August 13, 2017

Μια γάτα δε φέρνει την άνοιξη στην Επίδαυρο… ή Πολύπλαγκτοι θεατροπόροι


Το Τέταρτο Κουδούνι / 13 Αυγούστου 2017 
(Για περιορισμένο αριθμό αναρτήσεων…)

Την παγίδα του πρωτάρη -στο αρχαίο δράμα και στην Επίδαυρο- δεν την απέφυγε η Μαριάννα Κάλμπαρη στην «Μήδεια» του Ευριπίδη που ’κανε για το Φεστιβάλ, με το «Θέατρο Τέχνης», σε συμπαραγωγή με το ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων: προσπάθησε να τα πει όλα μαζί. Και βρήκε μεν άξονα στη σκηνοθεσία της -η βαρβαρότητα του ματαιωμένου έρωτα- αλλά τη φόρτωσε την παράστασή της. Πολύ. Και δραματουργικά, προσθέτοντας κείμενα, υποτίθεται για να στηρίξει την άποψή της -από Πλάτωνα και Πλούταρχο μέχρι Θεόκριτο (μεγάλη πέραση ο Θεόκριτος φέτος, τον ακούσαμε… συνημμένο και στον «Κύκλωπα» του Παντελή Δεντάκη) μέχρι Σαπφώ κι Αρχίλοχο-, που παρέμειναν, όμως, αχώνευτα στο παραστασιακό σύνολο -σα να γινόταν από καθέδρας σεμινάριο-, και σκηνοθετικά -Γλαύκη, βάρβαρο alter ego της Μήδειας…-, χωρίς να καταφέρει, κατά τη γνώμη μου, να ισορροπήσει ολ’ αυτά τα ετερογενή. Και δεν κατάφερε να ισορροπήσει ούτε τους -καθόλου άμοιρους ταλάντου- ηθοποιούς της: η Μαρία Ναυπλιώτου, που πάντα ζει εκ βαθέων τους ρόλους της, μένει στον ίδιο ορθοφωνικό τόνο απ’ την αρχή μέχρι το τέλος, ο Χάρης Φραγκούλης έχει μετατρέψει την ειρωνεία -της οποίας δε στερείται το κείμενο και που θέλησε να προβάλει η σκηνοθεσία- σ’ ένα κωμικό τουπέ, μ’ εξεζητημένο λόγο ενώ ο Χορός αποδυναμώθηκε. Όσο για το σκηνικό του Κωνσταντίνου Ζαμάνη -που τα κοστούμια του, πάντως, μου άρεσαν πολύ- μου φάνηκε αφελώς προφανές -το μεγάλο κρεβάτι κι από κάτω το χάσμα π’ άνοιξ’ ο σεισμός του γάμου και που καθόλου ευθύς δεν εγιόμισ’ άνθη…
Εκείνο που μου ’μεινε είναι η αντοχή της φανέλας που φοράει ο Ιάσονας και που τη στρίβει, τη μαζεύει, την απλώνει, την κάνει κόμπο, την τραβοκοπάει με λύσσα, βγάζοντας πάνω της το άχτι του στο φινάλε: δεν ξεσκίζεται με τίποτα. Τι μάρκας είναι άραγε; Τέτοια γερά εσώρουχα δεν υπάρχουν πια.




