August 10, 2014

«Βάκχες»: το καινούργιο χωρίς τίποτα το καινούργιο


Tο έργο. Ο Διόνυσος -γιος του Δία και της κόρης του βασιλιά της Θήβας Κάδμου, της Σεμέλης, της δόλια κεραυνοβολημένης από τη ζήλια της Ήρας για το σμίξιμό της με τον Δία-, καινούργιος θεός που έχει επιβάλει τη λατρεία του ήδη σε όλη την Ασία, πρωτοπατάει τα ελληνικά χώματα στην Θήβα, με ανθρώπινη μορφή και με κρυμμένη την ταυτότητά του. Σκοπός του, η επιβολή και εδώ της λατρείας του. Όποιος σταθεί εμπόδιο συντρίβεται. Τις αδελφές της μητέρας του, που αμφισβήτησαν την ένωσή της με τον Δία αποδίδοντας την πατρότητά του σε κοινό θνητό, άρα αμφισβήτησαν τη θεϊκή του φύση, τις μεταμόρφωσε σε Μαινάδες που έχουν ξεχυθεί στον Κιθαιρώνα και οργιάζουν ξέφρενες.
Ο Κάδμος, μαζί του και ο μάντης Τειρεσίας, αν και γέροντες, προσχωρούν στο «κόμμα» του Διόνυσου. Ο Πενθέας όμως, γιος της Αγαύης, επίσης Μαινάδας στον Κιθαιρώνα, εγγονός του Κάδμου, ο οποίος του έχει παραδώσει την εξουσία, είναι θεομάχος: καταδιώκει τους οπαδούς του καινούργιου θεού και διατάσσει να συλλάβουν τον «ξένο» που παρασύρει τους πολίτες και πρώτες τις γυναίκες στη λατρεία του Διόνυσου. Θα τον φυλακίσει αλλά ο θεός θα προκαλέσει σεισμό και θα ελευθερωθεί.
Ο Πενθέας ετοιμάζεται να συντρίψει τις Μαινάδες με τη βία. Ο Διόνυσος θα τον πείσει πως μπορεί να τις φέρει πίσω στην πόλη ειρηνικά. Αρκεί, όταν ανεβεί στο βουνό για να τις κατασκοπεύσει, να ντυθεί με γυναικεία ρούχα για να μην του επιτεθούν ως άνδρα. Οι αρχικές σθεναρές αντιρρήσεις του Πενθέα κάμπτονται και μεταμφιέζεται σε γυναίκα  Έχει πέσει στην παγίδα του Διόνυσου. Ο οποίος, όταν φτάσουν, τον παραδίδει στις Μαινάδες -η μάνα του Αγαύη, ανάμεσά τους -που σε παροξυσμό, τρελαμένες, τον διαμελίζουν.
Η Αγαύη, πιστεύοντας πως σκότωσαν ένα λιονταράκι,             θα φέρει με καμάρι το κεφάλι του στην Θήβα. Ο πατέρας της ο Κάδμος που έχει μάθει τι συνέβη και που μάζεψε τα υπολείμματα του Πενθέα θα τη φέρει σιγά-σιγά στα σύγκαλά της. Και θα συνειδητοποιήσει ότι αυτό που διαμέλισαν δεν είναι λιονταράκι, είναι ο γιος της. Ο Διόνυσος τους κατέστρεψε. Είναι η εκδίκησή του.
Ο Ευριπίδης με τις «Βάκχες» του (405 π.Χ.), ένα από τα αριστουργήματά του, κάνει ίσως το σημαντικότερο βήμα του προς το σύγχρονο θέατρο: ένας ύμνος στο καινούργιο και στην απελευθέρωση από το παλιό, πολυεπίπεδος, που για το λόγο αυτό μπορεί να διαβαστεί με πολλούς τρόπους σήμερα.
Η παράσταση. Η Άντζελα Μπρούσκου που ανέλαβε τη σκηνοθεσία χρησιμοποιώντας την άνιση -εξαιρετικές επιλογές αλλά και αμήχανες λύσεις- μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά είχε σωστές ιδέες. Και βέβαια η τραγωδία του Ευριπίδη είναι πάνω από όλα τελετουργία -όπως και δόθηκε. Και βέβαια ο Διόνυσος θα μπορούσε να είναι μία ήρεμη δύναμη που εγείρει έναν κυκλώνα -όπως είναι στην παράσταση. Και βέβαια ο Πενθέας θα μπορούσε να είναι μία καταδυναστευτική εξουσία -ένας ακόμα φασισμός, όπως και παρουσιάζεται στην παράσταση. Το θέμα, όμως, είναι πώς υλοποιείς τις ιδέες σου.
Η παράσταση, που η Άντζελα Μπρούσκου έστησε, όντως βακχεύεται. Αλλά, κατά τη γνώμη μου, βακχεύεται άτεχνα, ενώ η σκηνοθέτρια επεδίωκε το αντίθετο. Είδα παρατακτικές τακτικές, είδα η βακχεία να αναπαρίσταται με εξωτερικά μέσα -με τρεχαλητά και με τσιρίδες-, δεν άκουσα όλο το κείμενο -οι συνεκφωνήσεις του Χορού, εξαιρετικά φιλόδοξες, με μουσικές απαιτήσεις, δεν λειτουργούν άψογα και το αποτέλεσμα συχνά θολώνει-, δεν «άκουσα» το λόγο -ο λόγος δεν με καθήλωσε, δεν κατεβαίνει-, οι ρυθμοί χωλαίνουν, ο Χορός έχει πολλές επιμέρους αδυναμίες, δεν υπάρχει δέσιμο στους ηθοποιούς. Και δεν είδα τίποτα το καινούργιο, όπως περίμενα.
Τρεις μόνο στιγμές ξεχώρισα: τον κύκλιο χορό που σέρνει τον συλληφθέντα Διόνυσο, το μέρος του στάσιμου που δόθηκε ποιητικά με τον Γιώργο Μπινιάρη σαν καθηγητή με το βιβλίο στο χέρι και την Μαρία Κίτσου σαν μαθήτρια-ανάερο λευκοντυμένο κορίτσι και, προς το τέλος, τον Χορό που βακχεύεται στο βάθος, πίσω από τη σκηνή. Και οι χειρότερες -σχεδόν φαιδρότητα μου προκάλεσαν: όταν στο σεισμό ο τάφος της Σεμέλης με το βωμό πάνω του αρχίζει να σείεται σαν το κρεβάτι στον «Εξορκιστή» και ο Διόνυσος σούπερ κερασφόρος, ως άλλος Φάλσταφ στην πέμπτη πράξη στις σεξπιρικές «Εύθυμες κυράδες του Ουίνζορ». 
Άνισα: ήταν η βασική μου εντύπωση από τα σκηνικά του Σταύρου Λίτινα. Γοητευτικό το κομμάτι με τις καλαμιές που παραπέμπει όμως στη σκηνογραφική λύση της Χλόης Ομπολένσκι στην «Αντιγόνη» του Λευτέρη Βογιατζή, άχαρα τα υπόλοιπα, ανορθογραφία στις καμπύλες της Επιδαύρου. Οι εξαίρετοι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου τα σώζουν.
Απογοητευτικά βρήκα και τα κοστούμια που υπογράφει η ίδια Άντζελα Μπρούσκου -χωρίς πνοή, χωρίς ύφος.
Η κίνηση την οποία επιμελήθηκε ο Ερμής Μαλκότσης πολύ σωστά είναι «ακατέργαστη» -ο «χορός» δεν ταιριάζει στις Βάκχες. Αλλά θα ήθελα μέσα από το ακατέργαστο να προκύπτει μία κάποια αρμονία. Αυτό που προκύπτει μου άφησε την εντύπωση της ελλιπούς προετοιμασίας και  του κακότεχνου.
Στα θετικά στοιχεία, η μουσική του Δημήτρη Καμαρωτού που συνοδεύει με κύρος την παράσταση.
Οι ερμηνείες. Ο θίασος, με μερικούς ηθοποιούς που έχουν δώσει εξαιρετικά δείγματα, μοιάζει άδετος -ο καθένας στο δικό του μήκος κύματος.
Απογοητευτικός ο Αριστείδης Σερβετάλης. Ο Πενθέας του βγάζει μία αναίτια μαγκιά, ο λόγος του ανερμάτιστος, η μεγέθυνση της Επιδαύρου διόγκωσε προβλήματά του στην άρθρωση. Βρίσκει τον εαυτό του μετά την μεταμφίεση, όταν το βάρος πέφτει στην κίνηση που είναι το βασικό ατού του.
Δεν πείστηκα για την ανάγκη να υποδυθεί η Μαρία Κίτσου τον Τειρεσία ως γέροντα με κλασικά μέσα φορώντας μεταξωτή κιλότα. Υπερβάλλει και στομφάρει η εξαίρετη ηθοποιός.
Πολύ αδύναμος -και ως μέγεθος και φωνητικά- ο Γιώργος Μπινιάρης. Πιο πειστικοί η Παρθενόπη Μπουζούρη και ο Αργύρης Πανταζάρας  -με «ηχώ» του, ως Δούλος-Άγγελος, τον Χάρη Χαραλάμπους- αν και ο λόγος τους φοβάμαι πως δεν κατεβαίνει μολονότι το κείμενο των δύο Αγγελιών -ειδικά της δεύτερης- είναι συγκλονιστικό.
Η Άντζελα Μπρούσκου θεωρώ πως είναι ακατάλληλη για να σηκώσει η ίδια το βάρος της Αγαύης και της τρομερής σκηνής της.
Το ουσιαστικό βάρος της παράστασης φέρει εκ των πραγμάτων η Αγλαΐα Παππά που επωμίστηκε τον Διόνυσο. Έχει το μέγεθος, τη γερή τεχνική και την ενέργεια να το σηκώσει. Και κρατάει το μέτρο -δεν εκτρέπεται σε υπερβολές. Αλλά αφενός η φωνή της βγαίνει πολύ ζορισμένη, αφετέρου διατηρεί, από την αρχή μέχρι το τέλος, τον ίδιο σχεδόν τόνο, τακτική που πιστεύω πως ισοπεδώνει το ρόλο. 
Το συμπέρασμα. Μία παράσταση που δεν κομίζει τίποτα το καινούργιο και που με απογοήτευσε.
(Φωτογραφίες: Εύη Φυλακτού).

