October 18, 2019

Στο Φτερό / Μοιρολόι για μια θαμμένη ζωντανή


«Αμίλητη» της Δήμητρας Τρυπάνη, ποιητικό κείμενο Παντελή Μπουκάλα / Σκηνοθετική επιμέλεια: Δήμητρα Τρυπάνη. 


Την έθαψαν ζωντανή σ’ ένα λάκκο με πέτρες και μόνο το κεφάλι της έμενε έξω. Ώσπου να πεθάνει -ένας θάνατος μαρτυρικός. Δολοφόνοι της Μηλιάς, σε ένα φτωχό χωριό της Μάνης, γύρω στο 1850, ο πατέρας και τα πέντε αδέλφια της -οι αρσενικοί της 
οικογένειας. Για να ξεπλυθεί η τιμή τους. Επειδή την Μηλιά, ο γαμπρός με τον οποίο την πάντρεψαν, την πρώτη νύχτα του γάμου, τη βρήκε «χαλασμένη» -είχε ερωτευτεί έναν ξενομερίτη που πέρασε από το χωριό και είχαν σμίξει, χωρίς να τολμήσουν, τελικά, να το σκάσουν οι δυο τους. Σ’ αυτή την τραγική, αληθινή ιστορία βασίστηκε ο ποιητής Παντελής Μπουκάλας και δημιούργησε ένα έξοχο ποιητικό κείμενο που

καταλήγει, πάντως, στη μετάνοια και στη συγχώρηση, το οποίο μελοποίησε -το σωστότερο θα ήταν το ενσωμάτωσε, με τον τρόπο της, το «έλιωσε» στην παρτιτούρα της- η Δήμητρα Τρυπάνη, που του το είχε παραγγείλει, δημιουργώντας ένα «σύγχρονο χορικό», όπως το χαρακτηρίζει, έναν χορικό θρήνο, ένα χορικό μοιρολόι, 
όπου δεξιοτεχνικά συνδυάζει την παράδοση με σύγχρονα ιδιώματα. Δώδεκα ισάξιοι εκτελεστές- που αναλάμβαναν, οι περισσότεροι, εκ περιτροπής το μέρος του ηθοποιού, του τραγουδιστή ή του μουσικού-, άριστα επιλεγμένοι, άριστα διδαγμένοι, άριστα στημένοι με μία γεωμετρία ορατορίου -τα πρόσωπα συνυπάρχουν χωρίς να συναντιούνται-, άριστα κινημένοι -όσο και όταν έπρεπε-, συγκροτούσαν αυτή την «παράσταση ήχου» -μία εκδοχή κοντσερτάντε του έργου, της οποίας τη σκηνοθετική επιμέλεια είχε η συνθέτρια, με αρωγούς την Κάθριν Γουάις (σκηνικά -εξαιρετικά 
τα τρία «αιδοία» που αιωρούνταν απειλητικά), την Βαλεντίνα Ταμιωλάκη (σχεδιασμός φωτισμού) και τον Νίκο Κόκκαλη (εικαστικός συνεργάτης, επιμέλεια κοστουμιών), που υπηρέτησαν με λιτότητα και σεβασμό τη συνθετική/σκηνοθετική γραμμή. Η 
Σοφία Κετεντζιάν (φωτερή Μηλιά), οι Αλίκη Σιούστη και Γεωργιάνα Φιλιππάκη (που μοιράζονταν την Μάνα), οι Αντώνης Βασιλειάδης, Αλέξανδρος Ψυχράμης, Γιώργος Κασαβέτης και Ραφαήλ Κριτούλης (που είχαν αναλάβει τους τέσσερις μεγαλύτερους αδελφούς, ο Αλέξανδρος Ψυχράμης και τον Ξένο), οι Γιώργος Νικόπουλος και Βασίλης Πελαντάκης (που συνυπήρχαν στον Πατέρα), η Γωγώ Ξαγαρά στην άρπα (και ως Μάντης Τειρεσίας) και ο τσελίστας Δημήτρης Τραυλός -ξεχώρισα τον Νίκο Ζιάζιαρη (Κωνσταντής, ο μικρότερος αδελφός που, άτολμα, όμως,
διστάζει να συμμετάσχει στο «εγχείρημα»), με έξοχη φωνή αλλά και υποκριτικά ολόσωστο, η σκηνή που κουρνιάζει στην αγκαλιά της μάνας εξαιρετική-, γερά δεμένοι και άριστα συντονισμένοι, σε καταπληκτική μουσική διδασκαλία της Δήμητρας Τρυπάνη και της
Μιράντας Καλδή, πρόσφεραν ένα μοντέλο εκφοράς λόγου συνδυασμένου με τραγούδι. Είχα πολύ καιρό να ακούσω στη σκηνή τόσο καλή εκφορά λόγου και τόσο σωστούς τονισμούς. Η 
έκπληξή μου μεγάλωσε υπέρμετρα, όταν πληροφορήθηκα ότι κάποιοι από τους εκτελεστές είναι ερασιτέχνες. Αν είχα κάτι να παρατηρήσω είναι ότι το κείμενο θα έπρεπε, ίσως, να μην είναι τόσο πυκνό ως λιμπρέτο. Είναι έξοχο, προφανώς, όταν διαβάζεται αλλά θα μπορούσαν να το ελαφρύνουν για να ακούγεται, για να κατεβαίνει καλύτερα στην πλατεία. Μία δουλειά καίρια που εύλογο θα ήταν
να έχει συνέχεια. Όπως και η Δήμητρα Τρυπάνη. Που θα πρέπει να της δοθούν και άλλες, μεγαλύτερες ευκαιρίες (Φωτογραφίες: Valeria Isaeva).




