Το έργο. Ένας τυφλός κι ένας ανάπηρος: δυο ζητιάνοι, «συνεργαζόμενοι», στο δρόμο που ανηφορίζει ο Ιησούς προς τον Γολγοθά ευεργετούνται από το τελευταίο του θαύμα. Ο πρώτος ανακτά το φως του. Και ευγνωμονεί για την ομορφιά που πρωτοβλέπει γύρω του _ από τις μύγες μέχρι τα χυμώδη χείλη και τα λαμπερά μάτια των γυναικών. Και ο δεύτερος την κίνησή του. Και απελπίζεται. Γιατί μένει …άνεργος _ χάνει τη βολή του.
Ένας γελωτοποιός αφηγείται πως, όταν ήταν ένας ταλαίπωρος αγρότης, ο Ιησούς εμφανίστηκε μπροστά του τη στιγμή που είχε περάσει τη θηλειά να κρεμαστεί αφού η εξουσία κατέστρεψε εντελώς τη ζωή του και αφάνισε την οικογένειά του κι Εκείνος ήταν που μ’ ένα του φιλί τού χάρισε ευγλωττία και του σύστησε να ξεχυθεί στους δρόμους και να διηγείται στον κόσμο όσα διέπραξαν εις βάρος του όχι με κλαψουρίσματα αλλά με καλαμπούρια και με το γέλιο.
Η Παναγία μαθαίνει πως ο δύστυχος που σταυρώνουν λίγο πιο πέρα είναι ο γιος της, όσο κι αν η Μαρία η Μαγδαληνή και οι άλλες γυναίκες που τη συντροφεύουν προσπαθούν να της το κρύψουν και να την απομακρύνουν από τον τόπο της Σταύρωσης.
Η Ανάσταση του Λαζάρου είναι προγραμματισμένη και στο νεκροταφείο γίνεται χαμός από τα πλήθος που έχουν συρρεύσει _ φιλοθεάμονες, περίεργοι, πιστοί, δύσπιστοι, μικροπωλητές… Μέχρι που μέσα στον πανικό του πανηγυριού κλέβουν κι ένα πορτοφόλι.
Η Παναγία σκαρφαλώνει στον Σταυρό και προσπαθεί να ξεκαρφώσει τον Ιησού αλλά ο στρατιώτης που τον φυλάει δεν την αφήνει κι εκείνη καταριέται τον αρχάγγελλο Γαβριήλ που δεν την προειδοποίησε στον Ευαγγελισμό τι θα επακολουθήσει μετά από 33 χρόνια…
Ένας Τρελός που χαρτοπαίζει σε μια ταβέρνα, σε δωμάτιο πλαϊνό στο δωμάτιο όπου γίνεται ο Μυστικός Δείπνος, συναντάει τον Θάνατο που έρχεται με τη μορφή όμορφης παρθένας και πανικόβλητος, νομίζοντας πως ήρθε για να πάρει εκείνον, προσπαθεί να ξεπλανέψει το κορίτσι, πράγμα που και κατορθώνει. Ο Θάνατος όμως έχει έρθει για τον Ιησού.
Ένας γελωτοποιός αφηγείται πως, όταν ήταν ένας ταλαίπωρος αγρότης, ο Ιησούς εμφανίστηκε μπροστά του τη στιγμή που είχε περάσει τη θηλειά να κρεμαστεί αφού η εξουσία κατέστρεψε εντελώς τη ζωή του και αφάνισε την οικογένειά του κι Εκείνος ήταν που μ’ ένα του φιλί τού χάρισε ευγλωττία και του σύστησε να ξεχυθεί στους δρόμους και να διηγείται στον κόσμο όσα διέπραξαν εις βάρος του όχι με κλαψουρίσματα αλλά με καλαμπούρια και με το γέλιο.
Η Παναγία μαθαίνει πως ο δύστυχος που σταυρώνουν λίγο πιο πέρα είναι ο γιος της, όσο κι αν η Μαρία η Μαγδαληνή και οι άλλες γυναίκες που τη συντροφεύουν προσπαθούν να της το κρύψουν και να την απομακρύνουν από τον τόπο της Σταύρωσης.
Η Ανάσταση του Λαζάρου είναι προγραμματισμένη και στο νεκροταφείο γίνεται χαμός από τα πλήθος που έχουν συρρεύσει _ φιλοθεάμονες, περίεργοι, πιστοί, δύσπιστοι, μικροπωλητές… Μέχρι που μέσα στον πανικό του πανηγυριού κλέβουν κι ένα πορτοφόλι.
