Το Τέταρτο Κουδούνι / 22 Μαΐου 2014


«Στρατηγέ μου, ιδού το Μετρό σας!». Ο Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, υποψήφιος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού (διαβάστε δεξιού) Κόμματος για την Προεδρία της Κομισιόν, επιθεωρεί -ναι, στην Αθήνα! Και όχι, δε βρισκόμαστε στο 1947-, έξι μέρες πριν απ’ το δεύτερο γύρο των εκλογών και τις Ευρωεκλογές, τα έργα του στρατού, συγγνώμη, του μετρό ήθελα να πω, πριν δηλώσει: «Η Ελλάδα κατάφερε υπό την ηγεσία του Αντώνη Σαμαρά να έχει πρωτογενές πλεόνασμα το οποίο κανείς δεν περίμενε. Αν μου το έλεγε κάποιος πριν από δύο χρόνια, τότε όλοι θα γελούσαν». Εγώ, γιατί γελάω και τώρα;
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…
Έφτασε στο απόγειο την τέχνη της η Λένα Κιτσοπούλου. Η σκηνή με το ηλεκτρικό μίξερ χειρός παλλόμενο δια χειρός της ίδιας της κιτσοπούλειας Κοκκινοσκουφίτσας κάτω απ’ την φούστα της και εν συνεχεία, δια της ιδίας χειρός, κάτω απ’ τη φούστα της Μαμάς της (της Κοκκινοσκουφίτσας), μίξερ στο οποίο, όταν το απομακρύνει, ξεμένει και μια χορταστική τούφα τρίχες φουντωτές είναι η κορωνίς του έργου της «Κοκκινοσκουφίτσα. Το πρώτο αίμα». Που παίζεται σε σκηνοθεσία της στην Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση -ή ίδια «ερμηνεύει» την…Σταχτοπούτα- και όπου, συν τοις -πάρα πολλοίς -άλλοις, ο ρουμελιώτης Κυνηγός-Γιάννος Περλέγκας μας υπόσχεται, στον πρόλογο, «στου τέλους θα δείτι κι’τουν πούτσο μ’» -υπόσχεση η οποία, κατά κάποιο τρόπον, υλοποιείται.


Το ’χω ξαναγράψει: πόσες αδικίες βλέπω γύρω μου να διαπράττονται στο θέατρο! Για παράδειγμα, γυναίκες καλές ηθοποιούς. που ’χουν αναδειχθεί σε πρωταγωνίστριες ή οι οποίες χρησιμοποιούνται ευρύτατα, έχουμε αρκετές. Μερικές -πολλές- τις εκτιμώ απεριόριστα. Αλλά υπάρχουν και πολλές ατάλαντες ή κάτω του μετρίου ή, έστω, μέτριες -για μένα τουλάχιστον. Που ’χουν χριστεί πρωταγωνίστριες. Που ’χουν θιάσους. Ή που τις βλέπω να παίζουν συνέχεια και μάλιστα ρόλους πρωταγωνιστικούς. Όχι μόνο στα θέατρα της «πιάτσας» -όπου πρυτανεύει το κριτήριο πως έκαναν κάποιο ονοματάκι απ’ την τηλεόραση. Αλλά και στα λεγόμενα «ποιοτικά», τα ψαγμένα, τα πιο «κουλτουριάρικα». Και παίζουν διότι «είναι του…», διότι είναι φίλες κολλητές σκηνοθετών, διότι ανήκουν σε «κύκλους», διότι κάποιος/α με κύρος τις έχει θέσει υπό την προστασία του/της, διότι άπαξ μόνο έτυχε κάτι καλό ή συμπαθητικό να κάνουν και καθιερώθηκαν -πάει και τελείωσε, δεν μπορεί να υπάρξει καμιά αντίρρηση- με συνοπτικές διαδικασίες, διότι πληρωμένοι κοντυλοφόροι πιπιλίζουν τα ονόματά τους, διότι…, διότι… Δεν ανακαλύπτω την πυρίτιδα. Αυτά πάντα συνέβαιναν. Αλλά έτσι, για το γαμώτο, τα γράφω.
Αφορμή στάθηκε μια παράσταση. Του λαγαρού, άμεσου μονόλογου του Γουίλι Ράσελ «Shirley Valentine», όπως, με αμεσότητα επίσης, τον έχει μεταφράσει ο Παύλος Μάτεσις, που είδα στο «Αργώ» με την Μαργαρίτα Βαρλάμου, οδηγημένη σκηνοθετικά απ’ τον Θωμά Γκάγκα. Τον σκηνικό περίγυρο τον βρήκα φτωχό και πρόχειρο. Αλλά τι σημασία είχε… Τον εξαφάνισε η ηθοποιός. Τι ηθοποιός! Ζεστή, άμεση, λιτή αλλά ευθύβολη, με χιούμορ αλλά και με εσωτερικότητα, με μια μοναδική εσωτερική πλαστικότητα. Την έβλεπα κι έβλεπα πόσο απλά έπαιζε, πόσο φυσικά, πόσο κατακτημένα -σα νεράκι καθαρό που ’τρεχε στ’ αυλάκι.
Την ξέρω ως ηθοποιό την Μαργαρίτα Βαρλάμου απ’ το ’94 που ’χει βγει στη σκηνή. Κι αμέσως την εκτίμησα. Και την εκτιμώ. Χωρίς καμιά επαφή να ’χω μαζί της. Αλλά θα το πω. Έχω δει την «Shirley Valentine» στη σκηνή τρεις φορές. Την πρώτη με την Αλίκη Βουγιουκλάκη σε σκηνοθεσία που υπέγραφε ο Μίνως Βολανάκης. Και στην παράσταση αυτή η Αλίκη Βουγιουκλάκη, στο πρώτο μέρος τουλάχιστον -γιατί στο δεύτερο έπαιζε την Βουγιουκλάκη-, με σιγούρεψε πόσο καλή ηθοποιός θα μπορούσε να ’ναι. Τη δεύτερη την είδα με την Μίρκα Παπακωνσταντίνου, που πολύ την εκτιμώ ως ηθοποιό, σε σκηνοθεσία Νίκου Καραγέωργου. Και όμως! Αυτή η τρίτη, με την Μαργαρίτα Βαρλάμου, ήταν που μου άρεσε, με έπεισε περισσότερο. Κι ας μην είναι η Μαργαρίτα Βαρλάμου -είκοσι χρόνια στο θέατρο πια- πρωταγωνίστρια ρενομέ -φίρμα που λένε- ενώ από πρωταγωνιστική στόφα είναι φτιαγμένη.
Αυτούς τους ηθοποιούς -είναι κι άλλοι…- οι διευθυντές των κρατικών Θεάτρων, οι θιασάρχες, οι παραγωγοί, οι σκηνοθέτες, κυρίως, δεν τους βλέπουν; Δεν ακούν γι αυτούς; Κανείς δεν τους λέει μια κουβέντα γι αυτούς; Δεν τους οσμίζονται έστω; Δε νοιάζονται να ’χουν κοντά τους τούς καλύτερους;