Αρχαίο θέατρο Επιδαύρου, «Θέατρο Δωματίου», Φεστιβάλ Επιδαύρου, 8 Αυγούστου 2014.

August 9, 2014

500.000 επισκέψεις

Τις 500.000 έφτασαν χτες οι επισκέψεις που δέχτηκε totetartokoudouni.blogspot.com από τις 22 Οκτωβρίου του 2011 που ξεκίνησε -πριν ακόμα κλείσει τα τρία του χρόνια. Δεν το φανταζόμουνα. Όλους τους επισκέπτες σας ευχαριστώ. Ειδικά εσάς που συμμετέχετε ενεργά.

August 8, 2014

Και όμως σημειώνονται ζημιές…


Το έργο. Λαλάκης Μακρυκώστας: διευθύνων σύμβουλος μεγάλης εταιρείας. Παντρεμένος με την Πόπη. Αλλά -κλασικός έλληνας αστός- και με κρυφή φιλενάδα -έτσι τις έλεγαν τότε… Με την οποία το σκάει σε ταξιδάκια ανά την Ελλάδα επικαλούμενος προβλήματα της εταιρείας. Αλλά ο κλέφτης και ο ψεύτης… Όταν, άρτι αφιχθείς από Θεσσαλονίκη, ανακοινώνει πως και πάλι φεύγει -στην Καλαμάτα αυτή τη φορά- και πάλι για προβλήματα της εταιρείας, η Πόπη, υποδαυλιζόμενη και από τη φίλη της Κική, αρχίζει να τον υποψιάζεται σοβαρά. Ο Λαλάκης, βέβαια, ξέρει να της ρίχνει στάχτη στα μάτια -η ειδικότητά του. Έχει βάλει ένα φίλο του να τηλεφωνήσει στο σπίτι τους δήθεν από την Καλαμάτα για να τον ακούσει η γυναίκα του. Το 1954, στο οποίο, όμως, τοποθετείται το έργο, τα τηλεφωνήματα τα έκαναν από περίπτερα. Και, κατά σατανική σύμπτωση, η Τασία, η υπηρέτρια, όπως τις έλεγαν τότε, του σπιτιού τυχαίνει να βρίσκεται στο ίδιο περίπτερο και να ακούσει το τηλεφώνημα. «Φάρσα έκαναν στον κύριο;» ρωτάει την κυρία της, όταν γυρίζει. Και έτσι σιγουρεύεται η Πόπη για τα «επαγγελματικά ταξίδια» του Λαλάκη. Οπότε -οφθαλμόν αντί οφθαλμού-, εκδρομή στην Καλαμάτα με γυναικεία συντροφιά ο Λαλάκης, εκδρομή κι εκείνη, με τον Νίκο, που καιρό τώρα την πολιορκεί αλλά η Πόπη μέχρι τότε, πιστή στον άντρα της, πρόβαλλε σθεναρή αντίσταση, στην Θυμαριά, ένα όμορφο και ήσυχο χωριό που εκείνος της προτείνει και όπου θα τους φιλοξενήσουν ο σιδηροδρομικός σταθμάρχης, ο Στέλιος, φίλος του από το στρατό -πολέμησαν μαζί στην Αλβανία- και η γυναίκα του, η Φρόσω. Θα παρουσιαστούν ως νιόπαντρο ζευγάρι.
Στο σταθμό της Θυμαριάς, όμως, θα βρεθούν, κατά άλλη σατανική σύμπτωση, ποιοι; Ο Λαλάκης με την Λολότα, την ερωμένη του: κατέβηκαν για λίγο στο σταθμό από την ταχεία, καθυστέρησαν και έχασαν το τρένο. Ο σταθμάρχης και η γυναίκα του, καθώς δεν υπάρχει άλλο τρένο παρά το επόμενο πρωί, τους προτείνουν να τους φιλοξενήσουν επίσης -ξενοδοχείο το χωριό δεν έχει.
Τα δύο παράνομα ζευγάρια είναι αναπόφευκτο να συναντηθούν. Μετά την αρχική ψυχρολουσία η Πόπη προτιμάει το θέατρο του Παραλόγου: κάνει πως είναι κάποια άλλη. Ο Λαλάκης τρελαίνεται αλλά αναγκαστικά μπαίνει στο παιχνίδι. Την επομένη το πρωί Πόπη και Νίκος -που δεν κοιμήθηκαν μαζί, βέβαια, ώστε να εφαρμοστεί η… πολιτική ορθότητα της εποχής- φεύγουν πρώτοι και φτάνουν πρώτοι στη  Αθήνα. Όταν ο Λαλάκης μπαίνει αργότερα στο σπίτι του θα βρει εκεί την Πόπη. Που του παίζει το παιχνίδι πως τίποτα δεν συνέβη -«εκείνη, το περασμένο βράδυ, πήγε σινεμά με την Κική και ύστερα γύρισε άρρωστη σπίτι της και κρεβατώθηκε». Στο παιχνίδι έχει βάλει και τη φίλη της, ως αυτόπτη μάρτυρα, και την υπηρέτρια. Ο Λαλάκης αποτρελαίνεται.
Αλλά η επίσκεψη του σταθμάρχη ο οποίος του φέρνει κάποια χαρτιά που ξέχασε στην Θυμαριά αλλά κουβαλάει μαζί του, με σκοπό να το παραδώσει στην Πόπη, και το ρολόι της που εκείνη επίσης ξέχασε στη Θυμαριά, δίνει τη λύση. Και το ζευγάρι δεν λέει τίποτα αλλά αγκαλιάζεται γελώντας: μία του και μία της. Ελληνική κοινωνία της δεκαετίας του ’50 (;)… Ούτε γάτα ούτε ζημιά.
