September 25, 2022

Και της αργκό και του τανγκό

 

Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες μέρες, Τέτοια Λόγια... 152
 
Είναι και παραμένει σπουδαία ηθοποιός. Στην πρώτη γραμμή των ηθοποιών μας. Το ’χα αντιληφθεί απ’ την πρώτη στιγμή. Όταν την πρωτόδα -το ’χω ξαναγράψει- στη σκηνή του «Βεάκη» -«Λαϊκή Σκηνή» του «Θεάτρου Τέχνης», τότε-, το 1982, σεζόν 1982/1983. Να παίζει, σε σκηνοθεσία Γιώργου Λαζάνη, ένα αυθεντικό -πιο αυθεντικό δε γινόταν- Χνούδι στο «Πανηγύρι» του Δημήτρη Κεχαΐδη: ο πρώτος της σημαντικός ρόλος. Ήταν τριτοετής ακόμα στη δραματική σχολή του «Θέατρου Τέχνης» -το 1983 αποφοίτησε. Και ήταν συγκλονιστικό αυτό το δεκαεννιάχρονο κοριτσάκι.

Δεν έπεσα έξω. Στα ακριβώς 40 χρόνια που ’χουν μεσολαβήσει έχει παίξει πολλούς ρόλους. Σημαντικούς. Πολύ σημαντικούς. Πρωταγωνιστικούς. Και είναι πάντα εξαιρετική. Ποιος, ας πούμε, ξεχνάει τη νεαρή της μαθήτρια δραματικής σχολής στο «Ζουβέ-Ελβίρα» της Μπριζίτ Ζακ, σε μια σπουδαία σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου, με την «Εποχή» του και τον ίδιο πλάι της, Ζουβέ, να της διδάσκει την Ελβίρα απ’ τον «Ντον Ζουάν» του Μολιέρου -αξέχαστη! Και τόσες, τόσο πολλές άλλες ερμηνείες της -μακάρι να ’ρθουν κι άλλοι μεγάλοι ρόλοι που της αξίζουν, που την περιμένουν, τώρα, στην ωριμότητά της. 

Αλλά η Μάνια Παπαδημητρίου, εκτός από σπουδαία ηθοποιός είναι και ψυχάρα. Αυτό το ’χω διαπιστώσει από κάποιες «προσωπικές», «μικρές» παραστάσεις που ’χει στήσει η ίδια. Η πιο πρόσφατη, που ’δα προχτές, τελευταία μέρα της, στον κήπο του «Χυτήριου» ήταν «Ο πατέρας μου η Αθήνα». Μια σύνθεση της ίδιας, με δικά της κείμενα-αναμνήσεις απ’ τον πατέρα της που ’φυγε, στα 91 του χρόνια, πλήρης. Όχι μόνον ημερών. Μια σύνθεση καθόλου αγιογραφία, σπαρταριστή. Και με τραγούδια της εποχής του, παλιά και νεότερα -ωραία τραγούδια. Με την Μαρίνα Χρονοπούλου στο πιάνο, με τον Τάσο Αντωνίου με την κιθάρα του και την Αθηνά Χατζηαθανασίου, υπέροχες φωνές και οι δυο- να τραγουδούν μαζί της και τον Θοδωρή Ζέη με το μπουζούκι του. 

Μια παράσταση χειροποίητη, με ατέλειες και δραματουργικά κενά, η οποία, όμως, στο δεύτερο μέρος απέκτησε συνοχή κι η ζεστασιά της επικράτησε της ψυχρής σεπτεμβριανής βραδιάς και των όποιων ατελειών. Και εξελίχθηκε σε συμμετοχικό πανηγύρι -ήταν πολύ ωραίο και το κοινό-, με τον παρόντα πατέρα της Αθηνάς Χατζηαθανασίου να τραγουδάει και εκείνος μαζί τους κι ένα κοριτσάκι  ν’ ανεβαίνει στη σκηνή και να χορεύει με την Μάνια. Και ξεχύθηκε συγκίνηση. Δυνατή συγκίνηση. Με την Μάνια να γελάει, να παίζει κι εκείνη στο πιάνο, να τραγουδάει, να χορεύει και να μιλάει για τον πατεράκο της που ήταν «και της αργκό και του τανγκό». Κι εγώ να θυμάμαι τον δικό μου και να σκέφτομαι πόσο τυχερός ήταν ο δικός της. Όχι μόνο γιατί έζησε τη ζωή του όπως την ήθελε αλλά και γιατί είχε -έχει- μια κόρη που τον ζωντάνεψε και τον έφερε κοντά μας. Με αγάπη.

September 23, 2022

Φτωχή η σοδειά…

 

Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια... 151
 
«Επιθεώρηση, πού είσαι;» ανέκραζα και ανακράζω, χρόνια τώρα, βλέποντας το θεατρικό είδος που αγαπώ πολύ να έχει εκλείψει, παρατηρώντας παράλληλα και όσα, φαιδρά αλλά και εξοργιστικά, συμβαίνουν γύρω μας, ικανά να τροφοδοτήσουν πλούσια την επιθεώρηση. Και δεν εννοώ την επιθεώρηση α λα Σεφερλής... Στις... εκκλήσεις μου, έως τώρα, ανταποκρίθηκαν -σε σοβαρό επίπεδο-, το 2007/2008, ο
 
