April 13, 2024

Όπως στρώσεις, θα ζαλιστείς…

 

Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 225

 


Δεκάδες άτομα επί σκηνής σε συνεχή, ολόσωμη κίνηση/χορογραφία -μα συνεχή, ούτε μια ανάσα, τα χέρια να πηγαινοέρχονται σχεδόν σα στη νοηματική. Βίντεο διαρκές, ασταμάτητο, ακατάπαυστο, ακατάσχετο στη μεγάλη οθόνη του

βάθους. Κι ένα πυκνό, φλύαρο, όχι πάντα ουσιώδες κείμενο του Μπρεχτ, ν αγωνίζεσαι να προλάβεις τους ελληνικούς υπότιτλους στις μικρές οθόνες. Πού

να πρωτοκοιτάξεις; Τι να  πρωτοδείς στο κατά Γιάννη Χουβαρδά «Η άνοδος και η πτώση της πόλης Μαχαγκόνι» των Βάιλ/Μπρεχτ της Λυρικής; Επί τρεις ώρες και πέντε λεπτά -μαζί με το διάλειμμα; Και πώς να προλάβεις να

εκτιμήσεις τις καλές στιγμές; Μια σκηνοθετική ανασφάλεια έως αμηχανία μόνο πρόλαβα να διακρίνω. Διότι ζαλίστηκα -δηλαδή ίλιγγος. Και δεν ήμουν ο μόνος… (Φωτογραφίες: 1,2 Γιώργος Καλκανίδης, 3,4 Ανδρέας Σιμόπουλος).

April 10, 2024

Στο Φτερό / Ξένοι στίχοι με φτερά ελληνικά

 

Ρίτα Αντωνοπούλου, φωνή-Γιάννης Μπελώνης, πιάνο: συναυλία «Όλες του Κόσμου οι Φωνές. Η Παγκόσμια Ποίηση στο Ελληνικό Τραγούδι».
 
Ξεχείλισε ποίηση. Η Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής: Μαγιακόφσκι, Μπρεχτ, Χικμέτ, Βολφ Μπίρμαν, Ρασούλ Γκαμζάτοφ, Λόρκα, Νερούδα, Μπρένταν Μπίαν και, μέσω των μεταφράσεων ή των αποδόσεών τους, οι δικοί μας Άρης Αλεξάνδρου, Μάριος Πλωρίτης, Γιάννης Ρίτσος, Οδυσσέας 
Ελύτης, Δημοσθένης Κούρτοβικ, Λευτέρης Παπαδόπουλος, Γιώργος Παπαλεονάρδος, Μιχάλης Μπουρμπούλης, Νίκος Γκάτσος, Θέμης Μουμουλίδης, Βασίλης Ρώτας. Και όλοι αυτοί οι στίχοι, ντυμένοι με υπέροχες
μουσικές -τι θησαυροφυλάκιο διαθέτει το τραγούδι μας! Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, η 21 Μαρτίου και με την αφορμή αυτή η Ρίτα Αντωνοπούλου ετοίμασε μία συναυλία με θέμα «Όλες του Κόσμου οι Φωνές. Η Παγκόσμια Ποίηση στο Ελληνικό Τραγούδι»: ποιήματα σπουδαίων ποιητών από όλο τον κόσμο, μεταφρασμένα από δικούς μας σπουδαίους ποιητές και μελοποιημένα -φτερά τους δίνουν!- από δικούς μας σπουδαίους μουσικούς: Θάνος Μικρούτσικος -η Ρίτα Αντωνοπούλου ήταν μούσα του και ήταν
λογικό που με Μικρούτσικο άνοιξε τη συναυλία, με Μικρούτσικο την έκλεισε-, Μάνος Λοΐζος, Μάνος Χατζιδάκις, Χρήστος Λεοντής, Μίκης Θεοδωράκης αλλά και ο Σοβιετικός -Ουκρανός- Γιαν Φρένκελ και ο Γερμανός Κουρτ Βάιλ -«Η μπαλάντα του Μακ του Μαχαιροβγάλτη» και « Η Τζένι των πειρατών» από την «Όπερα της πεντάρας». Το πρόσημο, πάντως, της συναυλίας ήταν καθαρά πολιτικό -μέσα από την αριστερή οπτική: τα 

