March 29, 2020

Και ακούγοντάς τα να κλαις... ή Ένα εκτύπαε τ’ άλλο χέρι από την απελπισιά...



Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια... 2


Αξημέρωτα, ανοιχτό το ραδιόφωνο. Στο Τρίτο της ΕΡΤ. Τι το ’θελα; ΤΙ ΤΟ ’ΘΕΛΑ; Μια γλυκανάλατη, να διαβάζει σαν την Θεία Λένα, να νιαουρίζει σα σαχλή, παλαιάς κοπής ενζενί, Χατζή. Δημήτρη Χατζή! Την «Τελευταία αρκούδα του Πίνδου» -ναι!-, κεφάλαιο απ’ το -μοναδικό- μυθιστόρημά του «Το διπλό βιβλίο»! Που τη χαρακτήρισε «διήγημα». Σπασμένο, το «διήγημα», για να μην πλήξουμε προφανώς, με άσχετες μουσικές δωματίου! Την «Τελευταία αρκούδα του Πίνδου» του Ηπειρώτη σπασμένη με ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΔΩΜΑΤΙΟΥ!!! Και συμπλήρωσε, στον ίδιο πάντα, σαχλεπίσαχλο τόνο, το θέμα «αρκούδες» της εκπομπής της με το 

απόσπασμα για την αρκούδα και τον αρκουδιάρη της απ’ την «Σονάτα του σεληνόφωτος» του Ρίτσου. Του Γιάννη Ρίτσου! Και -πάντα στον ίδιο άχρωμο, άοσμο, τον άτονο τόνο- ένα απόσπασμα απ’ την «Αρκούδα», διήγημα του Μιχαήλ Μητσάκη -σε καθαρεύουσα του 1893 και με ενδιαμέσους διαλόγους σε 

ντοπιολαλιά, εκεί να δείτε και ν’ ακούσετε... Παραλίγο ν’ ανεβάσω, πρωί-πρωί, πυρετό και να νομίσω ότι, να τα μας, μ’ έπιασε ο ιός. Ευτυχώς που και οι τρεις -Χατζής, Ρίτσος, Μητσάκης- δε ζουν. Κάτι τριξίματα που μου φάνηκε ότι άκουσα ίσως να ’ταν η πόρτα που δεν έχουμε λαδώσει. Κάπου έλεος! Αν και δε μας σώζει τίποτα, ως φαίνεται. Και είμαι και σ’ «ευπαθή ομάδα»...

March 19, 2020

Ο Αρλεκίνος είναι ζωντανός και καλά και ζει στο Μπέργκαμο


Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια... 1


Ξύπνησα απότομα σήμερα: «Λες; Απ’ το Μπέργκαμο δεν είναι;». Κατά εκατοντάδες πεθαίνουν κάθε μέρα στην Ιταλία απ’ τον ιό. Η Λομβαρδία έχει τα πρωτεία. Και το Μπέργκαμο έχει πληγεί όσο καμιά άλλη πόλη -«εξακόσιους ενταφιάσαμε ή κάψαμε απ’ την 1η Μαρτίου», λέει ο ιδιοκτήτης ενός γραφείου τελετών, χτες το διάβαζα. «Λες; Ο Αρλεκίνος μπεργκαμάσκικα δε μιλάει; Εκεί δεν είναι ‘Το Σπίτι του Αρλεκίνου’;». Ύστερα, όταν ξύπνησα εντελώς και στανιάρησα και το μυαλό καθάρισε, το καλοσκέφτηκα: «Τι λες τώρα; Τι λες; Να πέθανε ο Αρλεκίνος; Ο Αρλεκίνος που γεννήθηκε τον 11ο αιώνα, έγινε ο Αρλεκίνος που ξέρουμε απ’ τον 16ο, ο Γκολντόνι τον ονομάτισε Τρουφαλντίνο και τον δόξασε, τον εκτόξευσε στο διάστημα, στον ‘Αρλεκίνο, υπηρέτη δυο αφεντάδων’ απ’ το 1746; Ο Αρλεκίνος θ’ άφηνε έτσι, μόνη, την Κολουμπίνα του -που ο Γκολντόνι τη βάφτισε Σμεραλντίνα; Τι λες; Εδώ ζει -στα 91 του- ο υπέροχος Κύριος Φερούτσιο Σολέρι, ο δεύτερος, μετά τον Μαρτσέλο Μορέτι, Τρουφαλντίνο/Αρλεκίνος του Τζόρτζιο
Στρέλερ, που ευλογηθήκαμε να τον δούμε, εμβρόντητοι, το ’98, στην ιστορική (1947) παράσταση του «Πίκολο Τεάτρο», να ‘ίπταται’, να εκρήγνυται στο Ηρώδειο, στα 69 του, 42 χρόνια αφότου πρωτόπαιξε το ρόλο... Για να παραφράσω το μουσικό θέαμα «Jacques Brel Is Alive and Well and Living in Paris» («O Ζακ Μπρελ είναι ζωντανός και καλά και ζει στο Παρίσι»), ο Αρλεκίνος είναι ζωντανός και καλά και ζει στο Μπέργκαμο. Διότι ο Αρλεκίνος ποτέ δεν πεθαίνει. Όπως και το Θέατρο. Σύντομα θα ’ναι και πάλι κοντά μας. Και θα γελάμε μαζί του. Ίσως να μας βγάζει και κανένα δάκρυ, εκεί στην άκρη του ματιού.

