Showing posts with label Μουσικό Θέατρο. Show all posts
Showing posts with label Μουσικό Θέατρο. Show all posts

April 19, 2026

Στο Φτερό / Απλώς, ένα καπέλο ή ελέφαντας στην κοιλιά ενός βόα; ή Η τρυφερότητα του χιλιοειπωμένου

 

«Το μπλουζ του Μικρού Πρίγκιπα. Όταν πατήσεις στη γη, έχεις πια μεγαλώσει» (ντε Σεντ-Εξιπερί) των Γιάννη Αγγελάκα - Θεοδώρας Καπράλου. Σκηνοθετική επιμέλεια: Γιώργος Γούσης.
 



Ένας πιλότος, που, σε καιρό ειρήνης, μετέφερε ανθρώπους εκεί που τους πήγαιναν τα όνειρά τους, αλλά, σε καιρό πολέμου, καταλήγει πιλότος που τους πυροβολεί, κάποια μέρα υποχρεώνεται σε  αναγκαστική προσγείωση με το   

χτυπημένο αεροπλάνο του στην έρημο. Προσπαθεί να το διορθώσει. Και, ξαφνικά, εμφανίζεται ένα παράξενο, δροσερό, χαριτωμένο αγόρι -εξωγήινο, πουέρχεται από τον μικροσκοπικό πλανήτη του, τον αστεροειδή Β 612- και του 
ζητάει να του ζωγραφίσει ένα αρνί.  Δεν του κάνει ο βόας που έχει καταπιεί έναν ελέφαντα τον οποίο ο πιλότος είχε ήδη ζωγραφίσει. Αλλά είναι ο μόνος, έως εκείνη τη στιγμή, που έχει καταλάβει τι δείχνει η ζωγραφιά του πιλότου. Όλοι οι μεγάλοι, όσοι την είχαν δει, ένα καπέλο έβλεπαν… Ο πιλότος, στο πνεύμα του του παιδιού, ζωγραφίζει ένα κουτί -μέσα του, του λέει, πως βρίσκεται το αρνί που ζήτησε. Αυτό που θα τρώει, πριν μεγαλώσουν, τα γιγάντια μπαομπάμπ που φυτρώνουν στον μικροσκοπικό 

πλανήτη του και θα τον καθαρίζει, καθώς κινδυνεύει ο πλανήτης από αυτά . Το παιδί -ο Μικρός Πρίγκιπας- του μιλάει για το πανέμορφο λουλούδι που άφησε πίσω του στον πλανήτη του και με το οποίο είχαν πολύ αγαπηθεί: «Δεν θα το φάει, κι αυτό, το αρνί;». «Θα του ζωγραφίσω ένα φίμωτρο» 
υπόσχεται ο πιλότος. Και ύστερα, ο Πρίγκιπας του μιλάει για τα ταξίδια που έκανε σε άλλους πλανήτες πριν φτάσει στη Γη. Στον πλανήτη του Βασιλιά που μόνον υπηκόους θέλει να έχει, του Ματαιόδοξου που νοιώθει Θεός, του Μπεκρή που πίνει για να ξεχνάει ότι ντρέπεται που πίνει, του Επιχειρηματία που τα έχει κάνει όλα δικά του, του Φαναρανάφτη που δεν προλαβαίνει να αναβοσβήνει τα φανάρια γιατί ο πλανήτης του γυρίζει σαν τρελός κι η μέρα αμέσως γίνεται νύχτα και η νύχτα μέρα. Όταν ο Μικρός Πρίγκιπας έφτασε στη Γη, συνάντησε ένα Φίδι που του είπε ότι μπορεί να τον στείλει από εκεί που ήρθε και τον τρόμαξε και μία αλεπού, που για να παίξει μαζί της, του λέει ότι, πρώτα, πρέπει να την εξημερώσει. Ώσπου φτάνει η ώρα της αναχώρησης: αγκαλιασμένοι, πιλότος και  
Μικρός Πρίγκιπας, θα φύγουν για τον μικρό πλανήτη του. Δεν είναι θάνατος, είναι μία υπόσχεση για επιστροφή. Αυτό είναι «Το μπλουζ του Μικρού Πρίγκιπα. Όταν πατήσεις τη γη έχεις πια μεγαλώσει», ένα γοητευτικό κείμενο, ελεύθερη διασκευή της χιλιοδιαβασμένης και χιλιοδιασκευασμένης νουβέλας (1943) για παιδιά (;) «Ο μικρός πρίγκιπας» του Γάλου Φρανσουά ντε Σεντ-Εξιπερί, σε μετάφραση Στρατή Τσίρκα, των Γιάννη Αγγελάκα και Θεοδώρας Καπράλου και δραματουργική επεξεργασία του
 