Αυτόν ακριβώς τον τίτλο, «Ούτε γάτα ούτε ζημιά», διάλεξαν ο Αλέκος Σακελλάριος και ο Χρήστος Γιαννακόπουλος για την α λα Φεντό φάρσα τους (1950). Το έργο είναι έξυπνο, χαριτωμένο αλλά δεν φτάνει άλλες κωμωδίες του συγγραφικού διδύμου -το τέλος του είναι αδύναμο.
Η παράσταση. Ο Θοδωρής Πετρόπουλος το διασκεύασε, αντλώντας προφανώς και από το σενάριο -το συνυπογράφουν άλλωστε οι δύο συγγραφείς- της ταινίας (1955) η οποία βασίστηκε στο θεατρικό και την οποία σκηνοθέτησε ο Αλέκος Σακελλάριος, χωρίς εξυπνάδες και ιδιαίτερες παρεμβάσεις -διακριτικά.
Τη σκηνοθεσία ανέλαβε ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης. Λυπάμαι αλλά αυτό που είδα ήταν μία προχειροφτιαγμένη παράσταση, άρρυθμη, με άδετους ηθοποιούς, χωρίς καμία προσοχή στη λεπτομέρεια, άτεχνη -εκείνη η μεταφορά του κιβώτιου που φρακάρει στο φράχτη του σταθμού-, χωρίς κανένα -ούτε κατά διάνοια…- σχόλιο.
Ο διασκευαστής και ο σκηνοθέτης κράτησαν την εποχή του έργου και πολύ καλά έκαναν γιατί αυτές οι κωμωδίες, βιαστικά γραμμένες αλλά από ικανές για το είδος αυτό πένες, σώζονται όχι μόνο από το χιούμορ τους αλλά και από το άρωμα της εποχής που διατηρούν και αναδίνουν και που εισπράττεται σήμερα νοσταλγικά. Αλλά για να αναδυθεί το άρωμα αυτό, για να περάσει το ήθος και το ύφος της εποχής, χρειάζεται εξαντλητική δουλειά. Εδώ δεν την είδα.
Επιπλέον είδα μία φτηνιάρικη παραγωγή. Αναρωτήθηκα ποια σχέση με τη σκηνογραφία μπορεί να έχει η Μαίρη Τσαγκάρη που υπογράφει τα δύο, φωτισμένα από τον Χρήστο Τζιόγκα, σκηνικά. Χειρότερα, είχα χρόνια να δω. Ειδικά το σαλόνι της πρώτης και της τρίτης πράξης με τα στημένα κόντρα πλακέ, τον «πολυεπίπεδο» όροφο -σκαλάκια εδώ, σκαλάκια εκεί-, τα κακοντυμένα με κάτι πράσινα καλύμματα φτηνοέπιπλα και το τρανζίστορ του ’70 που υποδύεται το ραδιόφωνο του ’50. Χωρίς να παραλείψω και τα δύο κατάξερα δέντρα της δροσερής Θυμαριάς που μοιάζουν με πόδια ελέφαντα.
Σε ανάλογα μίζερα επίπεδα, και τα κοστούμια της Κατερίνας Παπανικολάου, με αποκορύφωμα το κραυγαλέο της Κικής στην τρίτη πράξη.
Διανομή. Αφημένοι στην τύχη τους οι ηθοποιοί, κάνουν ό,τι μπορούν να κάνουν από μόνοι τους. Συμπαθητική και μετρημένη η πρωτοεμφανιζόμενη στη σκηνή Δανάη Μπάρκα, τα βγάζει πέρα. Καλός τυπίστας ο Μάρκος Μπούγιας αλλά ακατέργαστος ακόμα, ζητάει σκηνοθέτη. Χωρίς να ενοχλήσει υπάρχει στη σκηνή η Γιάννα Ζιάννη. Άχρωμη και αμήχανη Λολότα η Μένη Κωνσταντινίδου και αδύναμος ο Γιώργος Κοψιδάς, με τόση «άνεση» που αποβαίνει εις βάρος του.
Η Άβα Γαλανοπούλου, με τσαγανό σουμπρέτας, έχει επιλέξει την ευκολία και το ρηχό και μηχανικό σαν γάβγισμα παίξιμο ακολουθώντας τον ολισθηρό δρόμο που άνοιξαν από τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 πολλές γυναίκες κωμικές ηθοποιοί μας συγχέοντας το κωμικό με το κακέκτυπο τραβεστί -εκφορά λόγου, κίνηση, καμώματα... Δυστυχώς τον ίδιο δρόμο αυτή τη φορά ακολουθεί και η Μαρία Κατσανδρή, μία ηθοποιός που εκτιμώ εξαιρετικά.
Ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης, ηθοποιός χαριτωμένος και με χιούμορ αλλά όχι με πρωταγωνιστική στόφα, εδώ μοιάζει πιο αμήχανος έχοντας κάνει κωμική μανιέρα τη μονοτονία, καθώς τονίζει συνεχώς, με τον ίδιο τρόπο, άχρωμα, υιοθετώντας επιπλέον και κάποια τερτίπια του Μεγάλου -με όλη τη σημασία της λέξης- Βασίλη Λογοθετίδη που έχει σημαδέψει το ρόλο καθώς τον κατέγραψε και στον κινηματογράφο.
Αμεσότερος όλων και πιο κοντά στο ρόλο του ο Κώστας Ευριπίωτης που καταφεύγει όμως στην επιθεώρηση.
Το συμπέρασμα. Μία άχρωμη παράσταση που μιμείται άτεχνα τη δεκαετία του ’50.