(Αφιερωμένο στον Γιώργο Αρμένη και την Όλια Λαζαρίδου, τον πρώτο Τρουφαλντίνο/Αρλεκίνο και την πρώτη Σμεραλντίνα/Κολουμπίνα -υπέροχους- που είδα στη σκηνή, το μακρινό ’76, στο «Βεάκη» -«Λαϊκή Σκηνή» του «Θεάτρου Τέχνης» του Κάρολου Κουν-, στη σκηνοθεσία του Γιώργου Λαζάνη, και τους άλλους που ήταν μαζί τους. Και στον Μεγάλο Φερούτσιο Σολέρι).

February 22, 2020

Στο Φτερό / Άντρες έτοιμοι για όλα ( ; )


«Enter Achilles» / Σύλληψη - σκηνοθεσία - χορογραφία (μαζί με τους ερμηνευτές, πρώην και νυν): Λόιντ Νιούσον (DV8 Physical Theatre). 


Οκτώ άντρες. Ο πρώτος θα ξυπνήσει με ένα όνειρο κάπως αγριευτικό -άντρες απειλητικοί. Πλάι του, ξαπλωμένη, η σύντροφός του: μία φουσκωτή, πλαστική κούκλα, αντικείμενο του πόθου και του πάθους του αλλά και της τρυφερότητάς του -πόση μοναξιά.... Και, μετά, θα βρεθεί με την παρέα του στον κατεξοχήν αγγλικό αντροκρατούμενο χώρο: μία παμπ. Άντρες -πολύ άντρες..., πολύ Άγγλοι, έως εθνικιστές...-, της εργατικής τάξης, κάπου στην Βόρεια Αγγλία, που θα κανιβαλίσουν: βγαλμένοι από τα γυμναστήρια, επιδεικνύουν τα μούσκουλά τους, γυμνοί κορμοί, τατουάζ παντού, πίνουν -πίνουν πολύ, μπύρες, μπύρες και άλλες μπύρες, το ποτήρι στο χέρι συνέχεια, μπεκρουλιάζουν, μεθούν, παραπατούν...-, καπνίζουν σαν φουγάρα, κάνουν πλάκες -χιούμορ φτηνό, χοντρό, χυδαίο-, βρίζουν, λένε μαλακίες, φτύνουν, μιλούν για τα πουλιά τους, μιλούν περιφρονητικά για το γυναικείο φύλο, κατεβάζουν τα παντελόνια τους, κατεβάζουν τα βρακιά τους, δείχνουν τους κώλους τους, χουφτώνουν τα αρχίδια τους, κοροϊδεύουν τις «αδερφές», μιμούνται σεξουαλικές πράξεις μεταξύ τους, βία, επιθετικότητα, ασκήμια, χουλιγκανισμοί, ριψοκίνδυνες συμπεριφορές, παλεύουν, αρπάζονται, τσακώνονται, καυγαδίζουν, τα σπάνε, η τηλεόραση ανοιχτή, δείχνει ποδόσφαιρο βέβαια, απλώνουν παντού σημαιάκια
της Εθνικής τους... Αντρίλα, ματσίλα, τεστοστερόνη που ξεχειλίζει. Ανάμεσά τους θα βρεθεί και ένας ξένος -κοντούλης και σκουρόχρωμος, οι άλλοι, πανύψηλοι, τον περνούν ένα κεφάλι. Ένας ξένος που χορεύει πιο «τρυφερά». Είναι, ίσως, γκέι; Είναι, ίσως, άντρας στρέιτ αλλά διαφορετικός από τα στερεότυπά τους; Θα του κάνουν μπούλινγκ, θα τον κράξουν, εκείνος θα πετάξει τα ρούχα του και θα μείνει με ένα κολάν αλλά Σούπερμαν, θα τους αιφνιδιάσει, θα τους τρομάξει αλλά, τελικά, θα τον πετάξουν από το παράθυρο. Ο ξένος, όμως, θα επανέλθει