November 22, 2014

Ψεύδομαι άρα υπάρχω



Το έργο. Ο Μισέλ, επιχειρησιακό στέλεχος, και η Αλίς, γιατρίνα, έχουν ερωτική σχέση. Παράνομη. Μία φορά την εβδομάδα, όταν είναι και οι δύο ελεύθεροι, σε ξενοδοχείο, μια-δυο ώρες σεξ κι αυτό είναι όλο. Είναι, βλέπετε, και οι δύο παντρεμένοι. Και τους βολεύει να κρατήσουν τους γάμους τους. Και το κρύβουν με πολλά και διάφορα ψέματα -ειδικά ο Μισέλ, μάστορας στο ψέμα και στα δικανικά κόλπα-, από τους συζύγους: την Λοράνς που είναι δασκάλα -ή καθηγήτρια;- και τον Πολ που ήταν οικονομικός διευθυντής σε μία εταιρία αλλά έχασε τη δουλειά του, τώρα είναι άνεργος και ψάχνει για δουλειά. Και που είναι στενός φίλος του Μισέλ -ο κολλητός του, παίζουν, μάλιστα, τακτικά τένις μαζί.
Η κρυφή σχέση, όμως, πέφτει πάνω σε όλων των ειδών τις αναποδιές -όλα στραβά τούς πάνε. Η Αλίς τη βρίσκει τελματωμένη και άγονη και προτείνει, για φρεσκάρισμα, μία απόδραση των δυο τους για ένα Σαββατοκύριακο. Ο Μισέλ, που δεν τη θέλει την «απόδραση», πείθεται και υπερθεματίζει όταν η Αλίς τον απειλεί με τερματισμό του δεσμού. Η εκδρομή-απόδραση θα γίνει. Με πολλά, όπως πάντα, ψέματα -ο Μισέλ δικαιολογήθηκε στην Λοράνς, που ήδη τον υποπτεύεται, πως πηγαίνει στο Μπορντό για μία επαγγελματική υποχρέωση, η Αλίς στον Πολ πως πηγαίνει στην Σαρτρ για να βοηθήσει μία θεία της να τακτοποιήσει το σπίτι της- αλλά χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία: ο Πολ τηλεφωνεί στην Αλίς και ζητάει να μιλήσει και στη θεία για να της ευχηθεί χρόνια πολλά επειδή γιορτάζει. Ο Μισέλ αναγκάζεται να παίξει στο τηλέφωνο το ρόλο της... θείας. Ο Πολ δεν φαίνεται να το χάβει. Η Αλίς σκέπτεται να του μιλήσει για τη σχέση. Ο Μισέλ την αποτρέπει.
Σύντομα, όμως, επειδή το ψέμα έχει κοντά ποδάρια, θα μάθει από τον Πολ πως η Αλίς, τελικά, του μίλησε. Και μάλιστα πως έχει μιλήσει μαζί του -αν ο Πολ δεν του λέει ψέματα...- εδώ και έξι μήνες, όταν ξεκίνησε τη σχέση με τον Μισέλ -άρα η Αλίς του έλεγε ψέματα. Θα μάθει και πως ο Πολ ξέρει την παράνομη σχέση από την αρχή αλλά δεν είχε ανοίξει το στόμα του -άρα του έλεγε ψέματα -γιατί τη θεωρούσε κίνηση εκδίκησης. Πιστεύοντας πως ο Μισέλ ήξερε πως ο Πολ διατηρεί παράνομη σχέση εδώ και ενάμιση χρόνο με την Λοράνς, τη δική του γυναίκα! Από την οποία και έμαθε για τη σχέση του Μισέλ με την Αλίς διότι η Λοράνς το είχε καταλάβει. Αλλά η Λοράνς θα αρνηθεί ρητά τη σχέση με τον Πολ. Ψέματα, όμως, λέει κι αυτή. Κουλουβάχατα! Το ζευγάρι, πάντως, Μισέλ-Λοράνς, τώρα που... έλαμψε η αλήθεια, μπορεί να κάνει ένα καινούργιο ξεκίνημα. Συνεχίζοντας με καινούργια ψέματα. Και θα αποδειχθεί πως το ψέμα στην γαλική κομεντί έχει -τελικά- μακριά ποδάρια. Χάπι εντ;
