August 7, 2020

ΚΘΒΕ: πλην Λακεδαιμονίων... ή Τρεις και την κακή του μέρα...

Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια... 23

Δεν έχει αναγγείλει ακόμα το ρεπερτόριό του για το 2020/2021, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Δεν έχει αποφασίσει, ακόμα, οριστικά, όπως φαίνεται, ο Νίκος Κολοβός, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του -όπως κι ο Δημήτρης Λιγνάδης στο Εθνικό. Και πώς ν’ αποφασίσουν όταν δεν ξέρουν(-με) τι μας ξημερώνει όχι τον Οκτώβριο αλλά ούτε αύριο... Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι δεν ετοιμάζονται. 

Διάβασα, λοιπόν, από κάποιες διαρροές, ειδήσεις για καινούργιες παραστάσεις που ’χουν ήδη κλειστεί. Και στο Εθνικό και στην Θεσσαλονίκη, στο ΚΘΒΕ. Αλλά, σχετικά με το Εθνικό, μεν, διάβασα και για προγραμματισμένες -πολύ λογικό- επαναλήψεις -ή μάλλον συνέχιση- περσινών παραστάσεων που, λόγω του lockdown της πανδημίας, έμεινε στη μέση η προγραμματισμένη διαδρομή τους. Κάτι σχετικό για τις περσινές παραστάσεις του ΚΘΒΕ, όχι δε διάβασα.

Και μένω με την απορία: «Τα στηρίγματα της κοινωνίας», το σχεδόν άγνωστό μας έργο του Ίψεν, που ανέβασε εκεί, στο θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, ο Γιάννης Μόσχος κι έκανε -δεν έκανε 20 παραστάσεις, όλες κι όλες, θα το φάει η μαρμάγκα; Το «Εδώ ουρανός» της Αγκλάζα Βετεράνι, που διασκεύασε για το θέατρο κι ανέβασε, στο Φουαγιέ της ΕΜΣ ο Σίμος Κακάλας και που πρόλαβε να παιχτεί τρεις (!), αν δεν κάνω λάθος, βραδιές θα το καταπιεί η μαύρη τρύπα; Και δεν είναι μόνον αυτές οι παραστάσεις του ΚΘΒΕ που βίαια σταμάτησαν, είναι κι άλλες, αλλά αυτές οι δυο είναι οι πιο εξόφθαλμες περιπτώσεις -πόσο μάλλον που οι σκηνοθέτες και των δυο είναι Θεσσαλονικείς. Για να μην πω ότι πρόκειται για σπατάλη να πετάς παραστάσεις που όχι μόνο δεν έκαναν τον κύκλο τους, ούτε «α» δεν πρόλαβαν να πουν. Μήπως είναι λάθος να μη συνεχιστούν;

Ο Νίκος Κολοβός χρεώνεται με το ΜΕΓΑΛΟ, κατά τη γνώμη μου, φάουλ, να κατεβάσει, πριν την ώρα της, την «Μεγάλη πλατεία» του Νίκου Μπακόλα -διασκευή για το θέατρο Άκης Δήμου, σκηνοθεσία Ελένη Ευθυμίου-, την καλύτερη, κατά τη γνώμη μου και πάλι, παράσταση των τελευταίων δεκαετιών του ΚΘΒΕ -μια παράσταση συ-γκλο-νι-στι-κή-, μ’ έργο, μάλιστα, ενός δεμένου απόλυτα με την Θεσσαλονίκη συγγραφέα, έργο που στην Θεσσαλονίκη αναφέρεται, αυτή είναι ο πρωταγωνιστής του, και που το ΚΘΒΕ για να τιμήσει τη μνήμη του Μπακόλα, δις, άλλωστε, καλλιτεχνικού διευθυντή του, το ανέβασε -γι αυτό και δεν πρόκειται, απλώς, για φάουλ αλλά για απρέπεια-, αντί να την τονώσει, να την προβάλει, να τη φέρει στην Αθήνα, να την επαναλάβει ξανά και ξανά. Ας μην κάνει κι άλλα λάθη... (Φωτογραφίες: Τάσος Θώμογλου).

Ερείπια χωρίς ανασκαφή

Το μικρό Τέταρτο Κουδούνι

«Σπουδαία ερείπια. Η Ελλάδα με τα μάτια των ξένων ταξιδιωτών (16ος-19ος αιώνας)» (αμερικανοί ιεραπόστολοι, Μπαρτόλντι, Λιτ, Σατομπριάν, Αμπού, Λε Γκοφ, Αυγουστίνου, Όμηρος/Μαρωνίτης) των Στέφανου Καβαλλιεράκη και Άγγελου Κουτσολαμπρόπουλου / Σκηνοθεσία: Νατάσα Τριανταφύλλη.