Αντιγράφω απ’ τη στήλη του Βασίλη Αγγελικόπουλου «Υποβολείο» στην «Καθημερινή» της προπερασμένης Κυριακής 11 Μαΐου: «Μελαγχολούμε ακούγοντας παλιές, αγαπημένες φωνές • δηωμένες πια από το χρόνο • να επιμένουν να τραγουδούν. • Τι κέντρα, τι μιούζικαλ, τι συναυλίες, • ως και ηχογραφήσεις γαμώτο. • Σπανίως σχολιάζει ο Τύπος το φαινόμενο, • και δη ονομαστί, • σεβόμενος όχι μόνο την ‘ιστορία’ 'τους • αλλά και την υπαρξιακή, τρόπον τινά, ανάγκη τους ‘να είναι παρούσες’».
Πες τα, χρυσόστομε! Ναι, όλοι φοβόμαστε να τους/τις ονοματίσουμε γιατί θα μας βρίσουν, θα μας μηνύσουν, θα μας γράψουν λιβέλλους οι πληρωμένοι τους κοντυλοφόροι. Ίσως, ακριβώς, δεν το κάνουμε κι από σεβασμό σε φωνές που αγαπήσαμε, που λατρέψαμε -για την ιστορία τους.
Δηλαδή έλεος πια! Ίχνος αυτογνωσίας δεν έχουν; Ανθρώπους δικούς τους που να τους αγαπούν, φίλους -εννοώ Φίλους, όχι κόλακες και αμειβόμενους υπαλλήλους- δεν έχουν; Να τους πουν: «Στοπ!». Πονάει η ψυχή μου να τους ακούω. Το καλοκαίρι, μετά από μια σχετική εμπειρία, τ’ ορκίστηκα στον εαυτό μου: Ποτέ ξανά». Κι ο καημένος ο κοσμάκης να χειροκροτεί και να αποθεώνει. Εξ αναμνήσεως. Σίγουρος πως ακούει τις ίδιες με τότε φωνές…
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…

Όσο για το εισιτήριο των 28 ευρώ για τους άνεργους, ε, αυτό πια κι αν είναι ειρωνεία…
Το τελευταίο –σπαρταριστό- ανέκδοτο: «Κηρύσσουμε πόλεμο στο κάπνισμα» δήλωσε ο Άδωνις Γεωργιάδης (υπουργός Υγείας, αλλά αυτό είναι άλλο ανέκδοτο, παλιό).
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…
Ό,τι θέλετε να στείλετε για την ενημέρωση του ιστολόγιου -δελτία Τύπου επιστολές κλπ- να το στέλνετε σας παρακαλώ στο totetartokoudouni@gmail.com. Αν πρόκειται για βιβλία, επικοινωνήστε μαζί μου.
No comments:
Post a Comment