October 31, 2022

«Σωτηρία» η πέμπτη

Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια... 165

Με πολύ ενδιαφέρον αναμένω το καινούργιο ανέβασμα του έργου «Σωτηρία με λένε» της Σοφίας Αδαμίδου που, δυστυχώς, μας την έκανε πολύ νωρίς... Στο «Μικρό Χορν», από 10 Νοεμβρίου, σε σκηνοθεσία Γιώργου Παπαγεωργίου και -αυτή τη φορά, όπου και το πρόσθετο ενδιαφέρον- με την Κάτια Γκουλιώνη που μας είναι γνωστή περισσότερο απ’ την ευδόκιμη πορεία της στον κινηματογράφο -ήταν, μεταξύ άλλων, η νεαρή Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου στην «Ευτυχία» του Άγγελου Φραντζή, ερμηνεία για την οποία τιμήθηκε, το 2020, με το Βραβείο «Ίρις» Β΄ Γυναικείου Ρόλου, απ’ την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου. 
Όπως έχει γραφτεί, το έργο -η τελευταία νύχτα  στο νοσοκομείο, πριν απ’ την εγχείρηση που θα της στερούσε τη φωνή, της Σωτηρίας Μπέλλου- πρωτοανέβηκε τη σεζόν 2006/2007 κι επαναλήφθηκε το 2007/2008 στο θέατρο «Στοά», σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Κωνσταντόπουλου, σε μια πολύ καλή παράσταση που την καθόρισε η συγκλονιστική ερμηνεία της Λήδας Πρωτοψάλτη στο ρόλο της Σωτηρίας 
Μπέλλου.   
Το επόμενο ανέβασμά του -περίπου άγνωστο σ’ εμάς, εκ των υστέρων το ανακάλυψα- έγινε στην Κύπρο, στην Λευκωσία, απ’ το «Σατιρικό Θέατρο», στην «Κάτω Σκηνή» του, τη σεζόν 2009/2010: σκηνοθέτης ο Χρήστος Ζάνος και στο ρόλο της Σωτηρίας Μπέλλου, η Πόπη Αβραάμ.
Το τρίτο ανέβασμα, με τον τίτλο «Σωτηρία Μπέλλου. Η ζωή μιας περιπλανώμενης ρεμπέτισσας», ήταν το 2011/2012, μ’ επανάληψη το 2012/2013, στο θέατρο «Κάππα» και νέα επανάληψη το 2013/2014 στο θέατρο «Ήβη», σε σκηνοθεσία Αθανασίας Καραγιαννοπούλου, με την αξέχαστη Ντίνα Κώνστα -στη μνήμη της Σοφίας Αδαμίδου και της Ντίνας Κώνστα, άλλωστε, είναι αφιερωμένη, και μπράβο σ’ αυτούς που το σκέφτηκαν, η τωρινή παράσταση.
Θέλω, όμως, να συμπληρώσω κι ένα τέταρτο ανέβασμα -το τωρινό θα ’ναι το πέμπτο- που ξεχάστηκε: το 2015/2016, μ’ επανάληψη το 2015/2016, απ’ το ΚΘΒΕ, στο «Μικρό Θέατρο» της Μονής Λαζαριστών, με τον αρχικό τίτλο «Σωτηρία με λένε», σε σκηνοθεσία Χριστίνας Χατζηβασιλείου και με την Έφη Σταμούλη στο ρόλο της Μπέλλου σε μια εξίσου σημαντική ερμηνεία.
Με το δεδομένο ότι το έργο, στα τρία, τουλάχιστον, ανεβάσματά του παίχτηκε και δεύτερη έως και τρίτη σεζόν, διαισθάνομαι και πάλι επιτυχία  (Φωτογραφίες: 1 Εβίτα Σκουρλέτη, 5 Νίκος Τασούλας).

October 29, 2022

Στο Φτερό / Ξενοδοχειακαί επιχειρήσεις

 
«Η Τιμωρία του ακόλαστου ή Ο Ντον Τζοβάνι» του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, λιμπρέτο (Τζοβάνι Μπερτάτι, Μολιέρος) Λορέντσο ντα Πόντε / Μουσική διεύθυνση: Οντρέι Όλος. Σκηνοθεσία: Τζον Φούλτζέϊμς (αναβίωση: Αϊλίν Μποζόκ). 
 
