«Τόσκα» του Τζάκομο Πουτσίνι, λιμπρέτο (Σαρντού) Τζουζέπε Τζακόζα - Λουίτζι Ίλικα. Μουσική διεύθυνση: Πάολο Καρινιάνι, σκηνοθεσία: Νίκος Σ. Πετρόπουλος (αναβίωση: Ίων Κεσούλης).
Στην πολιτικά ανάστατη Ρόμη του 1800 -με τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη να συγκρούεται με τις δυνάμεις του Παπικού Κράτους, να επικρατεί -με τον Πάπα να εξορίζεται στην Γαλία- και να έχει εγκαθιδρύσει το 1798 τη βραχύβια Ρωμαϊκή Δημοκρατία που καταλύεται άδοξα, τους παπικούς να ανακτούν την
εξουσία και με τον Βοναπάρτη, μετά τη νικηφόρα γι αυτόν, Μάχη του Μαρένγκο, να επανέρχεται και να κυριαρχεί- δύο φλογερά ερωτικά πάθη βράζουν: ο μεγάλος έρωτας και η σχέση ανάμεσα στην παθολογικά ζηλότυπη ντίβα της όπερας Φλόρια Τόσκα και τον δημοκρατικό
ζωγράφο Μάριο Καβαραντόσι αλλά και το ασίγαστο, ανικανοποίητο, χωρίς ανταπόκριση πάθος, επίσης για την Τόσκα, του αντιδραστικού εκπροσώπου του κακού, αρχηγού της Αστυνομίας βαρόνου Σκάρπια. Ο Καβαραντόσι κρύβει στη βίλα του τον πολιτικό κρατούμενο Αντζελότι, εκ των ηγετών της καταλυμένης Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, ο οποίος έχει δραπετεύσει από
τη φυλακή. Οι χαφιέδες του Σκάρπια δεν βρίσκουν στη βίλα το δραπέτη αλλά συλλαμβάνουν το ζωγράφο για ύποπτη συμπεριφορά. Και τον βασανίζουν για να αποσπάσουν την πληροφορία πού κρύβεται ο δραπέτης, ενώ στο πλαϊνό δωμάτιο βρίσκεται η Τόσκα, που ακούει τις κραυγές του, με τον Σκάρπια. Ο οποίος, επιπλέον, εκμεταλλεύεται τη ζήλια της. Εκείνη, πανικόβλητη για την τύχη του Μάριο και γνωρίζοντας το μυστικό, αποκαλύπτει ότι το κρησφύγετο του Αντζελότι είναι το πηγάδι της βίλας, όπου, πριν τον συλλάβουν, εκείνος αυτοκτονεί. Ο Μάριο, που θεωρεί ότι η Τόσκα τον πρόδωσε, φυλακίζεται και δίνεται διαταγή εκτέλεσής του. Ο Σκάρπια εκβιάζει την Τόσκα να του δοθεί για να σώσει τον εραστή της: η εκτέλεσή του θα είναι εικονική και εκείνη θα έχει στα χέρια της την άδειά του να περάσουν οι δύο τους τα σύνορα. Κάτω από αφόρητη πίεση η Τόσκα
του λέει ότι δέχεται αλλά δεν υποκύπτει: πριν ο Σκάρπια την κάνει δική του τον μαχαιρώνει και φεύγει για το φρούριο του Σαντ’ Άντζελο, όπου ο Μάριο, φυλακισμένος, περιμένει την εκτέλεσή του, για να τον ενημερώσει, έγκαιρα, ότι πρέπει να υποκριθεί πως πέφτει νεκρός από τα άσφαιρα βόλια του εκτελεστικού αποσπάσματος. Η «εικονική» εκτέλεσή του πραγματοποιείται, μόνο που δεν είναι καθόλου «εικονική»... Ο Σκάρπια έχει προλάβει να δώσει συνθηματικά τη σχετική οδηγία. Η Τόσκα, όταν αντιλαμβάνεται πως είναι νεκρός και ενώ πλησιάζουν οι διώκτες της, καθώς έχουν ανακαλύψει τη δολοφονία του Σκάρπια, ρίχνεται στο κενό από τις επάλξεις και αυτοκτονεί. Είναι η «Τόσκα» (1900) του Ιταλού Τζάκομο Πουτσίνι που, σαν σήμερα ακριβώς, έφυγε από τη ζωή πριν 