περισσότερα τραγούδια -η πλειονότητά τους- είχαν μηνύματα αντιπολεμικά, ειρηνιστικά, μιλούσαν για την κοινωνική αδικία, ήταν γραμμένα από ανθρώπους που το κατεστημένο συνέτριψε -ή το προσπάθησε-, που οι περισσότεροι -ποιητές και μουσικοί- κυνηγήθηκαν, αδικήθηκαν, ταλαιπωρήθηκαν, εξορίστηκαν, δολοφονήθηκαν… Αυτό το πρόσημο, σφιχταγκαλιασμένο με υψηλή ποίηση και έξοχες μουσικές, 
έδωσε ένα δικό της ύφος στη συναυλία. Και η Ρίτα Αντωνοπούλου, υπερασπίστηκε τα έξοχα επιλεγμένα και δεμένα  τραγούδια του προγράμματος με τη θέρμη της ερμηνείας της. Γιατί η Ρίτα Αντωνοπούλου δεν τραγουδάει, ερμηνεύει -σ’ αυτή την κατηγορία ανήκει, των ερμηνευτών. Ερμηνεύει με πυγμή, με δύναμη, με σθένος, με τσαγανό χωρίς να αδιαφορεί για τις αποχρώσεις και τα ημιτόνια. Και με περισσή θεατρικότητα -που ποτέ, όμως, δεν ξεπερνάει τα όρια, δεν γίνεται θεατρινισμός. «Άννα μην κλαις», «Αντόνιο Τόρρες Χερέντια», «Σαντιάγο», το «Νανούρισμα» από τον «Ματωμένο γάμο», «Το γελαστό παιδί» και… και… απόκτησαν ψυχή και συγκίνησαν. Με αποκορύφωμα το  α καπέλα φινάλε
με το «Η πιο όμορφη θάλασσα» (Χικμέτ/Παπαλεονάρδος/Μικρούτσικος). Συναρπαστικό! Το αποτέλεσμα δεν θα ήταν το
ίδιο αν η Ρίτα Αντωνοπούλου δεν είχε ένα γερό στήριγμα πλάι της: τον εξαίρετο πιανίστα Γιάννη Μπελώνη που γέμισε, σαν ολόκληρη ορχήστρα, τη βραδιά. Μία βραδιά επιτυχημένη (Φωτογραφίες: Γιώργος Καλκανίδης).
 
(Μία καλόγουστη «κάρτα» με το πρόγραμμα ήταν το έντυπο που συνόδευε τη συναυλία).

Εθνική Λυρική Σκηνή / «Εναλλακτική Σκηνή», Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», 21 Μαρτίου 2024.

March 21, 2024

Στο Φτερό / Ακμαία electronica ετών 57 ή Η ψυχεδέλεια ποτέ δεν πεθαίνει

 
«Tangerine Dream»: συναυλία
 
Το συγκρότημα ιδρύθηκε το 1967, στο Βερολίνο, από τον Γερμανό μουσικό -ανάμεσα στους πρωτοπόρους της ηλεκτρονικής μουσικής- Έντγκαρ Φρόζε: «Tangerine Dream» το όνομά του -«Όνειρο Μανταρινιού» να το μεταφράσω;  
Και ο Φρόζε κατάφερε επί δεκαετίες να το κρατήσει ζωντανό και πάντα στην πρωτοπορία μέσα από αλλεπάλληλες αλλαγές στη σύνθεσή του αλλά με τον ίδιο, πάντα, ως αμετακίνητο άξονά του. Μέσα από ογκώδη δισκογραφία, μέσα από αλλαγές πλεύσης στο ύφος, μέσα από στιλιστικές ανανεώσεις… Κλάους Σούλτσε, Κρις Φράνκε, Πέτερ Μπάουμαν, Γιοχάνες 
 