(Το έντυπο πρόγραμμα της παράστασης ήταν, απλώς, μία μεγάλων διαστάσεων καρτολίνα αλλά με ένα κατατοπιστικό και πληρέστατο κείμενο. Το ποιητικό κείμενο του Παντελή Μπουκάλα κυκλοφορεί, με τον τίτλο «Μηλιά μου αμίλητη. Ένας λόγος σε έξι φωνές» [Εκδόσεις «Άγρα», 2019]).

Εθνική Λυρική Σκηνή / «Εναλλακτική Σκηνή», Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», συμπαραγωγή με το Φεστιβάλ Παξών, 13 Οκτωβρίου 2019.

October 16, 2019

Στο Φτερό / Κήρυγμα μίσους υψηλής αισθητικής


«Η Αποκάλυψη» / Σκηνοθεσία: Θάνος Παπακωνσταντίνου 

Ξίφη, ρομφαίες, μαχαίρια, φόνοι, αίματα, εγκαύματα, βασανιστήρια, πτώματα άταφα, σφαγές και κανιβαλισμοί (!), εμετοί, λιμοί, λοιμοί, σεισμοί και καταποντισμοί, αστραπές και βροντές, φωτιές και θειάφια... Ένα κείμενο από το οποίο ξεχειλίζουν η οργή και οι απειλές, η επιθυμία για τιμωρία και 
εκδίκηση, η επιδίωξη κατατρομοκράτησης όσων δεν πιστεύουν στον Θεό και στον Χριστό των χριστιανών. Ουδέ κόκκος συγχώρησης, άφεσης, αγάπης... Ένα εσχατολογικό, προφητικό (;) κήρυγμα Μίσους -αυτό εισπράττω- που προσπαθεί βίαια, με έπαρση να προπαγανδίσει -ω, της αντιφάσεως!- μία θρησκεία που ευαγγελίζεται την Αγάπη. Αλλά και ένα κείμενο πολιτικό, επαναστατικό που βάλλει με σφοδρότητα -αλλά εμμέσως- κατά της εξουσίας της Ρόμης κηρύσσοντας τη ρήξη. Αλλά και ένα κείμενο ποιητικό που, με την έντονη εικονοποιία του, πολλούς μεταγενέστερους έχει εμπνεύσει: η «Αποκάλυψις». Το τελευταίο από τα 27 Βιβλία της Καινής 
Διαθήκης πάντα απορώ πώς εντάχθηκε έστω και καθυστερημένα, έστω και με αντιρρήσεις, στον Κανόνα της. Ίσως γιατί ο χριστιανισμός, η Εκκλησία του Χριστού τέτοιου είδους μέσα, 
πόρρω απέχοντα από τις έννοιες της συγχώρησης και της αγάπης, χρησιμοποίησε για να εδραιωθεί... Με δεδομένο ότι στο κείμενο ο συγγραφέας αυτοαναφέρεται ως Ιωάννης που το έχει γράψει στην Πάτμο, στη χριστιανική παράδοση, παρά τις πολλές εσωτερικές 
αντιρρήσεις, έχει επικρατήσει ότι πρόκειται για τον απόστολο Ιωάννη, μαθητή του Χριστού, στον οποίο αποδίδεται και το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, επίσης της Καινής Διαθήκης. Υποτίθεται ότι το έγραψε το 96 μ.Χ., 14ο έτος της βασιλείας του ρομαίου αυτοκράτορα Δομιτιανού, διώκτη των χριστιανών, στην Πάτμο όπου, υποτίθεται και πάλι, ήταν εξόριστος: ο Ιησούς Χριστός, μέσω αγγέλου του που εμφανίζεται στον Ιωάννη, φανερώνει, μέσα από πλήθος δυσερμήνευτων συμβόλων, τη βούληση του Θεού και 

