April 9, 2018

Λαζαρίδης ο Μέγας ή Θεατρόφιλου αγώνας άγονος… ή ΥΠΕΞ του Παραλόγου


Το Τέταρτο Κουδούνι / 9 Απριλίου 2018 
Οι sold out αναρτήσεις μας συνεχίζουν και μετά το Πάσχα



Ήταν, μια φορά κι έναν καιρό, ένας σκηνογράφος/ενδυματολόγος Σημαντικός: ο Στέφανος Λαζαρίδης. Είχε γεννηθεί, είχε μεγαλώσει, είχε σπουδάσει, είχε ζήσει κι είχε κάνει καριέρα στο εξωτερικό -ομογενής. Δεν είχε ζήσει στην Ελλάδα. Κι όμως ήταν Έλληνας. Περισσότερο από άλλους γηγενείς. 

Σπουδαίος καλλιτέχνης. Είχα την τύχη να γνωρίσω έμμεσα τη δουλειά του στην αρχή της δεκαετίας του ’70, μέσα από μια έκθεση που οργάνωσε η γκαλερί «Δεσμός» -Έπη Πρωτονοταρίου και Μάνος Παυλίδης-, με μακέτες σκηνικών και κοστουμιών τριών σκηνογράφων / ενδυματολόγων που διέπρεπαν στην Μεγάλη Βρετανία, κυρίως στην όπερα και στο χορό: του άλλου σπουδαίου Έλληνα, του Νίκου Γεωργιάδη, μέντορά του, του Στέφανου Λαζαρίδη και του Αυστραλού Μπάρι Κέι. Είχα την τύχη να του κάνω δυο συνεντεύξεις: όταν ήρθε στην Ελλάδα για να σκηνοθετήσει / σκηνογραφήσει / ντύσει -ήταν απ’ τις πρώτες 
απόπειρές του στη σκηνοθεσία κι ίσως η πρώτη στην πρόζα-, στο «Αμόρε» του Γιάννη Χουβαρδά, την «Αρχή της ζωής» του Δημήτρη Δημητριάδη -η μόνη δουλειά που ’κανε στην Ελλάδα αλλά κι όταν ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση της Λυρικής.
Ήταν απαιτητικός, λειτουργούσε με διαφορετική απ’ την ελληνική, και μάλιστα της Λυρικής…, νοοτροπία και ξεσήκωσε,
στον μικρόκοσμό της, θύελλες. Τελικά, γρήγορα, μετά από δεκαοκτώ μήνες, τον έπαψαν και τον απέπεμψαν εν μέσω ύβρεων, συκοφαντιών και χυδαίας ανωνυμογραφίας -απ’ τις μελανότερες σελίδες στην ιστορία της Λυρικής, για τις οποίες κάποιοι θα ’πρεπε να ντρέπονται. Ο Στέφανος Λαζαρίδης γύρισε στο Λονδίνο όπου τον χτύπησε -κι είμαστε πολλοί που πιστεύουμε ότι υπεύθυνη ήταν η τοξικότητα την οποία εισέπνευσε στην Λυρική…- ο καρκίνος που τον πήρε το 2010, στα 68 του μόλις χρόνια.