Ένας πορωμένος ακόλαστος, ένας έκλυτος αριστοκράτης: ο Ντον Τζοβάνι. Εκατοντάδες οι κατακτήσεις του -τα θύματά του, δηλαδή- στο γυναικείο φύλο -1003 μετράει, στον κατάλογο που κρατάει, ο Λεπορέλο, ο πιστός υπηρέτης και συνεργάτης του στις ακολασίες, που προσπαθεί, όμως, και να βγάλει την ουρά του απ’ έξω. Μία νύχτα, μέσα στο σκοτάδι, ο Ντον Τζιοβάνι 
αποπειράται να βιάσει -αλλά εκείνη ανθίσταται- την Ντόνα Άννα, κόρη του Διοικητή της πόλης -μία πόλη της Ισπανίας-, ο οποίος, ξυπνάει από το θόρυβο και, καθώς σπεύδει να υπερασπιστεί την κόρη του, ο Ντον Τζοβάνι, που, στα σκοτεινά, δεν τον αναγνωρίζουν, τον σκοτώνει και το σκάει. Η Ντόνα Άννα με τον αρραβωνιαστικό της Ντον Οτάβιο θα 
κινητοποιηθούν αναζητώντας τον άγνωστο, για να πάρουν εκδίκηση. Στη διαρκή αναζήτησή του είναι, όμως, και το προηγούμενο θύμα του, η Ντόνα Ελβίρα, που δείχνει, πάντως, να τον αγαπάει και να νοιάζεται γι αυτόν. Ο Ντον Τζοβάνι, που δεν ενδιαφέρεται για εκείνη πια, την αποφεύγει αλλά η Ντόνα Ελβίρα τον εντοπίζει στο γλέντι που γίνεται εν όψει ενός χωριάτικου γάμου -του Μαζέτο και της Τσερλίνα- και του χαλάει τα σχέδια να 
αποπλανήσει τη μέλλουσα νύφη. Εκεί τον συναντούν και η Ντόνα Άννα με τον Ντον Οτάβιο. Από τα λόγια που ανταλλάσσουν, εκείνη καταλαβαίνει πως ο Ντον Τζοβάνι είναι αυτός που ψάχνουν αλλά εκείνος, πριν το σκάσει, προσπαθεί να τους ρίξει στάχτη στα μάτια -ότι δράστης είναι ο Λεπορέλο. Από τον οποίο ο αδιόρθωτος αριστοκράτης ζητάει να αλλάξουν ρούχα και εκείνος να ερωτοτροπήσει με την Ντόνα Ελβίρα ως Ντον Τζοβάνι, ώστε ο ίδιος, ως Λεπορέλο, να βρει χρόνο να αποπλανήσει την καμαριέρα της. Το σχέδιο
αποτυγχάνει γιατί εμφανίζεται, με τους φίλους του,  ο Μαζέτο ο οποίος καταδιώκει αυτόν που προσπάθησε να αποπλανήσει την Τσερλίνα του. Ο ακόλαστος θα τους μπερδέψει και θα ξυλοφορτώσει τον νέο. Ντόνα Άννα, Ντον Οτάβιο, Τσερλίνα και Μαζέτο συναντούν τον -μεταμφιεσμένο σε Ντον Τζοβάνι-
Λεπορέλο και προσπαθούν να τον σκοτώσουν, οπότε εκείνος τους αποκαλύπτεται, όπως και στην εξαπατημένη Ντόνα Ελβίρα. Αφέντης και υπηρέτης τελικά, καταδιωκόμενοι, καταφεύγουν στο νεκροταφείο της πόλης όπου βρίσκονται μπροστά στον τάφο του Διοικητή και το άγαλμά του. Ο Ντον Τζοβάνι, με ασέβεια και θράσος, το καλεί σε δείπνο. Και -ω, του θαύματος!- το άγαλμα συγκατανεύει. Και, όντως, εμφανίζεται στο δείπνο
του Ντον Τζοβάνι όπου του ζητάει να μετανοήσει. Εκείνος αρνείται. Και το άγαλμα τον σέρνει στις φλόγες της κόλασης. Οι υπόλοιποι θα συνεχίσουν τη ζωή τους καταλήγοντας στο, μάλλον ειρωνικό, επιμύθιο ότι «ο κακός πηγαίνει στην κόλαση». Ο Αυστριακός Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ συνέθεσε την όπερά του «Η τιμωρία του ακόλαστου ή Ο Ντον Τζοβάνι» (1787), η οποία θεωρείται από πολλούς το αριστούργημά του,
πάνω στο ιταλικό λιμπρέτο του βενετσιάνου συνεργάτη του, ποιητή Λορέντσο ντα Πόντε ο οποίος, ουσιαστικά, μετάπλασε το λιμπρέτο του συγχρόνου του Τζοβάνι Μπερτάτι για την όπερα «Ντον Τζοβάνι ή Ο πέτρινος συνδαιτυμόνας» (1787, επίσης) του Τζουζέπε Γκατσανίγκα, που είχε πολύ πρόσφατα
παρουσιαστεί -θέματα συγγραφικών  δικαιωμάτων δεν υφίσταντο τότε- αντλώντας και από το παλαιότερο (1665) έργο του Μολιέρου «Δον Ζουάν ή Το πέτρινο φαγοπότι». Το λιμπρέτο έχει αδυναμίες και είναι αποσπασματικό αλλά η δυνατή ποιητική πνοή και η ευφυΐα του ντα Πόντε του δίνουν πετάγματα που 
