May 14, 2017

Πλατεία ναζιστών Ηρώων…


Το έργο. Φυγάς, το 1938, στην Ελβετία, από την προσαρτημένη -«Άνσλους»- στο Τρίτο Ράιχ Αυστρία, μαζί με την οικογένειά του, και αφού ο ένας από τους δύο αδελφούς του πηδάει από το μπαλκόνι και αυτοκτονεί, ο μεγαλοαστός εβραίος καθηγητής των μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο της Βιένης Γιόζεφ Σούστερ καταφεύγει, πρόσφυγας, στην Αγγλία. Στο Πανεπιστήμιο, πια, της Οξφόρδης ο ίδιος, καθηγητής της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ ο αδελφός του Ρόμπερτ, μετά τον Πόλεμο, τη δεκαετία του ’50, ύστερα από πρόσκληση του δήμαρχου της Βιένης τα παρατούν και επιστρέφουν, παρά τις αντιρρήσεις της Χέντβιχ, της γυναίκας του Γιόζεφ, στην πρωτεύουσα της Αυστρίας, ανακτώντας τις έδρες τους στο Πανεπιστήμιο της Βιένης. 

Ο αντισημιτισμός που συναντούν, είναι, σύμφωνα με αυτά που πιστεύει ο καθηγητής Γιόζεφ, ίδιος με αυτόν που είχαν να αντιμετωπίσουν πριν από το 1938 και ο ναζισμός και ο καθολικισμός έχουν πάντα, έστω και εκτός εξουσίας, το πάνω χέρι. Ο βίος για τον ακριβολόγο, σχολαστικό, ιδιόρρυθμο, εμμονικό, μισάνθρωπο καθηγητή γίνεται αβίωτος. Η γυναίκα του, στο διαμέρισμα που έχουν αγοράσει πλάι στην εμβληματική Πλατεία Ηρώων της πόλης, εκεί όπου, στις 15 Μαρτίου 1938, ο Χίτλερ, που είχε εισβάλει χωρίς καμία αντίσταση στη χώρα, κήρυττε την προσάρτηση της Αυστρίας ενώπιον παραληρούντος πλήθους 200.000 Αυστριακών, παθαίνει κρίσεις -για τις οποίες μάλιστα έχει νοσηλευτεί στο ψυχιατρεία Στάινχοφ-, κατά τη διάρκεια των οποίων «ακούει» και πάλι τις ιαχές αυτές. 
Ο Σούστερ αποφασίζει να γυρίσει μαζί της στην Οξφόρδη από την οποία δεν τρέφει, πάντως, τις καλύτερες εντυπώσεις. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα... Λίγο πριν μετακομίσουν, τον Μάρτιο του 1988, στην επέτειο αυτού του ονείδους που έχει σημαδέψει τον αυστριακό λαό, ο καθηγητής, τελικά, αυτοκτονεί όπως ο αδελφός του: πηδάει από ένα παράθυρό του διαμερίσματος.
Το -σε τρεις σκηνές- έργο «Πλατεία Ηρώων» (1988) του Αυστριακού Τόμας Μπέρνχαρντ, το έσχατο -λίγο πριν από το θάνατό του, μετά από χρόνια ασθένεια που τον βασάνιζε όλη του τη ζωή- αρχίζει το πρωινό και τελειώνει το μεσημέρι της κηδείας του αυτόχειρα.
Στην πρώτη σκηνή η εμμονικά ταμένη στον καθηγητή οικονόμος του Κυρία Τσίτελ και η υπηρέτριά του Χέρτα τακτοποιούν τα υπόλοιπα από το πακεταρισμένο, έτοιμο να ταξιδέψει στην Οξφόρδη, νοικοκυριό του διαμερίσματος που στο μεταξύ έχει πουληθεί, νοικοκυριό που, τελικά, πρόκειται να μεταφερθεί στο πατρικό εξοχικό κτήμα της οικογένειας, στο Νόιχαουζ της Καρινθίας.