Ο Άρης Μπινιάρης, αντίθετα, επίσης πρωτάρης στην Επίδαυρο -αλλά όχι και στο αρχαίο δράμα, είχε δουλέψει παλιότερα μια «Αντιγόνη» ως μονόλογο δικό του-, στην παγίδα αυτή, στους «Πέρσες» που ’κανε με τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου, όχι, δεν έπεσε. Έπεσε, όμως, στην παγίδα της «ψείρας». Με το που είδα -κι άκουσα…- τους δεκατρείς του Χορού να μπαίνουν και να εκφωνούν την Πάροδο φορτωμένοι με τα μικροφωνικά ματζαφλάρια α λα «Δελφινάριο» και ν’ αντιλαλούν οι κερκίδες, μου ’φυγε η μαγκιά. Μα, στην Επίδαυρο με μικρόφωνα; Στην Επίδαυρο;! Στην «Ειρήνη» των Νίκου Κυπουργού και Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη, άντε, τα δικαιολόγησα -μουσικό έργο ήταν, μ’ ανάκατους τραγουδιστές της όπερας, καλλιτέχνες της μουσικής σκηνής κι ηθοποιούς στη διανομή. Εδώ ΓΙΑΤΙ;
Η παράσταση έχει -τα θετικά της- μια αδρότητα, έναν πολύ γήινο πρωτογονισμό στον Χορό, μια μουσικότητα -άλλωστε ο Άρης Μπινιάρης υπογράφει και «μουσική δραματουργία»-, αγέραστη η μετάφραση του Παναγιώτη Μουλλά, σοβαρή η δουλειά του Θεόδωρου Στεφανόπουλου στη μετρική διδασκαλία -αν και πώς να εφαρμοστεί πάνω σε κείμενο μετάφρασης κι όχι στο αρχαιοελληνικό πρωτότυπο;…-, οι τέσσερις πρωταγωνιστές είναι από ικανοποιητικοί έως εξαίρετοι -Αντώνης Μυριαγκός, Χάρης Χαραλάμπους, με κορυφαία την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη-Άτοσσα που ξέρει άριστα να δαμάζει τον τραγικό λόγο και το κοίλον της Επιδαύρου αλλά και με τον Νίκο Ψαρρά να δίνει έναν μεστό στην λιτότητά του Δαρείο.
Πολλά, όμως, τ αρνητικά της: εμφανής η σκηνοθετική απειρία στις εισόδους-εξόδους των πρωταγωνιστών, φτενό -όχι φτηνό, «λίγο»- το σκηνικό, ατυχέστατα τα κοστούμια -εκείνο το δεύτερο της Άτοσσας, το μαύρο με τα λαχανί ρελάκια, έλεος δηλαδή…-, με μερικά επιβλητικά γκρουπαρίσματα αλλά, γενικά, απλοϊκή έως, ενίοτε, και σαχλή η χορογραφία, πολλά ουρλιαχτά και ξελαρυγγιάσματα άκουσα και πάλι -τι πληγή κι αυτή, των τελευταίων χρόνων ν’ αλυχτούν οι ηθοποιοί (για να μας πείσουν;)- και βέβαια -για να επανέλθω- αχός βαρύς ν’ ακούγεται απ’ τις «ψείρες» όλων… Μα, στο Θεό σας, χρειάζεται η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, με τη φωνάρα και τη θηριώδη τεχνική, μικρόφωνο στην Επίδαυρο; Να το κάνει τι; Αφήστε το λόγο που κατέβαινε μουτζουρωμένος, αφήστε που όλοι ψευδοί ακούγονταν. Δηλαδή, αν κάποιος πρωτόβλεπε την Καραμπέτη, πού θα κατέληγε: «Πολύ καλή ηθοποιός αλλά ψευδίζει, βρε, παιδί μου»…
(Να σας εξομολογηθώ κι ένα καημό μου: χρόοοονια τώρα περιμένω έναν Αγγελιαφόρο που θα φτάσει απ’ την Σαλαμίνα και δε θα μου περιγράφει την -ολέθρια για τους Πέρσες- ναυμαχία σπαρασσόμενος, ολοφυρόμενος, θρηνολογώντας, ολολύζοντας, οδυρόμενος, μοιρολογώντας… Αλλά εξαντλημένος, καταπτοημένος, περιδεής, διαλυμένος… απ’ το τόοοοσο μακρύ ταξίδι που ’χει κάνει αλλά κι απ’ τη συμφορά, ώστε να μπορέσω ν’ ακούσω όλο το κείμενο, να καταλάβω τι συνέβη, να μου φτάσει ο απόηχος του πολέμου και της καταστροφής κι όχι η χλαπαταγή τους. Ας ελπίσω ότι, μέχρι να κλείσω τα μάτια μου, κάποιος σκηνοθέτης θα βρεθεί να μου κάνει το χατίρι…).