και, σιγά-σιγά, θα ενσωματωθεί μαζί τους. Και, ύστερα, κάποιος θα ανακαλύψει τη φουσκωτή κούκλα του φίλου τους. Θα τον λοιδορήσουν, θα την λοιδορήσουν, θα την κακομεταχειριστούν, ένα κορίτσι «από την πλατεία» θα τους πει ότι αυτό είναι σεξιστικό, αντιφεμινιστικό, «σκάσε» θα της φωνάξουν, θα βιάσουν την κούκλα, στο τέλος θα την σκίσουν, η κούκλα θα ξεφουσκώσει και αυτός που την είχε σύντροφό του θα τη θρηνήσει. Τραγούδια ποπ, έθνικ, ντίσκο..., από REM μέχρι Queen και «Bohemian Rhapsody», μέχρι Bee Gees και «Stayin’ Alive» και ένα φινάλε μελαγχολικό, αδιέξοδο, με το 

δάπεδο να κλίνει, να γέρνει, οι καρέκλες και τα αντικείμενα να γκρεμίζονται, κάτι σαν «Τιτανικός», ο άντρας που έχασε την κούκλα του να προσπαθεί να ισορροπήσει ενώ ο ξένος, από ψηλά, τραγουδάει «To Dream the Impossible Dream» από τον «Άνθρωπο από την Μάντσα». Ο Αυστραλός Λόιντ Νιούσον, χορευτής και χορογράφος, ιδρυτής και εμψυχωτής του «DV8 Physical Theatre» δημιούργησε (1995), για την ομάδα του, την παράσταση «Enter Achilles» («Εισέρχεται ο Αχιλλέας») -τίτλος αινιγματικός, που παραπέμπει στην «Ιλιάδα» και σε ένα από τα πρότυπα αρρενωπότητας, τον Αχιλλέα-, παράσταση που είχε εξαιρετική επιτυχία, παίχτηκε, ξαναπαίχτηκε αναθεωρημένη... -μία παράσταση εμβληματική, η οποία κατατάσσεται στο χορό αλλά άμεσα σχετίζεται και με το θέατρο, άπτεται, μάλιστα, του «in-yer-face theatre» -του «θέατρου στα-μούτρα-σου», είδους θεάτρου σκληρότητας, το οποίο αναπτύχθηκε στην Βρετανία τη δεκαετία του ’90. Την παράσταση αυτή φέτος (2020) ο Λόιντ Νιούσον αναβίωσε για την ομάδα χορού «Rambert» προσθέτοντας εκσυγχρονισμούς, όπως το Brexit και, στην τηλεόραση, οι διαδηλώσεις γι αυτό και άλλα επίκαιρα στοιχεία. Αλλά αυτά δεν έκαναν τη διαφορά, πινελιές καινούργιες μόνον είναι. Το «Enter Achilles» δεν θα άντεχε στο χρόνο, αν δεν διέθετε τη δυναμική την οποία φέρει. Ο Νιούσον έχει σχεδιάσει μία παράσταση εξαιρετικά προσεγμένη στις λεπτομέρειες, εξαιρετικά ισορροπημένη, εξαιρετικά μετρημένη, εξαιρετικά σαφή, με εκρηκτική εσωτερική ενέργεια, μία παράσταση «ενοχλητική» αλλά και απολαυστικά αστεία, που δεξιοτεχνικά αφήνει, μέσα από ρωγμές, να διακρίνονται η ανασφάλεια, οι φοβίες, οι ευαισθησίες -γιατί όχι και ομοφυλόφιλα ψήγματα- αυτών των «τόσο αρσενικών» αλλά και τόσο ευάλωτων, οι καλά κρυμμένες κάτω από τις μάσκες της επιβεβλημένης