Στη δεύτερη, αμέσως μετά την κηδεία, οι δύο κόρες του Σούστερ, η Όλγα και η Άννα, και ο θείος τους, ο με αναπνευστικά και καρδιακά προβλήματα βεβαρημένος αδελφός του Γιόζεφ, ο Ρόμπερτ, δύο χρόνια νεότερός του, που συμμεριζόταν τις ιδέες του αδελφού του αλλά δεν έχει το άγχος του και προτιμάει την ευζωία και ο οποίος ήρθε για την περίσταση από το Νόιχαουζ όπου έχει αποσυρθεί, κατευθυνόμενοι στο διαμέρισμα της Πλατείας Ηρώων, κάνουν μία στάση στο πάρκο Φόλκσγκάρντεν.
Στην τρίτη, στο διαμέρισμα γίνεται το γεύμα μετά την κηδεία, προετοιμασμένο από την Κυρία Τσίτελ. Παρόντες και η χήρα του καθηγητή, που την έφερε, καθυστερημένα, με το αυτοκίνητό του, 
ο γιος τους Λούκας αφού πήγε στο σπίτι της την ηθοποιό με την οποία έχει σχέση που όλοι σχολιάζουν, και ο φίλος τους, καθηγητής Λίμπιχ. Το έργο κλείνει με την Κυρία Καθηγητού να παθαίνει και πάλι, στη διάρκεια του γεύματος, μία κρίση -στο κεφάλι της, για άλλη μία φορά, οι ιαχές του 1938 από την Πλατεία Ηρώων…- και να καταρρέει.
Τίποτα ουσιαστικά δεν συμβαίνει στην «Πλατεία Ηρώων». Ο χολερικός, μισάνθρωπος -οι ήρωές του σαφώς και είναι προέκταση και προβολή του εαυτού του-, υπερβολικός, ίσως, στις εκτιμήσεις του αλλά απόλυτα ειλικρινής και ευθύβολος Μπέρνχαρντ βρίσκει, ουσιαστικά, μία ευκαιρία να «τιμήσει» την απεχθή επέτειο -καθώς το 1988 έκλειναν ακριβώς 50 χρόνια-, την πατρίδα και τους συμπατριώτες του και τη νοοτροπία τους -δεν εξαιρεί τους ήρωές του-, τον τότε πρόεδρο Κουρτ Βάλντχάιμ με το ναζιστικό παρελθόν-, την τότε κυβέρνηση και τα κόμματα, τη θεατρική και μουσική ζωή του τόπου, τους αυστριακούς πανεπιστημιακούς κύκλους… -τίποτα δεν αφήνει όρθιο. Το έργο είναι ένας κόλαφος, ένας λίβελος κατά της Αυστρίας. Και η δύναμή του είναι ο λόγος του. 
Επιπλέον, ο Μπέρνχαρντ αποδεικνύεται ασυζητητί προφητικός: η συνέχεια, με τους ναζιστικών καταβολών ακροδεξιούς του Γιοργκ Χάιντερ να μπαίνουν στην αυστριακή κυβέρνηση ή και με τις πρόσφατες εξελίξεις στις προεδρικές εκλογές του 2016, όταν ο ακροδεξιός υποψήφιος έφτασε μία ανάσα από τη νίκη, καθόλου δεν τον διέψευσε. Και, ταυτόχρονα, με την παρούσα πολιτική κατάσταση και την εκρηκτική άνοδο της Χρυσής Αυγής, ξαφνικά, το έργο γίνεται εξαιρετικά επίκαιρο για εδώ και σήμερα.
Πέραν, όμως, αυτών των διαστάσεων, ο Μπέρνχαρντ, αν και με μία γραφή εμμονική, με διαρκείς επαναλήψεις -σαν να κλωθογυρίζει κυνηγώντας την ουρά του-, εξουθενωτική, τελικά, παράγει μουσική. Μία μουσική «δωδεκατονική» -«Δεύτερη Σχολή της Βιένης».