Ο Αλέξανδρος Μπουρδούμης ανέλαβε τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Μουλινό στη σπαρταριστή κλασική γαλική φάρσα «Ράφτης κυριών» του Ζορζ Φεντό -έργο νεανικό (1886) και πρώτη μεγάλη επιτυχία του συγγραφέα, που θ’ ανεβάσει ο Δημήτρης Μυλωνάς στο «Από Μηχανής Θέατρο». Το οποίο, όπως ήδη έγραψε η Όλγα Σελλά στο artplay.gr, ανέλαβαν ο σκηνοθέτης μαζί με την ηθοποιό Άννα Ελεφάντη, μετά την αποχώρηση των Άκη Βλουτή και Νίκου Αναγνωστόπουλου, οι οποίοι με σοβαρότητα διαχειρίζονταν απ’ το 2008, μέσω της Εταιρείας Θεάτρου «Συν-Επί (+, x)» που χαν ιδρύσει, το θέατρο το οποίο δημιούργησαν η Ασπασία Κράλλη κι ο Χρήστος Βαλαβανίδης και που, προηγουμένως, είχε στεγάσει την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού κι οι οποίοι, σύμφωνα μ’ όσα έγραψε ο Βασίλης Μπουζιώτης στο enikos.gr, μετακομίζουν απέναντι, στο «Μεταξουργείο» της Άννας Βαγενά.
Θα ’ναι, τελικά ο πρώτος Φεντό που θα παίξει ο Αλέξανδρος Μπουρδούμης, μια και τη σεζόν 2011/2012 ήταν, μεν, αρχικά, στη διανομή της κωμωδίας του «Η μέθοδος της απιστίας» την οποία ανέβασε ο Χρήστος Καρχαδάκης στο «Βεάκη» αλλά αποχώρησε στη διάρκεια των δοκιμών. 




Η γλυκύτατη γατούλα της Επιδαύρου (άραγε είναι πάντα η ίδια ή υπάρχει διπλή διανομή;) έκανε αισθητή και φέτος την παρουσία της στο Φεστιβάλ βολτάροντας με άνεση στην ορχήστρα. Την είδα στον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» να συμπαρίσταται στον Οιδίποδα, την είδα στην «Ειρήνη», όπου ο παρών, εκείνη τη στιγμή, στην ορχήστρα Τάσης Χριστογιαννόπουλος-Ερμής, πάντα ετοιμοπόλεμος και με χιούμορ, δείχνοντάς την, την ενέταξε στην παράσταση, την είδα και στους «Πέρσες» να κόβει μια βόλτα -χειροκροτούμενη μάλιστα- αλλά πριν αρχίσει η παράσταση. Όχι, στο χαιρετισμό δεν την έχω δει να εμφανίζεται. Από διακριτικότητα, προφανώς, για να μην κλέψει το χειροκρότημα.
Σα ν’ αρχίζει να εξελίσσεται σε γούρι του Φεστιβάλ η γατούλα. Αλλά μια γάτα δε φέρνει την άνοιξη… Μήπως ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος -ο καλλιτεχνικός διευθυντής του- πρέπει να πάρει πιο δραστικά μέτρα; (Στη φωτογραφία -που μου την έστειλε, τραβηγμένη απ την ίδια, η κ. Στέλλα Φαρμάκη, του γραφείου Δημοσίων Σχέσεων του ΚΘΒΕ, η γκεστ σταρ των παραστάσεων του φετινού Φεστιβάλ Επιδαύρου ενώ αναπαύεται στο καμαρίνι της, κατά το στήσιμο των «Επτά επί Θήβας», με την οικογένειά της).