Η Παναγία σκαρφαλώνει στον Σταυρό και προσπαθεί να ξεκαρφώσει τον Ιησού αλλά ο στρατιώτης που τον φυλάει δεν την αφήνει κι εκείνη καταριέται τον αρχάγγελλο Γαβριήλ που δεν την προειδοποίησε στον Ευαγγελισμό τι θα επακολουθήσει μετά από 33 χρόνια…
Ένας Τρελός που χαρτοπαίζει σε μια ταβέρνα, σε δωμάτιο πλαϊνό στο δωμάτιο όπου γίνεται ο Μυστικός Δείπνος, συναντάει τον Θάνατο που έρχεται με τη μορφή όμορφης παρθένας και πανικόβλητος, νομίζοντας πως ήρθε για να πάρει εκείνον, προσπαθεί να ξεπλανέψει το κορίτσι, πράγμα που και κατορθώνει. Ο Θάνατος όμως έχει έρθει για τον Ιησού.

Όνομα Ιησούς, επίθετο Θεού-Υιός _ κατά το συγγραφέα: ο αφανής πρωταγωνιστής _ παρών είτε ως «σκιά» είτε ως δύναμη κινητήρια αλλά ποτέ επί σκηνής _ στις επτά παραπάνω σκηνές / σκετς. «Ο τυφλός και ο σακάτης», «Η Γέννηση του γελωτοποιού», «Η Παναγία συναντά τις τρεις Μαρίες», «Η Ανάσταση του Λαζάρου», «Η Μαρία στον Σταυρό», «Ο Τρελός κι ο θάνατος», «Ο εν Κανά γάμος», αντίστοιχα, οι τίτλοι τους. Βρίσκονται ανάμεσα στις περίπου διπλάσιες που περιλαμβάνει το «Mistero Buffo» του Ντάριο Φο και που διακρίνονται σε Κωμικά Μυστήρια και σε Έργα του (Θείου) Πάθους. Ένα σπονδυλωτό έργο (1969) που ξεκίνησε ως μονόλογος αυτού του Μεγάλου Λαϊκού Θεατρίνου, αυτού του Κλόουν, του Παλιάτσου, του Γελωτοποιού, του Μεγάλου Μπουφόνου της Ιταλίας, που κατάγεται, σε ευθεία γραμμή, από τους περιπλανώμενους θεατρίνους του Μεσαίωνα.
Ο Ντάριο Φο παίζει με θέματα γνωστά ή άγνωστα, αντλώντας ακομπλεξάριστα από την Βίβλο αλλά και από τα απόκρυφα Ευαγγέλια, από παραδοσιακούς θρύλους και λαϊκά παραμύθια και μεταπλάθοντας δημιουργικά την πρώτη ύλη του. Τη ζυμώνει με γνήσια αντιδιανοοουμενίστικα θεατρικά υλικά, μ’ αυτό το βαθύ, πλούσιο, αρτεσιανό, λαϊκό, χωριάτικο, αθυρόστομο αλλά ποτέ χυδαίο χιούμορ του, το περιπαικτικά βλάσφημο, την μπολιάζει με τη φαντασία του που καλπάζει, με αναχρονισμούς, με καθαρά πολιτικές αναφορές, με το αριστερό, άναρχο, αντιεξουσιαστικό, αντιεκκλησιαστικό αλλά ποτέ αντιχριστιανικό πνεύμα του και δίνει κείμενα ζεστά, άμεσα, σπαρταριστά σα ζεστά, αχνιστά, μοσχομυριστά καρβέλια. Που ξαφνιάζουν με την καυστικότητά τους η οποία ποτέ όμως δεν γίνεται επιθετική, που κάποιες στιγμές συγκινούν με την ποίηση η οποία αναβλύζει από μέσα τους, κείμενα που παραπέμπουν στα κωμικά ιντερμέδια τα οποία αυθαίρετα τρύπωσαν ανάμεσα στα μεσαιωνικά λειτουργικά δράματα _ τα Μυστήρια _, τη μόνη θεατρική έκφραση των σκοτεινών εκείνων χρόνων, για να ελαφρύνουν τη βαριά ατμόσφαιρα.
