November 19, 2018

Στο Φτερό / Όντως: Μεγάλη Ορχήστρα, Μεγάλος Ερμηνευτής


Εθνική Ορχήστρα της Ρωσίας / Μουσική διεύθυνση: Μιχαήλ Πλετνιόφ. Σολίστ: Νικολάι Λουγκάνσκι, πιάνο.

Ένας σπουδαίος πιανίστας. Ένας σπουδαίος μουσικός θα ’ταν το σωστότερο: o Νικολάι Λουγκάνσκι. Με Ραχμάνινοφ ξαναγύρισε ο ρόσος πιανίστας στο Μέγαρο Μουσικής. Στις 16 Οκτωβρίου του 2016 είχε ερμηνεύσει -συναρπαστικά- με την Φιλαρμονική του Βερολίνου, υπό τον Τουγκάν Σοχίεφ, την Ραψωδία του σ’ ένα θέμα του Παγκανίνι για πιάνο και ορχήστρα. Αυτή τη φορά ήταν το Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 3 (1909) του Ραχμάνινοφ. Με τη συνοδεία της Εθνικής Ορχήστρας της Ροσίας υπό τον Μιχαήλ Πλετνιόφ που, επίσης, έχουμε, ήδη, ακούσει στο Μέγαρο, και μάλιστα ως πιανίστα, σε ρεσιτάλ, στις 28 Φεβρουαρίου του 2002.

Έργο ρωμαλέο, σύνθετο, με μεγάλες δυσκολίες, με ανεπτυγμένες απαιτήσεις κι απ’ την ορχήστρα κι απ’ τον πιανίστα αλλά και με πολλές αβάντες για τον πιανίστα -μην ξεχνάμε πως ο Ραχμάνινοφ πιανίστας ήταν-, έργο, πιστεύω, πολύ σημαντικότερο απ’ το πιο δημοφιλές Δεύτερο Κοντσέρτο. Ο Νικολάι Λουγκάνσκι έδειξε -χωρίς να επιδείξει- το μέγεθός του: δυναμική ερμηνεία, γερή, σταθερή επαφή με τα πλήκτρα, εξαιρετική τεχνική, μουσικότητα, μεγάλη -τεράστια- ακρίβεια, γνώση τέλεια του ύφους του συνθέτη στον οποίο είναι ταμένος και του οποίου θεωρείται κορυφαίος 
ερμηνευτής κι απόλυτος αυτοέλεγχος. Τόσος αυτοέλεγχος ώστε η ερμηνεία του θα μπορούσε να θεωρηθεί εγκεφαλική. Κι όμως δεν ήταν! Ένα βαθύ συναίσθημα αναδυόταν απ’ αυτό το μελωδικότατο έργο του ύστερου ρομαντισμού χωρίς ποτέ η μουσική να γίνεται μελίρρυτη. Φυσικά, μερίδιο των επαίνων ανήκει σαφώς στην ορχήστρα που τον πλαισίωσε. Η Εθνική Ορχήστρα της Ρωσίας, ένα συμφωνικό σύνολο ηλικίας μόλις -σε σύγκριση με τους μεγαλειώδεις ρόσικους ορχηστρικούς δεινοσαύρους- είκοσι οκτώ χρόνων, που το ίδρυσε και το διευθύνει ο -και πιανίστας και συνθέτης- Μιχαήλ Πλετνιόφ, έχει βρει τις 

