Το Τέταρτο Κουδούνι / 15 Δεκεμβρίου 2016
«Το Διοικητικό Συμβούλιο του Εθνικού Θεάτρου, […] αισθάνεται την ανάγκη να δηλώσει ομόφωνα ότι λειτουργεί εποικοδομητικά και σε πνεύμα συνεργασίας και αμοιβαίας εκτίμησης μεταξύ των μελών του, μέσα στο οποίο διατυπώνονται και επιχειρείται να αμβλυνθούν τυχόν διαφωνίες και διαφορετικές προσεγγίσεις τους» λέει η ανακοίνωση που μας έστειλαν χτες.
«Οι αποφάσεις», συνεχίζει, μέσα σ’ ένα ροζ συννεφάκι, «του Διοικητικού Συμβουλίου λαμβάνονται, κατά κανόνα, ομόφωνα. Αλλά και οι ελάχιστες αποφάσεις που έχουν ληφθεί κατά πλειοψηφία γίνονται απολύτως σεβαστές από τους μειοψηφήσαντες σε πνεύμα δημοκρατικής ευαισθησίας και συναδελφικότητας που όλα τα μέλη επιδεικνύουν. Με το ίδιο πνεύμα επιλύονται και τα όποια προβλήματα κατά καιρούς ανακύπτουν. Το Διοικητικό Συμβούλιο και η Καλλιτεχνική Διεύθυνση θα συνεχίσουν το έργο τους με ηρεμία, ομαδικό πνεύμα και διάθεση γόνιμης συνεργασίας με όλους τους αρμόδιους φορείς για την προαγωγή των σκοπών του Εθνικού Θεάτρου».
Καλά κι εκείνη την ανοιχτή επιστολή με τις μπόμπες που μας έστειλε πριν κα’να μήνα ο πρόεδρος αυτού του ίδιου του Δ.Σ. Θανάσης Παπαγεωργίου; Που ’λεγε «φύγατε, λοιπόν, κ. Μπαλτά, αφού ‘ηρεμήσατε’ το Εθνικό Θέατρο, αφήνοντάς το σε πλήρη ασυνεννοησία μεταξύ Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης και Διοικητικού Συμβουλίου, με αποτέλεσμα να έχει χαθεί κάθε διαχωριστική γραμμή ευθύνης μέσα στο θέατρο, να παρακάμπτεται το Δ.Σ. σε σοβαρά θέματα, να δυσχεραίνεται ο, βάσει του καταστατικού, έλεγχος της λειτουργίας του Θεάτρου, να ελαττώνονται οι ελπίδες συνεργασίας. Αφήσατε, κύριε Μπαλτά, ένα Εθνικό σε απόλυτη ηρεμία! Έτσι να πιστεύετε. Όταν θα σκάσουν οι βόμβες που αφήσατε εκεί μέσα με την τακτική σας, εσείς θα βρίσκεστε κάπου αλλού αλλά εμείς θα προσπαθούμε να μαζέψουμε τα κομμάτια μας για να μην χαθούν εντελώς τα όνειρά μας για το πρώτο Θέατρο της χώρας μας»; Ποιος την έγραψε; Μήπως επρόκειτο περί συνωνυμίας;... Ή, μήπως, πρόκειται περί διχασμού προσωπικότητος;
ΠΟΥ ΖΩ, Χριστέ μου; Στη χώρα του υπαρκτού σουρεαλισμού; Να βάλω τα κλάματα ή να σκάσω στα γέλια;

