November 17, 2017

Cine ΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΟΥΔΟΥΝΙ / «Το τελευταίο σημείωμα» του Παντελή Βούλγαρη


Δεν προτίθεμαι να απολογηθώ γιατί η τέχνη θέλω να με συγκινεί. Δεν προτίθεμαι να απολογηθώ γιατί αποστασιοποιούμαι από τους σκηνοθέτες -στο θέατρο και στον κινηματογράφο- που τρέμουν τη συγκίνηση του θεατή. Δεν προτίθεμαι να απολογηθώ γιατί ο μεταμοντερνισμός δύσκολα μπορεί να με κατακτήσει. Θέλω μόνο να γράψω πόσο με συγκίνησε -ναι, με συγκίνησε!- η ταινία (2017) του Παντελή Βούλγαρη «Το τελευταίο σημείωμα» -κάπως άχαρος ο τίτλος και καθόλου πιασάρικος, νομίζω.
Θέμα του -λίγο «ξεπερασμένο» βέβαια, έτσι;…- η εκτέλεση από τους Γερμανούς, την Πρωτομαγιά του ’44, ούτε έξι μήνες πριν από την Απελευθέρωση, στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής -σε αντίποινα για τη δολοφονία, από αντάρτες, γερμανού στρατηγού,
διοικητή της Μάνης, και της συνοδείας του- 200 κρατουμένων στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου, κομμουνιστών στην πλειονότητά τους, τηγμένων, κυρίως, από τις φυλακές της Ακροναυπλίας όπου κρατούνταν, ήδη, από την εποχή της δικτατορίας του Μεταξά.
Το σενάριο της Ιωάννας Καρυστιάνη και του Παντελή Βούλγαρη

επικεντρώνεται στο πρόσωπο του Πόντιου αλλά μεγαλωμένου, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, στην Κρήτη, Ναπολέοντα Σουκατζίδη, στελέχους του ΚΚΕ, συνδικαλιστή, στις εξορίες και στις φυλακές επί χρόνια. Ο 34χρονος, πολύγλωσσος Σουκατζίδης,
επιταγμένος διερμηνέας, καθώς γνώριζε τα γερμανικά, των Γερμανών στο Χαϊδάρι, έντιμος, ακέραιος άνθρωπος, αρνήθηκε την πρόταση του διοικητή του στρατοπέδου λοχαγού Φίσερ, που είχε εκτιμήσει τη στάση του, να βγάλει το όνομά του από τη λίστα των προς εκτέλεση και να τον αντικαταστήσει με κάποιον συγκρατούμενό του και, τελικά, εκτελέστηκε, αφήνοντας πίσω του πατέρα και μία πιστή αγαπημένη, την αρραβωνιαστικιά του Χαρά Λιουδάκη που του στάθηκε μέχρι την τελευταία στιγμή.
Στέρεο σενάριο, πολύ καλά ισορροπημένο, χωρίς πλατειασμούς, σφιχτό έχει οδηγήσει τον Παντελή Βούλγαρη σε μία λιτή κινηματογράφηση, με άψογους ρυθμούς -γρήγορους έως και ασθματικούς, όταν πρέπει, που επιβραδύνονται φτάνοντας στο ραλαντί, επίσης όταν πρέπει-, με ανάσες, με προσοχή στη λεπτομέρεια -μία ταινία βλεμμάτων-, με διαρκή «υποκειμενικά» γκρο πλάνα που επεκτείνουν το ατομικό στο συλλογικό, με τσαγανό και -ναι!- με συγκίνηση. Ο Παντελής Βούλγαρης, τονίζοντας τη συγκίνηση αλλά χωρίς ποτέ να ξεπερνάει τα όρια και να ξανοίγεται στη χώρα του μελοδράματος, έκανε μία μετρημένη, πραγματικά λαϊκή ταινία που απευθύνεται, με την καλή έννοια, στο καθαρό, λαϊκό κοινό χωρίς καθόλου να το υποτιμά, και όχι στους κριτικούς και στο κοινό των φεστιβάλ. 

