September 7, 2014

«Φιλοκτήτης»: όταν η ποίηση θριαμβεύει


Το έργο. Σε μία ακτή της ερημικής Λήμνου εγκατέλειψαν οι Έλληνες τον Φιλοκτήτη, βασιλιά της θεσσαλικής Μελίβοιας, πλέοντας εναντίον της Τροίας. Μαζί τους είχε εκστρατεύσει. Αλλά την Τροία ποτέ δεν την είδε. Ένα δηλητηριώδες ιερό φίδι τον δάγκωσε στο πόδι όταν σταμάτησαν στο νησί Χρυσή. Τα βογκητά του από τους αφόρητους πόνους που του προξενούσε η πληγή η οποία κακοφόρμισε και η ανυπόφορη αποφορά της οδήγησαν τον Αγαμέμνονα, τον Μενέλαο και τον Οδυσσέα στην απόφαση -που ο τελευταίος εκτέλεσε- να τον αφήσουν στην Λήμνο.
Έχει ο καιρός γυρίσματα όμως. Η Τροία, δέκα χρόνια μετά, πολιορκημένη ακόμα από τους Έλληνες, παραμένει άπαρτη. Και ένας χρησμός λέει πως δεν θα πέσει παρά μόνον από το χέρι του γιου του νεκρού πια Αχιλλέα, του Νεοπτόλεμου, και μόνον εφόσον πολεμήσει με το τόξο του Ηρακλή. Το τόξο όμως είναι στα χέρια του Φιλοκτήτη. Του το κληροδότησε ο ήρωας όταν τον βοήθησε να βρει τη λύτρωση ανάβοντας τη νεκρική πυρά του.
Οι Έλληνες αναγκάζονται να στείλουν τον Οδυσσέα, που ο Φιλοκτήτης μισεί, μαζί με τον Νεοπτόλεμο να το πάρουν. Αλλά να το πάρουν μόνο με δόλο θα μπορέσουν. Ο «ειδικευμένος» στις πλεκτάνες Οδυσσέας καταστρώνει το σχέδιο: ο Νεοπτόλεμος, πού πήγε στην Τροία μετά το θάνατο του πατέρα του τον οποίο, άλλωστε, ο Φιλοκτήτης εκτιμούσε -άρα δεν είναι ύποπτος στα μάτια του-, εμφανίζεται στον εγκαταλειμμένο βασιλιά, που έχει επιζήσει ακριβώς χάρη στο τόξο του Ηρακλή, βρίζοντας τον Οδυσσέα και τους Ατρείδες ώστε να εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη του και λέγοντάς του πως επιστρέφει δήθεν δυσαρεστημένος από την Τροία στο νησί του, την Σκύρο. Απώτερος σκοπός του, να κλέψει το τόξο του.
Ο Φιλοκτήτης τον ικετεύει να τον πάρει μαζί του για να γυρίσει στην πατρίδα του. Και ο Νεοπτόλεμος υποκρίνεται πως θα το κάνει. Ένας ναύτης, μεταμφιεσμένος σε έμπορο και δασκαλεμένος από τον Οδυσσέα, έρχεται για να ενισχύσει την απόφαση του Φιλοκτήτη: αναγγέλλει πως οι Έλληνες δήθεν κυνηγούν τον Νεοπτόλεμο που έφυγε από τον πόλεμο και πως ο Οδυσσέας έρχεται να σύρει με τη βία τον Φιλοκτήτη στην Τροία γιατί ένας χρησμός το ζητάει. Ο Φιλοκτήτης τον πιστεύει αλλά παθαίνει μεγάλη κρίση από την πληγή του. Και πριν αναπαυτεί για να ηρεμήσει, εμπιστεύεται το τόξο του Ηρακλή στον Νεοπτόλεμο.
Ο νέος μπροστά στον πόνο κλονίζεται. Δεν αντέχει άλλο να ψεύδεται. Εξομολογείται την αλήθεια στον Φιλοκτήτη. Αλλά επιμένει πως πρέπει να εκτελέσει το καθήκον του: να μεταφέρει το τόξο του Ηρακλή στην Τροία. Ο Οδυσσέας εμφανίζεται επιθετικός: θέλει να εξαναγκάσει με τη βία τον Φιλοκτήτη που ξέρει καλύτερα την τέχνη του τόξου του Ηρακλή να γυρίσει στην  Τροία. Σε απόγνωση ο Φιλοκτήτης προσπαθεί να αυτοκτονήσει. Τότε ο Νεοπτόλεμος μεταστρέφεται εντελώς και, αφού συγκρουστεί με τον Οδυσσέα, επιστρέφει στον ανήμπορο άντρα το τόξο, προσπαθώντας να τον πείσει με επιχειρήματα να τον πάρουν μαζί τους στην  Τροία όπου θα μπορέσουν να γιατρέψουν και την πληγή του. Ο Φιλοκτήτης και πάλι αρνείται. Αλλά το είδωλο του Ηρακλή που εμφανίζεται τον πείθει. Ο Φιλοκτήτης, με το τόξο του στο χέρι, ακολουθεί συμβιβασμένος τον Οδυσσέα και τον Νεοπτόλεμο στην Τροία.
Ο Σοφοκλής με τον «Φιλοκτήτη» του (409 π.Χ.) -όπου, κατά τη γνώμη μου, έχει δεχτεί επιδράσεις από τον Ευριπίδη- προβάλλει ένα ηθικό ζήτημα: τι σημαίνει καθήκον και τι εντιμότητα. Σε ένα έργο μεστό -έργο ωριμότητας-, χωρίς ίσως το μέγεθος των κορυφαίων του αλλά που σήμερα μπορεί να διαβαστεί ως κείμενο μπεκετικών αποχρώσεων.
Η παράσταση. Ο Κώστας Φιλίππογλου ανέλαβε τη σκηνοθεσία χωρίς καμία πείρα στο αρχαίο δράμα. Ίσως αυτό να ήταν ένα πλεονέκτημά του: αντιμετώπισε την τραγωδία με αθωότητα. Η πρώτη σοφή του κίνηση ήταν να ακουμπήσει στη μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα: λόγος καθαρός, κρυστάλλινος, άμεσος, βαθύτατα ποιητικός -διαφώνησα μόνο με εκείνο το «ποτέ των ποτών»- χωρίς αυτό να αποβαίνει εις βάρος της θεατρικότητας. Μία μετάφραση από έναν ποιητή που δεν αντιμετωπίζει τη μετάφραση ως φασόν.
Στα χνάρια αυτής της καθαρότητας, της λιτότητας της μετάφρασης πορεύτηκε και η παράσταση. Ο Φιλίππογλου φάνηκε να έψαξε το κείμενο του Σοφοκλή με τους ηθοποιούς του μέσα από όλες τις πτυχές του, φανερές και κρυφές. Τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας τα έφερε στο φως όπως είναι: χωρίς τερτίπια, χωρίς σκηνοθετισμούς και εξυπνακισμούς, χωρίς καμία διάθεση να εντυπωσιάσει, χωρίς να προσπαθήσει να αποδείξει πόσο πιο έξυπνος είναι από το κείμενο του Σοφοκλή. Απλώς τα φώτισε.
