December 10, 2013

Ο Ριγολέτος με το στανιό φασίστας

Το έργο. 16ος αιώνας. Τρόμος και φόβος των γυναικών της επικράτειάς του, ο Δούκας της Μάντοβα. Ερωτύλος. Έκλυτος! Φλερτάρει με τη γυναίκα του Κόμη του Τσεπράνο, διηγείται στους αυλικούς του πως ποθεί να κατακτήσει ένα όμορφο κορίτσι που έχει προσέξει στην εκκλησία, έχει ήδη ατιμάσει την κόρη του Δούκα του Μοντερόνε… Ο Ριγολέτος, ο καμπούρης γελωτοποιός της Αυλής, σεκοντάρει τον κύριό του. Και ειρωνεύεται τα θύματα. Ο Δούκας του Μοντερόνε, εκτός εαυτού, θα καταραστεί και τους δύο.
Ο ερωτιάρης Δούκας πλησιάζει το όμορφο κορίτσι της εκκλησίας. Τη λένε Τζίλντα. Δεν ξέρει ποια είναι, όπως κι αυτή δεν ξέρει ποιος είναι ο νέος. Κρύβει την ταυτότητά του, της δηλώνει φτωχός σπουδαστής και ερωτευμένος μαζί της. Η Τζίλντα πέφτει στην παγίδα του και τον ερωτεύεται.
Στο μεταξύ, στην Αυλή κυκλοφορεί η φήμη πως ο καμπούρης έχει σπιτωμένη όμορφη ερωμένη που την κρύβει. Οι αυλικοί για να εκδικηθούν τον δηκτικό, κακόψυχο γελωτοποιό αποφασίζουν να την απαγάγουν και να την προσφέρουν στον Δούκα. Εξαπατούν τον Ριγολέτο και πετυχαίνουν το στόχο τους. Μόνο που δεν πρόκειται για ερωμένη του αλλά για την κόρη του -την Τζίλντα. Το μαθαίνουν όταν ο Ριγολέτος φτάνει στο παλάτι εκλιπαρώντας τους. Είναι αργά. Η κατάρα του Μοντερόνε έπιασε.
Ο Ριγολέτος, φρενιασμένος, επιζητεί εκδίκηση. Συμφωνεί με τον επαγγελματία δολοφόνο Σπαραφουτσίλε να τον πληρώσει για να σκοτώσει τον Δούκα. Ο οποίος βρίσκεται στο πανδοχείο του Σπαραφουτσίλε και ερωτοτροπεί με την αδελφή του, την Μανταλένα. Εκείνη παρακαλεί τον αδελφό της να μην σκοτώσει τον γοητευτικό νέο -που δεν ξέρουν πως είναι ο Δούκας. Ο Σπαραφουτσίλε τής υπόσχεται πως, αν στο μεταξύ εμφανιστεί στο πανδοχείο κάποιος άλλος, θα τον σκοτώσει στη θέση του νέου. Η Τζίλντα που συνοδεύει τον πατέρα της ακούει τα δύο αδέλφια. Μολονότι έχει αντιληφθεί το παιχνίδι του Δούκα με την Μανταλένα, ερωτευμένη μαζί του, θυσιάζεται: ντυμένη ανδρικά θα χτυπήσει την πόρτα του πανδοχείου. Ο Σπαραφουτσίλε τη σκοτώνει. Ο Ριγολέτος πληρώνει το φονιά και παραλαμβάνει ένα σακί με το πτώμα. Πριν το ρίξει στο γειτονικό ποτάμι θα ακούσει τον Δούκα να τραγουδάει από κάποιο δωμάτιο του πανδοχείου. Όταν, έντρομος, ανοίξει το σακί, θα βρει τη ζωντανή ακόμα Τζίλντα που ξεψυχάει στην αγκαλιά του. Η κατάρα του Δούκα του Μοντερόνε έχει ολοκληρωθεί.
Ο Τζουζέπε Βέρντι, πάνω σε ένα λιμπρέτο του Φραντσέσκο Μαρία Πιάβε με κενά, αφέλειες και αρκετές απιθανότητες –ο Ριγολέτος με τα δεμένα μάτια στην απαγωγή της Τζίλντα, οι συμπτώσεις της τέταρτης πράξης…-, βασισμένο στο θεατρικό έργο του Βικτόρ Ουγκό «Ο βασιλιάς διασκεδάζει (1832) που τάραξε την εποχή του αλλά σήμερα είναι πια ένα εντελώς ξεπερασμένο μελόδραμα, έχει γράψει ένα αριστούργημα: τον «Ριγκολέτο» (1851) –δεν προτιμώ τον εξελληνισμένο τίτλο «Ριγολέτος». Το οποίο αρδεύει από το αρτεσιανό φρέαρ του ταλάντου του: ένας μουσικός πλούτος, ένα μελωδικό χρυσωρυχείο όπου από κάθε υπέροχο κομμάτι αναβλύζει ένα ακόμα ωραιότερο, κάθε μοναδική άρια τη διαδέχεται ένα ντουέτο που κόβει την ανάσα, κάθε ντουέτο μία ακόμα καλύτερη σκηνή, με αποκορύφωμα το αφοπλιστικό κουρτέτο της τρίτης πράξης. Μία σπουδαία μουσική που παράλληλα κατάφερε και καταφέρνει να αγγίξει το μεγάλο, λαϊκό κοινό.