Θέατρο «Λαμπέτη», 7 Αυγούστου 2014. 

August 7, 2014

Ένορκοι-Πνευματικά δικαιώματα: 12(«Δώδεκα»)-0



Το Τέταρτο Κουδούνι / 7 Αυγούστου 2014





«Οι 12 ένορκοι», έργο του Ρέτζιναλντ Ρόουζ γραμμένο αρχικά (1954) για την τηλεόραση, που ’γινε διάσημο μέσα απ’ την ομώνυμη ταινία-ντεμπούτο του Σίντνεϊ Λουμέτ το 1957 στον κινηματογράφο (ελληνικός τίτλος «Οι δώδεκα ένορκοι») αλλά και μέσα απ’ το ριμέικ «12» (2007) του Νικίτα Μιχαλκόφ, ανεβαίνουν τον Οκτώβριο στο θέατρο «Αλκμήνη» σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνας Νικολαΐδη. Διαβάζω τη σύνοψη που επισυνάπτουν στο δελτίο Τύπου το οποίο μας έστειλαν για να το ανακοινώσουν, κάτι πρόσφατο έντονα μου θυμίζει -την ταινία την έχω δει αιώνες πριν, δεν τη θυμάμαι.


Ψάχνω στη σελίδα του ΚουΘουΒουΕ, να το: «Δώδεκα…». Έργο που ανέβηκε στο Φουαγιέ του Βασιλικού της Θεσσαλονίκης στις 2 Ιουλίου κι οι παραστάσεις του -μου ’πανε και καλά λόγια- έληξαν την 1 Αυγούστου. Διαβάζω το σχετικό δελτίο Τύπου, η σύνοψη ίδια. Διαβάζω παρακάτω: Κείμενο Βασίλης Ισσόπουλος. Κουβέντα ούτε για Ρέτζιναλντ Ρόουζ, ούτε για Σίντνεϊ Λουμέτ, ούτε για Νικίτα Μιχάλκοφ. Όταν δε στο πρόγραμμα μιας παράστασης γράφουμε «κείμενο», τι ακριβώς εννοούμε; Συγγραφή; Μετάφραση; Αν, απλώς, εννοούμε ότι δεν έχουμε πληρώσει τα πνευματικά δικαιώματα, ε, τότε μόνο για ντροπή θα μιλούσα εγώ. Κι επειδή, επιπλέον, εδώ, δεν πρόκειται για καμιά ομαδούλα ή, έστω, για ιδιώτη θεατρικό παραγωγό αλλά για κρατικό Θέατρο, θα μπορούσα να το χοντρύνω το πράγμα και το «ντροπή» να το κάνω «αίσχος»… Θέλω να ελπίζω πως κάνω λάθος.



