November 25, 2017

Δεκαοκτώ χρόνια «Το Τέταρτο Κουδούνι» 1: Χαμένος στην παράσταση ή Μα θαρρώ πώς θα τα μπλέξω απ’ την Κική/Φρυνίχου και την Κοκό/Υπόγειο ποια θα διαλέξω;


Το Τέταρτο Κουδούνι / 25 Νοε(μ)βρίου 2017
Αυστηρά για πενήντα μόνον αναρτήσεις  

Τι επιδημία κι αυτή… «Για πενήντα ΜΟΝΟ (τα κεφαλαία του συντάκτη) παραστάσεις», λέει. Το δελτίο Τύπου. Ε, δεν τις λες και «μόνο» τις πενήντα… 




Πανικός στους (θεατρικούς) δρόμους! Τα αποτελέσματα: στον «Αγαμέμνονα» έκλεισα να πάω, στον «Οίκο Μακ-Μπεθ» βρέθηκα. Διότι τα μπέρδεψα -πώς να μην τα μπερδέψω ο δύστυχος ο θεατρόφιλος;

Για να σας τα πω λιανά: στο «Θέατρο Τέχνης» της Φρυνίχου, τα Δευτερότριτα, «μόνο για τέσσερις παραστάσεις», παιζότανε ο «Αγαμέμνονας», σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Χατζή, συρραφή του από Αισχύλο και Ευριπίδη, με βαρύνουσα μουσική σύνθεση του Γιώργου Κουμεντάκη -«μουσική δωματίου» τη χαρακτήριζαν- και με την Λήδα Πρωτοψάλτη και τον Γιώργο Παπαπαύλου. Εκεί όπου, τις άλλες μέρες, παίζεται η «Αριάγνη» απ’ τις «Ακυβέρνητες πολιτείες» του Τσίρκα. Εκεί που, απ’ το περασμένο Σάββατο, τα Σαββατοκύριακα, σε απογευματινές, παίζεται κι η «Ελένη» του Ρίτσου. Εκεί που τις Κυριακές, ακόμα πιο νωρίς, παίζεται για τα παιδιά ο «Ρομπέν των δασών» του Φλουράκη. Εκεί που, κάθε Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, παίζεται, πλέον, το «Προς Ελευσίνα» του Μάτεσι.
Ενώ στο Υπόγειο του «Θεάτρου Τέχνης» παιζότανε -και θα παίζεται τα Δευτερότριτα, μέχρι 28 Νοεμβρίου- ο «Οίκος Μακ-Μπεθ» του Παναγιώτη Μέντη. Ο οποίος, από 2 Δεκεμβρίου, θα παίζεται μόνο κάθε Σάββατο απόγευμα. Εκεί όπου, τις άλλες μέρες, παίζεται «Η επανένωση της Βόρειας με την Νότια Κορέα». Εκεί που τις Κυριακές το απόγευμα παίζεται για έφηβους (για έφηβους; Τι επιλογή κι αυτή!) το «Δόκτωρ Τζέκυλλ και κύριος Χάυντ» των Δόβρη-Μαυρογεωργίου. Εκεί που από 4 Δεκεμβρίου, τα Δευτερότριτα, θα παίζεται το «Ένας άνθρωπος επιστρέφει στην πατρίδα του πιστεύοντας ότι θα τον σκοτώσουν και τον σκοτώνουν» των Ανδρεάδη-Ασπρούλη.
(Σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες, έτσι;… Ε μ’ πώς να βολευτούν σε δυο θέατρα, μέσα σε μια σεζόν [18+11 του Αναλογίου 2017=] 29 παραστάσεις; Υπάρχουν και χειρότερα -δυσκολότερα- θα μου πείτε, βέβαια. Εμένα, πάλι, αυτό γιατί μου κάνει, όμως, συνειρμό μ’ εκείνο «Τα 'φτιαξε ο Μηνάς με την Ανέτα / Που τα ’χε με το Δήμο τον τρελό / Χώρισε ο Χρηστάκης με την Τέτα / Και τα ’φτιαξε ξανά με την Ζωζώ / Και τα ’φτιαξε η Μάρη με τον Άρη και τον Χάρη / Που τα είχε με την Ρένα και μετά με την Νανά…» του Λουκιανού -το «Πού βαδίζουμε, κύριοι;»);
Ενώπιον, τέλος πάντων, αυτής της ούτω διαμορφουμένης καταστάσεως, καθώς είδα στην πιο προσφιλή μου στήλη «Θέατρα/Τελειώνουν Αυτή την Εβδομάδα» στο «Αθηνόραμα» -το ηλεκτρονικό-, ότι ο «Αγαμέμνονας» τελειώνει την Τρίτη 14 Νοεμβρίου -κι ήταν Τρίτη και 14- κι αφού έψαξα στο «Αθηνόραμα», το έντυπο, στη στήλη «Θέατρα/Παίζονται Μόνο Δευτέρα και Τρίτη», ζαλισμένος απ’ το ψάξιμο, χωρίς να προσέξω σε ΠΟΙΟ «Θέατρο Τέχνης» παίζεται, έσπευσα να κλείσω τηλεφωνικά θέση -πανικός: «να μη δω την Λήδα την Πρωτοψάλτη;». «Πόσο κρατάει;» ρωτώ την κυρία στο τηλέφωνο. «Μια ώρα περίπου». Πάω, ο καλός σου, το βράδυ, με αυτοπεποίθηση, σίγουρος ότι εκεί παίζεται κι ότι εκεί πήρα τηλέφωνο, στο Υπόγειο, «κράτησα μια θέση», η ταμίας που προφανώς, με γνωρίζει, δε μου λέει τίποτα -«πότε την κρατήσατε;», δηλαδή-, παίρνω τη θέση που μου δίνει και που νομίζω πως είναι η κρατημένη, μπαίνοντας ρωτώ, για επιβεβαίωση, «πόσο κρατάει;». «Περίπου δυο ώρες». Τότε κάτι ψυλλιάστηκα -«μια ή δυο ώρες, τελικά; Μήπως…», ψιλοθόλωσα, ζητώ πρόγραμμα να δω πού... βρίσκομαι και τι θα δω, «στο διάλειμμα» μου λένε, αρχίζει η παράσταση, ψάχνω για Αγαμέμνονα, ψάχνω για Πρωτοψάλτη… Τίποτα. Πουθενά. Μετά από δέκα λεπτά κατάλαβα ότι βλέπω τον «Οίκο Μακ-Μπεθ». Και ήταν αργά πια.
Διαπιστώσεις-επισημάνσεις: 1. Δε θα ’θελα να βρεθώ στη θέση να πρέπει να συντάσσω -ΠΟΤΕ!- τη στήλη θεαμάτων/Θέατρα στο «Αθηνόραμα». 2. Δε θα ’θελα να επιμελούμαι την ιστοσελίδα του «Θεάτρου Τέχνης». 3. Αν δείτε κάποιον αλλόφρονα να τρέχει, σα να τον κυνηγάνε, από Πεσμαζόγλου και Σταδίου, όπου και το Υπόγειο, με κατεύθυνση την οδό Φρυνίχου στην Πλάκα, όπου και η ετέρα Σκηνή του Θεάτρου, και τούμπαλιν -είναι και μακριά…-, περί θεατρόφιλου, αποπροσανατολισμένου κι απεγνωσμένου θα πρόκειται. Πιθανόν να ’μαι κι εγώ. 4. Θεατρικά -διότι, ως προς τα άλλα, τα ξέρετε…- ή πάμε πολύ καλά ή δεν πάμε καθόλου καλά…
Πάντως, στο ταμείο του Υπόγειου, ο κύριος ενός νεαρού ζευγαριού που ’βγαζε εισιτήριο (;) όταν ήμουν εκεί, ρώτησε την ταμία: «Πού είναι το θέατρο, απάνω;» Κι όταν κάθισα στη θέση μου, ψιλοθολωμένος -«τι θα δω, τελικά, Παναζία μου;»- η διπλανή κυρία με ρώτησε «ξέρετε πώς λέγεται το έργο που θα δούμε;». Και, επιπλέον, δεν ήξερα να της απαντήσω.
Η Παναζία κι ο Άγιος Πορφύριος να βάλουν το χέρι τους…