Γιώργου Γούση -που έχει και τη σκηνοθετική επιμέλεια- και του Αντώνη Τσιοτσιόπουλου, οι οποίοι υπογράφουν και τους στίχους. Η σύλληψη, η μουσική σύνθεση και η καλλιτεχνική επιμέλεια είναι του Γιάννη Αγγελάκα ο οποίος υπογράφει, μαζί με τον Coti K., και την 
ενορχήστρωση. Έχει προκύψει ένα έργο και μία παράσταση που θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε μουσικό θέατρο, αφιερωμένη,  χωρίς να ονοματίζεται, στον Παύλο Σιδηρόπουλο, εξ ου και ο τίτλος της που παραπέμπει στον
μεταθανάτιο (1992) δίσκο του «Τα μπλουζ του πρίγκιπα». Το «αφελές», παραμυθένιο κείμενο του Εξιπερί, μία αλληγορία που βρίθει συμβολισμών και γίνεται περισσότερο κατανοητή από ενήλικες, έχει αποκτήσει τις φιλοσοφικές διαστάσεις του σε ένα έργο κάποτε μελαγχολικό, κάποτε επικό αλλά σίγουρα τρυφερότατο, που, στο τέλος, δεν διστάζει να αναφερθεί και σε συγχρόνους μας πολέμους... Τα σκηνικά του Λουκά Μπάκα, έξοχα φωτισμένα από
την Ελίζα Αλεξανδροπούλου, η ενδυματολογική επιμέλεια της Κατερίνας Ζούρα, η επιμέλεια κίνησης από την Αλεξάνδρα Καζάζου ενισχύουν την παράσταση αλλά εκείνο που τη στηρίζει βασικά, με εξαιρετικά αποτελέσματα, είναι η ζωντανή «εικονογράφηση» (animation direction Αριστοτέλης Μαραγκός, hand-drawn animation Χρυσούλα Κοροβέση, computer animation Γεώργιος Χερουβείμ). Οι μουσικοί και οι αφηγητές -ο ίδιος ο Γιάννης Αγγελάκας και οι Νάντια Μπαϊμπά, Ειρήνη Μπούνταλη, Νικόλας Παπούλιας- υλοποιούν το σχέδιο του Γιάννη Αγγελάκα με τον καλύτερο τρόπο. Μία βραδιά βαθιά εσωτερική, άμα και τερπνή -ανάλαφρη-, όπου όλα τα στοιχεία της ισορροπούν αρμονικά. Μην τη χάσετε! (Φωτογραφίες: Πημελόπη Γερασίμου).
 
 
(Εξαιρετικό το τομίδιο που έχει κυκλοφορήσει, εν είδει προγράμματος, από το Ίδρυμα Ωνάση, με το κείμενο της παράστασης -επιμέλεια έκδοσης Χριστίνα Κοσμόγλου. Το πρωτότυπο κείμενο του Αντουάν ντε Σεντ-Εξιπερί κυκλοφορεί, μεταφρασμένο στα ελληνικά, από πολλούς εκδοτικούς οίκους).

February 19, 2026

Στο Φτερό / Έβαλε ο Θεός σημάδι...

 

«Νίκος Ξυλούρης. Ο Αρχάγγελος της Κρήτης» της Ζαχαρένιας - Ιωάννας Πετράκη / Σκηνοθεσία: Νικορέστης Χανιωτάκης. 




