November 26, 2017

Δεκαοκτώ χρόνια «Το Τέταρτο Κουδούνι» 2. Μια πολύ ενδιαφέρον παράσταση μεταξύ κομωδίας και δράματος


Το Τέταρτο Κουδούνι / 26 Νοε(μ)βρίου 2017 
Παρατείνεται για λίγες μόνον αναρτήσεις ακόμη

Ο Τσέχοφ, πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα, πιστεύω ότι είναι μουσική -μουσική δωματίου, κι όχι τραγούδι της Μίλβα. Στον Τσέχοφ, πιστεύω, ότι τα πάντα υπονοούνται, αργοσαλεύουν ΚΑΤΩ απ’ την επιφάνεια, σιγοβράζουν σε πολύ χαμηλή φωτιά, οι ήρωες δεν τα «δείχνουν», δεν κραυγάζουν. Στον Τσέχοφ πιστεύω πως τα πρόσωπά του είναι γελοία -όπως, στην τελική, είμαστε όλοι. Αλλά δεν το ξέρουν. Και γι αυτό τα ζούνε τα δράματά τους. Ο Τσέχοφ πιστεύω ότι τους συμπονάει τους ανθρώπους του -μας συμπονάει. Και πιστεύω ότι οι ηθοποιοί που τους υποδύονται είναι λάθος να τους κοροϊδεύουν. Ο Τσέχοφ πιστεύω ότι όταν χαρακτήριζε τα έργα του «κωμωδίες» αυτή τη γελοιότητα εννοούσε. Που, όμως, δεν την έδειχνε φάτσα-φόρα -έντεχνα την έκρυβε. Γι αυτό πιστεύω ότι, κάπου 120 χρόνια μετά, όχι απλώς αντέχει αλλά είναι πιο σύγχρονος κι απ’ τους σύγχρονους. Γιατί μιλάει κατευθείαν στην ψυχή για την ψυχή -ο κορυφαίος γιατρός-ανατόμος στο θέατρο. Τις απόψεις μου αυτές τις πιστεύω ακράδαντα. Είναι το Credo μου -το Πιστεύω μου- για τον Τσέχοφ. Ο «Θείος Βάνιας» του Λευτέρη Βογιατζή ήταν και είναι ο μπούσουλάς μου να καταλάβω τι σημαίνει «κωμωδία» για τον Τσέχοφ κι η σκηνή όπου ο Βάνιας πυροβολεί τον Σερεμπριακόφ αλλά αστοχεί κι ο Βογιατζής-Βάνιας φώναζε εκείνο το γελοίο, το κωμικοτραγικό «μπαμ» του Τσέχοφ, είναι το απόσταγμα της αντίληψης αυτής -ηχεί ακόμα στ αυτιά μου.
Αλλά είμαι ανοιχτός στο σκηνοθέτη που θα το ανατρέψει το συγκεκριμένο «Credo» μου. Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα. Αρκεί να με πείσει. Ο Γιούρι Λιουμπίμοφ με τις, εντελώς έξω απ’ τις αντιλήψεις μου για τον Τσέχοφ, «Τρεις αδελφές» του, με την «Ταγκάνκα» του, μ’ έπεισε. Δε μ’ έπεισε απλώς -με γοήτευσε. Με συνεπήρε. Κι έτρεχα πίσω απ’ την παράσταση, να τη δω και να


την ξαναδώ. Ο «Γλάρος», αντίθετα, του Γιάννη Χουβαρδά, στο Δημοτικό του Πειραιά, επίσης εντελώς έξω απ’ τις αντιλήψεις μου τι σημαίνει Τσέχοφ -καμιά «μουσική» δεν άκουσα, οι ηθοποιοί, που τους περισσότερους εκτιμώ έως και θαυμάζω, έχουν διδαχτεί να κοροϊδεύουν τους ρόλους, τα υπονοούμενα γίνονται ξεφωνητά και ακροβατικά και μπικίνι και σώβρακα…- δε με έπεισε. Καθόλου. Λυπάμαι (Φωτογραφίες: Δημοσθένης Γρίβας).



