July 15, 2014

Σούμπερτ με… ντουντούκα


Κάθε εμφάνιση του έλληνα, εγκατεστημένου στην Ρωσία και με διεθνή πια καριέρα, αρχιμουσικού Θεόδωρου Κουρεντζή στην Ελλάδα, από την πρώτη του, το 2007, εξελίσσεται -για μένα τουλάχιστον- σε γεγονός. Έτσι συνέβη και με τη χθεσινή συναυλία του. Το ιδιαίτερο: αυτή τη φορά -ήταν η πρώτη- συνέπραττε με ένα ελληνικό μουσικό σύνολο, το «Kyklos Ensemble». Κορμός -και αποκλειστικό έργο- της συναυλίας ο Κύκλος τραγουδιών για βαρύτονο και πιάνο του Φραντς Σούμπερτ «Χειμωνιάτικο ταξίδι» (1828) στη μεταγραφή του γερμανού Χανς Τσέντερ, η οποία φέρει τον τίτλο «Χειμωνιάτικο ταξίδι του Σούμπερτ-Μία συντεθειμένη ερμηνεία για τενόρο και μικρή ορχήστρα» (1993).
Ο Τσέντερ έχει επέμβει -«ασεβώς» σε πρώτη ματιά αλλά ουσιαστικά, κατά τη γνώμη μου, με απόλυτο σεβασμό και διακριτικότητα στο πνεύμα του Σούμπερτ- στα 24 τελευταία αριστουργηματικά, σπαρακτικά τραγούδια του σε στίχους του Βίλχελμ Μίλερ, που τα πρώτα δώδεκα εκδόθηκαν λίγους μήνες πριν από το θάνατό του και τα άλλα δώδεκα αμέσως μετά την τόσο πρόωρη εκδημία του, «παραβιάζοντας» τις αρμονίες τους και δημιουργώντας ένα καινούργιο, σύγχρονης γραφής έργο, σπουδαίο, που τα αγκαλιάζει στοργικά ακόμα και αν κάποιες στιγμές ο τενόρος μέχρι και ντουντούκα χρησιμοποιεί «εκτοξεύοντας» με μπρεχτικό τρόπο τους στίχους που ο Τσέντερ θέλει να τονίσει.
Ο Θεόδωρος Κουρεντζής, στο στοιχείο του, με φοβερή αυτοσυγκέντρωση και με εμφανή δουλειά στη λεπτομέρεια, που είχε προηγηθεί, οδήγησε το άριστα δεμένο «Kyklos Ensemble» σε μία εκθαμβωτική αλλά και επιβλητική και αισθαντική ερμηνεία συμφιλιώνοντας τον σουμπέρτειο σπαραγμό με έναν καθόλου στείρο, πιστεύω, μοντερνισμό.
Ο εξαίρετος αμερικανός τενόρος Κιθ Στόναμ -στιλπνό φωνητικό μέταλλο, άριστη τεχνική, γνώση του ύφους- πρωταγωνίστησε μέσα από μία ερμηνεία άψογη, έστω και αν υπέπεσε σε κάποια, ελάχιστα ολισθήματα.
Επιπλέον ο μαέστρος επέλεξε, κατά τη συνήθειά του, μία θεατρικότητα στην παρουσίαση -σκοτάδια, μέλη της ορχήστρας και σολίστας ξυπόλητοι, μουσικοί και αναλόγια στους διαδρόμους της αίθουσας, εκτός αίθουσας, μετακινήσεις εξαιρετικά διακριτικές, σχεδόν αθόρυβες…- που κάποιους μπορεί να τους ξένισε και να αναρωτήθηκαν τι προσθέτει στη μουσική. Εγώ την εισέπραξα ως δημιουργία -με μεγάλη προσοχή- ενός επιβλητικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο η μουσική των Σούμπερτ/Τσέντερ άνθισε. Ως ένα τρόπο να αυξηθεί, χωρίς εκπτώσεις, το ενδιαφέρον του κοινού.
Την απέραντα τρυφερή ελληνική μετάφραση των στίχων του Μίλερ στους υπέρτιτλους που είχαν αρθεί στο ύψος της περίστασης δεν μπορούσε παρά να την υπογράφει ένας ποιητής: ο Αλέξανδρος Ίσαρης.
Το συμπέρασμα. Μία συγκλονιστική βραδιά. Και -για μένα- η κορυφαία, μέχρι τώρα τουλάχιστον, στιγμή του Φεστιβάλ Αθηνών. Που επαναλαμβάνεται απόψε.

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών/Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος, «Kyklos Ensemble», Φεστιβάλ Αθηνών, 14 Ιουνίου 2014.