Αλιευμένο απ’ τις σελίδες της «Αυγής»:
«ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ Α.Ε.
Για την παράθεση της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων για την πλήρωση θέσης Γενικού Διευθυντή.
Η ταχθείσα προθεσμία για την υποβολή αιτήσεων από κάθε ενδιαφερόμενο σχετικά με την πλήρωση θέσης Γενικού Διευθυντή της ‘Ελληνικό Φεστιβάλ Α.Ε.’, που έληγε την Πέμπτη 8.12.2016 και ώρα 12.00, με βάση τα διαλαμβανόμενα στη με αριθμό πρωτοκόλλου 3254/18.11.2016 σχετική προκήρυξη-πρόσκληση της ‘Ελληνικό Φεστιβάλ Α.Ε.’, παρατείνεται μέχρι και τη Δευτέρα 19.12.2016 και ώρα 15.00, δυνάμει της με αριθμό 32/06.12.2016 απόφασης του Δ.Σ. της ‘Ελληνικό Φεστιβάλ Α.Ε.’».
Ε, αν ενδιαφέρεστε, προλαβαίνετε. Αλλά… Γράφω «αλλά…» διότι, εγώ ξέρω ότι ήδη κάποιος ε…, ε…, ΕΡΧΕΤΑΙ. Μου λένε, όμως, πως δεν καλύπτει τις προϋποθέσεις που τίθενται. Οπότε; Λέτε να βρεθεί άλλος τρόπος; Δια παρακαμπτηρίου;
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…
Είναι κι οι δυο τους απ’ τους κορυφαίους μας στη σκηνή: ο Γιάννης Φέρτης κι ο Νικήτας Τσακίρογλου. Και -ακμαιότατοι- το αποδεικνύουν στο «Από τη σιωπή ώς την άνοιξη» του Λεωνίδα Προυσαλίδη, στο οποίο πρωταγωνιστούν -μαζί τους η Κατερίνα Λέχου-, ερμηνεύοντας δυο γηραιούς, βαμμένους θεατρόφιλους δίδυμους αδελφούς -ρόλοι εμπνευσμένοι, έστω κι αν δε δηλώνεται, από δυο υπαρκτά πρόσωπα της Θεσσαλονίκης υποθέτω- που μια γυναίκα, γειτόνισσα, μπαίνει ανάμεσά τους και αναστατώνει τη ζωή τους. Λυπάμαι, όμως, που με το σύνολο απογοητεύτηκα.
Είναι κι οι δυο τους απ’ τους κορυφαίους μας στη σκηνή: ο Γιάννης Φέρτης κι ο Νικήτας Τσακίρογλου. Και -ακμαιότατοι- το αποδεικνύουν στο «Από τη σιωπή ώς την άνοιξη» του Λεωνίδα Προυσαλίδη, στο οποίο πρωταγωνιστούν -μαζί τους η Κατερίνα Λέχου-, ερμηνεύοντας δυο γηραιούς, βαμμένους θεατρόφιλους δίδυμους αδελφούς -ρόλοι εμπνευσμένοι, έστω κι αν δε δηλώνεται, από δυο υπαρκτά πρόσωπα της Θεσσαλονίκης υποθέτω- που μια γυναίκα, γειτόνισσα, μπαίνει ανάμεσά τους και αναστατώνει τη ζωή τους. Λυπάμαι, όμως, που με το σύνολο απογοητεύτηκα.
Ο Λεωνίδας Προυσαλίδης, μ’ ένα εξαιρετικό πρώτο έργο στο ενεργητικό του, τις «Εφτά λογικές απαντήσεις» -δεν πρόλαβα να δω και δεν έχω διαβάσει το δεύτερο, το «Βαγόνι στα νερά»-, εδώ ξεκινάει μ’ ένα ερεθιστικό εύρημα και συνεχίζει α λα Πίντερ, φοβάμαι, όμως, πως δεν καταφέρνει να το αναπτύξει. Το ενδιαφέρον, το δικό μου τουλάχιστον, πολύ σύντομα εξανεμίστηκε. Κι η σκηνοθεσία που υπογράφει η Λίλλυ Μελεμέ δεν κατάφερε να το αναζωπυρώσει. Ευτυχώς που υπήρχαν στη σκηνή οι δύο βετεράνοι να τους χαζεύω.

Δεν έκλεισαν ακόμα τα 30 χρόνια. Για να ’μαστε ακριβείς τα 29 κλείνουν. Και μπαίνουν στα 30. Την 30η σεζόν είναι που γιορτάζουν φέτος. Της «Πράξης» τους. Η Μπέττυ Αρβανίτη κι ο Βασίλης Πουλαντζάς.