Αλλά, μια και μιλάμε για γατούλες, ας περάσουμε και σε σκυλάκια. Έγραφα στο ιστολόγιο, στις 20 Ιουλίου, στις εντυπώσεις μου απ’ το τριήμερό μας στο Φεστιβάλ Χορού της Καλαμάτας και σχετικά με την παράσταση δρόμου «Ανύποπτος χρόνος», απ’ την ομάδα «Κινητήρας» της Αντιγόνης Γύρα, σε χορογραφία της -και της ομάδας-, στην κεντρική πλατεία της πόλης, ότι σε πρωταγωνιστή της είχε αναδειχτεί ένας, επίσης γλυκύτατος, σκυλάκος κόκερ. Τον οποίο έσερνε, ολόκληρη τη μια ώρα της διάρκειάς της, μια απ’ τις συμμετέχουσες στην παράσταση. Εκφράζοντας, πάντως, στο κείμενό μου την επιφύλαξη αν η παρουσία του σ’ ένα θέαμα νομιμοποιούνταν… 
Η Αντιγόνη Γύρα μου γραψε -κι ευχαριστώ: «Για την ιστορία να σας ενημερώσω ότι δε θα έβαζα ποτέ ένα σκυλί σε παράσταση, αν δεν είχα την άδεια και τις ευχές της Φιλοζωικής. Τ’ όνομα του είναι Φοίβος και τον φροντίσαμε ιδιαιτέρως. Μάλιστα η Δέσποινα που είναι η… ‘μαμά’ του μου είπε ότι θέλει του χρόνου να τον... γράψει στον ‘Κινητήρα’ γιατί οι πρόβες τού έκαναν πολύ καλό, στη μελαγχολική συμπεριφορά του». Οπότε έχουμε ελπίδες ότι στο μέλλον θα ξαναδούμε τον -κεφάτο πια, εύχομαι- Φοίβο επί σκηνής. Ή επί πλατείας (Φωτογραφία: Βένα Γεωργακοπούλου).



Α, μια και μιλάμε για Καλαμάτα και Φεστιβάλ… Είκοσι ένα χρόνια άντεξε η Βίκυ Μαραγκοπούλου στη θέση της καλλιτεχνικής διευθύντριας του Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού της Καλαμάτας, το οποίο εκείνη ίδρυσε το 1995 για να το εκτοξεύσει διεθνώς. Ποοολλών… δημάρχων Καλαμάτας νόον έγνω. Ο τελευταίος με τον οποίο αναγκαστικά συνέπλευσε (;) -και που την οδήγησε -Η Αχαριστία…- πρόπερσι στην παραίτηση-, ο νυν Παναγιώτης Νίκας. Η Κατερίνα Κασιούμη -την οποία ο ίδιος ο κ. δήμαρχος επέλεξε να διαδεχθεί την Βίκυ Μαραγκοπούλου- άντεξε μόνον ενάμισι χρόνο και -με το ζόρι- δυο Φεστιβάλ, πριν υποβάλλει κι αυτή την παραίτησή της.


Είχα αντιληφθεί ότι κάτι συμβαίνει, καθώς ήμουν παρών στην πρεμιέρα -τον Ιούλιο- του Φεστιβάλ: ο δήμαρχος να υποδέχεται τον περιφερειάρχη Πελοποννήσου Πέτρο Τατούλη και τους λοιπούς «επισήμους» στην είσοδο του Μεγάρου Χορού κι η Κατερίνα Κασιούμη -η διευθύντρια-, απούσα, να εμφανίζεται στο αμφιθέατρο ελάχιστα λεπτά πριν σβήσουν τα φώτα. Κάτι έτρεχε -αλλά είπα μήπως ήταν τυχαίο. Πριν αλέκτορα φωνήσαι, ήρθε καπάκι η παραίτησή της.
Δυο παραιτήσεις σ’ ενάμισι χρόνο απ’ τη θέση μήπως θα πρέπει να προβληματίσουν τον κ. δήμαρχο; Διότι δεν το βρίσκω τόσο λογικό και οι δυο -πρώην πια- καλλιτεχνικές διευθύντριες να ’χουν άδικο κι εκείνος δίκιο… Μολονότι και οι δυο είχαν την ευγένεια να μη μιλήσουν «αναλυτικά». Εξάλλου, μ’ αφορμή και το -σχεδόν εξαφανισμένο- ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας, διάφορα μαθαίνω περί της γενικώς πολιτιστικής πολιτικής (της ποιας;) του κ. Δημάρχου. Μήπως να το ψάξει; Διότι η επιλογή ενός/μιας καινούργιου/ας καλλιτεχνικού/ής διευθυντή/διευθύντριας του Φεστιβάλ μπορεί να μην είναι δύσκολη υπόθεση. Αλλά δε θα λύσει τα προβλήματα ούτε θ’ αλλάξει νοοτροπίες (Καημένο Φεστιβάλ Καλαμάτας τι σου ’μελλε να πάθεις… Κι εμείς έτοιμοι να χάψουμε τα λόγια τα παχιά για το Φεστιβάλ, που ο κ. δήμαρχος μας έριχνε για δολώματα στις ετήσιες συνεντεύξεις Τύπου -ότι, δήθεν, αμέριστα του συμπαρίσταται…).