Η παράσταση. Ο Δημήτρης Καραντζάς αποδείχθηκε ιδεώδης σκηνοθέτης για τον Μπέρνχαρντ και για το συγκεκριμένο έργο, άψογα μεταφρασμένο από την Έρι Κύργια: δονήθηκε από τη μουσική του αυτή και έκανε μουσική. Μουσική δωματίου. Δεν κατέφυγε στους προσφιλείς του μεταδραματικούς δρόμους. Και απέδειξε πως «μπορεί και αλλιώς». Άφησε το έργο να τον οδηγήσει. Και το έργο τον οδήγησε ασφαλώς.
Η ατμόσφαιρα που δημιούργησε με αρωγούς πολύτιμους τα σκηνικά της Κλειώς Μπομπότη -αυτό το νεκρικό λευκό με τους καθρέφτες, αυτά τα απολύτως συμμετρικά αραδιασμένα παπούτσια, αυτή η τρύπα που ανατριχιαστικά έχασκε στο πάτωμα του διαμερίσματος, η τρύπα που κατάπιε τον αυτόχειρα αλλά ήταν έτοιμη να καταπιεί και όλους τους ήρωες, να καταπιεί την Αυστρία, να καταπιεί όλους μας, η μαύρη τρύπα του ναζισμού-, φωτισμένα καίρια από τον Αλέκο Αναστασίου, τα κοστούμια -σε μαύρο, γκρίζο, λίγο άσπρο, μία εικόνα πένθους όχι ατομικού αλλά συλλογικού…- της Ιωάννας Τσάμη, την κίνηση που είχε διδάξει η Ζωή Χατζηαντωνίου, το συγκλονιστικό υπόστρωμα της μουσικής του Γιώργου Πούλιου που απειλούσε ύπουλα για να κορυφωθεί στο τέλος, δεν ήταν μόνον υποβλητική, επιβαλλόταν. Και τα βλέμματα των ηθοποιών προς το κοινό, βλέμματα ειρωνικά, συνενοχής, δεν σου έφερναν απλώς αμηχανία, δεν σε έκαναν να νοιώθεις άβολα, σε πλημμύριζαν τύψεις. 
Οι ερμηνείες. Ο Δημήτρης Καραντζάς ήξερε να οδηγεί και τους ηθοποιούς του, έστω και αν είχουν κάποιες αδυναμίες ορισμένοι. Παναγιώτης Εξαρχέας, Υβόννη Μαλτέζου -εντυπωσιακή η είσοδός
της-, Γιώργος Μπινιάρης, Μαρία Σκουλά –και ας μην ήταν εδώ στην καλύτερή της στιγμή- και, κυρίως, ο Χρήστος Στέργιογλου, που περνούσε περισσότερο από όλους το δηκτικό, δηλητηριώδες μπερνχαρντικό χιούμορ, ενίσχυαν τη σκηνοθεσία. Η Άννα Καλαϊτζίδου και η Σύρμω Κεκέ με τα λίγα λόγια τους και τις μεγάλες σιωπές τους έδιναν, ίσως, ακόμα ισχυρότερο στίγμα. 
Αφήνω την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη τελευταία: δεν ξέρω αν ήταν ο καλύτερός της ρόλος -γιατί έχει πολλούς «καλύτερους ρόλους», δεν μπορώ να διαλέξω. Αυτό το υστερικό, καταπιεσμένο, συμπλεγματικό, ανέραστο πλάσμα, η Κυρία Τσίτελ, που ενσάρκωσε -απόλυτη ταύτιση-, αυτό το πλάσμα που έχει λατρέψει και έχει, ίσως, μισήσει όσο κανείς τον καθηγητή -του οποίου είναι δημιούργημα- και που εκφράζει τις αντιναζιστικές απόψεις του όντας η ίδια η προσωποποίηση, η σωματοποίηση του ναζισμού, ένα πλάσμα τρομακτικό το οποίο η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη είχε σχεδιάσει με τη μέγιστη τεχνική ακρίβεια -με υποδεκάμετρο, μία χορογραφία- και στο οποίο έδωσε ζωή μέσα από τα σπλάχνα της, εγγράφηκε στο συλλογικό υποσυνείδητο. Η κορυφαία ερμηνεία της χρονιάς! 


Το συμπέρασμα. Μία εξαίρετη παράσταση, από τις σημαντικότερες -από τα επιτεύγματα- της σεζόν -έστω και αν το έργο χρειαζόταν την υπομονή σας. Και μία μεγάλη ερμηνεία. Η παράσταση δυστυχώς έχει τελειώσει. Είναι άδικο, πάντως, μία παράσταση αυτού του επιπέδου να μην έχει συνέχεια την επόμενη χρονιά (Φωτογραφίες: Γκέλυ Καλαμπάκα).

Θέατρο «Οδού Κυκλάδων-Λευτέρης Βογιατζής», 22 Φεβρουαρίου 2017.

No comments:

Post a Comment