Πώς μου φάνηκε ο «Οίκος Μακ-Μπεθ»; Πολύ καλή ιδέα να μεταπλαστεί η σεξπιρική τραγωδία της εξουσίας σ’ έναν αγώνα εξουσίας σύγχρονων πολιτικών κέντρων με πρωταγωνιστές ένα ζευγάρι α λα ζεύγος Μακμπέθ. Η δραματουργική υλοποίηση, όμως; Ο Παναγιώτης Μέντης μπλέκει, εν είδει Χορού που σχολιάζει, κι ένα τρίτο πρόσωπο -μια πόρνη- εντελώς ξεκρέμαστο, που με το ζόρι προσπαθεί προς το τέλος να το εντάξει/στριμώξει στον κορμό του έργου. Κι ο λόγος -που φλερτάρει το στίχο-, με έξοχο, μεν, χειρισμό της γλώσσας αλλά φλύαρος, βρίθει κοινοτοπιών. Ο σκηνοθέτης Κωστής Καπελώνης υπερασπίζεται το κείμενο με αυταπάρνηση και άψογους, ιλιγγιώδεις ρυθμούς, υποστηριγμένος από καλούς ηθοποιούς -Γιώργος Σταυριανός, Γιάννα Μαλακατέ (έστω κι αν ποζάρει λίγο), Ηρώ Κωστή-, και κάνει, ίσως, την καλύτερη παράστασή του, αλλά εις μάτην… 