7 Ιουλίου 1936. Στα Ανώγεια της Κρήτης -επαρχία Μυλοποτάμου νομού Ρεθύμνης- γεννιέται, σε οικογένεια με παράδοση στη μουσική και στη λύρα, ο Νίκος Ξυλούρης. Ένας σταθμός στην ιστορία της ελληνικής μουσικής. Ένας σπουδαίος λυράρης και μία Μεγάλη φωνή: ο Ψαρονίκος. Η 
ψυχή του θα μείνει για πάντα στα Ανώγεια. Από μικρός αρχίζει το τραγούδι και από μικρός, με τη μεσολάβηση δασκάλου του που πείθει τον πατέρα του, αποκτάει λύρα. Παρατάει το σχολείο και αρχίζει να τραγουδάει σε γάμους και πανηγύρια σε όλη την Κρήτη. Στα 17 του κατεβαίνει στο Ηράκλειο και αρχίζει να δουλεύει στο κέντρο «Κάστρο». Αντιμετωπίζει πολλές δυσκολίες, δυσκολίες και οικονομικές -η «ευρωπαϊκή» μουσική είναι τότε στο φόρτε της. Ερωτεύονται με την 16χρονη Ουρανία Μελαμπιανάκη και, κόντρα στις αντιρρήσεις του πατέρα της, το 1958, κλέβονται 

και παντρεύονται. Εκείνη θα μείνει για πάντα δίπλα του -στήριγμά του. Θα αποκτήσουν ένα γιο και μία κόρη. Οι Κρητικοί αρχίζουν να τον υποστηρίζουν. Το 1966 ηχογραφεί τον πρώτο του δίσκο, το σαρανταπεντάρι «Μια μαυροφόρα
που περνά» και στη συνέχεια και άλλους. Την ίδια χρονιά συμμετέχει σε ένα φολκλορικό φεστιβάλ που οργανώνεται στο Σαν Ρέμο της Ιταλίας και κερδίζει το πρώτο βραβείο. Το 1967 ανοίγει στο Ηράκλειο το κέντρο «Ερωτόκριτος». Τα πράγματα πάνε καλά πια. Ο δίσκος «Ανυφαντού» κάνει αίσθηση. Ο διευθυντής της Columbia Τάκης Λαμπρόπουλος τον ακούει σε ένα γάμο στα Ανώγεια, τον ηχογραφεί και στέλνει την κασέτα στον Σταύρο Ξαρχάκο. Το γράφουν οι εφημερίδες 
και ο Γιάννης Μαρκόπουλος, με σύσταση και του σκηνοθέτη Ερρίκου Θαλασσινού, τον καλεί και ηχογραφούν το «Χρονικό» και τα «Ριζίτικα». Το 1971 εμφανίζεται με τον Μαρκόπουλο στην 
μπουάτ της Πλάκας «Λήδρα». Συνεργάζεται με τον Θανάση Γκαϊφύλλια και το καλοκαίρι του ’73 η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος τον πείθουν να εμφανιστεί στο θέατρό τους «Αθήναιον» στο, γεμάτο υπονοούμενα για την κυβερνώσα χούντα, έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Το μεγάλο μας τσίρκο». Η μουσική και τα έξοχα 
τραγούδια είναι του Σταύρου Ξαρχάκου. Χαλάει ο κόσμος. Η παράσταση, ως αντιστασιακή πράξη, μπαίνει στον στόχο των χουντικών. Ο Ξυλούρης λογοκρίνεται και μποϊκοτάρεται. Τον Νοέμβριο του 1973, τις μέρες της εξέγερσης, μπαίνει μέσα στο Πολυτεχνείο και τραγουδάει μαζί με τους φοιτητές «Πότε θα κάμει ξαστεριά» και «Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί». Γίνεται κόκκινο πανί για τη Χούντα. Στη Μεταπολίτευση βραβεύεται από τη γαλική Μουσική Ακαδημία «Charles Cross» στην κατηγορία Διεθνούς Λαϊκής Μουσικής 
για τα «Ριζίτικα». Συνεργάζεται με τον Χρήστο Λεοντή στο «Καπνισμένο τσουκάλι» σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου, με τον Χριστόδουλο Χάλαρη, με τον Λίνο Κόκκοτο, με τον Ηλία Ανδριόπουλο σε ποίηση Γιώργου Σεφέρη, με τον Μάρκο Βαμβακάρη… ενώ επανέρχεται στα παραδοσιακά της Κρήτης -μεσουρανεί. Σιγά-σιγά, όμως, οι καιροί αλλάζουν -έρχονται άλλα είδη μουσικής να κυριαρχήσουν. Ανοίγει, για να εξασφαλιστεί, ένα δισκάδικο που αντέχει και μετά το θάνατό του, στα χέρια, πια, της Ουρανίας -45 χρόνια συνολικά. Το χειρότερο: τον Μάιο του ’79 τον χτυπάει ο καρκίνος. Στους πνεύμονες, με μετάσταση στον εγκέφαλο. Πηγαινοέρχεται στην Αμερική για θεραπείες. Δεν θα 
γλυτώσει. Στις 8 Φεβρουαρίου του 1980 πεθαίνει. Στα 43 του μόλις χρόνια. Ενταφιάστηκε στο Πρώτο Κοιμητήριο της Αθήνας, Η ψυχή του έμεινε, για πάντα, στα Ανώγεια. Αυτό που άφησε πίσω του, πέρα από τη σπουδαία φωνή του, ήταν το Ήθος και η λεβεντιά του. Αθάνατος! Τη ζωή αυτή και την καριέρα του Νίκου Ξυλούρη, με σύμβουλο δραματουργίας την ίδια τη γυναίκα του, την Ουρανία, οργάνωσε σε έργο θεατρικό, ένα έργο λαϊκό αλλά με γνήσια λαϊκότητα, αυτή που διέθετε και ο Ξυλούρης, η Ζαχαρένια-Ιωάννα Πετράκη η οποία επέλεξε τις 
σημαντικότερες στιγμές και τις μοντάρισε σε σύντομες σκηνές. Βέβαια έχει προκύψει μία αγιογραφία -γιατί σίγουρα θα υπήρχαν και σκοτεινές στιγμές στη ζωή αυτή-, αλλά ο τρόπος που η συγκίνηση παίρνει το πάνω χέρι, χωρίς να λείπει και το χιούμορ, είναι καθαρός, σεβαστικός, καθόλου «εύκολος» και φτηνός, όπως συνήθως συμβαίνει στα μεγάλα αυτά θεάματα, αλλά μέσα στην ελαφράδα του έργου διατηρείται μία γνησιότητα όχι συνηθισμένη -και αυτό αξίζει τον έπαινο. Ο Νικορέστης Χανιωτάκης που υπογράφει τη σκηνοθεσία και την επιμέλεια του κειμένου είχε το ακόμα δυσκολότερο έργο να στήσει μία παράσταση με πολλά τραγούδια, μια παράσταση μουσικού θεάτρου ουσιαστικά, όπου, συνήθως, τα τραγούδια 

