
μέθοδο Τερζόπουλου αλλά και με πλούσια προσόντα -φωνή, εκφορά του λόγου, κίνηση, εκφραστικότητα...-, η Σοφία Χιλλ και η Αγλαΐα Παππά αναδεικνύονται σε όργανα αλλά όργανα αυτεξούσια που υλοποιούν το όραμα του Θεόδωρου Τερζόπουλου. Καθηλώνουν (Φωτογραφίες: Johanna Weber).
 
(Ένα διαφωτιστικό, καλόγουστο τρίπτυχο σε χαρτόνι είναι, όπως πάντα, το έντυπο πρόγραμμα της παράστασης)
 
«Θέατρο «Άττις», 14 Ιανουαρίου 2024.

January 17, 2024

Στο Φτερό / Οδυσσέα εις Άδου κάθοδος ή Φωτερά σκοτάδια

 
«Νέκυια» του Γιάννη Αγγελάκα, κείμενο (Όμηρος, Ψυχουντάκης) των Γιάννη Αγγελάκα-Θεοδώρας Καπράλου / Σκηνοθεσία: Χρήστος Παπαδόπουλος 
 
Ο ακόμη περιπλανώμενος Οδυσσέας επιδιώκει να συναντήσει τον νεκρό πια μάντη Τειρεσία που να του φανερώσει τι τον περιμένει με τους συντρόφους του ώσπου να φτάσουν στην ποθητή Ιθάκη τους. Η μάγισσα Κίρκη, που κοντά της βρίσκονται εδώ και κάποιο διάστημα, τον συμβουλεύει πώς θα φτάσει στον Άδη και τι πρέπει να κάνει εκεί για να πετύχει το σκοπό του. Ο Οδυσσέας και οι
άνθρωποί του φτάνουν με το πλοίο τους στη χώρα των Κιμμερίων. Μία χώρα ανήλιαγη: εκεί είναι ο Άδης. Ο Οδυσσέας προσφέρει χοές και κάνει θυσία -οι φίλοι του σφάζουν τα κριάρια που έχουν φέρει μαζί τους. Οι ψυχές που πλησιάζουν μόλις πιουν από το αίμα των σφάγιων θα αναγνωρίζουν τον Οδυσσέα. Μέσα στο ζόφο, στα σκοτάδια, στο έρεβος, πρώτον συναντάει τον Ελπήνορα, από τους συντρόφους του, που όταν σκοτώθηκε στο νησί της Κίρκης αμέλησαν και δεν κατάφεραν να τον θάψουν και ο οποίος του ζητάει, όταν γυρίσουν, να το κάνουν. Συναντάει, όντως, τον 
Τειρεσία που του προμαντεύει και τις άλλες ταλαιπωρίες που τον περιμένουν μέχρι την Ιθάκη αλλά και όταν φτάσει στην Ιθάκη, συναντάει τη μητέρα του Αμφίκλεια η οποία έχει πεθάνει από τον καημό της που ο Οδυσσέας δεν γύρισε, συναντάει τον Αγαμέμνονα που του φανερώνει πως τον σκότωσε η γυναίκα του, η Κλυταιμνήστρα, μαζί με τον εραστή της Αίγισθο, όταν γύρισε στις Μυκήνες, συναντάει τον Αχιλλέα που τον ρωτάει για το γιο του τον Νεοπτόλεμο και 
χαίρεται όταν ακούει καλά νέα, συναντάει τον Αίαντα ο οποίος δεν του μιλάει, πάντα οργισμένος μαζί του για τα όπλα του Αχιλλέα που του τα πήρε ο Οδυσσέας με δόλο, βλέπει από μακριά τον Τιτυό, τον Τάνταλο, τον Σίσυφο που βασανίζονται τιμωρημένοι για τα αμαρτήματά τους... Και τρομαγμένος, αγριεμένος από την εμπειρία γυρίζει με τους συντρόφους του στο πλοίο τους
-γυρίζει στο φως. Αυτή είναι η ραψωδία λ -η «Νέκυια». Μία από τις συγκλονιστικότερες σελίδες της «Οδύσσειας» του Ομήρου, που προξενεί δέος. Την απόκοσμη «Νέκυια» συνέλαβε την ιδέα να παρουσιάσει στη σκηνή ο αναγεννησιακός, πολυτάλαντος -συνθέτης, τραγουδοποιός, τραγουδιστής, μουσικός παραγωγός, ποιητής, συγγραφέας, ηθοποιός...- Γιάννης Αγγελάκας ο οποίος έχει και την καλλιτεχνική επιμέλεια. Σε μία παράσταση που θα τη χαρακτήριζα μουσικού θεάτρου -«Οδύσσεια με πλήκτρα, φωνές και μουσικό 