Η Λυρική -του Γιώργου Κουμεντάκη πια- σα να προσπαθεί να εξιλεωθεί -να αποπλύνει την αμαρτία της αυτή. Και, στο πλαίσιο ενός αφιερώματος στον Λαζαρίδη, το οποίο περιλάμβανε και τις επαναλήψεις της «Μποέμ» και της «Τόσκα» που είχαν πρωτοπαρουσιαστεί επί διεύθυνσής του, του ’χει οργανώσει στο 
ΚΠΙΣΝ, στο πλαϊνό στην Λυρική κτίριο της Εθνικής Βιβλιοθήκης, σε συνεργασία με το ΜΙΕΤΕ -Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης-, το ΚΠΙΣΝ και την Βιβλιοθήκη, μια έκθεση. Με τον καίριο τίτλο «Στέφανος Λαζαρίδης. Κυνικός ρομαντικός» -γιατί ο Λαζαρίδης δεν ήταν μόνο καλλιτέχνης σπουδαίος αλλά και άνθρωπος τόσο ρομαντικός όσο και δύσκολος -κυνικός. Μια 
μεγάλη έκθεση. Μια εξαιρετική έκθεση. Όπου απλώνεται, με ιδιαίτερα καλλιτεχνικό τρόπο, σε περίπτερα-κύβους και στους τοίχους ένα μέρος της μνημειώδους δουλειάς του -αν δε δείτε, δεν μπορείτε να φανταστείτε τι έχει φτιάξει.
Σίγουρα δεν υπήρχε καταλληλότερος για να την οργανώσει -έρευνα και επιμέλεια- απ’ τον εικαστικό Αντώνη Βολανάκη,        που μαθήτευσε κοντά στον Στέφανο Λαζαρίδη και υπήρξε βοηθός του, ενώ σύμβουλος αρχείου ήταν και τον συντονισμό των φορέων είχε ένας επίσης κοντινός, πολύ κοντινός άνθρωπος του Στέφανου Λαζαρίδη, που του στάθηκε μέχρι τις τελευταίες του στιγμές, η Ορσία Σοφρά.
Μη χάσετε την έκθεση αυτή! Που ’χει μεγάλη επιτυχία και παρατάθηκε μέχρι τις 31 Μαΐου -η είσοδος ελεύθερη. Είναι συναρπαστικά -και με αγάπη- στημένη. Είναι γοητευτική. Είναι αποκαλυπτική! Κι αποκτήστε το λεύκωμα που εκδόθηκε απ’ το ΜΙΕΤΕ. Επίσης με γενική επιμέλεια, έρευνα και τεκμηρίωση Αντώνη Βολανάκη και σύμβουλο έκδοσης την Ορσία Σοφρά και με καλλιτεχνική επιμέλεια Βάσως Αβραμοπούλου -έχουν κάνει μαζί με τους συνεργάτες τους πρώτης τάξεως δουλειά.

Ένα μνημόσυνο -και μια αίτηση συγγνώμης;- στον Στέφανο Λαζαρίδη. Όπως του άξιζε. Από έναν οργανισμό που δεν του άξιζε. (Φωτογραφίες: 1 Νίκος Κοκκαλιάς, 3,5,6,7,9 Δημήτρης Σακαλάκης).




Έκπληκτος διάβασα στο τεύχος 86 του περιοδικού «Book’s Journal», την «Παρέμβαση» του καθηγητή Αρχαίου Θεάτρου στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών και μεταφραστή αρχαίων ελληνικών κειμένων Θ. Κ. Στεφανόπουλου, με τον τίτλο «Φεστιβάλ Επιδαύρου ή Φεστιβάλ Γιώργου Μπλάνα;». Ο κ. Στεφανόπουλος στρέφεται με σφοδρότητα κατά του ποιητή και επίσης μεταφραστή αρχαίων 