ισορροπίες του κι έχει αναδειχθεί σε πρώτης τάξεως συλλογικό όργανο, με καλά δεμένο, πλούσιο, βαθύχρωμο -στη ρόσικη παράδοση- προσωπικό ήχο. Ο Πλετνιόφ απ’ το πόντιουμ κι η ορχήστρα -σε διάταξη, πιθανότατα, ακουστικά αποτελεσματικότερη, όπου τα τσέλα καταλάμβαναν το κέντρο του πέταλου των εγχόρδων και τα κοντραμπάσα το αριστερό, ως προς το μαέστρο, άκρο- αγκάλιασαν τρυφερά και δεν ανταγωνίστηκαν τον πιανίστα, σ’ εξαιρετική σύμπνοια και ισορροπία μαζί του: μια ερμηνεία καθηλωτική που λογικό ήταν να καταχειροκροτηθεί. Στον ενθουσιασμό ο Νικολάι Λουγκάνσκι ανταπέδωσε -εντός κλίματος- μ’ ένα ανκόρ: ερμήνευσε λαμπερά το Πρελούδιο αρ 7 (1903) απ’ τα Δέκα Πρελούδια, έργο 23 του Ραχμάνινοφ. Η συναυλία, όμως, δεν ήταν μόνον το Κοντσέρτο κι ο Λουγκάνσκι. Ο Πλετνιόφ κι η 
Εθνική Ορχήστρα της Ρωσίας άνοιξαν τη βραδιά με μια ατμοσφαιρική ερμηνεία του συμφωνικού ποιήματος του Καμίγ(ι) Σεν-Σανς «Μακάβριος χορός», ενορχηστρωτικά συναρπαστική μεταγραφή απ’ τον γάλο συνθέτη ενός τραγουδιού του (1872), βασισμένου στο ομώνυμο ποίημα του Ανρί Καζαλίς. Στο δεύτερο μέρος η συναυλία συνεχίστηκε μ’ έργα, επίσης, ρόσων συνθετών. Πρώτα, το πρώτο μέρος (Πρελούδιο) της τετραμερούς σουίτας «Από τον Μεσαίωνα» (1902) του Αλεξάντερ Γκλαζούνοφ, ένα μικρό διαμάντι (που μ’ έκανε να 

σκεφτώ, γι άλλη μια φορά, πόσα ανάλογα διαμάντια κρύβονται ή είναι ξεχασμένα στα συρτάρια και στα ράφια, στην Ανατολική, κυρίως, Ευρώπη -πρόσφατα ανακάλυψα τον Ροσοπολονό Όσιπ Καζλόφσκι και το «Ρέκβιέμ» του- κι ακούμε όλο τα ίδια και τα ίδια...), έργο που το ανέδειξε κι η θαυμάσια εκτέλεσή του. Και στο τέλος, ως κορωνίδα, μια επταμερής σουίτα απ’ το αξεπέραστο, αντλημένο απ’ τον Σέξπιρ, μπαλέτο «Ρομέος και Ιουλιέτα» (1935) του Σεργκέι Πρακόφιεφ, που ’χει επιδέξια συναρμολογήσει ο ίδιος ο Μιχαήλ Πλετνιόφ. Η κορυφαία, ίσως, μαζί με τα τρία μεγάλα μπαλέτα του Τσαϊκόφσκι, συμφωνική παρτιτούρα για μπαλέτο, βρήκε άξιο, συναρπαστικό εκτελεστή στην Εθνική Ορχήστρα της Ρωσίας. Ο Πλετνιόφ, ήρεμη δύναμη στο πόντιουμ. Αργός, χαλαρός, χωρίς μεγάλες, επιδεικτικές κινήσεις θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι είναι και πλαδαρός αρχιμουσικός. Το αντίθετο: έχει την ικανότητα, χωρίς πολλά-πολλά, να κρατάει σε συνεχή εγρήγορση τους μουσικούς του κι όπου κι όταν χρειάζεται 
εσωτερική δύναμη κι ένταση, να τις εμπνέει. Πότε, άραγε, θα ’χαμε τη δυνατότητα ν’ ακούσουμε συναυλιακά, από ρόσικη ορχήστρα, ολόκληρο το «Ρομέος και Ιουλιέτα» του Προκόφιεφ; Έχει τόση συμφωνική δύναμη ώστε να μπορεί να σταθεί και χωρίς το χορό. Μια αξιομνημόνευτη από κάθε άποψη συναυλία. Όντως, μια «Μεγάλη Ορχήστρα» κι ένας «Μεγάλος Ερμηνευτής». (Κατατοπιστικό το έντυπο πρόγραμμα της συναυλίας -επιμέλεια Δέσποινα Παπαγιαννοπούλου. Αλλά κάπως βιαστικά γραμμένο. Ίσως, επίσης, επέστη ο χρόνος να καταργηθεί η συνήθεια τα βιογραφικά των καλλιτεχνών να μεταφράζονται και να ρίχνονται στο χαρτί ως έχουν αλλά να τυγχάνουν επεξεργασίας και τα στοιχεία τους να μπαίνουν σε μια σειρά).

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών / Αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης», Κύκλος «Μεγάλες Ορχήστρες-Μεγάλοι Ερμηνευτές», 18 Νοεμβρίου 2018.