Η παράσταση. Ο Νίκος Πετρόπουλος που υπογράφει τη σκηνοθεσία -η παράσταση έχει πρωτοπαρουσιαστεί τη σεζόν 2008/2009, περί αναβίωσης πρόκειται- σαν να ανακάλυψε (ο ίδιος;) πετυχημένη (;) συνταγή. Αφού μετέφερε την «Τόσκα» στην φασιστική Ιταλία του Μουσολίνι, έκανε το ίδιο για τον «Ριγκολέτο». Με πολύ λιγότερη επιτυχία -μοιάζει με ξαναζεσταμένο φαγητό.
Η παράστασή του, πέρα από το ότι καμία στιγμή δεν με έπεισε για την ουσιαστική αναγκαιότητα να τοποθετηθεί το έργο στη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, είναι απολύτως συμβατική και ανέμπνευστη, κατά τη γνώμη μου. Μετωπικά στησίματα -στην πρώτη σκηνή Ριγολέτου-Σπαραφουτσίλε και οι δύο μιλούν χωρίς να κοιτάζονται, με το βλέμμα προσανατολισμένο στο μαέστρο…-, παρατάξεις, αφέλειες -ο Δούκας, όταν προσποιείται στην Τζίλντα τον απένταρο φοιτητή, αναποδογυρίζει την τσέπη του παντελονιού του για να την πείσει…-, κακοτεχνίες -η απαγωγή της Τζίλντα, για παράδειγμα-, ρυθμοί όχι πάντα καλοί… Ενώ η άποψη περί ανεβάσματος ως «φιλμ νουάρ» κατά το πρώτο σκέλος της -το «φιλμ»-, δεν λειτούργησε γιατί δεν λειτούργησε η οθόνη με τους τίτλους…
Το όλον σώζεται από τη σκηνογραφική και την ενδυματολογική δουλειά του ίδιου του Νίκου Πετρόπουλου. Τα μνημειακά σκηνικά, καλοφωτισμένα από τον Τζουζέπε ντι Ιόριο, και τα άψογης γραμμής, μαλακά κοστούμια, με το μαύρο και το γκρίζο να κυριαρχούν απόλυτα, προσφέρουν έναν σκοτεινό περίγυρο καλαίσθητο και απόλυτα συνεπή προς την αρχική ιδέα. Εξυπηρετική η χορογραφία του Πέτρου Γάλλια. Στον τομέα της κινησιολογίας, όμως, μία δυσκαμψία παρατήρησα.
Ο Λουκάς Καρυτινός διηύθηνε την όχι σε εξαιρετική φόρμα Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής με τον γνωστό δυναμισμό του που ταιριάζει στον Βέρντι αλλά κάποιες στιγμές εκτροχιάστηκε σε υπερβολές. Να σημειώσω, επίσης, κάποια ολισθήματα και κάποια προβλήματα συμπόρευσης με τους τραγουδιστές -ένοιωσα πως οι μουσικές δοκιμές δεν ήταν αρκετές. Σε υψηλό επίπεδο, αν και ακολούθησε τις εντάσεις της μουσικής διεύθυνσης, η απόδοση της Χορωδία της ΕΛΣ που διευθύνει ο Αγαθάγγελος Γεωργακάτος.
Οι ερμηνείες. Δυστυχώς η παράσταση δεν είχε ούτε τις ερμηνείες που θα μπορούσαν να την απογειώσουν.
Ο τενόρος Μάριο Τσεφίρι -φωνή με προτερήματα αλλά λίγη κατά την άποψή μου- πόρρω απέχων από τους χαρακτηρισμούς του κειμένου ως «σαγηνευτικός νέος» και ως «Απόλλων», με την ατυχέστατη, επιπλέον, περούκα με την οποία τον έχουν φορτώσει και τα περασμένα, αν δεν λαθεύω, με άχρωμο βερνίκι νύχια των χεριών του με τίποτα δεν με έπεισε για έκλυτος καρδιοκατακτητής Δούκας. Μάλλον σε «γόητες» με κορακάτο βαμμένο μαλλί της μεταπολεμικής ιταλικής κινηματογραφικής κωμωδίας τύπου Ούγκο Τονιάτσι με παρέπεμπε.
Ο βαρύτονος Κάρλος Αλμαγκέρ, με τη μαφιόζικη φάτσα που ήθελε η σκηνοθεσία, διαθέτει φωνή ισχυρή αλλά όχι με ιδιαίτερη μουσικότητα: τραγούδησε στεντόρεια, κραυγαλέα, σαν από ντουντούκα κάποιες στιγμές. Και υποκριτικά απλώς διεκπεραίωσε.
Την τιμή των όπλων έσωσε η Τζίλντα της Χριστίνας Πουλίτση. Με πολύ καλή φωνή λυρικής κολαρατούρας τραγούδησε με λεπτότητα και καλή τεχνική, έστω και αν, ως φιζίκ, δεν είναι και τόσο κατάλληλη για εφηβική Τζίλντα, έστω και αν είχε προβλήματα συμπόρευσης με την ορχήστρα.
Ο Δημήτρης Καβράκος, σε φωνητική φόρμα, έδωσε έναν πειστικότατο -και υποκριτικά- δολοφόνο Σπαραφουτσίλε. Πειστική, επίσης, η, α λα Ρίτα Χέιγουρθ, Μανταλένα της Ελένης Βουδουράκη και ακόμα πειστικότερη η Τζοβάνα της Μαρίας Βλαχοπούλου. Ο Δημήτρης Κασιούμης, κάπως δύσκαμπτος και φωνητικά και υποκριτικά και κινησιολογικά. Ο Άκης Λαλούσης είναι ένα ικανός βαρύτονος αλλά τόση σκηνική πόζα και κόρδωμα καταντούν ενοχλητικά.
Το συμπέρασμα. Μία παράσταση άκαρπη, της σειράς.

