«Γαμήλιο εμβατήριο» του Άγγελου Τερζάκη / Σκηνοθεσία: Ρουμπίνη Μοσχοχωρίτη.
Δεκαετία του ’30, σε μια απομονωμένη επαρχιακή κωμόπολη η οποία πρόκειται να συνδεθεί με την Αθήνα, όταν ολοκληρωθεί ο δρόμος -τον στρώνει ένα συνεργείο που εργάζεται εκεί. Σ’ ένα σπίτι που κάποτε ήταν εύπορο ζουν οι πέντε γυναίκες της ξεπεσμένης οικογένειας Μαρκογιάννη: η μάνα, η Διαλεχτή, εξηντάρα, κι οι τέσσερις κόρες, ανύπαντρες όλες, που περιμένουν
-ή δεν περιμένουν...- το γάμο ως σωτηρία: η Λεμονιά, στα 45 της, η Ροζαλία στα 40 της -γεροντοκόρες, πια, με τα μέτρα της εποχής-, η Μαρίνα, στα 25, κι η Ανθούλα, 20άρα. Υποταγμένες στις
κοινωνικές συμβάσεις και στην ανδροκρατία της εποχής, με την αυστηρή, σκληρή Λεμονιά να κρατάει επιτακτικά τα ηνία και την Ροζαλία, φευγάτη, να ονειροπολεί, να απαγγέλει και να τραγουδάει περιμένοντας τον νυμφίο, έχουν πέσει ή θα πέσουν θύματα των ανδρών: ο σύζυγος και πατέρας Μαρκογιάννης, που δε ζει πια, έφαγε τα λεφτά της οικογένειας στην πολιτική -εκλεγμένος δήμαρχος και βουλευτής. Ο γιος κι αδελφός τους, ο Κλεάνθης, ζει στην Αθήνα. Έχουν να τον δουν εφτά χρόνια. Τον περιμένουν ως

άπορες. Και θα φύγει με υποσχέσεις ότι θα γυρίσει. Θα φτάσει, όμως, μόνο ένα γράμμα του με το οποίο τις πληροφορεί ότι παντρεύτηκε, άρα να μην περιμένουν τίποτα απ’ αυτόν. Είναι το μόνο γαμήλιο εμβατήριο του έργου -αλλά που ηχεί ειρωνικά, ως εμβατήριο πένθιμο. Ο αδελφός της Διαλεχτής, φαρμακοποιός,


τον καταδέχτηκε και προτίμησε τον Χρηστούδη, κι ο φίλος του, ο Αδριανός, φοιτητής που τον έχουν αποβάλει απ’ το πανεπιστήμιο και που θέλει την Ανθούλα αλλά ποτέ δε θα της το πει. Οι τέσσερις πια γυναίκες θ’ απομείνουν έρημες στο πουθενά. Το «Γαμήλιο εμβατήριο» του Άγγελου Τερζάκη, γραμμένο το 1936, πρωτοπαιγμένο το 1937 κι αναθεωρημένο αργότερα, άπτεται της ηθογραφίας αλλά δεν είναι ηθογραφία: πρόκειται για μια ελληνική εκδοχή των «Τριών αδελφών», δημιουργικά επηρεασμένη -αλλά όχι αντιγραφή- απ’ τον Αντόν Τσέχοφ, γραμμένη από ένα λάτρη και μελετητή του αλλά και ικανότατο συγγραφέα, γνώστη της σκηνικής οικονομίας, της δημιουργίας χαρακτήρων και της χάραξης πειστικών διαλόγων. Δε λείπει ο πυροβολισμός του «Γλάρου», ο δάσκαλος Λεφούσης παραπέμπει στο δάσκαλο

Μόσχα! Στην Μόσχα!...», εδώ, μεταποιείται, κατά κάποιο τρόπο, σε «Στην Αθήνα! Στην Αθήνα! Στην Αθήνα!...». Και μ’ έκπληξη, αυτή τη φορά, διαπίστωσα τις εντυπωσιακές εκλεκτικές συγγένειες του έργου με «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» του Φεδερίκο Γαρθία Λόρκα, έργο που ’χει γραφτεί επίσης το 1936 και που πρωτοπαίχτηκε, μετά την άνανδρη εκτέλεση του συγγραφέα την ίδια χρονιά, μόλις το 1945, στην Αργεντινή. Και το οποίο, επομένως, ο Τερζάκης αγνοούσε. Η Ρουμπίνη Μοσχοχωρίτη δούλεψε πάνω σε μια καλοφτιαγμένη -μόνον η τέταρτη πράξη λίγο, νομίζω, μπουρδουκλώθηκε- δραματουργική επεξεργασία του έργου απ’ τον Κωνσταντίνο Κυριακού, με την άποψη ότι η θέση της γυναίκας


ενδιαφέρουσα φιγούρα, εκφραστική και με πολύ καλή κίνηση αλλά άπειρη ακόμα -πρέπει να δουλέψει τη φωνή της-, έδωσε μια ικανοποιητική Ανθούλα (Φωτογραφίες: Δομινίκη Μητροπούλου).
(Έντυπο πρόγραμμα, δυστυχώς, δεν υπήρχε, μόνον ένα φλάιερ με τα απολύτως βασικά και χωρίς τη διανομή -μόνον τα ονόματα συγγραφέα, σκηνοθέτριας και ηθοποιών).
«Σύγχρονο Θέατρο», Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Ρούμελης και Ομάδα «Anima», 13 Μαρτίου 2019.
No comments:
Post a Comment