Η κίνηση είναι από τα βασικά στοιχεία στις σκηνοθεσίες του -το λεγόμενο «σωματικό θέατρο». Ο φόβος είναι μήπως αυτό μεταβληθεί σε μανιέρα -διά πάσαν νόσον… Με τη συγκεκριμένη παράσταση ο Κώστας Φιλίππογλου απέδειξε πως διέφυγε τον κίνδυνο. Και πως μπορεί πολύ καλά να χειριστεί το στοιχείο αυτό της σκηνοθετικής του ταυτότητας. Τα τρεχαλητά του Χορού και των ηθοποιών δεν ήταν του «τρέχω για να τρέχω»: ήταν βγαλμένα, ξεκολλημένα από το υπο-κείμενο και ενταγμένα στο κείμενο με απόλυτο έλεγχο, χωρίς ούτε μία στιγμή να περισσεύουν, να ξεχειλίζουν. Η Φρόσω Κορρού που είχε την επιμέλεια της κίνησης απεδείχθη πολύτιμη συνεργάτισσα του σκηνοθέτη: απέφυγε τα άγονα στιλιζαρίσματα και πολύ σωστά κατέληξε, με το σκηνοθέτη προφανώς, σε μία κίνηση ελεύθερη, «ακατέργαστη» -για Χορό ναυτών πρόκειται άλλωστε-, μαλακή, ρέουσα -ακόμα και στις αλλαγές των σκηνικών-, που κάποιες στιγμές γινόταν δικαιολογημένα εκρηκτική -συναρπαστικά εκρηκτική.
Αλλά δεν τελειώνει εδώ ο κατάλογος των πολύτιμων συνεργατών της παράστασης -θα ήταν πολύ τυπικό να μιλήσω απλώς για συντελεστές μετά το σκηνικό αποτέλεσμα που είδα. Ο Κένι ΜακΛέλαν, για άλλη μια φορά μέσα στο πνεύμα της σκηνοθεσίας, φιλοτέχνησε ένα καλόγουστο σκηνικό: σχεδίασε, κλεισμένο με έναν ελαφρό, χαμηλό μεταλλικό φράχτη σαν στεφάνι, ένα αλώνι/ρινγκ μέσα στο οποίο διεξάγεται ο αμφίρροπος αγώνας -μία από τις μπρεχτικές νότες της παράστασης- των τριών ηρώων και του Χορού. Και έδειξε ακριβώς πόσο αμφίρροπος είναι με τα μαδέρια που, τοποθετημένα πάνω σε μεταλλικές βάσεις -τα μέταλλα σε χρώμα σκουριάς- μετατρέπονταν σε τραμπάλες. Το κοστούμια του, σε αποχρώσεις γαιώδεις, σκοτεινές, ολοκλήρωναν μία υψηλής αισθητικής πρόταση που δεν κραύγαζε όμως την υψηλή αισθητική της - διακριτικότητα όχι επιφανειακή. Το σκηνικό αναδείκνυαν οι έξοχα σχεδιασμένοι από τον Νίκο Βλασόπουλο φωτισμοί, με τις απόκοσμες σκιές που αναπτύσσονταν πάνω στον τοίχο του Ηρωδείου. Οι μουσικές των Lost Bodies που έστιξαν εξαίρετα το κείμενο των Σοφοκλή/Μπλάνα ολοκλήρωναν μία άποψη ουσιαστικά μοντέρνα που δεν επεδείκνυε, όμως, τη μοντερνικότητά της.
Μέσα στο περίβλημα αυτό ο Κώστας Φιλίππογλου κίνησε με τέλειους ρυθμούς και με μερικές αποτελεσματικότατες παύσεις -μουσικήν εποίησε- μία παράσταση ποιητικότατη, αν και πάνω σε ένα έργο σκληρό. Μία παράσταση με μέτρο σε όλα, όχι απλώς συνεπή, αλλά -δεν μετράω τα λόγια μου όταν ενθουσιάζομαι- έξοχη. Με πολλές συγκλονιστικές σκηνές. Κορυφαία, το μοίρασμα του ρόλου του είδωλου του Ηρακλή στα μέλη του Χορού με σελίδες χαρτιού, ως έπεα πτερόεντα, να ίπτανται πάνω από τη σκηνή -τι πιο καίριο σχόλιο για τη θεϊκή παρέμβαση που οδηγεί στο συμβιβασμό και εξουδετερώνει κάθε έννοια ελευθερίας και ανεξαρτησίας…
Οι ερμηνείες. Πολύ καλή η σκηνική σχέση που είχαν αναπτύξει οι ηθοποιοί των τριών βασικών ρόλων.
Με ενόχλησε στην αρχή η εξεζητημένη εκφορά του λόγου με τα έντονα συριστικά από τον Μιχαήλ Μαρμαρινό. Αλλά στη συνέχεια ο ηθοποιός με αποστόμωσε και με ανάγκασε να τα ξεχάσω. Ο Μαρμαρινός έπιασε το ρόλο εκεί όπου, ίσως, άλλοι τον αφήνουν, τον κατέκτησε και ακολουθώντας με πίστη και αφοσίωση πρωτάρη τη σκηνοθεσία -αυτός, ένας, κατά βάση, σκηνοθέτης και μάλιστα με πολύ ισχυρό προσωπικό στίγμα!-, με κίνηση που μιλούσε, έδωσε ένα Φιλοκτήτη, βασανισμένο, καταρρακωμένο, πονεμένο όχι μόνο σωματικά, που αναγκάζεται να ταπεινωθεί αλλά δεν το βάζει κάτω. Και στο τέλος έγινε βαθιά συγκινητικός.
Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης έκανε τον καλύτερο, ίσως, ρόλο του δίνοντας τον Οδυσσέα με μία σαφή αλλά και με μέτρο ειρωνεία και τον Έμπορο, που κατά τη σκηνοθεσία είναι ο ίδιος ο Οδυσσέας μεταμφιεσμένος, με χιούμορ.
Αφήνω τελευταίο τον Αιμίλιο Χειλάκη. Επαναλαμβάνω για άλλη μία φορά πως τον θεωρώ όχι απλώς το μείζον τάλαντο της γενιάς του αλλά και έναν από τους σημαντικούς ηθοποιούς που έχουν περάσει από την  ελληνική σκηνή. Δεν είναι μόνο η εμφάνισή του, η φωνή, η κίνησή του, το Μέγεθός του. Γεννημένος για τους μεγάλους ρόλους, τους αντιμετωπίζει χωρίς την -καταστροφική όταν προηγείται και του ρόλου… -έπαρση «είμαι ο μοναδικός». Τους αντιμετωπίζει εις βάθος και πλάτος, καίρια. Αυτό έκανε και με τον Νεπτόλεμο: μία ερμηνεία ουσιώδης, που δεν επιδεικνύεται αλλά εξυπηρετεί το συνολικό παραστασιακό αποτέλεσμα.
Το συμπέρασμα. Μία εξαίρετη, κατά τη γνώμη μου, παράσταση. Η καλύτερη του φετινού Φεστιβάλ Επιδαύρου -έστω και αν δυστυχώς ήταν η μόνη που δεν είδα στην Επίδαυρο-, η καλύτερη παράσταση του φετινού καλοκαιριού -ελάχιστες δεν έχω δει- και μία νέα πρόταση στην ερμηνεία της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας από τις εντελώς ελάχιστες ολοκληρωμένες των τελευταίων δεκαετιών, ισάξια σχεδόν με τον «Οιδίποδα τύραννο»-τομή του Τσέζαρις Γκραουζίνις, που, σημειώστε, πως και πάλι ήταν παραγωγή πρωτοβουλίας Αιμίλιου Χειλάκη. Πολύ λυπάμαι που δεν την είδα νωρίτερα για να σας τη συστήσω παρά μόνο στη χτεσινή, τελευταία της παρουσίαση. Θέλω να ελπίζω πως μετά τη θριαμβευτική υποδοχή της οποίας έτυχε θα την επαναλάβουν το επόμενο καλοκαίρι. Πρέπει! Αν συμβεί αυτό, μην τη χάσετε με τίποτα.