Οι σκηνές του ξέφρενου γλεντιού των μελλοθανάτων τη νύχτα πριν από την εκτέλεση, το απεγνωσμένο φιλί του αποχαιρετισμού του ζευγαριού συγκλονιστικές. Αλλά στην ανθολογία μου κρατώ μία άλλη σκηνή -σιωπηλή: όταν ο Ναπολέων δίνει στον Χρήστο, το σύντροφο που τον αμφισβήτησε, το δεύτερο γάντι της δικής του αγαπημένης, της Ξένιας, που οι Γερμανοί έχουν βασανίσει άγρια, για να συμπληρώσει το ζευγάρι, καθώς έχει μείνει στα χέρια του μόνο το ένα.
Στην προσπάθειά του ο Παντελής Βούλγαρης έχει αποφασιστικούς αρωγούς, εκτός από τους συνεργάτες του (διεύθυνση -έξοχης- φωτογραφίας Σίμος Σαρκετζής, μοντάζ Τάκης Γιαννόπουλος, μουσική The Boy, σκηνικά Σπύρος Λάσκαρης, κοστούμια Γιούλα Ζωιοπούλου, παραγωγή Γιάννης Ιακωβίδης και οι λοιποί), τους ηθοποιούς του. Δεν έχει πετύχει μόνο μία καλή διανομή αλλά τους έχει οδηγήσει άριστα. Ο Ανδρέας Κωνσταντίνου στο ρόλο του 
Σουκατζίδη κάνει, νομίζω, την καλύτερη ερμηνεία του στον κινηματογράφο -μία ερμηνεία εκ βαθέων, συγκλονιστική: μεταφέρει όλη την αυστηρότητα, τον ερμητισμό του σκληρόπετσου, ορθόδοξου κομμουνιστή της εποχής του, που έχει περάσει δια πυρός και σιδήρου, και την καθάρια εντιμότητά του διαπερνώντας τα με στιγμές άφατης τρυφερότητας. Και, στις σιωπές του, τα μάτια του- μιλάνε. Εξαίρετη, πλάι του, ως Χαρά, και η 

Ελληνο-Αμερικανίδα Μελία Κράιλινγκ. Δεν είναι απλώς όμορφη. Δεν ακτινοβολεί μόνο. Είναι εκφραστικότατη, έχει εσωτερικότητα και ψυχή -έχει τάλαντο. Στη σκηνή του φιλιού, συγκλονιστική. Στο φινάλε-με τη βαλίτσα του Ναπολέοντα, που της έχουν παραδώσει, στο χέρι, με βάδισμα ασταθές, παραπαίουσα- το βλέμμα της, εύγλωττο, τα λέει όλα. Σχεδόν όσο το βλέμμα της Θέμιδος Μπαζάκα-Ελένης στα «Πέτρινα χρόνια», στην τελευταία, επίσης, σκηνή -έχουν συγγένειες οι δύο ταινίες.
Ο Γερμανός Αντρέ Χένικε-Φίσερ -ιδανική επιλογή για το ρόλο του Φίσερ- κλέβει την παράσταση με τη λιτή, καθόλου μανιχαϊστική ερμηνεία του: δεν είναι «Ο Κακός». Είναι ο διανοούμενος που συνειδητά, εν ψυχρώ, έχει ασπαστεί την ιδεολογία του εθνικοσοσιαλισμού και έχει μεταμορφωθεί σε στεγνό και στυγνό δήμιο αλλά αφήνει, μέσα από ρωγμές, χωρίς ποτέ να το δείχνει, κρύβοντάς το επιμελώς, να ξεφεύγει η ανθρωπιά την οποία συνέθλιψε μέσα του.


Έξοχοι στη λιτότητά του ο Τάσος Δήμας και στην παραφορά του ο Βασίλης Κουκαλάνι και πολύ σωστοί όλοι οι υπόλοιποι: Αινείας Τσαμάτης, Λουκάς Κυριαζής, Κωνσταντίνα Χατζηαθανασίου, Λευτέρης Λαμπράκης, Μιχάλης Αεράκης… Ενώ εξαιρετική είναι η επιλογή και των βουβών προσώπων.


Μία ταινία του… No Weird Wave of Greek Cinema, που σας τη συνιστώ ανεπιφύλακτα. Την κατατάσσω, μαζί με τα «Πέτρινα χρόνια» και τις «Ήσυχες μέρες του Αυγούστου», στις πιο αγαπημένες μου ταινίες του Παντελή Βούλγαρη.

Κινηματογράφος «Odeon Starcity» / Αίθουσα 4, 15 Νοεμβρίου 2017.

2 comments:

  1. Συμφωνώ απόλυτα μαζί σας δύσκολα συγκινούμαι σε ταινίες πια. ..αυτή με συγκίνησε βαθιά

    ReplyDelete