November 18, 2018

Στο Φτερό / Όταν το ρέιβ γίνεται ατόφια ποίηση


«Crowd» / Χορογραφία: Ζιζέλ Βιεν 

Ένα ρέιβ πάρτι. Από ’κείνα που στοίχειωσαν τη δεκαετία, βασικά, του ’90. Σε κλαμπ, αποθήκες, χωράφια, χώρους κρυφούς... Μουσικές τέκνο, χάουζ, τρανς, άμπιεντ... Και, βέβαια, ναρκωτικά -τα χάπια ecstasy ήταν, σχεδόν, ένα must. Θυμάστε τα εντόπια ρέιβ; Στα Οινόφυτα; Που τα ΜΜΕ τα ’χαν δαιμονοποιήσει, με μανούλες να κλαίνε στα ριάλιτι για τα παιδιά τους τα οποία καταστρέφονταν; Ένα τέτοιο πάρτι -τώρα που η μόδα των ρέιβ έχει ξεθυμάνει και που συνεχίζουν να γίνονται αλλά με λιγότερο εναλλακτικό μανδύα και τα πράγματα έχουν κάπως κατασταλάξει- είναι η έμπνευση για τη γαλοαυστριακή χορογράφο Ζιζέλ Βιεν στο
κομμάτι της «Crowd» («Πλήθος», 2017). Η σύλληψη, η χορογραφία, η σκηνογραφία, δικά της ενώ την ενδιαφέρουσα δραματουργία συνυπογράφουν με τον αμερικανό συνεργάτη της Ντένις Κούπερ. Ο, επίσης, τακτικός συνεργάτης της, Άγγλος που ζει στην Βιένη, Πίτερ Ρέμπεργκ της ετοίμασε μια ευρεία πλατφόρμα 
απ’ τις ηλεκτρονικές αυτές μουσικές αναλαμβάνοντας τις μείξεις κι επιλέγοντας τη σειρά των κομματιών. Πάνω σ’ αυτή την εξαιρετικά επεξεργασμένη μουσική πλατφόρμα και πάνω στη στρωμένη με κοκκινόχωμα και διάσπαρτη, στη μια μεριά της, μ’ άδεια μπυρόκουτα σκηνή, η Ζιζέλ Βιεν βγάζει τους 15 χορευτές της ομάδας της -νεότατοι οι περισσότεροι- να ερμηνεύσουν με τον τρόπο που τους ζητάει, το ρέιβ: ένταση, χαλαρώσεις, βία, συγκρούσεις, ευφορία, δυσανεξία, ερωτισμός, ερωτικά σμιξίματα -ομόφυλα, ετερόφυλα...-, αγκαλιές, φιλιά, χάδια, πτώσεις, λιωσίματα, ωθήσεις, αλληλεγγύη, παλέματα... Το ρέιβ πάρτι της Ζιζέλ Βιεν είναι μια μικρογραφία

της κοινωνίας μας -δεν είναι ξεκούδουνος ο τίτλος «Crowd» («Πλήθος»). Αλλά το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της χορογραφίας της, αυτό που την εκτινάσσει, είναι το ύφος της: ότι όλα, απ’ την πρώτη στιγμή και σ’ όλα τα 90 λεπτά του κομματιού, γίνονται σε ralanti -σε αργή, επιβραδυμένη κίνηση. Η Βιεν επιστρατεύει κινηματογραφικά ή θεατρικά τρικ -slow motion, παγώματα σε ταμπλό βιβάν... Όλοι κινούνται σε κατάσταση υπνωτιστική,
κόντρα  τέμπο προς τις μουσικές, σα μαριονέτες -δεν είναι τυχαίο ότι η Ζιζέλ Βιεν έχει σπουδάσει την τέχνη του μαριονετίστα στην Ανώτερη Εθνική Σχολή των Τεχνών της Μαριονέτας της πατρίδας της-, η χορογράφος παγώνει τους άλλους χορευτές και κάνει focus σ’ έναν τους, απειροελάχιστα κινούμενο, ή σ’ ένα ζευγάρι που σμίγει αργά, τους οποίους εντοπίζουν κι απομονώνουν οι επιδέξιοι φωτισμοί του Αρνό Λαβίς... Έτσι, όλη αυτή η εκρηκτική ενέργεια, η υπερκινητικότητα του ρέιβ «εγκλωβίζεται» στα σώματα τους. Και, μέσα απ’ την