Εκτιμώ, όσο περνούν τα χρόνια όλο και περισσότερο την «Στέγη» του Ιδρύματος Ωνάση. Όχι μόνο για τους ανθρώπους της, που ’χουν δείξει την αξία τους αυτά τα εφτά χρόνια της λειτουργίας της -τον Δεκέμβριο τα κλείνει-, όχι μόνο για τα καλλιτεχνικά προγράμματά της κι όλα αυτά που βλέπω ή ακούω κι έχω δει ή ακούσει εκεί -κι ας μην μου άρεσαν όλα, λογικό είναι-, όχι μόνο για την απαράβατη γραμμή του καινούργιου που ακολουθεί, όχι μόνο για όλα -μια διαρκής ζύμωση, χωρίς καμιά επανάπαυση- τα συμπαρομαρτούντα -σχέδια, εκπαιδευτικά προγράμματα, καινούργιες ιδέες που διαρκώς γεννούν εκπλήξεις…-, όχι μόνο για το ότι η «Στέγη» δεν «καβάλησε το καλάμι», όχι μόνο για τη ζεστασιά που νοιώθω απ’ τους ανθρώπους που σε υποδέχονται, που σε πληροφορούν, που σου δίνουν το εισιτήριο ή την πρόσκληση, που σου τσεκάρουν το εισιτήριο ή που σε ταξιθετούν -πολλές φορές τα ’χω γράψει απ’ το 2010 και μετά. Αλλά και για τη στάση της «Στέγης» απέναντι σε θέματα κοινωνικά: απ’ τη σχέση με τη γειτονιά του Νέου Κόσμου όπου κείται -γείτονας είμαι κι εγώ κι όταν βγαίνω για περπάτημα απλώνω το χέρι στα μυρωδικά που ’ναι φυτεμένα ολόγυρά της και μοσκοβολάει το χέρι μου- μέχρι το Ουράνιο Τόξο των ΛΟΑΤ που φώτισε την πρόσοψή της τη βραδιά που ψηφίστηκε στην Βουλή ο νόμος για το Σύμφωνο Συμβίωσης.
Αυτή τη φορά, όμως, θέλω να επανέλθω για την πιο σοβαρή και ουσιαστικά παρεμβατική, όπως πιστεύω, κίνηση της «Στέγης» -κατά τη γνώμη μου, μια τομή. Εδώ κι ένα περίπου μήνα, όσες φορές πήγα εκεί για κάποια παράσταση, βλέπω πια στην υποδοχή, στις εισόδους των αιθουσών, στην ταξιθεσία, μαζί με τα παλιά, και καινούργια πρόσωπα. Πρόσωπα «διαφορετικά». Η «Στέγη» προσέλαβε δεν ξέρω πόσους συμπολίτες μας Έλληνες ή μετανάστες μαύρους, ασιάτες, ένα ΑΜΕΑ σε αμαξίδιο, μια τρανς… Θεωρώ την κίνηση αυτή ΑΝΕΚΤΙΜΗΤΗΣ αξίας. Το κοινό που μπαίνει στην Στέγη -και δεν εννοώ μόνο τους συνειδητοποιημένους και τους υποψιασμένους- εθίζεται στο «διαφορετικό» και, σιγά-σιγά, παύει να το θεωρεί «διαφορετικό» -κι ας υπάρξουν και οι ρατσιστικές αντιδράσεις, τους φορείς-τους χαρακτηρίζουν. Άλλωστε, στις ζώνες των καινούργιων στολών γράφει «don’t be shy». Ήτοι, «μην ντρέπεσαι»...
Οι συμπολίτες μας αυτοί που η «Στέγη» τους πρόσφερε τη δυνατότητα να μας υποδέχονται θερμά με τα πλατιά χαμόγελά τους, είναι η πρωτοπορία που θα σπάσει το κατεστημένο το οποίο θέλει τους μαύρους στις κουζίνες και στις μεταφορές και ως καθαριστές, τους Φιλιπινέζους στο υπηρετικό προσωπικό και τις τρανς στην Συγγρού. Θα ’λεγα ένα μεγάλο «μπράβο» στην «Στέγη» (που θα πρέπει να βραβευτεί για αυτό -τουλάχιστον...), αν δεν ένοιωθα τόση συγκίνηση βλέποντας αυτά τα παιδιά. Ένας εργαζόμενος στην «Στέγη», μετά την κίνηση αυτή, μου ’πε: «Χαιρόμουνα που δουλεύω εδώ. Τώρα, επιπλέον, νοιώθω περήφανος». Ελπίζω γρήγορα να υπάρξουν μιμητές. Οφείλουν να υπάρξουν.


Γιορτάζουμε πια με χαρές μεγάλες και με χορούς και με τραγούδια και με κολοκύθες παραδοσιακές το Halloween, από φέτος αρχίσαμε να γιορτάζουμε -δοξασμένο τ’ όνομά Του- και το Thanksgiving -ελληνίδες γαλοπούλες τρέμετε!-, η Black Friday έχει μπει για τα καλά στη ζωή μας -ακόμα δε μου ’χει φύγει το πρήξιμο εκεί, χαμηλά, απ’ τη βροχή των σχετικών sms
και e-mail(s)…-, επέστη, νομίζω πια ο χρόνος ν’ αρχίσουμε να γιορτάζουμε και την 4th of July, ε; «Παραδοσιακά donuts», που γράφει κι ένα ντονατσάδικο στη γειτονιά μας…
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…


Το ’πα -στο «Τέταρτο Κουδούνι», στις 4 Οκτωβρίου- κι έγινε. Ε, ναι. Ήταν σαν αυτονόητο. Ότι ΑΥΤΗ η φωτογραφία του Τάσου Θώμογλου πρέπει να γίνει η αφίσα για την «Ρώσικη Επανάσταση» του Τσέζαρις Γκραουζίνις που ανέβασε στις 25 Οκτωβρίου -ανήμερα της 100της επετείου της πρώτης απ’ τις «Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο»- το ΚΘΒΕ. Τα λέει ΟΛΑ: «Εμπρός της γης οι κολασμένοι…». Στην παράσταση να δω πότε θα πάω…


Απίστευτο! Αυτά που ’γραψε για το όραμά του περί Ενωμένης Ευρώπης ο Βικτόρ Ουγκό το 1855 -κατά το πρόγραμμα της παράστασης «Ουγκώ: Μια ουτοπία» που είδα στην «Στέγη»:σημερινά! Πάντως, όντως, επρόκειτο περί ουτοπίας. Ο Ουγκό μιλούσε για μια Ενωμένη Ευρώπη των ΛΑΩΝ…
Κρίμα που η παράσταση της Σοφίας Μαραθάκη -την οποία πολύ έχω εκτιμήσει από προηγούμενες δουλειές της- με την ομάδα θεάτρου «Ατονάλ» και σε δραματουργία Έλενας Τριανταφυλλοπούλου ούτε κατά κεραίαν δεν κατάφερε να αρθεί στο ύψος του κειμένου -των κειμένων- αλλά στάθηκε τόσο αμήχανη. Ήταν, βλέπετε, κι αυτή η, με ανάλογα αιτήματα, παράσταση του Πομρά στην οποία ήρθε καπάκι…