July 14, 2014

Άδικα πάσχων αλλά και άδικα ισοπεδωμένος


Το έργο. Ο Προμηθέας έκλεψε τη φωτιά από τους θεούς και την έδωσε στους ανθρώπους. Ο Δίας, αν και ο Προμηθέας τον έχει ευεργετήσει, τον τιμωρεί. Δίνει διαταγή στον Ήφαιστο να τον καρφώσει με αλυσίδες στα βράχια του Καυκάσου. Ο δεσμώτης πια Τιτάνας εξιστορεί στις Ωκεανίδες που έρχονται να του συμπαρασταθούν τα δεινά του και προσπαθεί να αποτρέψει τον πατέρα τους, τον Ωκεανό, να μεσολαβήσει στον αμείλικτο Δία υπέρ του για να μην πέσει και ο ίδιος σε δυσμένεια.
Μία άλλη βασανισμένη εξαιτίας του Δία, η Ιώ, που ο θεός την πόθησε, έσμιξε μαζί της και κατόπιν τη μεταμόρφωσε σε αγελάδα για να τη γλιτώσει από τη ζήλια και την οργή της Ήρας, της γυναίκας του, αλλά εκείνη έστειλε έναν οίστρο να την βασανίζει και να την  καταδιώκει, έρχεται να εξιστορήσει τα δικά της πάθη. Ο Προμηθέας προφητεύει το δύσκολο μέλλον της, τους ατελείωτους δρόμους που έχει ακόμα να κάνει η οιστρηλατούμενη αλλά και πως ένας απόγονός της είναι εκείνος που θα τον λυτρώσει. Προφητεύει επίσης πως ο Δίας θα έχει το τέλος του πατέρα του, του Κρόνου, και του πατέρα του πατέρα του, του Ουρανού: θα εκπέσει του θρόνου του και θα συντριβεί. Αφορμή, ένας γάμος που θα κάνει.
Ο Ερμής θα φτάσει σταλμένος από τον Δία για να εκμαιεύσει ποιον γάμο εννοεί ο Προμηθέας. Αλλά εκείνος θα αρνηθεί να μιλήσει. Ο Δίας εξαπολύει, τότε, εναντίον του όλα τα στοιχεία της φύσης ενώ ο Προμηθέας κραυγάζει: «Άδικα πάσχω».
Ο «Προμηθέας δεσμώτης», τραγωδία αρχαϊκής μορφής, που, αν και υπάρχουν κάποιες αμφισβητήσεις, αποδίδεται στον Αισχύλο και που χρονολογείται από ορισμένους γύρω στο 460 π.Χ. πάσχει, με τα σημερινά δεδομένα, από υπέρμετρη στατικότητα χωρίς να παύει να αποτελεί ένα έργο υψηλής ποιητικής πνοής και μεγάλου μεγέθους.
Η παράσταση. Από τη στατικότητα αυτή που το βαρύνει προσπάθησε να ελαφρύνει το έργο ο σκηνοθέτης Έκτορας Λυγίζος. Με υπέρμετρη κινητικότητα. Με τους ηθοποιούς να πηδούν σαν τα κατσίκια από πατάρι σε πατάρι του σκηνικού. Κινητικότητα που νομίζω πως δεν καρποφόρησε.
Επιπλέον η άποψή του, αν κατάλαβα καλά, ήταν να δώσει στην παράσταση το ύφος παράστασης σχολικής -σχόλιο, ίσως, για την πρωτιά του στην Επίδαυρο. Την άποψη, πέρα από την είσοδο του θιάσου συντεταγμένου, με συντονισμένο βήμα και ντυμένου με κοστούμια που παρέπεμπαν σε ιδιωτικό σχολείο, πέρα από τους απόηχους κομέντια ντελ άρτε (μακιγιάζ Ιωάννας Λυγίζου) που διέκρινα, ενίσχυε ο τρόπος εκφοράς του λόγου που ο σκηνοθέτης επέλεξε να διδάξει: στακάτος, με χτυπήματα σε όλες τις λέξεις, σπασμωδικός, με ήχους Λευτέρη Βογιατζή, με πολλές χειρονομίες, με μούτες. Η ηθελημένη αυτή αφέλεια, με τονισμούς και μεταπτώσεις κωμωδίας, οδηγούσε σε ιλαρά αποτελέσματα σαν οι ηθοποιοί να σχολίαζαν, να κορόιδευαν ένα κείμενο το οποίο θεωρούσαν υπερβολικό και αστείο. Που είναι, αν αντιμετωπιστεί έξω από τις παραμέτρους της εποχής στην οποία γράφτηκε.
Με αποκορύφωμα το επεισόδιο της Ιώς -από τα πιο δύσκολα, αν όχι το πιο δύσκολο, στο αρχαίο ελληνικό δραματολόγιο, με ισορροπίες στην κόψη του ξυραφιού-, το οποίο παίχτηκε με παιδικές φωνούλες και με τσιρίδες σαν κωμικό σκετσάκι -πολύ απλοϊκή αντιμετώπιση. Η εκφορά αυτή πιστεύω πως οδηγούσε στην πλήξη και εμπόδιζε το κείμενο (μέσα από τη μετάφραση του Παναγιώτη Μουλλά, την καταλληλότερη, ίσως, για το εγχείρημα, καθώς σέβεται τα μεγέθη του Αισχύλου αλλά τα φέρνει σε πιο ανθρώπινα, σημερινά μέτρα, που χρησιμοποίησε ο σκηνοθέτης, μετάφραση, πάντως, την οποία προσάρμοσε και διασκεύασε -δεν γνωρίζω σε τι κλίμακα) να κατεβεί στο κοίλον.
Ο Έκτορας Λυγίζος επέλεξε επίσης μία ομαδικότητα, κοντινή στην χορικότητα που επέλεξε ο Δημήτρης Καραντζάς για την «Ελένη» του. Ο κάθε ρόλος ερμηνευόταν από δίδυμο ηθοποιών που έβγαιναν από το σύνολο/Χορό και που συνεξέφεραν το λόγο ή τον μοιραζόταν -κάποτε και μία λέξη ο ένας, μία ο άλλος. Όσο για τον επώνυμο ρόλο-άξονα, ο Προμηθέας της παράστασης ήταν ένα γιγαντιαίων διαστάσεων ξύλινο ομοίωμα ξαπλωμένο στην ορχήστρα που την καταλάμβανε σχεδόν ολόκληρη. Σ’ αυτό το ομοίωμα-Προμηθέα απευθυνόταν οι ηθοποιοί -αν όχι εύρημα αμηχανίας, τι;- και απλώς το ομοίωμα είχε, ομοίως, δύο «φωνές» αλλά διαφορετικού φύλου, μία αρσενική και μία θηλυκή. Το εύρημα, όμως, της συνεταιρικής ανάθεσης των ρόλων, που εγώ τουλάχιστον δεν κατάφερα να το δικαιολογήσω, μαζί με τον τρόπο εκφοράς, κατακερμάτισαν το κείμενο και ισοπέδωσαν, κατά τη γνώμη μου, εντελώς τους ηθοποιούς που περιορίστηκαν σε απλούς εκφωνητές με κάποια παραξενίσματα. Ο σκηνοθέτης επεδίωξε, καθώς δεν χρησιμοποίησε καθόλου μουσικές, να προβληθεί από μόνη της η μουσικότητα του λόγου. Εκείνο, όμως, που εγώ εισέπραξα ήταν η πληκτική μονοτονία.
Η Κλειώ Μπομπότη υπέγραψε ένα σκηνικό κάπως χοντροκομμένο που επιπλέον δεν ήταν αντιληπτό από τις χαμηλότερες σειρές των κερκίδων αλλά τα κοστούμια της είχαν προσωπικό στιλ και ήταν καλόγουστα. Επαρκείς οι φωτισμοί του Δημήτρη Κασιμάτη, δεν έκαναν ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία τους.
Οι ερμηνείες. Η διανομή συγκέντρωσε μερικούς καλούς έως εξαιρετικούς ηθοποιούς -Δήμητρα Βλαγκοπούλου, Τζίνα Θλιβέρη, Μιχάλης Κίμωνας, Άννα Μάσχα, Θάνος Τοκάκης, Γαλήνη Χατζηαπασχάλη- που, όμως, αυτοκτόνησαν. Υπηρετώντας, όπως όφειλαν, τη σκηνοθεσία, ισοπεδώθηκαν πλήρως και εξαφανίστηκαν. Κορυφαίο παράδειγμα, η διαπιστωμένα σπουδαία Στεφανία Γουλιώτη -η θηλυκή φωνή του Προμηθέα. Αδυνατώ παντελώς να καταλάβω, όταν μπορείς να έχεις την  Γουλιώτη στο θίασο, γιατί να μην την εκμεταλλευτείς αλλά αντίθετα να διχοτομείς, χωρίς αποχρώντα λόγο, το ρόλο και να την εξαφανίζεις. Πόσω μάλλον όταν την ανδρική, δίδυμη φωνή του Προμηθέα είχε την απρονοησία να αναλάβει ο ίδιος ο σκηνοθέτης Έκτορας Λυγίζος ο οποίος έπαιξε με ερασιτεχνικά μέσα -με φλυαρία των χεριών και αδύναμη φωνή- σαν να έπαιζε σε παράσταση για παιδιά προκαλώντας μία ανισορροπία στο δίδυμο. Ήταν η πρώτη φορά που είδα την Στεφανία Γουλιώτη ουσιαστικά ανύπαρκτη.
Το συμπέρασμα. Πολύ λυπάμαι αλλά απογοητεύτηκα. Η παράσταση είχε φρεσκάδα, είχε μόχθο, είχε σοβαρότητα αλλά μηδενικά, κατά τη γνώμη μου, αποτελέσματα. Αυτό καθόλου δεν σημαίνει ότι δεν την προτιμώ από οποιοδήποτε αναμάσημα με αυτόματο πιλότο παραστάσεων που υποτίθεται ακολουθούν την παράδοση (ποια παράδοση;).

