June 12, 2016

Καμπαρέ «Αΐντα» ή «Αΐντα» μεταμφιεσμένων


Το έργο. Στην Μέμφιδα, την πρωτεύουσα της Αρχαίας Αιγύπτου, η Άμνερις, η κόρη του Βασιλιά της Αιγύπτου, είναι ερωτευμένη, με τον αρχηγό της φρουράς Ρανταμές. Όπως και η Αΐντα, η σκλάβα της από την Αιθιοπία. Γι αυτό και η Άμνερις που το υποπτεύεται την έχει βάλει στo στόχαστρο.
Ο Βασιλιάς ορίζει τον Ρανταμές αρχιστράτηγο στην εκστρατεία κατά των Αιθιόπων που έχουν επιτεθεί εναντίον της Αιγύπτου. Όταν επιστρέφει νικητής, στον Θρίαμβο που τελείται, ο βασιλιάς τού προσφέρει το χέρι της κόρης του. Η οποία, όμως, στο μεταξύ, με δόλο έχει εκμαιεύσει από την Αΐντα ότι, όντως, είναι ερωτευμένη με τον Ρανταμές που ανταποκρίνεται. Ανάμεσα στους αιθίοπες αιχμάλωτους η Αΐντα αναγνωρίζει τον πατέρα της Αμονάσρο και το φανερώνει δημόσια. Εκείνος της ψιθυρίζει έγκαιρα να μη φανερώσει πως είναι και ο βασιλιάς της Αιθιοπίας. Οι ιερείς ζητούν το θάνατο των αιχμαλώτων, όχι όμως και ο αρχιερέας Ράμφις όπως και ο Ρανταμές που ζητούν επιείκεια. Ο βασιλιάς, μάλιστα, συναινεί να τους ελευθερώσουν εκτός από την Αΐντα και τον πατέρα της.
Ο Αμονάσρο ζητάει από την Αΐντα, για την οποία γνωρίζει πως είναι ερωτευμένη με τον Ρανταμές, ποντάροντας στον πατριωτισμό της, να τον πείσει να αποκαλύψει τα σχέδια της νέας αιγυπτιακής εκστρατείας κατά των Αιθιόπων. Εκείνη, αρχικά, αρνείται αλλά, τελικά, πείθεται. Στην τελευταία, κρυφή τους συνάντηση με τον Ρανταμές, τις παραμονές του γάμου του με την Αμνέριδα, και αφού προσπαθήσει να τον πείσει να φύγουν μακριά οι δύο τους, τεχνηέντως μαθαίνει το μυστικό. Τότε, όμως, εμφανίζονται η Άμνερις και ο Ράμφις οι οποίοι, ενώ ο Αμονάσρο και η Αΐντα διαφεύγουν, τον κατηγορούν για προδοσία.

Η Άμνερις προσπαθεί να πείσει τον φυλακισμένο Ρανταμές να απαρνηθεί την Αΐντα και να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Δεν τον πείθει. Το ιερατείο τον καταδικάζει να ταφεί ζωντανός κάτω από το βωμό του θεού Ηφαίστου τον οποίο προσέβαλε. Όταν σφραγίζουν την κρύπτη εκείνος ανακαλύπτει ότι η αγαπημένη του έχει κρυφτεί εκεί προηγουμένως, για να πεθάνει μαζί του. Έτσι και γίνεται ενώ η Άμνερις, από πάνω, από τον ναό, προσεύχεται να αναπαυτεί η ψυχή του ανθρώπου που αγάπησε αλλά η ίδια οδήγησε στο θάνατο.
Ο Τζουζέπε Βέρντι, μετά από πολλούς δισταγμούς, συνέθεσε, κατά παραγγελία του χεδίβη της Αιγύπτου, την «Αΐντα» του (1871), σε ικανοποιητικό για την εποχή του λιμπρέτο του Αντόνιο Γκισλαντσόνι, βασισμένο σε σενάριο του γάλου αιγυπτιολόγου Ογκίστ Μαριέτ. Το έργο, που ισορροπεί άψογα ανάμεσα στην ιταλική ρομαντική όπερα και στη γαλική γκραντ οπερά, αν και έχει θεωρηθεί λιγότερο προχωρημένο από τη μουσική της εποχής του, εποχής που o Βάγκνερ οδεύει στο απόγειό του, δεν παύει να αποτελεί ένα αριστούργημα καθώς ο Βέρντι καλύπτει με τον ανεξάντλητο μελωδικό του πλούτο -ένας καταρράκτης- ό,τι έχει ξεπεραστεί στη συνθετική του γλώσσα και εισπράττεται πια ως μειονέκτημα.