«Από την ώρα ακόμη των επινικίων, η ίδια (σ.σ. η Φώφη Γεννηματά) και η ηγετική ομάδα άρχισαν να σχεδιάζουν την επόμενη μέρα. Με στόχο την ‘προοδευτική διακυβέρνηση’ και με οδηγό την ‘Νέα Αλλαγή’, η επικεφαλής του νέου φορέα θα επιδιώξει να δημιουργήσει δικό της, ξεχωριστό πόλο, ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και τη ΝΔ» διάβασα, αμέσως μετά την εκλογή της κ. Γεννηματά ως προέδρου του -ανύπαρκτου ακόμα- κόμματος της κεντροαριστεράς (κεντροαριστερά όπως μπαίνουμε;).
Τη «Νέα Αλλαγή»; Δηλαδή, ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τη 
Νέα Αλλαγή πάνω από την Ελλάδα; «(Νέα) Αλλαγή κι απάνω τούρλα» που θα ’λεγαν κι οι της «Ελεύθερης Σκηνής», ελαφρώς τροποποιώντας τον τίτλο μιας «τότε…» -1982/’83- επιθεώρησής τους. Εντάξει… Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες τρεις του Σεπτέμβρη να περνάς… κι αυτό που λένε «η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα».
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή… (Επιθεώωωωωρηση! Πού είσαι;).



Και «Το έξυπνο πουλί» του Φεντό, σε διασκευή και σκηνοθεσία Μάνου Βαβαδάκη και Γιώργου Κατσή, που πολύ άρεσε, ανέβηκε φέτος για δεύτερη σεζόν στο «Tempus Verum-Εν Αθήναις». Συγγνώμη, αλλά εγώ, όταν το ’δα πέρσι, δεν ήθελα να πιστέψω πως την μπαλαφάρα αυτή, την α λα Σεφερλής, την έχουν φτιάξει τα ίδια τα παιδιά της ομάδας που ’χε ανεβάσει τον «Σεισμό στη Χιλή» του Κλάιστ στο «Bios» το 2015. Φίλοι που τους εμπιστεύομαι μου ’χαν πει, προηγουμένως, τα καλύτερα. Εγώ θα φταίω φαίνεται… Γι αυτό και το γράφω το σχόλιο αφού οι παραστάσεις τους τελείωσαν (Φωτογραφία: Νίκος Πανταζάρας). 




Το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, με τον Ορέστη Ανδρεαδάκη καλλιτεχνικό διευθυντή και την Ελίζ Ζαλαντό γενική διευθύντρια, δεν έχει κρατήσει απλώς το επίπεδό του -όπως διαπιστώνω, κι ας μην μπόρεσα φέτος να πάω. Εξελίσσεται, αναπτύσσεται, απογειώνεται. Το Φεστιβάλ έληξε μ’ επιτυχία, τα βραβεία απονεμήθηκαν αλλά να επισημάνω, εκτός απ’ το πρόγραμμα καθαυτό, τον ανατρεπτικό τρόπο με τον οποίο έγινε η επιλογή των ταινιών του Διαγωνιστικού Τμήματος: με πυξίδα ένα 
εμβληματικό βιβλίο του 20ου αιώνα, «Το ρίζωμα» («Ανάγκη για ρίζες», στην ελληνική έκδοσή του, σε μετάφραση Μαρίας Μαλαφέκα, απ’ τον «Κέδρο») της γαλλίδας φιλοσόφου Σιμόν Βέιλ, 
απ’ τις πιο ανήσυχες φωνές της παγκόσμιας διανόησης. Μια πραγματικά ενδιαφέρουσα ιδέα. Και να μην παραλείψω να αναφερθώ στις τέσσερις -υπέροχες- αφίσες του Φεστιβάλ, τις επικεντρωμένες στο κάδρο -ένα απ’ τα βασικά στοιχεία του κινηματογράφου και της εικόνας-, αφίσες που 
σχεδίασαν οι Red Creative πάνω σ’ έξοχες φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης απ’ τον Σίμο Σαλτιέλ.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή… Μια οθόνη, στη συγκεκριμένη περίπτωση. 




«Ο επαγγελματίας (2003) του Ντούσαν Κοβάτσεβιτς, ταινία βασισμένη στο θεατρικό έργο (1990) του ίδιου, είχε περιληφθεί, ενταγμένη στο Τμήμα -που πάντα πολύ μ’ ενδιαφέρει- «Ματιές στα Βαλκάνια» -στο Αφιέρωμα «Βαλκανική Λογοτεχνία και Σινεμά»- του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Ένα έξοχο θεατρικό έργο ενός σημαντικού συγγραφέα.
Να θυμίσω πως τον Κοβάτσεβιτς μας τον γνώρισε στην Ελλάδα αποκλειστικά η Γκάγκα Ρόσιτς, που χάθηκε πρόσφατα: αδελφοποιτός της, τον μετέφρασε, τον προώθησε σε καλούς εκδοτικούς οίκους που τον εξέδωσαν, τον προώθησε στις ελληνικές Σκηνές που τον ανέβασαν... Ειδικά «Ο επαγγελματίας», που τον πρωτόκανε ο Στέφανος Κοτσίκος στο ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας, τη σεζόν 1995/1996, θα ’χει ανεβεί στην Ελλάδα και στην Κύπρο τουλάχιστον επτά φορές. Στην Γκάγκα Ρόσιτς, που ’φυγε απ’ τη ζωή πριν από λίγες μέρες, δικαιωματικά θα ’πρεπε να ’ναι αφιερωμένη απ’ το Φεστιβάλ η προβολή αυτή.