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών/Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη, από την Εθνική Λυρική Σκηνή, 8 Δεκεμβρίου 2013.

December 8, 2013

Η Παπαστεφάνου στα φόρτε της




Πολύ ωραία ιδέα ο Κύκλος με τον εξαιρετικά ευφυή και επιτυχή τίτλο «Το PIANO στα FORTE του» που οργανώνει και έχει την επιμέλειά του ο Στέφανος Νάσος για δεύτερη χρονιά στη γοητευτική με την παλιακιά της ομορφιά -έστω και με κάποια οξύτητα στην ακουστική της- αίθουσα του «Παρνασσού»: πέντε πιανίστες, είτε διακεκριμένοι που έχουν όμως να εμφανιστούν με ρεσιτάλ τους αρκετά χρόνια στην Αθήνα είτε λιγότερο γνωστοί αλλά ανερχόμενοι, προερχόμενοι από τρεις διαφορετικές πόλεις της Ελλάδας, ένας κάθε μήνα επί πέντε μήνες.
Τον Κύκλο άνοιξε φέτος η Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου. Με ένα πρόγραμμα μεστό. Το πρώτο κομμάτι δεν θα μπορούσε παρά να είναι Μπαχ. Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ πάνω στον οποίο η εκλεκτή μας πιανίστα έχει δουλέψει μανικά και που ξέρει να τον ερμηνεύει: Χρωματική φαντασία και φούγκα BWV 903. Το «ποίημα», όπως το χαρακτηρίζει ο συνθέτης του, «Προς τη φλόγα» του Αλεξάντρ Σκριάμπιν και η Τρίτη Σονάτα για πιάνο του Φριντερίκ Σοπέν δόθηκαν με το σωστό ύφος και με εσωτερικότητα. Αλλά εκεί που η Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου έλαμψε ήταν οι μεταγραφές για πιάνο από τον Φερούτσο Μπουζόνι τριών έργων του Μπαχ: Τα Χορικά πρελούδια BWV 645 και 734 και, κυρίως, η Τοκάτα για όργανο  BWV 564 -που λες και γράφτηκε ειδικά για τη δυναμική, ορμητική, με μουσική προσωπικότητα, πιανίστα μας.
Η Τοκάτα έργο 7 του Ρόμπερτ Σούμαν, που, πολύ σωστά τοποθετημένη στο πρόγραμμα, την ακολούθησε, ήταν, κατά τη γνώμη μου, η πιο εντυπωσιακή στιγμή της βραδιάς: μία θυελλώδης, συναρπαστική, «απνευστί» ερμηνεία ενός αστραφτερού έργου, μία δεξιοτεχνική δίνη που με συνεπήρε.
Τα δύο ανκόρ, επίσης έξοχα παιγμένα, συμπλήρωσαν μία βραδιά γοητευτική: «Γύρω στα μεσάνυχτα» του Τελόνιους Μονκ σε διασκευή Όσκαρ Πίτερσον -που μας θύμισε την άλλη μεγάλη αγάπη της Αλεξάνδρας Παπαστεφάνου, την τζαζ- και «Αφιέρωση», μεταγραφή για πιάνο από την Κλάρα Σούμαν του ομώνυμου τραγουδιού του Ρόμπερτ Σούμαν.

Φιλολογικός Σύλλογος Παρνασσός, 7 Δεκεμβρίου 2013. 