δημιουργούν κοιλιές. Το απέφυγε. Το αντίθετο! Η παράσταση είναι σφιχτοδεμένη, γοργή, έχει τσαγανό και η συγκίνηση που φέρει το κείμενο γίνεται σεβαστή και τονώνεται χωρίς να καταλήγει στο μελόδραμα -υπάρχει μέτρο. Μία παράσταση τίμια. Όλα τα στοιχεία της ενισχύουν το καλό αποτέλεσμα: τα 

σκηνικά του Μανόλη Παντελιδάκη -γιγαντοφωτογραφίες με προοπτική-, τα κοστούμια της Ιωάννας Καλαβρού -έπρεπε να προσέξουν την περούκα του «Χάλαρη», είναι σχεδόν καρναβαλική-, οι χορογραφίες και η επιμέλεια κίνησης της Έλενας Γεροδήμου, οι φωτισμοί της Κατερίνας Μαραγκουδάκη και, βέβαια, το μουσικό κομμάτι, εξαιρετικά επιμελημένο -οι ενορχηστρώσεις 
και η μουσική διδασκαλία του μάστορα Ανδρέα Κατσιγιάννη, η φωνητική διδασκαλία του Γιάννη Μαθέ, οι καλοί μουσικοί της ζωντανής επί σκηνής ορχήστρας και τα αδέλφια Μαθιός και Ραφαήλ Δαμουλάκης στην κρητική μουσική και τα τραγούδια. Ήταν, προφανώς, πολύ δύσκολη η επιλογή για το ρόλο του Ξυλούρη αλλά, τελικά, αποδεικνύεται ιδανική η λύση που βρέθηκε: να τον επωμιστεί ο Αιμιλιανός Σταματάκης. Έχει το κατάλληλο παράστημα, δεν έχει έπαρση, είναι καλός ηθοποιός, δεν «παίζει» με το κοινό αλλά για το κοινό, έχει μία  
θαυμάσια φωνή και έχει πετύχει αξιομνημόνευτα τους τόνους και την κρητική προφορά του Ψαρονίκου, διακριτικά, χωρίς να τον μιμείται. Άψογος! Η Άλκηστις Πρωτοψάλτη κυριαρχεί με την παρουσία της ως Ουρανία Ξυλούρη σήμερα στο ρόλο της Αφηγήτριας που συνδέει τις σκηνές: είναι απολύτως πειστική στις πρόζες της και η φωνή της βρίσκεται σε εξαιρετική φόρμα. Η Αφηγήτρια που θα μπορούσε να θεωρηθεί δραματουργικό μειονέκτημα δικαιολογείται απόλυτα 

