July 20, 2017

Ρασίντ Ουραμντάν: Όταν η αναπηρία μετασχηματίζεται σε τέχνη υψηλή / 23ο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας


Είναι ταλαντούχος χορογράφος ο γεννημένος στην Γαλία από αλγερίνους γονείς Ρασίντ Ουραμντάν. Ευφάνταστος. Και βαθύτατα ευαίσθητος. Στο «Tordre (Συστρέφω)» (2014) που παρουσίασε το 

Σάββατο, για μία, μόνο, δυστυχώς, παράσταση, στο Στούντιο του Μεγάρου Χορού της Καλαμάτας, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ της Καλαμάτας, με το CCN2-Εθνικό Χορογραφικό Κέντρο της Γκρενόμπλ, το οποίο συνδιευθύνει, έχει, ουσιαστικά, σμίξει δύο σόλο σε ένα ντουέτο: η μία χορεύτριά του, η Αμερικανίδα Άνι Χάναουερ, εκ γενετής χωρίς το αριστερό της χέρι και με πρόσθετο, τεχνητό ξύλινο βραχίονα, η άλλη, η Λιθουανή Λόρα Γιοντκιτέ, με το ψυχικό σύνδρομο της περιδίνησης από τα παιδικά της χρόνια συναντιούνται στη σκηνή μέσα από σόλο για να αποδείξουν ότι τα προβλήματά τους μπορούν να γίνουν τέχνη. Και το πετυχαίνουν απολύτως: η Χάναουερ χρησιμοποιώντας τον τεχνητό βραχίονα αρμονικά μαζί με το δεξί της χέρι -χορεύει σαν να έχει τρία χέρια!- και επιβάλλοντάς μας να δεχτούμε ως απολύτως «φυσιολογικό» αυτό που βλέπουμε, η Γιοντκιτέ περιδινούμενη αενάως σαν περιστρεφόμενος δερβίσης. Και το πετυχαίνουν αυτές οι δύο 
περιπτώσεις, αυτές οι δύο, τόσο διαφορετικής «υφής» χορεύτριες και γιατί δένονται από τον χορογράφο μεταξύ τους, δεξιοτεχνικά: οι επαναλαμβανόμενες αντιστικτικά θριαμβευτικές είσοδοί τους στη σκηνή υπό τους ήχους του μιούζικαλ «Αστείο κορίτσι», το βιωματικό κείμενο για την περίπτωσή της που εκφωνεί, περιστρεφόμενη, η Γιοντκιτέ, η φωνή της Νίνα Σιμόν στο «Feelings», μαζί με τις κουβέντες της, στη ζωντανή εκτέλεσή του, που ανατρέπουν τους στίχους, τα σκληρά σκηνικά της Σιλβέν Ζιραντό -δύο, αιωρούμενα όμως, ώστε να απαλύνεται η σκληρότητά τους, συμπλέγματα από δύο κάθετα δεμένους, στο καθένα, σιδηροσωλήνες, που το ένα κατέρχεται σιγά-σιγά και σ’ αυτό βρίσκει αναπαυτήριο η Χάναουερ-, οι εξαιρετικοί ρυθμοί που κορυφώνονται μέχρι τον παροξυσμό για να εκτονωθούν οι δύο χορεύτριες, να ανασάνουν και να ξαναξεκινήσουν, το αισιόδοξο φινάλε της -τελικά- νίκης των δυο τους -όλα- συντελούν στη δημιουργία ενός γνήσια ποιητικού, συγκινητικού παραστασιακού αποτελέσματος. Που γίνεται λυτρωτικό όταν οι δύο χορεύτριες βρεθούν η μία στην αγκαλιά της άλλης.
