February 18, 2023

Στο Φτερό / Όλα στον κόσμο, ένα αστείο είναι!

 

«Φάλσταφ» του Τζουζέπε Βέρντι, λιμπρέτο (Ουίλιαμ Σέξπιρ) Αρίγκο Μπόιτο / Μουσική διεύθυνση: Πιερ Τζόρτζιο Μοράντι. Σκηνοθεσία: Στίβεν Λάνγκριτζ. 
 
Ο χοντρομπαλάς, δεύτερης κατηγορίας ιππότης σερ Τζον Φάλσταφ, εύθυμος κατεργάρης, τύπος της καλοπέρασης, φαφλατάς, μεθύστακας, γυναικάς και άφραγκος κάνει διάφορες απατεωνιές στο επαρχιακό, τότε, επί βασιλείας 
Ερίκου Δ΄ (1399-1413), Γουίνζορ. Τελευταίος στόχος του, δύο παντρεμένες, η Αλίτσε Φορντ και η Μεγκ Πέιτζ. Επιχειρεί να τους την πέσει με απώτερο στόχο τα λεφτά των συζύγων τους. Και τους στέλνει ερωτικές επιστολές. Αλλά... πανομοιότυπες. Οι δύο γυναίκες, φίλες μεταξύ τους, το ανακαλύπτουν και σε συνεργασία με την καπάτσα Κυρία Κουίκλι, επίσης φίλη τους, και την Νανέτ, κόρη της Αλίτσε, βάζουν μπρος σχέδιο για να του δώσουν ένα μάθημα. Με την Κουίκλι του μηνούν πως αμφότερες είναι ερωτευμένες μαζί του αλλά ότι για την Αλίτσε είναι πιο εύκολο να τον συναντήσει γιατί ο άντρας της τα μεσημέρια λείπει. Και η Κουίκλι του κλείνει το ραντεβού. Οι δύο ακόλουθοι του 
Φάλσταφ, ο Μπαρντόλφο και ο Πιστόλα, που έχουν προηγούμενα μαζί του, αποκαλύπτουν τις προθέσεις του Φάλσταφ στον Φορντ, το σύζυγο της Αλίτσε, και εκείνος μεταμφιέζεται, του παρουσιάζεται και, για να τον παγιδεύσει, του λέει ότι είναι ερωτευμένος με την Αλίτσε και ότι θα τον πληρώσει για να την αποπλανήσει ώστε να του ανοίξει το δρόμο. Όταν ο Φάλσταφ, ενθουσιασμένος, του αποκαλύπτει πως έχει ήδη κλείσει συνάντηση μαζί της,
ο Φορντ το παίρνει τοις μετρητοίς και κυριεύεται από ζήλια. Μόλις ο ιππότης της συμφοράς φτάνει, στολισμένος με τα καλά του, στο σπίτι της Αλίτσε, η Μεγκ εμφανίζεται, δήθεν έντρομη, και τους ανακοινώνει ότι έρχεται ο σύζυγος. Αλλά εμφανίζεται και η Κυρία Κουίκλι, αυτή στ’ αλήθεια έντρομη, και τους ανακοινώνει 
ότι, όντως, έρχεται ο σύζυγος και μάλιστα έξαλλος από ζήλια. Ο Φάλσταφ τρομοκρατημένος κρύβεται σε ένα μπουγαδοκόφινο με άπλυτα ρούχα. Όταν ο Φορντ φτάνει με μία ομάδα φίλων του, ψάχνει το σπίτι και εκείνο που ανακαλύπτει, εμβρόντητος, είναι την κόρη του Νανέτ να φιλιέται με τον νεαρό Φέντον ενώ ο πατέρας της την προορίζει για γάμο με τον πλούσιο Δόκτορα Κάιους. Όση ώρα ο Φορντ διαπληκτίζεται με τον Φέντον, η Αλίτσε δίνει εντολή στους υπηρέτες να αδειάσουν από το παράθυρο το
μπουγαδοκόφινο με τα άπλυτα στο ποτάμι. Έτσι ο Φάλσταφ καταλήγει, μέσα στη γενική ευθυμία, στον Τάμεση ως βρεμένη γάτα, ενώ ο Φορντ πείθεται ότι η γυναίκα του δεν είχε πρόθεση να τον απατήσει, φάρσα έστησε. Οι εύθυμες  κυράδες, όμως, δεν
αρκούνται στη νίλα του Φάλσταφ. Θέλουν κι άλλο. Η Κουίκλι τον πείθει πως η Αλίτσε δεν ευθύνεται γι αυτό που του συνέβη και ότι είναι πάντα ερωτευμένη με τον ιππότη. Και του κλείνει καινούργιο ραντεβού μαζί της, στο πάρκο του Γουίνζορ αυτή τη φορά, όπου πρέπει να έρθει μεταμφιεσμένος σε Μαύρο Κυνηγό. Ο Φάλσταφ το χάφτει και πάλι. Όταν φτάνει και η Αλίτσε του «εξομολογείται τον έρωτά της», εμφανίζεται η Νεραϊδοβασίλισσα -που δεν είναι
άλλη από την Νανέτ μεταμφιεσμένη- η οποία καλεί τα «πνεύματα» που τσιμπούν και χτυπούν τον Φάλσταφ. Ώσπου εκείνος αναγνωρίζει ανάμεσά τους τον Μπαρντόλφο. Και η «πλεκτάνη» αποκαλύπτεται. Ο Φάλσταφ, γελοιοποιημένος, μέχει πάρει το μάθημά του. Και δηλώνει μετανοημένος. Αλλά εμφανίζεται και ο Δόκτωρ Κάιους συνοδεύοντας μία γυναικεία φιγούρα
ντυμένη στα λευκά και με  κρυμμένο πρόσωπο αλλά και ένα δεύτερο ζευγάρι με κρυμμένα πρόσωπα. Ζητούν την ευλογία του Φορντ για να παντρευτούν. Ο Φορντ, που πιστεύει πως με τον Κάιους είναι
η Νανέτ, η κόρη του, δίνει, όπως είχε υποσχεθεί στο γαμπρό, την ευλογία του και στα δύο ζευγάρια. Όταν αφαιρούνται τα πέπλα από τις νύφες, όμως, αποκαλύπτεται πως η «σύζυγος» του Κάιους είναι ο μεταμφιεσμένος Μπαρντόλφο ενώ το δεύτερο ζευγάρι είναι ο Φέντον και η Νανέτ. Ο Φoρντ, που γίνεται, με τη σειρά του, περίγελως, αναγκάζεται να συμβιβαστεί. Και όλοι συμφωνούν ότι «όλα στον κόσμο ένα αστείο είναι!» («tutto nel mondo è