μέσα από τη χαλαρότητά της. Η Ελευθερία Πάλλα (Ουρανία), η Ξανθή Γεωργίου (Ειρήνη, μάνα της Ουρανίας και Γραμματέας του Λαμπρόπουλου), η Αναστασία Τσιλιμπίου (Ρηνιώ και Καρέζη), η Λίζυ Ξανθοπούλου (Μαριώ) ο Γιάννης Μαθές 


(Ξαρχάκος), ο Νίκος Γκέλια (Ερρίκος Θαλασσινός), ο Γιώργος Φλωράτος (Ψαρογιάννης), ο Γιάννης Ασκάρογλου (Φασουλάς), ο Γιάννης Πέτρου (Κεφαλογιάννης) και οι έμπειροι βετεράνοι Γιάννης Καλαντζόπουλος (Μιχαήλος, πατέρας της Ουρανίας) και Μιχάλης Αεράκης (Ψαρογιώργης, πατέρας του Νίκου), στέκονται καλά -και στους άλλους ρόλους που, οι περισσότεροι, παίζουν. Και ας υπάρχουν κάποιες αδυναμίες. Θα ξεχωρίσω, πάντως, τον 
Μέμο Μπεγνή, αγνώριστο, αρχικά, και πειστικότατο στο ρόλο του Τάκη Λαμπρόπουλου, διευθυντή της Columbia, με μία εξαιρετική, όπως πάντα, φωνή. Φωνητικά θαυμάσιοι είναι και όσοι από τους υπόλοιπους τραγουδούν, όπως ο Γιάννης Μαθές. Πολύ καλά φτιαγμένη η μικρού μήκους ταινία, επίσης σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη, η οποία εισάγει στην παράσταση αναφερόμενη στα παιδικά χρόνια του Ξυλούρη. Ας σημειωθεί ότι φέτος συμπληρώνονται 80 χρόνια από τη γέννησή του στα Ανώγεια, επέτειος την οποία η παραγωγή θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί εν όψει της μεγάλης περιοδείας της παράστασης που σχεδιάζεται για το καλοκαίρι. Μία παράσταση που δεν σέβεται μόνο τον  


Ξυλούρη αλλά και τους θεατές της, Συγκινήθηκα. Πολύ. Και για πολλούς λόγους (Φωτογραφίες: Γιώργος Καλφαμανώλης). 
 
(Παρατήρηση: η 15λεπτη, περίπου, ταινία αρχίζει ένα τέταρτο πριν από την αναφερόμενη ώρα έναρξης της παράστασης, πράγμα που σημαίνει ότι, αν δεν πάτε πολύ νωρίτερα στο θέατρο, μπορεί και να τη χάσετε). 

(Ένα καλόγουστο οκτασέλιδο έντυπο με τα απαραίτητα είναι το έντυπο πρόγραμμα της παράστασης -δεν αναφέρεται επιμελητής).  

Θέατρο «Ήβη», «Αθηναϊκά Θέατρα», 15 Φεβρουαρίου 2026.

April 29, 2024

Οι «Άγκυρες» θέλουν επιδέξια χέρια... ή Άλλα τα μάτια του λαγού...

