Το έργο. Ένας
λόρδος και οι άνθρωποί του στήνουν μία χοντρή φάρσα σε έναν αναίσθητο από το
μεθύσι γανωματή: τον μεταφέρουν στο κρεβάτι του λόρδου, του φορούν τα ρούχα του
λόρδου και, όταν ξυπνήσει, του φέρονται σαν σε λόρδο -μέχρι και έναν υπηρέτη ντύνουν
γυναίκα για να υποδυθεί τη λαίδη του. Και πείθουν έναν περιοδεύοντα θίασο που
έφτασε στον πύργο να δώσει παράσταση ενώπιον της «εξοχότητάς του».
Η παράσταση έχει ως εξής: Δύο κόρες έχει ο Παντοβάνος Μπατίστας Μινόλα:
την Κατερίνα και την Μπιάνκα. Όλοι θέλουν να παντρευτούν την όμορφη, γλυκιά, καλότροπη
Μπιάνκα -ο πλούσιος ηλικιωμένος Γκρέμιος, ο ευγενής Ορτένσιος, ο Λουκέντιος,
γιος του πλούσιου Βικέντιου, που έφτασε από την Πίζα στην αναγεννησιακή Πάντοβα
και ερωτεύτηκε την Μπιάνκα κεραυνοβόλα…- αλλά ο Μπατίστα θέλει να παντρέψει, κατά
το έθιμο, πρώτα την -επίσης όμορφη αλλά κακότροπη, καυγατζού, που το στόμα της
φαρμάκι στάζει, «σκέτη σκύλα»- πρωτότοκη Κατερίνα. Και την οποία, φυσικά, κανείς
δεν θέλει. Μέχρι τότε η Μπιάνκα θα πρέπει να περιοριστεί στη μουσική και στην
ποίηση που αγαπάει. Και ο πατέρας της, για να την παρηγορήσει, ψάχνει να βρει τους
κατάλληλους δασκάλους. Να η ευκαιρία! Μια και δυο, Ορτένσιος και Λουκέντιος
μεταμφιέζονται σε δασκάλους: ο Λύκιος και ο Κάμπιος -αντίστοιχα. Που ο Μπατίστα προσλαμβάνει. Και, επιπλέον, ο Λουκέντιος μεταμφιέζει τον υπηρέτη του Τράνιο
σε Λουκέντιο ώστε κανείς στην Πάντοβα (όπου δεν τον γνωρίζουν φυσιογνωμικά) να
μην καταλάβει τη φυσική απουσία του.
.jpg)
Ο Λουκέντιος/Κάμπιος θα
κερδίσει, τελικά, τον έρωτα της Μπιάνκα και ο Ορτένσιος /Λύκιος θα αποσυρθεί
για να παντρευτεί μία χήρα. Αλλά ο Μπατίστα εγκρίνει να δώσει το χέρι της Μπιάνκα
στον Τράνιο/Λουκέντιο. Το μπέρδεμα λύνεται όταν ο αυθεντικός Λουκέντιος και η
Μπιάνκα, που έχουν ήδη κάνει γάμο κρυφό, αποκαλύπτουν την αλήθεια. Ο Μπατίστας
τους συγχωρεί. Θα πρέπει να είναι, εξάλλου, ενθουσιασμένος: η Κατερίνα του, που
φτάνει στο σπίτι με τον Πετρούκιο, εμφανίζεται αγνώριστη: ήρεμη, καλότροπη, πειθήνια,
απόλυτα υποταγμένη στον άντρα της. Ο Πετρούκιο ημέρωσε τη στρίγγλα. Η στρίγγλα
έγινε αρνάκι. Σε αντίθεση με την κάποτε «υπάκουη» Μπιάνκα που τώρα δεν
εμφανίζεται πια και τόσο καλόγνωμη…
«Το ημέρωμα της στρίγγλας»
του Γουίλιαμ Σέξπιρ (χρονολογείται γύρω στο 1593-1594) είναι μία ανάλαφρη,
διασκεδαστική φάρσα που έλκει από την αναγεννησιακή κωμωδία και την κομέντια
ντελ’ άρτε αναπλάθοντας γνωστά θέματα και που έχει τις αδυναμίες της αλλά
πάλλεται από τους χυμούς, την γλωσσοπλαστική δεινότητα και το χιούμορ του
Σέξπιρ.
