January 15, 2026

Από το μιούζικαλ στον Καραγκιόζη: η διαφορετικότητα της «Εναλλακτικής Σκηνής».

 

 Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 270


Η «Εναλλακτική Σκηνή» της Εθνικής Λυρικής Σκηνής δεν παύει να μας κάνει εκπλήξεις. Όλο και φιλοξενεί παραστάσεις ή συναυλίες εκτός του πεδίου της αμιγούς όπερας αλλά σχετικές, πολύ ή λίγο, με το είδος και, γενικότερα, με τη μουσική. Και πολύ καλά κάνει. Διότι η μουσική δεν είναι μία. Ανάμεσα στα είδη από τα οποία κορφολογεί είναι το μιούζικαλ, η οπερέτα, το μουσικό θέατρο... 
Μικρή σχετικά η σκηνή της την οδηγεί από το μιούζικαλ να επιλέγει «μικρές» ή «διαφορετικές» δημιουργίες, όπως, παλαιότερα, το «The Last Five Years» του Τζέισον Ρόμπερτ Μπράουν -ήταν μία υπέροχη παράσταση- ή το «Into the Woods» του Στίβεν Σόντχάιμ. Αυτή τη φορά ήταν το «Tick, Tick… Boom», ένα ημιαυτοβιογραφικό, μικρών διαστάσεων μιούζικαλ του Τζόναθαν Λάρσον που πέθανε στα 34 χρόνια του, πριν το δει ολοκληρωμένο από φίλους του (2001) στην Off Broadway σκηνή. Τα τρία βασικά πρόσωπά του, ο Τζον, ένας νεαρός συνθέτης που παλεύει να ολοκληρώσει ένα μιούζικαλ ενώ δουλεύει σερβιτόρος αλλά που παλεύει και ανάμεσα στην απογοήτευση και την αισιοδοξία, η χορεύτρια κοπέλα του, ο στενός παιδικός του φίλος που εγκατέλειψε τα όνειρά του για θέατρο και κατέληξε επιτυχημένος στο μάρκετινγκ αλλά είναι φορέας του AIDS -είμαστε στο 1990. Η Έμιλυ Λουίζου υπέγραφε τη φιλότιμη αλλά χωρίς εξάρσεις σκηνοθεσία αλλά τα τρία παιδιά που κρατούσαν τους ρόλους (Πάρις Παρασκευαϊδης, Δανάη Βασιλοπούλου, Αργύρης Λάμπρου) έδωσαν φτερά στην παράσταση. 


Άλλου παπά ευαγγέλιο ήταν η επόμενη παράσταση της «Εναλλακτικής»: Καραγκιόζης! Αλλά «Ο Καραγκιόζης Ριγολέττος». Ο ηθοποιός-σκηνοθέτης Δημήτρης Δημόπουλος και ο καραγκιοζοπαίκτης Αλέξανδρος Μελισσινός έγραψαν ένα ευφυές κείμενο που συνδέει τον Καραγκιόζη με τον Ριγολέττο του Βέρντι, καθώς η Βεζυροπούλα επιλέγει τον καμπούρη ήρωα του Θεάτρου Σκιών ως τον καταλληλότερο να ερμηνεύσει τον καμπούρη επώνυμο ρόλο στην παράσταση της όπερας η οποία θα δοθεί στο λυρικό θέατρο που ίδρυσε και στην οποία η ίδια θα ερμηνεύσει την Τζίλντα. Ο Αλέξανδρος Μελισσινός κινούσε τις φιγούρες πίσω από τον μπερντέ ενώ ο βαρύτονος Γιάννης Σελητσανιώτης, η σοπράνο Μαριλένα Στριφτόμπολα και ο τενόρος Μάνος Κοκκώνης τραγουδούσαν τις βασικές άριες του βερντιάνικου έργου, με τον Μάρκο Κώτσια να συνοδεύει στο πιάνο, σε μουσική προσαρμογή της Λίνας Ζάχαρη και ο Δημήτρης Δημόπουλος είχε αναλάβει, ως αφηγητής, τις αναγκαίες, διαφωτιστικές για την υπόθεση, πρόζες-γέφυρες. Μία παράσταση πολύτιμη για τα παιδιά. Που τους φέρνει σε μία πρώτη επαφή με την όπερα μέσα από την ευθυμία και το καλό γούστο (Φωτογραφίες: 1 Ανδρέας Σιμόπουλος, 2 Γιάννης Αντώνογλου). 

January 14, 2026

Στο Φτερό: Όπερα κοντσερτάντε με δυναμική


«Σαλώμη» του Ρίχαρντ Στράους, λιμπρέτο (γερμανική μετάφραση της Χέντβιχ Λάχμαν του έργου του Ουάιλντ) Ρίχαρντ Στράους. Συναυλιακή παρουσίαση. Κρατική Ορχήστρα Αθηνών. Μουσική διεύθυνση: Λουκάς Καρυτινός. Σολίστ: Ελένα Στίχινα και Κατερίνα Οικονόμου, σοπράνο, Βόλφγκανγκ Άμπλινγκερ-Σπερχάκε,  Βασίλης Καβάγιας, Ανδρέας Καραούλης, Γιάννης  Φίλιας και Διονύσης Μελογιαννίδης, τενόροι, Δημήτρης Τηλιακός και Γιάννης Σελητσανιώτης, βαρύτονοι, Νεφέλη Κωτσέλη, μέτζο σοπράνο, Διονύσης Τσαντίνης, μπασοβαρύτονος, Αλέξανδρος Λούτας, μπάσος. 
 