αργή  κίνηση ή την ακινησία τους, η ενέργεια αυτή πολλαπλασιάζεται. Τα μπουφάν και τα σακίδιά τους που αφήνουν κάτω, τα τισέρτ που βγάζουν, τα κενά μπυρόκουτα που πετάνε, κάποια μπουκάλια τα οποία εκπωματίζονται κι οι αφροί που εκτοξεύονται, ένα σακουλάκι τσιπς που ανοίγει και τα τσιπς που σκορπίζονται στον αέρα, το χωράφι που προοδευτικά γίνεται ένας σκουπιδότοπος, εκείνη -στο μέσον, 

περίπου, της παράστασης, όταν οι μουσικές, ξαφνικά, παύουν- η εκκωφαντική σιωπή, όπου ακούγεται μόνον η λαχανιασμένη ανάσα μιας απ’ τις χορεύτριες, δημιουργούν ένα μικρό σύμπαν μετρημένο σα σε ζυγαριά ακριβείας. Ένα ρέιβ πάρτι άνευ ορίων μετασχηματίζεται σε μια ακριβέστατη χορογραφία χωρίς να χάσει τη δυναμική του -το αντίθετο, η δυναμική του εσωτερικεύεται και 
διογκώνεται. Η εξαιρετική μείξη των χρωμάτων στα κοστούμια -απλά, καθημερινά ρούχα-, που ’χει επιμεληθεί η ίδια η χορογράφος μαζί με την Καμίγ(ι) Κεβάλ και τους χορευτές, συμπληρώνει μια ελκυστική σκηνική εικόνα, χωρίς να την καλλωπίζει. Εικόνα, που όσο η παράσταση προχωράει προς το τέλος της, εξελίσσεται σε εικόνα μελαγχολική, νοσταλγική, τρυφερή, καθαρτήρια... Το ημίφως που πέφτει, οι χορευτές που φεύγουν, μέσα σε τολύπες
καπνού, σαν σε σύννεφα, αργά, απ’ τη σκηνή -ένα ζευγάρι πιασμένο χεράκι-χεράκι, δυο κοπέλες αγκαλιασμένες που η μια τους βοηθάει την άλλη η οποία είναι λιώμα...-, ο κοκκινομάλλης χορευτής, ο ένας απ’ τους δυο οι οποίοι απομένουν στη σκηνή, που μαζεύει, αργά, πάντα, τελετουργικά, τα πεταμένα μπουφάν και τ’ άλλα ρούχα σε μια πολύχρωμη αγκαλιά, ο άλλος που χορεύει, πάντα αργά, πάντα αργά, σε πρώτο πλάνο, ολοκληρώνουν μια ποιητικότατη -ατόφια ποίηση- 
ατμόσφαιρα βαθιάς ευαισθησίας. Η Ζιζέλ Βιεν έχει μετασχηματίσει τη σκληρότητα του ρέιβ σ’ ένα χορογραφικό ποίημα. Δείτε αυτή την παράσταση! Πήγα με κρύα καρδιά, καμιά σχέση έχοντας με το ρέιβ, κι η καρδιά μου ζεστάθηκε απ’ τη συγκίνηση. Άλλο ένα σύγχρονο χορογραφικό διαμάντι, απ’ τα πολλά που ευτυχούμε ν’ ανακαλύπτουμε, τα τελευταία χρόνια, μέσα απ’ το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, το Φεστιβάλ Αθηνών, την «Στέγη»... (Φωτογραφίες: 1, 3, 4, 5, 6, 7, 10 Ελίνα Γιουνανλή).
(Το πρόγραμμα της παράστασης, λιτό, με τα απαραίτητα).

«Στέγη» Ιδρύματος Ωνάση / Κεντρική Σκηνή, Ομάδα Χορού της Ζιζέλ Βιεν, 17 Νοεμβρίου 2018.

November 15, 2018

Στο Φτερό / Σαν παλιό σινεμά και σαν τη Χαλιμά


«Ξύπνα Βασίλη» του Δημήτρη Ψαθά / Σκηνοθεσία: Άρης Μπινιάρης.
 