Σμόλινγκ, Στιβ Τζόλιφ, Πάουλ Χάσλινγκερ, Ζερόμ Φρόζε -ο γιος του ιδρυτή Έντγκαρ-, Στιβ Σρόιντερ, Λίντα Σπα…, μερικοί από τους σημαντικούς μουσικούς που συνεργάστηκαν κατά περιόδους με το γκρουπ, ψυχεδέλεια -που ποτέ δεν πεθαίνει...-, krautrock, new age, ηλεκτρονική dance, ambient..., μεταμορφώσεις, μουσική για ταινίες και πάνω από 40 soundtracks στο ενεργητικό τους… Ο
Γερμανός Τόρστεν Κέσνινγκ -μέλος του συγκροτήματος από το 2005 και αρχηγός του από το 2015, μετά το θάνατο του Έντγκαρ Φρόζε που ο ίδιος τον είχε χρίσει διάδοχό του- στα πλήκτρα, η Ιαπωνίδα Χόσικο Γιαμάνε με το ακουστικό βιολί της και o Γερμανός Πάουλ Φρικ,
στα πλήκτρα επίσης, είναι η τριμελής σύνθεση των «Tangerine Dream» από το 2020 έως και σήμερα και με τη σύνθεση αυτή εμφανίστηκαν στην Αθήνα. Για να γοητεύσουν ανατρέχοντας στον πλούτο του ρεπερτορίου τους, που χρονολογείται πριν από την είσοδο και των τριών τους στους «Tangerine Dream» -από
δίσκους τους-σταθμούς- αλλά παρουσιάζοντας και καινούργια κομμάτια τους. Τα βίντεο -βίντεο αρτ, καλειδοσκοπική ψυχεδέλεια αλλά και κινηματογραφήσεις δικές τους- που από τη μεγάλη οθόνη του βάθους συνόδευαν, που έντυναν τα ηχητικά τους τοπία αρμονικά, ενώ οι προβολείς, με τους ίδιους στα μαύρα και στο ημίφως ακόμα και στο χαιρετισμό, δημιουργούσαν σχήματα στην οροφή της Αίθουσας «Σταύρος Νιάρχος» και στα
θεωρεία, πρόσθεταν στην ηλεκτρονική γοητεία της βραδιάς: ο θρίαμβος της ηλεκτρονικής μουσικής (Φωτογραφίες: Πηνελόπη Γερασίμου).

(Η συναυλία δεν διέθετε έντυπο πρόγραμμα ή κάποιο φλάιερ).

Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος» / Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος», Σειρά Συναυλιών «Cosmos», 11 Μαρτίου 2024.

March 17, 2024

Στο Φτερό / Ο καλπασμός της «Βαλκιρίας»

 
«Η Βαλκιρία» του Ρίχαρντ Βάγκνερ, λιμπρέτο Ρίχαρντ Βάγκνερ / Μουσική διεύθυνση: Ρόλαντ Κλούτιχ. Σκηνοθεσία: Τζον Φουλτζέιμς
 


Ο Ζίγκμουντ, γιος, από θνητή μάνα, του Βόταν, ηγέτη των θεών, καταδιωκόμενος από εχθρούς, στη διάρκεια μιας καταιγίδας, μέσα στη νύχτα, βρίσκει καταφύγιο, χωρίς να αποκαλύψει την ταυτότητά του, σε ένα άγνωστό του σπίτι. Με
την Ζιγκλίντε, που συναντάει εκεί και που του συμπαραστέκεται, νοιώθουν αμέσως αμοιβαία έλξη αλλά ο Χούντινγκ, ο βίαιος σύζυγός της με τον οποίο την έχουν παντρέψει χωρίς τη θέλησή της, όταν εμφανίζεται, λίγο αργότερα, αποδεικνύεται συγγενής των εχθρών του Ζίγκμουντ. Και του δηλώνει πως είναι μεν φιλοξενούμενός του για τη νύχτα αλλά το πρωί θα πολεμήσουν μέχρι θανάτου. Όταν εκείνος φανερώνει στην Ζιγκλίντε, που έχει ρίξει στον άντρα
της φίλτρο για να αποκοιμηθεί, ποιος είναι, αποκαλύπτεται πως πρόκειται για τη δίδυμη αδελφή του. Θα σμίξουν ερωτικά ενώ ο Ζίγκμουντ θα τραβήξει το μπηγμένο από έναν μονόφθαλμο άγνωστο, κατά το γάμο του ζευγαριού, στον τεράστιο κορμό γύρω από τον οποίο είναι κτισμένο το σπίτι, σπαθί που κανείς, έως τότε, δεν είχε καταφέρει να αποσπάσει. Ο άγνωστος ήταν
ο Βόταν και το σπαθί με τις  μαγικές ιδιότητες το προόριζε για το γιο του, τον Ζίγκμουντ. Από το αιμομικτικό σμίξιμο των δύο αδελφών, στην κοιλιά της Ζιγκλίντε θα καρπίσει ένας γιος -ο κατοπινός κορυφαίος ήρωας Ζίγκφριντ. Στην κορυφή ενός βουνού, στην Βαλχάλα, το
παλάτι των θεών, ο Βόταν θα προστάξει την Μπρουνχίλντε, την κορυφαία από τις εννέα Βαλκυρίες, τις κόρες του που έκανε με  τη θεά Έρντα, να υπερασπιστεί τον Ζίγκμουντ στην επικείμενη σύγκρουσή του με τον Χούντινγκ. Αλλά η Φρίκα, η γυναίκα του, θεά του γάμου, θα τον πείσει να μεταστραφεί, αν θέλει να μη χάσει τη δύναμή του, και να προστάξει την Μπρουνχίλντε να πάει, τελικά, με το μέρος του Χούντινγκ και της «ηθικής
τάξης». Αλλά εκείνη συγκινείται από την απόλυτη αφοσίωσή του Ζίγκμουντ στην Ζιγκλίντε και αποφασίζει να παρακούσει τον πατέρα της. Όταν, όμως, αρχίζει η σύγκρουση των δύο ανδρών παρεμβαίνει  ο ίδιος ο Βόταν και σπάζει το σπαθί που ο ίδιος είχε αφήσει για τον Ζίγκμουντ τον οποίο ο Χούντινγκ σκοτώνει. Η Μπρουνχίλντε φεύγει με την Ζιγκλίντε αλλά δεν θα ξεφύγει από την τιμωρία τον Βόταν για την ανυπακοή της. Αν και 