Αρχαίο θέατρο Επιδαύρου, ομάδα «Grasshopper», Φεστιβάλ Επιδαύρου, 12 Ιουλίου 2014.

July 11, 2014

Αδειανό πουκάμισο φρεσκαρισμένο


Το έργο. Η Ελένη ήταν αθώα! Δεν υπέπεσε στο αμάρτημα της μοιχείας. Δεν ακολούθησε τον Πάρι όταν εκείνος πήγε στην Σπάρτη και την άρπαξε, καθώς του την είχε επιδικάσει η Αφροδίτη ως αμοιβή δια παρασχεθείσας υπηρεσίας Η Ωραία που ο Πάρις απήγαγε, ένα ομοίωμα, ένα είδωλο, μία ρέπλικα, ένα πουκάμισο αδειανό ήταν. Η Ήρα το δημιούργησε δυσαρεστημένη από την κρίση του νεαρού βασιλόπουλου της Τροίας και έστειλε, εξαπατώντας τον Πάρι, την αθώα, αμόλυντη πραγματική Ελένη, με τον Ερμή, στην Αίγυπτο για να τη διαφυλάξει εκεί, ως κόρην οφθαλμού, ο βασιλιάς της, ο Πρωτεύς. Ο οποίος τη σεβάστηκε. Όταν όμως ο Πρωτεύς πεθαίνει ο καινούργιος βασιλιάς, ο γιος του Θεοκλύμενος, θέλει να την κάνει δική του.
Οι Έλληνες, στο μεταξύ, μακελεύτηκαν δέκα χρόνια στην Τροία για χάρη της και για χάρη του Μενέλαου. Που, όταν η Τροία έπεσε, πήρε πίσω αυτή που θεωρεί Ελένη του και γυρίζουν στην Σπάρτη με το καράβι του. Το καράβι τους, όμως, μετά από πολλές περιπλανήσεις και περιπέτειες, θα ναυαγήσει. Και μάλιστα στις ακτές της Αιγύπτου. Στο σωστό… τάιμινγκ. Όταν η Ελένη, απελπισμένη από τα ψεύτικα νέα που της έχουν φτάσει πως ο Μενέλαος πνίγηκε, αν και έχει καταφύγει ικέτισσα στον τάφο του Πρωτέως, αντιλαμβάνεται πως δεν θα τα καταφέρει να γλιτώσει από τον Θεοκλύμενο και ετοιμάζεται να δώσει, η άσπιλη, με τα ίδια της τα χέρια τέλος στη ζωή της.
Οι δύο σύζυγοι συναντιούνται, αναγνωρίζονται, το Ελένης είδωλον που ο Μενέλαος είχε κρύψει σε μία σπηλιά μαθαίνουν πως εξαερώθηκε και προσπαθούν να επιτύχουν τη φυγή τους με δόλο. Η Ελένη ανακοινώνει στον Θεοκλύμενο, αφού εξασφαλίσει τη σιωπή της μάντισσας Θεονόης, της αδελφής του, ότι ο Μενέλαος πνίγηκε σε ναυάγιο, όπως την πληροφόρησε ο ανώνυμος ξένος που είναι πλάι της και που δεν είναι παρά ο ίδιος, και πως είναι πια ελεύθερη να τον παντρευτεί. Αλλά πρέπει πρώτα να αποδώσει νεκρικές τιμές στον πρώτο της σύζυγο: του ζητά γι αυτό ένα καράβι με πενήντα κωπηλάτες, στο οποίο θα επιβιβαστούν με τον ξένο και θα απομακρυνθούν από την ακτή για να αποδώσουν τις τιμές. Στο καράβι τούς ακολουθούν και όσοι από το πλήρωμα του Μενέλαου σώθηκαν. Όταν ξανοίγονται στο πέλαγος πετάνε στη θάλασσα τους Αιγύπτιους και βάζουν πλώρη για την Ελλάδα.
Ο Θεοκλύμενος, όταν το μαθαίνει, ανίκανος να αντιδράσει, ζητάει εξιλαστήριο θύμα: ετοιμάζεται να θανατώσει τη συνένοχο Θεονόη. Οι από μηχανής θεοί Διόσκουροι, όμως, αδέλφια της Ελένης, επεμβαίνουν, κατευνάζουν τα πάθη και τον πείθουν να ηρεμήσει. Όλα πια, μέλι γάλα.
Ο Ευριπίδης στην «Ελένη» του (412 π.Χ.) έχει χρησιμοποιήσει μία νεότερη εκδοχή του μύθου της απαγωγής της Ωραίας Ελένης, που εκφράζει απόλυτα την εποχή του, μία εποχή όπου η αμφισβήτηση έχει αρχίσει να εμφιλοχωρεί, κυρίως μέσα από το κίνημα των σοφιστών. Το έργο τυπικά κατατάσσεται στις τραγωδίες αλλά πόρρω απέχει πια από τις τραγωδίες του Αισχύλου και του Σοφοκλή. Και αν οι φιλόλογοι μιλούν, βασισμένοι στην υφολογική ποικιλία του, για άλλη μία «ειρωνική τραγωδία» του, η «Ελένη», με τους σημερινούς όρους, θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως δραματική κομεντί. Η ουσία, πάντως, πέρα από τις ετικέτες, είναι πως ο Ευριπίδης, αν και υποχρεωμένος να ακολουθήσει τις καθιερωμένες φόρμες, προχωρεί το θέατρο όχι ένα αλλά πολλά βήματα μπροστά.