Αχ… Πάλι… Νάτη πετιέται από ξαρχής κι αντριεύει και θεριεύει: Η ΛιούμποΒΑ (Μια και ξεκινήσαμε σήμερα από τσεχοφικά ύδατα…). Είχα ξεχαστεί, είχα επαναπαυθεί κάποιο διάστημα -ότι την είχε μάθει το ελληνικό θέατρο την πρωταγωνίστρια του «Βυσσινόκηπου», χρόνια απ τη ζωή μου έχω φάει να το γράφω...-, φρούδες οι ελπίδες μου: νάτο το δελτίο Τύπου με την ΛιούμπΟΒΑ! Ανεπίδεκτος ο Έλληνας… ΛιουμπόΦ Αντρέγιεβνα Ρανιέφσκαγια, παιδιά μου. Άντε, ΛιούμπΑ -το υποκοριστικό. ΛιούμπΟΒΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ. Μην το λέτε -ακόμα και πρωταγωνίστριες που ’χουν παίξει το ρόλο τις έχω ακούσει να την αποκαλούνε ΛιούμπΟΒΑ. Και, κυρίως, μην το γράφετε. Λιου-μπόΦ, Λιου-μπόΦ. Το ΛιούμπΟΒΑ σας ακούγεται πιο ροσοπρεπές, το ξέρω, το αντιλαμβάνομαι, αλλά, στην τελική, δεν είναι παρά κάτι σαν το «γερμανικό» riha ine, bite.



Και οι δυο γονείς του νεαρού πιανίστα, ηθοποιοί -ηθοποιοί καλοί, τους έχω δει στη σκηνή: ο Γιώργος Γκάτζιος -ο γιος του φούρναρη του Λυγουριού που και τα τρία παιδιά του, ο Γιώργος, η Δέσποινα κι η Ντίνα, υπό την επήρεια της Επιδαύρου και του Φεστιβάλ, ηθοποιοί σπούδασαν- κι η πανέμορφη Ραλλού Μιχαλοπούλου, η μια -κατά τη γνώμη μου, η καλύτερη- απ’ τις πέντε Λούλου στις οποίες είχε σπάσει το ρόλο ο Γιώργος Μιχαηλίδης, όταν ανέβασε το ομώνυμο έργο του Βέντεκιντ στο «Ανοιχτό Θέατρό» του. Τρία αγόρια απόκτησαν απ’ το γάμο τους, οικογενειακές υποχρεώσεις, κι ο 
Γιώργος Γκάτζιος στράφηκε -με μεγάλη, επίσης, επιτυχία- στη φουρναρική που γνώριζε απ’ τον πατέρα του: το «Μαμά Ψωμί» που ’χουν ανοίξει, εδώ και αρκετά χρόνια, στο Κουκάκι (Ζαχαρίτσα 42/44 και Ζίννη) -αποφασιστική η βοήθεια της γυναίκας του στην εξυπηρέτηση της πελατείας που κάνει ουρές- είναι ένας εξαιρετικός φούρνος, απ’ τους καλύτερους της Αθήνας-σημείο αναφοράς-, με προϊόντα καταπληκτικά -τα δοκιμάζω συχνά.
Εκεί, στο φούρνο υπήρχε -υπάρχει πάντα- κι ένα πιάνο. Κάποιες φορές που πήγαινα να ψωνίσω, ένα αγοράκι -ο μεσαίος απ’ τους γιούς- έπαιζε. Πολύ καλά -μάθαινε πιάνο μου χαν πει. Πού να φανταστώ την εξέλιξη… Ο -με το σπάνιο όνομα, απ’ τον Πλάτωνα αντλημένο -Φίληβος Γκάτζιος, όπως τώρα έμαθα, είχε ξεκινήσει
απ’ τα έξι του μαθήματα και συνέχισε με καλούς δασκάλους -Άλλα Χαλάψη, Τίτος Γουβέλης, Σοφία Γκελασβίλι-, πήρε βραβεία σε διαγωνισμούς και, ξαφνικά, τον ακούω, μια Τρίτη, πριν από λίγες μέρες, απ’ το Τρίτο Πρόγραμμα, στην εκπομπή με live συναυλίες «Τρίτη και 3 στο Τρίτο», να δίνει ρεσιτάλ! Στο Στούντιο Ε του Ραδιομεγάρου της ΕΡΤ, παρουσία κοινού, σε ζωντανή ραδιοφωνική και διαδικτυακή μετάδοση: Μπαχ, Χάιντν, Σοπέν, Λιστ, Ραχμάνινοφ. Κανονικότατο ρεσιτάλ! Κι ο πιανίστας, ετών δεκατεσσάρων! Με αυτοέλεγχο απόλυτο, με άψογη τεχνική, με γνώση του ύφους του κάθε συνθέτη.
Έμεινα έκπληκτος. Ναι, πρόκειται περί ταλάντου. Με προοπτικές. Δε θέλω να μιλήσω για παιδί-θαύμα. Το παιδί πρέπει να είναι ισορροπημένο -και είναι, το άκουσα να δίνει με ωριμότητα μια μικρή συνέντευξη στο συνθέτη Μάρκο Μωυσίδη που έκανε την παρουσίαση. Κι είμαι σίγουρος -το πράγμα φαίνεται…- ότι οι γονείς του θα ελέγξουν το καμάρι και τον ενθουσιασμό τους και θα οδηγήσουν ψύχραιμα τον νεαρό Φίληβο εκεί που του αξίζει. Ολόψυχα το εύχομαι. Κι αν το θέατρο τους έχει εκείνους στερηθεί, η μουσική ας κρατήσει το γιο τους.