Η στήλη «Το Τέταρτο Κουδούνι» κλείνει σήμερα τα 18 της χρόνια -ενηλικιώνεται (αλλά μυαλό, σας διαβεβαιώ, δεν έβαλε και, κατά πάσα πιθανότητα, δε θα βάλει…). Πρωτοδημοσιεύτηκε στα «Νέα» στις 25 Νοεμβρίου 1999 -μια, προσωπικά, πολύ δύσκολη χρονιά για μένα- κι έκτοτε ανελλιπώς συνεχίζει. Κάθε Πέμπτη απ’ την αρχή και για πολλά χρόνια, έδωσε απ’ το 2011 τ’ όνομά της στο παρόν ιστολόγιο totetartokoudouni.blogspot.com, συνέχισε να αναρτάται σ’ αυτό κάθε Πέμπτη, τελευταία η παρουσία της έγινε πιο «άτακτη» αλλά συνεχίζει απτόητη. Όλους που τη στηρίξατε αυτά τα 18 χρόνια με κάθε τρόπο σας ευχαριστώ θερμά. Εχετε την αγάπη μου.
Ο... εορτασμός για την επέτειο θα ’ναι τριήμερος. Με τρία Τέταρτα Κουδούνια απανωτά το τριήμερο που αρχίζει από σήμερα. Η στήλη, άλλωστε, απουσίασε σχεδόν -παρά τρεις- σαράντα μέρες και πολύ υλικό έχει μαζευτεί.

November 22, 2017

Ντμίτρι Χβοροστόφσκι: μια Μεγάλη φωνή σώπασε



Μια Μεγάλη φωνή (με κεφαλαίο το Μι) έσβησε σήμερα. Πρόωρα. Ο ρόσος βαρύτονος Ντμίτρι Χβοροστόφσκι ανήκει πια στην ιστορία της όπερας. Στις χρυσές σελίδες της -ένας σπουδαίος Ερμηνευτής.  Πέθανε στο Λονδίνο, στα 55 του χρόνια. 
Στην Ελλάδα, τον Ντμίτρι Χβοροστόφσκι, είχαμε την ευκαιρία να τον δούμε και να τον ακούσουμε στη σειρά των ζωντανών μεταδόσεων απ’ την Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Ιόρκης MET Live αρκετές φορές. Πρόχειρα τον θυμάμαι Τζόρτζο Ζερμόν στην «Τραβιάτα», Κόμη ντι Λούνα στον «Τροβατόρε», Ντον Κάρλο στον «Ερνάνη»…
Είχαμε, όμως, και κάτι περισσότερο: την ευτυχία να τον ακούσουμε ζωντανά. Στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στη σειρά «Μεγάλοι Ερμηνευτές». Στα 45 του χρόνια -στην κορυφή της ακμής του. Ήταν Παρασκευή 16 Μαρτίου 2007 -δέκα χρόνια και κάτι πριν: ένα ρεσιτάλ συνοδεία πιάνου. Η αίσθηση που μου είχε αφήσει παραμένει αναλλοίωτη. Έγραψα στα «Νέα» μετά τη συναυλία. Στη στήλη «Δίκτυο». Αναρτώ το κείμενο αυτό στη μνήμη του:




Ό, τι έχει σχέση με την σταθερή εικόνα «καλλιτέχνης» της όπερας ξεχάστε το. Πανύψηλος, λεπτός, με σώμα καλοφτιαγμένο, με… μέση, νεότατος -παρά τα κατάλευκα μαλλιά του-, άνετος, γοητευτικός, κομψός -μαύρο, στενό, μεσάτο παντελόνι, φαρδομάνικο, χωρίς κουμπιά, με σκίσιμο στο στήθος, μαύρο, μεταξωτό πουκάμισο… Κάτι πιο κοντά σε χορευτή του φλαμένκο παρά σε βαρύτονο. Ο Ντμίτρι

Χβοροστόφσκι στη σκηνή του Μεγάρου Μουσικής κόμισε έναν «αέρα» διαφορετικό. Και μια μεγάλη φωνή. Ένας βαρύτονος με διεθνή καριέρα που βρίσκεται στην κορυφή της, γλυκόλαλος, με πειθαρχημένη, απόλυτα ελεγχόμενη, άψογη τεχνική, με τέλειο φραζάρισμα, με δυνατότητα να περνάει από το ένα ύφος στο άλλο με καταπληκτική ευκολία και με ένα ξεχωριστό πρόγραμμα -καθόλου από τα «εύκολα», εξ ου, προφανώς, και το Μέγαρο πολλές κενές θέσεις είχε στο ρεσιτάλ του: ρόσικες 