Η παράσταση. Τρία ήταν τα βασικά μελήματα του σκηνοθέτη Δημήτρη Καραντζά. Να τονίσει τα κωμικά στοιχεία του έργου, να του προσδώσει μία χορικότητα -έξυπνη κίνηση, δεδομένης της απειρίας του θιάσου του- και να ακολουθήσει μία μεταμπρεχτική γραμμή.
Ως προς το πρώτο, βασισμένος στη μετάφραση του Δημήτρη Δημητριάδη -λιτή, διαυγή αλλά με κάποια ολισθήματα-, ξεπέρασε τα όρια της ειρωνείας και πέρασε στα χωράφια της παρωδίας. Κάποιες στιγμές έμοιαζε, ειδικά μέσα από τη σχεδόν αγχωτική κίνηση των ηθοποιών (επιμέλεια Σταυρούλα Σιάμου), που παρέπεμπε σε κινούμενα σχέδια και σε κούκλες-νευρόσπαστα, να χάνει τον έλεγχο -και να χάνονται οι ισορροπίες- αλλά γρήγορα τον ανακτούσε. Το ουσιώδες είναι πως δεν θέλησε να εξυπνακίσει. Και ακριβώς γι αυτό κέρδισε, τελικά, τις εντυπώσεις.
Η χορικότητα και η εναλλαγή διαφορετικών ηθοποιών στον ίδιο ρόλο λειτούργησε θετικά δίνοντας στο αποτέλεσμα το χαρακτήρα ομαδικής προσπάθειας αλλά κάποιες στιγμές προκαλούσε σύγχυση ως προς την ταυτότητα των ομιλούντων. Όμως ο Δημήτρης Καραντζάς προσπάθησε και κατάφερε να ξεκαθαρίσει κάπως το παραστασιακό τοπίο και να το κάνει λιγότερο συγκεχυμένο και θολό απ’ όσο ήταν όταν πρωτοδοκίμασε με την «Ελένη» τον προπέρσινο χειμώνα στο Εθνικό Θέατρο, σε μία παράσταση ίδιας γραμμής, που απευθυνόταν σε έφηβους.
Νομίζω πως ακριβώς για να το πετύχει αυτό διάλεξε την αποστασιοποίηση -«η Ελένη λέει:», «ο Μενέλαος λέει:», «ο Χορός λέει:»… Για να βοηθήσει το κοινό να μην πελαγοδρομεί μέσα στη χορικότητα και τις αλλαγές.
Ουσιώδες, επίσης, είναι πως σεβάστηκε το λόγο και, παρά τις συχνές συνεκφωνήσεις, τον άφησε να ακουστεί καθαρά και να φτάσει στο κοίλον, Ούτε «χάθηκε» στο χώρο της Επιδαύρου, τον οποίο αντιμετώπιζε για πρώτη φορά.
Το αποτέλεσμα, παρά τα επιμέρους ελαττώματα και τις επιμέρους αντιρρήσεις μου, ήταν μία ανάλαφρη παράσταση, ένα σκηνικό παιχνίδι με πολύ χιούμορ που με χάρη αλλά και διακριτικότητα έκλεινε το μάτι σε προλήψεις για το αρχαίο δράμα -παλαιολιθικές υποκριτικές, «πλαστικές» πόζες, ο «σεβασμός στη θυμέλη»…- χωρίς να χάσει το μέτρο και να γίνει έπαρση. Ένα παιχνίδι που άνοιξε και έκλεισε ανεπαισθήτως μελαγχολικά. Σε ένα ύφος συνεπές μέχρι το τέλος.
Η σκηνογραφική επιμέλεια -ολόγυμνη σκηνή- και τα απέριττα κοστούμια -λευκά ή σε πολύ παλ χρώματα- της Ιωάννας Τσάμη και οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου που αναπλήρωναν την έλλειψη σκηνικού συνταυτίστηκαν με τη σκηνοθετική άποψη. Αλλά θα σταθώ περισσότερο στις μουσικές του Ανρί Κεργκομάρ: χωρίς να κραυγάζουν, διακριτικές, σχεδόν υποτονικές, δέθηκαν απόλυτα με τα επί σκηνής τεκταινόμενα δημιουργώντας ένα ιδανικό κέλυφος και αποδεικνύοντας στους φλύαρους και θορυβώδεις των σκηνικών μουσικών πως ουκ εν τω πολλώ το ευ...
Η διανομή. Οι ηθοποιοί, με το δρόμο που επέλεξε ο σκηνοθέτης, δεν είναι εύκολο να κριθούν -δεν ξέρεις καν ποιος είναι ποιος. Νέοι και άπειροι, με ελαττώματα, ακόμα και με προβλήματα άρθρωσης συντονίστηκαν εν τούτοις πολύ καλά και σ’ αυτούς εν πολλοίς οφείλεται το θετικό αποτέλεσμα. Ευδοξία Ανδρουλιδάκη, Χαρά Ιωάννου, Γιάννης Κλίνης, Ιωάννα Κολλιοπούλου, Θύμιος Κούκιος, Άρης Μπαλλής, Αντώνης Πριμηκύρης, Ελίνα Ρίζου, Δημήτρης Σαμόλης, τα ονόματά τους.
Το συμπέρασμα. Μία παράσταση που, παρά τα κάποια ελαττώματά της, σε κέρδιζε προοδευτικά με τη φρεσκάδα της αποδεικνύοντας, στο τέλος, πως ήταν, όντως, μία συνεπής, επιτυχημένη ανανεωτική προσπάθεια στον πολύπαθο χώρο του αρχαίου δράματος.