Το «Μου λες αλήθεια;» (2011) εκ πρώτης όψεως στα μπουλβάρ κατατάσσεται. Μία κομεντί που φλερτάρει με τη φάρσα. Αλλά ο γάλος συγγραφέας του Φλοριάν Ζελέ κάνει ένα βήμα παραπέρα -κάτι ανάλογο με την  Γιασμινά Ρεζά ή τον Άλαν Έικμπορν: αυτό το κοινότοπο θέμα το αναβαθμίζει και με επιδεξιότητα, με μαστοριά μπλέκει και τραβάει την πλοκή του μέχρι το απροχώρητο -ποια είναι η αλήθεια, ποιο το ψέμα;- αφήνοντας το τέλος ανοιχτό. Δένοντας τον Μαριβό με τον Φεντό και αποδεικνύοντας πως είναι ένας πολύ καλός μαθητής αυτών των συμπατριωτών του κλασικών.
Ο Ζελέ με εξαιρετική προσοχή και με μεγάλη ακρίβεια μοιράζει επτά σκηνές-ντουέτα συμμετρικά: ο Μισέλ συναντιέται και στις επτά με ένα από τα άλλα τρία πρόσωπα εναλλάξ χωρίς εκείνα ποτέ να συναντιούνται μεταξύ τους επί σκηνής. Επτά σκηνές συμπυκνωμένες, με διαλόγους γρήγορους, αστραφτερούς, πανέξυπνους, με διαρκείς ανατροπές και εκπλήξεις άψογα ζυγισμένες χωρίς καμία πρόθεση εντυπωσιασμού, οι οποίες προάγουν εκ των ένδον το χιούμορ. Ένα χιούμορ, γαλικό, λεπτό που δεν χρειάζεται φτηνά δεκανίκια για να οδηγήσει αβίαστα στο γέλιο. Ένα έργο με στιλ και παράλληλα ένα ευφυέστατο, ειρωνικό σχόλιο των σύγχρονων ερωτικών -και όχι μόνο- ηθών -μία ηθογραφία των καιρών μας με την επικάλυψη του μπουλβάρ, απολαυστική.
Η παράσταση. Μιλώ από την αρχή για επιτυχία. Η οποία ξεκινάει από τη μετάφραση. Η Νικολέτα Κοτσαηλίδου μετέφρασε σε άψογα ελληνικά, με εξαίρετη αίσθηση της θεατρικότητας και με επιδεξιότητα το κείμενο κρατώντας τον κοφτό, γρήγορο ρυθμό των διαλόγων και αναδεικνύοντας με λαμπρό τρόπο το χιούμορ τους -απόλαυση να τους ακούς. Και έβαλε τον γερό θεμέλιο λίθο της παράστασης.
Με στέρεο υπόβαθρο τη μετάφραση αυτή, ο Σπύρος Παπαδόπουλος ακολούθησε τη γραμμή της: το αποτέλεσμα, μία παράσταση έξυπνη, γρήγορη, όπως το κείμενο απαιτεί -υπόδειγμα γοργού ρυθμού η πρώτη σκηνή-, ψιλοκεντημένη, με χιούμορ λεπτό που αναδύεται από τα σπλάχνα του κειμένου και δεν ζορίζεται ούτε εκμαιεύεται από δήθεν ευρήματα ή από χυδαιότητες. Και όσες -λίγες- προσθήκες, γίνονται, γίνονται με μέτρο και γούστο.