 
Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια... 226
 
Το ίδιο είναι. Το «Βίρα τις άγκυρες». Των Θανάση Παπαθανασίου και Μιχάλη Ρέππα. Ακατάτακτο μουσικοθεατρικό έργο -κάτι σα μιούζικαλ. Ένα κείμενο κάπως αφελές και εύκολο αλλά έξυπνα δομημένο, καθώς χρησιμοποιεί την ιστορία «ηρώων» επινοημένων, με βάση, όμως, τα χαρακτηριστικά προσώπων υπαρκτών και συχνά αναγνωρίσιμων, εξελίσσοντας, έστω μέσω παρασκηνιακών κουτσομπολιών, την ιστορία της -πολύ αγαπημένης μου- επιθεώρησης στην Ελλάδα, από «κτίσεώς» της -το 1894 και το «Λίγο απ’ όλα»- μέχρι και τη Χούντα, παράλληλα προς τα γεγονότα της ελληνικής ιστορίας, μέσα από επιθεωρησιακά νούμερα  και τραγούδια της εποχής. Εκεί έγκειται η επιτυχία του.
Το έργο πρωτοπαίχτηκε στο Εθνικό -στην Σκηνή «Κοτοπούλη» του «Rex». Για δυο σεζόν: 1997/1998 και 1998/1999 -γκραν σουξέ. Φέτος ξανανέβηκε απ’ το ΚΘΒΕ σε σκηνοθεσία του καλλιτεχνικού διευθυντή του Θεάτρου Αστέριου Πελτέκη και τις μέρες αυτές μεταφέρθηκε στην Αθήνα και παίχτηκε στο «Παλλάς». Πολλή δουλειά έχει γίνει, κάποιοι ταλαντούχοι ηθοποιοί παίζουν -ομολογώ πως ξεχώρισα τον Παντελή Καναράκη ως Ζανό- αλλά, αν έχει δει την παράσταση του Σταμάτη Φασουλή στο «Rex», με τα σκηνικά και τα κοστούμια του Γιώργου Ασημακόπουλου, τις χορογραφίες του Γιάννη Φλερύ και του Δημήτρη Παπάζογλου κι εκείνο το μπουκέτο των ταλαντούχων -απ’ την αφοπλιστική Κερασία Σαμαρά που ’κανε τότε μπαμ έως την αξέχαστη Νατάσα Μανίσαλη κι απ’ την επίσης αξέχαστη Σοφία Ολυμπίου έως την Τάνια Τρύπη, χωρίς ν’ αναφέρω κι ένα πλήθος άλλων-, πώς να δεχτείς την καινούργια παράσταση χωρίς να κάνεις τις συγκρίσεις;
Το ’χα δει τότε δυο φορές την πρώτη σεζόν κι άλλες δυο τη δεύτερη. Οπότε έχω ισχυρή άποψη: μόνον ο Σταμάτης Φασουλής κι οι συνεργάτες του πιστεύω ότι κατάφεραν τα νούμερα αυτά να «γλιστρούν» και να δένονται με τις πρόζες του έργου σε μια εκθαμβωτική παράσταση. Δεν ήταν εύκολο να ξαναγίνει αυτό. Και -λυπάμαι- αλλά δεν ξανάγινε.
Συνεχίζω να καταφεύγω στο αρχείο του Εθνικού θεάτρου ή στο youtube και να ξαναβλέπω το βίντεο της παράστασης του ’97 και ν’ ανοίγει η καρδιά μου και, κάποιες στιγμές -όπως στην «Ζεχρά»/«Παιδιά της Ελλάδος παιδιά» της Νατάσας Μανίσαλη να συγκινούμαι. Στο «Παλλάς» δε μου συνέβη αυτό (Φωτογραφία: Mike Rafail | That long black cloud).

April 23, 2024

Στο Φτερό / Δυστυχία, αγάπη μου

 
«Ο αποτυχημένος» (Μπέρνχαρντ) του Έκτορα Λυγίζου / Σκηνοθεσία: Έκτορας Λυγίζος. 
 