Βασίλης Βασιλάκης τ’ όνομα αυτού. Σαραντάρης. Ανύπαντρος. Εσωτερικός μετανάστης. Μικροαστός. Συντηρητικός. Και σχολαστικός. Υπάλληλος -προϊστάμενος- σ’ εκδοτικό οίκο, με ιδιοκτήτρια/διευθύντρια την Κυρία Φαρλάκου. Τη σέβεται, την τιμά, την ακούει, την υπακούει, ασπάζεται το θαυμασμό της προς τον -γελοίο αλλά της μόδας- ποιητή της συμφοράς και 

«τσανακογλείφτη της μπουρζουαζίας» Τιμολέοντα Φανφάρα τον οποίο εκδίδουν. Κι αγοράζει μετά μανίας λαχεία ποντάροντας εκεί το μέλλον του, γιατί ο μισθός που του δίνει η Φαρλάκου δεν του αφήνει πολλές ελπίδες... Σε διαρκή σύγκρουση με το συνάδελφό του Μάνο Χατζηστραπάτσο που είναι κουκουές -στη δεκαετία του 
’60, μετά τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη και σε μέρες αποστασίας, «ανένδοτου αγώνα», μαζικών διαδηλώσεων, «μιασμάτων», «συνοδοιπόρων» βρισκόμαστε...- και που η Φαρλάκου τον απολύει γιατί έγραψε ένα άρθρο σ’ αριστερή εφημερίδα με το οποίο γελοιοποιεί τον Φανφάρα. Όμως, η αδελφή του Βασίλη, η Ντίνα, που θα ’ρθει στην Αθήνα απ’ το χωριό, με τη μητέρα τους, μετά από ένα επεισόδιο με τον κοινοτάρχη που της ρίχτηκε, και που αποδεικνύεται χειραφετημένη και κομμουνίστρια, θα συναντήσει τυχαία τον
Μάνο και, παρά τις έντονες αντιρρήσεις του Βασίλη, θα βρεθούν παντρεμένοι. Κι ο Μάνος θα γίνει ο καθοδηγητής του Βασίλη, θα τον πείσει να σταματήσει τον τζόγο με τα λαχεία και να ζητήσει αύξηση απ’ την Φαρλάκου. Θα το κάνει χτυπώντας τη γροθιά του στο τραπέζι. Το αποτέλεσμα, η Φαρλάκου ν’ απολύσει κι αυτόν... Και, μετά, η μεγάλη κατραπακιά: το λαχείο, που, συνεπής στην καινούργια πορεία του, αρνήθηκε ν’ αγοράσει από έναν μικρό λαχειοπώλη στο δρόμο και που θα το πάρει ο Μάνος ο οποίος ήταν μαζί του, κερδίζει 2 εκατομμύρια δραχμές -ποσό μυθικό για την εποχή. Η
απεργία που ετοιμάζουν στον εκδοτικό οίκο και το βιβλιοπωλείο της Φαρλάκου θα ναυαγήσει, γιατί ο Μάνος κι η Ντίνα, με τα δυο εκατομμύρια στην τσέπη, θα δουν «αλλιώς» πια τα πράγματα... Κι ο Βασίλης θα βρεθεί στο ψυχιατρείο. «Βρίσκεται στην Αργεντινή» θα λένε για να μην τους χαλάει το image η περίπτωσή του. Αλλά, όταν, μετά από δυο χρόνια νοσηλείας, κριθεί υγιής, πάρει εξιτήριο κι επιστρέψει, ξαφνικά, κοντά τους, στη διάρκεια μιας δεξίωσης που οργανώνουν, μαζί με την Φαρλάκου με την οποία ο Μάνος έχει, πια, συνεταιριστεί, προς τιμήν του Φανφάρα, θα τους τη χαλάσει τη συνταγή και το image. Ο δρόμος του ψυχιατρείου μοιάζει ν’ ανοίγει και πάλι για τον απροσάρμοστο στις κοινωνικές και ιδεολογικές

«αναπροσαρμογές» Βασίλη... Ο Δημήτρης Ψαθάς έχει γράψει τη σατιρική κωμωδία χαρακτήρων «Ξύπνα Βασίλη» (1965) σε περίοδο πολιτικού αναβρασμού. Υποτίθεται πως παίρνει αποστάσεις και σατιρίζει τα δυο πολιτικά άκρα απ’ τη θέση του βενιζελογενούς/παπανδρεϊκού Κέντρου αλλά, όσο και να το 

