Showing posts with label Μετάδοση. Show all posts
Showing posts with label Μετάδοση. Show all posts

March 6, 2019

Στο Φτερό / Ένα κορίτσι για όλους τους φαντάρους


«Το κορίτσι του συντάγματος» του Γκαετάνο Ντονιτσέτι, λιμπρέτο Ζιλ-Ανρί Βερνουά ντε Σεν-Ζορζ και Ζαν-Φρανσουά Μπαγιάρ / Μουσική διεύθυνση: Ενρίκ Ματσόλα. Παραγωγή: Λοράν Πελί. Σκηνοθεσία μετάδοσης: Γκάρι Χάλβορσον. 


1805, περίοδος των Ναπολεοντείων Πολέμων, Ελβετικό Τιρόλο κι η νεαρή Μαρί ειν’ η μασκότ του 21ου συντάγματος του γαλικού στρατού, που στρατοπεδεύει εκεί -την έχουν περιμαζέψει, μωρό,  ορφανό υποτίθεται, απ’ το πεδίο της μάχης, την έχουν «υιοθετήσει» ως κόρη τους όλοι οι άντρες του συντάγματος -με τον λοχία Σουλπίς να ’χει αναλάβει την κηδεμονία της-, έχει γίνει το 

κορίτσι της καντίνας του συντάγματος κι έχει δώσει υπόσχεση πως, όταν φτάσει σε ηλικία γάμου, θα παντρευτεί μόνον έναν απ’ τους φαντάρους. Στο Τιρόλο, όμως, πεδίο μαχών που μαίνονται μεταξύ 
Γάλων κι Αυστριακών -όχι επί σκηνής, περί κωμικής όπερας πρόκειται...-, τρομοκρατημένη εγκλωβίζεται, κοντά στο
στρατόπεδο, η Μαρκισία του Μπέρκενφιλντ που ταξιδεύει με τον έμπιστο υπηρέτη της Xορτενζίους προς τον πύργο της στην Αυστρία. Στο στρατόπεδο φέρνουν τον Τόνιο, έναν Τιρολέζο που τον συνέλαβαν να περιτριγυρίζει ύποπτα, και που προτίθενται να τον εκτελέσουν ως κατάσκοπο. Η Μαρί τους ζητάει να τον αφήσουν ελεύθερο: τον γνωρίζει -την έχει σώσει από ένα γκρεμό όπου παρά λίγο να

’πεφτε. Έτσι και γίνεται. Μεταξύ τους έχει αναπτυχθεί έρωτας σφοδρός, με τον Τόνιο να προσχωρεί στους Γάλλους και να κατατάσσεται στο σύνταγμα. Στο μεταξύ, συζητώντας με τον 
Σουλπίς, η Μαρκισία ανακαλύπτει ότι η Μαρί είναι το από παλιά χαμένο κοριτσάκι της οικογένειάς της -η, όπως ισχυρίζεται, ανιψιά της, κόρη της αδελφής της. Κι αποφασίζει να την πάρει μαζί της στον οικογενειακό πύργο, προς απελπισία κι οργή του Τόνιο που θα τη χάσει. Η Μαρί υπακούει. Στον πύργο τους πια, και σε 


συνεννόηση με την Δούκισα του Κράκεντορπ, η Μαρκισία κανονίζει το γάμο της Μαρί, που αναγκάζεται και πάλι να υπακούσει κι ας αγαπάει τον Τόνιο, με τον Σκίπιον, ανιψιό της Δούκισας, ενώ, μάταια, προσπαθεί να την ντρεσάρει 
στους αριστοκρατικούς τρόπους -έχει συνηθίσει και προτιμάει τους τρόπους τους στρατιωτικούς...-, παρουσία του Σουλπίς τον οποίο έχει βάλει να την πείσει για το γάμο. Το 21ο σύνταγμα, όμως, «εισβάλλει» στον πύργο κι ο Τόνιο, αξιωματικός του πια, ζητάει το χέρι της Μαρί απ’ την Μαρκισία που, βέβαια, του το αρνείται. Αλλά ο Τόνιο έχει κρυμμένα χαρτιά που φανερώνει: γνωρίζει ότι η Μαρκισία ποτέ δεν είχε ανιψιά. Εκείνη, αφού τους διώχνει, αποκαλύπτει στον Σουλπίς ότι, όντως, η Μαρί δεν ειν’ ανιψιά της αλλά κόρη της, εξώγαμη, γεγονός που απέκρυπτε απ’ το φόβο της κοινωνικής κατακραυγής. Η τελετή για την υπογραφή του συμβολαίου του γάμου ειν’ έτοιμη, η Μαρί έχει αποφασίσει να σφίξει την καρδιά της και να υπακούσει στη θέληση της Μαρκισίας 