«Ρωμαίος και Ιουλιέτα για 2»: σας είχα γράψει αναλυτικά στο «Τέταρτο Κουδούνι» στις 5 Ιανουαρίου για την παράσταση. Η οποία, αφού πρωτοπαρουσιάστηκε πρόπερσι -σεζόν 2002/2013- στο Ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης», στο πλαίσιο του πετυχημένου Low Budget Festival που οργανώνει tospirto.net, συνέχισε τον περασμένο χειμώνα στο «104» όπου και την είδα -δυο φορές. Σε σκηνοθεσία Κώστα Γάκη με δυο ταλαντούχους έως υπερταλαντούχους νεότατους ηθοποιούς, τον Κωνσταντίνο Μπιμπή και την Αθηνά Μουστάκα. Μια συναρπαστική διασκευή/σύνοψη της σεξπιρικής τραγωδίας, την οποία υπογράφουν και οι τρεις τους. Μαθαίνω πως η παράσταση, που έσκισε στο «104» -είχε κι άλλη εκδοχή, μ’ άλλους ηθοποιούς, την οποία ανέβασε ο Κώστας Γάκης, σε συνεργασία με τους ελλαδίτες ηθοποιούς του, στην Κύπρο, στην Λευκωσία, για τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου- και που παρουσιάστηκε τον Ιούνιο και στο πρώτο Φεστιβάλ Σέξπιρ το οποίο οργανώθηκε στην Ίντζια της σερβικής επαρχίας της Βοϊβοντίνα με πρωτοβουλία του παλιού μας γνώριμου σέρβου σκηνοθέτη Νικίτα Μιλιβόγιεβιτς ο οποίος και προσκάλεσε την ελληνική παράσταση, θα επαναληφθεί το χειμώνα. Μετακομίζει στο «Θησείον» κι αυτή τη φορά θα ’ναι ο ίδιος ο Κώστας Γάκης που θα παίξει ζωντανά τη μουσική την οποία, επίσης, έχει γράψει για την παράσταση. Δεν έχετε καμιά δικαιολογία πια, αν δεν την έχετε δει έως τώρα.
Στο μεταξύ ο καλός σκηνοθέτης/συγγραφέας/ηθοποιός/μουσικός βρέθηκε στην Νέα Υόρκη παίρνοντας μέρος στο Lincoln Center Directors Lab, ένα πρόγραμμα για σκηνοθέτες απ’ όλο τον κόσμο -συμμετείχαν 75 από 35 χώρες κι απ’ την Ελλάδα (για την οποία μεσολάβησε το Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος»), εκτός του Κώστα Γάκη, εντόπισα την Αννίτα Καπουσίζη και τον Ηλία Παναγιωτακόπουλο.



Στις 3 Ιουλίου ανέβηκε στο θέατρο «Αθηνά» το έργο «Δεν πετάω, δεν πετάω» του Αιμίλιου, λέει, Κοέν. Την επομένη, 4 Ιουλίου, το έργο κατέβηκε άναυλα μετά από παρέμβαση της ΣΟΠΕ -της Εταιρείας Προστασίας Συγγραφικού Δικαιώματος- διότι θύμιζε σκανδαλωδώς τη γαλλική κωμωδία του Μαρκ Καμολετί «Boeing Boeing» -ε, δε χρειαζόταν και πολλά για να το καταλάβεις, η σύνοψη στο δελτίο Τύπου που μας έστειλαν έκανε μπαμ, σας έγραψα σχετικά στο «Τέταρτο Κουδούνι» στις 16 Ιουλίου- και διότι ο Αιμίλιος Κοέν είναι ήρως επιστημονικής (;) φαντασίας...

Ο θίασος, όμως, επέμεινε -είναι πεισματάρης. «Πάμε σ’ άλλα» είπαν και πότε βρήκαν έργο, πότε έκαναν πρόβες, πότε το ανέβασε ο Βασίλης Θωμόπουλος κι έκαναν πρεμιέρα στις 25 Ιουλίου δεν πρόλαβα ούτε εγώ να το καταλάβω. Μέσα σε είκοσι μέρες! Δηλαδή, μπράβο τους. Ασύλληπτο! Ρεκόρ! Το νέο έργο ακούει στο όνομα «Δεν θα με τρελάνεις εσύ …εμένα!» (σαν ξεκαθάρισμα λογαριασμών ακούγεται ο τίτλος…) και το ’χουν γράψει, λέει, ο Παναγιώτης Καποδίστριας κι ο Αργύρης Γιαμάλογλου. Κι η υπόθεσή του, κατά σύμπτωση προφανώς, μοιάζει αρκετά με το «Δεν πετάω, δεν πετάω» που ’μοιαζε πάρα πολύ με το «Boeing, Boeing». Αφού, αν προσέξετε τις φωτογραφίες, ούτε σκηνικό δεν άλλαξαν…






Δώδεκα χρόνια κάνει ο Σιδερής Πρίντεζης στο δημόσιο ραδιόφωνο εκπομπές για το ελληνικό ελαφρό τραγούδι ή για το ξένο ρεπερτόριο, αξιοποιώντας το πάμπλουτο μουσικό και θεατρικό αρχείο τού δημόσιου ραδιοφώνου, ενώ έχει ασχοληθεί και με την επιμέλεια των cd με ραδιοφωνικές θεατρικές παραστάσεις, που κυκλοφορούσαν μέσω το περιοδικού «Ραδιοτηλεόραση».
Πρωτάκουσα τ’ όνομά του απ’ την ενθουσιασμένη μαζί του Άννα Παναγιωτοπούλου σε μια συνέντευξη που ’χαμε κάνει στα «Νέα» μ’ αφορμή την «Θεία από το Σικάγο» που ανέβαζε τότε -και την ανέβασε έξοχα- ο Πέτρος Φιλιππίδης κι όπου η Άννα Παναγιωτοπούλου πρωταγωνιστούσε. Πολύ αργότερα τον γνώρισα σ’ ένα θέατρο -φανατικός θεατρόφιλος, ξέρει τα πάντα. Δεν είχα αξιωθεί ν’ ακούσω εκπομπή του. Την περασμένη Κυριακή -κάλλιο αργά παρά ποτέ…- άκουσα την τρέχουσά του «Από το Γραμμόφωνο στο Μαγνητόφωνο». Στο Τρίτο Πρόγραμμα -κάθε Κυριακή επτά μ’ εννιά το βράδυ.
Η εκπομπή ασχολείται με το ελληνικό ελαφρό τραγούδι μέσα από ηχογραφήσεις δίσκων γραμμοφώνου αλλά και με το θέατρο μέσα απ’ τις ταινίες του ραδιοφωνικού αρχείου. Τάνγκο, βαλς, ρομάντζες, αρχοντορεμπέτικα, δημοτικοφανή, τζαζ, λάτιν τραγούδια του ελαφρού ρεπερτορίου, τραγούδια από οπερέτες και επιθεωρήσεις -από δίσκους και ραδιοφωνικές- συνδυάζονται με μικρά αποσπάσματα από ηχογραφήσεις θεατρικών έργων και συνεντεύξεις καλλιτεχνών, όπως υπάρχουν σε ραδιοφωνικές θεατρικές εκπομπές του παρελθόντος.
Δυο ολόκληρες ώρες -εκπομπή ζωντανή. Τι χείμαρρος ήταν αυτός! Τι άκουσαν τ’ αυτιά μου κι ευφράνθηκαν! Υπέροχη εκπομπή, απολαυστική, από μια ζεστή φωνή ενός ανθρώπου που κάνει μπαμ ότι λατρεύει το αντικείμενό του και ότι το γνωρίζει εις βάθος και πλάτος και ότι ψάχνει το υλικό του. Αυτό που συνοπτικά λέμε «μερακλής».