Αρχαίο θέατρο Επιδαύρου, Φεστιβάλ Επιδαύρου, 5 Ιουλίου 2014.

July 10, 2014

Πες τα στην Τάνια, να τ’ ακούσει η νύφη… ή Ο Ροντήρης πέθανε το 1981



Το Τέταρτο Κουδούνι / 10 Ιουλίου 2014


Πώς το ’πε, για το Φεστιβάλ Επιδαύρου, αυτή η κ. Παναγιώτα -που ακούει στο Τάνια- Ιακωβίδου, βουλευτίνα της Νέας Δημοκρατίας -ψάξτε πληροφορίες για το άτομο…-, που μπήκε πρόσφατα στην Βουλή μετά από διπλή καραμπόλα; Ότι «ρέπει», λέει, «επικίνδυνα προς έναν αμοραλιστικό ελιτισμό»; Και πώς ακριβώς το συνέδεσε το Φεστιβάλ Επιδαύρου με ξενοδοχεία, εστιατόρια (μεταξύ των οποίων, προφανώς, και ταβέρνες που δεν κόβουν τιμολόγια, αν τους ζητήσεις, γιατί «έχει πάρει το μπλοκ ο λογιστής»…), πρατήρια καυσίμων, παντοπωλεία και μέσα μεταφοράς; Που «επλήγησαν», λέει, «από αυτή την παράλογη απόφαση η οποία αποκόπτει την όποια αναπτυξιακή δυνατότητα της περιοχής της Επιδαύρου».
Μόνο πως πέσανε οι τιμές στα κοκορέτσα λόγω των επιλογών του Φεστιβάλ δεν αναφέρει η ερώτηση που κατέθεσε στην Βουλή η ερίτιμος βουλευτίνα καταλήγοντας πως το ενδεδειγμένο είναι -νάτο, νάτο, το λουκουμάκι… -ν’ αναλάβει, λέει, το Φεστιβάλ το Εθνικό θέατρο. Μάαααλιστα. Μωρέ γι αυτό κάτι μου θύμιζε, κάτι μου θύμιζε αυτή η φρασεολογία -πες τα στην πεθερά, να τ’ ακούσει η νύφη…
Έλα, όμως, που η Παπαδάκη έχει δολοφονηθεί απ’ το ’44, η Παξινού έχει πεθάνει απ’ το ’73, ο Χουρμούζιος απ’ το ’73 ωσαύτως, ο Ροντήρης απ’ το ’81, ο Μινωτής απ’ το ’90, ο Σολομός απ’ το 2012 και η κυρία Συνοδινού είναι πια στα 87 και στο νοσοκομείο (περαστικά της!)… Σα να μην το ’χουνε καταλάβει μερικοί. Και σα να μην το σφυρίξανε στην κυρία Τάνια που μπορεί και να τους θεωρεί ζώντες. Της βλακείας ουκ έσται τέλος…