ισχυρίζεται, οι αντικομμουνιστικές θέσεις του είναι σαφείς στο έργο -ακόμα κι η εφημερίδα που την πέφτει στον Φανφάρα λέγεται «Κραυγή», όρα «Αυγή». Στο προπύργιο του μικροαστισμού, άνθρωπος βαθιά συντηρητικός και καλλιτεχνικά στενόμυαλος κι οπισθοδρομικός -τα χρονογραφήματά του στα «Νέα» που γελοιοποιούσαν τον Μπέργκμαν και τον χαρακτήριζαν «πορνογράφο», την εποχή που προβλήθηκε στην Ελλάδα η «Σιωπή» του, έχουν μείνει αλησμόνητα... ενώ, με τον Φανφάρα,
σύμφωνα με πρόσφατη μαρτυρία της κόρης του Μαρίας Ψαθά, στόχος του ήταν ο Ελύτης-, ο Δημήτρης Ψαθάς ήταν, όμως, πένα εξαιρετική. Και θεατρικός συγγραφέας ευφυής, μ’ αίσθηση της σκηνικής οικονομίας, ικανός να χαράζει χαρακτήρες -πάντα φιλοδοξούσε να τον χαρακτηρίζουν «μολιερικό»- και με μια εξαιρετική αίσθηση του χιούμορ. Το «Ξύπνα Βασίλη» είναι μια απ’ τις γερές κωμωδίες του, όσο κι αν προσωπικά μ’ ενοχλεί ο μικροαστισμός της, όσο κι αν απορώ γιατί αυτή διάλεξε να περιλάβει στο ρεπερτόριό του το Εθνικό Θέατρο. Ο Άρης Μπινιάρης της νεότερης γενιάς ανέλαβε τη σκηνοθεσία μιας διασκευής του έργου που υπογράφουν ο ίδιος κι η Θεοδώρα Καπράλου η οποία έκανε και τη δραματουργική επεξεργασία. Το ερώτημά μου είναι γιατί κόπηκε το 30-40% του 

κειμένου, όταν το Εθνικό θα ’χε τη δυνατότητα να παρουσιάσει το έργο και με τα πρόσωπα που κόπηκαν. Η ουσία είναι, πάντως, πως προέκυψε για σκηνική χρήση ένα σφιχτό, με κάποιες προσθήκες, χωρίς χάσματα, κείμενο που μόνο στην τελευταία εικόνα σα να μπουρδουκλώνεται κάπως απ’ τη συρρίκνωση. Ο Άρης Μπινιάρης επέλεξε ένα ιδιαίτερο τρόπο για το ανέβασμα. Όλη η δράση, πλην της τελευταίας εικόνας, συμβαίνει πίσω από μια μεγάλη οθόνη και προβάλλεται πάνω της σε ασπρόμαυρο, μέσω ταυτόχρονου βίντεο που χειρίζεται ο ίδιος ο σκηνοθέτης ενώ, εκτός οθόνης, ένας αφηγητής/τραγουδιστής με δυο μουσικούς, σε ύφος ροκ γιεγιέδικου συγκροτήματος της εποχής, εισάγει και σχολιάζει, εν είδει ραπαρίσματος, τα τεκταινόμενα, σε στίχους, ολίγον άτεχνους, του ίδιου του Άρη Μπινιάρη. Η αναφορά στον ασπρόμαυρο
κινηματογράφο της εποχής, στον οποίο ανήκει κι η ομότιτλη ταινία «Ξύπνα Βασίλη» με την οποία το έργο μεταφέρθηκε στην οθόνη το 1969 απ’ τον Γιάννη Δαλιανίδη, είναι σαφής. Επιπλέον, ο σκηνοθέτης επιχειρεί, με επιτυχία, εξογκώνοντας λίγο τα πράγματα, να κρίνει τις καταστάσεις της εποχής και να τη συγκρίνει με τη δική μας. Το επί της οθόνης ασπρόμαυρο της δεκαετίας του 60, όταν και στην κοινωνία, όπως το έργο επισημαίνει, όλα ήταν μανιχαϊστικά, δογματικά, πολωτικά ασπρόμαυρα, δίνει στην τελευταία εικόνα -της δεξίωσης, όταν η «ευημερία» έχει εγκατασταθεί- ειρωνικά τη θέση του στο χρώμα ενώ η οθόνη αποσύρεται και βλέπουμε πια απευθείας τους ηθοποιούς -τίποτα, πια, δεν κρύβεται. Η παράσταση έχει συνέπεια ύφους κι ο 
σκηνοθέτης έχει πολύ δουλέψει με τους ηθοποιούς ώστε να ανταποκρίνονται στο ύφος αυτό -τα συνεχή γκρο πλάνα, οι εξοντωτικά γρήγοροι ρυθμοί, το στιλιζάρισμα, η κοντά στο γκροτέσκο υποκριτική που τους έχει ζητήσει έχουν απαιτήσεις. Αλλά και για το ύφος αυτό έχω κάποιες ενστάσεις: ο λαχανιαστοί ρυθμοί μεταφέρουν -σ’ εμένα, τουλάχιστον, μετέφεραν- ένα άγχος ενώ βρήκα ενοχλητική την εμμονή στην υπερβολική ένταση του ήχου. Σε μια μικρή αίθουσα, όπως αυτή όπου παίζεται η παράσταση, τα υπερβολικά ντεσιμπέλ με τα οποία βομβαρδίζεται ο θεατής αυξάνουν το άγχος και δυσκολεύουν την πρόσληψη του λόγου. Τα φαντεζί, α λα μανιέρ 60’s, κοστούμια του υψηλής αισθητικής Πάρι Μέξη -υπέροχο το γιεγιέδικο συγκρότημα- συνδημιουργούν και υπογραμμίζουν