που, απ’ τον Σουλπίς, έχει μάθει ότι είναι η μητέρα της, οι καλεσμένοι κι η Δούκισα φτάνουν αλλά οι άντρες του συντάγματος επανέρχονται, με τον Τόνιο που αποκαλύπτει στους καλεσμένους, οι οποίοι, στην αρχή φρικιούν αλλά κατόπιν γοητεύονται απ’ την ιστορία, πως η Μαρί ήταν το κορίτσι της καντίνας
του συντάγματος. Η Μαρκισία συγκινείται, παραδέχεται δημοσίως ότι ειν’ η κόρη της και την αφήνει ν’ αποφασίσει η ίδια ό,τι της λέει η καρδιά της. Η οποία, βέβαια, στον Τόνιο είναι δοσμένη. Η Δούκισα-θεία του απορριφθέντος γαμπρού αποχωρεί δυσαρεστημένη. Ο δρόμος για την ένωση των δυο ερωτευμένων ειν’ ανοιχτός. Το -άκρως μιλιταριστικό...- «Κορίτσι του συντάγματος» (1840) του Γκαετάνο Ντονιτσέτι, σε γαλικό λιμπρέτο των Ζιλ-Ανρί Βερνουά ντε Σεν-Ζορζ και Ζαν-Φρανσουά 

Μπαγιάρ, είναι μια χαριτωμένη δίπρακτη κωμική όπερα, γραμμένη κατά την περίοδο της παραμονής του Ντονιτσέτι στο Παρίσι, με τις συνήθεις απιθανότητες στη φαρσική πλοκή της αλλά και μ’ ελκυστικά μουσικά κομμάτια απ’ τα οποία ξεχωρίζει η άρια του -τενόρου- Τόνιο, στην πρώτη πράξη «Α! Φίλοι μου, τι μέρα γιορτής!», με τα αιτούμενα,
τουλάχιστον, εννιά αλλεπάλληλα ψηλά ντο, επονομαζόμενη «Το Έβερεστ της λυρικής τέχνης», άρια-σήμα κατατεθέν της. Ο -γάλος- σκηνοθέτης Λοράν Πελί, που ανέβασε, αρχικά, την όπερα του Ντονιτσέτι το 2007, στο Λονδίνο, για την Βασιλική Όπερα και, στη συνέχεια, στην ίδια γραμμή, για την Κρατική Όπερα της Βιένης και το 2008 για την Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Ιόρκης, συμπαραγωγούς της παράστασης -τώρα, η σκηνοθεσία του που, κατά το έθιμο της Μετροπόλιταν, αναφερόταν ως «παραγωγή» είχε αναβιώσει απ’ τον Κρίστιαν Ρατ- έχει μεταφέρει τη δράση στη διάρκεια του Μεγάλου (Πρώτου Παγκοσμίου) Πολέμου. Σε μια παράσταση συμβατική που δεν της έλειπε, πάντως, το χιούμορ και που ζωντάνευε στη δεύτερη πράξη -στο φινάλε, τανκ εισβάλλει στο σαλόνι του πύργου της Μαρκισίας. 