αρρενωπότητας και της κυρίαρχης εικόνας του ανδρισμού. Το φινάλε της δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Οι οκτώ χορευτές του, οι «καταπιεσμένοι» μέσα στο εμπνευσμένο πρωτότυπο σκηνικό του Ίαν ΜακΝιλ -αυτή η χαμηλοτάβανη παμπ με το τζουκ μποξ, που οι άντρες είναι ψηλότεροι από τους τοίχους της-, ιδανικά επιλεγμένοι, υπηρετούν αξιοθαύμαστα, υπό τους ήχους της πρωτότυπης μουσικής του Έιντριαν Τζόνστον, το όραμα του σκηνοθέτη/χορογράφου, προσφέροντας ένα συναρπαστικό, καθηλωτικό παραστασιακό αποτέλεσμα. Μία παράσταση ευφρόσυνη, ξεσηκωτική, αστεία αλλά και μελαγχολική, που είμαι σίγουρος ότι θα σας ενθουσιάσει. Να τη δείτε! (Φωτογραφίες: Miguel Altunaga).

(Απολύτως κατατοπιστικό, κυρίως μέσω μιας μεταφρασμένης συνέντευξης του Λόιντ Νιούσον που περιλαμβάνει, το δωρεάν, δίγλωσσο -ελληνικά και αγγλικά- έντυπο πρόγραμμα της παράστασης).

«Στέγη» Ιδρύματος Ωνάση / Κεντρική Σκηνή, Ομάδα Χορού «Rambert» / Θέατρο «Sadler’s Wells», 19 Φεβρουαρίου 2020.

February 19, 2020

Τα παιδιά με τα κομμένα χέρια που τα έλεγαν αλήτες...


«Congo» / Καλλιτεχνική διεύθυνση: Φοστέν Λινιεκουλά, κείμενα: Ερίκ Βουιγιάρ. 