December 7, 2013

K.O.A. Vibes

Ε, ναι , δεν είναι τυχαίο. Η αναβάθμιση της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών σε ένα συμφωνικό σύνολο που μπορεί επάξια να εκροσωπεί τη χώρα του (μας) είναι πια, για μένα, γεγονός.
Η συναυλία της που άκουσα χτες, άλλο ένα επιχείρημα που ενισχύει την πεποίθησή μου: η ορχήστρα, και χωρίς τον μόνιμο μαέστρο -και καλλιτεχνικό διευθυντή- της Βασίλη Χριστόπουλο αυτή τη φορά στο πόντιουμ, απέδειξε πως έχει αποκτήσει συνοχή, σταθερά καλό, πλούσιο, δικό της ήχο και πως μπορεί να προσαρμοστεί σε διαφορετικές συνθήκες. Όπως στις συνθήκες crossover που επελέγησαν για την πέμπτη συναυλία τού ευφάνταστα σχεδιασμένου -όπως και όλο το ρεπερτόριο- Κύκλου «Μουσικές του Νέου Κόσμου», συνθήκες που αντιμετώπιζε πρώτη φορά. Άξονας, η τζαζ.
Στο πρώτο μέρος –το και τολμηρότερο- πρωταγωνίστησαν οι «Manhattan Vibes», τζαζ συγκρότημα που ίδρυσε στην Νέα Υόρκη ο έλληνας -Κοζανίτης- βιμπραφωνίστας Χρήστος Ραφαηλίδης. Ένα κουαρτέτο με κέντρο το βιμπράφωνο όχι μόνον εξαιρετικά επιτυχημένο αλλά και στην ουσία εξαιρετικό. Οι τέσσερις πολύ καλοί μουσικοί, καλά δεμένοι, με έναν δικό τους, προσωπικό ήχο, έπαιξαν τρία πρώτης τάξεως κομμάτια του ίδιου του Χρήστου Ραφαηλίδη, ένα του Τζο Λοκ και, σε μία συγκινητική εκτέλεση, το παραδοσιακό «Θαλασσάκι» σε διασκευή και ενορχήστρωση του μπασίστα του συγκροτήματος Πέτρου Κλαμπάνη, αγκαλιασμένοι ζεστά και διακριτικά από την άψογη ορχήστρα που διηύθυνε ο Ανδρέας Τσελίκας. Το -πιο προχωρημένο- ανκόρ τους ξεκαθάρισε και σιγούρεψε την άποψη πως πρόκειται όντως για υψηλού επιπέδου μουσικούς.
Στο δεύτερο μέρος, στα δύο έργα όπου τα στοιχεία τζαζ περισσεύουν -για συμφωνική τζαζ θα μπορούσα να μιλήσω-, ο Ανδρέας Τσελίκας οδήγησε με σταθερότητα και πυγμή την καλή ορχήστρα σε δύο γρήγορες, δυναμικές, γεμάτες ενέργεια -ειδικά στο δεύτερο έργο- ερμηνείες: «Ένας Αμερικανός στο Παρίσι» (1928) του Τζορτζ Γκέρσουιν και Συμφωνικοί Χοροί από το «Γουέστ Σάιντ Στόρι» (1961) του Λέοναρντ Μπέρνστάιν -δύο έργα διαφορετικής προέλευσης, καθαρά μουσικής το πρώτο, μουσικοθεατρικής / συμφωνικής το δεύτερο, που συνδέονται, όμως, με δύο, ιστορικά πια, κινηματογραφικά μιούζικαλ. Δεν κατατάσσονται στους Μεγάλους οι δύο συνθέτες, τα έργα τους δεν μπορούν να συγκριθούν με μεγάλες στιγμές της μουσικής αλλά είναι έργα έξυπνα γραμμένα, νευρώδη, εκρηκτικά -ειδικά το δεύτερο. Γι αυτό και παραμένουν ανθεκτικά στο χρόνο. Και μία καλή εκτέλεση, όπως η χτεσινή, τα αναδεικνύει.
Το συμπέρασμα. Άλλη μια κερδισμένη βραδιά μουσικής με την Κ.Ο.Α. Δεν είμαι fan των crossover αλλά, αν το crossover είναι αυτού του επιπέδου, υποκλίνομαι.

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 6 Δεκεμβρίου 2013.

* Η συναυλία επαναλαμβάνεται απόψε, στις 20.30, στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά. Άρα, αν δεν την ακούσατε, μοναδική ευκαιρία για να μην τη χάσετε. 

December 5, 2013

Αιμίλιος Χειλάκης: απ’ τον «Μακμπέθ» επιστροφή στον «Άμλετ» ή Στον αστερισμό των «Αστερισμών»


Το Τέταρτο Κουδούνι / 5 Δεκεμβρίου 2013 



Απρίλιος 2012. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του ΚΘΒΕ -τότε- Σωτήρης Χατζάκης με τον Αντώνη Σαμαρά, πρόεδρο –τότε- της αξιωματικής αντιπολίτευσης πριν απ’ τις εκλογές του Μαΐου του ’12.

Νοέμβριος 2013. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου –πλέον- Σωτήρης Χατζάκης, απ’ τον πρωθυπουργό –πλέον- Αντώνη Σαμαρά επιλεγείς και διορισθείς με τον Αλέξη Τσίπρα, πρόεδρο -πλέον- της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Αλήθεια, στο πόσο έχουν ανεβεί τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ;
Των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν...


«Μακμπέθ» σχεδίαζε σε σκηνοθεσία Τσέζαρις Γκραουζίνις για τον φετινό χειμώνα ο Αιμίλιος Χειλάκης. Επωμιζόμενος τον επώνυμο ρόλο. Και σχέδια προοπτικής διετίας ετοιμαζόταν να ανακοινώσει μαζί με το θέατρο που θα τα στέγαζε -σας τα ’γραφα στο «Τέταρτο Κουδούνι» ήδη απ’ τις 21 του περασμένου Μαρτίου. Δεν του ’ρθαν βολικά τα πράγματα: δεν κατάφερε να κλείσει το «Αλκυονίς» με το οποίο συζητούσε, δεν κατάφερε να κλείσει άλλα θέατρα που σκέφτηκε, κατόπιν ο Τσέζαρις Γκραουζίνις, με τον οποίο τους είχε συνδέσει ο έξοχος «Οιδίπους τύραννος» το καλοκαίρι του 2012, αποχώρησε αυτοβούλως απ’ τη δουλειά για άγνωστους σε μένα λόγους και τα σχέδια ναυάγησαν. 
Όμως ο Αιμίλιος Χειλάκης δεν το ’βαλε κάτω ούτε εγκατέλειψε την ιδέα να κάνει Σέξπιρ φέτος. Και τελικά ανεβάζει την παράσταση «Μόνος με τον Άμλετ» ως συμπαραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας, όπου θα κάνει και πρεμιέρα την επόμενη Πέμπτη -στον «Απόλλωνα»-, του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά -όπου θα τη δούμε τον Φεβρουάριο- και της δικής του εταιρίας «Αρτivities». Ένα μονόλογο-συμπύκνωση του σεξπιρικού αριστουργήματος στον οποίο ερμηνεύει όλους τους χαρακτήρες της τραγωδίας πάνω στη μετάφραση-σταθμό του Γιώργου Χειμωνά. Συνυπογράφοντας με τον Μανώλη Δούνια και τη σκηνοθεσία.
Μην ξεχνάτε πως ο καλός ηθοποιός έπαιξε τον επώνυμο ρόλο το καλοκαίρι του 2011 στο πιο πρόσφατο ελληνικό ανέβασμα του «Άμλετ» -απ’ τον Θέμη Μουμουλίδη με την «5η Εποχή» του σε περιοδεία.