Τα σκηνικά, της Σαντάλ Τομά, φωτισμένα απ’ τον Ζοέλ Αντάμ, εξυπηρετούσαν, ιδιαίτερα στη δεύτερη πράξη, την παράσταση αλλά τα κοστούμια -που ’χει υπογράψει ο ίδιος ο σκηνοθέτης- δεν τα βρήκα απολύτως καλόγουστα. Συμβατικές κι οι χορογραφίες της Λάουρα Σκότσι. Ευπρεπής, κεφάτη αλλά χωρίς εξάρσεις, η μουσική διεύθυνση του γεννημένου στην Ισπανία Ιταλού Ενρίκ Ματσόλα. Η Ορχήστρα κι, ακόμα περισσότερο, η Χορωδία της

Μετροπόλιταν Όπερα είναι, πάντως, σ’ ένα υψηλό επίπεδο. Ιδανική για το ρόλο της Μαρί, η νοτιοαφρικανή σοπράνο Πρίτι Γιέντε. Λες και γεννήθηκε γι αυτόν: όμορφη, λυγερή, μ’ εξαιρετική κίνηση, αρκούντως «αγορίστικη», καλή ηθοποιός, με μεστή, ώριμη,
υπέροχη κολορατούρα φωνή. Ο μεξικάνος τενόρος Χαβιέρ Καμαρένα, με φιγούρα που, αντίθετα, καμιά σχέση δεν έχει με τον εραστή Τόνιο και με υποκριτική παιδαριώδη -μεσ’ στα χαμόγελα...-, ήταν τόσο συμπαθής που, τελικά, σε κέρδιζε. Κι, επιπλέον, διαθέτει μεγάλο φωνητικό χάρισμα. Δεν έβγαλε, απλώς, πέρα τα εννιά ψηλά ντο του «A! Φίλοι μου..» αλλά και μπιζάρισε την άρια!!! Βέβαια, εδώ δε μιλούμε, πια, περί μουσικής αλλά περί πρωταθλητισμού που παραπέμπει σε παλαιές εποχές της όπερας αλλά, σίγουρα, επρόκειτο για επίτευγμα αξιοθαύμαστο. Εξαιρετική 


η Μαρκισία του Μπέρκενφιλντ της αμερικανίδας μέτζο Στέφανι Μπλάιθ. Με φωνητική έκταση κοντράλτο στις χαμηλές νότες, ερμήνευσε το ρόλο μ’ ένα ελαφρώς ειρωνικό χιούμορ και με δεξιοτεχνία καρατερίστας της πρόζας. Απολαυστική! Πολύ καλός 
και χαριτωμένος κι ο Σουλπίς του ιταλού μπάσου Μαουρίτσιο Μουράρο, παρά το κρύωμα που δηλώθηκε απ’ την αρχή ότι υπέφερε. Η Κάθλιν Τέρνερ στον κάμεο ομιλούντα ρόλο της Δούκισας του Κράκεντορπ ήταν η «σταρ» της παράστασης αλλά τον έπαιξε με χιούμορ μεν πολύ χοντροκομμένα δε. Και τα γαλικά της θα ’πρεπε να τα μελετήσει -το κείμενο ειν’ ελάχιστο- λιγάκι περισσότερο... Ήταν άθλια. Μια βραδιά ευχάριστη. Ο μόνιμος σκηνοθέτης των μεταδόσεων Γκάρι Χάλβορσον δεν ήταν, στη συγκεκριμένη, σε μεγάλη φόρμα (Φωτογραφίες: 2, 5, 6, 8, 9, 12, 13, 16 MartySohl).

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών / Αίθουσα «Νίκος Σκαλκώτας», Μετροπόλιταν Όπερα, Βασιλική Όπερα/Κόβεντ Γκάρντεν και Κρατική Όπερα της Βιένης, The Metropolitan Opera HD Live / Antenna Group, 2 Μαρτίου 2019.

November 2, 2018

Στο Φτερό / Η Finos Film και η Metropolitan Opera παρουσιάζoυν... ή Ο Σαμψόν, η Δαλιδά και η... Νάντια Φοντάνα


«Σαμψόν και Δαλιδά» του Καμίγ Σεν-Σανς, λιμπρέτο Φερντινάν Λεμέρ / Μουσική διεύθυνση: σερ Μαρκ Έλντερ. Σκηνοθεσία: Ντάρκο Τρέσνιακ. Σκηνοθεσία μετάδοσης: Γκάρι Χάλβορσον. 