πρόκειται για την πολυαγαπημένη του κόρη, την καταδικάζει να γίνει θνητή και να βυθιστεί σε ύπνο. Οποιοσδήποτε άντρας την ξυπνήσει θα την κάνει δική του και θα ανήκει σ’ αυτόν. Εκείνη, πριν την κοιμίσει, του ζητά να την προστατεύσει στον ύπνο της με ένα πύρινο τείχος που μόνον
ο πιο γενναίος ήρωας θα μπορεί να διαπεράσει. Ο ήρωας θα είναι ο γιος που θα γεννήσει η Ζιγκλίντε, ο Ζίγκφριντ. Ο Βόταν θα εισακούσει το αίτημά της. Πρόκειται για την «Βαλκιρία» (1851-1856, πρεμιέρα 1870), τη δεύτερη όπερα της τετραλογίας -τριλογίας με πρόλογο- «Το δαχτυλίδι του Νίμπελουνγκ» (πρεμιέρα του πλήρους κύκλου 1876) του Ρίχαρντ Βάγκνερ. Ο
γερμανός συνθέτης άντλησε από τη γερμανική και τη σκανδιναβική μυθολογία υλοποιώντας τις σκέψεις και τα μεγαλομανή σχέδιά του για ένα πολύπτυχο επικό μουσικό δράμα: ένα λιμπρέτο, που έχει γράψει ο ίδιος, στομφώδες ίσως, ισχυρών συμβολισμών αλλά, σίγουρα, και 
υψηλής ποίησης, που πάνω του κέντησε τη μουσική του ξεφεύγοντας από τους τρόπους της όπερας της εποχής του και συνθέτοντας τέσσερα μουσικά δράματα αλληλένδετα που μπορούν, όμως, και να παρουσιαστούν ανεξάρτητα, όπως 
τώρα, εδώ, «Η Βαλκιρία». Ο βρετανός σκηνοθέτης Τζον Φουλτζέιμς ανέβασε (πρεμιέρα Βασιλική Όπερα της Δανίας, 2022), με συνεργάτρια σκηνοθέτρια την Δανή Γιοχάνε Χόλτεν, το έργο, με μετωπικά, αποδοτικά, πάντως, στησίματα, 