Η παράσταση. Επικίνδυνη όπερα για το σκηνοθέτη η όπερα αυτή του Βέρντι. Η αιγυπτιακή αρχαιότητα και η επιζητούμενη «μεγαλοπρέπεια» σε συνδυασμό με σκηνές «δωματίου», πολύ δύσκολο να αποδοθούν ρεαλιστικά και χωρίς γραφικότητες. Ειδικά αν ο σκηνοθέτης δεν είναι εμπνευσμένος. Το παραστασιακό αποτέλεσμα εύκολα μπορεί να διολισθήσει στο κιτς.
Επιπλέον κάτι βασικό: η «Αΐντα» δεν ανεβαίνει στο Ηρώδειο. Το Ηρώδειο την πνίγει. Η Λυρική Σκηνή, όμως, επιμένει. Πεισματικά. Είναι η έβδομη φορά από το 1965 που την παρουσιάζει στο ρωμαϊκό ωδείο. Έχω δει όλα αυτά τα ανεβάσματα, εκτός από το πρώτο. Ε, κανένα δεν λειτουργούσε. Κανένας σκηνοθέτης δεν βρήκε λύση πειστική για τη σκηνή καπιτάλε του «θριάμβου». Ούτε ο Ενρίκο Καστιλιόνε που ανέλαβε τώρα τη σκηνοθεσία της όπερας του Βέρντι. Πόσο μάλλον όταν η παράστασή του, που πρωτοπαρουσιάστηκε το 2009, μεταφυτεύτηκε από το αρχαίο θέατρο της Ταορμίνα, ένα θέατρο αρχαιοελληνικού τύπου, με απλωμένη ορχήστρα και σκηνή, πέντε αιώνες νεότερο από το Ωδείο Ηρώδη Αττικού, για να στριμωχτεί στην στενή… πασαρέλα του Ηρωδείου. Κυριολεκτικά για να στριμωχτεί. 