Διάβασα στο protagon.gr ένα άρθρο-σχόλιο του Ανδρέα Μανωλικάκη, μέλους του «Actors Studio», καθηγητή σκηνοθεσίας και υποκριτικής. Με τον τίτλο «Καλοκαιρινή θεατρική σύγχυση». Δε λέω πως πολλά απ’ όσα γράφει δεν είναι σωστά. Αλλά η χρήση κατά το δοκούν αποσπασμάτων από ξένα κείμενα που χρησιμοποιεί όσο και το περί «διαπλεκομένων συμφερόντων» που έντεχνα ρίχνει, πόσο, μα πόσο μου θύμισαν κάτι άλλα κείμενα -δεκαπέντε χρόνια πριν ήταν; -τα οποία τον έκαναν με τα κρεμμυδάκια και που κάποιοι τον υπερασπιζόμασταν γιατί τα θεωρούσαμε αήθη. Πώς περνούν τα χρόνια…


Το σημερινό «Τέταρτο Κουδούνι» είναι αφιερωμένο στην μνήμη ενός Ποιητή: του Βύρωνα Λεοντάρη που μας άφησε χτες. Ελάχιστος φόρος τιμής, λίγοι στίχοι του:


Έμπλεος από σένα
πώς κι από πού να σε φωνάξω;

Χύνεται μέσα μου η φωνή μου
δεν μ’ ακούς και δε μ’ ακούω
και σε ζητώ και δε σε βρίσκω
γιατί είσαι όπου είμαι
κι είμαι όπου είσαι
και κανείς μας δεν είναι όπου είναι.


Απροσδιόριστοι στον κόσμο
Ένα κυμάτισμα είμαστε ένα τρέμισμα
έρωτα το είπαν
ποίηση το είπαν…

Ας ήταν να βρεθούμε
έξω από μένα
έξω από σένα
γιατί περνάει η ώρα και βραδιάζω.

Στα δυτικά μου πάντα ήθελα να ’σουν
να μου γνέφεις
απ’ τα βαθιά των ημερών.
                                             


Την άλλη Πέμπτη δεν έχει «Το Τέταρτο Κουδούνι» -κάτι Δεκαπενταύγουστος, κάτι διακοπές, κάτι η καλοκαιρινή χαλάρωση... Δε δίνω ακριβή ημερομηνία πότε θα επανέλθει η τακτική στήλη αλλά totetartokoudouni.blogspot.com θα ’ναι ανοιχτό για τα άλλα θέματα.

August 3, 2014

Το γκόθικ καταφεύγει στην ποίηση



Το έργο. Ο Αισχύλος δεν ζει πια. Ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης πέθαναν την ίδια χρονιά -μόλις την προηγούμενη από τη συγγραφή του έργου. Ο Διόνυσος, θεός-προστάτης του θεάτρου, απογοητευμένος από τους επιγόνους τους, παίρνει την τολμηρή απόφαση να κατεβεί στον Άδη, παρέα με το δούλο του, τον Ξανθία, και να φέρει πίσω τον Ευριπίδη. Πρότυπό του, ο Ηρακλής. Που έχει ήδη τολμήσει να πάει τον Άδη -για να φέρει τον Κέρβερο, τον σκύλο τον τρομερό, τον φύλακά του. Οπότε ντύνεται ο Διόνυσος -ρόπαλο και λεοντή- Ηρακλής για να επαναλάβει τον άθλο. Και επισκέπτεται τον ήρωα για περισσότερες πληροφορίες. Αλλά άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας… -ο Ηρακλής είναι  τύπος ηρωικός, ο Διόνυσος χέστης. Πράγμα το οποίο θα αποδειχθεί και κυριολεξία στη συνέχεια…