«Ιδιωτικές ζωές» (σ.σ. τι θα πει «ιδιωτικές ζωές; Αμήχανη μου φαινόταν, πάντα, αυτή η απόδοση στα ελληνικά του τίτλου) του Νόελ Κάουαρντ: ανέκαθεν αναρωτιόμουνα τι της βρίσκουνε αυτής της κρυόμπλαστρης κομεντί του ’30 και θεωρείται κλασική εκεί στο Ηνωμένο Βασίλειο κι ανεβαίνει και ξανανεβαίνει. Και γιατί την ανεβάζουν κι εδώ οι πρωταγωνιστές/σκηνοθέτες μας ξανά και ξανά. Απ’ την εποχή της Κοτοπούλη και του, κατά την τότε μετάφραση, «Σολομονέξ» μέχρι την Λαμπέτη και το, κατά την τότε μετάφραση, «Θυμήσου τον Σεπτέμβρη», κι απ’ τον Γιάννη Χουβαρδά του «Αμόρε» μέχρι τους Τάσο Ιορδανίδη-Θάλεια Ματίκα, σε σκηνοθεσία Πέτρου Φιλιππίδη.
Αλλά ότι, επιπλέον, θα προέκυπτε τέτοιο φιάσκο στο καινούργιο ανέβασμα -σήμερα κατεβαίνει, με τα χίλια ζόρια κρατήθηκε ενάμισι μήνα- του έργου, στο «Γκλόρια», απ’ τον Αλέξη Ρίγλη που ’χε τη φαεινή σκηνοθετική ιδέα να διπλασιάσει τα δυο ζευγάρια και ν’ αλλάξει τα φύλα τους χωρίς ν’ αλλάξει τα ονόματά τους -ο Αμάντα…-, ε, αυτό δεν το φανταζόμουνα. Όπου δεν καταλάβαινε η δεξιά σου τη ποιεί η αριστερά σου -η πλήρης σύγχυση… Κρίμα, γιατί χαντακώθηκαν μερικοί καλοί ηθοποιοί (Και δεν εννοώ την Ζέτα Μακρυπούλια…). 



