«Ένας ελέφαντας στέκεται ακίνητος» / Σκηνοθεσία: Χου Μπο


και πεθαίνει στο νοσοκομείο όπου τον έχουν μεταφέρει, το σκάει από το άθλιο, υπό διάλυση σχολείο, από το σπίτι του και τον βίαιο, καταπιεστικό, χυδαίο πατέρα του, αστυνομικό που τον έχουν


Μόσχα («Στην Μόσχα! Στην Μόσχα!...») των τσεχοφικών «Τριών αδελφών»;-, πόλη της Εσωτερικής Μογγολίας, αυτόνομης περιοχής της Κίνας, στα βόρεια, στα σύνορα με την Ροσία, για να δουν τον ελέφαντα που λέγεται ότι στέκεται εκεί, στον ζωολογικό κήπο, ακίνητος, χωρίς να τρώει αυτά που του ρίχνουν, χωρίς να αντιδρά στα πηρούνια που του χώνουν στο δέρμα, χωρίς να δίνει σημασία στη γύρω του πραγματικότητα. Ο Γιου Τσαν, αδελφός του

βρει τον Μπου, θα τον αφήσει να φύγει, ο φίλος που ο Μπου είχε υπερασπιστεί -άδικα, καθώς, όπως ο ίδιος του αποκάλυψε, τελικά, αυτός ήταν που είχε κλέψει το κινητό...-, με το περίστροφο που
έχει κλέψει από τον πατέρα του, πυροβολεί και πληγώνει τον Γιου Τσαν, πριν στρέψει το όπλο στο σαγόνι του και αυτοκτονήσει. Οι τρεις φυγάδες -ο γέρος με την εγγονή του που την «κλέβει»- δεν θα φτάσουν ποτέ στο Μαντζόλι -όπως και οι Τρεις αδελφές στην Μόσχα: το δρομολόγιο του βραδινού τρένου, για το οποίο είχαν εισιτήρια, ακυρώνεται. Φεύγουν, όμως, με το λεωφορείο για μία άλλη πόλη, για «να ρίξουν μια ματιά», αν και ο παππούς τούς προειδοποιεί ότι «παντού είναι τα ίδια» -«όλος ο κόσμος ένας σκουπιδότοπος είναι», όπως λέει στον Μπου, στην αρχή της ταινίας, ένας άλλος συμμαθητής του, που υφίσταται, επίσης,
μπούλινγκ. Οι παράλληλες ιστορίες αυτών των απόκληρων, των ταπεινών και καταφρονεμένων αρχίζουν να ξετυλίγονται το πρωινό μίας ατελείωτης γκρίζας μέρας, στην γκρίζα, υγρή, σκεπασμένη

λεωφορείο και, φωτισμένοι από τους προβολείς του, παίζουν με ένα μπαλάκι, μπορεί και να είναι η άφιξη στον Άδη της βάρκας του Χάροντα, που μόλις έχει διαπλεύσει τον Αχέροντα. Μία σπαρακτική κραυγή ελέφαντα -του «ελέφαντα που στέκεται ακίνητος»;- διατρυπά το τέλος της ταινίας «Ένας ελέφαντας
στέκεται ακίνητος» («大象席地而坐» / «Dà Xiàng Xídì Ér Zuò» / «An Elephant Sitting Still», 2017/2018). Η οποία είναι η πρώτη μεγάλου μήκους αλλά έμελλε να είναι και η τελευταία του νεαρού Κινέζου Χου Μπο. Ο Χου Μπο, σε -κάπως βαρυφορτωμένο αλλά καίριο- σενάριο δικό του, βασισμένο σε ομότιτλο διήγημα από την



που απογειώνεται στο φινάλε, μέσα στη νύχτα. Η αποχρωματισμένη φωτογραφία του Φαν Τσάο εξυπηρετεί απόλυτα, υπογραμμίζει, συνταυτίζεται με το σκεπτικό του σκηνοθέτη, οι μουσικές του post rock συγκροτήματος Χουά Λουν δρουν αντιστικτικά ενώ ο σκηνοθέτης υπογράφει και το μοντάζ που, περίτεχνα αλλά χωρίς κολπάκια, πλέκει τις παράλληλες ιστορίες, δένοντάς τες με λεπτά νήματα -η στέκα του Μπου που κουβαλάει
o κ. Γουάνγκ, το σκυλάκι του, ο επιθετικός σκύλος που έχει χαθεί, τα τρένα που περνούν διαρκώς...-οδηγώντας τους ηθοποιούς του σε άμεσες, φυσικές ερμηνείες -αφοπλιστικής γνησιότητας ο Γουέι
Μπου του Παν Γιουτσάν-, με σημαντικότερη, για μένα, του Λεό Τσονγκξί (ο ηλικιωμένος κ. Γουόνγκ Τζιν). Μία σπαρακτική ταινία, διάσπαρτη από σύμβολα, όπου ο Χου Μπο περνάει από τον Τσέχοφ στον Ντοστογιέφσκι -ο περιθωριακός Γιου Τσαν είναι εντελώς
ντοστογιεφσκικός χαρακτήρας-, αφήνοντας μία επίγευση μπεκετικής απελπισίας. Μία ταινία που κραυγάζει ότι είναι το γράμμα που αφήνει ο Χου Μπο πριν αυτοκτονήσει -πράγμα που και έκανε μόλις τελείωσε τα γυρίσματα. Δείτε την ταινία αυτή! Είναι ένα συγκλονιστικό αριστούργημα. Η διάρκειά της και οι ρυθμοί της δεν θα σας κουράσουν -όλα είναι σοφά ζυγισμένα. Την είδα δύο φορές, με καθήλωσε και τις δύο, σαν αγαπημένο κλασικό μυθιστόρημα που το διαβάζω ξανά και ξανά και, κάθε φορά, όλο και κάτι καινούργιο ανακαλύπτω.
Υ.Γ. 1. Ειδική μνεία για τον εξαίρετο, σε άψογα, άμεσα ελληνικά, υποτιτλισμό της ταινίας -ανυπόγραφος αλλά έμαθα ότι οφείλεται στον Βασίλη Κωνσταντόπουλο της «Carousel Films» που διανέμει την ταινία στην Ελλάδα. Στην οποία «Carousel Films», με συνεπέστατη πορεία στο χώρο, γι αυτόν, ακριβώς, άλλωστε, το λόγο -τη διανομή της συγκεκριμένης ταινίας-, χρωστούμε χάρη.
Υ.Γ. 2. Περιμένω και θα περιμένω ένα ρεπορτάζ, μία μελέτη, κάποια μαρτυρία, ένα βιβλίο για τον Χου Μπο. Δεν μου είναι αρκετά τα στοιχεία του στεγνού βιογραφικού του και κάποια μισόλογα. Θα ήθελα να μάθω πώς και πού έζησε αυτό το παιδί, πώς και γιατί αυτοκτόνησε, αν άφησε ένα γραπτό που να εξηγεί τους λόγους ή μόνο την ταινία του αυτή, όσο εύγλωττη και αν είναι, και τις μικρού μήκους του και τα διηγήματά του. Ελπίζω ότι, κάποια στιγμή, κάτι θα μάθουμε από την τόσο δύσκολα διαπερατή Κίνα.
Κινηματογράφος «Ααβόρα», 25 Απριλίου 2019 και 10 Οκτωβρίου 2019.
No comments:
Post a Comment