Η «πυραμίδα» με τα σκαλιά που εμπνεύστηκε ο σκηνοθέτης, ο οποίος υπογράφει, επίσης, τα σκηνικά, τις βιντεοπροβολές και τους φωτισμούς, κολοβώθηκε και στραγγαλίστηκε από τον τοίχο του Ηρωδείου. Και οι, κακήν κακώς, έγχρωμες βιντεοπροβολές με αρχαία αιγυπτιακά μοτίβα πάνω του -κανείς, επίσης, δεν έχει καταλάβει ότι βιντεοπροβολές πάνω σε έναν αρχαίο τοίχο με ακατέργαστες πέτρες, μεγάλες φθορές, καμάρες, κοιλότητες και τρύπες ΔΕΝ λειτουργούν; Αυτό αποδεικνύεται κάθε φορά που οι σκηνογράφοι καταφεύγουν στη συγκεκριμένη λύση- αφήνουν -άφησαν, σε μένα τουλάχιστον-, με τη συνέργεια των φωτισμών, μία αίσθηση μεσοπολεμικού καμπαρέ à l’ egyptien, που άπτεται του κιτς. Αίσθηση την οποία ενισχύουν τόσο τα χρυσοπλουμιστά κοστούμια -σαν χορός μεταμφιεσμένων με θέμα «Αρχαία Αίγυπτος»- της Σόνια Καμαράτα, όσο και οι αφελείς, δαλιανιδικής έμπνευσης -ειδικά η δεύτερη- χορογραφίες του Φώτη Διαμαντόπουλου που με παρέπεμπαν σε Φώτη Μεταξόπουλο της επιθεώρησης.
Μέσα σε όλο αυτόν τον μόλις ανεκτού γούστου περίγυρο, ο σκηνοθέτης κίνησε εντελώς συμβατικά και ανέμπνευστα την παράσταση, με αποκορύφωμα την σκηνή του Θριάμβου: οκτώ στρατιώτες με λάβαρα που πηγαινοέρχονται και έξι αιχμάλωτοι Αιθίοπες εκ των οποίων ο Αμονάσρο, βαμμένος μαύρος, τέσσερις αυθεντικοί μαυρούληδες κομπάρσοι και ένας λευκός (Αιθίοπας!!!), ε, δεν συνιστούν Θρίαμβο, μιζέρια και συμφορά, με το φερετζέ του «πλούσιου θεάματος», συνιστούν.
Δυστυχώς η παράσταση, κατά τη γνώμη μου, δεν ευτυχεί και στο μουσικό μέρος Η Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής δεν βρέθηκε, στην πρεμιέρα τουλάχιστον, στην καλύτερη μέρα της και τα ολισθήματα δεν έλειψαν. Παράλληλα ο Μύρων Μιχαηλίδης από το πόντιουμ δεν κατάφερε ούτε να τη συντονίσει ούτε, στο πρώτο, κυρίως, μέρος, να την κουλαντρίσει να συμπορευτεί με τους πρωταγωνιστές ούτε να τους δέσει μεταξύ τους -το τρίο Αΐντα, Άμνερις, Ρανταμές «Vieni, o diletta, appressati» τραγουδήθηκε εις τα εξ ων συνετέθη...
Αντίθετα η Χορωδία της Λυρικής, με διευθυντή τον Αγαθάγγελο Γεωργακάτο τα καταφέρνει πολύ καλά.
Οι ερμηνείες. Η, δική μας πια, ρουμάνα σοπράνο Τσέλια Κοστέα, υποκριτικά σωστή και φωνητικά επαρκέστατη, είναι μία αξιοπρεπέστατη Αΐντα έστω και αν δεν απογειώνεται. Ο ιταλός τενόρος Βάλτερ Φρακάρο, με το ελαφρυντικό της ανάληψης του ρόλου την τελευταία στιγμή, λόγω ασθένειας του αρχικού τενόρου της διανομής, και χωρίς σκηνική δοκιμή, με πειστικό σωματότυπο αλλά αφήνοντας την εντύπωση του πολύ ώριμου ηλικιακά, δίνει έναν συμβατικό Ρανταμές με μία υγιή, πάντως, φωνή που διαπιστώθηκε, όμως, μετά την πρώτη πράξη. Άνιση η Άμνερις της Γαλορωσίδας Έλενα Γκαμπούρι. Με πολύ παλαιά υποκριτική, έντονο τον ρωσικό τόνο στην προφορά της και με αισθητό μπαλάρισμα στη φωνή, στο δεύτερο μέρος έδωσε μερικά πολύ καλά δείγματα τραγουδιού αλλά ρωσικού ύφους που δεν έδενε με το ιταλικού ύφους τραγούδι των υπόλοιπων της διανομής. Λίγο υπερβολικός υποκριτικά και με κάποια ιδιότυπη άρθρωση αλλά επαρκέστατος φωνητικά ο Αμονάσρο του βαρύτονου Άρη Αργύρη. Πολύ αδύναμος υποκριτικά και φωνητικά ο μπάσος Δημήτρης Κασιούμης ως Βασιλιάς της Αιγύπτου. Με αδυναμίες βρήκα και τον τενόρο Χαράλαμπο Βελισσάριο-Αγγελιαφόρο.

Εξαιρετικές εντυπώσεις μου άφησε ο πάντα υποκριτικά σωστός μπάσος Τάσος Αποστόλου που η φωνή του όλο και βαθαίνει, όλο και δυναμώνει: ίσως η πιο ισορροπημένη ερμηνεία της παράστασης. Ικανοποιητικότατη, με μουσικότατο τραγούδι και η Ιέρεια της Λένιας Ζαφειροπούλου.
Το συμπέρασμα. «Πλούσιo θέαμα», όπως το αντιλαμβάνονταν στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 σε μία παράσταση μέτρια από κάθε άποψη. Μπορεί και να σας ικανοποιήσει, αν δεν έχετε απαιτήσεις για ένα σύγχρονο, καλόγουστο ανέβασμα όπερας (Οι μη υπογραμμένες φωτογραφίες, του Βασίλη Μαρκή).

Ωδείο Ηρώδη Αττικού, Εθνική Λυρική Σκηνή, Φεστιβάλ Αθηνών, 10 Ιουνίου 2016.

4 comments:

  1. Εχει και η διαπλεκομενη αχρηστη αδερφη αποψη για το λυρικο θεατρο εκτοξευοντας ασχετες κοτσανες περι μαεστρου , ορχηστρας και σολιστ .. την επομενη παραγωγη κυρια μου να την διευθυνετε εσεις ως βαθυς γνωστης του αντικειμενου.. ελεος πια ..μαζεψτε τις !!!

    ReplyDelete
    Replies
    1. Το σχόλιο το αφήνω ασχολίαστο. Είναι εύγλωττο, μιλάει από μόνο του... :-)

      Delete
  2. συμφωνω 100 % σε ολα !!!!

    ReplyDelete
  3. Σωστή και δίκαια κριτική.

    ReplyDelete