Ωδείο Ηρώδου Αττικού, Φεστιβάλ Αθηνών, από την Aρτivities και το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Πάτρας, 6 Σεπτεμβρίου 2014.

«Τρωάδες» χωρίς νεύρο



Το έργο. Η Τροία, μετά από δεκαετή πολιορκία των Ελλήνων, έχει πέσει. Όλοι οι άντρες της έχουν σφαχτεί. Και οι γυναίκες της, με πρώτες τις επιζώσες της βασιλικής της οικογένειας, αιχμάλωτες, ριγμένες στην ακτή, έξω από τα τείχη της συλημένης πόλης, περιμένουν να μάθουν την τύχη τους. O Ποσειδώνας που στάθηκε δίπλα στους Τρώες και η Αθηνά, που είχε πάρει το μέρος των Ελλήνων αλλά τους είδε να βεβηλώνουν τους ναούς της καθώς κατέστρεφαν την Τροία και έχει οργιστεί, συμμαχούν με ένα στόχο: να τιμωρήσουν σκληρά την  έπαρση των νικητών κατά την επιστροφή τους στην Ελλάδα.
Εκείνοι, όμως -τραγική η  ειρωνεία…-, προς το παρόν συνεχίζουν το έργο τους. Η Εκάβη, η τρωαδίτισσα βασίλισσα, χήρα πια του Πριάμου, μαθαίνει από τον κήρυκά τους, τον Ταλθύβιο, τα μαντάτα: θα συρθούν όλες στον εξανδραποδισμό. Η ίδια προορίζεται για σκλάβα του μισητού Οδυσσέα που με το τέχνασμα του Δούρειου Ίππου του έγινε ο μοχλός για την πτώση της Τροίας. Την κόρη της, την Κασσάνδρα, τη σεβάσμια ιέρεια/προφήτισσα του Απόλλωνα, θα την πάρει μαζί του ως παλλακίδα ο Αγαμέμνονας, ο αρχιστράτηγος των Ελλήνων, που ήδη τη βίασε και τη μίανε. Τη νύφη της, την Ανδρομάχη, χήρα του πρωτότοκού της Έκτορα, ο γιος του Αχιλλέα, ο Νεοπτόλεμος.
Η Κασσάνδρα σε έκσταση προφητεύει το άδοξο τέλος του Αγαμέμνονα και το δικό της από φονικό χέρι όταν γυρίσουν στο Άργος και το ξεθεμελίωμα των Ατρειδών. Η Ανδρομάχη φέρνει το νέο πως οι Έλληνες έχουν ήδη σκοτώσει την άλλη κόρη της Εκάβης, την Πολυξένη -θυσία στον τάφο του Αχιλλέα-, αλλά την περιμένει το χειρότερο: οι νικητές θα της πάρουν από τα χέρια το παιδάκι της, τον Αστυάνακτα. Για να το σκοτώσουν. Είναι γιος του Έκτορα, είναι ο μόνος αρσενικός Τρώας που έχει επιζήσει, ίσως κάποτε ξαναέχτιζε την Τροία.  Όταν εμφανιστεί ο Μενέλαος με την Ελένη, τη σύζυγό του, που η -με τη βούλησή της- απαγωγή της από τον Τρώα Πάρη έγινε η αφορμή του φονικού πολέμου και που την έχει πάρει πίσω με το σκοπό να τη σκοτώσει, οι γυναίκες αδειάζουν όλο το μίσος τους πάνω της και ζητούν την άμεση σφαγή της. Ο Μενέλαος, όμως, την παίρνει μαζί του στην Ελλάδα, μεταθέτοντας την τιμωρία της. Όλα δείχνουν πως η αδάμαστη Ελένη στο πλοίο της επιστροφής θα πείσει με τα επιχειρήματά της και την ομορφιά της -το βασικότερο των επιχειρημάτων της…- τον διστακτικό, άβουλο μπροστά της, απατημένο σύζυγο για την «αθωότητά» της και θα κερδίσει το παιχνίδι.
Η τραγωδία θα κλείσει με τις Τρωαδίτισσες, αφού νεκροστολίσουν με τη γιαγιά του, την Εκάβη, το νεκρό πια κορμάκι του Αστυάνακτα, να σύρονται στα ελληνικά καράβια ενώ, πίσω τους, η συλημένη πόλη παραδίδεται στη φωτιά και τα υπολείμματα των τειχών της συντρίβονται.
Ο Ευριπίδης, με τις «Τρωάδες» του (415 π.Χ.), γραμμένες λίγο μετά τον αφανισμό από τους Αθηναίους της Μήλου -τη σφαγή και τον εξανδραποδισμό των κατοίκων της ως τιμωρία γιατί θέλησαν να μείνουν ουδέτεροι στον πόλεμο τους με τους Σπαρτιάτες- δεν υπέμνησε μόνον οικεία κακά, όπως πιστεύεται. Μιλώντας για τα δεινά, για τις αγριότητες του πολέμου άφησε μία τραγωδία η οποία μπορεί να μην είναι η αρτιότερη που έχει γράψει καθώς της λείπει η συνοχή αλλά παρέμεινε και παραμένει δυστυχώς πάντα συγκλονιστικά επίκαιρη: ο Πόλεμος ποτέ δεν τελειώνει.
Η παράσταση. Ο Θέμης Μουμουλίδης θέλησε να «αποτραγωδιοποιήσει» τις «Τρωάδες» πιστεύοντας πως θα τις φέρει πιο κοντά μας. Επενέβη ελαφρά στο κείμενο της επαρκούς μετάφρασης του Κ. Χ. Μύρη και το επεξεργάστηκε με την Παναγιώτα Πανταζή προσθέτοντας κάποια κείμενα σύγχρονων μαρτυριών πολέμου, κατέβασε τους δύο θεούς του προλόγου, παρά τις μάσκες που τους έβαλε, σε επίπεδα καθημερινά, σχεδόν αγοραία -ο Ποσειδώνας εμφανίζεται να κάνει ποδόλουτρο σε μία τσίγκινη λεκάνη-, περίπου εξαφάνισε το Χορό μετατρέποντας τα στάσιμα σε μέρη διαλογικά και αντικαθιστώντας ένα από αυτά αποκλειστικά με τις μαρτυρίες, πρόσθεσε έναν διαχρονικό στρατιώτη που ανοίγει και κλείνει το έργο και έδωσε ένα ρεαλιστικό ύφος στην όλη παράσταση.
Σε έργα τόσο πολυπαιγμένα κάθε πρακτική νομιμοποιείται πια με αιτούμενο την ανανέωσή τους και την ανανέωση του ενδιαφέροντος του κοινού. Το θέμα είναι η υλοποίηση της κάθε άποψης. Πιστεύω πως ο σκηνοθέτης εδώ δεν πέτυχε. Χάνεται το τραγικό μέγεθος αλλά τίποτα δεν έχει βρεθεί να το αντικαταστήσει, να το αντιστοιχίσει -πράγμα που είχε καταφέρει ο Γιάννης Τσαρούχης το 1977 όταν ανέβασε την ίδια τραγωδία. Το αποτέλεσμα, όπως εγώ τουλάχιστον το εισέπραξα, είναι άχρωμο, άνευρο και αδιάφορο. Μία παράσταση επίπεδη, χωρίς εσωτερική ένταση, άσφαιρη.