μελωδίες του 19ου και του 20ου αιώνα. Τσαϊκόφσκι και Μούσοργκσκι στο πρώτο μέρος και το δεύτερο με άξονα την ποίηση του Πούσκιν -τραγούδια από Γκλίνκα, Νταργκομίζσκι, Μποροντίν και Ρίμσκι-Κόρσακοφ μέχρι Μέντνερ, Ραχμάνινοφ, Βλάσοφ και Σβιρίντοφ. Με αποφασιστικό στήριγμά του τον εσθονό πιανίστα Ίβαρι Ίλια ο ρόσος -σιβιριανός- βαρύτονος άφησε να ξεχειλίσει η μουσικότητα και η αισθαντικότητά του κερδίζοντας απόλυτα το κοινό. Στα «ανκόρ», βέβαια, έδωσε μια κλωτσιά κι αναποδογύρισε την καρδάρα με το γάλα -ίσως γιατί ήθελε να αποδείξει την γκάμα του, ίσως γιατί την ήθελε ο 

οργανισμός του την εύκολη την επευφημία. Γυρίζοντας την πλάτη στο βαθύ ψυχισμό της ρόσικης μελωδίας, μας επανήλθε με δυο φθαρμένες από τη χρήση καντσονέτες και, ανάμεσά τους, το «Κρέντο» του Ιάγου από τον βερντιάνικο «Οθέλο». Ομολογώ βέβαια -και αμαρτίαν ουκ έχω- ότι κι εκεί υπέροχος ήταν. Ειδικά στην άρια, συγ–κλο–νι-στι–κός -ανάσα δεν ακουγόταν στην Αίθουσα των Φίλων της Μουσικής. Στο τέλος εξομολογιόμουν σε φίλους ότι και Φοίβο να τραγουδούσε καρτερικά θα το αποδεχόμουν. Γιατί ο Χβοροστόφσκι είναι σπουδαίος. Και μακάρι να τον ξανακούσουμε. 


Λυπάμαι που δεν τον ξανακούσαμε. Λυπάμαι ακόμα περισσότερο που δεν θα τον ξανακούσουμε (Στις φωτογραφίες ρόλων: 3. Τζόρτζο Ζερμόν στην «Τραβιάτα», 4. Κόμης ντι Λούνα στον «Τροβατόρε», 5. Ντον Κάρλο στον «Ερνάνη»).

November 19, 2017

Cine TΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΟΥΔΟΥΝΙ / «Οι γάτες της Κωνσταντινούπολης» της Τσεϊντά Τορούν





Μεγάλη περιέργεια μου είχε γεννηθεί. Στα ταξίδια που έκανα στην Κωνσταντινούπολη. Για τις γάτες της. Όχι μόνο γιατί είναι πάρα πολλές -πάνω σε καπό αυτοκινήτων, σε περβάζια, σε κατώφλια, μέσα από παράθυρα, σε μπαλκόνια, σε βάρκες, στις παραλίες...-, πανέμορφες και καθαρές. Αλλά γιατί είναι ήμερες. Τις φωνάζεις ψι, ψι, ψι και έρχονται κοντά σου. Πηγαίνεις να τις χαϊδέψεις και κάθονται. Και αρχίζουν να γουργουρίζουν -στη μέση του σοκακιού. Τους λες δύο λογάκια και σε προσέχουν. Δεν τρομάζουν. Δεν αγριεύουν. Δεν τρέπονται σε άτακτη φυγή, όπως 
στην Ελλάδα. Αναρωτιόμουνα γιατί. Στο δεύτερο ταξίδι τον ανακάλυψα το λόγο: οι άνθρωποι εκεί τις αγαπούν τις γάτες, τις χαϊδεύουν, τις φροντίζουν. Δεν τις τρομάζουν, δεν τις κλωτσούν, δεν τους δένουν τενεκέδες, δεν τις βασανίζουν, δεν τους κόβουν τις ουρές, δεν τις γδέρνουν, δεν τις καίνε, δεν τις φολιάζουν, δεν υποβάλλουν στα παιδιά τους ότι πρόκειται για σιχαμερά ζώα που θα τους επιτεθούν χωρίς λόγο, θα τα γρατσουνίσουν, θα τα δαγκώσουν, θα τους κολλήσουν αρρώστιες… -τις νοιάζονται τις γάτες, είτε είναι οικόσιτες, είτε αδέσποτες. Έβλεπα από κάτι ανήλιαγα υπόγεια, από κάτι μίζερα 
σπιτάκια, από κάτι μικρομάγαζα να βγαίνουν φτωχοντυμένοι, στερημένοι άνθρωποι και να τους βάζουν σε μία γωνίτσα, φαγητό.
Αναρωτιόμουνα μήπως έχει κάποια ιερή σημασία για τους μουσουλμάνους η γάτα. Δεν βρήκα κάτι σχετικό. Μου είπαν ότι η Πόλη έχει πολλά ποντίκια, γι αυτό τις συντηρούν. Ίσως… Εγώ, πάντως, νοιάξιμο εισέπραξα. Και ανθρωπιά.
Ακριβώς αυτή την ανθρωπιά εισέπραξα, πρώτα και πάνω απ’ όλα, και στην ταινία -στο ντοκιμαντέρ- «Οι γάτες της Κωνσταντινούπολης» («Kedi», 2016, Τουρκία/ΗΠΑ) της Τσεϊντά Τορούν. Πριν μιλήσω γι αυτό οφείλω να πω πως η τουρκάλα σκηνοθέτρια και οι δύο διευθυντές φωτογραφίας της, ο Αλπ Κορφαλί και ο Τσάρλι Γούπερμαν, έχουν επιτύχει έναν άθλο: έχουν εντοπίσει, ανάμεσα σε πλήθος αδέσποτων γάτων και
γατών της Ιστάνμπουλ, επτά διαφορετικούς «χαρακτήρες» σε επτά διαφορετικές γειτονιές και έχουν καταφέρει να παρακολουθήσουν και να κινηματογραφήσουν τις κινήσεις τους, τις βόλτες τους, τα άλματά τους, τα κατορθώματά τους, τα παιχνίδια τους, τα χουζούρια και τη δράση τους, τις τρυφερότητες και τους καυγάδες τους, τους ελιγμούς και τα κυνηγητά τους... Φυσικά, μερίδιο της επιτυχίας του τελικού αποτελέσματος ανήκει και στον μοντέρ Μο Στέμπε.


