Το έργο. Η
κυρία Σάσα, συγγραφεύς -ευπώλητων προφανώς- αισθηματικών ρομάντζων επισκέπτεται
το διαχειριστή της πολυκατοικίας της -ο Πέτρος, χωρισμένος, με κόρη δεκαπεντάχρονη
που την περιμένει την ίδια μέρα να φτάσει από την Αγγλία και της ψήνει ένα κέικ
στο φούρνο- για να του διαμαρτυρηθεί πως κάποιος της πολυκατοικίας πετάει από
το μπαλκόνι τις σακούλες με τα σκουπίδια του «στοχεύοντας» τον κάδο που
βρίσκεται στο πεζοδρόμιο κάτω από το μπαλκόνι αλλά αστοχώντας…
Τέσσερα διαμερίσματα βρίσκονται
στην ευθεία του κάδου: το δικό της, της κυρίας Στέλλας -μιας ηλικιωμένης που
έχει πρόσφατα πεθάνει και τη βρήκαν από τη μυρωδιά- το οποίο παραμένει
κλειστό, του Μπάμπη που συζεί με μία κοπέλα και του αλλοδαπού Αγκρόν που ζει με
το παιδί του, έναν έφηβο. Φυσικά και ο αλλοδαπός είναι ο πρώτος ύποπτος.
Η Σάσα ζητάει από το διαχειριστή
να τον επιπλήξει. Ο Πέτρος κρατάει αποστάσεις καθώς δεν υπάρχουν αποδείξεις
-θεωρητικά όλοι είναι «ύποπτοι». Και καλεί στο σπίτι του και τον Πέτρο και τον
Αγκρόν μήπως και αποκαλυφθεί ο «δράστης».
Ο Αγκρόν φτάνει
καθυστερημένος. Και συγχισμένος. Έχει προηγηθεί ένα επεισόδιο στη σχολή
τάε-κβον-ντο όπου ο γιος του που τον στέλνει εκεί, κατά λάθος, πάνω στο
αγώνισμα, κλώτσησε ένα άλλο παιδί στη μύτη, το τραυμάτισε και άκουσε τα εξ
αμάξης. Στη συζήτηση, όταν αντιλαμβάνεται πως θεωρείται υπεύθυνος στο… αγώνισμα
ρίψης σκουπιδιών, εξανίσταται και το αρνείται. Ποιος, λοιπόν, το κάνει; Στην
κουβέντα έχει υπεισέλθει, πριν ο Αγκρόν φτάσει, και το μεταφυσικό στοιχείο
καθώς αναφύεται και ένα θέμα θορύβων που ακούει η Σάσα από το κενό διαμέρισμα
της νεκρής –φάντασμα; Καταληψίες;

Ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης,
ένας από τους πιο προσγειωμένους σύγχρονους συγγραφείς μας, με το «Κέικ» του έχει
γράψει ένα μεγάλο μονόπρακτο που συνδυάζει το χιούμορ με ένα ουσιαστικό -και
ευέλικτο, διαλεκτικό- κοίταγμα των κοινωνικών μας πραγμάτων. Το έργο του είναι
σφιχτό και αποτελεσματικό, κατά τη γνώμη μου, αλλά οι χαρακτήρες του δεν είναι
ολοκληρωμένοι και οι αρμοί του έργου -οι συνδέσεις των επιμέρους στοιχείων του-
δραματουργικά δεν είναι γερά αρθρωμένοι. Μου άφησε την εντύπωση πως, αν ο
Χατζηγιαννίδης επέμενε και το δούλευε περισσότερο, θα είχε ίσως γράψει το
αρτιότερό του έργο.

Ο Γιώργος Γαβαλάς έχει κάνει
πολύ καλή δουλειά με τα λιτά έως αυστηρά, «γραμμικά» σκηνικά του, φωτισμένα από
τον μάστορα Λευτέρη Παυλόπουλο, και στα κοστούμια. Αποτελεσματική και η δουλειά
του Ιάκωβου Δρόσου -ευχάριστη έκπληξη η επανεμφάνισή του- στη μουσική
επιμέλεια.
Οι ερμηνείες.
Ικανοποιητικός αν και -πάντα- λίγο σβηστός ο Μάξιμος Μουμούρης. Πειστικότατος, με χιούμορ πηγαίο, μετανάστης Αγκρόν ο Λαέρτης Μαλκότσης. Βρήκα
σωστό και μετρημένο αλλά κάπως ποζάτο τον Λάζαρο Γεωργακόπουλο. Η Μίνα Αδαμάκη
χρησιμοποιεί χωρίς περιορισμούς τη μανιέρα της. Αλλά διαθέτει χιούμορ και έχει
μία εξαιρετική αίσθηση της κωμωδίας -πώς, πότε και πού πέφτει η κωμική ατάκα-
που αφέονται οι «αμαρτίες» της.
Το συμπέρασμα.
Έργο και παράσταση που σας τα συνιστώ παρά τις επί μέρους αντιρρήσεις μου.
Άλλωστε ένα Εθνικό Θέατρο δεν πρέπει να παρουσιάζει, να προασπίζει και να
προωθεί το σύγχρονο ελληνικό έργο;
Εθνικό Θέατρο/Κτίριο Τσίλερ/Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος»,
14 Μαΐου 2014.
No comments:
Post a Comment