Η Σαλώμη, κόρη -από τον πρώτο της σύζυγο Ηρώδη Β΄ Φίλιππο, πρίγκιπα της Ιουδαίας- της Ηρωδιάδας η οποία τον εγκατέλειψε για τον ετεροθαλή αδελφό του, τον Ηρώδη Αντύπα, Τετράρχη της Ιουδαίας, ποθεί -ένα πάθος εμμονικό, υστερικό- χωρίς ανταπόκριση, τον Ιωάννη τον Βαπτιστή -τον Πρόδρομο- που, επειδή εκτόξευε κεραυνούς κατά της μητέρας 
της για τη ζωή της και το γάμο με τον αδελφό του άντρα της, ο Ηρώδης Αντύπας τον έχει κλείσει σε ένα μπουντρούμι. Η Ηρωδιάδα αντιλαμβανόμενη πως ο άντρας της επιθυμεί τη νεαρή Σαλώμη, την ωθεί να χορέψει μπροστά του ένα αισθησιακό χορό πετώντας από πάνω της, ένα-ένα, επτά πέπλα και εκείνος της υπόσχεται να της δώσει ό,τι επιθυμεί. 
Με υποβολέα τη μητέρα της εκείνη του
 
ζητάει το κεφάλι του Ιωάννη. Ο Ηρώδης προσπαθεί να το αποφύγει γιατί φοβάται τις αντιδράσεις αλλά, τελικά, αναγκάζεται να τηρήσει την υπόσχεσή του. Φέρνουν το κεφάλι του Ιωάννη, «επί πίνακι» και η Σαλώμη, τρελή από πόθο, το φιλάει στα χείλη -νεκροφιλία! Ο Ηρώδης, τρομαγμένος από την τροπή που πήρε
το πράγμα, δίνει διαταγή να τη σκοτώσουν. Από το βιβλικό επεισόδιο, μεταξύ ιστορίας και μύθου, ο Ιρλανδός Όσκαρ Ουάιλντ εμπνεύστηκε, διανθίζοντάς το, την «Σαλώμη» ένα τολμηρό μεγάλο μονόπρακτο που έγραψε στα γαλικά (1893, πρώτο ανέβασμα στην Γαλία 1896) και το οποίο απαγορεύτηκε στην Αγγλία και σε άλλες χώρες για αρκετά χρόνια -ο αισθητισμός, το κίνημα στο τέλος του 19ου αιώνα στο οποίο κατατάσσεται η «Σαλώμη», αποσυνέδεε την τέχνη από την ηθική και αυτό δεν

συμβάδιζε με τη βικτοριανή σεμνοτυφία και τον πουριτανισμό της εποχής. Βασισμένος στη γερμανική μετάφραση του έργου από την Χέντβιχ Λάχμαν, ο Γερμανός Ρίχαρντ Στράους έγραψε το, πολύ κοντά στο έργο του Ουάιλντ, λιμπρέτο και συνέθεσε 
(1902-1905) την ομώνυμη μονόπρακτη όπερά του (πρεμιέρα 1905): μία αισθησιακή μουσική, δυναμική έως τον παροξυσμό, προχωρημένη για την εποχή της, με τολμηρές αρμονικές επιλογές, που διατηρεί την ορμή και τη νοσηρή φρεσκάδα της, δημιουργώντας την, απολύτως συμβατή με το περιεχόμενο του έργου, ατμόσφαιρα. Αυτή ανέδειξε με την κοντσερτάντε (συναυλιακή) παρουσίασή της η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών. Ο αρχιμουσικός Λουκάς Καρυτινός την οδήγησε σε μία δυναμική εκτέλεση χωρίς, πάντως, να ξεπεράσει το μέτρο και να χάσει τον έλεγχο. Η διανομή τον βοήθησε -και τη βοήθησε- σε ένα ικανοποιητικότατο αποτέλεσμα με επικεφαλής τη ροσίδα σοπράνο Ελένα Στίχινα. Χωρίς να υπερβεί τα όριά της έδωσε μία ισχυρή και μετρημένα 

δραματική Σαλώμη. Σε ανάλογο επίπεδο, πλάι της, ο Ηρώδης του αυστριακού τενόρου Βόλφγκανγκ Άμπλινγκερ-Σπερχάκε και ο Ιωάννης (Γιοκανάαν στο έργο) του βαρύτονου Δημήτρη Τηλιακού, όχι, όμως, και η Ηρωδιάς της σοπράνο Κατερίνας Οικονόμου που ακούστηκε με πολλές αδυναμίες. Ενώ οι 

τενόροι Βασίλης Καβάγιας (Ναραβόθ και 1ος Ιουδαίος), Ανδρέας Καραούλης (2ος Ιουδαίος), Γιάννης Φίλιας (3ος Ιουδαίος και 2ος Ναζωραίος) και 
Διονύσης Μελογιαννίδης (4ος Ιουδαίος), ο βαρύτονος  Γιάννης Σελητσανιώτης (1ος Ναζωραίος και 2ος Στρατιώτης), η μέτζο σοπράνο Νεφέλη Κωτσέλη (Ακόλουθος και 1ος Σκλάβος), ο μπασοβαρύτονος Διονύσης Τσαντίνης (5ος Ιουδαίος και Καππαδόκης) και ο μπάσος Αλέξανδρος Λούτας (1ος Στρατιώτης) συμπλήρωσαν επαρκέστατα τη διανομή. Μία επιτυχημένη συναυλία που θα πρέπει να πείσει την ΚΟΑ ότι μπορεί και στα δύσκολα (Φωτογραφίες: Μαργαρίτα Yoko Νικητάκη).