ελληνικών δραμάτων Γιώργου Μπλάνα, μ αφορμή τις τέσσερις μεταφράσεις του που επελέγησαν από τέσσερις σκηνοθέτες για να παιχτούν σε τέσσερις παραστάσεις στο φετινό Φεστιβάλ Επιδαύρου -στο θέατρο του Ασκληπιείου και στο Μικρό της Αρχαίας Επιδαύρου.
Φυσικά και δεν έχω τα φιλολογικά εφόδια -από πού κι ως πού…- να κρίνω τα παραδείγματα που φέρει ο διακεκριμένος φιλόλογος -συγκρίνοντας, μάλιστα, απ όσο διάβασα, στίχους της τυπωμένης «Ηλέκτρας» του Σοφοκλή σε μετάφραση Μπλάνα (που τη χαρακτηρίζει «φερόμενη ως μετάφραση», «ψευδεπίγραφη» και την οποία «κατάφερε απλώς να φυλλομετρήσει» και «δεν δεσμεύεται ότι μελλοντικά θα αντέξει να τη διατρέξει αναγνωστικά ολόκληρη») με τα αντίστοιχα αποσπάσματα δικής του μετάφρασης, μετά βδελυγμίας -και με εμπάθεια όπως διαπίστωσα-απορρίπτοντάς τους. Μόνον οι ειδικοί μπορούν να κρίνουν τα επιχειρήματά του.
Εγώ, απλώς, που είδα -κι άκουσα ζωντανά…- και τις πέντε παραστάσεις αρχαίου δράματος που ’χουν παιχτεί απ’ το 2011 σε μετάφραση Γιώργου Μπλάνα («Ηρακλής μαινόμενος» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού, «Φιλοκτήτης» του Σοφοκλή και «Προμηθέας δεσμώτης» του Αισχύλου με σκηνοθέτη τον Κώστα Φιλίππογλου, «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου σε
σκηνοθεσία Τσέζαρις Γκραουζίνις, «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» του Ευριπίδη με συν-σκηνοθέτες τον Αιμίλιο Χειλάκη και τον Μανώλη Δούνια) θέλω, ως θεατής, να καταθέσω πως πιστεύω ότι είναι ό,τι μεταφραστικά καλύτερο άκουσα στο αρχαίο θέατρο τα τελευταία χρόνια.
Η έκπληξή μου, πάντως, ήταν ακόμα μεγαλύτερη όταν στον πρόλογο του κειμένου είδα να εγκαλείται ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος (φωτογραφία: Δημήτρης Τσίτσος) για «ολίγον σκανδαλώδη επιλογή» καλούμενος «να δώσει απάντηση». «Με αφορμή», διαβάζω, «διαξιφισμό του με γνωστό σκηνοθέτη και ηθοποιό, πρόταση του οποίου για συμμετοχή στο Φεστιβάλ είχε εγκριθεί για την προηγούμενη σαιζόν, όχι όμως και για την τρέχουσα, δήλωσε επικαλούμενος την ‘πρόσκληση ενδιαφέροντος’ ότι ‘δεν γίνονται δεκτές προτάσεις από σκηνοθέτες που συμμετείχαν στο Φεστιβάλ την προηγούμενη χρονιά’, με άλλα λόγια ότι δεν εγκρίνονται προτάσεις του ίδιου σκηνοθέτη δύο διαδοχικές χρονιές. Αν οι έχοντες την ευθύνη του Φεστιβάλ ακολούθησαν αυτή την αρχή για τους σκηνοθέτες, αναρωτιέται κανείς γιατί δεν ακολούθησαν ανάλογη τακτική και για τους μεταφραστές […]».
Επί του προκειμένου, δυο πράγματα να σημειώσω. Πρώτον: Βιάστηκε ο κ. καθηγητής, ο υπογράφων το κείμενο, δεν ενημερώθηκε κι έχει βρεθεί σε σύγχυση: η πρόταση Γιώργου Κιμούλη για «Βατράχους» του Αριστοφάνη, την οποία υπονοεί, έγινε φέτος, πέρσι δεν υπήρχε καμιά πρότασή του. Πέρσι υπήρξε πρόταση του Κώστα Φιλίππογλου για την ίδια κωμωδία του Αριστοφάνη, η οποία δεν υλοποιήθηκε για σοβαρούς λόγους, οπότε και επανεγκρίθηκε φέτος, όπως ήταν δίκαιο, ως προηγούμενη, ενώ απορρίφθηκε η πρόταση Κιμούλη που αφορούσε επίσης «Βάτραχους». Άρα το επιχείρημα «δεν γίνονται δεκτές προτάσεις από σκηνοθέτες που συμμετείχαν στο Φεστιβάλ την προηγούμενη χρονιά», αν και ισχύει, εδώ καμιά σχέση δεν έχει.
Δεύτερον: ΠΟΙΟΣ είπε ότι, για τους συντελεστές -άρα και τους μεταφραστές- των παραστάσεων του Φεστιβάλ, λόγο έχει ο καλλιτεχνικός διευθυντής του; Που θα ξεσηκωνόμασταν σύσσωμοι αν ακουγόταν κάτι τέτοιο. Δηλαδή, αν οι σκηνοθέτες θέλουν κάθε χρόνο, επί δέκα χρόνια, πρωταγωνίστρια σε κάποια παράσταση την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη ή την Αμαλία Μουτούση, ποιος καλλιτεχνικός διευθυντής θα δικαιούταν να τους πει όχι; Επί δεκαετίες που παίζονταν, κάθε χρόνο, τρεις και τέσσερις -μπορεί και περισσότερες- μεταφράσεις του Κ.Χ. Μύρη στην Επίδαυρο, διαμαρτυρήθηκε ο κ. καθηγητής; Δε θυμάμαι κάτι τέτοιο.
Το θέμα, βέβαια, για μένα είναι πιο ουσιαστικό: αν οι μεταφράσεις του Γιώργου Μπλάνα επιλέγονται επειδή έχει πείσει για την αξία του κι όχι γιατί είναι διαπλεκόμενος… Ξέρουμε καλά πως δεν είναι.