Κονγκό: μία αρχαία περιοχή της Αφρικής -«ένα τεράστιο δάσος και ένας ποταμός», ο Κονγκό- και μία ταραχώδης, αιματοβαμμένη, τραγική σύγχρονη ιστορία η οποία ξεκίνησε από την εποχή -δεκαετία του 1870- που «εξερεύνησε» την περιοχή ο Στάνλεϊ, συνεχίστηκε κάτω από το κνούτο των Βέλγων του Λεοπόλδου Β΄ που τη μετέτρεψαν στα μέτρα τους, αρχικά σε «Ανεξάρτητο Κράτος του Κονγκό» και, κατόπιν, ανοιχτά, ως Βελγικό Κονγκό, σε αποικία, και κατέληξε το 1960 στη δημιουργία δύο χωριστών κρατών που βάφτηκαν
και ακόμα βάφονται στο αίμα με πραξικοπήματα, με πολέμους, με εμφύλιους, με σφαγές... Ο Κονγκολέζος -από την Λαΐκή Δημοκρατία του Κονγκό, πρώην Ζαΐρ- χορογράφος Φοστέν Λινιεκουλά στην παράστασή του «Congo» (2019) έχει καταπιαστεί με το σκοτεινό, αβυσσαλέο αποικιοκρατικό παρελθόν της πατρίδας του ακουμπώντας στο ομώνυμο βιβλίο (2012) του Γάλου Ερίκ Βουιγιάρ, ένα κράμα ιστορίας και μυθοπλασίας. Ξεκινώντας από τη Διάσκεψη του Βερολίνου του 1884/1885, την οποία συγκάλεσε, στο εκεί Ανάκτορο Ρατζιβίλ -κατοπινή
Kαγκελαρία-, ο παντοδύναμος, τότε, καγκελάριος της αυτοκρατορικής Γερμανίας Ότο φον Μπίσμαρκ και στην οποία παρακάθησαν δεκατέσσερις κραταιές, τότε, αποικιοκρατικές ευρωπαϊκές δυνάμεις οι οποίες, μέσα σε ένα τετράμηνο, μοίρασαν την Αφρική, «επινοώντας» το Κονγκό, που κατοχυρώθηκε μαζί με τις τεράστιες φυτείες του καουτσουκόδεντρων στον τότε βασιλιά του Βελγίου Λεοπόλδο Β΄ προς οικονομική εκμετάλλευση. Η σκληρή, αυτή, εκμετάλλευση, όλο και σκληρότερη, έφτασε στα άκρα: ο διαβόητος Λεόν Φιεβέ, αναλαμβάνοντας, ως Επίτροπος, την περιοχή -κατόπιν Επαρχία-

του Ισημερινού, αφέθηκε, υπό την κάλυψη του Λεοπόλδου, να επιδίδεται σε ωμότητες, σε φρικαλεότητες -εκτελέσεις, κομμένα κεφάλια, πυρπολήσεις, λεηλασίες, ξεχερσώματα χωραφιών...- έως και να διατάξει, για όσους ντόπιους δεν προσκόμιζαν την απαιτούμενη ποσότητα καουτσούκ -πολλά παιδιά ανάμεσά τους-, να τους ακρωτηριάζουν το δεξί χέρι -χιλιάδες κομμένα χέρια,
σωροί τα κομμένα χέρια... Συγκλονιστικά, μέσα στη λυρικότητά τους, χωρίς να τους λείπει το χιούμορ, τα κείμενα του Ερίκ Βουιγιάρ. Ο Φοστέν Λινιεκουλά, ταγμένος στην αναδίφηση του κρυμμένου για πολλές δεκαετίες φρικτού παρελθόντος της πατρίδας του, θέλησε, βαθύτατα επηρεασμένος, να τα φέρει στη σκηνή: τρεις κονγκολέζοι καλλιτέχνες επί σκηνής -ένας ηθοποιός που εκφωνεί τα κείμενα, μία τραγουδίστρια που διανθίζει την παράσταση με ντόπια τραγούδια και ο ίδιος ο χορογράφος που χορεύει. Αλλά πιστεύω πως ο Φοστέν Λινιεκουλά, θέλοντας να δώσει έμφαση στο κείμενο -ακούγονται τα τρία τέταρτα του βιβλίου- έχασε τις ισορροπίες. Το τραγούδι και, κυρίως, ο -ελάχιστος- χορός απλώς συμπληρώνουν το παραστασιακό αποτέλεσμα που καταλήγει σε κάτι σαν audio book ενώ από τους διοργανωτές έχει καταταχτεί κάτω από τη βινιέτα «χορός». Ένοιωσα να παρακολουθώ μία -συγκλονιστική, ούτως ή άλλως-
πανεπιστημιακή παράδοση για την ιστορία του Κονγκό -με δυσκολία, καθώς, επιπλέον, οι υπέρτιτλοι ήταν και πολύ πυκνοί και, λόγω φωτισμών, δυσδιάκριτοι- διανθισμένη με κάποια τραγούδια και λίγο χορό και με ένα δυνατό φινάλε. Περίμενα κάτι περισσότερο. Διαφορετικά, θα μπορούσα μόνο να διαβάσω το βιβλίο του Βουιγιάρ (Φωτογραφίες: Ορέστης Σερέφογλου).