(Το τακτικό πρόγραμμα/αφίσα της ΚΟΑ -υπεύθυνη έκδοσης Αλίκη Φιδετζή-, χρησιμότατο).

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης», Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, 23 Δεκεμβρίου 2025.

December 19, 2025

Δεν πεθαίνω σα χώρα… ή Ένας έφηβος ετών 50

 
Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 269
 

Ήταν 26 Δεκεμβρίου 1975. Λάρισα. Αίθουσα του Δημοτικού Ωδείου. Ένα Θέατρο γεννιέται: το «Θεσσαλικό Θέατρο». Η Χούντα έχει πέσει πριν από ενάμιση χρόνο. Άνεμος αισιοδοξίας και δημιουργικότητας πνέει. Το θέατρο ανάσανε. Οι ιδέες περί αποκέντρωσης έχουν αρχίσει να κυριαρχούν. 
Η Λάρισα έχει ανθρώπους ταλαντούχους. Η ιδέα ήταν της Άννας Βαγενά, μαζί της ο Κώστας Τσιάνος κι ο σκηνογράφος ενδυματολόγος Γιώργος Ζιάκας. Λαρισαίοι κι οι τρεις. Παιδιά της δύσκολης δεκαετίας του ’40.  
Αυτοί ίδρυσαν και ξεκίνησαν το «Θεσσαλικό Θέατρο». Αποφάσισαν ν’ αρχίσουν με την «Αυλή των θαυμάτων», το σπαρακτικό έργο  του Ιάκωβου Καμπανέλλη -τι καλύτερη επιλογή; 
Κάλεσαν τον Διαγόρα Χρονόπουλο να τους σκηνοθετήσει, ο Γιώργος Ζιάκας έκανε τα σκηνικά
και τα κοστούμια, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης τη μουσική και στη διανομή ήταν η Νένα Μεντή, η Κατερίνα Καραβία, ο Γιώργος Ακριτίδης, ο Κώστας Τσιάνος, η Αλίκη Αλεξανδράκη, η Δήμητρα Σταμπουλίδου, η Μαρία Μίχα, ο Γιώργος Ζωγράφος, ο Μιχάλης Μπογιαρίδης, η Άννα Βαγενά, ο Νίκος Χαραλάμπους, ο Μάνος Μπαλλής, ο Σεραφείμ Ντίνας, 
ο Βαγγέλης Πετανίτης -μερικοί τους εξαίρετοι ηθοποιοί. Άλλοι Λαρισαίοι, άλλοι που δε δίστασαν, ξεσηκώθηκαν απ’ την Αθήνα για ν’ αντιμετωπίσουν συνθήκες αντίξοες -«Θεσσαλικό» σήμαινε και μεγάλες και δύσκολες περιοδείες. Κάποιοι έμειναν και για τη συνέχεια, κάποιοι δε συνέχισαν. 
Η πρεμιέρα τους δόθηκε τη Δεύτερη Μέρα των Χριστουγέννων του ’75. Φαντάζομαι τη συγκίνηση όλων. Των επί σκηνής, των πίσω απ’ τη σκηνή, των θεατών. Κανείς δεν περίμενε, πάντως, ότι το «Θεσσαλικό» τους θα έφτανε τα πενήντα του χρόνια. Κι όμως τα έφτασε. Με πολλές επιτυχίες - 
κορυφή του η ευριπίδεια «Ηλέκτρα» του Κώστα Τσιάνου, με την Λυδία Κονιόρδου ανεπανάληπτη στον επώνυμο ρόλο-, με 
αποτυχίες, με παραστάσεις που δεν ευδοκίμησαν, όπως συμβαίνει πάντα σε όλα τα Θέατρα. Κινήθηκε απ’ την επιθεώρηση έως και την αρχαία τραγωδία, από ελληνικό ρεπερτόριο έως ξένα κλασικά αλλά και σύγχρονα έργα. Που να ΑΦΟΡΟΥΝ το κοινό του -αυτός ήταν ο γνώμονας. Το 1983, όταν η Μελίνα Μερκούρη, ως υπουργός Πολιτισμού, δημιούργησε το θεσμό των Δημοτικών Περιφερειακών Θεάτρων, ονομάστηκε ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας χωρίς ποτέ να αποτάξει τον αρχικό του τίτλο -«Θεσσαλικό Θέατρο». 


Φέτος, με καλλιτεχνικό διευθυντή του τον Ορέστη Τάτση, γιορτάζει αυτά τα πενήντα του χρόνια -ένας έφηβος ακόμα. Με τον «Μισάνθρωπο» του Μολιέρου που ανεβάζει μια νέα γυναίκα, η Ιόλη Ανδρεάδη -κι αν πέρασαν απ’ το «Θεσσαλικό» νέοι άνθρωποι!-, με Αλσέστ τον Γεράσιμο Γεννατά, στο θέατρο που το ’λεγαν «Θέατρο του Μύλου» αλλά τώρα πια λέγεται «Κώστας Τσιάνος». Δικαιότερη απόφαση για την ονοματοδοσία αυτή δεν υπήρξε: 22 ολόκληρα χρόνια καλλιτεχνικός διευθυντής του «Θεσσαλικού» που το οδήγησε σε θριάμβους και στο εξωτερικό, ο Κώστας Τσιάνος πολλά άκουσε, πολύ πάλεψε και πολύ σκατό έφαγε. Αλλά νίκησε.
Η παράσταση κάνει αύριο πρεμιέρα κι απ’ τις 8 Μαρτίου θα παιχτεί και στην Αθήνα στο νέο θέατρο (πρώην κινηματογράφο) «Φιλίπ».
Εμείς απ’ την επαρχία -περιφέρεια τη λέμε, πια, για λόγους πολιτικής ορθότητας αλλά εγώ δε θα τους τηρήσω...-,  