Ο Θωμάς Μοσχόπουλος είναι σε μεγάλη φόρμα τα τελευταία χρόνια: η μια κατόπιν της άλλης οι καλές παραστάσεις του. Μετά την έξοχη «Δίκη του Κ.», πάνω στην «Δίκη» του Κάφκα, που επαναλήφθηκε στο «Πόρτα» -και κακό δικό σας αν δεν την είδατε-, φέτος έκανε μια ακόμα πιο δύσκολη επιλογή: ν’ ανεβάσει στο θέατρο της Ξένιας Καλογεροπούλου τον «Καντίντ», το 

φιλοσοφικό, αγρίως σατιρικό μυθιστόρημα του Βολτέρου. Πώς να γίνει θέατρο ο «Καντίντ»; Κι όμως! Έκανε, καταρχάς, ο Θωμάς Μοσχόπουλος μια ευφυή, αριστοτεχνική, με χιούμορ -ατάκες οσκαρουαλντικές έως και ορτονικές-, εύφορη διασκευή και, πάνω σ’ αυτή, έστησε την παράστασή του. Που την απόλαυσα στο πρώτο μέρος της. Στο δεύτερο, στο κομμάτι του «Ελντοράντο», νομίζω ότι ο σκηνοθέτης παγιδεύτηκε σ’ ευκολίες, με τα ξεβρακώματα κλπ, αλλά σύντομα ανακτούσε τον έλεγχο αφήνοντας τις καλύτερες εντυπώσεις με το «ανοιχτό» φινάλε.
Ξεχώρισα -δεν είναι κι εύκολο, μ’ ένα έντυπο πρόγραμμα όπου υπάρχουν τα ονόματα των ηθοποιών αλλά όχι κι η διανομή (τείνει να καθιερωθεί αυτή η πολύ κακή συνήθεια σε πολλά θέατρα…), την Ελένη Βλάχου -η αυτοεπιλεγόμενη Μαρκησία ντε Παρολινιάκ- και, κυρίως, στον επώνυμο ρόλο, κάτι μεταξύ Μπάστερ Κίτον και 

Σταν Λόρελ/Λιγνού, τον Μιχάλη Συριόπουλο -ο Κ. και στην «Δίκη του Κ.». Ο νέος αυτός, εύπλαστος ηθοποιός προσφέρει γι άλλη μια φορά τα εχέγγυα για ένα λαμπρό μέλλον -θυμηθείτε με, θα διαπρέψει: υπέροχος! Ο Καντίντ του δεν είναι μόνο ένας έξοχος αφελής, απλοϊκός αγαθούλης. Αλλά περνάει υπαινικτικά, με δεξιοτεχνικό, αξιοθαύμαστο τρόπο, χωρίς να το κραυγάζει, το δεύτερο, (επι)κριτικό προς την κοινωνία του, που καθόλου δε διαφέρει απ’ τη δικιά μας…, όπως η σκηνοθεσία υπογραμμίζει, επίπεδο.
Να επισημάνω, πάντως, πως η φτώχια, η -ναι, γνωρίζω, αλλά…- οικονομικής αφετηρίας, μιζέρια στα κοστούμια της (εγνωσμένου εξαιρετικού γούστου) Κλαιρ Μπρέισγουελ, ειδικά στο δεύτερο μέρος, δεν κρύβεται. Και μειώνει το συνολικό παραστασιακό αποτέλεσμα (Φωτογραφίες: Πάτροκλος Σκαφίδας).