πατέρα Του γι αυτά που πρέπει σύντομα να πραγματοποιηθούν, ώστε να απελευθερωθεί ο λαός Του. Όπως και να έχουν τα πράγματα, ο Θάνος Παπακωνσταντίνου εμπνεύστηκε -δεν είναι ο πρώτος- να ανεβάσει την «Αποκάλυψη» στη σκηνή. Αλλά απέφυγε, όπως αποφεύγει και το πρόγραμμα της παράστασης, κάθε αναφορά στον αμφισβητούμενο συγγραφέα -ο τίτλος της είναι σκέτο «Η 

Αποκάλυψη». Μία παράσταση υψηλής, καταρχάς, αισθητικής την οποία ο σκηνοθέτης έχει ήδη αποδείξει ότι διαθέτει. Ένα αγοράκι «περιμαζεύει» μία Αγία Γραφή, την ανοίγει και αρχίζει να διαβάζει την «Αποκάλυψη». Βουβά. Η φράσεις που διαβάζει -παρόν το παιδί σε όλη την παράσταση- πέφτουν ως τίτλοι πάνω στην αυλαία.
Που, μόλις ανοίξει, πίσω της εμφανίζεται ο θίασος σε ένα ταμπλό βιβάν το οποίο παραπέμπει σε αναγεννησιακούς πίνακες με θρησκευτικά θέματα και το θέαμα, προοδευτικά, αποκτά φωνή. Ο Θάνος Παπακωνσταντίνου ανασύρει και αποκαλύπτει τη μουσικότητα του κειμένου ακολουθώντας μία γραμμή χορικότητας: δεν υπάρχει «θεατροποίηση», δεν υπάρχει διασκευή, δεν υπάρχουν ρόλοι, το κείμενο, καλά μεταφρασμένο από την Μιχαήλα 

Πλιαπλιά, προκύπτει, χωρίς σκηνοθετικές αλλοιώσεις, μέσα από το σύνολο των δέκα ηθοποιών που λειτουργούν ως Χορός, πολυφωνικά ή και μονοφωνικά, «ανταλλάσσοντάς» το. Μία τελετουργία, όπως αρμόζει στη θρησκευτικότητά του. Η σύνθεση και ο προγραμματισμός των ηλεκτρονικών του Πάνου Ηλιόπουλου και η μουσική επιμέλεια και η μουσική διεύθυνση του ζωντανού
μουσικού συνόλου από τον έμπειρο Μάρκελλο Χρυσικόπουλο, που είναι και στο εκκλησιαστικό όργανο, συντείνουν αποφασιστικά στη μουσικότητα του παραστασιακού αποτελέσματος χαρίζοντάς του επιβλητικότητα και υποβλητικότητα -η παράσταση αρχίζει ψιθυριστά, με παύσεις, για να επιταχυνθεί βαθμιαία και να φτάνει σε κορυφώσεις σοφά μελετημένες, όταν πρέπει, όσο πρέπει. Ένα 