φρεσκάροντάς το με σύγχρονα στοιχεία αλλά με μεγάλη διακριτικότητα, με υποδειγματική λιτότητα και χωρίς να κραυγάζει με επιδεικτικούς σκηνοθετισμούς τη διαχρονικότητά του ή τη δική του ευρηματικότητα. Η ιδέα του ήταν η παράσταση να στηθεί ως υλοποίηση ενός σχεδίου του Βόταν, εξ ου και σιωπηλά παρόντα και στην πρώτη από τις τρεις πράξεις, όπου η σκηνική παρουσία του δεν προβλέπεται. Ενός σχεδίου το οποίο, τελικά, δεν πετυχαίνει: η ακόρεστη δίψα για εξουσία που, κάποτε, όμως, σκοντάφτει, αφήνοντας πίσω θύματα ενώ η αγάπη -όπως του Ζίγκμουντ για την Ζιγκλίντε- μπορεί και να κερδίσει, έστω, στα σημεία. Ουσιαστικό, αποφασιστικό χέρι βοηθείας έχει βάλει ο, επίσης, βρετανός Τομ Σκατ με τα σκηνικά του
(συνεργάτης σκηνογράφος, ο Βρετανός Ντέιβιντ Άλεν): μία τεράστια σε ύψος και πλάτος σκάλα, η οποία δημιουργεί την αίσθηση του βουνού και της Βαλχάλα που βρίσκεται στην κορυφή του αλλά, με τις μετακινήσεις της, δίνει υπόσταση και στους άλλους σκηνικούς χώρους των τριών πράξεων. Και μία σειρά φορητών, διαρκώς μετακινούμενων μεγάλων πάνελ με σωλήνες από νέον -κάτι σαν θερμοσυσσωρευτές-, που φωτίζουν τα ζοφερά σκοτάδια του έργου και της παράστασης -οι έξοχοι φωτισμοί, του Καναδού Ντ. Μ. Γουντ. Ένα επιβλητικό, εξαιρετικό αισθητικό αποτέλεσμα που συμπληρώνουν τα άχρονα, σε γαιώδη χρώματα κοστούμια του Τομ Σκατ.  Εν ολίγοις, μία παράσταση που φέρνει κοντά μας το έργο αλλά όχι εκβιαστικά, χωρίς να το καπελώνει ενώ ο σκηνοθέτης έχει πολύ προσέξει τις λεπτομέρειες στις ερμηνείες. Η έκπληξη, όμως, της παράστασης είναι το μουσικό μέρος. Οι αυξημένες απαιτήσεις της παρτιτούρας του Βάγκνερ ικανοποιούνται απόλυτα από την Ορχήστρα της
Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Παρά την αιφνίδια απομάκρυνση του αρχικά προγραμματισμένου αρχιμουσικού Φιλίπ Ογκέν και παρά τις περιορισμένες δοκιμές που είχε στη διάθεσή του, ο Γερμανός Ρόλαντ Κλούτιχ, ο οποίος εκτάκτως κλήθηκε να τον αντικαταστήσει, την οδήγησε από το πόντιουμ σε
εξαιρετικά αποτελέσματα βρίσκοντας τις ισορροπίες, πετυχαίνοντας τις αρτιότερες δυναμικές και στηρίζοντας τις φωνές. Βέβαια η έκπληξη δεν είναι τόσο μεγάλη, αν θυμηθούμε την ανάλογη επιτυχία που είχε η ίδια ορχήστρα, υπό τον Μύρωνα  Μιχαηλίδη, στο επίσης βαγκνερικό «Τριστάνος και Ιζόλδη» το οποίο η Λυρική παρουσίασε τη σεζόν 2014/2015 στην αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Δηλαδή, η Ορχήστρα της ΕΛΣ αποδεικνύει ότι Μπορεί. Η παράσταση ενισχύεται από μία ανάλογα καλή βαγκνερική διανομή. Και αν θεώρησα κάπως αδύναμο στη δεύτερη πράξη τον
Βόταν του φινλανδού βαρύτονου Τόμι Χακάλα -ο οποίος, πάντως, βρήκε τον πολύ καλό εαυτό του στην τρίτη-, ο γερμανός τενόρος Στέφαν Φίνκε (Ζίγκμουντ), ο δικός μας μπάσος Πέτρος Μαγουλάς (Χούντινγκ), η βρετανή σοπράνο Άλισον Όουκς (Ζιγκλίντε) έδωσαν ό,τι καλύτερο, με την εξαίρετη ροσίδα μέτζο Μαρίνα Προυντένσκαγια (Φρίκα) και, κυρίως, τη σπουδαία αγγλίδα σοπράνο Κάθριν 
 
Φόστερ (συγκλονιστική Μπρουνχίλντε) να κλέβουν την παράσταση. Οι, επίσης, δικές μας σοπράνο Κατερίνα Σαντμάγιερ, Βιολέτα Λούστα και Ταξιαρχούλα Κανάτη και οι μέτζο Νεφέλη Κωτσέλη, Δήμητρα Καλαϊτζή-Τηλικίδου, Φωτεινή Αθανασάκη, Άννα Τσελίκα και Χρυσάνθη Σπιτάδη, στους ρόλους των οκτώ Βαλκιριών, αδελφών της Μπρουνχίλντε, εξυπηρετούν άριστα την παράσταση. Η «Βαλκιρία» της Λυρικής καλπάζει. Και, τελικά, η χρονική διάρκεια της παράστασης, παρά τη στατικότητά της, δεν κουράζει. Ίσως είναι  πολύ καλό ξεκίνημα για ένα προσεχές ανέβασμα, προοδευτικά, ολόκληρης της Τετραλογίας (Φωτογραφίες: Γιώργος Καλκανίδης).

(Πολύ καλό, το δίγλωσσο -ελληνικά και αγγλικά- έντυπο πρόγραμμα της παράστασης -υπεύθυνος έκδοσης Νίκος Α. Δοντάς-, αν και περίμενα περισσότερα πραγματικά στοιχεία).