Ο Γιώργος Πάτσας ύψωσε ένα μεταλλικό τείχος με κάγκελα φυλακής, σκηνικό ταιριαστό με την παράσταση, που, καλά φωτισμένο, γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον αλλά τα κοστούμια της Παναγιώτας Κοκκορού, χωρίς προσωπικότητα, δεν κομίζουν κάτι ιδιαίτερο. Ο Θύμιος Παπαδόπουλος με τις μουσικές του και ο Γιάννης Λαμπρόπουλος που σχεδίασε τους απειλητικούς ήχους έχουν συμπορευτεί αποτελεσματικά με τη σκηνοθετική γραμμή.
Οι ερμηνείες. Η σκηνοθεσία δεν κατάφερε να οδηγήσει στην υπέρβαση και τους καλούς έως πολύ καλούς ηθοποιούς της διανομής.
Η Φιλαρέτη Κομνηνού, νέα ακόμη, ίσως, για να παίξει Εκάβη αλλά ιδανική για την τραγωδία -εμφάνιση, φωνητικό μέταλλο, κίνηση, μέγεθος- παίζει το ρόλο με τη γυμνασμένη τεχνική της αλλά στεγνά, ατσαλάκωτα, τυποποιημένα, καθωσπρεπικά, χωρίς να μεταδίδει -σε μένα τουλάχιστον δεν μετέδωσε- συγκίνηση, χωρίς να βγάζει τα σπλάχνα της. Συγκίνηση ένοιωσα μόνο στο θρήνο της πάνω από το νεκρό κορμάκι του Αστυάνακτα. Αλλά δεν μου ήταν αρκετή.
Συγκίνηση αντίθετα μου μετέφερε η Μαρία Πρωτόπαππα-Ανδρομάχη, η μόνη, κατά τη γνώμη μου, που ξεχωρίζει στην παράσταση. Η Ιωάννα Παππά ζορίζεται και ζορίζει τη φωνή της άκαρπα ως Κασσάνδρα. Και τα μικροφωνικά τερτίπια -έκο κλπ- που της πρόσθεσε η σκηνοθεσία αντί να μεγεθύνουν, πιστεύω ότι μειώνουν το αποτέλεσμα, το κάνουν τεχνητό. Η Ζέττα Δούκα, μείζον τάλαντο, έχει παράστημα Ωραίας Ελένης αλλά η σκηνοθεσία την περιόρισε στην πόζα.
Ο Στέλιος Μάινας στον Ταλθύβιο, τον πιο άχαρο ίσως ρόλο του αρχαίου ελληνικού δραματολογίου, δεν καταφέρνει παρά να διεκπεραιώσει. Ο Άρης Λεμπεσόπουλος, στον Ποσειδώνα με αλλοιωμένη φωνή και ήχους Λευτέρη Βογιατζή, είναι αποδοτικότερος στον Μενέλαο χωρίς να υπερβαίνει τα συνήθη του μέτρα. Η Λένα Παπαληγούρα εδώ περιορίζεται σε μία άχρωμη παρουσία. Σωστός σ’ αυτό που του ζητήθηκε ο Χρήστος Πλαΐνης.
Το συμπέρασμα. Ένα ακόμα περιττό ανέβασμα των «Τρωάδων».

Κατράκειο Θέατρο Νίκαιας, από το θίασο «5η Εποχή Τέχνης» και το ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας, 5 Σεπτεμβρίου 2014. 

September 4, 2014

Αναζητώντας το χαμένο χαϊμαλί


Το Τέταρτο Κουδούνι / 4 Σεπτεμβρίου 2014

«Γιώργο, γερά, να φύγει η Δεξιά». Φώναζαν κατά τη διάρκεια της ομιλίας του Γιώργου Παπανδρέου σε εκδήλωση για τα σαράντα (χρόνια) του ΠΑΣΟΚ. Του ΠΑΣΟΚ, του κυβερνώντος ομού μετά της Νέας Δημοκρατίας. Το γαρ πολύ της διάλυσης γεννά παραφροσύνη. Είναι ΑΚΡΙΒΩΣ αυτό που λένε «η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα». Καραφαρσάρα θα ’λεγα.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…