Εξαιρετικό ιστορικό και φιλολογικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν. Όλες αυτές οι καταγραμμένες μαρτυρίες και αφηγήσεις ξένων περιηγητών και ταξιδιωτών που επισκέφτηκαν, περιηγήθηκαν ή εγκαταστάθηκαν είτε στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, κατά την προεπαναστατική περίοδο ή και παλαιότερα, είτε στο νεοπαγές ελληνικό κράτος του 19ου αιώνα. Εκδομένες στον καιρό τους, την εποχή της έκρηξης του φιλελληνισμού, ή

ανακαλυμμένες αργότερα έως και μέσα στον 20ό αιώνα, οπότε και ήρθαν στο εκδοτικό φως, η καθεμιά τους προσθέτει λίγες ακόμα ή και περισσότερες ψηφίδες σε μία εποχή, πριν από το 1821, σκοτεινή και αχαρτογράφητη αλλά και στην εποχή που το νεογέννητο Βασίλειον της Ελλάδος μπουσουλούσε. Γραμμένες από αρχαιόπληκτους, συνήθως, Ευρωπαίους που περίμεναν, εις μάτην, να υλοποιήσουν το φαντασιακό τους ως προς την πρόσληψη του αρχαίου ελληνικού κόσμου ταυτοποιώντας τους τότε Έλληνες με απόγονους του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Σωκράτη, του Ευριπίδη και του Περικλή, διακατέχονται, συχνά, από την

απογοήτευσή τους αυτή αλλά κομίζουν και ενδιαφέροντα στοιχεία για τον κοινωνικό βίο στην τουρκοκρατούμενη ή την ελεύθερη (;) πια Ελλάδα. Μπορούν, όμως, να αποτελέσουν θεατρικό υλικό; Ίσως ναι, αν δουλευτούν με προσοχή και γύρω από κάποιο άξονα. Ο Στέφανος Καβαλλιεράτος και ο Άγγελος

Κουτσολαμπρόπουλος, βασισμένοι σε μία επιλογή από τις μαρτυρίες αυτές, ετοίμασαν, νομίζω βιαστικά, ο Τάκερμαν, για παράδειγμα, δεν ήταν «ο πρώτος αμερικανός πρεσβευτής της Ελλάδας» αλλά ΣΤΗΝ Ελλάδα-, μία σύνθεση, χωρισμένη σε πρόλογο και πέντε ενότητες, διανθισμένη, επί το πιο κοσμοπολίτικο, με ολίγα αγγλικά και γαλικά, προορισμένη να

γίνει παράσταση. Στη στεγνή αυτή σύνθεση η Νατάσα Τριανταφύλλη, που έχει υπογράψει τη σκηνοθεσία, δεν καταφέρνει, κατά τη γνώμη μου, να δώσει πνοή. Γιατί προφανώς δεν είχε το χρόνο να ανασκάψει τα «ερείπια» αυτά. Έξι άδετοι και -οι περισσότεροι- άπειροι ηθοποιοί (Πάρις Θωμόπουλος, Ελευθερία Παγκάλου, Βασίλης Παπαδημητρίου, Νατάσα Σφενδυλάκη, Αινείας Τσαμάτης, Δήμητρα 

Χαριτοπούλου) -που οι δύο τους παίζουν και πνευστά όργανα-, ακαθοδήγητοι, χωρίς ρυθμό, χωρίς σφιχτό, στερεωμένο λόγο, με ενίοτε λανθασμένους τονισμούς, ντυμένοι διακριτικά σε παλ χρώματα από την Ιωάννα Τσάμη, πλάι σε κάποια στοιχεία σκηνικών που υπογράφει η Εύα Μανιδάκη, σε μουσική Λήδας Μανιατάκου, περιφέρονται (κίνηση Δήμητρα Μητροπούλου) άσκοπα και αμήχανα, γύρω-γύρω, μη ακουόμενοι πάντα καλά,

σε ένα βαρετό, παρά τη σύντομη διάρκειά του (50 λεπτά), σκηνικό αποτέλεσμα. Είναι η πρώτη εκδήλωσή του που βλέπω, αλλά έχω την αίσθηση ότι το, κατά κάποιο τρόπο, φεστιβάλ «Όλη η Ελλάδα Ένας Πολιτισμός», που οργάνωσε, για τους δικούς του λόγους, με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, το υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, πάσχει από προχειρότητα. Είχα πέντε ακριβώς μήνες -από τις 7 Μαρτίου- να δω θέατρο, πράγμα που δεν μου έχει ποτέ συμβεί, Η επανασυνάντησή μου με αυτό δικαίωσε ότι δεν είχα νοιώσει στερητικό σύνδρομο...

(Πρόγραμμα της παράστασης, ένα απλό δίπτυχο με τους συντελεστές και των τριών παραστάσεων που το Εθνικό παρουσιάζει, ενταγμένες στο «Όλη η Ελλάδα Ένας Πολιτισμός» του ΥΠΠΟΑ).  