Ο Διόνυσος, όμως, επιμένει. Διαπλέει την Αχερουσία με βαρκάρη τον Χάροντα κωπηλατώντας στο ρυθμό των κοασμάτων των βατράχων της λίμνης, συναντάει τέρατα, συναντάει τους μύστες των Ελευσινίων Μυστηρίων αλλά, όταν καταφέρει να φτάσει, ο κλειδάρχης του Άδη, ο Αιακός, τον παίρνει -ως Ηρακλή… -απ’ τα μούτρα -τους έχει κλέψει τον Κέρβερο βλέπεις- και τον απειλεί με τα χειρότερα.
Ο τραβεστί Ηρακλής τα κάνει επάνω του -κυριολεκτικά… Και πείθει τον Ξανθία να αλλάξουν ρούχα: να ντυθεί εκείνος Ηρακλής και ο ίδιος δούλος του. Όταν όμως έρχεται η Θεράπαινα και καλωσορίζει τον «Ηρακλή» και του λέει πως είναι καλοδεχούμενος από την Περσεφόνη και πως τον περιμένουν φαγιά φρεσκοψημένα και χορεύτριες και αυλητρίδες, ο Διόνυσος τα παίρνει πίσω: φοράει πάλι την περιβολή Ηρακλέους και επαναφέρει τον Ξανθία στο ρόλο του. Τι ήταν να το κάνει; Σειρά έχουν τώρα οι Πανδοκεύτρες -του ξενοδοχείου όπου έμεινε ο βεριτάμπλ Ηρακλής την προηγούμενη φορά και όπου έφαγε τον αγλέορα και έκανε και ζημιές χωρίς να πληρώσει -και τον απειλούν με δίκες. Ο Διόνυσος/«Ηρακλής» πάλι σκούρα θα τα βρει. Ζητάει για άλλη μια φορά από τον Ξανθία να αλλάξουν ρόλους και παρά, πια, τις αντιρρήσεις του πάλι τον πείθει.
Όταν ο Αιακός επανέρχεται απειλητικός, ο Διόνυσος ομολογεί ποιος είναι αλλά πλέον τον έχουν μπλέξει τον Αιακό. Ένα μαστίγωμα και των δύο -Διόνυσου/«Ξανθία» και Ξανθία/«Ηρακλή»- είναι η λύση: όποιος είναι Θεός δεν θα πονέσει. Μωρέ και οι δύο πονάνε αλλά προσπαθούν να μην το δείξουν. Οπότε ο Αιακός, ακόμα πιο μπερδεμένος, τους παραπέμπει στον Πλούτωνα και την Περσεφόνη να ξεκαθαρίσουν, ως θεοί, το θέμα. Όπερ και συμβαίνει.
Όμως στον Κάτω Κόσμο γίνεται χαμός: Αισχύλος και Ευριπίδης διεκδικούν τα τραγικά πρωτεία με τον Σοφοκλή διακριτικά να έχει αποσυρθεί υπέρ του Αισχύλου. Ο Πλούτων για να λύσει το θέμα προκηρύσσει Αγώνα μεταξύ των δύο. Ο Διόνυσος, ως καθ’ ύλην αρμόδιος θεός, θα είναι ο κριτής. Από πολλές φάσεις περνάει ο μακροσκελέστατος Αγώνας. Ο Διόνυσος, που για τον Ευριπίδη κατέβηκε, προτιμάει τελικά τον Αισχύλο. Που και τον παίρνει μαζί του στην Αθήνα ενώ εκείνος παραιτείται από τα πρωτεία στον Άδη υπέρ του Σοφοκλή.
Ο Αριστοφάνης με τους «Βατράχους» του έχει γράψει (405 π.Χ.) μία από τις καλύτερες κωμωδίες του -από τις σωζόμενες τουλάχιστον- που ισορροπεί επιδέξια ανάμεσα στο γέλιο, το λυρισμό, τη νοσταλγία και την πολιτική παρέμβαση. Σε μία κρίσιμη στιγμή για τους Αθηναίους -ένα χρόνο πριν από τη συντριβή τους στον Πελοποννησιακό Πόλεμο- ανακαλεί κλέη οριστικά χαμένα και τους κάνει για άλλη μία φορά μία ουτοπική έκκληση να ξαναβρούν τον εαυτό τους μέσα από την ποίηση και το θέατρο.
Η παράσταση. Ο Γιάννης Κακλέας επέλεξε να σκηνοθετήσει την αριστοφάνεια κωμωδία πάνω σε δική του μετάφραση/απόδοση. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε και για διασκευή καθώς έχει πάρει πολλές ελευθερίες -απάλειψε, ας πούμε, όλες τις αναφορές σε πολιτικούς και, γενικότερα, σε πρόσωπα της εποχής του έργου και έγραψε σχεδόν καινούργιες Παραβάσεις. Αλλά η έξυπνη κίνησή του ήταν να μην τα αντικαταστήσει, επιθεωρησιακώ τω τρόπω, με αναφορές σε πρόσωπα σημερινά -τακτική που από την εποχή του Αλέξη Σολομού έχει εφαρμοστεί κατά κόρον και έχει πια εξαντληθεί αν όχι ευτελιστεί. Με δραματολόγο την Εύα Σαραγά, εμπνευσμένος ακριβώς από το κύριο θέμα των «Βατράχων» και τον  μεγάλο Αγώνα τους, που δεν αφορούν παρά την τραγική ποίηση, βρήκε τροφή για τις αναφορές και τις αντιστοιχίσεις του, καθόλου ξεκάρφωτα, στη σύγχρονη ελληνική ποίηση -Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος, Λειβαδίτης, Κατσαρός, Δημουλά…
Βέβαια μία καλή ιδέα δεν αρκεί. Το θέμα είναι πώς θα υλοποιηθεί. Αν υλοποιηθεί λαϊκίστικα, κραυγαλέα και κακόγουστα χάθηκε το παιχνίδι. Ο Γιάννης Κακλέας το πρόσεξε αυτό. Οι επιλογές από την ποίηση, τις οποίες έκανε, δεν είναι διανοουμενίστικες, απλώς είναι προσιτές στο μεγάλο κοινό που έτσι μπορεί να τις προσλάβει και να το κερδίσουν αναβαθμίζοντάς το παράλληλα.
Για την παράσταση ο σκηνοθέτης απέφυγε επίσης το αγοραίο, πλέον, ύφος -φαλλοί, πρόσθετα στήθια, χοντροκοπιές, βωμολοχίες οι οποίες, υποτίθεται, μεταφέρουν το γράμμα του Αριστοφάνη αγνοώντας τους 25 αιώνες οι οποίοι έχουν μεσολαβήσει...- που έχει καθιερωθεί ως «ύφος αριστοφανικό» με την εντελώς κακή έννοια. Επέλεξε να κρατήσει το προσωπικό του στιλ -γκόθικ θα το έλεγα. Που το βρίσκω εύκολο και επιφανειακό. Αλλά τη φορά αυτή ζύγισε τα πράγματα καλά. Το στιλ του αντιστοιχήθηκε με τα παρόντα στο έργο Ελευσίνια Μυστήρια και δόθηκε στην παράσταση μία τελετουργική μορφή μέσα από την οποία οι ποιητικές αναφορές της απόδοσής του πέρασαν με μέτρο.
Μία παράσταση σχεδόν μουσική, όπου η εξαίρετη μουσική του Σταύρου Γασπαράτου, μουσική προσιτή στο αυτί του ακροατή αλλά με υψηλές συνθετικές φιλοδοξίες, που θα μείνει, αγκάλιασε τα δρώμενα και, παρά την «ποσότητά» της, δεν τα καπέλωσε. Η Εβελίνα Παπούλια ως Ιέρεια -ένα είδος Κορυφαίας, που άνοιξε την παράσταση και την εμβόλιζε σε όλη τη διάρκειά της-, με τις σπουδαίες φωνητικές δυνατότητές της -αλλά και με την κίνηση και την ακτινοβολία της-, στήριξε αυτή τη μουσική πρόταση, όπως και ο άψογος Χορός με μεγάλη φροντίδα διδαγμένος μουσικά από την Μελίνα Παιονίδου. Οι χορογραφίες του Χρήστου Παπαδόπουλου, ελεύθερες, χωρίς στιλιζαρίσματα, εκτελεσμένες με πλαστικότητα από τον Έντυ Λάμε και τους ηθοποιούς ενίσχυσαν το αποτέλεσμα αποφασιστικά.