Η Καλαμάτα είναι πάντα εκεί και μας περιμένει για το Φεστιβάλ της -ένα τριήμερο για φέτος, από Παρασκευή μέχρι και Κυριακή, η κρίση και το πηγμένο Φεστιβάλ Αθηνών δεν αφήνουν περιθώρια για περισσότερο…: όμορφη πόλη, ζεστή -κυριολεκτικά, καθώς ζέστη+υγρασία είναι το.. σήμα κατατεθέν της, και μεταφορικά-, η θάλασσα να μας δέχεται ευνοϊκά στους κόλπους της τα πρωινά -διότι το απογευματάκι σηκώνει κύμα-, εκτός από το Σάββατο που ο αέρας αγρίεψε από νωρίς, το Καλάθι από πάνω, επιβλητικός ορεινός όγκος αλλά και με μία τεράστια, πλαστικοποιημένη
ελληνική σημαία (που δεν ξέρω γιατί αλλά μου θύμισε τον τεράστιο σταυρό που έχουν υψώσει στο Βόντνο, πάνω από τα Σκόπια…) να το «κοσμεί», καρφωμένη την πλαγιά του προς την πόλη, για να μην ξεχνιόμαστε ότι στην «γαλάζια» Μεσσηνία βρισκόμαστε…-, οι αγαπημένοι φίλοι εκεί, πάντα -να ’ναι καλά-, η αυλίτσα της ταβέρνας του Βάγια, οι φρυγανιές και οι πάβλοβες του Αθανασίου να μας περιμένουν… Πάντα, εδώ και χρόνια, μία ευχάριστη καλοκαιρινή παρένθεση.
Τα 23 του συμπληρώνει, φέτος, το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας. Σταθεροποιημένο παρά τις περικοπές, τα τελευταία χρόνια, του προϋπολογισμού του, ενδιαφέρον, αν και κάπως συρρικνωμένο πια, συνεχίζει την πορεία του με καλλιτεχνική διευθύντρια, από πέρσι, την Κατερίνα Κασιούμη και, σίγουρα, σφραγισμένο ανεξίτηλα από την ιδρύτρια και καλλιτεχνική διευθύντριά του επί 21 συναπτά έτη Βίκυ Μαραγκοπούλου -απούσα, πάντως, από τις εκδηλώσεις και με το όνομά της απόν 
από το (πολύ καλοφτιαγμένο, όπως και η αφίσα, και περιεκτικό) δίγλωσσο πρόγραμμα/βιβλίο του Φεστιβάλ.
Η φετινή διοργάνωση άνοιξε -με παρόντες πολιτικά πρόσωπα της Καλαμάτας, της Μεσσηνίας και, ευρύτερα, της Πελοποννήσου, «κοσμικούς» της πόλης, φίλους του χορού και μερικούς παλαιούς «πιστούς» του Φεστιβάλ από την Αθήνα- την Παρασκευή, στη σχεδόν γεμάτη Κεντρική Σκηνή του Μεγάρου Χορού. Το άνοιγμα, από το σύνολο του Εθνικού Χορογραφικού Κέντρου-Μπαλέτου της Λορένης, που παρουσίασε ένα τρίπτυχο με τρεις παλαιότερες χορογραφίες: 
«Rose-Variation» (2001 ως «Rose» / αναδημιουργία 2014) της Ματίλντ Μονιέ, «Opal Loop / Cloud Installation # 72503» (1980) της Τρίσα Μπράουν, «Sounddance» (1975) του Μερς Κάνινχαμ. Το πρόγραμμα είχε, κατά κάποιο τρόπο, κοινό άξονα -η αποδόμηση του λεξιλογίου του κλασικού μπαλέτου, το σχόλιο πάνω στο εφήμερο της χορευτικής τέχνης, ο αντίποδας της ομοιομορφίας που απαιτεί η τέχνη του μπαλέτου… Αλλά οι χορογραφίες -αν και οι δύο τελευταίες υπογραμμένες από ιστορικές μορφές του σύγχρονου χορού- μου φάνηκαν με ρυτίδες. Και η «βαμμένη» εντελώς ροζ πρώτη, και η «αυτοσχεδιαστική» -και πιο ενδιαφέρουσα από τις τρεις- δεύτερη, με τις εντυπωσιακές ομίχλες του οπτικού περιβάλλοντος της Φουτζίκο Νακάγια, και η τρίτη, με τις συμπλεκόμενες, χορταστικές χρυσές κουρτίνες του σκηνικού του Μαρκ Λάνκαστερ. 