Η ταινία, όμως, πέραν τούτου, πέρα και από τις ομορφιές της Ιστάνμπουλ -τις οποίες προσπερνά μάλλον τυπικά-, εμπλουτίζεται με αφηγήσεις και μαρτυρίες ανθρώπων που νοιάζονται για τα ζώα αυτά. Τα οποία τους αναγνωρίζουν ως «αφεντικά» τους χωρίς να είναι -«είναι καλύτερα τα ζώα αυτά να ζουν ελεύθερα και να μην τα περιορίζεις σε διαμερίσματα» λέει μία κοπέλα. Ψαράδες,
βαρκάρηδες, μάγειροι, νοικοκυρές, καταστηματάρχες, «γατούδες»… μιλάνε για τις γάτες που τις φροντίζουν, που τις αγαπούν χωρίς να περιμένουν ανταμοιβή. Και αν ανάμεσά τους είναι μερικές «παθολογικές» περιπτώσεις με εμμονές, υπάρχουν και άνθρωποι απλοί, συνηθισμένοι, έξω καρδιά που μας μεταφέρουν την αντίληψη ότι η ζωοφιλία δεν είναι μόνο τικ και μόδα και must και πολιτική ορθότητα αλλά ουσιαστικά συναισθήματα, απλά και 
φυσικά εκφραζόμενα. Συναισθήματα που στο δικό μας λαό δεν λείπουν αλλά και δεν περισσεύουν…
Μία ταινία με χιούμορ, με συγκίνηση -η σκηνή όπου η κοκκινομάλλα γατομάνα αρπάζει ένα κομμάτι φαγητού που της δίνουν και το πηγαίνει στα γατάκια της, δεν ξέρω πόσο στημένη μπορεί να είναι αλλά είναι συγκινητική- και με αγάπη φτιαγμένη. Δείτε την! 

Κινηματογράφος «Ατλαντίς Classic Cinemas» / Αίθουσα 2, 16 Νοεμβρίου 2017.

November 17, 2017

Cine ΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΟΥΔΟΥΝΙ / «Το τελευταίο σημείωμα» του Παντελή Βούλγαρη


Δεν προτίθεμαι να απολογηθώ γιατί η τέχνη θέλω να με συγκινεί. Δεν προτίθεμαι να απολογηθώ γιατί αποστασιοποιούμαι από τους σκηνοθέτες -στο θέατρο και στον κινηματογράφο- που τρέμουν τη συγκίνηση του θεατή. Δεν προτίθεμαι να απολογηθώ γιατί ο μεταμοντερνισμός δύσκολα μπορεί να με κατακτήσει. Θέλω μόνο να γράψω πόσο με συγκίνησε -ναι, με συγκίνησε!- η ταινία (2017) του Παντελή Βούλγαρη «Το τελευταίο σημείωμα» -κάπως άχαρος ο τίτλος και καθόλου πιασάρικος, νομίζω.
Θέμα του -λίγο «ξεπερασμένο» βέβαια, έτσι;…- η εκτέλεση από τους Γερμανούς, την Πρωτομαγιά του ’44, ούτε έξι μήνες πριν από την Απελευθέρωση, στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής -σε αντίποινα για τη δολοφονία, από αντάρτες, γερμανού στρατηγού,
διοικητή της Μάνης, και της συνοδείας του- 200 κρατουμένων στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου, κομμουνιστών στην πλειονότητά τους, μετηγμένων, κυρίως, από τις φυλακές της Ακροναυπλίας όπου κρατούνταν, ήδη, από την εποχή της δικτατορίας του Μεταξά.
Το σενάριο της Ιωάννας Καρυστιάνη και του Παντελή Βούλγαρη

επικεντρώνεται στο πρόσωπο του Πόντιου αλλά μεγαλωμένου, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, στην Κρήτη, Ναπολέοντα Σουκατζίδη, στελέχους του ΚΚΕ, συνδικαλιστή, στις εξορίες και στις φυλακές επί χρόνια. Ο 34χρονος, πολύγλωσσος Σουκατζίδης,
επιταγμένος διερμηνέας των Γερμανών, καθώς γνώριζε τα γερμανικά, στο Χαϊδάρι, έντιμος, ακέραιος άνθρωπος, αρνήθηκε την πρόταση του διοικητή του στρατοπέδου λοχαγού Φίσερ, που είχε εκτιμήσει τη στάση του, να βγάλει το όνομά του από τη λίστα των προς εκτέλεση και να τον αντικαταστήσει με κάποιον συγκρατούμενό του και, τελικά, εκτελέστηκε, αφήνοντας πίσω του πατέρα και μία πιστή αγαπημένη, την αρραβωνιαστικιά του Χαρά Λιουδάκη που του στάθηκε μέχρι την τελευταία στιγμή.
Στέρεο σενάριο, πολύ καλά ισορροπημένο, χωρίς πλατειασμούς, σφιχτό έχει οδηγήσει τον Παντελή Βούλγαρη σε μία λιτή κινηματογράφηση, με άψογους ρυθμούς -γρήγορους έως και ασθματικούς, όταν πρέπει, που επιβραδύνονται φτάνοντας στο ραλαντί, επίσης όταν πρέπει-, με ανάσες, με προσοχή στη λεπτομέρεια -μία ταινία βλεμμάτων-, με διαρκή «υποκειμενικά» γκρο πλάνα που επεκτείνουν το ατομικό στο συλλογικό, με τσαγανό και -ναι!- με συγκίνηση. Ο Παντελής Βούλγαρης, τονίζοντας τη συγκίνηση αλλά χωρίς ποτέ να ξεπερνάει τα όρια και να ξανοίγεται στη χώρα του μελοδράματος, έκανε μία μετρημένη, πραγματικά λαϊκή ταινία που απευθύνεται, με την καλή έννοια, στο καθαρό, λαϊκό κοινό χωρίς καθόλου να το υποτιμά, και όχι στους κριτικούς και στο κοινό των φεστιβάλ. 