Εθνική Λυρική Σκηνή / Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος», Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», συμπαραγωγή Εθνική Λυρική Σκηνή-Βασιλική Όπερα της Δανίας, 10 Μαρτίου 2024.

March 4, 2024

Προς τι; ή Ο φασισμός που κραυγάζει ή Κραυγές και κόπρανα

 
Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 224 
 
Είδα κι εγώ, στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, το «Σαλό, 120 ημέρες στο Σόδομα», σε μετάφραση, δραματουργία και διασκευή για το θέατρο Άρη Mπινιάρη -που υπογράφει και τη σκηνοθεσία- και Έλενας Τριανταφυλλοπούλου του σεναρίου που έγραψε ο Πιερ Πάολο Παζολίνι για την ομότιτλη ταινία του (1975). Και αναρωτήθηκα. Γιατί; Προς τι; Ποιος ο λόγος αυτής της επιλογής;
Σήμερα ξέρουμε, πια, πολύ καλά τι έχει διαπράξει ο φασισμός και πώς το έχει διαπράξει. Και ξέρουμε τι ονειρεύονται και τι επιθυμούν οι νοσταλγοί του. Είναι αποτελεσματικό να δείχνεται τόσο κραυγαλέα η βία που ασκεί, οι σεξουαλικές διαστροφές που επιβάλλει -βιασμοί, σοδομισμοί, παιδεραστίες, ταπεινώσεις, εξευτελισμοί, αηδιαστικές πρακτικές, βασανιστήρια, δολοφονίες…; Αυτό που εισέπραξα είναι μια παράσταση προς εντυπωσιασμό, που βέβαια, όσο δουλεμένη κι αν είναι, δεν πείθει με την «αναπαράσταση» επί σκηνής βιασμών, αυνανισμών, κοπροφαγίας…
Αυτά, τοποθετημένα απ’ τον Παζολίνι στη Δημοκρατία του Σαλό -επίσημα Ιταλική Κοινωνική Δημοκρατία-, το κράτος-μαριονέτα που εγκαθίδρυσαν, με τον Μουσολίνι, και πάλι, επικεφαλής, οι Γερμανοί του Τρίτου Ράιχ, το 1943, στην Βόρεια Ιταλία, μετά την εισβολή των Συμμάχων στην Σικελία και τη διάλυση του Βασιλείου της Ιταλίας, και που διατηρήθηκε μέχρι το 1945 και την κατάρρευση του Άξονα, και συνδεμένα με τους απεγνωσμένους τελευταίους σπασμούς του φασιστικού καθεστώτος, σήμερα φαίνονται και ηχούν απλοϊκά.
Ο άμεσος συνειρμός μου ήταν η συγκλονιστική ταινία (2015) του Ούγγρου Λάζλο Νέμες «Ο γιος του Σαούλ»: ένας Εβρέος, έγκλειστος στο Άουσβιτς, όπου τίποτα το τρομακτικό δε βλέπουμε αλλά όλα μας επιβάλλονται μέσα από μακρινούς ήχους και μέσα απ’ τους εξοντωτικούς ρυθμούς. Αυτό είναι και το πιο τρομακτικό… Εδώ, οι κραυγές και τα ουρλιαχτά σα να προσπαθούν να μας πείσουν για το αυταπόδεικτο: «πόσο κακός» είναι ο φασισμός.
Στην παράσταση του Άρη Μπινιάρη, όσο τολμηρή, όσο καλοφτιαγμένη κι αν είναι, με τις εξαιρετικές μουσικές του Τζεφ Βάγγερ να κυριαρχούν, το στιλιζάρισμα οδηγεί -εμένα, τουλάχιστον, οδήγησε- σε μια αποδυνάμωση του τρόμου.

Και μια παρατήρηση: το τέταρτο στον ντε Σαντ πρόσωπο της διεφθαρμένης, έκφυλης εξουσίας, ο Επίσκοπος, απουσιάζει απ’ τη διασκευή. Έχει, προφανώς, κι η τόλμη τα όριά της...(Φωτογραφίες: Γιώργος Καλκανίδης).

February 6, 2024

Στο Φτερό / Δύο υπέροχοι νεαροί Ασιάτες που συνομίλησαν


Κρατική Ορχήστρα Αθηνών: συναυλία «Στις όχθες του Μολδάβα. 200 Χρόνια από τη Γέννηση του Σμέτανα» / Μουσική διεύθυνση: Βύρων Φιδετζής. Σολίστ: Τίμοθι Τσούι, βιολί-Τζαεμίν Χαν, βιολοντσέλο. 
 