Δεν ξέρω αν το πήρατε είδηση. Αλλά το έργο του Βρετανού Νικ Πέιν «Αστερισμοί» παίζεται αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα από δυο θιάσους. Το έργο πρωτοανέβηκε την περασμένη άνοιξη στα Χανιά, στο θέατρο «Κυδωνία», όπου και επαναλαμβάνεται από 8 Νοεμβρίου -ακόμα παίζεται-, απ’ την πάντα ανήσυχη και ερευνητική «Μνήμη» του Μιχάλη Βιρβιδάκη σε σκηνοθεσία του -με τους Ελπίδα Ζαμπετάκη και Γιώργο Γραμματικάκη. Και στις 27 Νοεμβρίου στην Αθήνα, στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου», σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου –με Στεφανία Γουλιώτη, Μάκη Παπαδημητρίου. Απορώ πώς τα κατάφεραν με τα δικαιώματα -ίσως επειδή το έργο δεν παίζεται στην ίδια πόλη;














Παραπονιέμαι, στενοχωριέμαι, βαριέμαι… Αλλεπάλληλες οι απογοητεύσεις απ’ τις παραστάσεις των νέων θεατρικών ομάδων – ως η άμμος της θαλάσσης πια ο αριθμός τους. Αλλά επιμένω. Για το διαφορετικό. Όταν το βρω, χαίρομαι. Πολύ. Αλλά να μου τύχουν τρεις αλλεπάλληλες καλές έως πολύ καλές παραστάσεις νεανικές -Σάββατο απόγευμα, Σάββατο βράδυ, Κυριακή απόγευμα- ε, αλλού το όνειρο κι αλλού το θάμα. Ευλογία Θεού! Ενθουσιασμένος! Με ανανεωμένες δυνάμεις! Έτοιμος να επιχειρήσω να δω άλλες είκοσι. 

Έχουμε, λοιπόν, και λέμε. Σάββατο απόγευμα στο «Επί Κολωνώ» και «2013. Melina M.» σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ασπιώτη. Μια S(mall) παράσταση για την Μελίνα Μερκούρη, μετά (για μένα, η συγκεκριμένη είχε προηγηθεί) την επιτυχημένη (e)X(tra)L(arge) των Σοφίας Σπυράτου-Στρατή Πασχάλη-Σταύρου Ξαρχάκου «Μελίνα, όπου και να ταξιδέψω, η Ελλάδα…» με Mαρία Nαυπλιώτου και Γιάννη Στάνκογλου στο Ηρώδειο. Πέντε ταλαντούχα παιδιά του θεάτρου μιλούν, χωρίς, ίσως, να πρωτοτυπούν αλλά με στιλ, με κέφι, με ενέργεια εντυπωσιακή, με χιούμορ πολύ, για την Μελίνα μπερδεύοντας τα δικά τους βάσανα του νέου άνεργου ή απλήρωτου ηθοποιού σήμερα: ο ίδιος ο πολυτάλαντος Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Λάζαρος Βαρτάνης, Ελένη Κακκάλου, Μάριος Μακρόπουλος κι η εκρηκτική Ζωή Καραβασίλη που «λάμπουν τα μάτια της» -όντως! Μπορεί να εκτρέπονται απ’ τον άξονά τους κάποιες στιγμές αλλά η Μελίνα, με τα βάσανα αυτά των ηθοποιών που τα ’ξερε από κοντά δεν ασχολιόταν; Ανανεώθηκα μέσα απ’ τη φρεσκάδα τους – θεατρικό spa!
Για τις άλλες δυο παραστάσεις θα επανέλθω.


Η Σάσα Παπαχριστοπούλου έπαψε να ’ναι η προς εμάς τους δημοσιογράφους πάντα διακριτική, πάντα ευγενική, ποτέ πιεστική, ποτέ ενοχλητική φωνή του Εθνικού Θεάτρου. Μετά από δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια. Η Υπεύθυνη Επικοινωνίας του Εθνικού αποχώρησε παίρνοντας το δρόμο της σύνταξης -τυπικά. Κοντά μας θα συνεχίσει να ’ναι, πάντα ακμαία, από άλλα θεατρικά μετερίζια. Αλλά απ’ το Εθνικό θα μας λείψει. Πολύ. Καλή συνέχεια!



Δεν ανέβασε μόνον εδώ -στο «Πορεία» του- ο Δημήτρης Τάρλοου την «Ευρυδίκη» της Σάρα Ρουλ -που πήγε τόσο καλά ώστε φέτος να επαναλαμβάνεται. Το έργο ανέβασε την περασμένη σεζόν και στα Σκόπια, μαθαίνω, η νεαρή σκηνοθέτρια Νίνα Νίκολιτς, μαθήτρια του «δικού» μας Σλόμπονταν Ούνκοφσκι, στο εκεί θέατρο «Ντράμσκι» («Δραματικό»), τον έτερο, μετά το Μακεδονικό Εθνικό Θέατρο, βασικό πόλο της -μάλλον φτωχής- θεατρικής ζωής των Σκοπίων.
Η παράσταση παίζεται και φέτος -και τα δυο Θέατρα των «γυφτοσκοπιανών», όπως διαβάζω ορισμένοι πολύ εθνικών φρονημάτων Έλληνες, απευθείαν απόγονοι του Μεγαλέξαντρου, να χαρακτηρίζουν τους γείτονες...-, άλλωστε, έχουν πραγματικά εναλλασσόμενο ρεπερτόριο.