Ο Άγης Εμμανουήλ, ο Νίκος Γεωργάκης -που θα συμπρωταγωνιστήσει στο ΚΘΒΕ και στον «Κάτω Παρθενώνα» του Μηνά Βιντιάδη, όπως σας έγραφα στο «Τέταρτο Κουδούνι» στις 26 Ιουνίου- κι η Ειρήνη Μουρελάτου θα κρατήσουν τους τρεις ισότιμους πρωταγωνιστικούς ρόλους στην «Προδοσία» του Χάρολντ Πίντερ, που θ’ ανεβάσει η Γλυκερία Καλαϊτζή για το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος στο Νέο Υπερώο του θεάτρου της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών τον Δεκέμβριο, σε μετάφραση Εύας Γεωργουσοπούλου. 
Το έργο -που το θέμα του ο Πίντερ το άντλησε απ’ την πολυτάραχη προσωπική ζωή του και που ’ κανε πρεμιέρα το 1978 στο Λονδίνο, στο Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Πίτερ Χολ- περιγράφει την πεντάχρονη εξωσυζυγική ερωτική σχέση της -παντρεμένης με τον Ρόμπερτ- Έμα με τον επίσης παντρεμένο Τζέρι, στενό φίλο του άντρα της, παρακολουθώντας τους απ’ το 1968 μέχρι το 1977 -δυο χρόνια μετά τη λήξη της σχέσης- αλλά σε αντεστραμμένη χρονολογική σειρά -απ’ το 1977 μέχρι το 1968. Πέρα απ’ το συγκεκριμένο εξαιρετικό εύρημα που φωτίζει θαυμαστά τη σχέση, η «Προδοσία», που ανήκει στη δεύτερη συγγραφική περίοδο του Πίντερ, των «Έργων Μνήμης», αναμφίβολα κατατάσσεται, με τις λεπτές, ειρωνικές, βαθύτατα διεισδυτικές πινελιές της, στα αριστουργήματά του.
Στην Ελλάδα η «Προδοσία» πρωτοπαρουσιάστηκε τη σεζόν 1980/’81 απ’ το «Θέατρο Τέχνης» και τον Κάρολο Κουν, σε σκηνοθεσία του, με Αντώνη Θεοδωρακόπουλο, Μίμη Κουγιουμτζή και Ρένη Πιττακή στους τρεις βασικούς ρόλους. Το πιο πρόσφατο ελληνικό ανέβασμα του έργου έγινε στο θέατρο «Σημείο» το χειμώνα του 2011/2012 σε σκηνοθεσία Νίκου Διαμαντή με Γεράσιμο Δεστούνη, Ιωάννα Μακρή κι Αυγουστίνο Ρεμούνδο.
Στο ΚΘΒΕ θ’ ανεβεί απ’ την Γλυκερία Καλαϊτζή με σκηνικά Ευαγγελίας Κιρκινέ, κοστούμια Μαρίας Καραδελόγλου και φωτισμούς Κώστα Σιδηρόπουλου.
Ας σημειωθεί ότι το έργο -που το 1983 έγινε και ταινία απ’ τον Ντέιβιντ Τζόουνς με Τζέρεμι Άιρονς, Μπεν Κίνγκσλεϊ και Πατρίσια Χοτζ- αναβίωσε και πάλι στη σκηνή του Μπρόντγουέι πρόσφατα -μόλις την περασμένη σεζόν 2013/2014- με Ντάνιελ Κρεγκ, τη γυναίκα του Ρέιτσελ Βάις και Ρέιφ Σπαλ σε σκηνοθεσία Μάικ Νίκολς, σε μια παράσταση που δε συζητήθηκε μόνο για τα μεγάλα ονόματά της αλλά έγινε και θερμά δεκτή απ’ την κριτική.




Η παράσταση άρχισε βαρετά, κατά τη γνώμη μου: ένα κρυπτικό κείμενο του Γιάννη Μαυριτσάκη κι ο Θάνος Παπακωνσταντίνου να ’χει ανεβάσει την «Μετατόπιση προς το ερυθρό» με την «Helter Scelter Company» του για το Φεστιβάλ Αθηνών -«Πειραιώς 260»- με ακρίβεια και υψηλή αισθητική -πολλά, πολλά «αστέρια» στα σκηνικά και, κυρίως, στα κοστούμια της Νίκης Ψυχογιού- αλλά αργά, μακρόσυρτα, βασανιστικά. Κουράστηκα στις δυο πρώτες απ’ τις συνολικά τέσσερις, εντελώς διαφορετικού ύφους, σκηνές.

Και ξαφνικά έρχεται η τρίτη: ο μονόλογος μιας καταστροφής, μιας Αποκάλυψης, που κινείται με άκρα τολμηρότητα ανάμεσα στην Αποκάλυψη του Ιωάννη και τον Χάουαρντ Μπάρκερ του «Ύστατου σήμερα» και στο «Άλιεν» και την επιστημονική φαντασία. Συγκλονιστικός μονόλογος. Και μια Αλεξία Καλτσίκη, βουτηγμένη στα αίματα -η μόνη διασωθείσα της καταστροφής-, ηθοποιός εξ ορισμού εξαίρετη, να τον αναδεικνύει με τρόπο α-πο-κα-λυ-πτι-κό. Τι ρυθμός! Τι ακρίβεια! Τι μέτρο! Τι εμβάθυνση! Τι δεξιοτεχνία! Τι υποδειγματικός χειρισμός του λόγου! ΤΟ μοντέλο ερμηνείας μονολόγου -να σε κρατάει με κομμένη την ανάσα.