Βεβαίως και βρήκα ελαττώματα στην  παράσταση. Ο Γιάννης Κακλέας πέφτει ακόμα θύμα μιας πεισματικής εμμονής του να εικονοποιεί βιντεοκλιπίστικα τα πάντα -όταν μιλούν για απαγχονισμό ή θάνατο με κώνειο τα βλέπουμε κιόλας, στον Αγώνα όλες οι σκηνές των τραγωδιών που αναφέρονται υλοποιούνται σκηνικά… -, πράγμα το οποίο κάποιες στιγμές καταλήγει σε φλυαρία. Αλλά θα πρέπει να ομολογήσω πως για πρώτη φορά σε παράσταση των «Βατράχων» δεν έπληξα στον φιλολογικής υφής μακροσκελή Αγώνα ο οποίος, με τον τρόπο αυτό, ζωντάνεψε. Επίσης μερικά ξεφωνητά  -που ευτυχώς δεν κυριάρχησαν- ή κάποιες υπερβολές- η Θεραπαινίδα, για παράδειγμα, η οποία πολλαπλασιάστηκε σε ολόκληρο τραβεστί συρφετό- στη δεύτερη ώρα της δίωρης παράστασης με ενόχλησαν. Αλλά δεν μετέβαλαν την αρχική μου καλή αίσθηση. Και τις προσθήκες που δεν έλειψαν τις βρήκα έξυπνες και καλού γούστου. Η παράσταση βγάζει γέλιο προσφεύγοντας στο χιούμορ και όχι στη χυδαιότητα.
Ο Μανόλης Παντελιδάκης στα σκηνικά του επαναλαμβάνει τη γραμμή της προηγούμενης αριστοφανικής παράστασης του με τον Γιάννη Κακλέα -των «Ορνίθων»: περιβάλλον φθοράς, γκρεμίδια, υλικά σκουπιδότοπου, ένας σωρός από πεταμένες τηλεοράσεις, μία μισοκατεστραμμένη σακαράκα… -εικόνα παρακμής που θέλει να δέσει το έργο με τη σημερινή μας πραγματικότητα. Τα υλικά του, λίγο χοντροκομμένα. Αλλά οι έξοχοι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη απαλύνουν τα ελαττώματα και δίνουν ένα τελικό αποτέλεσμα ικανοποιητικό. Η ενδυματολόγος Εύα Νάθενα έπαιξε στην κόψη του ξυραφιού. Αλλά κέρδισε το στοίχημα. Τα κοστούμια της υπηρετούν μία φαντασμαγορία αλλά δεν χάνουν την επαφή τους με το καλό γούστο. Το χρυσό αλυσιδάκι, με το οποίο κρεμάει στους ώμους το α λα Ηρακλής ρόπαλό του ο Διόνυσος, γράφει.

Οι ερμηνείες. Ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, ανάλαφρα, χωρίς χοντροκοπιές ακκιζόμενος θηλυκά Διόνυσος, κάνει τον καλύτερό του νομίζω ρόλο στον Αριστοφάνη. Ηθοποιός με εξαίρετο κωμικό τάλαντο, που ποτέ δεν αγγίζει το ευτελές, είχα σχηματίσει την πεποίθηση πως μπορεί να κυριαρχήσει μόνο σε κλειστούς χώρους. Πρώτη φορά με έπεισε πως έχει πρωταγωνιστικό εκτόπισμα κατάλληλο και για τα μεγάλα αρχαία αμφιθέατρα. Δεν είναι απλώς χαριτωμένος Διόνυσος, είναι απολαυστικός: καταφέρνει να παίξει με λεπτές αποχρώσεις σε ένα αδηφάγο όπως η Επίδαυρος χώρο που απαιτεί μεγεθύνσεις.
Παράτολμη η ανάθεση του Ξανθία σε ένα ηθοποιό τόσο νέο όπως ο Πάνος Βλάχος. Απέδειξε, όμως, πως μπορεί να σταθεί άνετα πλάι στον Χαραλαμπόπουλο. Γιατί διαθέτει τάλαντο. Την πείρα και την τεχνική να ρίχνει την κωμική ατάκα, που δεν τις διαθέτει, αν δουλέψει και ακολουθήσει ένα σωστό δρόμο, μπορεί να τα αποκτήσει.
Ο Φάνης Μουρατίδης, ένας πλήρης πια ρολίστας με ευρύτατες δυνατότητες στην κωμωδία, δίνει έναν Ευριπίδη με κύρος και χιούμορ. Ο Γιάννης Ζουγανέλης πάντα πίστευα και πιστεύω πως δεν είναι ηθοποιός. Ανήκει, όπως ο Χάρρυ Κλυνν και ο Λάκης Λαζόπουλος, στην κατηγορία των διασκεδαστών που μόνο με τα δικά τους κείμενα και την άμεση απεύθυνση διαπρέπουν. Δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν ρόλους -τους μιμούνται. Ο Γιάννης Ζουγανέλης μιμείται το ρόλο του Αισχύλου μέσα από την  κωμική περσόνα που έχει δημιουργήσει -Ζουγανέλης παραμένει. Λέει βεβιασμένα την ατάκα του «σπρώχνοντάς» την να βγει με έντονες χειρονομίες και μετά περιμένει να πει την επόμενη -δεν υπάρχει ομαλή υποκριτική ροή.
Έξοχος Ηρακλής ο Λαέρτης Μαλκότσης και στο ίδιο επίπεδο ο Χάρων του Στέλιου Ιακωβίδη -πολύ καλός ηθοποιός με φάτσα που μένει. Ικανοποιητικότατοι ο Σπύρος Μπιμπίλας, ο Βαγγέλης Χατζηνικολάου, ο Σωκράτης Πατσίκας. Σε ξεφωνητά έχει ωθηθεί στην Πανδοκεύτρα Α΄ η Αγορίτσα Οικονόμου που δείχνει όμως το κύρος και το μέγεθός της στην Παράβαση. Πιο αδύναμη βρήκα την Μαρία Κωνσταντάκη η οποία, πάντως, διαθέτει πικάντικη φατσούλα.
Το συμπέρασμα. Μία παράσταση κάπως φορτωμένη αλλά ευφρόσυνη, που δεν ξεπουλάει φτηνά τον Αριστοφάνη.

Αρχαίο θέατρο Επιδαύρου, Εθνικό Θέατρο, Φεστιβάλ Επιδαύρου, 1 Αυγούστου 2014.