Ο Ντάριο Φο παίζει με θέματα γνωστά ή άγνωστα, αντλώντας ακομπλεξάριστα από την Βίβλο αλλά και από τα απόκρυφα Ευαγγέλια, από παραδοσιακούς θρύλους και λαϊκά παραμύθια και μεταπλάθοντας δημιουργικά την πρώτη ύλη του. Τη ζυμώνει με γνήσια αντιδιανοοουμενίστικα θεατρικά υλικά, μ’ αυτό το βαθύ, πλούσιο, αρτεσιανό, λαϊκό, χωριάτικο, αθυρόστομο αλλά ποτέ χυδαίο χιούμορ του, το περιπαικτικά βλάσφημο, την μπολιάζει με τη φαντασία του που καλπάζει, με αναχρονισμούς, με καθαρά πολιτικές αναφορές, με το αριστερό, άναρχο, αντιεξουσιαστικό, αντιεκκλησιαστικό αλλά ποτέ αντιχριστιανικό πνεύμα του και δίνει κείμενα ζεστά, άμεσα, σπαρταριστά σα ζεστά, αχνιστά, μοσχομυριστά καρβέλια. Που ξαφνιάζουν με την καυστικότητά τους η οποία ποτέ όμως δεν γίνεται επιθετική, που κάποιες στιγμές συγκινούν με την ποίηση η οποία αναβλύζει από μέσα τους, κείμενα που παραπέμπουν στα κωμικά ιντερμέδια τα οποία αυθαίρετα τρύπωσαν ανάμεσα στα μεσαιωνικά λειτουργικά δράματα _ τα Μυστήρια _, τη μόνη θεατρική έκφραση των σκοτεινών εκείνων χρόνων, για να ελαφρύνουν τη βαριά ατμόσφαιρα.

Η παράσταση. Ο σκηνοθέτης Θωμάς Μοσχόπουλος επέλεξε εννιά από τα σκετς του «Mistero Buffo», τα μετέφρασε με μια σπάνια για διανοούμενο σκηνοθέτη αίσθηση της σημερινής, λαϊκής γλώσσας, της αμεσότητας και της προφορικότητας και τα ετοίμασε με την ομάδα του «Επτάρχεια». Σε κάθε παράσταση παίζονται, λόγω της μεγάλης διάρκειάς τους, έξι με επτά από τα σκετς, που επιλέγονται το ίδιο βράδυ.
Ο Μοσχόπουλος πρέπει να δούλεψε εξοντωτικά με τους ηθοποιούς του. Αλλά όχι προς την κατεύθυνση να παρουσιαστεί ένα άριστα καθοδηγημένο αποτέλεσμα με κουρδισμένους ηθοποιούς. Το αντίθετο! Δούλεψε εξοντωτικά προς την κατεύθυνση οι ηθοποιοί του να εμφανίζονται _ και να είναι _ χαλαροί, απόλυτα απελευθερωμένοι, άμεσοι, αφήνοντας την εντύπωση του αυτοσχεδιασμού χωρίς ουσιαστικά να αυτοσχεδιάζουν. Δεν φαντάζεστε πόσο δύσκολο είναι. Γι αυτό και θεωρώ το αποτέλεσμα ένα επίτευγμα.
Πόσω μάλλον όταν εμφανίζονται εντελώς γυμνοί. Και δεν εννοώ χωρίς ρούχα. Εννοώ χωρίς κοστούμια, με τις φόρμες εργασίας, χωρίς σκηνικά, με τους στοιχειώδεις φωτισμούς. Μόνοι. Οι ηθοποιοί και το κείμενο. Και το κοινό. Που το αντιμετωπίζουν ως ίσοι προς ίσο, με προλόγους και εισαγωγές και σχόλια _ τι είναι αυτό που θα δουν, από πού προέρχεται… Διδακτικά. Αλλά με τη μπρεχτική έννοια, καθόλου δασκαλίστικα και βαρετά και φαφλατάδικα. Διανθισμένη με μερικά από τα μεσαιωνικά «Κάρμινα Μπουράνα» που οι ηθοποιοί τραγουδούν ζωντανά α καπέλα _ το μόνο, λιτό άλλωστε, στολίδι που επέτρεψε ο σκηνοθέτης _, η παράσταση, παλλόμενη, εύφορη, σπαρταριστή, απολαυστική καθηλώνει.

Το συμπέρασμα. Μια από τις καλύτερες παραστάσεις του χειμώνα. Θα διακινδύνευα να πω η καλύτερη. Απολαυστικά αστεία αλλά και συγκινητική. Αν τη χάσετε, το λάθος θα είναι όλο δικό σας.
θέατρο «Θησείον», 13 Ιανουαρίου 2013.
No comments:
Post a Comment