που αγαπούσαμε το θέατρο και που πάντα ονειρευόμασταν ένα δικό μας Θέατρο για να μην περιμένουμε μόνο τους περιοδεύοντες  θιάσους, νοιώθουμε περισσότερο τη σημασία του «Θεσσαλικού». Γι αυτό, πάντα, όταν μιλάω ή όταν γράφω για το «Θεσσαλικό», συγκινούμαι. Ας ευχαριστήσουμε την Λάρισα και τους ανθρώπους -απ’ τους παλιούς, κάποιοι δεν υπάρχουν πια και στη μνήμη τους είναι αφιερωμένο το κείμενο αυτό- που το στέριωσαν και το στήριξαν. Για ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ. Γιορτάζουμε μαζί τους.

December 18, 2025

Κική Μορφονιού (1936-18 Δεκεμβρίου 2025): Ταλέντο και Ήθος


Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 268  
 



Η Ελλάδα έχασε σήμερα ένα Μεγάλο Κεφάλαιό της στην ιστορία της όπερας. Αλλά κι έναν σεμνό άνθρωπο, με Ήθος: την μέτζο Κική Μορφονιού.
Η Εθνική Λυρική Σκηνή, της οποίας υπήρξε για χρόνια κορυφαίο στέλεχος, πρόλαβε και τίμησε την Κική Μορφονιού το 2023, κατά την έναρξη των επετειακών εκδηλώσεων για τα εκατό χρόνια απ’ τη γέννηση της Μαρίας Κάλλας. Στην πρεμιέρα της «Μήδειας» του Κερουμπίνι, στις 25 Απριλίου 2023, στην Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος», ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής της ΕΛΣ Γιώργος Κουμεντάκης της απένειμε τιμητική πλακέτα για «τη σπουδαία συνεισφορά της στη λυρική τέχνη, τις αξεπέραστες ερμηνείες της, αλλά και για το ήθος, την αγάπη και την αφοσίωσή της στην Εθνική Λυρική Σκηνή». Τη χειροκροτήσαμε τότε μ’ όλη μας την ψυχή. 
Η τελευταία εμφάνισή της ήταν στο ντοκιμαντέρ (1923) της ΕΛΣ και των Βασίλη Λούρα και Μιχάλη Ασθενίδη για την Μαρία Κάλλας «Μαίρη, Μαριάννα, Μαρία: Τα άγνωστα ελληνικά χρόνια της Κάλλας», όπου αναφέρεται στην ιστορική συνεργασία τους στην Επίδαυρο.  
Στις 21 Αυγούστου 2010, μ’ αφορμή τη συμπλήρωση ακριβώς 50 χρόνων απ’ την πρεμιέρα στην Επίδαυρο της «Νόρμας» με την Μαρία Κάλλας, που ’χε προγραμματίσει η Λυρική Σκηνή, πρεμιέρα που αναβλήθηκε, όμως, λόγω νεροποντής, για να πραγματοποιηθεί λίγες μέρες μετά, δημοσιεύτηκε στα «Νέα», ένα δισέλιδο σαλόνι που έγραψα με μεγάλη αγάπη και το οποίο συμπεριλάμβανε κι ένα κείμενο μ’ αυτή την ανάμνηση της Κικής Μορφονιού. Στη μνήμη Της την αναδημοσιεύω. Ας είναι αναπαυμένη.
 
 




Κική Μορφονιου: «Την έβλεπες πως ήταν ευτυχισμένη»
 