Κι απανωτά η τέταρτη σκηνή: αυτό το υπέροχο πλάσμα του θεάτρου με την απεριόριστη γκάμα, η Αμαλία Μουτούση, τυλιγμένη, «σφιγμένη» μέσα σ’ ένα συναρπαστικό ταφταδένιο πορφυρό κοστούμι με μια μακριά, τεράστια γκοφρέ ουρά, ο ίδιος ο νεαρός σκηνοθέτης Θάνος Παπακωνσταντίνου (ο οποίος λίγο προς Κιάνου Ριβς μου φέρνει) πλάι της, δύσκαμπτος στην κίνησή του αλλά στο λόγο του εύπλαστος, καίριος, με κύρος αξιομνημόνευτο, ξαπλωμένος, μισόγυμνος στην αγκαλιά της α λα Πιετά, κι εκείνη -απολαυστική, σαρκαστική, με χιούμορ που σπάει κόκαλα- μετά από ένα διάλογο που φλερτάρει με το μπουλβάρ, σε μια εντελώς σαντική μεταστροφή, να τον ταΐζει σκατά -στο τέλος και δικά της.
Δυο σκηνές που μ’ έκαναν ν’ αναθεωρήσω τις μέχρι τότε εντυπώσεις μου, να δέσω τις ετερογενείς σκηνές και να δικαιολογήσω αυτόν το λάκκο, τον σκαμμένο στη σκηνή, τον γεμάτο λάσπες που τελικά δεν ήταν παρά σκατά και στον οποίο βουτούσαν οι απεγνωσμένοι, παρά τα «κολλημένα» στις φάτσες τους χαμόγελα, ήρωες αυτού του «τσίρκου» του κόσμου.


Ακύρωσε το ΚουΘουΒουΕ τις παραστάσεις στο Λιμάνι Θεσσαλονίκης του μιούζικαλ «Godspell» που ανέβασε και που ’κανε την πρεμιέρα του στο Δημοτικό Θέατρο του Κήπου. Παραστάσεις που ’χε ανακοινώσει δυο μέρες πριν. Γιατί, λέει, «ο χώρος πραγματοποίησης των παραστάσεων κρίθηκε ακατάλληλος για τις τεχνικές-ηχητικές προδιαγραφές και την ποιότητα που το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος οφείλει να παρέχει στο κοινό του» (το τελευταίο, υπογραμμισμένο στο σχετικό δελτίο Τύπου). Μήπως, όμως, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, εκτός απ’ τις τεχνικές-ηχητικές προδιαγραφές και την ποιότητα, οφείλει να παρέχει στο κοινό του και μεγαλύτερη σοβαρότητα; Και λιγότερη επιπολαιότητα; Διότι μόνο σοβαρότητα δεν προδίδει το γεγονός πως στις 7 Ιουλίου εξήγγειλε παραστάσεις σε χώρο που στις 8 Ιουλίου ανακάλυψε -και ανακοίνωσε, ακυρώνοντας τις παραστάσεις, στις 9, ανήμερα της πρεμιέρας- πως είναι ακατάλληλος. Δεν τον είχαν ψάξει το χώρο νωρίτερα; Τουλάχιστον ας μη βγαίνουν κι από πάνω με μάθημα δεοντολογίας.




«Είναι μια από τις καλύτερες παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας που θα έχουν παρουσιαστεί τα τελευταία χρόνια στην Επίδαυρο και ειδικά στον ελλαδικό χώρο. Με βάση την εξωστρέφεια που χαρακτηρίζει πλέον το ΚΘΒΕ μπορώ χωρίς ενδοιασμούς να σας πω ότι, ναι, αυτή η τραγωδία μπορεί να μας εκπροσωπήσει και στο εξωτερικό επάξια». Αυτή την αμετροεπή δήλωση έκανε ο καλλιτεχνικός Διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, Γιάννης Βούρος στη σχετική συνέντευξη Τύπου για τους «Πέρσες» του Αισχύλου που ανεβάζει η Νικαίτη Κοντούρη -και στην Επίδαυρο- για λογαριασμό του ΚΘΒΕ.
Μακάρι! Προσωπικά, πολύ θα χαρώ. Αλλά, ναι, να διαφημίζουμε το προϊόν μας. Ναι, να προσπαθήσουμε να προκαταλάβουμε το κοινό. Όχι όμως κι έτσι. Όχι ο ίδιος ο διευθυντής του Θεάτρου να κάνει -θριαμβευτική- κριτική πριν ακόμα απ’ την πρεμιέρα της παράστασης. Ακόμα δεν τον είδαμε, Γιάννη τον εβαφτίσαμε… Το ξέρω πως -γενικώς, όχι ειδικώς- το μέτρο έχει προ πολλού χαθεί. Και πως τα φρένα δεν ελέγχονται. Αλλά ας είμαστε περισσότερο σεμνοί. Περισσότερο προσγειωμένοι. Και λιγότερο επιπόλαιοι. Ας δούμε κι εμείς, το κοινό, την παράσταση και μετά ας θριαμβολογήσει ο κ. Βούρος όσο θέλει. Διότι, διαφορετικά, μπορεί και να παρεξηγηθεί.


Άκουσα στο Ηρώδειο και τη συναυλία «Εντεύθεν» του Γιάννη Μαρκόπουλου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Δυο έχω να κρατήσω: την εξαιρετική φόρμα στην οποία βρίσκεται ακόμα η φωνή του Γιώργου Νταλάρα και, κυρίως, τη βαθιά μουσικότητα -αλλά και τη διακριτικότητα- με την οποία ο Vassilikos ερμήνευσε τραγούδια του συνθέτη αγαπημένα, όπως το «Χρώματα κι αρώματα», αψηφώντας τις πρώτες εκτελέσεις που συνήθως σημαδεύουν τα τραγούδια τα οποία καθιερώνονται. Πάντα μου αφήνει την αίσθηση πως νοιώθει άβολα στη σκηνή ο Vassilikos. Αλλά πάντα, τελικά, με κερδίζει ολοκληρωτικά μ’ αυτό που εκπέμπει μέσα απ’ τη φωνή και την παρουσία του.
Και να επανέλθω σε μια εμμονή μου -θεατρικής προέλευσης: πόσο πολύ θα ’θελα να τον άκουγα να τραγουδάει Βάιλ/Μπρεχτ. Νομίζω πως η ιδιαίτερη φωνή του είναι φτιαγμένη για τα τραγούδια αυτά, για το ύφος αυτό.