Η βουλευτίνα της Νέας Δημοκρατίας κ. Τάνια Ιακωβίδου έθεσε στην Βουλή την (ξεκαρδιστική) ερώτηση -πως το Φεστιβάλ Επιδαύρου «ρέπει επικίνδυνα προς έναν αμοραλιστικό ελιτισμό» και πως πρέπει να το αναλάβει, λέει, το Εθνικό Θέατρο-, ο δήμαρχος Επιδαύρου εκπροσωπών τους συν αυτώ ταβερνιάρηδες/ξενοδόχους/βεντζινάδες ψηφοφόρους του απεφάνθη για «κακή ποιότητα των παραστάσεων που επιλέγονται στα Επιδαύρια», ο Κιμούλης δε χάνει την ευκαιρία να επιτεθεί εναντίον του Γιώργου Λούκου μέχρι και στις «Θεσμοφοριάζουσές» του τον «σατιρίζει», να τώρα κι η πρόταση που κατέβασε, μέσω δημοσιεύματός του στην «Ελευθεροτυπία», ο διευθυντής της δραματικής σχολής του Εθνικού Κώστας Γεωργουσόπουλος -πλήρης πρόταση με παλαιές ιδέες από άλλες εποχές και για άλλες εποχές, κάτι σα να την κάνει η πανελλήνια Ένωση Συνταξιούχων Φιλολόγων (πρόταση που την ξανακούσαμε και πέρσι και πρόπερσι) με τον εύγλωττο τίτλο «Νέα Επιδαύρια»- όπου αφού (ξανα)ομιλεί για «ευτελισμό του Φεστιβάλ» μας (ξανά)τονίζει, μπας και δεν το καταλάβαμε, ότι τα «Νέα» Επιδαύριά του θα πρέπει να ’ναι ένα φεστιβάλ «αποσχισμένο από το Φεστιβάλ Αθηνών». 
Ενώ το Χατζακιστάν αφήνει να διαρρεύσει πως «το Εθνικό δεν ενδιαφέρεται ν’ αναλάβει το Φεστιβάλ Επιδαύρου» (α, ναι;) κι αφήνει τα φερέφωνά του να ομιλούν -παλαιά τακτική αυτή, δοκιμασμένη. Εν συνόψει, δηλαδή, όλοι οι γνωστοί και μη εξαιρετέοι, παρόντες στην πίστα.
Καλοστημένο μού φαίνεται το πραξικόπημα που ετοιμάζεται -με τη συμπαράσταση πολιτικών αναλόγου διαμετρήματος βέβαια. Ένας νεανικός, ολόφρεσκος άνεμος φαίνεται να πνέει στην Επίδαυρο. Σιγά, παιδιά, όμως, μη σας πάρει και σας σηκώσει ο άνεμος. Διότι Αίολος ειν’ αυτός, έτσι κι ανοίξει τον ασκό…
Δεν εννοώ πως δεν έχουν όλοι αυτοί τα δίκια τους. Ο Γιώργος Λούκος -δε συμβαίνει να μασάω τα λόγια μου- αμήχανος στάθηκε στην Επίδαυρο. Περιόρισε τους κληρονομικώ δικαίω «μονιμάδες» του Φεστιβάλ που τίποτα δεν είχαν να πουν πια αλλά συνέχιζαν από κεκτημένη ταχύτητα, έσφιξε τα γκέμια στους μεσάζοντες, έφερε νέους, κάλεσε ξένους, υπήρχαν κάποια καλά αποτελέσματα αλλά Φεστιβάλ Επιδαύρου με φυσιογνωμία, με άξονα, με άποψη, με πρόγραμμα συγκροτημένο δεν έκανε. Σαν ερανίσματα μου φαινόταν αυτές οι παραστάσεις ενώ με την έλευση της κρίσης, όταν παρέδωσε και πάλι το θέατρο για πολλά διήμερα σ’ αυτούς που «τα φέρνουν», το πράγμα θόλωσε εντελώς.
Αλλά πάλι να καταλήξουμε σ’ ένα φεστιβάλ/φιλολογική εσπερίδα όπου, όπως στους «Πέρσες» γίνεται η επίκληση στον Δαρείο κι εμφανίζεται το φάντασμά του, να χτυπιόμαστε στα πατώματα και να κάνουμε επίκληση στον Ροντήρη να γυρίσει απ’ τον τάφο -διότι όλοι αυτοί οι προγραμματισμοί οι μεγαλεπήβολοι εκεί στοχεύουν, σίγουρος είμαι… -, πολύ μούχλα μού κάνει.
Ο Κώστας Καραμανλής συνδέθηκε -εκών, άκων- μ’ ένα φρεσκάρισμα των βασικών καλλιτεχνικών θεσμών. Ο Αντώνης Σαμαράς με το ακριβώς αντίθετο στο χώρο του πολιτισμού -για να μην επεκταθώ…: τη μούχλα. Θα το τραβήξει το σκοινί μέχρι την Επίδαυρο; Αυτά τα καταγράφει η ιστορία, ας προσέξει λίγο…


Σκάβουν ’δώθε για να βρούνε τον Μεγαλέξαντρο θαμμένο εντός ελληνικού εδάφους, σκάβουν και ’κείθε των συνόρων, όπως διάβασα απ’ τον πάντα ενημερωμένο στα θέματα της ακατονόμαστης γείτονος Σταύρο Τζίμα, στην «Καθημερινή», μπας και τον βρουν εντός εδάφους πουΓουΔουΜικού. Εδώ τάφος, εκεί τάφος, πού ’ν’ ο τάφος τελικά; Το λειτούργημα του παπατζή λειτουργεί και πάλι. Όχι με τράπουλα, με κτερίσματα πια…
Δεν ξέρω αν επισκέφθηκε αιφνιδιαστικά, α λα Σαμαράς εδώ, κι ο Γκρούεφσκι τις -εκεί- ανασκαφές. Απλώς γι άλλη μια φορά σιγουρεύομαι πως η ανοησία περισσεύει και ’δώθε και ’κείθε των συνόρων. Άσε που κάτι μου λέει πως ο Μεγαλέξαντρος έτοιμος είναι να τους τη σκάσει και των δυονών. Κι άντε μετά τι να απαντήσουν στην Γοργόνα, την αδερφή του…
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή… Ή, μάλλον, όλος ο τάφος, μια σκηνή…, θα ’ταν το ακριβέστερο στην περίπτωση.



Αυτή την επί σκηνής «Παλλάς» συνύπαρξη Ρένης Πιττακή και Γιώργου Μαργαρίτη άλλως Μαγκάρετ, που θα συμμετάσχει επίσης, όπως διάβασα στο onlytheater.gr, στον «Αγαπητικό της βοσκοπούλας», με σκηνοθέτη τον Πέτρο Ζούλια, δεν την εννόησα πλήρως και εις βάθος -την ακριβή αναγκαιότητά της, δηλαδή- αλλά μ’ έχει συγκλονίσει…



Είδα στην αυλή του δημαρχείου της Κηφισιάς, στο πλαίσιο των «Μενανδρείων 2014» τον «Πλούτο» του «Θεάτρου του Νοτίου Αιγαίου» σε σκηνοθεσία Ζαχαρία Αγγελάκου. Δε θέλω να γράψω τίποτα γιατί σέβομαι, εκτιμώ και θαυμάζω κάποιους απ’ τους ηθοποιούς της διανομής κι ένοιωσα άσχημα να τους βλέπω εκεί. Παραθέτω, όμως, αντιγράφοντας κατά γράμμα απ’ το πρόγραμμα του «Πλούτου», τους στίχους του Κ.Χ. Μύρη (Κώστα Γεωργουσόπουλου) -του οποίου η μετάφραση χρησιμοποιήθηκε για την παράσταση της αριστοφανικής κωμωδίας κι ο οποίος υπογράφει και την «ανάλυση κειμένου»- για ένα απ’ τα «τραγούδια», όπως αναφέρονται στο πρόγραμμα, της παράστασης σε μουσική Αντώνη Κυζούλη -εντελώς κωμαστικό όμως, σκέτο γαμοτράγουδο- με τον τίτλο «Βουκολικό άσμα ‘Να’μουνα σαν τον Κύκλωπα’»:
«Να ’μουνα σαν τον Κύκλωπα/τσέλιγκας στα λαγκάδια/να σαλαγάω πρόβατα/να βόσκω τα κριάρια.
Χορέψτε προβατίνες μου/κατσίκια και γελάδια/τράγοι κουνάνε τ’ αχαμνά/κατσίκες τα μαστάρια.
Κι ένα καυλί, τρανό καυλί/να κυνηγάει το χαϊμαλί.
Να ’μουνα καλικάντζαρος/και να ’βγαινα σεριάνι/ν’ αντάμωνα τον Κύκλωπα/στα δάση μοναχό.
Στον ύπνο του να ρεύεται/να βρίζει και να κλάνει/και να ξερνάει τον άμπακο/χωρίς σταματημό.
Με ένα παλούκι μυτερό/να του ’βγαζα το μάτι/γιατί τον έχω από καιρό/μανία και γινάτι.
Έγινα Κίρκη μάισα/και βότανα σε τάισα/έκανα πίτα με σκατά/να φας και να χορτάσεις/και σαν γουρούνι βρωμερό/ τη φούσκα σου να σπάσεις.
Χώνω τη μούρη σου μωρή/στην πίτα σου την βρωμερή/σου σπάω τα παΐδια/και σε κρεμάω τ’ ανάποδα/κάνω κεφαλοκλείδωμα/και σου ζουμπάω τ’ αρχίδια».
Κίνκι, έτσι; Σχεδόν αγγίζει το μαρκήσιο ντε Σαντ…