(Διαφωτιστικό, κυρίως μέσα από τα μεταφρασμένα αποσπάσματα μιας συνέντευξης του χορογράφου, το έντυπο πρόγραμμα της παράστασης -δωρεάν, δίγλωσσο -ελληνικά και αγγλικά ως προς τις βασικές του πληροφορίες. Το βιβλίο «Κονγκό» του Ερίκ Β(ο)υιγιάρ κυκλοφορεί, μεταφρασμένο στα ελληνικά από τον Γιώργο Φαράκλα -Εκδόσεις «Πόλις», 2018. Με το ίδιο θέμα παίζεται -για δεύτερη σεζόν, φέτος στο θέατρο «Faust», κάθε Πέμπτη- και το έργο «Leopold ή Κόβοντας τα δάχτυλα του κοινού» του Θανάση Τριαρίδη, από την ομάδα «ex-anima» και σε σκηνοθεσία Μαρίας Τσομπανάκου).

«Στέγη» Ιδρύματος Ωνάση / Κεντρική Σκηνή, 14 Φεβρουαρίου 2020.

February 15, 2020

Στο Φτερό / Η μαγεία της Ρομίνα Μπάσο


Καμεράτα-Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής: συναυλία «Η μαγεία του Αντόνιο Βιβάλντι» / Μουσική διεύθυνση: Μάρκελλος Χρυσικόπουλος. Σολίστ: Ρομίνα Μπάσο, μέτζο σοπράνο. 



Μία σπουδαία φωνή: η ιταλίδα μέτζο Ρομίνα Μπάσο. Ένας τσεμπαλίστας που εξελίχθηκε σε αρχιμουσικό ο οποίος εμφανίζεται όλο και ωριμότερος: ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος. Και ένα μουσικό σύνολο εξαιρετικά δεμένο και, παρά τις αντιξοότητες που έχει συναντήσει, διαρκώς εξελισσόμενο: η Καμεράτα-Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής. Όλοι «ειδικευμένοι» -χωρίς να είναι «κολλημένοι» σ’ αυτό-, και με ήδη εξαίρετες επιδόσεις στο ενεργητικό τους, στο μπαρόκ και στον πρώιμο κλασικισμό. Ήταν επόμενο μία συναυλία αφιερωμένη στην «Μαγεία του Αντόνιο Βιβάλντι», του βενετσιάνου συνθέτη που το τάλαντό του κάρπισε στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα, ενός από τους σημαντικότερους αν όχι του κορυφαίου εκφραστή του ιταλικού μπαρόκ, με τους συγκεκριμένους συντελεστές να έχει την αναμενόμενη επιτυχία. Όπερ και εγένετο. Μόνο που το αποτέλεσμα ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Καταρχάς ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος, εκτός από 

την εξέλιξή του ως αρχιμουσικός, διακρίνεται για τις ιδιαίτερες επιλογές του στα προγράμματα των συναυλιών του. Αυτή τη φορά επέλεξε, ανοίγοντας τα αστείρευτα σεντούκια του πολυγραφότατου συνθέτη, ένα πρόγραμμα αποκλειστικά με Βιβάλντι και με σολίστα μία μέτζο με «ειδικότητα» στον Βιβάλντι όπου έχει διαπρέψει. Με την οποία συνεργάζεται εδώ και χρόνια σε όλες τις -πολλές- έως τώρα εμφανίσεις της στην Ελλάδα αλλά έχει συνεργαστεί και σε ηχογράφηση. Αυτή η όσμωση ήταν φανερή. Η Ρομίνα Μπάσο, κομψότατη -κοντοκουρεμένο μαλλάκι, μαύρο στενό παντελόνι έξοχα συνδυασμένο με ένα λαμπερό, στενό, μαύρο παγιετέ σακάκι στο πρώτο μέρος, με μία διάφανη μαύρη τουνίκ στο δεύτερο-, εκφραστικότατη, με φωνή σε πλήρη ακμή ακόμη, ζεστό φωνητικό μέταλλο, εξαιρετικούς εσωτερικούς ρυθμούς, τραγούδησε -ερμήνευσε είναι το ορθό- άριες του Βιβάλντι με σθένος, με κύρος, με γνώση, με βαθύ αίσθημα και με μία εκπληκτική τεχνική -εξαιρετικό φραζάρισμα με το τραγανιστό ρω της, να βγαίνουν από το λαρύγγι της ανεπαισθήτως, σαν σχεδόν