Εξαιρετικά ενδιαφέρουσες οι μετακλήσεις από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών δόκιμων ή και βετεράνων καλλιτεχνών
διεθνούς ακτινοβολίας ως σολίστ στις συναυλίες της. Αλλά πρόκειται για ασφαλείς λύσεις. Εξίσου χρήσιμη και, ίσως, ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η μετάκληση νέων, πολλά
υποσχόμενων ή που έχουν αποδείξει ήδη το μέγεθος του ταλάντου τους. Εκεί ακριβώς ενεδρεύει η έκπληξη ή και ο ενθουσιασμός της «ανακάλυψης». Όπως και έγινε στην πρόσφατη συναυλία της: δύο νέοι σολίστ με το ιδιαίτερο πως επρόκειτο για Ασιάτες -και  οι δύο. Ο 29χρονος Καναδός/Αμερικανός αλλά με ρίζες, από τους γονείς του, στην Μαλεσία και στην Ινδονησία Τίμοθι Τσούι, βιολονίστας, και ο μόλις 18χρονος Νοτιοκορεάτης Τζαεμίν Χαν, βιολοντσελίστας. Οι δυο νεαροί μουσικοί ερμήνευσαν το Διπλό Κοντσέρτο για βιολί, βιολοντσέλο και ορχήστρα (1887) του Γερμανού Γιοχάνες
Μπραμς, έσχατο συμφωνικό έργο του, αν και πέθανε ύστερα από δέκα χρόνια. Ώριμο έργο, ρωμαλέο, όχι εύκολα προσβάσιμο, από το οποίο οι σολίστ ανέσυραν τη βαθιά λυρικότητα του -σαν να ακούγαμε κάτι που δεν είχαμε ξανακούσει- επιδεικνύοντας μία μοναδική σύμπνοια η οποία προφανώς αποδείκνυε, αν και δεν αναφέρεται στο πρόγραμμα, πως δεν συνεργάζονταν για πρώτη φορά: μία εξαιρετική «συνομιλία» ανάμεσα στα δύο όργανα, που ενθουσίασε. Αλλά αυτό δεν θα γινόταν αν η θαυμαστή σύμπνοιά τους δεν περιβαλλόταν στοργικά και από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών την  οποία ο αειθαλής Βύρων Φιδετζής οδήγησε άψογα από το πόντιουμ. Όχι,
πάντως, μόνο στο Κοντσέρτο αλλά και στα τέσσερα ακόμα έργα που παρουσίασε. Tην έντονης δραματικότητας Εισαγωγή Κοντσέρτου «Οθέλος» (1891/1892, πρώτη εκτέλεση 1892), τρίτο μέρος μιας τριλογίας ορχηστρικών εισαγωγών -η οποία, τελικά, διασπάστηκε για να εκδοθούν οι τρεις εισαγωγές χωριστά- και εναρκτήριο έργο της βραδιάς. Και, στο δεύτερο μέρος του προγράμματος, τρία συμφωνικά ποιήματα του Τσέχου 
 
Μπέντριχ Σμέτανα, στα 200 χρόνια από τη γέννηση του οποίου ήταν αφιερωμένη η συναυλία της ΚΟΑ. Από τον κύκλο έξι συμφωνικών ποιημάτων  

του «Η πατρίδα μου», καρδιά και έκφραση,  καθώς αντλούν από την παράδοση, τους θρύλους, την ιστορία και τα τοπία της Τσεχίας, της τσέχικης εθνικής μουσικής Σχολής, της οποίας ο Σμέτανα θεωρείται ο πατέρας: αρ.1 «Βισέχραντ» («Το ψηλό κάστρο») (1874, πρώτη εκτέλεση 1875) -αναφορά σε μεσαιωνικό κάστρο κτισμένο στην όχθη
του ποταμού Μολδάβα-, το ιδιαίτερα δημοφιλές αρ. 2 «Μολδάβας» (1874, πρώτη εκτέλεση 1875) -μουσική εξαιρετικά μελωδική, που δημιουργεί μία αίσθηση ροής του τσέχικου ποταμού- και το με εμβατηριακό χαρακτήρα αρ. 6 «Μπλανίκ» (1879, πρώτη εκτέλεση 1880) που αναφέρεται σε ένα τσέχικο βουνό. Ελκυστικές μουσικές στις οποίες ο Βύρων Φιδετζής και η ΚΟΑ έδωσαν υπόσταση και κύρος. Κερδισμένη βραδιά (Φωτογραφίες: Μαργαρίτα Νικητάκη).