Μεγάλο συν για την παράσταση -για άλλη μια φορά- η δουλειά του σκηνογράφου Γιώργου Γαβαλά. Με το τίποτα -τελάρα με τεντωμένο τούλι, σε διάφορα χρώματα βαμμένα και σε διάφορα σχήματα αλλά αρμονικότατα, με μία γοητευτική εικαστικότητα, συνταιριασμένα- και με την, οπωσδήποτε αποτελεσματικότατη, βοήθεια των φωτισμών της Ελευθερίας Ντεκώ, έχει δημιουργήσει ένα ευέλικτο, λειτουργικό, υψηλού γούστου σκηνικό. Εξαιρετικά καλόγουστα και τα κοστούμια του Μάκη Τσέλιου, είναι, ίσως, λίγο πιο φαντεζί απ’ όσο απαιτεί η κοινωνική τάξη των ηρώων. Αλλά σε μπουλβάρ είμαστε... Στον σωστό τόνο και οι μουσικές του Παναγιώτη Τσεβά.
Οι ερμηνείες. Έξυπνα -και αβανταδόρικα- ενταγμένος στην παράσταση ο Στέλιος Πέτσος για να αλλάζει τα σκηνικά, κομψός και με χιούμορ δίνει κύρος στη βουβή παρουσία του. Βρήκα επαρκή την όμορφη και  κομψή Βάνα Ραμπότα αλλά την πιο αδύναμη της διανομής: η φωνή της δεν τη βοηθάει καθόλου. Ο Τάκης Παπαματθαίου ως Πολ στέκεται το σωστό αντίβαρο -μετρημένος, ψύχραιμος- του Μισέλ. Η Νικολέτα Κοτσαηλίδου ήταν, μετά το έργο, τη μετάφραση και τη σκηνοθεσία, η τρίτη, για μένα, έκπληξη της παράστασης. Όμορφη, λαμπερή, με σκηνική προσωπικότητα, με κύρος στο λόγο της, ανάλαφρη, με χιούμορ, κάνει με αξιοπρόσεκτη για τόσο νέα ηθοποιό δεινότητα μπουλβάρ, ένα είδος με μεγάλες απαιτήσεις από τον ηθοποιό.
Τέταρτη και μεγαλύτερη έκπληξη, ο Σπύρος Παπαδόπουλος. Και βέβαια ο Μισέλ τού πηγαίνει γάντι αλλά ποτέ δεν τον έχω δει να εφαρμόζει ρόλο τόσο τέλεια στο προσωπικό στιλ που έτσι κι αλλιώς διαθέτει και όχι το στιλ του στο ρόλο. Πρώτη φορά τον είδα στη σκηνή να μη φλερτάρει με την ατονία και με κάτι σαν πλήξη. Στους χαμηλούς τόνους που χαρακτηρίζουν την υποκριτική του αλλά γεμάτος ενέργεια, κάνει μία σπουδή πάνω στην αμηχανία: ο Μισέλ του είναι ένα κέντημα ψαγμένων αντιδράσεων ενός αμήχανου, πανικόβλητου καθημερινού ανθρώπου που προσπαθεί να κρεμαστεί από το ψέμα για να υπάρξει: ψεύδομαι άρα υπάρχω. Σαν το ψέμα να αποτελεί την τελευταία του ευκαιρία για να ζήσει. Ο τρόπος που γεννάει τα ψέματα, κατασταλαγμένος, βιωμένος, είναι καθόλου εύκολα και επιφανειακά αλλά βαθιά αστείος. Ο καλύτερός του ρόλος! Κάποτε πίστευα πως ο Σπύρος Παπαδόπουλος μιμείται το -αμίμητο- ύφος του Ντίνου Ηλιόπουλου. Τώρα με σιγουριά θα μπορούσα να πω πως απλώς είναι ένας άξιος διάδοχός του, στη γραμμή αυτών των κωμικών που έκαναν την αμηχανία μεγάλη τέχνη και που δάσκαλό τους θα πρέπει να θεωρούν τον Σταν Λόρελ -τον Λιγνό του δίδυμου Χοντρός-Λιγνός. 
Το συμπέρασμα. Ένα έργο σημαντικό που δεν επιδεικνύεται, μία παράσταση ιδιαίτερα ελκυστική και μία ερμηνεία ευφρόσυνη. Αξίζει να τη δείτε. Θα γελάσετε χωρίς να ντρέπεστε γι αυτό που βλέπετε και ακούτε.

Θέατρο «Κάππα», 20 Νοεμβρίου 2014.

No comments:

Post a Comment