1987 ήταν. Εκείνη τέως σταρ του εγχώριου «εμπορικού» κινηματογράφου, που ποτέ όμως δεν απίστησε στο θέατρο ουσίας, εκείνος πολιτικός μηχανικός, σύντροφοι στη ζωή, έγιναν σύντροφοι και στο θέατρο. Δημιούργησαν την «Πράξη» τους, εγκαταστάθηκαν στο θέατρο «Οδού Κεφαλληνίας», το διαμόρφωσαν και σεμνά, διακριτικά, χωρίς θόρυβο, χωρίς λαϊφστιλίστικα και κοσμικά τερτίπια και κόλπα αλλά μόνο με τη δουλειά τους, χωρίς να συγκροτούν θίασο προσωποπαγή, με απόλυτη συνέπεια, με αφοσίωση στο ουσιαστικό, με τις καλύτερες επιλογές έργων που απλώνονταν και απλώνονται απ’ το κλασικό μέχρι το σύγχρονο έως και το τολμηρά σύγχρονο ρεπερτόριο, καλώντας πλάι τους για συνεργασία εκλεκτούς καθιερωμένους αλλά, περισσότερο, υποσχόμενους -έως και πρωτάρηδες- νέους -συγγραφείς, μεταφραστές, σκηνοθέτες, σκηνογράφους/ενδυματολόγους, συνθέτες, φωτιστές, ηθοποιούς…- που, με τόλμη πάντα, τους έδωσαν και τους δίνουν την ευκαιρία να υλοποιήσουν τις υποσχέσεις αυτές και να προχωρήσουν και να εξελιχθούν και, πολλοί τους, να διακριθούν, συνέχισαν και συνεχίζουν μέχρι σήμερα τον αγώνα τον καλό. Ο οποίος δικαιώθηκε και επιβραβεύτηκε απ’ το κοινό που τους έχει αγκαλιάσει.
Η νίκη τους, νίκη του ελληνικού θεάτρου. Η πορεία της «Πράξης» και του θεάτρου «Οδού Κεφαλληνίας», ταυτισμένη με την Μπέττυ Αρβανίτη και τον Βασίλη Πουλαντζά, έγραψε και γράφει τη δική της ιστορία. Γιατί απέδειξαν, πρώτα απ’ όλα, ότι ξέρουν να διαλέγουν και ότι ξέρουν να τολμούν.

Και η Μπέττυ Αρβανίτη με τον Βασίλη Πουλαντζά αποδεικνύουν, επιπλέον, ότι δεν ξεχνούν: το λεύκωμα είναι αφιερωμένο στον Μίνω Βολανάκη που τόσο στήριξε την «Πράξη» ενώ μια σελίδα του ανήκει στην Γεωργία Γιαννακοπούλου -στην αξέχαστη Κυρία Γεωργία του «Κεφαλληνίας»-, υπεύθυνη του θεάτρου απ’ το 1987 μέχρι πριν από λίγους μήνες, την οποία η μοίρα δεν άφησε να γιορτάσει, μαζί με τους ανθρώπους στους οποίους ήταν ταμένη, την επέτειο αυτή.

Ρώτησα στο Μέγαρο, τους στέλνουνε, λέει, πολύ αργά τους μεταφρασμένους υπότιτλους. Και, δηλαδή; Δεν μπορεί να τους προσαρμόσουν σωστά prima vista; Προφανώς. Θυμάμαι τι αλαλούμ είχε γίνει, πριν δυο-τρία χρόνια, με τους υπότιτλους, στη μετάδοση του «Βασιλιά Λιρ». Ε, μα εδώ σε θέλω μάστορα… Ας μην κάνουν, τότε, ζωντανή μετάδοση, ας μαγνητοσκοπούν τις παραστάσεις, ας κάνουν προσαρμογή των υπότιτλων κι ας τις μεταδίδουν μαγνητοσκοπημένες. Τόση σημασία έχει το live;
Έμαθα πως ο ατζέντης των δικαιωμάτων του Πίντερ κι η υπεύθυνη για τις μεταδόσεις «National Theatre Live» του βρετανικού Εθνικού Θεάτρου είχαν έγκαιρα επικοινωνήσει με την Χριστίνα Μπάμπου-Παγκουρέλη η οποία έχει κάνει, πριν από χρόνια, τη μετάφραση της «Νεκρής ζώνης -για το «Φάσμα» του Αντώνη Αντύπα που ανέβασε το έργο αλλά, εν τέλει, με άλλη μετάφραση- κι είχαν συμφωνήσει να τη χρησιμοποιήσουν. Η ειλημμένη απόφαση ακυρώθηκε, τελικά, με την ευθύνη της ελληνικής πλευράς. Και δεν είναι θέμα οικονομικό, τη μετάφραση στους υπότιτλους θα κάλυπτε η βρετανική πλευρά.
Κάποια λύση δεν μπορεί να βρεθεί; Γιατί αυτό γίνεται και θα ξαναγίνει. Δεν είναι και το ευκολότερο να καταλαβαίνεις στα αγγλικά τόσο τον ποιητικό, αφαιρετικό λόγο ενός Πίντερ, όσο και τον επίσης ποιητικό, πυκνό, ταχύ -που πολυβολεί- σεξπιρικό… Δεν το αντιλαμβάνονται πως έτσι χάνουν κόσμο;
No comments:
Post a Comment