Ένας μεσήλικας άντρας -που ποτέ δεν μαθαίνουμε το όνομά του- φτάνει σε ένα ξεπεσμένο ξενοδοχείο, στο αυστριακό Σάλτσμπουργκ. Θα είναι ο αφηγητής στην παράσταση που θα παρακολουθήσουμε. Και θα θυμηθεί τη συγκατοίκησή του, στο ξενοδοχείο αυτό, 28 χρόνια πριν -τότε που, ευκατάστατοι έως πλούσιοι και οι τρεις, ήταν επίδοξοι πιανίστες- με τον κατοπινά διάσημο και γνωστό ως έναν από τους κορυφαίους δεξιοτέχνες πιανίστες του 20ου αιώνα -ένας
μύθος-, εκκεντρικό  Καναδό Γκλεν Γκουλντ και τον Αυστριακό Βέρτχάιμερ ο οποίος, μάλιστα, διέθετε και ένα εξοχικό εκεί κοντά. Σκοπός τους, να παρακολουθήσουν έναν κύκλο μαθημάτων μιας πιανιστικής κορυφής: του Ρόσου Βλαντίμιρ Χόροβιτς. Τότε που οι τρεις τους συνδέθηκαν με ισχυρή φιλία 
αλλά και που, γρήγορα, ο ίδιος μαζί με τον Βέρτχάιμερ, ανακάλυψαν τη μεγαλοφυΐα του Γκουλντ, συνειδητοποίησαν πως το ένδοξο μέλλον μόνον σε εκείνον ανήκει και παράτησαν το πιάνο. Από τον αφηγητή, που επί πολλά χρόνια παλεύει με μία μελέτη για τον Γκουλντ, την οποία δεν μπορεί να 
ολοκληρώσει, μαθαίνουμε ότι ο καναδός πιανίστας έχει πεθάνει πριν από ένα χρόνο, από αποπληξία, στα 51 του χρόνια, πάνω στο πιάνο και ενώ έπαιζε την κορυφή της τέχνης του, τις «Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ» του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, έργο με το οποίο δεν σταματούσε να 
ασχολείται ήδη από την τότε συγκατοίκησή τους, ενώ ο Βέρτχάιμερ, που κρατούσε χιλιάδες σημειώσεις για ένα δοκίμιο με τον τίτλο «Ο αποτυχημένος» -το παρατσούκλι που του είχε κολλήσει από παλιά ο Γκουλντ- το οποίο, επίσης, δεν είχε γράψει- πριν από λίγες μέρες αυτοκτόνησε: κρεμάστηκε -κάτι
σαν εκδίκηση- από ένα δέντρο, έξω από το σπίτι της αδελφής του, η οποία, ενώ εκείνος πίστευε ότι θα του στεκόταν στη μοναχική, αποτυχημένη ζωή του, κάποια στιγμή, αποφάσισε να τον εγκαταλείψει και να παντρευτεί στην
Ελβετία. Ο αφηγητής, από την ξενοδόχο, η οποία είχε υπάρξει ερωμένη του φίλου του, μαθαίνει για τις τελευταίες μέρες του Βέρτχάιμερ που η γνωριμία του με τον Γκουλντ τον είχε σημαδέψει. Ήταν φιλία; Ήταν ζήλια; Ο Γκουλντ, πάντως, έλεγε πως ο Βέρτχάιμερ «αγαπάει τη δυστυχία του». Είναι το σύντομο μυθιστόρημα «Ο αποτυχημένος» (1983) του ιδιότυπου, εμμονικού, χολερικού αλλά σημαντικού Αυστριακού Τόμας Μπέρνχαρντ που μίσησε την πατρίδα του και την κοινωνία της, για το παρελθόν και το παρόν της, και που δεν δίστασε να την
κατακρεουργήσει στα έργα του. Εδώ, χωρίς να είναι ιδιαίτερα οξύς, αντλώντας από πραγματικά στοιχεία αλλά, όπως πάντα, και από τον εαυτό του, τα συμπληρώνει και διατηρεί τα χαρακτηριστικά του -ψυχρότητα, ρεαλισμός, επαναλήψεις ως λάιτμοτίφ, σχολαστικά αναλυτική γραφή, σαρκασμός… Κάτω από τη ρεαλιστική επιφάνεια, όμως, βράζει η ανατομία της ανθρώπινης ύπαρξης. Αυτό το μυθιστόρημα επέλεξε ο Έκτορας Λυγίζος να διασκευάσει για το θέατρο βασισμένος στην εξαίρετη μετάφραση στα ελληνικά του Βασίλη Τομανά και να σκηνοθετήσει τη διασκευή του. Εκείνο που έχει προκύψει είναι μία σεβαστική, συναρπαστική παράσταση που, εκτός από τη συνεχή συμπόρευσή της με τις κομβικές για το έργο «Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ» του Μπαχ -πιάνο και μουρμούρισμα της μουσικής, όπως συνήθιζε ο Γκουλντ να κάνει όταν έπαιζε-