Είδα και τη βασισμένη στην «Οντίν» του Ζαν Ζιροντού -για τον οποίο ομολογώ πως δεν τρέφω και τα καλύτερα των αισθημάτων…- και του -πολύ παλαιού πια…- 1938 «Νεράιδα». Απ’ την ομάδα «Naan». Σε σκηνοθεσία Φρόσως Λύτρα. Υπέροχη η αίσθηση του νερού μέσα στο οποίο παίζεται -έξοχη η ιδέα αλλά δε μούλιασαν αυτοί οι έρμοι οι ηθοποιοί;- κι ακόμα πιο υπέροχη η αίσθηση ανάμεσα στα κομμένα σα με το μαχαίρι βράχια της - κρυμμένης απ’ τη μεγάλη- μικρής λίμνης της Βουλιαγμένης. Αλλά… Ναι, καλές, κάλλιστες οι site specific παραστάσεις. Αρκεί να υπάρχει παράσταση. Και κείμενο…


Για κάποιο σεμινάριο σκηνοθεσίας κινηματογράφου διάβασα. Τίτλος του, «Κάν’ το όπως ο Μπέργκμαν». Μήπως είναι κομμάτι υπερβολικός; Λέω, μήπως.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…



Πολύ καλό το -δίγλωσσο μάλιστα, ελληνικά κι αγγλικά- πρόγραμμα των «Περσών» του ΚΘΒΕ σε σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη -προϊσταμένη εκδόσεων Ελπίδα Βιάννη. Προσεγμένο περιεχόμενο και σχεδιασμός. Πολύ ενδιαφέροντα κομμάτια, ειδικά γραμμένα, όπως το σφιχτό, καίριο του Δημήτρη Μαρωνίτη, ή ερανισμένα -όχι αβασάνιστα και πρόχειρα. Θα ’θελα, πάντως, μια αναφορά στα προηγούμενα ανεβάσματα της τραγωδίας απ’ το ΚΘΒΕ -δηλαδή στο ένα και μοναδικό του 1978 απ’ τον Σπύρο Ευαγγελάτο.
Και το βασικό: απ’ τα βιογραφικά που καλύπτουν τους πάντες της παράστασης αδικαιολόγητα λείπει του Πάνου Μουλλά που υπογράφει τη μετάφραση. Παράλειψη επώδυνη όταν ξέρουμε πως, εκτός του ότι ήταν ένας εξαίρετος φιλόλογος και μεταφραστής, έχει φύγει απ’ τη ζωή το 2010. Οπότε ακόμα κι ένα ξεχωριστό αφιέρωμα θα περίμενα.


Πρώτα τους τροφοδοτούν με ειδήσεις τους -τα καταχρηστικά λεγόμενα «αποκλειστικά». Τους χρίουν επί της γης εκπροσώπους τους. Ή τους αναθέτουν -απροκάλυπτα, επίσημα…- τις δημόσιες σχέσεις τους. Και το γλείψιμο πάει σύννεφο -λίμνη τα σάλια, βουνό οι «Μεγάλοι» κι οι «Θεές», κύμα οι «αγάπες» κι οι «λατρείες», η απόλυτη ταύτιση, τρωγοπίνουν μαζί, κολλητηλίκια, «κώλος και βρακί» που λέγανε παλιά… Αν, κατόπιν, τύχει και τα σπάσουν, για τον Α ή Β λόγο, να μην είστε μπροστά. Να μην είστε! Διότι αρχίζει το λεγόμενο ξεκατίνιασμα. Βασικά μέσω facebook -είναι το γόνιμο έδαφος όπου ανθούν, το καρπερό χωράφι που τους τρέφει. Τέρμα τα θυελλώδη likes και τα μέχρι δακρύων comments και τα ενθουσιώδη shares. Αντ’ αυτών, τα καρφιά, και τα υπονοούμενα, και τα unfriend, και τα block, και τα reports -δίνουν και παίρνουν, σύννεφο σας λέω. Εν ολίγοις, δηλαδή, τα πράγματα μπαίνουν στη θέση που τους αρμόζει. Όμοιος ομοίω αεί πελάζει που λέγανε τότε; Ε, αυτό. Κι είναι εξαιρετικά διασκεδαστικό.


«Πάμε πολύ καλά. Η ελληνική οικονομία είναι σε ράλι»: ο πρωθυπουργός μας Αντώνης Σαμαράς φαντασιώνεται Φόρμουλα 1. Κοίτα τι έπαθε ο Σουμάχερ όμως...
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…