Στο αμφιθέατρο του υπουργείου Εξωτερικών, που φέρει, μάλιστα, τ’ όνομα «Γιάννος Κρανιδιώτης», παρουσιάστηκε, πριν από λίγες μέρες, απ’ τον υπουργό Εξωτερικών Νίκο Κοτζιά, τον επικεφαλής του «Ποταμιού» Σταύρο Θεοδωράκη και τον βουλευτή, πρώην πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ και υπουργό Βαγγέλη Βενιζέλο, το βιβλίο «Το Μακεδονικό» του Νικολάου Μέρτζου. Του Νικολάου Μέρτζου, προδιδακτορικά μέλους της διαβόητης ΕΚΟΦ, πρώην μέλους, κατόπιν γραμματέα και στη συνέχεια Β΄ αντιπροέδρου της Συμβουλευτικής Επιτροπής της Χούντας, ρέπλικας  Βουλής  που 
δημιούργησε ο Γεώργιος Παπαδόπουλος ο οποίος και τον διόρισε και στις δυο συνεχόμενες περιόδους της! Εκδότη της… γνωστών φρονημάτων εφημερίδας «Ελληνικός Βορράς» και εκ των πρωτεργατών, το 1992, του διαβόητου, καταστροφικού συλλαλητηρίου για το «Μακεδονικό» -τότε δεν το αποκαλούσαν ακόμα «Σκοπιανό»…- στην Θεσσαλονίκη.
Ο Νικόλαος Μέρτζος, ήδη, τον Μάιο του 2017 είχε ανακοινωθεί ότι θα τιμηθεί κι απ’ τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλο με τον Ανώτερο Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικος, ανακοίνωση που προκάλεσε σάλο κι ο Σύλλογος Φυλακισθέντων Εξορισθέντων Αντιστασιακών 1967-1974, η παράταξη «Θεσσαλονίκη-Ανοιχτή Πόλη» του Δήμου Θεσσαλονίκης κι η οργάνωση ΣΥΡΙΖΑ Θεσσαλονίκης ξεσηκώθηκαν, γεγονός που προκάλεσε, τελικά, την ακύρωσή της παρασημοφόρησης.
Θα μπορούσα να χαρακτηρίσω την παρουσίαση αυτή ΥΒΡΙΝ. Περιορίζομαι να τη χαρακτηρίσω Θέατρο του Παραλόγου.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή… 




Δεν περίμενα περισσότερα απ’ το «Μάλιστα κύριε Ζαμπέτα!...» που είδα στο «Αλίκη» (Φωτογραφία: Ορέστης Σεφέρογλου). Μια εύκολη, «ψυχαγωγική», χωρίς πολλές απαιτήσεις παράσταση του Πέτρου Ζούλια. Που υπέγραφε και το κείμενο. Αλλά ομολογώ πως η ιδέα να κάνει μια παράσταση για και με τον Ζαμπέτα χωρίς Ζαμπέτα επί σκηνής αλλά παρόντα μέσω της οικογένειας και του κύκλου του ήταν έξυπνη. Ότι τα τραγούδια του, ενορχηστρωμένα απ’ τον Γιώργο Ζαχαρίου και σε μουσική διδασκαλία Άκη Δείξιμου, δεν προδόθηκαν, ίσως και ναναδείχτηκαν παιγμένα από ζωντανή εξαμελή ορχήστρα και καλά τραγουδημένα απ’ τους ηθοποιούς -μερικές πολύ καλές φωνές, ξεχώρισα μια έξοχη εκτέλεση των «Δειλινών» απ’ την Ειρήνη Τασούλα- κι ότι η (κακοντυμένη) πρωταγωνίστρια στο ρόλο της γυναίκας του Ζαμπέτα, της Αργυρώς -η, πάντα κεφάτη, Βίκυ Σταυροπούλου- ήταν πλαισιωμένη από μερικούς εξαιρετικούς ηθοποιούς: τον -σταθερή αξία- Τάσο Χαλκιά, την υπέροχη, λαγαρή καρατερίστα Χριστίνα Τσάφου, την αηδονόλαλη -αλλά και άρτια υποκριτικά και γειωμένη στο σανίδι- Ελένη Καρακάση, τον ταλαντούχο, ευέλικτο Μάκη Πατέλη καθώς και μερικούς νεότερους. Και, πάνω