από 100 χρόνια -εξ ου και φέτος τιμάται αυτή η επέτειος. Πάνω στο -με αδυναμίες...- λιμπρέτο των Τζουζέπε Τζακόζα και Λουίτζι Ίλικα που βασίστηκαν στο ομώνυμο δράμα (1887) του Γάλου Βικτοριέν Σαρντού, ο Τζάκομο Πουτσίνι, επιμένοντας στο ρεαλισμό -όπως, στην εποχή του, τον αντιλαμβάνονταν- και αγγίζοντας τα όρια της σχολής του βερισμού,
έχει συνθέσει την «Τόσκα« του, μία από τις πιο ελκυστικές αλλά και πιο δημοφιλείς όπερες του ρεπερτορίου. Με έντονη τη δραματική αίσθηση -το «Te Deum», παράλληλα με τον Σκάρπια να βυσσοδομεί, για παράδειγμα- και με κορυφώσεις συναρπαστικές. Ο Νίκος Σ. Πετρόπουλος σκέφτηκε, όταν ανέλαβε αρχικά τη συγκεκριμένη σκηνοθεσία (2008), να μεταφέρει το έργο
από το 1800 στο 1944, τη ρευστή περίοδο της κατάρρευσης του φασιστικού καθεστώτος που ο Σκάρπια το εκπροσωπεί ως Αρχηγός της Αστυνομίας. Δεν ήταν κακή η ιδέα, υπάρχουν αντιστοιχίες αλλά πώς να «χωρέσει» ο Βοναπάρτης ή η μάχη του Μαρένγκο στο σκηνοθετικό αφήγημα; Κλωτσάνε... Η παράσταση, που έχει γνωρίσει πολλές επαναλήψεις από την Λυρική Σκηνή, επαναλαμβάνεται και πάλι, σε αναβίωση που υπογράφει ο Ίων Κεσούλης. Θα ήθελα, πάντως, να επισημάνω κάποιες λεπτομέρειες
που δεν ξέρω αν πρέπει να αποδοθούν στη σκηνοθεσία ή στην αναβίωση: το χαμηλού επιστόμιου δοχείο όπου ο Νεωκόρος πετάει τα «μαραμένα» λουλούδια μπροστά από το άγαλμα της Μαντόνας θα έπρεπε να είναι κάτι βαθύτερο ή τα λουλούδια να είναι από μαλακότερο υλικό, ώστε να μην ακούγεται ο ήχος που προδίδει ότι είναι πλαστικά. Το πανί με τον οποίο είναι πρόχειρα δεμένο το πληγωμένο μπράτσο του Αντζελότι δεν μπορεί να είναι δεμένο ΈΞΩ από το σακάκι του και τόσο ματωμένο. Και το πορτρέτο του Μουσολίνι, που διακρίνεται, κάπως αχνά, ψηλά είναι, επίσης, εκτός
χρόνου -1944: ο Μουσολίνι, μετά την απόβαση των Συμμάχων στην Νότια Ιταλία είχε καθαιρεθεί από το βασιλιά Βιτόριο Εμανουέλε Γ΄ ήδη από τον Ιούλιο του 1943, είχε εξοριστεί και είχε αντικατασταθεί στην πρωθυπουργία από το στρατάρχη Μπαντόλιο και μόνο τον Σεπτέμβριο του ‘43 απελευθερώθηκε από τους Γερμανούς, που είχαν εισβάλει στην Βόρεια Ιταλία, και διορίστηκε υποτυπώδης πρωθυπουργός-μαριονέτα της Ιταλικής Κοινωνικής Δημοκρατίας -κοινώς Δημοκρατίας του Σαλό- την οποία δημιούργησαν, άρα δεν είναι πια στα πράγματα ώστε να υπάρχει πορτρέτο του στο γραφείο του Σκάρπια. Επίσης ακατανόητη μου έχει φανεί, εξαρχής, 

η εκτέλεση του Καβαραντόσι πλάτη στο απόσπασμα και με τον κρατούμενο λυτό και καθισμένο σε καρέκλα ανάποδα, πόζα που παραπέμπει στη... γνωστή φωτογραφία του μοντέλου, κολ γκερλ πολυτελείας Κριστίν Κίλερ, του «σκανδάλου Προφιούμο», υπουργού Πολέμου, που έριξε την κυβέρνηση ΜακΜίλαν, στηνΑγγλία, το 1963. Η παράσταση, πάντως, είναι υψηλής αισθητικής χάρη, κυρίως, στα σκηνικά -πολύ καλά φωτισμένα από τον Χρήστο Τζιόγκα- που υπογράφει ο ίδιος ο σκηνοθέτης -και, κατά βάση, σκηνογράφος- Νίκος Σ. Πετρόπουλος και στα κοστούμια του. Αισθητική