ΤΑ ΝΕΑ έχουν την τιμή σήμερα να φιλοξενούν την Κική Μορφονιού, την Ανταλτζίζα της ιστορικής εκείνης παράστασης. Τη νεαρή τότε μέτζο που έκανε στη συνέχεια μια μεγάλη καριέρα στην Ελλάδα περνώντας κι από ξένες λυρικές Σκηνές. Αφήνουμε τη μαρτυρία της να μιλήσει από μόνη της.
«Στην Λυρική πρωτοεμφανίστηκα το 1958, στην ‘Αΐντα’, στη χορωδία. Και σε ρόλο είχα ντεμπουτάρει το ’59 με Αζουτσένα στον ‘Τροβατόρε’. Την Ανταλτζίζα επρόκειτο να τραγουδήσει η Αντριάνα Λαζαρίνι. Εγώ θα έκανα την Κλοτίλντε, ένα μικρό ρόλο, αλλά μελετούσα την Ανταλτζίζα για να γίνονται οι πρόβες με την χορωδία και την ορχήστρα, ούτως ώστε όταν έρθουν οι ξένοι -η Κάλλας, ο Μίρτο Πίκι, ο Φερούτσιο Ματσόλι κι η Λαζαρίνι- να ναι έτοιμη η παράσταση. Οι πρόβες γίνονταν σ’ ένα σχολείο, πιο κάτω απ’  το Ηρώδειο. Ήταν εκεί ο Μινωτής που σκηνοθετούσε, η ορχήστρα που χε προετοιμάσει πολύ καλά το έργο με μαέστρο τον Τότη Καραλίβανο… 
Όταν έγινε γνωστό πώς δε θα ρθει η Λαζαρίνι γιατί αρρώστησε ο αείμνηστος Μπαστιάς μαζί με τον Καραλίβανο με προέτρεψαν να πάω στην Ρώμη να μ’  ακούσει ο Τούλιο Σεραφίν που θα διηύθυνε. Πετάω στην Ρώμη, μ άκουσε, ενθουσιάστηκε με τη φωνή μου αλλά είπε: ‘Εγώ δεν έχω λόγο να μην τραγουδήσει η κοπέλα, δεν ξέρω, όμως, τι θα πει η Μαρία’. Η οποία δεν ήταν τότε στην Ρώμη, ήταν στο Μιλάνο και θα ρχότανε κατευθείαν στην Αθήνα. Κάθισα δέκα μέρες κι έκανα με τον Σεραφίν ένα ρετούς στο ρόλο, αν και τον ήξερα.
Όταν έφτασε στην Αθήνα η Κάλλας πήγα να τη συναντήσω στην ‘Μεγάλη Βρετάνια’. Η πιο συγκινητική στιγμή της ζωής μου! Η Κάλλας ήταν, από τότε που ήμουνα μαθήτρια, το ίνδαλμά μου και δε φανταζόμουνα ποτέ όχι ότι θα τραγουδήσω αλλά ούτε καν ότι θα μιλήσω κάποτε μαζί της. Μου άνοιξε την πόρτα στη σουίτα της και με υποδέχτηκε μ’  ένα χαμόγελο. Με είδε κάπως ανήσυχη και μου λέει: ‘Κάθισε λίγο να ηρεμήσεις’. Ήταν πολύ καλοσυνάτη. Μετά κάναμε το ντουέτο και με τη φωνή και την παρουσία της ξεχάστηκα. Αυτό που ένοιωσα ήταν πρωτόγνωρο. Όταν τελειώσαμε μ’  ακούμπησε απαλά και μου λέει: ‘Θα τραγουδήσεις μαζί μου. Μου άρεσε πολύ η φωνή σου κι ο τρόπος που τραγουδάς, οι φωνές μας ταιριάζουν…’. Δεν ήξερα τι να πω. Της είπα μόνο: ‘Ευχαριστώ πολύ. Η επιτυχία μου εξαρτάται από σας’. Κι αυθόρμητα έσκυψα και της φίλησα το χέρι. 