που τη διαπερνούν, έχει σκηνοθετηθεί με απόλυτη μουσικότητα, δικαιώνοντας το χαρακτηρισμό «μουσικό θέατρο». Σε ένα έξοχο στις λεπτομέρειες σκηνικό της -αρχιτεκτονικής προέλευσης και αυτό φαίνεται- Μυρτώς Λάμπρου, ρεαλιστικό, απλωμένο κατά μήκος της σκηνής, ο σκηνοθέτης έχει απλώσει, επίσης κατά μήκος και συχνά με την αμεσότητα του κατά μέτωπον, την παράστασή του μετατρέποντας την αφηγηματικότητα του κειμένου -με τα «είπε», «σκέφτηκα» κλπ- σε σπαρταριστή
θεατρικότητα, με τις λέξεις, τις φράσεις να ακούγονται σαν διαμαντάκια -απόλαυσα την αίσθηση αυτή δύο φορές γιατί δύο φορές είδα την παράσταση. Ο Χαράλαμπος Γωγιός, ως μουσικός σύμβουλος και με τη φωνητική επεξεργασία και διδασκαλία του, η Άλκηστη Μάμαλη με τα πολύ σωστά κοστούμια της -το έργο τοποθετείται, εμμέσως, στην αρχή της δεκαετίας του ’80, όταν γράφτηκε, και τα φλας μπακ, προφανώς, στο μέσον της δεκαετίας του ’50-, ο Δημήτρης Μυτιληναίος με την χορογραφία και τη συνεργασία του στην ακριβέστατη κίνηση, ο
Δημήτρης Κασιμάτης που σχεδίασε τους φωτισμούς -μία μελαγχολική, καταθλιπτική, παρακμιακή ατμόσφαιρα, βουτηγμένη στο ημίφως-, η Ιωάννα Λυγίζου που επιμελήθηκε το μακιγιάζ και τις κομμώσεις, ο Μπράιαν Κουν που φρόντισε τον ήχο έχουν βάλει αποφασιστικά το χεράκι τους στο αποτέλεσμα. Το οποίο, βέβαια, βασίζεται, κυρίως, στους τέσσερις καλούς ηθοποιούς του -ένα ιδεώδες κάστινγκ: ο ίδιος ο Έκτορας Λυγίζος ως Αφηγητής, οι υπερταλαντούχοι Γιάννης Νιάρρος (Γκλεν Γκουλντ) και Άρης Μπαλής (Βέρτχάιμερ) και η,
εκτός συναγωνισμού, Αμαλία Μουτούση ως Ξενοδόχος -τέλεια τεχνική, ευεργετικό χιούμορ,
ελεγχόμενη φωνή, απολαυστική κίνηση...- τα δίνουν όλα. Και μία συγκινητική διαπίστωση: στον Έκτορα Λυγίζο εντόπισα ήχους Λευτέρη Βογιατζή με τον οποίο είχε συνεργαστεί και στην Αμαλία Μουτούση, ειδικά στα κωμικά της, ήχους της μητέρας της Νόνικας Γαληνέα. Και, προς Θεού, δεν εννοώ, και για τους δύο, μίμηση αλλά ασυναίσθητη, κυτταρική αναφορά. Μία παράσταση -άλλη μία της «Εναλλακτικής»- που πιστεύω πως θα σας κρατήσει το ενδιαφέρον και θα σας δώσει χαρά. Εύχομαι να επαναληφθεί την επόμενη σεζόν (Φωτογραφίες: Ανδρέας Σιμόπουλος).

(Ένα διαφωτιστικό, εξαιρετικό -υπεύθυνος έκδοσης και επιμέλεια ύλης Χαράλαμπος Γωγιός- έντυπο πρόγραμμα -δίγλωσσο, ελληνικά και αγγλικά, στα βασικά του- συνοδεύει την παράσταση. Το μυθιστόρημα του Μπέρνχαρντ, στη μετάφραση του Βασίλη Τομανά, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις «Εξάντας», 2018).

Εθνική Λυρική Σκηνή / «Εναλλακτική Σκηνή», Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», 14 Απριλίου 2024 και 21 Απριλίου 2024.