September 3, 2014

Το στρίβειν δια του… προξενιού


Το έργο. Ιβάν Κουζμίτς Ποντκαλιόσιν -Ποτκαλιόσιν κατά τη μετάφραση που χρησιμοποιείται: δημόσιος υπάλληλος στην Αγία Πετρούπολη, πρώτο μισό του 19ου αιώνα, όταν ανθίζει η μικροαστική τάξη -δημόσιοι υπάλληλοι, έμποροι, στρατιωτικοί… -, μίζερο, δειλό, αναποφάσιστο, άβουλο, παθητικό, τεμπέλικο ανθρωπάκι που έχει φτάσει σε ηλικία γάμου -ίσως και να την έχει περάσει…- χωρίς να έχει παντρευτεί. Διότι τρέμει το γάμο. Αλλά οι κοινωνικές συνθήκες το απαιτούν. Γι αυτό και έχει αναθέσει -πρακτική συνήθης τω καιρώ εκείνω στην Ρωσία- σε προξενήτρα, την Φιόκλα Ιβάνοβνα, να του βρει νύφη. Και την ταλαιπωρεί επί τρεις μήνες με την αναποφασιστικότητά του.
Πιο πρόσφατη πρότασή της την οποία με επαγγελματική ζέση υποστηρίζει, η Αγάφια Τιχόνοβνα: κόρη εμπόρου, με καλή προίκα, νέα, όμορφη… Ο Πο(ν)τκαλιόσιν παραμένει και πάλι αναποφάσιστος. Όταν όμως εισβάλλει στο σπίτι ο φίλος του ο Ιλιά Φόμιτς Κατσκαριόφ και ενημερώνεται επί του θέματος, παίρνει την υπόθεση στα χέρια του. Με δόλο αποσπά από την Φιόκλα τα στοιχεία της νύφης και, καθώς καθόλου δεν τη συμπαθεί επειδή του έχει προξενέψει τη νυν γυναίκα του με την οποία δεν είναι ευχαριστημένος, την παραμερίζει προς μεγάλη της οργή. Και κουβαλάει τον Πο(ν)τκαλιόσιν στο σπίτι της Αγάφια που μένει με τη γεροντοκόρη θεία της Αρίνα Παντελεΐμοβνα, όπου είναι συγκεντρωμένοι και άλλοι τρεις υποψήφιοι γαμπροί -ο ένας χειρότερος από τον άλλον…- μαζί με την Φιόκλα που τους έχει προξενέψει.
Η Αγάφια, άτομο επίσης δειλό και αναποφάσιστο, βρίσκεται στην πολύ δύσκολη θέση να αποφασίσει: ποιος θα είναι ο τυχερός; Ο σατανικός Κατσκαριόφ επιδέξια θάβει τους αντίζηλους στην Αγάφια και την Αγάφια στους αντίζηλους με αποτέλεσμα να αποσυρθούν κακήν κακώς. Έτσι, αναγκαστικά, η νύφη επιλέγει τον Πο(ν)τκαλιόσιν. Αλλά δεν αποφασίζει απλώς. Όταν βρίσκονται τετ α τετ, παρά την αμηχανία του, της αρέσει, επιπλέον, και πολύ. Εκείνος, όμως, πάντα αναποφάσιστος και δειλός, δεν της κάνει την πρόταση γάμου για την οποία ήρθε. Ο Κατσκαριόφ, που τα έχει όλα έτοιμα για αυθημερόν τελετή, τον σέρνει δια της βίας και τελικά επεμβαίνει και κάνει την πρόταση ο ίδιος εκ μέρους του φίλου του. Η Αγάφια λέει το ναι.
Αλλά, όταν γυρίζει, ντυμένη πια με το νυφικό, στο δωμάτιο, ο Πο(ν)τκαλιόσιν έχει εξαφανιστεί. Η υπηρέτρια τους ενημερώνει πως τον είδε να πηδάει από το παράθυρο: σε μία νέα κρίση δειλίας το έσκασε. Η Φιόκλα που είχε παραμεριστεί θριαμβεύει.
Ο Νικολάι Βασίλιεβιτς Γκόγκολ με τα «Παντρολογήματα» (1842) έγραψε μία δίπρακτη φάρσα αλλά μέσα από την απλή αυτή φόρμα και μέσα από την υπερβολή του γκροτέσκο, με ένα θέμα πολυχρησιμοποιημένο και με ήρωες τύπους κοινόχρηστους, καταφέρνει να σατιρίσει, να σαρκάσει κυνικά -και καίρια- την κοινωνία της εποχής του.
Η παράσταση. Ο Γιάννης Μπέζος ανέλαβε τη μετάφραση και τη σκηνοθεσία. Η μετάφραση (που δεν αναφέρεται από ποια γλώσσα έχει γίνει, στο προηγούμενο ανέβασμα του έργου από τον Γιάννη Μπέζο είχε χρησιμοποιηθεί η παλαιότερη που συνυπέγραφαν ο Λεωνίδας Καρατζάς και ο Δημήτρης Τάρλοου) έχει δώσει, όπως γίνεται πάντα, τον τόνο και στη σκηνοθεσία. Μολονότι, ευτυχώς, συγκρατήθηκε και δεν έχει ακολουθήσει τον ολισθηρό  δρόμο της φτήνιας που επέλεξε το χειμώνα για τον «Φιλάργυρο» του Μολιέρου, ο Γιάννης Μπέζος έχει προδώσει με τη μετάφραση αυτή και το γράμμα και, κυρίως, το πνεύμα του Γκόγκολ. Η γκογκολική δηκτική σάτιρα έχει μεταβληθεί σε ανόητες προσθήκες, εξυπνάδες και αστειάκια τηλεοπτικής κωμικής σειράς. Και όχι επιτυχημένα: άνοστα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, και συχνά σαχλά, με τα «αδερφίστικα» υπονοούμενα να συνεχίζουν με επιμονή να θεωρούνται ιδιαιτέρως γελαστικά -πολύ πασέ αντίληψη πια...
Η παράσταση ακολουθεί τη γραμμή αυτή: χωρίς καμία καινούργια άποψη, αβασάνιστη και εντελώς συμβατική. Έχει καλούς ρυθμούς, τσουλάει, τηρεί τα προσχήματα αλλά δεν αποφεύγει την ευτέλεια και την ευκολία -τόσο που απορείς. Περί γκογκολικού ύφους ούτε λόγος να γίνεται. Το γκροτέσκο του Γκόγκολ μετατρέπεται σε χοντροκοπιά -τι φτηνές καρικατούρες ο Ζεβλάκιν και ο Σταρικόφ…- και η σάτιρα σε καλαμπούρια -ο Γιάννης Μπέζος σαν να έχει χάσει το χιούμορ του.
Ο Άγγελος Μέντης έχει σχεδιάσει ένα άνισο σκηνικό, επαρκώς, πάντως, φωτισμένο από την Ελευθερία Ντεκώ: κομψό και αρκετά λειτουργικό -το κλουβί της κοινωνίας όπου είναι κλεισμένοι ο ήρωες- αλλά με κάποιες ατέλειες στην  εφαρμογή και, κυρίως, σε ένα ύφος που δεν δένεται με την παράσταση. Άνισα βρήκα και τα κοστούμια του: τα γυναικεία  πολύ ενδιαφέροντα, τα αντρικά ατυχή -του Ζεβάκιν θέλει να είναι γκροτέσκο αλλά καταντάει κακόγουστο.
Πιο ενδιαφέρον στοιχείο της παράστασης θεωρώ τη μουσική του Θοδωρή Οικονόμου: ισορροπεί ανάμεσα στο κείμενο και στη σκηνοθεσία, είναι διακριτική και τα τραγούδια, καλά βαλμένα από τη σκηνοθεσία ως πρόλογος και επίλογος, αποδίδονται άψογα.
Οι ερμηνείες. Ο Χρήστος Λούλης δεν έχει καμία σχέση -πόρρω απέχει- ως διάθεση και ως εμφάνιση με τον Πο(ν)τκαλιόσιν, το μίζερο αυτό ανθρωπάκι. Αλλά είναι ένας εξαιρετικός ηθοποιός. Ο οποίος πλάθει, μέσω της τεχνικής του, ρόλο και προσπαθεί να κάνει όσο καλύτερα μπορεί κωμωδία. Η προσπάθειά του είναι όμως εμφανής και το σχέδιο του ρόλου ορατό. Αν, ίσως, είχε σκηνοθέτη ικανό να τον οδηγήσει αποφασιστικά, θα μπορούσε να πετύχει ουσιαστικά αποτελέσματα. Τώρα, πιστεύω, πως είναι απλώς χαριτωμένος -παίζει (με) τον Πο(ν)τκαλιόσιν, δεν είναι.
Ο Γιάννης Μπέζος με την άνεση και την πείρα του, με το χιούμορ του–που στο ρόλο δεν έχει χάσει- και χωρίς, αυτή τη φορά το «αφ’ υψηλού» που, πολλές φορές, τον χαρακτηρίζει στη σκηνή δίνει έναν καλό Κατσκαριόφ.
Εντελώς ακατάλληλη ως επιλογή και η Ναταλία Τσαλίκη για την Φιόκλα -ουδεμία σχέση με γριά προξενήτρα του Γκόγκολ η επί σκηνής ξανθή, επιμελώς χτενισμένη, όμορφη, κομψή κυρία. Επειδή, όμως, είναι, επίσης, πολύ καλή ηθοποιός, παρά την κάποια απόσταση που πάντα διατηρεί από το κοινό, τα καταφέρνει να βγάλει πέρα το ρόλο με πολύ σφιχτούς ρυθμούς και χιούμορ.
Η Κατερίνα Λυπηρίδου είναι μία σωστή, στο πλαίσιο της σκηνοθεσίας, Αγάφια. Η Σύρμω Κεκέ, όμως, σαν μαύρο αρπακτικό πουλί θεία Αρίνα, νομίζω πως -επίσης καλή ηθοποιός- είναι πιο κοντά στο γκροτέσκο του Γκόγκολ και πιο αποδοτική. Ο Κώστας Μπερικόπουλος -πάντα στο πλαίσιο της σκηνοθεσίας- είναι ικανοποιητικός. Το ίδιο και ο Παναγιώτης Κατσώλης -ως Στεπάν, όχι στον γελοία παρουσιασμένο από το σκηνοθέτη Σταρικόφ- και η Όλγα Ιωσηφίδου.
Βρήκα αδύναμο τον Δημήτρη Δεγαΐτη και εγκαταλειμμένο στη μανιέρα και σε φτηνά κολπάκια τον  Τάσο Γιαννόπουλο που έχω τη γνώμη πως χαραμίζει χωρίς σκέψη το τάλαντό του.
Το συμπέρασμα. Μία παράσταση διεκπεραιωτική και άγευστη, που δεν θα σας προσβάλλει αλλά και που ουδεμία σχέση έχει με Γκόγκολ.