ο Μότσαρτ τα έχει αρκούντως εκμεταλλευτεί  σ΄αυτό το δίπρακτο «παιχνιώδες δράμα» του. Ο βρετανός σκηνοθέτης Τζον Φούλτζέιμς που ανέλαβε την παράσταση (διαδικτυακή πρεμιέρα 2021, ζωντανή πρεμιέρα στην Κοπεγχάγη 2022, αναβίωση σκηνοθεσίας από την ελβετοτουρκικής καταγωγής Αϊλίν Μποζόκ), είχε την ιδέα να
τοποθετήσει ολόκληρη την όπερα σε ένα μεγάλο, σύγχρονο ξενοδοχείο -«ο ‘Ντον Τζοβάνι’ είναι μία αστική όπερα [...] και το ξενοδοχείο, κατά κάποιον τρόπο, είναι μία αστική μικρογραφία» δηλώνει σε συνέντευξή του που δημοσιεύεται στο πρόγραμμα. Πολύ γενικόλογο αυτό το επιχείρημα. Απλώς, για μένα, είναι μία ακόμα ιδέα που συνειρμικά του πέρασε, όπως συμβαίνει πια στους περισσότερους από τους σύγχρονους σκηνοθέτες όπερας. Οι οποίοι, ως κύριο μέλημά τους έχουν, συναγωνιζόμενοι για την πιο «προχωρημένη»
άποψη, να αλλάξουν την εποχή και τον τόπο της όπερας την οποία αναλαμβάνουν, για να μη θεωρηθούν «ξεπερασμένοι». Και, με ευκολία, να στριμώξουν στην ιδέα αυτή το έργο, να το καπελώσουν, ερήμην του λιμπρέτου και όχι να ψάξουν και να ανασύρουν την άποψή τους ΜΕΣΑ από το λιμπρέτο και τη μουσική, όπως είδα να κάνει η Κέιτι Μίτσελ στην «Λουτσία ντι Λαμερμούρ». Δηλαδή, άλλα λέγονται και άλλα πράττονται επί 
σκηνής. Αυτή τη γραμμή έχει ακολουθήσει ο Τζον Φούλτζέιμς. Ψυχρά και όχι απολύτως λειτουργικά -αλλά πάντως πολύ καλά φωτισμένα από την Ιταλίδα Φαμπιάνα Πιτσόλι (σε αναβίωση από τον Βρετανό Νιλ Μπρίνκγουρθ)- βρήκα τα σκηνικά του Βρετανού Ντικ Μπερντ -κακόγουστο το ψυγείο με τα σφαχτάρια και το, α λα Μάφια, κρεμασμένο πτώμα του Διοικητή-, χωρίς χαρακτήρα και αισθητική τα κοστούμια της Ιρλανδής Άνμαρι Γουντς -ανεκδιήγητες οι περούκες, ιδιαίτερα  η κοκκινομάλλικη του Λεπορέλο 
και αυτές του προσωπικού του ξενοδοχείου, που παραπέμπουν στον Σποκ του «Star Trek»...- και εξυπηρετικά τη χορογραφία της Βρετανής Μαξίν Μπρέιαμ και το σχεδιασμό των βιντεοπροβολών από τον, επίσης, Βρετανό Ουίλ Ντιουκ. Αντίθετα, θετικότατο κρίνω, το μουσικό αποτέλεσμα. Ο Σλοβένος Οντρέι Όλος οδήγησε αποφασιστικά σε ένα στιβαρό αποτέλεσμα την Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής δικαιολογώντας τους κάπως γρήγορους ρυθμούς που ακολούθησε και αρμονικά συμπλέοντας με τους ερμηνευτές. Ικανοποιητική και η Χορωδία της
ΕΛΣ με διευθυντή τον Αγαθάγγελο Γεωργακάτο. Φωνητικά, κορυφαία της παράστασης, η ρουμάνα σοπράνο Τσέλια Κοστέα (Ντόνα Ελβίρα). Είχα πολύ καιρό να την ακούσω σε τέτοια φόρμα -φωνή ώριμη, γεμάτη. Υποκριτικά συμπαθής. Καλύτερη, υποκριτικά, και πολύ καλή φωνητικά η σοπράνο Μυρσίνη Μαργαρίτη (Ντόνα Άννα). Μουσικότατη και σωστή υποκριτικά αλλά με «μικρή» φωνή η μέτζο Μιράντα Μακρυνιώτη (Τσερλίνα). Ο τενόρος Βασίλης Καβάγιας στο ρόλο του Ντον Οτάβιο, που του πηγαίνει, θα μου άφηνε εξαιρετικές εντυπώσεις αν δεν παρουσίαζε αδυναμίες στην απαιτητική άρια της δεύτερης
πράξης «Il Mio Tesoro» («Ο θησαυρός μου»). Συμπαθητικός ο βαρύτονος Νίκος Κοτενίδης (Μαζέτο) και πολύ καλός ο μπάσος Πέτρος Μαγουλάς (Διοικητής). Ο μπασοβαρύτονος  Γιάννης Γιαννίσης δεν είναι ο ιδανικός Λεπορέλο: με φωνή κάπως αποξηραμένη και βαρύς υποκριτικά, με μείον τη φριχτή περούκα που του έχουν φορέσει. Ο βαρύτονος Διονύσης Σούρμπης έχει φωνή καλή και γεμάτη αλλά δεν έχει, πιστεύω, το μέγεθος -υστερεί και στην κίνηση- και θέλει πολλή δουλειά για να πείσει ως ακόλαστος Ντον Τζιοβάνι -περισσότερο «Κόκκινα φανάρια» μου θύμιζε. Μία παράσταση που δεν με ενθουσίασε (Φωτογραφίες: Ανδρέας Σιμόπουλος).