burla). Ο Αρίγκο Μπόιτο βασίστηκε στην κωμωδία του Γουίλιαμ Σέξπιρ «Οι εύθυμες κυράδες του Γουίνζορ» (πιθανόν 1597), όπου ο Φάλσταφ έχει κεντρικό ρόλο, αλλά άντλησε στοιχεία και από τα ιστορικά δράματά του «Ερίκος Δ΄ /
Μέρος 1» (πιθανόν 1596-1597) και «Ερίκος Δ΄ / Μέρος 2» (πιθανόν 1597-1598), όπου ο Φάλσταφ είναι δευτερεύον πρόσωπο, για το εξαίρετο λιμπρέτο του «Φάλσταφ», ύστατου έργου (1889-1892, πρεμιέρα 1893) του Τζουζέπε Βέρντι και, μόλις, δεύτερης κωμικής όπεράς του που ο ίδιος, πάντως, το χαρακτήρισε «λυρική κωμωδία». Ένα έργο που πολύ απέχει 
από τον παλιό Βέρντι, όπου οι μελωδίες αναβρύζουν ως από φρέαρ αρτεσιανό, αλλά όπου η ψαγμένη, ευφυής μουσική είναι άρρηκτα δεμένη με τη δραματουργία και την υπηρετεί απόλυτα -αριστουργηματικά σύνολα, με αποκορύφωμα τη φούγκα του φινάλε. Ο άγγλος σκηνοθέτης Στίβεν Λάνγκριτζ 
οργάνωσε μία παράσταση εύρυθμη και με χιούμορ -αλλά και με ένα επίχρισμα μελαγχολίας και μοναξιάς ως προς τον κεντρικό ήρωα στο τέλος. Χωρίς ιδιαίτερους νεωτερισμούς εκτός από την ιδέα που είχε και εφάρμοσε: να τοποθετήσει το έργο, χωρίς πολλές αβαρίες, στο 1936, επί της ολιγόμηνης βασιλείας του Εδουάρδου Η΄ του Ενωμένου 
Βασιλείου -βρίσκοντας στον άστατο και ως Πρίγκιπα της Ουαλίας και ως βασιλιά αναλογίες με τον, κατά Σέξπιρ, πρίγκιπα Χαλ, τον, επί Ερίκου Δ΄, Πρίγκιπα της Ουαλίας γιο του που τον διαδέχτηκε ως Ερίκος Ε΄ και που ο Φάλσταφ ήταν σύντροφός του στις νεανικές του ασωτίες. Ο δικός μας Κύπριος Γιώργος Σουγλίδης βοήθησε πολύ το
σκηνοθέτη στην άποψη αυτή με την άψογη δουλειά του στα κοστούμια που χαρακτήριζαν τους ρόλους -απολαυστικό το γκολφ κοστούμι του Φάλσταφ- και στα έξοχα, λιτά σκηνικά που, ξεκινώντας από μία παμπ, από πράξη σε πράξη, από σκηνή σε σκηνή εξελίσσονταν, επίσης έξοχα φωτισμένα από τον Άγγλο Πίτερ Μάμφορντ και που, με τις ευθείες γραμμές τους, με παρέπεμπαν στον Έντουαρντ Χόπερ. Η κινησιολογία του Ιρλανδού Νταν Ο’ Νιλ εξυπηρετούσε, κατά τις δυνατότητες των ερμηνευτών, την παράσταση. Μεγάλος άσσος στο μανίκι της παράστασης, το μουσικό μέρος. Ο Ιταλός Πιερ Τζόρτζιο Μοράντι οδήγησε εξαιρετικά την Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, σε άριστη ισορροπία με τους επί σκηνής ενώ πολύ καλά τα πήγαν και η Χορωδία της με διευθυντή τον Αγαθάγγελο Γεωργακάτο και η Παιδική Χορωδία της με διευθύντρια την Κωνσταντίνα Πιτσιάκου. Ο βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς, σαν γεννημένος για τον Φάλσταφ, ερμήνευσε με το γνώριμο έξοχο φωνητικό μέταλλό
του το ρόλο. Αλλά και ο βαρύτονος Τάσης Χριστογιαννόπουλος, πάντα ευέλικτος υποκριτικά, ήταν ένας άξιος Φορντ. Οι σοπράνο Τσέλια Κοστέα (Αλίτσε Φορντ) και Μαριλένα Στριφτόμπολα -αν και η κρυστάλλινη φωνή της χρειάζεται ενδυνάμωση-, η μέτζο Χρυσάνθη Σπιτάδη (Μεγκ Πέιτζ) και οι τενόροι Βασίλης Καβάγιας (Φέντον), Νίκος Στεφάνου (Δρ Κάιους) και Γιάννης Καλύβας (Μπαρντόλφο) έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν, με πιο δύσκαμπτο φωνητικά, υποκριτικά και κινητικά τον μπασοβαρύτονο Γιάννη Γιαννίση (Πιστόλα). Ομολογώ πως ξεχώρισα την μέτζο Άννα Αγάθωνος (Κυρία Κουίκλι). 
Επαρκέστατη φωνητικά έκλεψε την παράσταση με την «κουρδιστή» κίνηση της, τη γλώσσα του σώματος και την υποκριτική της: μία Κουίκλι υπολογίστρια, ακριβής, αυστηρή στο γκρίζο ταγιέρ της αλλά και με ένα χιούμορ υποδόριο, που μου θύμισε σπουδαίες καρατερίστες της ελληνικής σκηνής, όπως την Σοφία Ολυμπίου και την Μαρίκα Κρεββατά. Μία παράσταση που η φετινή πορεία της έληξε αλλά η Λυρική θα μπορούσε να την κρατήσει στο ρεπερτόριό της, καθώς, μάλιστα, βασίζεται σε αποκλειστικά ελληνική διανομή, χωρίς μετακλήσεις (Φωτογραφίες: Ανδρέας Σιμόπουλος).