Μετακινήσεις… Να τα λέμε και τα ευχάριστα. Η Ιλειάνα Δημάδη, θεατρολόγος, κριτικός θεάτρου -κι όχι μόνο- στο «Αθηνόραμα» επί 14 συναπτά έτη, μεταπήδησε, ως υπεύθυνη δραματουργίας, στην «Στέγη» (το «Γραμμάτων και Τεχνών» το ’κοψαν ως μακρυνάρι και καλά έκαναν) του Ιδρύματος Ωνάση. Κι είναι σίγουρο ότι θα ’ναι πολύ χρήσιμη. Γιατί ΞΕΡΕΙ (Η ειδικότητα «δραματουργός», από δεκαετίες καθιερωμένη σ’ όλα τα μεγάλα Θέατρα του εξωτερικού, εδώ, ακόμα, ηχεί ως πτηνόν εξωτικόν αλλά δεν πειράζει, θα συνηθίσουμε). 
Και στο «Αθηνόραμα» τη διαδέχτηκε η Θεσσαλονικιά, επίσης θεατρολόγος, Τώνια Καράογλου που ’γραφε εδώ και πέντε χρόνια κριτική θεάτρου στον ιστότοπο ελculture. Και την έγραφε μετά γνώσεως και 
παρρησίας, με μέτρο, χωρίς έπαρση, χωρίς ύφος και χωρίς φτήνιες και εξυπνακισμούς. Αλλά με αγάπη για το θέατρο. Διαπιστώνω, απ’ τα πρώτα της κείμενα στο «Αθηνόραμα», τα ίδια προτερήματα. Κι αρκούσε, για να σχηματίσω γνώμη, το μεγάλο κομμάτι της «Οι τάσεις της σεζόν σε avant première», μια επισκόπηση της θεατρικής σεζόν η οποία άρχισε -που ξέρω ΠΟΛΥ ΚΑΛΑ, απ’ την εποχή που ’κανα (επί χρόνια) αυτές τις επισκοπήσεις στα «Νέα», όταν, ακόμα, οι παραστάσεις της χειμερινής θεατρικής περιόδου ήταν 200 κι έγιναν, σιγά-σιγά, 800, τι μανίκι είναι, πόσο μάλλον τώρα που οι παραστάσεις έχουν φτάσει τις 1500… Θετικό, το νέο αίμα να αντικαθιστά το παλιό και να ’χεις τη σιγουριά ότι για καλό θα ’ναι.



Τους «Ελεύθερους πολιορκηµένους» του Διονυσίου Σολωµού παρουσιάζει, σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Μπίτου, στο «Bios» η ομάδα «Ασίπκα». Ως μονόλογο που ερμηνεύει η Ειρήνη Δράκου η οποία έχει φροντίσει, μαζί με το σκηνοθέτη, και τη δραματουργική επεξεργασία της αριστουργηματικής ποιηματικής σύνθεσης -σας είχα γράψει σχετικά στο «Τέταρτο Κουδούνι» στις 18 Οκτωβρίου.

«Ελεύθεροι πολιορκηµένοι», όμως, φιλοξενούνται και στο «Τρένο στο Ρουφ» της Τατιάνας Λύγαρη -στο «Θεατρικό Βαγόνι», δηλαδή την Κεντρική Σκηνή του. Σε μια ολότελα διαφορετική εκδοχή -«ένας ποιητικός διάλογος», όπως χαρακτηρίζεται, του σολωµικού αριστουργήµατος με ψήγµατα απ’ την ποίηση του Μπάιρον, πρωτότυπη μουσική και κείµενο του Γιώργου Στεφανακίδη που υπογράφει και τη σκηνοθεσία-, απ’ την ομάδα «χ-αίρεται», μ’ επτά ηθοποιούς και μουσικούς επί σκηνής - Εβελίνα Αραπίδη, Μάιρα Μηλολιδάκη, Στέλλα Χατζηµιχελάκη, Χάρης Αγγέλου, Λίνα Τριανταφύλλου (τσέλο), Γιώργος Στεφανακίδης (κιθάρα), Χάρης Αγγέλου (ακορντεόν).
Σκοπεύω να τις δω. Και τις δυο παραστάσεις.