(Άψογο, όπως, πάντα, το έντυπο δίγλωσσο -ελληνικά και αγγλικά- πρόγραμμα της παράστασης -Τομέας Δραματολογίας ΕΛΣ, υπεύθυνος Νίκος Α. Δοντάς-, με αφιέρωμα -χωρίς φωτογραφία του...- στον σκηνογράφο Γιάννη Καρύδη -κείμενο «Γιάννης Καρύδης: Ο πρώτος σκηνογράφος του ‘Ντον Τζοβάννι’ στην Εθνική Λυρική Σκηνή» της Σοφίας Κομποτιάτη. Διατίθεται, επίσης, το λιμπρέτο του Λορέντσο ντα Πόντε στην εξαιρετική μετάφραση των Μαρίας Λαϊνά, Αλεξάνδρας Πλαστήρα (Εθνική Λυρική Σκηνή, 2006), η οποία χρησιμοποιείται και στους υπέρτιτλους).
 
Εθνική Λυρική Σκηνή / Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος», Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», συμπαραγωγή Εθνική Λυρική Σκηνή-Όπερα του Γκέτεμποργκ-Βασιλική Όπερα της Δανίας, 25 Οκτωβρίου 2022.

October 23, 2022

Στο Φτερό / Πώς να χρωματίσετε με το ζόρι τις αποχρώσεις του γκρι...