Σταμάτης Φασουλής και οι συνεργάτες του με το ικανοποιητικό «Το τρέντι θα σφυρίξει τρεις φορές», το καλοκαίρι του 2021 ο Φοίβος Δεληβοριάς και ο Δημήτρης Καραντζάς με τους συνεργάτες τους με το -πολύ αδύναμο και ανεπίδοτο, κατά τη γνώμη μου- «The 1821. Η επιθεώρηση» και, τώρα, η Δήμητρα Παπαδοπούλου με το «Τι ζούμε, ρε;» που παίζεται στο «Άλσος». Μεγάλη, πλούσια, χορταστική παραγωγή, καλόγουστη, με τα σκηνικά του Μανόλη Παντελιδάκη εξαιρετικά ενισχυμένα από τη video art του Παντελή Μάκκα και τους φωτισμούς του Περικλή Μαθιέλη και με τα επιτυχημένα
κοστούμια της Έβελυν Σιούπη να τη στηρίζουν αποφασιστικά αλλά κάτι το ολοκληρωμένο δεν είδα. Ίσως γιατί η Δήμητρα Παπαδοπούλου φιλοδόξησε να γράψει ολομόναχη ολόκληρη την επιθεώρηση -29 νούμερα! Δεν έχει καταφύγει στη χυδαιολογία, παρά μόνον, όταν πρέπει και είχε πολλές καλές ιδέες αλλά λίγες αποδίδουν ή ολοκληρώνονται. Για παράδειγμα το «Πολιτικό-Πώς να γράψεις επιθεώρηση» που αρχίζει ευφυέστατα αλλά στη μέση εξατμίζεται. Βρήκα πιο ολοκληρωμένο το «Πώς να ρίξεις έναν άντρα στο κρεβάτι-11ο σεμινάριο Vagina Council», πιο καίριο το «Αριστερά-Ζαβαρακατρανέμια», έξυπνο το «Παράπονα ανδρών-Άνδρες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης» και πιο αδύναμο από όλα το «Συνάντηση ηγετών-Λίγο πριν από την καταστροφή». Το «Τι
ζούμε, ρε;», επιπλέον, δεν τολμάει να θίξει ιδιαίτερα πολιτικές καταστάσεις και αρκείται σε ξώπετσα αστεία. Αλλά και η σκηνοθεσία του Θοδωρή Αθερίδη, κατά τη γνώμη μου, δεν απογειώνει τα νούμερα, δεν τονώνει τα θετικά στοιχεία τους και δεν έχει πετύχει στους ρυθμούς. Όπως δεν βρέθηκαν σε φόρμα ούτε η Μαρίζα Ρίζου με τις μουσικές της ούτε ο Φωκάς Ευαγγελινός με τις χορογραφίες του, παρά τους ικανούς χορευτές. Και από τους -καλούς, σχεδόν στο σύνολό τους- ηθοποιούς ξεχώρισα μόνο την άμεση Δήμητρα Παπαδοπούλου στο «Πώς να ρίξεις έναν άντρα στο κρεβάτι», τον Κώστα Αποστολάκη στο «Μεθυσμένος-GPS για μεθυσμένους» και τον εξαιρετικό Θανάση Αλευρά στο «Γέροντας-Ο προφήτης». Επίσης άμεσος και με καλούς ρυθμούς, ο Πάνος Μουζουράκης στο «Stand up» του που παρατραβάει, όμως. Ο Στράτος Λύκος μου άφησε την αίσθηση ότι θα έχει πολύ καλή εξέλιξη. Στις απογοητεύσεις, ο εξαιρετικός Λευτέρης Ελευθερίου στο νούμερο-κόπια-με-άλλα-λόγια-ενός-παλιού-του-Λάκη-Λαζόπουλου «Κλιματική αλλαγή-The Mou News’ το πανηγύρι»:  με ένα εντελώς γκροτέσκο μακιγιάζ, σφιγμένος, τραβάει την υπερβολή στα άκρα. Φτωχή, τελικά, η σοδειά... (Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή).

September 20, 2022

Αχ, μωρέ...

 

Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια... 150

 

Αρκετός κι εκλεκτός ο κόσμος στην κηδεία του Μάριου Ποντίκα -η γυναίκα του η αγαπημένη -η Βίκυ Μουνδρέα-, συγγενείς, αγαπημένοι φίλοι, πολλοί άνθρωποι του θεάτρου και των γραμμάτων... τον αποχαιρέτησαν σήμερα (χτες) το απομεσήμερο στο Πρώτο Κοιμητήριο. Κι εκείνος, ξαπλωμένος στο κιβούρι του, απίστευτα γαλήνιος, φρέσκος, αγέραστος, ωραίος ως Έλλην, έμοιαζε να κοιμάται. Δεν ήταν παιδάκι ο Μάριος Ποντίκας, ήταν πια στα 80 του, αλλά η αύρα του που διέτρεξε και διατρέχει το ελληνικό θέατρο έκανε την απώλειά του περισσότερο από αισθητή. 

Απ’ την πρώτη στιγμή που τον αντίκρισα, σήμερα, θυμήθηκα, απ’ την «Γυναίκα του Λοτ» του, εκείνη την ατάκα της Θεοδώρας, που διατρέχει ως λάιτ μοτίφ το έργο -απ’ τα κορυφαία του-, κι είναι για πάντα σφηνωμένη όχι στ’ αυτιά μου αλλά στα σπλάχνα μου με τη φωνή της Λήδας Πρωτοψάλτη στην παράσταση που ανέβασε, το 1988, ο Θανάσης Παπαγεωργίου στην «Στοά» του: «Αχ, μωρέ...». Κι αυτή η ατάκα των δυο μόνο λέξεων που λένε, όμως, τα πάντα ήταν που με διαπέρασε εκεί στο Πρώτο Κοιμητήριο: «Αχ, μωρέ...». Ας είναι αναπαυμένος.