Γάζα, 1150 π.Χ. Οι Εβρέοι, σε μια πλατεία έξω απ’ τον ναό του Νταγκόν, θεού των Φιλιστέων οι οποίοι τους έχουν υποδουλώσει, απογοητευμένοι, παρακαλούν τον δικό τους το θεό, τον Ιεχοβά, να τους ανακουφίσει απ’ τα δεινά του ζυγού. Ανάμεσά τους, ο Σαμψόν προσπαθεί να τους ανεβάσει το ηθικό και να ενισχύσει την πίστη 


τους. Ο Αβιμελέχ, ο ηγέτης των Φιλιστέων, τους προσβάλει διακηρύσσοντας την ανωτερότητα του Νταγκόν έναντι του Ιεχοβά «που τους έχει εγκαταλείψει». Ο Σαμψόν καλεί τους Εβρέους σ’ εξέγερση και σκοτώνει τον Αβιμελέχ. Ο Αρχιερέας του Νταγκόν τους καταριέται ενώ απεργάζεται συνωμοσία: πώς να χρησιμοποιήσει την ομορφιά της Δαλιδά αναζωπυρώνοντας έναν 
παλιό πόθο του Σαμψόν, ώστε αυτή να καταφέρει ν’ αποσπάσει το μυστικό της ανίκητης δύναμής του. Όντως, η Δαλιδά, που εμφανίζεται ανάμεσα στις ιέρειες του Νταγκόν, δηλώνει ότι ο Σαμψόν της έχει κλέψει την καρδιά και τον καλεί στο σπίτι της. Ο Σαμψόν, παρά τις προειδοποιήσεις των συμπατριωτών του, δε θ’ αντέξει τον πειρασμό και θα πάει. Προηγουμένως, όμως, έχει πάει εκεί ο Αρχιερέας που ’χει υποσχεθεί στην Δαλιδά πλούτο αν καταφέρει να μάθει το μυστικό 
του Σαμψόν. Αλλά εκείνη δε τον χρειάζεται τον πλούτο. Θα το κάνει μόνο για το θεό της και για να πάρει εκδίκηση, καθώς, στο μεταξύ, οι εξεγερμένοι Εβρέοι, με ηγέτη τον Σαμψόν, έχουν νικήσει τους Φιλιστέους. Όταν ο Σαμψόν έρχεται, τον παρασύρει και, εν μέσω καταιγίδας που μαίνεται και που τις βροντές της εκείνος θεωρεί προειδοποίηση του θεού του, ο διχασμένος άντρας τελικά υποκύπτει και της φανερώνει το μυστικό του: η δύναμή του κρύβεται στα μακριά μαλλιά του. Η Δαλιδά καλεί τους κρυμμένους φιλιστέους στρατιώτες που τον συλλαμβάνουν και τον τυφλώνουν. Ο Σαμψόν έχει προδοθεί. Με τα μαλλιά κομμένα πια, τυφλός και μ’ αλυσίδες δεμένος σ’ ένα μπουντρούμι, σέρνει ένα μαγκανοπήγαδο 