 

«Ο άνθρωπος απ’ το Παντόλσκ» του Ντμίτρι Αλεξέγιεβιτς Ντανίλοφ / Σκηνοθεσία: Γιώργος Κουτλής 

 

Ένας γκρίζος άνθρωπος: ο Νικολάι Στεπάνοβιτς Φρολόφ. Ζει σε μία γκρίζα πόλη -το Παντόλσκ, στην περιφέρεια της Μόσχας. Έχει κάνει γκρίζες σπουδές -ανόρεχτα σπούδασε ιστορία. Ο γάμος του είναι γκρίζος -η γυναίκα του τον έχει παρατήσει. Έχει μία γκρίζα σχέση -με μία κοπέλα που δεν του 

πολυαρέσει. Δουλεύει συντάκτης σε μία γκρίζα τοπική εφημερίδα. Παίζει ιντάστριαλ μουσική, που δεν αρέσει, σε ένα μέτριο, γκρίζο συγκρότημα. Και ονειρεύεται το Άμστερνταμ που κάποτε το επισκέφθηκε. Μία μετριότητα, ο Άνθρωπος απ’ το Παντόλσκ. Που δεν είναι ευχαριστημένος -γιατί να είναι;- με

τίποτα από την γκρίζα ζωή του. Αυτοί οι άνθρωποι, όμως, πρέπει να «αναμορφώνονται» -έτσι λέει η εξουσία. Μία μέρα και ενώ, απλώς, περπατάει σε ένα δρόμο της Μόσχας, στα καλά καθούμενα, συλλαμβάνεται. Και οδηγείται σε ένα μοσχοβίτικο αστυνομικό τμήμα. Χωρίς να ξέρει το λόγο. Δεν τον ξέρουν ούτε αυτοί που τον συνέλαβαν. Θα τον... ανακαλύψουν. Τρεις αστυνομικοί -δύο άντρες, κάπως παλαιάς κοπής όργανα της τάξης, και μία

πολύ «γλυκιά» και «προσηνής» και «ερωτική» γυναίκα- αναλαμβάνουν ακριβώς την «αναμόρφωσή» του. Με τη σύμπραξη του Σεργκέι, ενός Άνθρωπου από το Μιτίς -μία άλλη γκρίζα πόλη στην περιφέρεια, επίσης, της Μόσχας, ο οποίος, ήδη «αναμορφωμένος», «φιλοξενείται» στο Τμήμα. Αφού «ανακρίνουν» τον Νικολάι, δηλαδή αφού του θέσουν διάφορες ξεκάρφωτες, παράλογες ερωτήσεις, μέσα από τις οποίες, απρόσμενα, 

ξεπηδούν, γνώσεις των αστυνομικών περί... λογοτεχνίας, τέχνης και μουσικής, ερωτήσεις που για εκείνους υποτίθεται ότι έχουν σημασία, αφού τον βάλουν να φωνάζει δυνατά «Μ’ ΑΡΕΣΕΙ ΤΟ ΠΑΡΑΛΟΓΟ» και αφού του μάθουν ένα δικό τους «τραγούδι» και έναν δικό τους χορό -τον «αστυνομικό χορό για την εγκεφαλική βελτίωση»-, τον αφήνουν «ελεύθερο».

Υπογραμμίζοντας πως, από εδώ και πέρα, θα τον συλλαμβάνουν... τακτικά, για να ελέγχουν την πρόοδό του στη στάση του απέναντι στη ζωή του και, γενικά, στη ζωή. Πως παύει πια να τη βλέπει γκρίζα -όπως είναι, δηλαδή. Αλλά ροζ. Όπως επιθυμούν αυτοί να είναι. Ο Άνθρωπος από το Παντόλσκ, υποταγμένος και χωρίς απορίες πια, έχει αρχίσει να «αναμορφώνεται». Ο Ρόσος Ντμίτρι

Ντανίλοφ, από τους αντιπροσωπευτικούς του σύγχρονου ροσικού θεάτρου, στον «Άνθρωπο απ’ το Παντόλσκ» (2016, πρώτο ανέβασμα 2017), που πρωτοπαρουσιάζεται στην Ελλάδα, ξεκινάει από τον Κάφκα. Αλλά τον γυρίζει ανάποδα -το μέσα, έξω. Ο ζοφερός Τσέχος εδώ, μέσω Ντανίλοφ, σαν να δείχνει την κωμική φόδρα του. Μόνο που το γέλιο, κάτω από την υπαρξιακή φρίκη που υποβόσκει, παγώνει: αυτός είναι ο α λα Όργουελ θαυμαστός καινούργιος κόσμος; Της καθ’ υπαγόρευσιν χαράς και της κατά παραγγελίαν ευτυχίας; Που υπόσχεται, που

επιβάλλει στον άνθρωπο η εξουσία; Είτε στη σύγχρονη Ροσία είτε παντού; Ένα έξυπνο, σαρκαστικό, καυστικό έργο -μου δημιούργησε συνειρμούς με «Το σακάκι που βελάζει» του Βούλγαρου Στανισλάφ Στρατίεφ-, με το οποίο ο σκηνοθέτης Γιώργος Κουτλής, σε δική του, απευθείας από τα ροσικά, μετάφραση η οποία κυλάει σαν το νεράκι,