ορατόριο είναι η «Αποκάλυψη» των Θάνου Παπακωνσταντίνου, Πάνου Ηλιόπουλου και Μάρκελλου Χρυσικόπουλου. Που ο σκηνοθέτης αποφάσισε να «εμβολίσει» με επτά ταμπλό βιβάν συνδέοντας την «Αποκάλυψη» -κείμενο και πολιτικό, όπως ήδη ανέφερα- με επτά κοσμοϊστορικά γεγονότα -ο αριθμός επτά, άλλωστε, στοιχειώνει το κείμενο. Γεγονότα που σημάδεψαν την ιστορία της ανθρωπότητας αλλά προκάλεσαν και λουτρά αίματος: πρωτοχριστιανοί, ισλαμικός εξτρεμισμός, Οκτωβριανή Επανάσταση, γερμανικός εθνικοσοσιαλισμός, Αμερικανική 

Επανάσταση, Γαλική Επανάσταση, μεσαιωνικοί χιλιαστές. Φοβάμαι, όμως, πως, ιδεολογικά, αστοχεί ισοπεδώνοντας τον γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό με τις επαναστάσεις που, παρά τα παρεπόμενά τους, προχώρησαν τον κόσμο βήματα μπροστά αλλά και κλείνοντας την παράσταση με όλους να συμφύρονται αδιακρίτως σε μία Παιδική Χαρά όπου το αγοράκι καταθέτει την
Αγία Γραφή. Οι ρυθμοί, πάντως, αν και αργοί είναι εξαίρετοι, γεγονός στο οποίο βοηθάει και ο σχεδιασμός της κίνησης από την Νάντη Γώγουλου -όλα και όλοι ρέουν πάνω στη σκηνή. Μία σκηνή που έχει διαμορφωθεί με άκρα λιτότητα σε ένα είδος πρόναου, με το, φωτισμένο ιδανικά από την Χριστίνα Θανάσουλα, σκηνικό της Νίκης Ψυχογιού, η οποία υπογράφει και τα ανάλογης λιτότητας, 

σε υπέροχες γραμμές και σε υπέροχες, γαιώδεις μονοχρωμίες, κοστούμια. Θα προτιμούσα τα ταμπλό βιβάν που εμφανίζονται και απλώνονται στο βάθος να ήταν σε ένα επίπεδο ψηλότερο, ώστε οι ηθοποιοί του πρώτου πλάνου να μην αναγκάζονται να οριζοντιώνονται για να δούμε το δεύτερο πλάνο. Και ομολογώ ότι τα περίμενα πιο εντυπωσιακά. Φυσικά το παραστασιακό αποτέλεσμα δεν θα ήταν το ίδιο, αν στη σκηνή δεν βρίσκονταν δέκα καλοί έως έξοχοι ηθοποιοί, διδαγμένοι, επιπλέον, να εκφέρουν άψογα, με μουσικότητα το λόγο -ένα συναρπαστικό δεκαμελές οργανικό σύνολο μουσικής δωματίου: Αλεξία Καλτσίκη, Μαριάννα Δημητρίου, Καλλιόπη Σίμου, Ελένη Μολέσκη, Κλεοπάτρα Μάρκου, Θανάσης Δόβρης, Σωτήρης Τσακομίδης, Μάριος Παναγιώτου, Μιλτιάδης Φιορέντζης, Γιώργος Δικαίος. Παρ’ ολ’ αυτά τα καλά στοιχεία, όμως, δεν βρήκα την παράσταση να απογειώνεται -ίσως είναι το κείμενο, αυτό καθαυτό, που με απωθεί (Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή). 

(Το δωρεάν έντυπο πρόγραμμα της παράστασης -και στα αγγλικά ως προς τα βασικά στοιχεία-, χρήσιμο).
«Στέγη» Ιδρύματος Ωνάση / Κεντρική Σκηνή, 9 Οκτωβρίου 2019 και 11 Οκτωβρίου 2019.

October 15, 2019

Στο Φτερό / Όλοι μαύροι, ένα πιάνο κι ένα Φυσικό Φαινόμενο...