(Χρήσιμο το πολύπτυχο πρόγραμμα-αφίσα της συναυλίας -υπεύθυνη έκδοσης Αλίκη Φιδετζή).

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών / Αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης», Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, 2 Φεβρουαρίου 2024.
 
(Τη συναυλία παρακολούθησα με πρόσκληση που μου παραχώρησε απευθείας η ΚΟΑ).

February 4, 2024

Αχ κουνελάκι, κουνελάκι, ξύλο που θα το φας…

 
Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 223


Πρώτη σκηνοθετική απόπειρα του Νίκου Καραθάνου σε κλασική όπερα -το βερίστικο δίπτυχο «Καβαλερία ρουστικάνα» του Μασκάνι / «Παλιάτσοι» του Λεονκαβάλο- στην Λυρική Σκηνή, μετά το άκρως συγκινητικό, εξαιρετικό 
προπέρσινο «Μέσα χώρα» του Άγγελου Τριανταφύλλου, που, βέβαια, χαρακτηριζόταν μεν όπερα αλλά όπερα δεν ήταν, μουσικό θέατρο θα το ’λεγες ίσως.
Εδώ, όμως, σα να τα βρήκε μπαστούνια. Μια αμηχανία διαπίστωσα, που την επέτειναν οι μεταλλικές σκαλωσιές -μια να τις σέρνουν από ’δω, μια να τις σέρνουν
από ’κει, με τους χορωδούς στριμωγμένους κι εγκλωβισμένους- συν μια τεράστα ανεμογεννήτρια στη μέση των, καλόγουστων, πάντως, σκηνικών του Λέσλι Τράβερς. Διαρκή μετωπικά στησίματα, σωρεία συμβόλων -Εσταυρωμένοι, και μικροσκοπικές Παναγίες, και…, και...-, κοστούμια (επίσης του Λέσλι Τράβερς), αφρικανικής εμπνεύσεως για την «Καβαλερία» -γιατί; Επειδή η Σικελία είναι κοντά στην Αφρική;- κι ολόλευκα 
με κάτι κοντά «κρινολίνα» για τις γυναίκες αλλά και τους άντρες της χορωδίας, όπου στους άνδρες ήταν συνδυασμένα και με πλατύγυρα καπέλα, στους «Παλιάτσους». Αρκούντως κιτς, δηλαδή, με κορωνίδα, με επιστέγασμα το
κοστούμι του Σίλβιο, του χωριάτη εραστή της Νέντα στους «Παλιάτσους» -ο βαρύτονος Διονύσης Σούρμπης-, που εμφανίζεται με αθλητικό παπούτσι, ψηλές λευκές κάλτσες, T-shirt λευκό με γυαλιστερές φάσες, συνδυασμένα με ευάερο λαμέ, παγιετέ, αστραφτερό σορτσάκι αλλά και με μάσκα-κεφάλι κούνελου -ή λαγού τύπου Μπαγκς Μπάνι; Τέλος πάντων, κονικλοειδούς ή της οικογενείας των λαγιδών. 
Αχ κουνελάκι, κουνελάκι, ξύλο που θα το φας... Τι να θέλει άραγε να πει ο ποιητής; (Ω, μετα-μοντερνισμέ -για να παραφράσω την καρατομημένη Μαντάμ Ρολάν της Γαλικής Επανάστασης-, πόσα εγκλήματα διαπράττονται εν ονόματί σου. Δηλαδή, ο Θεός να με σχωρέσει…).
Την παράσταση, πάντως, σώζει το μουσικό μέρος. Εκτός απ τις γοητευτικές, λαϊκές μουσικές των Μασκάνι και Λεονκαβάλο, η ορχήστρα της Λυρικής υπό τον Ιταλό Αντονέλο Αλεμάντι κι η Χορωδία της αποδίδουν εξαιρετικά κι οι φωνές γενικά, είναι καλές έως πολύ καλές -Δημήτρης Πλατανιάς-, με τον αρμένιο τενόρο Αρσέν Σογκομονιάν -Τουρίντου στην «Καβαλερία» και Κάνιο στους «Παλιάτσους»- να σκίζει
κλέβοντας την παράσταση. 
ΥΓ. Α, και μια απορία. Που δεν ξέρω ποιος θα μου τη λύσει… Αλήθεια, τι ακριβώς σημαίνει ο όρος «μουσική δραματουργία»; Που έρχεται, στο πρόγραμμα, τρίτη, ως δραστηριότητα συντελεστή της παράστασης, μετά τη μουσική διεύθυνση και τη σκηνοθεσία; (Φωτογραφίες: Valeria Isaeva).