 

Λύκειο Αριστοτέλους, Εθνικό Θέατρο, Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, «Όλη η Ελλάδα Ένας Πολιτισμός», 6 Αυγούστου 2020.

August 2, 2020

Ένας ήρως με κομπιούτερ ή Βυσσοδομώντας εποικοδομητικά...

Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια... 22

Δείτε στο Netflix το πολονέζικο (με ελληνικούς υπότιτλους) «Hejter» / «The Hater» («Αυτός που μισεί»): η καινούργια (Μάρτιος 2020), μετά το περσινό, έξοχο «Corpus Christi», ταινία του Γιαν Κομάσα. Ο Κομάσα, βασισμένος σε ένα τραγικό, πραγματικό γεγονός -τη δολοφονία του επί χρόνια προοδευτικού δημάρχου του Γκντανσκ Πάβελ Αντάμοβιτς από έναν νεαρό του ακροδεξιού χώρου, με ψυχολογικά προβλήματα, έχει κάνει μία απερίφραστα πολιτική ταινία που

θεωρείται σίκουελ ή σπιν-οφ της παλαιότερής του (2011) «Δωμάτιο αυτοκτονίας», την οποία έχει «μπολιάσει» με στοιχεία από τα πραγματικά γεγονότα του Γκντανσκ. Μία ταινία που ανατέμνει την επικίνδυνη πολιτική κατάσταση στη σημερινή Πολονία αλλά και, γενικότερα, τους σατανικούς, μέσω των social media και των fake news τα οποία έντεχνα ρίχνονται, πολιτικούς «σχεδιασμούς» και υπονομεύσεις που μπορούν πια να καθορίσουν, όπως έχει αποδειχθεί, την έκβαση εκλογών και την τύχη πολιτικών προσώπων.


Ο αδίστακτος νεαρός Τόμας Γκιέμζα (ιδανικός για το ρόλο, ο 27χρονος Μάτσεϊ Μουσιαλόφσκι), μέσα από το εξαιρετικό σενάριο του Ματέους Πάτσεβιτς (που υπέγραφε και το, επίσης εξαιρετικό, σενάριο του «Corpus Christi»), ελίσσεται και εξελίσσεται, στην σπαρασσόμενη από ρατσιστικές διαδηλώσεις Πολονία -χρησιμοποιώντας κάθε δυνατό μέσο, από τα συνεχή ψέμματα και τους κοριούς μέχρι την εκμετάλλευση γκέι καταστάσεων και μέχρι «κρεβάτια», και παίζοντας σε διπλό ταμπλό-, από το τίποτα και τη λογοκλοπή στην πανεπιστημιακή εργασία του, που οδηγεί στην αποβολή του, σε αφανή κινητήρια δύναμη της

υπονόμευσης της προεκλογικής εκστρατείας ενός προοδευτικού πολιτικού και της δολοφονίας του από έναν πορωμένο ακροδεξιό. Καταφέρνοντας, τελικά, να αναδειχθεί σε... ήρωα και να συνεχίσει την αποτρεπτική άνοδό του. Συμβολική ματιά στη δολιότητα και στη μεθοδολογία της σημερινής αδίστακτης παγκόσμιας πολιτικής των τεχνασμάτων, της βίας, των εκφοβισμών, των εκβιασμών και των δολοπλοκιών μέσω των οποίων ασκείται, ματιά τολμηρή που μας αφορά άμεσα.



Το συγκλονιστικό φινάλε -η επίθεση και μαζική σφαγή υπό τους ήχους του (μπετοβενικού) Ύμνου (της Χαράς) της Ευρωπαϊκής Ένωσης-, το αποκορύφωμα της σαρκαστικής, δηλητηριώδους οπτικής του πολονού σκηνοθέτη, η οποία ολοκληρώνεται με την απόλυτη δικαίωση του άνευ ορίων ανήθικου τέρατος Τόμας και την επιβολή των όρων του στο φορτωμένο με ανθοδέσμες ευγνωμοσύνης γραφείο του.


Άψογη όλη η διανομή -στο ρόλο της Μπεάτα η έξοχη Αγκάτα Κούλεσα, η Βάντα στην «Ida» και Ιρένα στον «Ψυχρό πόλεμο» του Παβλικόφσκι, που ξέρει να «μιλάει» και στις σιωπές της. 

Μία σπουδαία ταινία! Δεν είναι τυχαίο ότι το «The Hater» τιμήθηκε με το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στο Διεθνές Αφηγηματικό Διαγωνιστικό Τμήμα του φετινού Φεστιβάλ της Τραϊμπέκα, Φεστιβάλ που προωθεί τον ανεξάρτητο κινηματογράφο.