Sun Ra Arkestra: συναυλία 


Πρόκειται για φυσικό φαινόμενο. Αναμφίβολα. Μία ώρα και πενήντα λεπτά όρθιος στη σκηνή. Διηύθυνε τη δωδεκαμελή μπάντα. Έπαιξε -παράλληλα- πολλές φορές και για πολλή ώρα 

σαξόφωνο -που θέλει πολύ γερά πνευμόνια. Έπαιξε φλάουτο (ή μήπως ήταν EVI -ένα, της ίδιας οικογένειας, πνευστό;). Έως και τραγούδησε. Ευλύγιστος, ευκίνητος, κεφάτος. Ο Κύριος Μάρσαλ Άλεν. Ετών; Ετών 95! Στα 96! Ναι, πιστέψτε το! Άλτο σαξοφωνίστας. Μέλος της Sun Ra Arkestra από το 1958, μουσικός διευθυντής της από το 1995 -μετά το θάνατο του Σαν Ρα, το 1993, και του διαδόχου του Τζον Γκίλμορ, το 1995-, ήρθε μαζί της στην Αθήνα, στο πλαίσιο της εορταστικής, προς τιμήν των 95ων γενεθλίων του, ευρωπαϊκής περιοδείας της. Ένα
ιστορικό τζαζ σύνολο, η Sun Ra Arkestra. Με αρκετά μέλη μεγάλης ηλικίας, που αντέχουν από παλιά, όταν ο Σαν Ρα, ο οποίος ίδρυσε την μπάντα, στο τέλος της δεκαετίας του ’50, ζούσε ακόμα, και συντηρούν την παράδοση που εκείνος άφησε ανανεώνοντάς την: ένας συγκερασμός φρι τζαζ, κλασικού σουίνγκ, ηλεκτρονικής μουσικής δεμένα με έκφραση θεατρική και μία δική τους φιλοσοφία για τον κόσμο. Όλοι άντρες -και οι δώδεκα, η τραγουδίστριά τους απουσίαζε-, όλοι μαύροι -αφροαμερικανοί για να είμαι πολιτικά ορθός-, ένας στο πιάνο, ένα
μπάσο, μία ηλεκτρική κιθάρα και οι υπόλοιποι κρουστά και πνευστά -χάλκινα κυρίως. Βγήκαν στη σκηνή ντυμένοι με τα, αφρικάνικων απηχήσεων, πλουμιστά, χρυσοστόλιστα, λαμπερά κοστούμια και τα καπέλα, σκουφάκια, μαντηλοδεσίματά... τους -ο «χρυσοντυμένος» πιανίστας Τζορτζ Μπάρτον, καθώς ο προβολέας τον φώτιζε, άστραφτε εκτυφλωτικά- και, ψυχωμένοι, καλά δεμένοι, τα έδωσαν όλα -κινήθηκαν στη σκηνή, ψιλοχόρεψαν… Όσο για τον, επίσης σαξοφωνίστα, Νόελ Σκοτ μπορεί η φωνή του -γιατί τραγούδησε κιόλας -να μην ήταν ιδιαίτερα αποδοτική αλλά -για να μας αποζημιώσει, ίσως- 


επιδόθηκε και σε μία σειρά από κυβιστήσεις -ναι, κωλοτούμπες! Με άνεση και μπρίο. Λογικό, όταν είναι μόνο -και λέω «μόνο» σε σχέση με τον 95χρονο Μάρσαλ Άλεν- 63 ετών... Δεν ξέρω πώς συντηρούνται ΕΤΣΙ στην Sun Ra Arkestra, αλλά, όντως, με άφησαν εμβρόντητο. Και νομίζω όχι μόνον εμένα (Φωτογραφίες: Μαρίζα Καψαμπέλη).

Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος» / Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος», 14 Οκτωβρίου 2019.