Όταν ανεβάζεις ένα θεατρικό έργο ήδη μεταφρασμένο και κάνεις -ή επιλέγεις- νέα μετάφραση -που έχεις κάθε δικαίωμα να το πράξεις- δεν οφείλεις να μεταφράσεις ξανά και τον τίτλο του έργου -ειδικά όταν ο προηγούμενος ελληνικός είναι χαρακτηριστικός; Δεν είναι αντιδεοντολογικό να χρησιμοποιείς τον τίτλο της προηγούμενης μετάφρασης; Ή, αν τον χρησιμοποιήσεις γιατί δε γίνεται αλλιώς, δεν οφείλεις να πάρεις την άδεια του προηγούμενου μεταφραστή; Ή, έστω, ένα ευχαριστώ να πεις. Καθόλου, μα καθόλου δε συνηθίζεται αυτό στα ελληνικά θεατρικά πράγματα. Όπου ειδικά οι -απροστάτευτες άλλωστε- μεταφράσεις θεωρούνται αμπέλι ξέφραγο -μπάτε σκύλοι, αλέστε, το έλα να δεις ... Αλλά αν αυτό γίνεται από νέους, ε, τότε είναι ιδιαίτερα απογοητευτικό.
Γι αυτό πολύ εκτίμησα τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη. Ο οποίος ανέβασε στο θέατρο «Αθηνών» τον «Πουπουλένιο» του Μάρτιν ΜακΝτόνα -έργο που το ’χε πρωτοπαρουσιάσει στην Ελλάδα το «Θέατρο του Νότου» του Γιάννη Χουβαρδά, στο «Αμόρε», σε σκηνοθεσία Βίκυς Γεωργιάδου και μετάφραση Χριστίνας Μπάμπου-Παγκουρέλη-, κάνοντας ο ίδιος μια καινούργια μετάφρασή του. Τον εκτίμησα όταν στο δελτίο Τύπου που ’στειλε έγραφε «ολογράφως», καθαρά, τίμια, ευθέως κι όχι με μισόλογα -το αυτονόητο δηλαδή: «Ο τίτλος της παράστασης είναι απόδοση της μεταφράστριας Χριστίνας Μπάμπου-Παγκουρέλη η οποία τον παραχώρησε ευγενικά για την παραγωγή του θεάτρου ‘Αθηνών’». Και επιπλέον το θεώρησα έξυπνο. Τίτλο τόσο επιτυχημένο δεν τον αγνοείς.


Στο σημείωμα για τα τρία φετινά ανεβάσματα των ιψενικών «Βρικολάκων» που είδαμε/βλέπουμε/θα δούμε φέτος στις αθηναϊκές σκηνές, στο «Τέταρτο Κουδούνι», στις 21 Νοεμβρίου, σας έγραφα πως «Βρικόλακες» παίζονται και στο θεατράκι της Κυψέλης «Εκάτη» σε σκηνοθεσία Βαλεντίνης Λουρμπά με Κυρία Άλβινγκ την Χάρι Συμεωνίδου. Τα πράγματα, όμως, δεν πήγαν, ως φαίνεται, κατ’ ευχήν. Και με πληροφορούν ότι η παράσταση, τελικά, θ’ ανεβεί τα Χριστούγεννα και με την Πέπη Οικονομοπούλου στον βασικό ρόλο.