και προσεύχεται για το λαό του που νικήθηκε εξαιτίας του. Θέλει να θυσιάσει τον εαυτό του. Όταν τον φέρνουν στο ναό του Νταγκόν, όπου οι Φιλιστέοι γιορτάζουν τη νίκη τους με βακχικούς χορούς, και, τυφλό κι αδύναμο, τον προπηλακίζουν, με την Δαλιδά ανάμεσά τους, ο Σαμψόν προσεύχεται μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής 
του στον Ιεχοβά να του δώσει πίσω τη δύναμή του και με μια υπεράνθρωπη προσπάθεια ρίχνει τους δυο βασικούς κίονες του ναού που καταρρέει συνθλίβοντας τον ίδιο «μετά των αλλοφύλων». Ο Γάλος Καμίγ(ι) Σεν-Σανς συνέθεσε -αν κι η αρχική σκέψη του ήταν να γράψει ορατόριο με το θέμα αυτό- την πιο δημοφιλή όπερά του «Σαμψόν και Δαλιδά» (1877) -απ’ τις τελευταίες του είδους 
«grand opéra»- σε λιμπρέτο του Φερντινάν Λεμέρ που άντλησε απ’ το Κεφάλαιο 16 του Βιβλίου των Κριτών της Βίβλου αλλά σχεδιάζοντας έναν Σαμψόν λιγότερο υπερφυσικό, πιο ανθρώπινο, και επικεντρώνοντας στην Δαλιδά. Λιμπρέτο, βέβαια, με βιβλικό, και δη ερωτικό, θέμα εισπράττεται ως γραφικό σήμερα αλλά η 
μουσική του Σεν-Σανς αντέχει ακόμα και μερικές άριές του-διαμάντια απ’ το έργο έχουν σημαδέψει την ιστορία της όπερας. Ο σέρβος σκηνοθέτης Ντάρκο Τρέσνιακ δεν απέφυγε την παγίδα. Ανέβασε μια εντελώς συμβατική παράσταση απευθυνόμενη στον μέσο αμερικανό θεατή της «Μετροπόλιταν Όπερα»: «πλούσια», χορταστική, εντυπωσιακή παραγωγή που θυμίζει εποχές Τζεφιρέλι -εποχές ξεπερασμένες πια. Επιπλέον, όμως, η παράσταση, με συναυτουργούς τον Αλεγκζάντερ Ντόντζ (σκηνικά, με κυριάρχα τα αραβικής έμπνευσης καφασωτά), την Λίντα Τσο (κοστούμια) και τον Ντόναλντ Χόλντερ (φωτισμοί), προοδευτικά διολισθαίνει στο κιτς. Αν η πρώτη πράξη, που ανοίγει πίσω από μια στρογγυλή αυλαία, είναι αισθητικά συμπαθητική, στη δεύτερη -όπου εμφανίζονται φτερά στρουθοκαμήλου να επιστέφουν το χορό της Δαλιδά- η κατάσταση επιδεινώνεται, για να βουτήξει η παράσταση ολοσούμπιτη στο κιτς στην τρίτη: οι Φιλιστέοι όλοι στα κόκκινα, όλοι με καρναβαλικά στέμματα στο κεφάλι, στη σκηνή, τιτανικών διαστάσεων, σκισμένο στα δυο, το άγαλμα του Νταγκόν, με γαλάζιους, αστραφτερούς βολβούς των ματιών ως από ταινία επιστημονικής φαντασίας, και -η χαριστική βολή- η χορογραφία του Όστιν ΜακΚόρμακ στην Bacchanale -το 
Βακχικό-, με τους χορευτές-Φιλιστέους με τα κωλαράκια έξω, που με παρέπεμψε κατευθείαν στο παλιό «Δελφινάριο» και στα χορευτικά με Φώτη Μεταξόπουλο και Νάντια Φοντάνα. Θα μου πείτε πώς να χορογραφηθεί ένα ξεκάρφωτο στο έργο «Βακχικό». Θα σας απαντούσα: «λίγο πιο καλόγουστα». Ο σερ Μαρκ Έλντερ διηύθυνε την Ορχήστρα της «Μετροπόλιταν Όπερα» στο σωστό ύφος κι η Χορωδία της «Μετροπόλιταν» ήταν, όπως συνήθως, 
πολύ καλή. Η Λετονή Ελίνα Γκαράντσα, με άριστες εμφανισιακές προδιαγραφές για το ρόλο της Δαλιδά και μ’ εξαίρετη φωνή μέτζο, αντεπεξέρχεται ικανοποιητικά. Το ίδιο κι ο ιταλικής καταγωγής, γεννημένος στην Γαλία, Ρομπέρτο Αλάνια που, χωρίς να βρίσκεται 
στην πρώτη γραμμή των τενόρων, στην οποία τον πλασάρουν, διαθέτει μια πολύ καλή, ικανή για το ρόλο του Σαμψόν, φωνή. Το τραγούδι του, όμως, ήταν περισσότερο ιταλικού παρά γαλικού ύφους. Η περούκα, επίσης, που του έχουν βάλει δεν τον βοηθάει. Δυσάρεστης υφής το φωνητικό μέταλλο του γάλου μπασοβαρύτονου Λοράν Ναουρί που κάπως σαν να κοροϊδεύει αφ’ υψηλού το ρόλο του Αρχιερέα. Δε μ’ ενθουσίασε κι ο αζέρος βαρύτονος Ελτσίν Αζίζοφ (Αβιμελέχ) σ’ αντίθεση με τον ρόσο 

