Η Αθηναία Λυσιστράτη παίρνει την πρωτοβουλία να συσπειρώσει γύρω της όλες τις γυναίκες των αντιπάλων -συμπεριλαμβανομένης της Σπαρτιάτισσας Λαμπιτώς- για να εκβιάσουν την ειρήνη. Βασικό και ισχυρό όπλο τους, η ερωτική αποχή: να αρνούνται στους άντρες τους το σεξ μέχρι να τους αναγκάσουν να συνάψουν ειρήνη. Παράλληλα, οι γυναίκες καταλαμβάνουν την Ακρόπολη, όπου και το Δημόσιο Ταμείο, με το σκοπό να κλείσουν την κάνουλα στις πολεμικές δαπάνες. Δεν τους είναι εύκολη η αποχή -καθόλου, βαρυγκομούν. Αλλά η Λυσιστράτη τις πείθει και δίνουν όρκο.
Στον Κινησία που έρχεται από το στρατό αναμμένος για σεξ, η Μυρίνη, η γυναίκα του, συνεννοημένη με τις συντρόφισσές της, του στήνει ένα παιχνίδι «καθυστερήσεων» με το οποίο όχι, απλώς, τον ανάβει περισσότερο αλλά τον τρελαίνει, για να τον αφήσει στο τέλος στα κρύα του λουτρού: «θα σου καθίσω μόνον αν κάνετε ειρήνη» -από τις δύο-τρεις καλύτερες σκηνές που έχει αφήσει ο Αριστοφάνης. Όταν το πράγμα φτάσει στο… απροχώρητο -καθώς όχι μόνο στην Αθήνα αλλά και στην Σπάρτη, όπως τους ενημερώνει Λάκωνας κήρυκας, η κατάσταση είναι… τεταμένη, εκόντες άκοντες Αθηναίοι και Σπαρτιάτες συμφωνούν να διακόψουν οριστικά τις εχθροπραξίες. Οι σύμμαχοι δεν θα πουν κάτι διαφορετικό. Διότι «δεν θέλουν να πουν, να γαμήσουν θέλουν».
Η παράσταση. Ο Γιάννης Μπέζος, στη δεύτερη αριστοφανική σκηνοθεσία του, νομίζω πως διδάχτηκε από την, όχι επιτυχημένη, κατά τη γνώμη μου, πρώτη που είχε κάνει το 2015 με τις «Εκκλησιάζουσες»: η παράστασή του έχει ρυθμούς καλούς, έχει χιούμορ που ποτέ δεν γίνεται φτηνό -ο χοντροκομμένος τρόπος με τον οποίο ο Κ. Χ. Μύρης, του οποίου τη μετάφραση χρησιμοποιεί, μεταφράζει τις οργανικά, πάντως, δεμένες στο κείμενο, βωμολοχίες του Αριστοφάνη, με λαγαρά, οπωσδήποτε, ελληνικά, ελέγχεται μέσα από την απόδοση του σκηνοθέτη-, τα φαλλικά στοιχεία δεν ξεχειλώνουν -στην κυριολεξία…- και δεν γίνονται ποτέ χυδαία χωρίς, πάντως, να αποχυμωθεί το κείμενο -το μέτρο δεν χάνεται.
Το σκηνικό του Γιώργου Γαβαλά, φωτισμένο από τον Χρήστο Τζιόγκα, έξυπνο και, ως συνήθως, καλόγουστο και λειτουργικό: τα σκαλιά στον κεραμιδί περίγυρό τους -τα τείχη- και η μινιατούρα της Ακρόπολης δεν είναι απλώς χαριτωμένα, μοιάζουν με εμπνευσμένο γλυπτό. Σε αρμονικούς χρωματικούς συνδυασμούς, τα κοστούμια της Παναγιώτας Κοκκορού. Το κροκί σικ συνολάκι της Λυσιστράτης, γράφει. Ο Κωστής Μαραβέγιας, που υπογράφει τη μουσική, δεν νομίζω ότι βρέθηκε σε στιγμές έμπνευσης. Μόνο το τραγούδι «Θέλω κάτι να σας πω», που τραγουδάει ο Πρόβουλος /Γιάννης Μπέζος, με την ακμαία πάντα, επιβλητική φωνή του, μου έμεινε. Διεκπεραιωτικοί αλλά σωστά διεκπεραιωτικοί, οι στίχοι του Πέτρου Φιλιππίδη και ικανοποιητικότατη η μουσική διδασκαλία του Παναγιώτη Τσεβά. Όπως και οι ανάλαφρες χορογραφίες και η κινησιολογία της Ελπίδας Νίνου.
Οι ερμηνείες. Από τον Χορό ξεχώρισα την ταλαντούχα Αλεξάνδρα Καρακατσάνη και τον έξοχο Στέλιο Ιακωβίδη. Ξεχώρισα, επίσης, την Λαμπιτώ της Ελευθερίας Μπενοβία και την ανάλαφρη Κλεονίκη της Δανάης Μπάρκα.
Η Ναταλία Τσαλίκη και ο Βλαδίμηρος Κυριακίδης, αν και πολύ ώριμοι για τους ρόλους της Μυρίνης και του Κινησία, δίνουν
άψογα, σχεδόν ως κομέντια, την επικίνδυνη σκηνή: ο Κυριακίδης χωρίς να καταφύγει σε φτήνιες που συνηθίζει, η Τσαλίκη με έξοχους ρυθμούς, με λεπτό χιούμορ και με θαυμάσια κίνηση. Ικανοποιητικός στον κάπως άχαρο ρόλο του Πρόβουλου ο Γιάννης Μπέζος.
Βέβαια, κακά τα ψέματα, η παράσταση είναι ο Πέτρος Φιλιππίδης: ο σημαντικότερος κωμικός που διαθέτουμε. Ρυθμοί, κίνηση -αυτά τα σύντομα, κοφτά «γυναικεία» βηματάκια που έχει βρει…-, ευρηματικότητα, πλούτος εκφραστικός, πονηρόφατσα -ένα τάλαντο που αναβλύζει πηγαίο, χωρίς να εκβιάζεται- αλλά και μέτρο πια, και αυτοσυγκράτηση, και κώφευση στις σειρήνες του χάχανου. Απολαυστικός! Σπαρταριστός!
Ωδείο Ηρώδη Αττικού, 9 Σεπτεμβρίου 2017.
Κριτικός δεν είμαι (ούτε καν Κρητικός!), αλλά αν έγραφα κριτική θα έγραφα με πιο άσχημο τρόπο πάνω κάτω τα ίδια με εσάς!
ReplyDelete