Κάθε τρεις και λίγο βομβαρδίζομαι με δελτία Τύπου κι ανακοινώσεις της Όλγας Κεφαλογιάννη, βουλευτού (-τριας; -τίνας;) Α' Αθήνας και τομεάρχη Πολιτισμού (μας επέρχεται άραγε ως υπουργός Πολιτισμού; Να δω τι θα λένε τότε αυτοί που μαίνονται τώρα κατά της Λυδίας Κονιόρδου…) της Νέας Δημοκρατίας. Δελτία κι ανακοινώσεις που συνήθως στον τίτλο τους έχουν το «έντονος προβληματισμός». Όντως; Προβληματίζονται εκεί, στην Νέα Δημοκρατία, για τον πολιτισμό; Και μάλιστα έντονα; Δεν τους φαίνεται. Και ειδικά «έντονα προβληματίζεται» η Όλγα Κεφαλογιάννη; Δεν της φαίνεται.
Ή, διαβάζω, πάλι: «Όταν απουσιάζει το σχέδιο και η στρατηγική, τη λύση δίνουν οι ‘εκκαθαρίσεις’, οι υπαινιγμοί και οι εκατέρωθεν κατηγορίες». Ή: «Το τεράστιο έλλειμμα πολιτικής που διογκώνει μέρα με την ημέρα τα προβλήματα και βαθαίνει ακόμα περισσότερο την κρίση που μαστίζει τον χώρο του πολιτισμού». Δηλαδή η Νέα Δημοκρατία έχει, ως προκύπτει εκ των συμφραζομένων, σχέδιο και στρατηγική για τον πολιτισμό; Και πλεόνασμα μάλιστα; Μη μου πεις! Λες κι ως δια μαγείας, ξεχάσαμε κάτι Πάνους Παναγιωτόπουλους και κάτι Κώστες Τζαβάρες…
Τι ακούει και τι διαβάζει κανείς…
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…