όλη σε μαύρο, γκρίζο και λίγο λευκό που αποδίδει εξαιρετικά τη σκοτεινιά της εποχής και του έργου. Άρτια είναι και τα μουσικά αποτελέσματα της παράστασης: ο Ιταλός αρχιμουσικός Πάολο Καρινιάνι οδηγεί την Ορχήστρα της ΕΛΣ με γνώση και μέτρο. Εξίσου καλά είναι και τα αποτελέσματα της Χορωδίας της ΕΛΣ υπό τον Αγαθάγγελο Γεωργακάτο και της Παιδικής Χορωδίας της ΕΛΣ υπό την Κωνσταντίνα Πιτσιάκου. Πολύ καλός και πειστικός, όπως συνήθως, ο μπάσος Πέτρος Μαγουλάς (Αντζελότι), σωστός ο μπασοβαρύτονος Γιάννης Γιαννίσης (Νεωκόρος), εξυπηρετικοί ο μπασοβαρύτονος Γιώργος Παπαδημητρίου ( Σαρόνε και Δεσμοφύλακας), η σοπράνο Πέννυ Ρίζου (Βοσκός off, που το
τραγούδι του ακούγεται ως μετάδοση -με «παράσιτα»- από το ραδιόφωνο του Δεσμοφύλακα) και ο τενόρος Γιάννης Καλύβας (αστυνομικός Σπολέτα). Ο βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς (Σκάρπια), στο υψηλό επίπεδό του, χωρίς να το ξεπερνά. Η μετακλημένη σοπράνο Αλεξάνδρα Κούζακ έχει φωνή με έξοχες στιγμές και συμπαθητική υποκριτική αλλά δεν ΕΙΝΑΙ Τόσκα, απλώς παίζει την Τόσκα. Ξεχώρισα τον μετακλημένο αργεντινό τενόρο Μαρσέλο Πουέντε. Ο Καβαραντόσι του είναι απολύτως πειστικός, με ζεστά ηχοχρώματα, πολύ καλή τεχνική και με φωνητικό εύρος ικανοποιητικότατο. Μία βραδιά που δεν προδίδει τον Πουτσίνι και την «Τόσκα» του (Φωτογραφίες: Γιάννης Αντώνογλου).
(Στο, όπως πάντα, ικανοποιητικό επίπεδό του, το δίγλωσσο -ελληνικά και αγγλικά- έντυπο πρόγραμμα-βιβλίο της παράστασης -επιμέλεια έκδοσης Σοφία Κομποτιάτη. Ξεχώρισα το -παλαιότερο- γλαφυρότατο κείμενο του Νίκου Α. Δοντά «Ένα θρίλερ με πολλές πτυχές». Διορθώνω στο χρονολόγιο «20 σπουδαίες στιγμές του Νίκου Σ, Πετρόπουλου στην Εθνική Λυρική Σκηνή» ότι η δεύτερη «Τόσκα» του -αυτή που βλέπουμε- είναι μεν της σεζόν 2007/2008 αλλά ανέβηκε το 2008 και όχι το 2007. Και βρίσκω ακατανόητη την έλλειψη από τη συνέντευξη στην Σοφία Κομποτιάτη του σκηνοθέτη-σκηνογράφου, στον οποίο μάλιστα είναι αφιερωμένη η παράσταση, μιας φωτογραφίας του).
(Στο, όπως πάντα, ικανοποιητικό επίπεδό του, το δίγλωσσο -ελληνικά και αγγλικά- έντυπο πρόγραμμα-βιβλίο της παράστασης -επιμέλεια έκδοσης Σοφία Κομποτιάτη. Ξεχώρισα το -παλαιότερο- γλαφυρότατο κείμενο του Νίκου Α. Δοντά «Ένα θρίλερ με πολλές πτυχές». Διορθώνω στο χρονολόγιο «20 σπουδαίες στιγμές του Νίκου Σ, Πετρόπουλου στην Εθνική Λυρική Σκηνή» ότι η δεύτερη «Τόσκα» του -αυτή που βλέπουμε- είναι μεν της σεζόν 2007/2008 αλλά ανέβηκε το 2008 και όχι το 2007. Και βρίσκω ακατανόητη την έλλειψη από τη συνέντευξη στην Σοφία Κομποτιάτη του σκηνοθέτη-σκηνογράφου, στον οποίο μάλιστα είναι αφιερωμένη η παράσταση, μιας φωτογραφίας του).
Εθνική Λυρική Σκηνή / Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος», Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», 28 Νοεμβρίου 2025.














No comments:
Post a Comment