πριόνι» τη χαρακτηρίζουν οι ίδιοι οι συντελεστές. Με την Θεοδώρα Καπράλου, που είχε και τη δραματουργική επιμέλεια, διάλεξαν την έμμετρη, σε ομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο και στην κρητική διάλεκτο μετάφραση από τα αρχαία ελληνικά της «Οδύσσειας», μετάφραση που παραπέμπει στα   
κρητικά έπη, από τον απόφοιτο δημοτικού σχολείου, βοσκό και μαχητή της Αντίστασης στην Κρήτη κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου Γεώργιο Ψυχουντάκη -αδιανόητο επίτευγμα!- , μία μετάφραση άμεση, με αβίαστη φυσικότητα, λαϊκή με την καλύτερη του όρου έννοια, και σ’ αυτή στήριξαν την ελεύθερη διασκευή και τους στίχους τους. Στο εξαίρετο τελικό κείμενο που έχουν παραδώσει οφείλεται, κατά ένα μεγάλο μέρος, η επιτυχία -το λέω εξαρχής- της παράστασης. Ο Γιάννης Αγγελάκας έχει γράψει υποβλητική μουσική που σαν
να ανασύρεται από τα σπλάχνα του κειμένου, την οποία ενορχήστρωσε με τον Ηλία Μπαγλάνη ενώ πρόσθετη μουσική έγραψε και ο Coti K. Οι μουσικές εκτελούνται άψογα επί σκηνής από δύο μουσικούς και τα φωνητικά από ένα γυναικείο κουαρτέτο. Αυτά έχει συντονίσει εξαιρετικά με τη σκηνοθεσία του ο Χρήστος Παπαδόπουλος, σε συνεργασία με την Κλειώ Μπομπότη για τα σκηνικά και την Ελευθερία Αράπογλου στην επιμέλεια των κοστουμιών. Μέσα σε ένα έρεβος που δημιουργεί δέος και όπου οι φιγούρες είναι δυσδιάκριτες
-γεννιούνται από το σκοτάδι. Ένα έρεβος που, για καλή τύχη της παράστασης -άλλο ένα λιθαράκι πολύ γερό όμως-, το φώτισε με τους φωτισμούς που σχεδίασε η Ελίζα Αλεξανδροπούλου. Πώς φωτίζονται τα ερέβη; Εδώ με μαγικό τρόπο: δέσμες κάθετες, πλάγιες, σημεία που εντοπίζονται, φως που φωτίζει τα σκοτάδια χωρίς να τα διαλύει. Πραγματικά πρόκειται για μία ευτυχή συγκυρία συντελεστών, που προσφέρει τα μέγιστα στο αποτέλεσμα. Φυσικά η «Νέκυια» δεν θα ήταν η ίδια αν δεν υπήρχαν οι φωνές της Όλιας Λαζαρίδου και του ίδιου του Γιάννη Αγγελάκα ως αφηγητών. Η «απαγγελία» τους ποτέ δε γίνεται απαγγελία, ποτέ δεν γίνεται θεατρινισμός αλλά ανασύρει, λέξη
τη λέξη, και χρωματίζει, επιβλητικά αλλά χωρίς ίχνος στόμφου, τα νοήματα συνεπαίρνοντας και καθηλώνοντας. Ειδικά η Όλια Λαζαρίδου, με την πείρα που διαθέτει, μου δημιούργησε συνειρμούς με μία άλλη, ανάλογη, αξέχαστη δουλειά, το «Ηχώ στο χάος», ένα πορτρέτο της Μαρίας Πολυδούρη, που είχε κάνει με μουσικές του Κωνσταντίνου Βήτα, τότε, και σε σκηνοθεσία Βαρβάρας Μαυρομάτη, στο ΔΗΠΕΘΕ Βόλου, το 1997. Δείτε την «Νέκυια». Πιστεύω ότι θα σας κατακτήσει (Φωτογραφίες: Πηνελόπη Γερασίμου).
 
(Έντυπο πρόγραμμα της παράστασης -επιτέλους, έντυπο πρόγραμμα από την «Στέγη»!-, μία έξοχη έκδοση -επιμέλεια Χριστίνα Κοσμόγλου, σύμβουλοι Ιλειάνα Δημάδη, Βάσω Βασιλάτου, καλλιτεχνική διεύθυνση Χρήστος Σαρρής- με το κείμενο της παράστασης. Η μετάφραση της «Οδύσσειας από τον Γεώργιο Ψυχουντάκη κυκλοφορεί από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης [1979]).
 
Στέγη Ιδρύματος Ωνάση / Κεντρική Σκηνή, 28 Δεκεμβρίου 2023.