Μόλις ήρθαν οι ξένοι πήγαμε κατευθείαν στην Επίδαυρο. Μέναμε σε δωμάτια στο Λυγουριό. Η Κάλλας στο Ναύπλιο. Ήταν μια καταπληκτική εμπειρία για μένα. Έμαθα πολλά πράγματα μαζί της άλλαξε η ζωή μου. Καθόλου ντίβα δεν ήταν στις πρόβες. Ζούσε τον έρωτά της με τον Ωνάση τότε. Κάθε απόγευμα την έφερνε στο θέατρο, στην πρόβα με την ορχήστρα -ερχόντουσαν χεράκι-χεράκι, καθότανε, παρακολουθούσε όλη την πρόβα και μετά την έπαιρνε και φεύγανε. Δεν το κρύβανε. Ήτανε μια πολύ ωραία περίοδος της ζωής της. Και τη ζούσε πολύ έντονα. Την έβλεπες πως ήταν ευτυχισμένη. Πιστεύω πως της είχε λείψει πάρα πολύ στη ζωή της η αγάπη. Μιλούσαμε καμιά φορά στα παρασκήνια και μου έλεγε κάποια πράγματα. Την πήρε, λοιπόν, τότε, ανάμεσα στις πρόβες, και πήγανε με την ‘Χριστίνα’, νομίζω στην Βενετία, σε κάποιο χορό. Γύρισε κρυωμένη. Ήρθε στην πρόβα που είχαμε στις 11 το πρωί με κλειστό λαιμό. Της βάζει μια πόστα, μα μια πόστα ο Σεραφίν: ‘Μαρία, πώς το ’κανες εσύ αυτό μετά από τόσα χρόνια που σε ξέρω; Τι ανευθυνότητα ειν’  αυτή;’. Είχε κατεβάσει το κεφάλι σα μαθητριούλα. Ήταν το μόνο ντεζαβαντάζ στις πρόβες.
Επίσης συνέβη αυτό που κυκλοφορεί σαν ανέκδοτο. Ο Γιάννης Τσαρούχης που κανε τα σκηνικά τής έλεγε: ‘Μαρία, πρέπει να δοκιμάσεις την περούκα’. ‘Νon posso’- ‘δεν μπορώ’- του απαντούσε. ‘Εντάξει Μαρία μου, αύριο’. Την άλλη μέρα πάλι: ‘Μαρία, σε παρακαλώ να βάλουμε την περούκα’, «Non posso, Γιάννη μου, non posso’. Αυτό τέσσερις, πέντε φορές… Οπότε ο Τσαρούχης εξερράγη: ‘Μη σώσεις και possεις». Ο Αντώνης Φωκάς, πάλι, που έκανε τα κοστούμια, μάλωνε πολύ με τον Γιάννη Τσαρούχη.
Στη δεύτερη παράσταση η Κάλλας είχε αρρωστήσει -ίσως ήταν ακόμα αυτό το κρύωμα που χε αρπάξει στο ‘σκασιαρχείο’. Την ώρα του ντουέτου, στα ενδιάμεσα της ορχήστρας, μου λέει: ‘Κική, έχω πυρετό, θα σταματήσω’ Σιγά-σιγά της λέω: ‘Μην μου το κάνετε αυτό, δεν φαίνεται τίποτα’. Στο διάλειμμα πήγε ο Μπαστιάς στο καμαρίνι και της είπε κι αυτός ‘μην το κάνεις θα καταστραφεί η παράσταση’. Εγώ της πήγα χαμομήλι που χα στο καμαρίνι. Και, τελικά, συνέχισε.
Ήταν σταθμός για μένα αυτή η παράσταση. Να σας πω και κάτι που αισθάνθηκα; Αν σταματούσε τότε η καριέρα μου δεν θα με πείραζε. Μου ταν αρκετή αυτή και μόνο η παράσταση. Ήμουνα κοπελίτσα κι όλη τη μαγεία αυτής της γυναίκας την ένοιωσα βαθιά. 
Αποκάλυπτε μ εντυπωσιακό τρόπο όλες τις πλευρές του χαρακτήρα της Νόρμας. Από εμπνευσμένη ιέρεια γινότανε προσβεβλημένη και προδομένη γυναίκα. Κυριαρχούσε στη σκηνή. Εκείνο που μου χε κάνει τρομερή εντύπωση ήταν ότι είχε κατορθώσει να μεταβάλει όλο της το κορμί σε ηχείο. Είχε μία ανεπανάληπτη ειλικρίνεια υποκριτικής που καθήλωνε το κοινό. Δε θα ξεχάσω το άπλωμα των χεριών της: γέμιζαν όλο το χώρο. Γέμιζε κι η καρδιά σου τότε.
Για μένα ήταν πολύ μεγάλη τύχη κι ευχαριστώ το Θεό που μου δωσε αυτή την ευκαιρία. Όμως αν δεν ήταν εκείνη να με περιβάλει μ’ αυτή την αγάπη κι αυτή την εμπιστοσύνη… Όλοι έλεγαν πως είχα πολύ μεγάλη επιτυχία. Ε, σ’ εκείνη το οφείλω. Σκεφτείτε ότι τραγουδούσαμε μαζί. Αν μου φερόταν έτσι όπως πολλοί πίστευαν ότι φέρεται…
Κι η εικόνα της που κυκλοφορούσε δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Ο πατέρας της κάποτε, σε μια εκπομπή της τηλεόρασης, μου είπε ‘Λένε πως η Μαρία σας βοήθησε για ν’  αλλάξει το ίματζ της’- γιατί το είχανε γράψει κι αυτό. ‘Δεν ειν έτσι. Σας εξετίμησε σα φωνή και σαν άνθρωπο’. Κι εγώ αυτό πίστευα. Δεν ήταν μόνο η βοήθειά της στις παραστάσεις της Επιδαύρου -την επόμενη χρονιά ήμουνα και στην «Μήδεια» που έκανε. Με βοήθησε πολύ κι έξω. Μ’ έστειλε σε δάσκαλο στην Σκάλα, κανόνισε ακρόαση στο ‘Κόβεντ Γκάρντεν’ -έχω το γράμμα της-, και στην ‘Σκάλα’, για να τραγουδήσω μαζί της, άσχετα αν δεν έγιναν οι παραστάσεις αυτές. 

Την αντιμετώπιζα με δέος, με θαυμασμό και σεβασμό. Και συνειδητοποίησα απ’ την πρώτη στιγμή πως αυτό που έκανε για μένα ήταν απόρροια της μεγάλης ανθρωπιάς της. Αν σε εμπιστευότανε σ’  άφηνε να νοιώσεις ελεύθερη. 
Δεν έδειχνε να έχει τρακ, ήταν ψύχραιμη. Κι ας της καταμαρτυρούσαν τόσα τότε. Όσο για τη ‘φωνητική κάμψη’ που λέγανε, νομίζω πως υπάρχει ένα αχάριστο κοινό. Αλλά και οι συνάδελφοί σας… Θυμάστε πάντα μια κακιά στιγμή. Κι όχι όλα τ’ άλλα. Η γυναίκα αυτή ήταν ένας θρύλος. Δεν ξέρω αν θα ξανάρθει άλλη καλλιτέχνις σαν την Κάλλας. Δεν ήταν απλώς μια τραγουδίστρια. Ήταν φαινόμενο».

December 13, 2025

Στο Φτερό / Ο Τειρεσίας είπε την αλήθεια

 
«Οιδίποδας» (Σοφοκλής) του Ρόμπερτ Άικ / Σκηνοθεσία: Ρόμπερτ Άικ 
 



Ο Οιδίποδας είναι πολιτικό πρόσωπο. Πρόεδρος ενός νέου κόμματος το οποίο κατεβαίνει στις εθνικές εκλογές της -μη κατονομαζόμενης- χώρας του, με την υπόσχεση, αν εκλεγεί, να προχωρήσει σε εκκαθάριση και ανανέωση του 

πολιτικού σκηνικού με εντιμότητα, ακεραιότητα και διαφάνεια. Έχει πείσει το λαό και έχει μεγάλο ρεύμα. Βράδυ της μέρας των εκλογών, ελάχιστος χρόνος απομένει μέχρι την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων που, σύμφωνα με τα exit polls, προβλέπονται θριαμβευτικά για τον Οιδίποδα. Ο οποίος, 