Ή, μήπως, έφταιγε η εκτέλεση; Ένοιωσα ότι έλειπε, ειδικά στο πρώτο κομμάτι, η ενέργεια που θα απογείωνε την παράσταση σε ένα επίπεδο κατάλληλο για πρεμιέρα φεστιβάλ.
Η Κυριακή ήταν αφιερωμένη σε υπαίθρια θεάματα. Η Μετεωρολογική Υπηρεσία απειλούσε με καταιγίδα αλλά ο καιρός σεβάστηκε το πρόγραμμα του Φεστιβάλ και η καταιγίδα ξέσπασε μετά τα μεσάνυχτα. Μέχρι τότε είδαμε, στην κεντρική πλατεία, 
τον «Ανύποπτο χρόνο» απ’ την ομάδα «Κινητήρας» της Αντιγόνης Γύρα, σε χορογραφία της στην οποία συνεργάστηκε και η ομάδα: ένα δρώμενο από ένα αρκετά μεγάλο σύνολο επαγγελματιών και ερασιτεχνών, το οποίο δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια ενός χρόνου δουλειάς, με αφετηρία το ομώνυμο ποίημα του Χρήστου Πολυμενάκου, σε δραματουργία που συνυπέγραφε ο ίδιος με την Άννα Τσίχλη- Μπουασονά. Διαρκής, ομαδική κυκλική κίνηση η οποία διακόπτεται από σύντομα στιγμιότυπα, κάποιες «εκρήξεις» αλλά το αποτέλεσμα έμοιαζε χωρίς έρμα, επίπεδο. Σε πρωταγωνιστή της παράστασης αναδείχτηκε ένας γλυκύτατος σκυλάκος κόκερ τον οποίο έσερνε μία από τις συμμετέχουσες -και που η παρουσία του, βέβαια, δεν ξέρω αν νομιμοποιούνταν…
Η βραδιά έκλεισε στο προαύλιο του Μεγάρου Χορού με μία παράλληλη εκδήλωση: την προβολή του σουηδικής παραγωγής ντοκιμαντέρ της Τόρα Μκανταβίρε Μάρτενς «Μάρτα και Νίκι» (2015): δύο μαύρες φίλες -η Μάρτα Ναμπουάιρε που ήρθε έφηβη στην Σουηδία από την Ουγκάντα και η Νίκι Τσάπος, με καταγωγή από την Εθιοπία, που την υιοθέτησε, μωρό ακόμα, ένα ζευγάρι Σουηδών, προφανώς ελληνικής καταγωγής -κάποιες σκηνές, άλλωστε, της ταινίας είναι γυρισμένες στην Κάλυμνο όπου η Νίκι πάει να συναντήσει τους δικούς της που βρίσκονται σε διακοπές- δένονται σε αχώριστο ζευγάρι στο χιπ χοπ. Ζευγάρι τόσο 


επιτυχημένο που το 2010 οι δύο φίλες ανακηρύσσονται πρωταθλήτριες στο διεθνή διαγωνισμό στριτ ντανς «Juste Debout» στο Παρίσι. Ζούνε για να χορεύουν, περνάνε καλά, καταλαβαίνουν η μία την άλλη, περνάνε ώρες μαζί, μαζί ταξιδεύουν -στην Κούβα, στην Τσεχία… Αλλά, όταν δεν καταφέρνουν να κερδίσουν σε κάποιον άλλο διαγωνισμό, ρωγμές δημιουργούνται στη φιλιά τους. Η Μάρτα νοσταλγεί την πατρίδα που άφησε, νοιώθει την ανάγκη να αποσυρθεί από το χορό… Μπορεί, όμως, και να βρουν έναν τρόπο να συνεχίσουν. Αλλιώς. Ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ που με κράτησε παρά την πολύ χαμηλά, για να έχουν ορατότητα όλοι οι θεατές, στημένη οθόνη και παρά τα κάποια προβλήματα στην αρχή της (βιντεο)προβολής.
Το Φεστιβάλ συνεχίζεται μέχρι και την Κυριακή. Χωρίς εμάς πια. Και του χρόνου!

No comments:

Post a Comment