το εντελώς προσωπικό ύφος της παράστασης ενώ τα περίπου αόρατα σκηνικά του κι οι βιντεοπροβολές του την εξυπηρετούν. Στο ανάλογο ύφος κι οι μουσικές του Φώτη Σιώτα. Οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου έχουν τον δικό τους αποφασιστικό ρόλο σ’ αυτή την «οπτικοακουστική» παράσταση. Η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου, εύπλαστη και πληθωρική ηθοποιός, χωρίς να ξεφεύγει απ’ την εξωστρέφειά της και μια τάση προς την υπερβολή, η Ηρώ Μπέζου με πυγμή, ο Αινείας Τσαμάτης, ο Στέφανος Πίττας, ο Κώστας Σεβδαλής (ας διορθώσει εκείνο το μον-ντέρνος) υποστηρίζουν θερμά τη σκηνοθετική γραμμή. Ο Γιώργος Παπαγεωργίου, καλός ηθοποιός, νομίζω πως εδώ το παρακάνει: ο Φανφάρας του βγαίνει με μια ανοίκεια θηλυκότητα, σαν εξέλιξη του Κλεισθένη του στις καλοκαιρινές «Θεσμοφοριάζουσες». Ξεχώρισα την Λυδία Τζανουδάκη, υπέροχο τσαχπίνικο «δουλικό», ενώ, άλλη μια φορά, διαπίστωσα την εξέλιξη της Έλενας Τοπαλίδου που ’χει αποκτήσει, πια, γκάμα -έκπληξη η Κυρία Φαρλάκου της. Ο Γιώργος Γάλλος, ώριμος πια,

νομίζω ότι κάνει τον πιο ολοκληρωμένο ρόλο του με τον Βασίλη: είναι αυτός που βγάζει περισσότερο απ’ όλους το τραγικό υπόστρωμα το οποίο ανιχνεύει ο σκηνοθέτης στην κωμωδία του Ψαθά -εξαιρετικά τα γκρο πλάνα του. Μια παράσταση συνεπής, με προσωπικό ύφος, παρά τις επί μέρους ενστάσεις που ’χω (Φωτογραφίες: Πάτροκλος Σκαφίδας).

(Το πρόγραμμα της παράστασης -υπεύθυνη Μαρία Καρανάνου, επιμέλεια ύλης Βιβή Σπαθούλα- διαφωτιστικό, με καλή επιλογή κειμένων -καίριο, μ’ εκείνη τη σπάνια, λαγαρή γραφή του, αυτό του Κωστή Παπαγιώργη απ’ τα «Υπεραστικά» του).

Κτίριο Τσίλερ / Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος», Εθνικό Θέατρο, 7 Νοεμβρίου 2018.