προεκλογικά, έχει υποσχεθεί, μόλις εκλεγεί, να δημοσιοποιήσει το πιστοποιητικό γέννησής του, καθώς οι αντίπαλοί του έχουν διασπείρει τη φήμη ότι είναι ξένος -κάτι σαν Ομπάμα- καθώς και να ρίξει φως στην, από ετών χρονολογούμενη,   
σκοτεινή υπόθεση του θανάτου του Λάιου, ηγέτη της χώρας, του οποίου τη, μεγαλύτερή του κατά 13 χρόνια, χήρα Ιοκάστη παντρεύτηκε. Εν μέσω της αναμονής, εμφανίζεται ένας άγνωστος, περιθωριακός «μάντης» που του λέει κατάμουτρα ότι ο ίδιος ο Οιδίποδας είναι ο φονιάς του Λαΐου, ότι έχει σκοτώσει τον πατέρα του, ότι είναι εραστής της μάνας του και ότι, τελικά, νικητής, μετά τις εκλογές, θα είναι ο αδελφός της Ιοκάστης, ο Κρέων, ο στενότερος συνεργάτης του. Το όνομα του «μάντη» είναι Τειρεσίας. Ο Οιδίποδας κατηγορεί ευθέως τον Κρέοντα ότι εκείνος έφερε τον «μάντη» -στον οποίο έχει υπαγορεύσει τι θα 
πει- επιθυμώντας να τον υπονομεύσει και εποφθαλμιώντας την εξουσία, πράγμα που ο Κρέων αρνείται. Στο μεταξύ, η Ιοκάστη, μέσα στην ιδιαίτερα φορτισμένη ατμόσφαιρα, έχει ετοιμάσει δείπνο αποχαιρετιστήριο στο χώρο του προεκλογικού τους κέντρου ενώ, στο μεταξύ, εργάτες έχουν αρχίσει να το αδειάζουν από τα έπιπλα -ο ρόλος του έληξε. Το δείπνο είναι σε στενό κύκλο: τα τρία τους παιδιά (ο Ετεοκλής, ο Πολυνείκης, που φανερώνει ότι η κοπέλα του Ετεοκλή τον έχει παρατήσει γιατί την απάτησε ενώ ο ίδιος αποκαλύπτεται πως είναι ομοφυλόφιλος με σταθερή σχέση, και η Αντιγόνη), η Μερόπη, μητέρα του Οιδίποδα, και ο Μέντωρ, δεξί χέρι του και κρυφός  εραστής της Ιοκάστης, ο οποίος ετοιμάζεται να αποσυρθεί από 
την υπηρεσία. Η Μερόπη δεν έχει προσκληθεί αλλά βρίσκεται εκεί από μόνη της, ζητώντας επίμονα να μιλήσει ιδιαιτέρως με τον γιο της ενώ ο άντρας της, ο πατέρας του Οιδίποδα, βρίσκεται ετοιμοθάνατος στο νοσοκομείο. Τη νύχτα αυτή πολλά τρομερά μυστικά θα αποκαλυφθούν. Ο επίμονος να πληροφορηθεί την αλήθεια Οιδίποδας θα μάθει πως ο γέροντας που 

σκοτώθηκε, όταν, στα 18 του, οδηγώντας σαν τρελός και στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας συγκρούστηκε με ένα αυτοκίνητο, ήταν ο Λάιος. Το δυστύχημα αποσιωπήθηκε επειδή ο Λάιος πήγαινε σε κάποιο ξενοδοχείο για να συναντηθεί ερωτικά με μία μικρή και ανακοινώθηκε μόνο πως πέθανε από ανακοπή. Ήδη είχε 
 
βιάσει την τότε  δεκατριάχρονη Ιοκάστη που έμεινε έγκυος, γέννησε μυστικά ένα αγοράκι και το παιδί το παρέλαβε ο Μέντωρ, από τότε άνθρωπος της εξουσίας, και το εγκατέλειψε σε ένα δάσος. Όταν η Μερόπη αποκαλύπτει -αυτός ήταν ο λόγος που είχε έρθει-, ενώ την ειδοποιούν πως ο άντρας της πέθανε, πως ο Οιδίποδας δεν είναι παιδί  

τους -ήταν άτεκνοι- αλλά ούτε και υιοθετημένος αλλά ένα μωρό που το βρήκαν εγκαταλειμμένο στο δάσος, πλάι στο σπίτι τους, όλα κουμπώνουν: το μωρό αυτό ήταν ο Οιδίποδας που, κατόπιν, παντρεύτηκε τη φυσική -χωρίς και οι δύο να το γνωρίζουν- μητέρα του, την Ιοκάστη, και απέκτησε μαζί της τρία παιδιά. Ο Τειρεσίας ούτε λάθος είχε κάνει ούτε υποβολιμαία ήταν όσα είπε. Η συντριπτική  