Η παράσταση. Η Φωτεινή Μπαξεβάνη που ανέλαβε τη σκηνοθεσία είχε, μαζί με τον Γιάννη Σκαραγκά
-υπογράφει τη σύλληψη και τη δραματουργική ανάλυση- μία, κατά τη γνώμη μου,
ατυχή ιδέα: να παρουσιάσει τη σεξπιρική κωμωδία, πάνω στην πνευματώδη αλλά
κάπως εγκεφαλική μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ, ως παρωδία των ιστοριών τρόμου -κόβοντας
τον πρόλογο του έργου, όπως συνήθως συμβαίνει. Με την Κατερίνα να μην είναι
απλώς κακότροπη αλλά να παριστάνει τη δαιμονισμένη και με τον Πετρούκιο να το
ψυλλιάζεται και να μπαίνει στο ίδιο παιχνίδι παριστάνοντας, επίσης, το θύμα του
δαιμονισμού για να την υποτάξει. Νομίζω πως έτσι χάθηκε όλη η ελαφράδα της
φάρσας.
Βέβαια κάθε άποψη είναι
σεβαστή και μπορεί να είναι αποδεκτή αν υλοποιηθεί πειστικά. Στη συγκεκριμένη
περίπτωση, πιστεύω, η υλοποίηση είναι που πάσχει αθεράπευτα -σαν η σκηνοθεσία
να μην ασχολήθηκε ιδιαίτερα να πείσει για την άποψή της. Δεν αρκεί πότε-πότε οι
δύο πρωταγωνιστές να ρεκάζουν με έκο ή να εκτοξεύουν και να συστρέφουν τις γλώσσες
τους σαν τον «Εξορκιστή», δεν αρκούν κάποιες πρόχειρες προσθήκες στο κείμενο
μπας και δεθεί με την ιδέα, δεν αρκούν φούμο γύρω από τα μάτια, μαύρα ρούχα και
μαύρα σκοτάδια… Τελικά, αυτό που θέλει να περάσει ως άποψη δεν καταλήγει παρά σε
ένα άχαρο, αμήχανο, άτεχνο σκηνικό αποτέλεσμα με ξεφωνητά και τρεχαλητά, τόσο
αμήχανο και άτεχνο, ακόμα και ως στήσιμο, που μου άφησε την αίσθηση παράστασης
ερασιτεχνικής. Και στο οποίο η σκηνοθέτρια στο τέλος ασαφώς μπλέκει και ένα
παιχνίδι αλλαγής φύλων -Πετρούκιος, Λουκέντιος και Ορτένσιος λένε τα λόγια των
συζύγων τους Κατερίνας, Μπιάνκας και Χήρας και οι τρεις γυναίκες, τα λόγια των
αντρών.
Η σύλληψη και η υλοποίησή της
άποψης φαίνεται να μην έπεισαν και τους συνεργάτες. Έφυγα με την εντύπωση ότι στην
παράσταση αυτή δεν κατάφεραν ποτέ να συναντηθούν μεταξύ τους και με τη
σκηνοθεσία.
Ο Θάνος Μικρούτσικος έγραψε συμπαθητικές
μουσικές και, πάνω σε μάλλον αφελείς στίχους του Οδυσσέα Ιωάννου, μερικά καλά
τραγούδια -οι ηθοποιοί τα τραγουδούν πλέι μπακ…-, που μοιάζουν να ανήκουν σε
άλλη παράσταση. Ο Σταύρος Λίτινας σχεδίασε ένα σκηνικό απόλυτα λιτό, καλόγουστο, που αποδεικνύεται, όμως, καθόλου λειτουργικό: οι ηθοποιοί αναγκάζονται να χοροπηδούν άχαρα,
άτσαλα στα άβολα, πανύψηλα πατάρια, σε κινησιολογία του ίδιου. Ο Αλέκος
Αναστασίου έχει δυσκολευτεί με τους φωτισμούς στον αδέσποτο, ανοικονόμητο χώρο
όπου η παράσταση παίζεται. Οι ενδιαφέρουσες εικαστικές/φωτογραφικές προβολές της Αλίνας Αναστασιάδη μουτζουρώνονται
με τα αφελή βίντεο (σκηνοθεσία Αλέξανδρος Ζαρμπής).
Η χαριστική βολή δίνεται από
τα κοστούμια-υψηλή μόδα του Πάνου Αλμπάνη. Δεν μπορώ να αρνηθώ πως έχουν γραμμή και
σχεδιάστηκαν με φαντασία. Το αποτέλεσμα, όμως, είναι που μετράει. Αγωνίστηκα να
τα συνδέσω με το «Ημέρωμα». Και ορισμένα -εκείνα τα φαρδιά σορτσάκια του
Λουκέντιου και του Τράνιου τα συνδυασμένα με μακριές μαύρες διαφανείς κάλτσες…
-αγγίζουν τα όρια του κιτς και του ντραγκ σόου.

Το συμπέρασμα.
Μία άχαρη παράσταση που δεν ξέρει τι ακριβώς θέλει. Όχι, δεν την ημερώνουν την «Στρίγγλα»
του Σαίξπηρ…
Ελληνικός Κόσμος/Θέατρον/Αίθριο, από τον θίασο Teatro», 23 Αυγούστου 2014.
No comments:
Post a Comment