και με δική του δραματουργική επεξεργασία -έχει αφαιρέσει πρόσωπα-, με σύμβουλο δραματουργίας τον Βασίλη Μαγουλιώτη και δραματολόγο της παράστασης την Έρι Κύργια, «παίζει» με εξαίρετους ρυθμούς, με χάρη, με χιούμορ, διακριτικά και όχι κραυγαλέα αλλά και χωρίς να αποφεύγει τις σκοτεινές αποχρώσεις του. Και, κυρίως, οδηγώντας, διδάσκοντας, ως ορχήστρα δωματίου απόλυτα συντονισμένη,  τους πέντε εξαίρετους βασικούς ηθοποιούς του,

από τους οποίους βγάζει το καλύτερο προσέχοντας πολύ τις λεπτομέρειες. Ο Δημήτρης Ήμελλος, με το εύγλωττο αλλά όχι επιδεικτικό χτένισμα α λα Χίτλερ, ψιλοκεντάει, με δεξιοτεχνικές μεταπτώσεις, τον Πρώτο Αστυνομικό -έξοχος!- δεμένος γερά με τον πολύ καλό Αλέξανδρο Σιάτρα (Δεύτερος Αστυνομικός). Ο εκφραστικότατος Άρης Μπαλλής, με την απορημένη, τρομαγμένη, πανικόβλητη φάτσα του -στην ουσία, ένα τραγικό

πρόσωπο-, κερδίζει τις εντυπώσεις από την πρώτη στιγμή και εξελίσσει άψογα το ρόλο του. Η Ελένη Κουτσιούμπα, κάτω από την όψη της όμορφης και γλυκιάς Γυναίκας Αστυνομικού αφήνει να ενεδρεύει μία απειλή -στοιχείο βασικό στο τρίο των αστυνομικών. Έκπληξη ο Γιλμάζ Χουσμέν (Άνθρωπος από το Μιτίς): ένας κωμικός άμα τη εμφανίσει και ευφυής ηθοποιός

που πολλά υπόσχεται. Ο Παναγιώτης Μανουηλίδης με το ακορντεόν του συμπληρώνει την πεντάδα ευδόκιμα. Το «τυπικό», ρεαλιστικά γεωμετρημένο σκηνικό και τα κοστούμια του Πάρι Μέξη, οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου, η 

συνειδητά ατσούμπαλη κίνηση του Αλέξανδρου Βαρδαξόγλου, η μουσική διδασκαλία της Μελίνας Παιονίδου και, κυρίως, η απειλητική μουσική και η ηχητική επιμέλεια του Panú αρμονικά συμβάλλουν στο παραστασιακό

αποτέλεσμα. Ο Γιώργος Κουτλής δίνει, για άλλη μία φορά, δείγματα ενός όχι τυχαίου ταλάντου: ξέρει να διαβάσει το κείμενο με τον τρόπο του, χωρίς σκηνοθετισμούς και εξυπνάδες, και να το μετατρέψει σε ασπαίρουσα, τερπνή σκηνική πράξη, έχει χιούμορ αλλά και -βασικό!- ξέρει να διδάξει ηθοποιούς αφήνοντας γερές ελπίδες για το μέλλον. Πολύ καλή έναρξη της σεζόν του κάνει το Εθνικό Θέατρο. Δείτε την παράσταση! (Φωτογραφίες: Χρήστος Συμεωνίδης).

 

(Εξαιρετικό το έντυπο πρόγραμμα -υπεύθυνη Μαρία Καρανάνου, επιμέλεια ύλης Έρι Κύργια-, με κείμενα ειδικά γραμμένα από την Έφη Λαμπροπούλου και την Ε.Κ. -προφανώς η Έρι Κύργια- που φωτίζουν ευεργετικά το ρεύμα «Νέο Δράμα» στο σύγχρονο ροσικό θέατρο και με το πλήρες κείμενο της παράστασης στη μετάφραση του Γιώργου Κουτλή. Πολύ κομψό και το πολύπτυχο με το φετινό δραματολόγιο του Εθνικού).

Εθνικό Θέατρο / Κτίριο Τσίλερ / Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος», 20 Οκτωβρίου 2022.