Θέατρο Βράχων «Μελίνα Μερκούρη», Φεστιβάλ «Στη Σκιά των Βράχων», 1 Σεπτεμβρίου 2014

August 29, 2014

«Πέντε σιωπές» ηχηρές από τον Νίκο Δαφνή


Το Τέταρτο Κουδούνι / Έκτακτο

Το συγκλονιστικό in-yer-face theatre (θέατρο στα-μούτρα-σου) έργο της Βρετανής συγγραφέα και ηθοποιού Σίλα Στίβενσον «Πέντε σιωπές» θα παρουσιάσει το χειμώνα στο δικό του «Θέατρο Κάτω απ’ τη Γέφυρα» -στον «Πίσω Χώρο» του- ο Νίκος Δαφνής σε σκηνοθεσία του Κοραή Δαμάτη κρατώντας τον βασικό ανδρικό ρόλου.
Ο σκηνοθέτης έχει αναλάβει και τα σκηνικά, τα κοστούμια, τους φωτισμούς και τους ήχους της παράστασης. Στην οποία θα συμπρωταγωνιστούν η Ιωάννα Γκαβάκου, η Κωνσταντίνα Σαραντοπούλου και η Δανάη Καλοχώρα. Τη μετάφραση υπογράφει η Ελένη Ρεπούσκου.
Οι ενήλικες Σούζαν και Τζάνετ σκοτώνουν τον πατέρα τους Μπίλι στη διάρκεια μιας επιληπτικής κρίσης. Δεν είναι ένας «συνήθης φόνος». Και οι κοπέλες δεν είναι ψυχροί δολοφόνοι. Με φλας μπακ θα πληροφορηθούμε πως ο Μπίλι για δεκαετίες ασκούσε ψυχολογική, σωματική και σεξουαλική βία στις δυο κόρες του και στη γυναίκα του και μητέρα τους, την Μέρι, οι οποίες ζούσαν σ’ ένα είδος γκέτο που το αποδέχονταν. Κι όλα αυτά έμεναν κρυμμένα, ανομολόγητα: η βία κι η αιμομιξία είναι ταμπού που αν γίνονταν γνωστά θα ανέτρεπαν την «τακτοποιημένη» ζωή τους. Ο φόνος δεν ήταν παρά η έκρηξη των ψυχολογικά διαλυμένων κοριτσιών -γυναικών ώριμων πια- με τη σιωπηλή συναίνεση της μητέρα τους για την πατροκτονία που θα τους «λυτρώσει». Εντός εισαγωγικών το «λυτρώσει» γιατί θα συνεχίσουν να ζουν με το φάντασμα του Μπίλι. Για τον οποίο, βέβαια, οι ανακρίσεις θα αποκαλύψουν ένα «ελαφρυντικό»: κι ο ίδιος, όταν ήταν παιδάκι, μαζί με την μητέρα του είχαν υποστεί την ανάλογη κακοποίηση απ’ τον εραστή της. Το φαινόμενο κρατεί πάντα τόσο καλά στην -επίσης σιωπηλή…- κοινωνία μας ώστε το τολμηρό, σκληρό θέμα στις «Πέντε σιωπές» να παραμένει ανατριχιαστικά επίκαιρο.
Αυτή σε γενικές γραμμές είναι η πλοκή του έργου της Στίβενσον. Που ξεκίνησε την πορεία του το 1996 ως έργο για το ραδιόφωνο - βραβεύτηκε μάλιστα τότε. Το 2000 ανέβηκε στο Λονδίνο, για πρώτη φορά, η εκδοχή του για τη σκηνή.
Στην Ελλάδα το  πρωτοπαρουσίασε η Αναστασία Ρεβή που το ανέβασε, ήδη απ’ τη σεζόν 2001/2002, σε σκηνοθεσία της, στην Θεσσαλονίκη, στο θέατρο «Σοφούλη» με την «Ελεύθερη Σκηνή Θεσσαλονίκης» -ήταν μια ενδιαφέρουσα παράσταση, την  είχα δει. Το πρώτο ανέβασμα στην Αθήνα έγινε το χειμώνα του 2006/2007, απ’ το Εθνικό Θέατρο, στην «Νέα Σκηνή» του που τότε στεγαζόταν στο «Χώρα». Τη σκηνοθεσία υπέγραφε η Άσπα Τομπούλη.
Τη συγγραφέα, πάντως, Σίλα Στίβενσον μας τη γνώρισε η Νικαίτη Κοντούρη που ανέβασε τη σεζόν 2000/2001 στο θέατρο «Αθηνά» και με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη το έργο της «Η μνήμη του νερού».
Αξίζει να σημειωθεί πως τις «Πέντε σιωπές» επιχείρησε να τις ανεβάσει ο ίδιος ο Νίκος Δαφνής στο θέατρό του δυο φορές -τις σεζόν 2010/2011 και 2011/2012- αλλά τελικά ακύρωσε την  παράσταση γιατί δεν του το επέτρεπε η επιτυχία -πέντε σεζόν!- του έργου του Ντάριο Φο «Ανοιχτό ζευγάρι… εντελώς ορθάνοιχτο» που παρουσίαζε.
Οι «Πέντε σιωπές» σε σκηνοθεσία Κοραή Δαμάτη θα κάνουν την πρεμιέρα τους στο «Θέατρο Κάτω απ’ τη Γέφυρα» στα μέσα Νοεμβρίου.