December 3, 2013

«Μπόρκμαν» του Μπόγρη






Το έργο. Οι αδελφές Ρεντχάιμ. Δίδυμες. Η Έλα αγάπησε τον Γιον Γκάμπριελ Μπόρκμαν. Κι εκείνος την αγάπησε. Αλλά τελικά παντρεύτηκε την αδελφή της, την Γκούνχιλντ. Θυσίασε την Έλα. Εν ψυχρώ. Για χάρη του φίλου του, του Χίνκελ, που την ήθελε. Γιατί ο Μπόρκμαν ήταν πολύ φιλόδοξος. Και από τον Χίνκελ εξαρτιόταν η καριέρα του. Αναδείχτηκε σε διευθυντή τράπεζας. Αλλά οι φιλοδοξίες του δεν είχαν όριο. Γιος μεταλλωρύχου, έκανε σχέδια παράτολμα να αποκτήσει τον έλεγχο όλων των πηγών ενέργειας του τόπου του. Χρησιμοποίησε, για να φτάσει στο σκοπό του, κάθε μέσο –αυτοπροβολή, πολυτελή, επιδεικτική ζωή, έφτασε κοντά σε θώκο υπουργικό… Τον τρόπο τον έβρισκε στα λεφτά των καταθετών. Έκανε κατάχρηση -εκατομμύρια. Μόλις θα πετύχαινε, σχεδίαζε να τα βάλει στη θέση τους. Λίγες μέρες μένανε. Αλλά τότε ο Χίνκελ που τα ήξερε όλα και που δεν είχε καταφέρει να αποκτήσει την Έλα, θεωρώντας υπεύθυνο γι αυτό τον Μπόρκμαν, τον πρόδωσε. Τα σχέδια ναυάγησαν, η κατάχρηση αποκαλύφθηκε, χρεωκοπία της τράπεζας, θα τον κλείσουν μέσα για πέντε χρόνια.
Η γυναίκα του και ο μικρός γιος του, ο Έρχαρτ –η οικογένειά του-, δεν θα καταστραφούν μόνον οικονομικά. Θα σπιλωθεί το όνομά τους –βρισκόμαστε άλλωστε στον 19ο αιώνα ακόμα, όταν αυτά μετρούσαν περισσότερο από σήμερα… Θα τους σώσει η πληγωμένη Έλα. Η περιουσία της δεν εξανεμίστηκε. Ο Μπόρκμαν το μόνο που δεν είχε αγγίξει ήταν τα δικά της χρήματα στην τράπεζα – η Έλα συνέχιζε να είναι ό,τι πιο ακριβό είχε. Θα τους παραχωρήσει σπίτι να μένουν και θα αναλάβει, καθώς είναι μόνη και ανύπαντρη, να αναθρέψει τον Έρχαρτ.
Έχουν περάσει οκτώ χρόνια από την αποφυλάκιση του Μπόρκμαν. Ο οποίος, όλα αυτά τα χρόνια, ζει απομονωμένος στον δεύτερο όροφο του σπιτιού -η Γκούνχιλντ δεν θέλησε ποτέ να του μιλήσει, να τον συναντήσει καν, τον μισεί. Εκείνος βαυκαλίζεται με το όνειρο ότι θα αποκατασταθεί και θα πραγματοποιήσει τα σχέδιά του. Επισκέπτες του, μόνον ο παλιός, ταπεινός, αφελής μικροϋπάλληλός του, ο Φόλνταλ, που του έχει μείνει πιστός, και η κόρη του Φόλνταλ, η νεαρή Φρίντα, που του παίζει πιάνο.
Ο Έρχαρτ, εικοσάρης πια, έχει φύγει από το σπίτι της θείας του και σπουδάζει. Γύρω του θα παιχτεί το σκληρό παιχνίδι -μία διελκυστίνδα- των δύο αδελφών που η καθεμιά τους τον θέλει υπό την επιρροή της. Η Γκούνχιλντ ονειρεύεται να ανακτήσει όσα έχασε και να δικαιωθεί μέσω του γιου της, η Έλα θέλει να τον πάρει πάλι κοντά της πριν πεθάνει -είναι άρρωστη, οι μέρες της είναι μετρημένες και το ξέρει- και να του δώσει το όνομά της. Ο ΄Ερχαρτ, όμως, θα πετάξει μακριά απ’ αυτόν τον νοσηρό περίγυρο. Έχει συνδεθεί με μία, κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερη του, χωρισμένη, «ανοιχτόμυαλη» γειτόνισσα, την Κυρία Βίλτον, η οποία έχει την Φρίντα υπό την προστασία της, και μαζί τους -ένα ακόμη ιψενικό τρίγωνο υπονοείται…- φεύγει στην Ιταλία παρά τις προσπάθειες της μητέρας του να τον κρατήσει. Ο Μπόρκμαν θα πεθάνει κοντά στην Έλα, μακριά από το σπίτι του, μέσα στην παγωμένη νύχτα –ένας θάνατος που σα να τον έχει προκαλέσει ο ίδιος. Μόνον τότε οι δύο αδελφές -σκιές πια, χωρίς ελπίδα, ζωντανές νεκρές, όπως ζωντανός νεκρός ήταν από πριν ο ήδη και κλινικά νεκρός Μπόρκμαν- θα βάλουν κατά μέρος το μίσος και πάνω από το νεκρό κορμί του θα δώσουν τα χέρια: δεν έχουν πια να περιμένουν τίποτα.
Έργο-ογκόλιθος, καλοχτισμένο, δομημένο με τον τρόπο που μόνον ο νορβηγός συγγραφέας ήξερε να δομεί, αυστηρό, περίτεχνο στην απλότητά του, σαν γοτθικός ναός, ο «Γιον Γκάμπριελ Μπόρκμαν» (1896), έργο της ωριμότητας του Χένρικ Ίψεν -το προτελευταίο του-, μοιάζει αυτοκριτική του -σαν να ταυτίζεται ο Ίψεν με τον ήρωά του συνεχίζοντας την προβληματική του «Αρχιμάστορα Σόλνες». Στη νατουραλίστικη γραμμή των προηγούμενων έργων του και με κοινωνικές αναφορές, σιγά-σιγά, όπως και ο «Σόλνες», απογειώνεται προς τον συμβολισμό.