αδιόρατα νήματα, λεπτές ηχητικές αποχρώσεις και κατευθείαν, με απαράμιλλη δεξιοτεχνία, να περνάει σε εκρήξεις συναρπαστικές: από την όπερά του «Φαρνάκη» (1727), απο το ορατόριο «Ιουδίθ θριαμβεύουσα» (περίπου 1716-1717), δύο από την όπερα «Ορλάνδος μαινόμενος» (1727), από τη σερενάτα-παστίτσο «Απελευθερωμένη Ανδρομέδα» (1727) και από την όπερα «Άργιπος» (1730), άρια με την οποία έκλεισε το κανονικό πρόγραμμα. Που το άνοιξε η ορχήστρα με την «Τρέλα», R.V. 63, προφανώς μεταγραφή για σύνολο δωματίου της Σονάτας για δύο βιολιά και μπάσο κοντίνουο, έργο 1, αρ. 12 (1705). 
Στο πρώτο μέρος ακούσαμε από την Καμεράτα και το Κοντσέρτο για μαντολίνο R.V. 425 (1725), όπου ο Θεόδωρος Κίτσος άφησε τη γιγάντια θεόρβη του, το όργανο που παίζει στην ορχήστρα, και πέρασε στο προσκήνιο και στο αντιστρόφως αναλόγου μεγέθους μαντολίνο ως σολίστ, διαπρέποντας -με την αγαστή συνεργασία του μαέστρου που, απόλυτος γνώστης του ύφους, οδήγησε το σύνολο να αγκαλιάσει διακριτικά τον «μικρό» ήχο του μαντολίνου-, ενώ, στη συνέχεια, ο ίδιος συνόδευσε με το μαντολίνο του -ένα συναρπαστικό «ντουέτο» πλαισιωμένο από την Καμεράτα- και την μέτζο στην άριά της από το «Ιουδίθ θριαμβεύουσα» που ακολουθούσε. Το δεύτερο μέρος άνοιξε και πάλι η Καμεράτα με το κοντσέρτο για δύο βιολιά, R.V. 522, το αρ. 8 από τη συλλογή «Ο Αρμονικός Οίστρος», έργο 3 (1711) -αποτελεσματικότατοι σολίστες, ο εξάρχων της Καμεράτας Σέρτζιου Ναστάσα και η Οτίλια Αλιτέι, μέλος της- ενώ την ακούσαμε και στην Συμφωνία (Κοντσέρτο) για έγχορδα R.V. 127 (χρονολογείται μεταξύ 1717 και 1736). Η βραδιά -μία βραδιά κερδισμένη και καλαίσθητη, με την οθόνη στο φόντο να βάφεται με χρώματα και σχέδια αφηρημένα- ολοκληρώθηκε -η έκπληξη-«απιστία» στον Βιβάλντι- με Χέντελ: η υπέροχη πάντα Ρομίνα
Μπάσο, με «καβαλιέρο» τον Αλέξανδρο Οικονόμου της Καμεράτας και το μπαρόκ φαγκότο του και πλαισιωμένη από την ορχήστρα, τραγούδησε, ως ανκόρ, μία άρια από τον «Ρινάλντο» (1711) του Τζορτζ Φρίντερικ (Γκέοργκ Φρίντριχ) Χέντελ γοητεύοντας και πάλι (Φωτογραφίες: Ανδρέας Σιμόπουλος).

(Ένα -δωρεάν- καλόγουστο έντυπο δίπτυχο με τα απολύτως βασικά συνόδευε τη συναυλία. Προσωπικά θα ήθελα περισσότερα στοιχεία για τα έργα και πιο εκτεταμένα βιογραφικά).

Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος» / Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος», 10 Φεβρουαρίου 2020.