October 12, 2019

Στο Φτερό / Όλος ο κόσμος, ένας σκουπιδότοπος... ή Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα… ή Ταξίδι στο τέλος της νύχτας


«Ένας ελέφαντας στέκεται ακίνητος» / Σκηνοθεσία: Χου Μπο


Σε μία μίζερη, απρόσωπη, γεμάτη σκουπίδια, μουντή, πνιγμένη στην ατμοσφαιρική μόλυνση, επαρχιακή κινέζικη πόλη, με μόνιμα γκρίζο ουρανό, ο Γουέι Μπου, μαθητής λυκείου, που σπρώχνει σε μία σκάλα έναν νταή συμμαθητή του, υπερασπιζόμενος έναν κολλητό του φίλο στον οποίο ο νταής, με την παρέα του, κάνει σκληρό μπούλινγκ, πιστεύοντας, ενώ το παιδί το αρνείται, ότι του έχει κλέψει το κινητό και εκείνος πέφτει, χτυπάει στο κεφάλι
και πεθαίνει στο νοσοκομείο όπου τον έχουν μεταφέρει, το σκάει από το άθλιο, υπό διάλυση σχολείο, από το σπίτι του και τον βίαιο, καταπιεστικό, χυδαίο πατέρα του, αστυνομικό που τον έχουν 
απολύσει γιατί χρηματιζόταν, και καταφεύγει στη γιαγιά του την οποία, όμως, βρίσκει, στο σπίτι της, πεθαμένη. Η Χουάν Λιν, συμμαθήτρια του Μπου -μοιάζει ερωτευμένος μαζί της-, η οποία έχει ν’ αντιμετωπίσει τη δημοσιοποίηση της ερωτικής σχέσης της με έναν καθηγητή της, υποδιευθυντή του λυκείου, το σκάει, επίσης, από το σχολείο και την κυνική, αλκοολική μάνα της, αφού χτυπήσει με σιδηρολοστό τη γυναίκα του εραστή της, που έρχεται στο σπίτι τους και κάνει σκηνή. Όπως το σκάει από το σπίτι του και ο συνταξιούχος
Γουόνγκ Τζιν, συγκάτοικος του Μπου στην πολυκατοικία όπου μένει, τον οποίο ο γιος και η νύφη του θέλουν να κλείσουν σε γηροκομείο, με την πρόφαση ότι δεν υπάρχει χώρος στο σπίτι για την κορούλα τους που ο παππούς -ο οποίος έχει συντροφιά ένα σκυλάκι αλλά του το κατασπαράζει ένας άλλος, αδέσποτος σκύλος- αγαπάει και φροντίζει. Αυτά τα τρία αταίριαστα πρόσωπα τα σμίγει η απόγνωσή τους. Και η συμβολική επιθυμία τους να πάνε στο Μαντζόλι -μία Χώρα του Οζ; Μία Neverland; Μία 

Μόσχα («Στην Μόσχα! Στην Μόσχα!...») των τσεχοφικών «Τριών αδελφών»;-, πόλη της Εσωτερικής Μογγολίας, αυτόνομης περιοχής της Κίνας, στα βόρεια, στα σύνορα με την Ροσία, για να δουν τον ελέφαντα που λέγεται ότι στέκεται εκεί, στον ζωολογικό κήπο, ακίνητος, χωρίς να τρώει αυτά που του ρίχνουν, χωρίς να αντιδρά στα πηρούνια που του χώνουν στο δέρμα, χωρίς να δίνει σημασία στη γύρω του πραγματικότητα. Ο Γιου Τσαν, αδελφός του 
χτυπημένου παιδιού, αρχηγός μικροσυμμορίας, κυνηγάει τον Μπου για να τον τιμωρήσει, πνιγμένος, όμως, και στις τύψεις, καθώς ο πιο στενός του φίλος, όταν πιάνει τον απογοητευμένο από μία ερωτική απόρριψη Γιου Τσαν στο σπίτι του, με τη γυναίκα του με την οποία ξάπλωσε, φουντάρει και αυτοκτονεί. Αλλά, ενώ, όταν 