Η παράσταση. Ο Σταμάτης Φασουλής, ικανός εμψυχωτής/σκηνοθέτης στο μουσικό θέατρο και στην κωμωδία, φιλοδοξούσε πάντα και συνεχίζει να φιλοδοξεί να σκηνοθετήσει και «σοβαρότερο» θέατρο -Τσέχοφ, Πίντερ, Ίψεν… Κάτι σαν απωθημένο δικαίωσης. Δεν νομίζω πως του ταιριάζει το είδος. Επιπλέον, όμως, η επιθυμία του αυτή συγκρούεται με το σύνδρομο Ανδρέα Βουτσινά από το οποίο επίσης πάσχει: μία εμμονή να ευτελίζει το δραματικό κείμενο με χαριτωμενιές και κωμικά στοιχεία παίζοντας εν ου παικτοίς. Μήπως, προφανώς, και η πολλή «σοβαρότητα» του «σοβαρού» έργου κουράσει το λεγόμενο «ευρύ» κοινό που θα πάει να δει Φασουλή και η παράσταση δεν κόψει εισιτήρια… Αλλά πώς να συνδυαστούν αυτά; Άλλο το αγγλικής κοπής και σχολής σκηνικό χιούμορ, άλλο το ζουμερό λαϊκό της ελληνικής ηθογραφίας.
Την ίδια γραμμή έχει ακολουθήσει και στη σκηνοθεσία του «Μπόρκμαν», όπως τιτλοφορήθηκε επί το απλούστερον το έργο στα ελληνικά. Και η γραμμή αυτή, το νήμα αυτό πιάνεται από την αρχή. Από την «απόδοση», δηλαδή, του έργου, που υπογράφει ο ίδιος: σωστά ελληνικά αλλά που παραπέμπουν σε Μπόγρη, αν όχι σε Τσιφόρο -«κορίτσι πράμα», «μου τον ξεμυάλισες»… Πάνω στο κείμενο αυτό ο Σταμάτης Φασουλής έστησε μία παράσταση άνευρη και συμβατική, χωρίς καμία άποψη πέρα από την προσπάθειά του να ελαφρύνει το έργο. Αλλά χωρίς ούτε και στην προσπάθεια αυτή να υπάρχει συνέπεια. Η καμαριέρα Μαλένα που δίνεται σαν εξυπνακίστικο δουλάκι ελληνικής κωμωδίας, η Φρίντα που διδάχτηκε σαν χαζοπιπίνι και η Κυρία Βίλτον που θυμίζει την Εύα από το «Φιντανάκι» του Παντελή Χορν, με έμφαση μάλιστα παιγμένες, ασφυκτιούν, καταπλακώνονται από τον «Μακάβριο χορό» του Σεν-Σανς που έχει επιλεγεί ως σοβαροφανές λάιτ μοτίφ της παράστασης και συγκρούονται με το ολίγον από «Πολίτη Κέιν» φινάλε. Το αποτέλεσμα μου άφησε την εντύπωση ελληνικής τηλεοπτικής δραματικής σειράς με ένθετα καλαμπούρια.
Ταιριαστά με την ατμόσφαιρα του έργου αλλά όχι με τη σκηνοθετική γραμμή, τα, φωτισμένα σωστά από τον Λευτέρη Παυλόπουλο, σκηνικά της Εύας Μανιδάκη. Δεν είδα, βέβαια, καμία ουσιαστική διαφοροποίηση για την τελευταία σκηνή. Ευπρεπή και τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη, μου φάνηκε, όμως, αφελής η ιδέα οι νέοι του έργου _ Έρχαρτ, Φρίντα, Κυρία Βίλτον… _ να είναι σύγχρονα ντυμένοι. Έτσι θα αντιληφθεί ο θεατής πως το έργο αφορά την εποχή μας;
Οι ερμηνείες. Βρήκα ανώριμο και αδύναμο τον Γιάννη Καπελέρη. Η Αμαλία Νίνου, η Νάνα Παπαδάκη και η Ελευθερία Μπενοβία κάνουν σωστά αυτό που τους ζήτησε η σκηνοθεσία. Η καλή Σμαράγδα Σμυρναίου μοιάζει να προσπαθεί να αποφύγει το γενικό ύφος. Η Πέμη Ζούνη είναι μία πολύ καλή ηθοποιός. Αλλά με μικρό «ειδικό βάρος». Πιστεύω πως δεν κάνει για ιψενικό ρόλο, ακόμα και στη σκηνοθεσία αυτή. Είναι άψογη αλλά παίζει Νόελ Κάουαρντ, παίζει Τέρενς Ράτιγκαν, παίζει Τερζάκη, ίσως, όχι Ίψεν όμως. Ο Γιώργος Ζιόβας, αν και διδαγμένος να παίξει τον Φόλνταλ γραφικά, δίνει την πιο ισορροπημένη, ίσως, ερμηνεία της παράστασης.
Ο Γιώργος Κιμούλης, μετά από το καλοκαιρινό ιντερμέδιο της Μήδειας οπότε και βγήκε από τον εαυτό του, ξαναγυρίζει, δυστυχώς, στα χωρικά του ύδατα φορώντας μία μάλλον ατυχή λευκή περούκα: μανιερισμοί, το «μάτι του τρελού», τραυλίσματα, ψάξιμο της λέξης, γελάκια στον αέρα, μεταπτώσεις, «κορόνες», τικ δήθεν φυσικού παιξίματος, μούτες, μορφασμοί, «υπερεκφραστικά» χέρια, θεατρινισμοί εύκολοι… Τι κρίμα… Επιπλέον, συμφωνώντας απόλυτα προφανώς με τη σκηνοθεσία, συμπλέει: εκμεταλλευόμενος όσες ατάκες τού δίνουν το ελάχιστο περιθώριο, τις ρίχνει, κωμικώ τω τρόπω, εκμαιεύοντας το γέλιο. Μόνο στην τελευταία σκηνή ένοιωσα να υπάρχει κάποια αλήθεια στην ερμηνεία του.
Το συμπέρασμα. Μία παράσταση ευπρεπής που θυμίζει όμως ελληνικό σίριαλ και όχι Ίψεν.

Θέατρο «Δημήτρης Χορν», 27 Νοεμβρίου 2013.