«Δημιουργούνται δυνατότητες, για την επόμενη γενιά, σημαντικών επενδύσεων» δήλωσε ο πρωθυπουργός μας Αντώνης Σαμαράς. Δήλωση η οποία ανταποκρίνεται ακριβώς σ’ αυτό που λέγανε στο στρατό: «Του Αγίου Πούτσου ανήμερα». (Νομίζω πως έχω αρχίσει να γίνομαι χυδαίος. Αλλά η ζωή μ’ έχει κάνει έτσι…).
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή...

July 8, 2014

Πατρίσια Χάισμιθ η Ρούλα Πατεράκη με σκηνοθέτη τον Ιωσήφ Βαρδάκη


Το Τέταρτο Κουδούνι / Έκτακτο




Την Πατρίσια Χάισμιθ, την αμερικανίδα μυθιστοριογράφο και διηγηματογράφο (1921-1995) που ’γινε γνωστή κυρίως για τα ψυχολογικά θρίλερ της και διάσημη μέσα από 25 τουλάχιστον ταινίες στις οποίες αυτά μεταφέρθηκαν, θα υποδυθεί η Ρούλα Πατεράκη το χειμώνα, στο «104». Στο έργο «Patricia Highsmith-Εισαγωγή στο σασπένς» ενός πρωτοεμφανιζόμενου, μάλιστα, έλληνα συγγραφέα, του εκ του κινηματογράφου εκπορευόμενου Παναγιώτη Χριστόπουλου, με σκηνοθέτη τον Ιωσήφ Βαρδάκη.
Στο έργο του Παναγιώτη Χριστόπουλου, ένα «ψυχολογικό πορτρέτο στα όρια του θρίλερ και της μαύρης κωμωδίας», όπως χαρακτηρίζεται, η Πατρίσια Χάισμιθ, μια συγγραφέας που αρεσκόταν να εντοπίζει και να εκθέτει την πιο σκοτεινή πλευρά των ηρώων της συμφιλιώνοντας τον αναγνώστη και με τη δική του σκοτεινή πλευρά -ο Τομ Ρίπλι είναι ο ήρωας που σημάδεψε τη βιβλιογραφία της-, παραδίδει ένα σεμινάριο γεμάτο πολύτιμες οδηγίες και συμβουλές για ένα καλοστημένο μυθιστόρημα αγωνίας διδάσκοντας τα μυστικά που συνθέτουν τη δημιουργία μιας σκοτεινής ιστορίας. Στη διάρκεια αυτού του σεμιναρίου οι μαθητές της γίνονται πρωταγωνιστές σ’ ένα θρίλερ γεμάτο σασπένς που ενδεχομένως διαδραματίζεται μόνο στο μυαλό της καθηγήτριάς τους.
Τους μαθητές της που γίνονται θύματα της υπερδραστήριας φαντασίας της δασκάλας τους θα υποδύονται η Μαρκέλλα Γιαννάτου, ο Αποστόλης Ψαρρός κι ο Ευθύμης Γεωργόπουλος ενώ τη μουσική θα υπογράψει ο Γιώργος Ρους.

Ο 34χρονος συγγραφέας Παναγιώτης Χριστόπουλος, που ’χει γεννηθεί στην Καλαμάτα, γνωστός ως σκηνοθέτης και σεναριογράφος μέχρι τώρα, έχει τιμηθεί το 2007 με το Τρίτο Κρατικό Κινηματογραφικό Βραβείο Ποιότητας για τη μικρού μήκους ταινία του «Η έκταση που αναλογεί», υπήρξε συνεργάτης στα σενάρια του «J.A.C.E.» του Μενέλαου Καραμαγγιώλη και του «September» της Πέννυς Παναγιωτοπούλου ενώ το φθινόπωρο του 2013 έγινε ο πρώτος έλληνας αποδέκτης της υποτροφίας που το Φεστιβάλ των Κανών δίνει κάθε χρόνο σε δώδεκα δημιουργούς απ’ όλο τον κόσμο με κριτήριο την συγγραφική τους ικανότητα και με σκοπό να βοηθήσει στην πραγματοποίηση της πρώτης τους ταινίας μεγάλου μήκους.
Ο σκηνοθέτης της παράστασης Ιωσήφ Βαρδάκης, ενεργός στο θέατρο απ’ το 1997, με το «Patricia Highsmith-Εισαγωγή στο σασπένς» ολοκληρώνει ένα τρίπτυχο με θεατρικές βιογραφίες το οποίο ξεκίνησε με το «Q.E.D. ή Τι απέδειξε ο κύριος Φάινμαν» του Πίτερ Παρνέλ που ανέβασε για τον Γιώργο Κοτανίδη και τους «Σαλτιμπάγκους» του (2003/2004, μ’ επανάληψη τις σεζόν 2004/2005 και 2005/2006 και σε νέο ανέβασμα το 2009/2010) και συνεχίστηκε με το μονόλογο «I Am My Own Wife» του Νταγκ Ράιτ, που σκηνοθέτησε για τον Χάρη Αττώνη (2011/2012, μ’ επανάληψη το 2012/2013).
Σημειώστε πως, αυτή τη στιγμή, η Ρούλα Πατεράκη -που καλείται ν’ αναλάβει στο «Patricia Highsmith-Εισαγωγή στο σασπένς» του Παναγιώτη Χριστόπουλου ένα ρόλο με πολύ, μαύρο έστω, χιούμορ- με την ιδιότητα της σκηνοθέτριας ετοιμάζει εντατικά την παράσταση «Το μανιφέστο του πολέμου (Μέρος Α΄)» πάνω στο «Θουκυδίδου Ιστορίαι» -την «Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου» του Θουκυδίδη- για το Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου όπου θα παρουσιαστεί στις 25 και 26 Ιουλίου στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Επιδαύρου.