βρει τον Μπου, θα τον αφήσει να φύγει, ο φίλος που ο Μπου είχε υπερασπιστεί -άδικα, καθώς, όπως ο ίδιος του αποκάλυψε, τελικά, αυτός ήταν που είχε κλέψει το κινητό...-, με το περίστροφο που 
έχει κλέψει από τον πατέρα του, πυροβολεί και πληγώνει τον Γιου Τσαν, πριν στρέψει το όπλο στο σαγόνι του και αυτοκτονήσει. Οι τρεις φυγάδες -ο γέρος με την εγγονή του που την «κλέβει»- δεν θα φτάσουν ποτέ στο Μαντζόλι -όπως και οι Τρεις αδελφές στην Μόσχα: το δρομολόγιο του βραδινού τρένου, για το οποίο είχαν εισιτήρια, ακυρώνεται. Φεύγουν, όμως, με το λεωφορείο για μία άλλη πόλη, για «να ρίξουν μια ματιά», αν και ο παππούς τούς προειδοποιεί ότι «παντού είναι τα ίδια» -«όλος ο κόσμος ένας σκουπιδότοπος είναι», όπως λέει στον Μπου, στην αρχή της ταινίας, ένας άλλος συμμαθητής του, που υφίσταται, επίσης,

μπούλινγκ. Οι παράλληλες ιστορίες αυτών των απόκληρων, των ταπεινών και καταφρονεμένων αρχίζουν να ξετυλίγονται το πρωινό μίας ατελείωτης γκρίζας μέρας, στην γκρίζα, υγρή, σκεπασμένη 
από ομίχλες πόλη τους και τελειώνουν τη νύχτα της ίδιας μέρας -όλα συμβαίνουν μέσα σε ούτε 24 ώρες-, σε μία στάση στο πουθενά του λεωφορείου τους. Έφτασαν; Δεν έφτασαν; Και πού έφτασαν; Ε, και; Τι σημασία έχει; Όλα μένουν ανοιχτά. Όπως και η απόγνωσή τους. Το μακρινό πλάνο των επιβατών που έχουν κατεβεί από το 

λεωφορείο και, φωτισμένοι από τους προβολείς του, παίζουν με ένα μπαλάκι, μπορεί και να είναι η άφιξη στον Άδη της βάρκας του Χάροντα, που μόλις έχει διαπλεύσει τον Αχέροντα. Μία σπαρακτική κραυγή ελέφαντα -του «ελέφαντα που στέκεται ακίνητος»;- διατρυπά το τέλος της ταινίας «Ένας ελέφαντας 
στέκεται ακίνητος» («大象席地而坐» / «Dà Xiàng Xídì Ér Zuò» / «An Elephant Sitting Still», 2017/2018). Η οποία είναι η πρώτη μεγάλου μήκους αλλά έμελλε να είναι και η τελευταία του νεαρού Κινέζου Χου Μπο. Ο Χου Μπο, σε -κάπως βαρυφορτωμένο αλλά καίριο- σενάριο δικό του, βασισμένο σε ομότιτλο διήγημα από την 
εκδομένη συλλογή του «Μία τεράστια ρωγμή», ακολουθεί τους απελπισμένους ήρωές του σ’ αυτό το ταξίδι τους στο ζόφο, στο έρεβος, «στο τέλος της νύχτας», σ’ αυτήν την ες Άδου κάθοδον -από το τέλμα στην άβυσσο-, με τη μηχανή σταθερά στο χέρι, σε μεγάλης διάρκειας αλλά υποδειγματικού εσωτερικού ρυθμού μονοπλάνα και με γκρο πλάνα τους που επικεντρώνονται, σαν σε εσωτερικό μονόλογο, στο πρόσωπο που μιλάει αφήνοντας το άλλο ή τα άλλα πρόσωπα -τους συνομιλητές τους- στο βάθος, φλουταρισμένα. Μοναξιά, αδιαφορία, αδυναμία επικοινωνίας, 
απανθρωπιά, βία, λεκτική και σωματική -που ποτέ, όμως, η κάμερα δεν τη δείχνει ευθέως-, διαρκείς διαψεύσεις, διαρκείς απογοητεύσεις, ψέμματα, προδοσίες, θάνατοι, αυτοκτονίες, μίσος παντού, πουθενά αγάπη -κάποια ψήγματα, ίσως, στη σχέση παππού-εγγονής ή στη διαφαινόμενη στοργή του Μπου για την Λιν, καμία επαφή, καμία ελπίδα, οι άλλοι που είναι η κόλαση, 
κανένα χαμόγελο δε διαγράφεται στα πρόσωπα των ηρώων του Μπο -μόνο κάποια χαμόγελα πικρά ή κάποια γέλια σαρκαστικά-, σαφείς νύξεις για την κοινωνική κατάσταση στην «κομμουνιστική» Κίνα -μία κοινωνία που ισχυρίζεται ότι δεν είναι ταξική αλλά στην πραγματικότητα είναι... Και ένας ρεαλισμός σκληρός, πνιγηρός,