Όλα πια μπορεί να συμβούν. Εδώ η Γιούλη Ηλιοπούλου -τη θυμάστε;- έπαιξε κάποτε στην «Μήδεια» -του Ευριπίδη- την Γλαύκη, ρόλο ανύπαρκτο που τον δημιούργησε εκ του μηδενός -κυριολεκτικά-, ειδικά γι αυτήν, ο σκηνοθέτης Νίκος Παροίκος όταν ανέβασε την τραγωδία και μάλιστα στο προ Λούκου Ηρώδειο -ναι, δεν είναι η Μαριάννα Κάλμπαρη που επινόησε το ρόλο της Γλαύκης στη δική της φετινή «Μήδεια», για την Θεοδώρα Τζήμου.
Οπότε, ποία η έκπληξη, λοιπόν, ότι ο Κώστας Φραγκολιάς ερμηνεύει Ορέστη στην «Ηλέκτρα του Σοφοκλή -σε διπλή διανομή με τον Γιάννη Αϊβάζη (σταυρωτά εναλλασσόμενοι και στον -βουβό- ρόλο του Πυλάδη, όταν ο ένας ερμηνεύει Ορέστη, ο άλλος ερμηνεύει Πυλάδη). Τον επώνυμο ρόλο ερμηνεύει η Μαίρη Βιδάλη κι η Λουκία Παπαδάκη την Κλυταιμνήστρα. Η αφίσα της παράστασης που ’χει σκηνοθετήσει η Γιώτα Κουνδουράκη και που περιοδεύει είναι νομίζω εύγλωττη…
Πάντως, η έγκυρη κριτική  μίλησε ήδη για την παράσταση: «Η Λουκία Παπαδάκη, υπακούοντας τη σκηνοθεσία, έδωσε μια Κλυταιμνήστρα που ερχόταν από τις βουβές ταινίες του εξπρεσιονιστικού σινεμά της Γερμανίας του Μεσοπολέμου (Γκόθικ). Λίγο έξω από τη γενική γραμμή, χωρίς να ευθύνεται […] Σε μια εποχή που η τραγωδία και η κωμωδία της αρχαίας Ελλάδας ταλαιπωρούνται από εξυπνάδες και μεταμοντέρνους πειραματισμούς, ένα κοινό που προσέρχεται στην ‘Ηλέκτρα’ της Βιδάλη και των συνεργατών της, κοινό χωρίς εκπαιδευτική ενημέρωση, το να ακούει καθαρό το κείμενο του Σοφοκλή είναι μια προσφορά παιδείας», έγραψε ο Κώστας Γεωργουσόπουλος στα «Νέα».
«Το ανθρώπινο πρόσωπο της πρωταγωνίστριας φωτίζει εν πολλοίς προνομιακά η στοχαστική και λίγο κριτική ματιά επάνω στον ρόλο της πολύπλαγκτης θεατροπόρου (σ.σ. !!!) Μαίρης Βιδάλη... Η έμπειρη Λουκία Παπαδάκη ως Κλυταιμήστρα με ‘ταυρούμενον όμμα’ (διψασμένο για φόνο μάτι) εισάγει την αγριότητα και είναι στην περίπτωση ό,τι καλύτερο. Ο ‘Ορέστης’ του Γιάννη Αϊβάζη έχει μέγεθος, ενώ συμπληρώνει την περσόνα του με έναν οικείο ‘Πυλάδη’ ο Κώστας Φραγκολιάς» υπερθεματίζει ο Λέανδρος Πολενάκης στην «Αυγή».
Επειδή -καθότι γηράσκω αεί διδασκόμενος- πρόκειται για «προσφορά παιδείας» κι επειδή θέλω οπωσδήποτε να δω, εκτός απ’ τον Ορέστη-Κώστα Φραγκολιά, πώς ακριβώς η Λουκία Παπαδάκη, δίνει «μια Κλυταιμνήστρα που έρχεται από τις βουβές ταινίες του εξπρεσιονιστικού σινεμά της Γερμανίας του Μεσοπολέμου (Γκόθικ)» και το «ταυρούμενον όμμα» της, δε θα τη χάσω την παράσταση.

Στο μεταξύ, ο Κώστας Φραγκολιάς διαβάζω στο gossip-tv.gr να δηλώνει για τη γυναίκα του Στάθη Ψάλτη (αντιγράφω διατηρώντας την ορθογραφία για την οποία δεν ευθύνεται βέβαια): «Είναι πολύ άσχημα... κάπου μέσα τις το ήξερε, το πίστευε, είχε μέσα τις κάποιες φαιδρές ελπίδες αλλά, αλλά...». Φρούδες δηλώσεις…


Καλά, ΕΝΑΣ δε θα βρεθεί που θα κατεβεί στην Αθήνα για δήμαρχος επειδή πραγματικά το θέλει το δημαρχιλίκι, επειδή το γουστάρει, επειδή νοιάζεται να γίνει και να μείνει δήμαρχος; Κι όχι για να το χρησιμοποιήσει ως εφαλτήριο για να εξελιχθεί σε κομματάρχη;
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…

No comments:

Post a Comment