μπάσο Ντμίτρι Μπελοσέλσκι (Γερο-Εβρέος). Είχα πάρει μια ιδέα απ’ το τρέιλερ αλλά ομολογώ ότι περίμενα κάτι καλύτερο. Ο Γκάρι Χάλβορσον, πάντως, που υπέγραφε τη σκηνοθεσία της απευθείας μετάδοσης, έπραξε το καλύτερο (Φωτογραφίες: 1,3,7 Ken Howard, 2,6,8,12 Sara Krulwich, 10 Jonathan Tichler).

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών / Αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη», The Metropolitan Opera HD Live / Antenna Group, 21 Οκτωβρίου 2018.

October 8, 2018

Στο Φτερό / Πιο χορταστικό, πεθαίνεις


«Αΐντα» του Τζουζέπε Βέρντι, λιμπρέτο Αντόνιο Γκισλαντσόνι / Μουσική διεύθυνση: Νικόλα Λουιζότι. Παραγωγή: Σόνια Φριζέλ. Σκηνοθεσία μετάδοσης: Γκάρι Χάλβορσον.


Ο αδιέξοδος, απελπισμένος κι, όπως είναι επόμενο με τραγική κατάληξη, έρωτας της αιθιοπίδας σκλάβας Αΐντα, στην Αίγυπτο των Φαραό, για τον Αιγύπτιο Ρανταμές που χρίεται αρχιστράτηγος
των δυνάμεων της πατρίδας του στον καινούργιο πόλεμο Αιθιόπων-Αιγυπτίων και με τον οποίο είναι ερωτευμένη κι η κόρη του Βασιλιά της Αιγύπτου πριγκίπισσα Άμνερις, ο διχασμός της Αΐντα ανάμεσα στον αγαπημένο της και στο χρέος προς τη δική της πατρίδα και τον πατέρα της ο οποίος, μετά την ήττα των Αιθιόπων, σύρεται, επίσης, σκλάβος στην Αίγυπτο όπου τον συναντά η Αΐντα χωρίς να αποκαλύψει και χωρίς κανείς να το μάθει ότι είναι ο βασιλιάς της Αιθιοπίας Αμονάσρο, η ζήλια που η Άμνερις νοιώθει όταν, με τέχνασμα, καθώς έχει υποψίες, σιγουρεύεται για τη σχέση Αΐντα-Ρανταμές, η προδοσία των στρατηγικών του σχεδίων, στην οποία η Αΐντα παρασύρει, 
πιεσμένη απ’ τον πατέρα της, τον Ρανταμές, η σύλληψη κι η καταδίκη του απ’ το ιερατείο σε θάνατο μέσα σε σφραγισμένο τάφο κι η αυτοθυσία της Αΐντα που, ενώ έχει διαφύγει, επιστρέφει και καταφέρνει να τρυπώσει στον τάφο για να πεθάνει μαζί του: η «Αΐντα», η τετράπρακτη όπερα (1871) του Τζουζέπε Βέρντι, πάνω σε ευπρεπές ιταλικό λιμπρέτο του Αντόνιο Γκισλαντσόνι ο οποίος βασίστηκε σε μια αρχική σύνοψη του αιγυπτιολόγου Ογκίστ Μαριέτ που είχε ήδη αναπτύξει σε πρόζα ο Καμίγ ντι Λοκλ. Ένα ακόμα βερντιάνικο αριστούργημα 
με το οποίο ο συνθέτης κάνει άλλο ένα βήμα -ειδικά στην τρίτη και στην τέταρτη πράξη- προς το ολοκληρωμένο μουσικό δράμα. Η παράσταση ρεπερτορίου που μεταδόθηκε ζωντανά απ’ την 
«Μετροπόλιταν Όπερα» της Νέας Ιόρκης έχει όλα τα συν και τα πλην μιας μέσης παραγωγής της «Μητροπολιτικής Όπερας», βασισμένης στα «σταρ» της: συμβατική σκηνοθεσία αλλά μεγάλο θέαμα, μεγάλες φωνές αλλά «μικρή» υποκριτική απόδοση. Η σκηνοθεσία, την οποία υπέγραψε, αρχικά, το 1988, η Αγγλίδα Σόνια Φριζέλ -που το όνομά της πια, στο πρόγραμμα και στους τίτλους, εμφανίζεται πλάι στο χαρακτηρισμό «παραγωγή»- και που την επιμέλειά της είχε τώρα, 30 χρόνια μετά, ο Στίβεν Πικόβερ, προσφέρει ένα παλαιάς κοπής μεγάλο, χορταστικό θέαμα -η πιο περίλαμπρη σκηνή Θριάμβου που ’χω δει!- που τα 