νίκη στις εκλογές του Οιδίποδα και του κόμματός του είναι γεγονός και ανακοινώνεται. Αλλά η παράλληλη φρίκη που αντιμετωπίζουν Ιοκάστη και Οιδίποδας θα οδηγήσουν εκείνη στην αυτοκτονία και εκείνον στην αυτοτύφλωση, Το έργο κλείνει, θεατρικότατα, ένα φλας μπακ, με τον Οιδίποδα και την Ιοκάστη να επισκέπτονται για πρώτη φορά το χώρο που θα γινόταν το εκλογικό τους κέντρο αλλά και το πεδίο τρομακτικών αποκαλύψεων και, τελικά, θανάτου. Είναι η, σε θρίλερ, πολύ ελεύθερη μεταγραφή της τραγωδίας του Σοφοκλή «Οιδίπους τύραννος» (πιθανόν 429 με 428 π.Χ.) από τον άγγλο συγγραφέα και σκηνοθέτη Ρόμπερτ Άικ (έχουμε, ήδη, δει στην Ελλάδα τη διασκευή του -μαζί με τον Ντάνκαν ΜακΜίλαν- για το θέατρο του μυθιστορήματος του Τζορτζ Όργουελ «1984» και το έργο του «The Doctor», ελεύθερη διασκευή από το θεατρικό του Άρτουρ Σνίτσλερ «Καθηγητής 
Μπερνχάρντι», και τα δύο σε εξαιρετικές σκηνοθεσίες της Κατερίνας Ευαγγελάτου -για το δεύτερο δεν κατάφερα να γράψω), με τον τίτλο «Οιδίποδας» (2018). Ο Άικ μεταφέρει το έργο στη σύγχρονη εποχή με ευφυείς αναγωγές και, κατά κάποιο τρόπο, σε διάλογο με την τραγωδία. Το πρώτο που μου έκανε εντύπωση είναι η δεξιοτεχνία του στη μεταγραφή. Όσο και αν κάποιες στιγμές θα μπορούσαν να θεωρηθούν εύκολες και κάπως αδικαιολόγητες 

(η παρουσία του Τειρεσία, για παράδειγμα), πολλές είναι οι ιδιοφυείς (ο τρόπος αυτοκτονίας της Ιοκάστης και πώς βρίσκεται το πιστόλι στα χέρια της ή της αυτοτύφλωσης του Οιδίποδα...). Ο Άικ, ως διασκευαστής, μετασχηματίζει πρόσωπα και καταστάσεις της τραγωδίας ή αποσπά στοιχεία από αυτά προσθέτοντάς τα σε νέους ρόλους (Άγγελος / Μέντωρ), προσθέτει πρόσωπα, 
όπως η Μερόπη, ο Πολυνείκης, ο Ετεοκλής, η (γραμματέας) Ιόλη…-, δίνει φωνή στην Αντιγόνη που στον «Οιδίποδα τύραννο» είναι πρόσωπο βουβό -όλα αυτά με μεγάλη προσοχή στις λεπτομέρειες-, τοποθετεί στη σκηνή ένα μεγάλο ρολόι-χρονόμετρο που μετράει αντίστροφα μέχρι την ώρα της επίσημης ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων -αλλά και μέχρι την ολοκλήρωση της οικογενειακής καταστροφής-, προσθέτει το εύρημα της εκκένωσης του χώρου από τα έπιπλα, που πραγματοποιούν οι οι εργάτες, μέχρι να μείνει στο τέλος γυμνός, όπως γυμνή είναι πια η πραγματικότητα και η αλήθεια… Η παράστασή του (σκηνοθετική επιμέλεια της ελληνικής παραγωγής η Βρετανοαμερικανίδα Λίζι Μάνγουόρινγκ, συνεργάτης σκηνοθέτης ο Πρόδρομος Τσινικόρης), είναι σφιχτή, τέλεια κουρδισμένη, με εξαίρετους  
ρυθμούς και σε καθηλώνει. Τα «παγωμένα» σκηνικά της Γερμανίδας Χίλντεγκαρντ Μπέχτλερ, τα κοστούμια του Πολονού Βόιτσιεχ Τζιέτζιτς, οι φωτισμοί της Αγγλίδας Νατάσα Τσίβερς, με συνεργάτρια την, επίσης, Αγγλίδα Σάρλοτ Μπάρτον, οι ήχοι που σχεδίασε -εξαιρετική δουλειά!- ο Άγγλος Τομ Γκίμπονς συντείνουν στην επιτυχία της παράστασης. Ο Νίκος Κουρής εξυπηρετεί απολύτως το ρόλο του Οιδίποδα, όπως και η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη της Ιοκάστης -συγκλονιστική στη σκηνή που περιγράφει τη γέννα της του Οιδίποδα αλλά και στη συνέχεια. Η Ράνια Οικονομίδου (Μερόπη) 

καθηλώνει,  χωρίς να της λείπει το χιούμορ. Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος διαθέτει το κύρος για τον Κρέοντα και ας γίνεται κάπως μονότονος. Άριστος ο Τάκης Σακελλαρίου στον κάπως μυστηριώδη ρόλο του (Μέντωρ). Τη διανομή συμπληρώνουν με αρτιότητα ο Κώστας Νικούλι (Τειρεσίας), ο Γιάννης Τσουμαράκης (Πολυνείκης), ο Γιώργος Ζιάκας (Ετεοκλής), η Δανάη-Αρσενία Φιλίδου (Αντιγόνη), ο Σωκράτης Πατσίκας (Οδηγός) και η Χαρά Γιώτα (Ιόλη). Μία πολύ ενδιαφέρουσα παράσταση-πρόταση. (Φωτογραφίες: 1,2,4,5,6,7,8,9,10,11,12,13,14 Ανδρέας Σιμόπουλος, 3,15 Πηνελόπη Γερασίμου). 
 
(Πρόγραμμα της παράστασης -επιτέλους είδαμε πρόγραμμα στην Στέγη!- είναι ένα λιτής αλλά εξαιρετικής αισθητικής βιβλίο (Ίδρυμα Ωνάση, επιμέλεια έκδοσης Χριστίνα Κοσμόγλου), με το κείμενο της μετάφρασης του Νίκου Χατζόπουλου).
 
«Στέγη» Ιδρύματος Ωνάση / Κεντρική Σκηνή, 6 Δεκεμβρίου 2025.