«Αΐντα» του Τζουζέπε Βέρντι, λιμπρέτο Αντόνιο Γκισλαντσόνι / Μουσική διεύθυνση: Νικόλα Λουιζότι. Παραγωγή: Σόνια Φριζέλ. Σκηνοθεσία μετάδοσης: Γκάρι Χάλβορσον.
Ο αδιέξοδος, απελπισμένος κι, όπως είναι επόμενο με τραγική κατάληξη, έρωτας της αιθιοπίδας σκλάβας Αΐντα, στην Αίγυπτο των Φαραό, για τον Αιγύπτιο Ρανταμές που χρίεται αρχιστράτηγος
των δυνάμεων της πατρίδας του στον καινούργιο πόλεμο Αιθιόπων-Αιγυπτίων και με τον οποίο είναι ερωτευμένη κι η κόρη του Βασιλιά της Αιγύπτου πριγκίπισσα Άμνερις, ο διχασμός της Αΐντα ανάμεσα στον αγαπημένο της και στο χρέος προς τη δική της πατρίδα και τον πατέρα της ο οποίος, μετά την ήττα των Αιθιόπων, σύρεται, επίσης, σκλάβος στην Αίγυπτο όπου τον συναντά η Αΐντα χωρίς να αποκαλύψει και χωρίς κανείς να το μάθει ότι είναι ο βασιλιάς της Αιθιοπίας Αμονάσρο, η ζήλια που η Άμνερις νοιώθει όταν, με τέχνασμα, καθώς έχει υποψίες, σιγουρεύεται για τη σχέση Αΐντα-Ρανταμές, η προδοσία των στρατηγικών του σχεδίων, στην οποία η Αΐντα παρασύρει,
πιεσμένη απ’ τον πατέρα της, τον Ρανταμές, η σύλληψη κι η καταδίκη του απ’ το ιερατείο σε θάνατο μέσα σε σφραγισμένο τάφο κι η αυτοθυσία της Αΐντα που, ενώ έχει διαφύγει, επιστρέφει και καταφέρνει να τρυπώσει στον τάφο για να πεθάνει μαζί του: η «Αΐντα», η τετράπρακτη όπερα (1871) του Τζουζέπε Βέρντι, πάνω σε ευπρεπές ιταλικό λιμπρέτο του Αντόνιο Γκισλαντσόνι ο οποίος βασίστηκε σε μια αρχική σύνοψη του αιγυπτιολόγου Ογκίστ Μαριέτ που είχε ήδη αναπτύξει σε πρόζα ο Καμίγ ντι Λοκλ. Ένα ακόμα βερντιάνικο αριστούργημα
με το οποίο ο συνθέτης κάνει άλλο ένα βήμα -ειδικά στην τρίτη και στην τέταρτη πράξη- προς το ολοκληρωμένο μουσικό δράμα. Η παράσταση ρεπερτορίου που μεταδόθηκε ζωντανά απ’ την
«Μετροπόλιταν Όπερα» της Νέας Ιόρκης έχει όλα τα συν και τα πλην μιας μέσης παραγωγής της «Μητροπολιτικής Όπερας», βασισμένης στα «σταρ» της: συμβατική σκηνοθεσία αλλά μεγάλο θέαμα, μεγάλες φωνές αλλά «μικρή» υποκριτική απόδοση. Η σκηνοθεσία, την οποία υπέγραψε, αρχικά, το 1988, η Αγγλίδα Σόνια Φριζέλ -που το όνομά της πια, στο πρόγραμμα και στους τίτλους, εμφανίζεται πλάι στο χαρακτηρισμό «παραγωγή»- και που την επιμέλειά της είχε τώρα, 30 χρόνια μετά, ο Στίβεν Πικόβερ, προσφέρει ένα παλαιάς κοπής μεγάλο, χορταστικό θέαμα -η πιο περίλαμπρη σκηνή Θριάμβου που ’χω δει!- που τα
εντυπωσιακά, μνημειακά, θαυμαστά ευέλικτα σκηνικά του Τζάνι Κουαράντα, καίρια φωτισμένα απ’ τον Τζιλ Γουέτσ/σλερ και, κατά ένα μέρος, τα κοστούμια του Ντάντα Σαλίτζερι -δε θα ’λεγα το ίδιο και για τις χορογραφίες του Αλεξέι Ρατμάνσκι...- ξεφεύγουν απ’

αισθητές κι οι υποκριτικές αδυναμίες. Έξοχη φωνητικά η -εκτός σκηνής- Ιέρεια της σοπράνο Γκαμπριέλα Ρέγιες και ικανοποιητικός ο Αγγελιαφόρος του τενόρου Αρσένι Γιάκοβλεφ. 

Ερμηνευτικά ξεχώρισα τους Αμερικανούς μπάσο Κουίν Κέλσι (Αμονάσρο) και μπασοβαρύτονο αλλά με έκταση μπάσου προφόντο Ράιαν Σπίντο Γκριν (Βασιλιάς) -ώριμες φωνές. Διεκπεραιωτικός, ο, επίσης φωνητικά πολύ καλός, Ράμφις του
ρόσου μπάσου Ντμίτρι Μπελοσέλσκι. Μεγάλου φωνητικού εύρους αλλά με φιζίκ που υστερεί και υποτυπώδη υποκριτική ο Λετονός


Μέγαρο Μουσικής Αθηνών / Αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη», The Metropolitan Opera HD Live / Antenna Group, 6 Οκτωβρίου 2018.
No comments:
Post a Comment