απ’ όλους, απ’ τον Λευτέρη Ελευθερίου. Μέγα τάλαντο! Κωμικός που δεν ποντάρει σε «ιδιάζουσα» εμφάνιση -το αντίθετο!-, που χορεύει καταπληκτικά και τραγουδάει θαυμάσια, που μιμείται θαυμαστά, μ εκρηκτική σκηνική ενέργεια -πολυτάλαντος. Μαζί με τον Θανάση Αλευρά είναι τα δυο μεγάλα τάλαντα που διαπρέπουν στο χώρο του λεγόμενου εμπορικού θεάτρου. Θέλω να πιστεύω και να ελπίζω πως δε θα παρασυρθούν στη δίνη της ευκολίας και πως δε θα ξοδευτούν κι ότι θα προσπαθήσουν και οι δυο να κάνουν καλές, σωστές επιλογές. Μας το οφείλουν. Και το οφείλουν, κυρίως, στον εαυτό τους. 





«Δεν τον εκτιμώ καθόλου τον Σοστακόβιτς» γράφει η άλλη, εν μέσω μαζικού, σπαρταριστού γέλωτος -στα πατώματα- στο facebook. Χέστηκε, επιτρέψτε μου, ο Σοστακόβιτς, κυρία μου.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή… 





Είχα δει την παράσταση εδώ κι αρκετό καιρό κι ήθελα να γράψω ξεχωριστά γι αυτήν επειδή μου άρεσε πολύ. Δεν τα κατάφερα. Οι μια έως δυο παραστάσεις που βλέπω τη μέρα, μπας και προλάβω να τιθασεύσω τον παραστασιακό πληθωρισμό -θεατρόφιλου αγώνας άγονος…- καβαλάνε η μια την άλλη και συμβαίνει να μην καταφέρνω να γράψω έγκαιρα για αρκετές.
Επί του προκειμένου: μιλώ για το «Heisenberg» του Σάιμον Στίβενς, έργο για δυο που ανέβασε ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου»: εκείνη, η Τζόρτζι, στα 42, Αμερικάνα, που ζει στο Λονδίνο, υπάλληλος υποδοχής σε δημοτικό σχολείο, αυθόρμητη, χειμαρρώδης, ένας οδοστρωτήρας, ένας σίφουνας, που ζει μεταξύ ψέματος και φαντασίας, συναντάει 
τον Άλεξ, χασάπη με όψη διανοούμενου, Ιρλανδό που επίσης ζει στο Λονδίνο, 75άρη -33 χρόνια διαφορά-, λιγόλογο, μετρημένο, επιφυλακτικό, κλειστό αλλά καλό άνθρωπο. Κι αυτοί οι δυο, οι αταίριαστοι, κάνουν σχέση ερωτική. Που -φυσικό- περνάει από σαράντα κύματα. Αλλά φαίνεται, τελικά, να επιβιώνει.
Το έργο, της σύγχρονης βρετανικής, ρεαλιστικής σχολής, λακωνικό, γρήγορο, που ξεχειλίζει από καλά κρυμμένα συναισθήματα, το λάτρεψα -άλλωστε με αφορά. Κι ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος βρέθηκε στα χωρικά του ύδατα -αυτά τα σύγχρονα, αγγλικά κυρίως, ρεαλιστικά έργα τού πάνε πολύ. Ακολούθησε τους ρυθμούς και τις ανάσες του κι έκανε μια παράσταση πρώτης γραμμής, συγκινητική.
Βασικό μυστικό της επιτυχίας του, η κάτι παραπάνω από επιτυχημένη διανομή. Ο Περικλής Μουστάκης κι η Κόρα Καρβούνη έμοιαζαν να ’χουν γεννηθεί για τους ρόλους -κι επιπλέον ήταν καταπληκτικά δεμένοι. Για την Κόρα Καρβούνη θα ’θελα επιπλέον να επιμείνω: πιστεύω πως έκανε τον καλύτερο -απ’ τους πολλούς καλούς- ρόλο της καριέρας της: ΗΤΑΝ η Τζόρτζι. Δε θα μπορούσα να φανταστώ πως η Τζόρτζι του Στίβενς είναι διαφορετική. Απ’ τις σημαντικότερες ερμηνείες της χρονιάς.