 
Έβαλα ν’ ακούσω την Έβδομη του Σοστακόβιτς. Kαι, ξαφνικά -δεν ξέρω αν ηχεί πολύ κομμουνιστικό…-, μέρες που ναι, το χάρηκα: που o τίτλος της παραμένει «Λένινγκραντ». Και δεν τον
έχουν μεταγράψει σε… «Αγία Πετρούπολη». 
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…



Αντιγράφω, χωρίς καμιά παρέμβαση, απ’ τη στήλη «Οι Κριτικές του Κοινού» στην ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού «Αθηνόραμα»: «Μια πολύ ενδιαφέρον παράσταση, σκηνοθετημένη να παίζουν οι ηθοποιοί πανω σε αυτή την λεπτή γραμμή μεταξύ κομωδίας και δράματος». Καλά, αδύνατον, δεν το πιστεύω, επίτηδες το ’χει γράψει. Και να ’χει βαθμολογήσει την περί ης ο λόγος παράσταση με πέντε «αστεράκια» (*****)…




Μην και κάνουν επιτυχία οι καλλιτέχνες του θεάτρου μας, μην και τους γράψουμε θετικά -ή και υπερθετικά. Το καλάμι έξω απ’ την πόρτα το ’χουν παρκαρισμένο. Και, πριν αλέκτορα φωνήσαι, ορμούν: καβάλα παν’ στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε… Η (τονισμένο το Η) ΕΠΑΡΣΗ! Κακό πράγμα, όμως, η έπαρση. Φαίνεται! Βοά! Άμα τη εμφανίσει. Αφήστε που βλάπτει και μακροπρόθεσμα. Οι εξαιρέσεις; Αμέσως να σας τις μετρήσω, ευκολάκι είναι -ελάχιστες! 


Έγραφα στο «Τέταρτο Κουδούνι», στις 10 Οκτωβρίου, μ’ αφορμή το θάνατο της Λούλας Αναγνωστάκη, ότι το ελληνικό θέατρο θα ’πρεπε σύσσωμο φέτος να την τιμήσει ανεβάζοντας τα έργα της. Καλά, εγώ στα σύννεφα ζω…
Εν πάση περιπτώσει, προς το παρόν, «Η παρέλαση» η οποία, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μάρκελλου κι Ελένης Στεργίου, παίχτηκε για δεύτερη σεζόν, απ’ την ομάδα «This Famous Tiny Circus», σε συνεργασία με το ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων, στην Β΄ Σκηνή του θεάτρου «Οδού Κεφαλληνίας», παράσταση για την οποία έγραψα αναλυτικότερα στο totetartokoudouni.blogspot.com στις 9 Οκτωβρίου, περιοδεύει (φωτογραφία: Χάρης Καλαμπόκης/dvArt). Ενώ, για τον Μάιο, ο Μάνος Καρατζογιάννης έχει προγραμματίσει, στον «Σταθμό» του, σε σκηνοθεσία του και με την Νένα Μεντή, το μονόλογό της Λούλας Αναγνωστάκη «Ο ουρανός κατακόκκινος», μαζί με το μονόλογο «Αυτός και το παντελόνι του» του Ιάκωβου Καμπανέλλη, με τον Ηλία Λογοθέτη, σε δίπτυχο με τον τίτλο «Ο ουρανός... και το παντελόνι του», όπως, επίσης, σας έγραψα στο totetartokoudouni.blogspot.com στις 5 Σεπτεμβρίου.

Αυτά γνωστά. Αλλά να επισημάνω πως υπάρχει και μια δεύτερη «Παρέλαση». Η οποία -κι αυτή- παρουσιάζεται για δεύτερη σεζόν: στο «Black Box» του «104». Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Ρωμανός Καλοκύρης.

No comments:

Post a Comment