εντυπωσιακά, μνημειακά, θαυμαστά ευέλικτα σκηνικά του Τζάνι Κουαράντα, καίρια φωτισμένα απ’ τον Τζιλ Γουέτσ/σλερ και, κατά ένα μέρος, τα κοστούμια του Ντάντα Σαλίτζερι -δε θα ’λεγα το ίδιο και για τις χορογραφίες του Αλεξέι Ρατμάνσκι...- ξεφεύγουν απ’ 
τον κίνδυνο να το μετατρέψουν σε κιτς. Ενώ ο ιταλός μαέστρος Νικόλα Λουιζότι διευθύνει με βερντιάνικο σθένος και πυγμή την Ορχήστρα και την εξαιρετική Χορωδία της «Μετροπόλιταν Όπερα» κρατώντας γερά τα μουσικά ηνία. Εξαιρετικές, σε γενικές γραμμές, οι φωνές της παράστασης αλλά 
αισθητές κι οι υποκριτικές αδυναμίες. Έξοχη φωνητικά η -εκτός σκηνής- Ιέρεια της σοπράνο Γκαμπριέλα Ρέγιες και ικανοποιητικός ο Αγγελιαφόρος του τενόρου Αρσένι Γιάκοβλεφ. 
Ερμηνευτικά ξεχώρισα τους Αμερικανούς μπάσο Κουίν Κέλσι (Αμονάσρο) και μπασοβαρύτονο αλλά με έκταση μπάσου προφόντο Ράιαν Σπίντο Γκριν (Βασιλιάς) -ώριμες φωνές. Διεκπεραιωτικός, ο, επίσης φωνητικά πολύ καλός, Ράμφις του

ρόσου μπάσου Ντμίτρι Μπελοσέλσκι. Μεγάλου φωνητικού εύρους αλλά με φιζίκ που υστερεί και υποτυπώδη υποκριτική ο Λετονός
Αλεξάντρς Αντονένκο παρέπαιε και φωνητικά ως Ρανταμές στις δυο πρώτες πράξεις αλλά βρήκε την ισορροπία του στις δυο τελευταίες, επιδεικνύοντας φωνητικές αρετές τενόρου κύρους. Η
Άννα Νετρέμπκο, χωρίς, κατά τη γνώμη μου, εμφανισιακή και εκφραστική ποιότητα, διεκπεραιωτική ηθοποιός, διαθέτει μια σπουδαία φωνή δραματικής σοπράνο, την οποία εκμεταλλεύεται δεόντως ως Αΐντα. Φωνητικά, όμως, την παράσταση κλέβει η γεωργιανή μέτζο Ανίτα Ρατσβελισβίλι (Άμνερις). Με τη συναρπαστική φωνή της είναι ικανή να σε κάνει να παραβλέψεις την προβληματική παρουσία της και την αφελή υποκριτική της ακόμα και το βαρύ κοστούμι που δεν της πηγαίνει. Μια παράσταση παλαιάς κοπής, χωρίς εξάρσεις αλλά ευχάριστη στην όραση και στην ακοή. Στη σκηνοθεσία της μετάδοσης ο εμπειρότατος, πια, στη σχετική τεχνική Γκάρι Χάλβορσον μεγαλουργεί ανεβάζοντας κάθετα το επίπεδο (Φωτογραφίες: Marly Sohl). 

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών / Αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη», The Metropolitan Opera HD Live / Antenna Group, 6 Οκτωβρίου 2018.