Από συνέντευξη του προέδρου του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών Νίκου Θεοχαράκη στην Ίσμα Μ. Τουλάτου, που δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» της Κυριακής 4 Μαρτίου, με τον τίτλο «Το Μέγαρο γυρίζει σελίδα»: «Τώρα, όμως, το Μέγαρο ανήκει στο Δημόσιο. Το ίδιο λοιπόν το Δημόσιο ξεχρεώνει το Μέγαρο το οποίο πλέον είναι δικό του και σε αντάλλαγμα αποκτά ένα φιλέτο στο real estate της Αθήνας. Η αποτίμηση του κτιρίου που είχε γίνει παλαιότερα, σε εποχές καλύτερες είναι η αλήθεια, ήταν στα 800 εκατ. ευρώ. Και στα 500 εκατ. ευρώ να αποτιμάται σήμερα, το Δημόσιο έχει κερδίσει».
Όντως αλλάζει σελίδα το Μέγαρο. Αντιμετωπίζεται με νέους πλέον όρους. Μ’ αυτά τα «φιλέτα» και τα «real estate», απ’ τη στήλη της Μουσικής οδεύει προς τη στήλες των χασάπικων -«να το αφήσω όλο;»- και των μεσιτικών γραφείων.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…


Μήπως η Ρούλα Πατεράκη πρέπει να κάνει λίγο κράτει; Αυτό το non stop που εφαρμόζει τελευταία -σκηνοθεσία, ρόλος, ρόλος, σκηνοθεσία, ρόλος, σκηνοθεσία, σκηνοθεσία, ρόλος…- δεν το καταλαβαίνει ότι της είναι βλαπτικό; Διότι μπορεί να την οδηγήσει σε ολέθρια αποτελέσματα. Ακόμα και στην ολική καταστροφή. Όπως στην παράσταση που είδα στο «Υπόγειο» του «Θεάτρου Τέχνης με τον -ναι, αντλημένο απ’ τον Τ. Σ. Έλιοτ αλλά, οπωσδήποτε, εξεζητημένο- τίτλο «Ένας άνθρωπος επιστρέφει στην πατρίδα του πιστεύοντας ότι θα τον σκοτώσουν και τον σκοτώνουν», «μεταγραφή για δύο πρόσωπα, βασισμένη στο ‘Murder in the Cathedral’ του T.S. Eliot, σε μετάφραση Γιώργου Σεφέρη», όπως χαρακτηριζόταν. Όπου η Ρούλα Πατεράκη υποδυόταν διάφορους ρόλους αλλάζοντας φωνές σα να επρόκειτο για το κουκλοθέατρο του Μπάρμπα Μυτούση.
Συν λόγια, λόγια, λόγια που δεν ξέρω κατά τι ποσοστό η πατρότητά τους ανήκε στους Σεφέρη/Έλιοτ, που ’χει γράψει ένα κείμενο -διατί να το κρύπτομεν άλλωστε;- ιδιαίτερα αντιθεατρικό και βαρετό (μέχρι σκηνοθετικής αποδείξεως του αντιθέτου), και κατά πόσο στους «μεταγραφείς» Ιόλη Ανδρεάδη που υπέγραφε και τη σκηνοθεσία- και Άρη Ασπρούλη, συν ο Γιώργος Νανούρης, εντελώς άδειος εδώ...: 75 βασανιστικά λεπτά (Φωτογραφία: Σταύρος Χαμπάκης).


Δηλαδή, θ’ αποτελεί πλέον το αντίπαλον κεντροαριστερόν δέος; Το νεοπαγές (ή αναπαλαιωμένο;) Κίνημα Αλλαγής -τόσο, μα τόσο άρωμα ΠΑΣΟΚ… Και θα το λένε ΚΙΝΑΛ; Σα χάπι μου ακούγεται. Και, φοβάμαι, αναποτελεσματικό.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…

No comments:

Post a Comment