Οι σκηνές του ξέφρενου γλεντιού των μελλοθανάτων τη νύχτα πριν από την εκτέλεση, το απεγνωσμένο φιλί του αποχαιρετισμού του ζευγαριού συγκλονιστικές. Αλλά στην ανθολογία μου κρατώ μία άλλη σκηνή -σιωπηλή: όταν ο Ναπολέων δίνει στον Χρήστο, το σύντροφο που τον αμφισβήτησε, το δεύτερο γάντι της δικής του αγαπημένης, της Ξένιας, που οι Γερμανοί έχουν βασανίσει άγρια, για να συμπληρώσει το ζευγάρι, καθώς έχει μείνει στα χέρια του μόνο το ένα.
Στην προσπάθειά του ο Παντελής Βούλγαρης έχει αποφασιστικούς αρωγούς, εκτός από τους συνεργάτες του (διεύθυνση -έξοχης- φωτογραφίας Σίμος Σαρκετζής, μοντάζ Τάκης Γιαννόπουλος, μουσική The Boy, σκηνικά Σπύρος Λάσκαρης, κοστούμια Γιούλα Ζωιοπούλου, παραγωγή Γιάννης Ιακωβίδης και οι λοιποί), τους ηθοποιούς του. Δεν έχει πετύχει μόνο μία καλή διανομή αλλά τους έχει οδηγήσει άριστα. Ο Ανδρέας Κωνσταντίνου στο ρόλο του 
Σουκατζίδη κάνει, νομίζω, την καλύτερη ερμηνεία του στον κινηματογράφο -μία ερμηνεία εκ βαθέων, συγκλονιστική: μεταφέρει όλη την αυστηρότητα, τον ερμητισμό του σκληρόπετσου, ορθόδοξου κομμουνιστή της εποχής του, που έχει περάσει δια πυρός και σιδήρου, και την καθάρια εντιμότητά του διαπερνώντας τα με στιγμές άφατης τρυφερότητας. Και, στις σιωπές του, τα μάτια του- μιλάνε. Εξαίρετη, πλάι του, ως Χαρά, και η 

Ελληνο-Αμερικανίδα Μελία Κράιλινγκ. Δεν είναι απλώς όμορφη. Δεν ακτινοβολεί μόνο. Είναι εκφραστικότατη, έχει εσωτερικότητα και ψυχή -έχει τάλαντο. Στη σκηνή του φιλιού, συγκλονιστική. Στο φινάλε-με τη βαλίτσα του Ναπολέοντα, που της έχουν παραδώσει, στο χέρι, με βάδισμα ασταθές, παραπαίουσα- το βλέμμα της, εύγλωττο, τα λέει όλα. Σχεδόν όσο το βλέμμα της Θέμιδος Μπαζάκα-Ελένης στα «Πέτρινα χρόνια», στην τελευταία, επίσης, σκηνή -έχουν συγγένειες οι δύο ταινίες.
Ο Γερμανός Αντρέ Χένικε-Φίσερ -ιδανική επιλογή για το ρόλο του Φίσερ- κλέβει την παράσταση με τη λιτή, καθόλου μανιχαϊστική ερμηνεία του: δεν είναι «Ο Κακός». Είναι ο διανοούμενος που συνειδητά, εν ψυχρώ, έχει ασπαστεί την ιδεολογία του εθνικοσοσιαλισμού και έχει μεταμορφωθεί σε στεγνό και στυγνό δήμιο αλλά αφήνει, μέσα από ρωγμές, χωρίς ποτέ να το δείχνει, κρύβοντάς το επιμελώς, να ξεφεύγει η ανθρωπιά την οποία συνέθλιψε μέσα του.


Έξοχοι στη λιτότητά του ο Τάσος Δήμας και στην παραφορά του ο Βασίλης Κουκαλάνι και πολύ σωστοί όλοι οι υπόλοιποι: Αινείας Τσαμάτης, Λουκάς Κυριαζής, Κωνσταντίνα Χατζηαθανασίου, Λευτέρης Λαμπράκης, Μιχάλης Αεράκης… Ενώ εξαιρετική είναι η επιλογή και των βουβών προσώπων.


Μία ταινία του… No Weird Wave of Greek Cinema, που σας τη συνιστώ ανεπιφύλακτα. Την κατατάσσω, μαζί με τα «Πέτρινα χρόνια» και τις «Ήσυχες μέρες του Αυγούστου», στις πιο αγαπημένες μου ταινίες του Παντελή Βούλγαρη.

Κινηματογράφος «Odeon Starcity» / Αίθουσα 4, 15 Νοεμβρίου 2017.