που απογειώνεται στο φινάλε, μέσα στη νύχτα. Η αποχρωματισμένη φωτογραφία του Φαν Τσάο εξυπηρετεί απόλυτα, υπογραμμίζει, συνταυτίζεται με το σκεπτικό του σκηνοθέτη, οι μουσικές του post rock συγκροτήματος Χουά Λουν δρουν αντιστικτικά ενώ ο σκηνοθέτης υπογράφει και το μοντάζ που, περίτεχνα αλλά χωρίς κολπάκια, πλέκει τις παράλληλες ιστορίες, δένοντάς τες με λεπτά νήματα -η στέκα του Μπου που κουβαλάει 

o κ. Γουάνγκ, το σκυλάκι του, ο επιθετικός σκύλος που έχει χαθεί, τα τρένα που περνούν διαρκώς...-οδηγώντας τους ηθοποιούς του σε άμεσες, φυσικές ερμηνείες -αφοπλιστικής γνησιότητας ο Γουέι 


Μπου του Παν Γιουτσάν-, με σημαντικότερη, για μένα, του Λεό Τσονγκξί (ο ηλικιωμένος κ. Γουόνγκ Τζιν). Μία σπαρακτική ταινία, διάσπαρτη από σύμβολα, όπου ο Χου Μπο περνάει από τον Τσέχοφ στον Ντοστογιέφσκι -ο περιθωριακός Γιου Τσαν είναι εντελώς

ντοστογιεφσκικός χαρακτήρας-, αφήνοντας μία επίγευση μπεκετικής απελπισίας. Μία ταινία που κραυγάζει ότι είναι το γράμμα που αφήνει ο Χου Μπο πριν αυτοκτονήσει -πράγμα που και έκανε μόλις τελείωσε τα γυρίσματα. Δείτε την ταινία αυτή! Είναι ένα συγκλονιστικό αριστούργημα. Η διάρκειά της και οι ρυθμοί της δεν θα σας κουράσουν -όλα είναι σοφά ζυγισμένα. Την είδα δύο φορές, με καθήλωσε και τις δύο, σαν αγαπημένο κλασικό μυθιστόρημα που το διαβάζω ξανά και ξανά και, κάθε φορά, όλο και κάτι καινούργιο ανακαλύπτω.



Υ.Γ. 1. Ειδική μνεία για τον εξαίρετο, σε άψογα, άμεσα ελληνικά, υποτιτλισμό της ταινίας -ανυπόγραφος αλλά έμαθα ότι οφείλεται στον Βασίλη Κωνσταντόπουλο της «Carousel Films» που διανέμει την ταινία στην Ελλάδα. Στην οποία «Carousel Films», με συνεπέστατη πορεία στο χώρο, γι αυτόν, ακριβώς, άλλωστε, το λόγο -τη διανομή της συγκεκριμένης ταινίας-, χρωστούμε χάρη.



Υ.Γ. 2. Περιμένω και θα περιμένω ένα ρεπορτάζ, μία μελέτη, κάποια μαρτυρία, ένα βιβλίο για τον Χου Μπο. Δεν μου είναι αρκετά τα στοιχεία του στεγνού βιογραφικού του και κάποια μισόλογα. Θα ήθελα να μάθω πώς και πού έζησε αυτό το παιδί, πώς και γιατί αυτοκτόνησε, αν άφησε ένα γραπτό που να εξηγεί τους λόγους ή μόνο την ταινία του αυτή, όσο εύγλωττη και αν είναι, και τις μικρού μήκους του και τα διηγήματά του. Ελπίζω ότι, κάποια στιγμή, κάτι θα μάθουμε από την τόσο δύσκολα διαπερατή Κίνα.

Κινηματογράφος «Ααβόρα», 25 Απριλίου 2019 και 10 Οκτωβρίου 2019.