(Έξοχο, όπως, πάντα, το -δίγλωσσο, ελληνικά και αγγλικά- έντυπο πρόγραμμα-βιβλίο -υπεύθυνος έκδοσης Νίκος Α. Δοντάς- της παράστασης, με εμπεριστατωμένα και γλαφυρά κείμενα και με αφιέρωμα στον βαρύτονο Λούη Μανίκα, πρώτο έλληνα Φάλσταφ της Λυρικής -χωρίς, όπως, πάντα, προς απορία μου, φωτογραφία του, για την οποία ο αναγνώστης παραπέμπεται στο διαδίκτυο ή στην αφιερωματική έκδοση «80 χρόνια Εθνική Λυρική Σκηνή (1940-2020)»... Και με αναφορά στα έντυπα που έχουν δημοσιεύσει κείμενα γι αυτόν αλλά, και πάλι, χωρίς τα ονόματα των συγγραφέων τους κριτικών, δημοσιογράφων κλπ.).

Εθνική Λυρική Σκηνή / Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος», Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», 29 Ιανουαρίου 2023.

February 17, 2023

Στο Φτερό / Από τον Ραχμάνινοφ στον Ρίχαρντ Στράους: ευδόκιμη πορεία με μαγικό αριθμό το 24

 

Κρατική Ορχήστρα Αθηνών: συναυλία «150 Χρόνια από τη Γέννηση του Ραχμάνινοφ. Ο Ραχμάνινοφ του Πλετνιόφ» / Μουσική διεύθυνση: Λουκάς Καρυτινός. Σολίστ: Μιχαήλ Πλετνιόφ, πιάνο. 
 
Στα 150 χρόνια από τη γέννηση του Σεργκέι Βασίλιεβιτς Ραχμάνινοφ ήταν αφιερωμένη η πρώτη, μετά τη συμπλήρωση των 80 χρόνων της -αν και, για την ακρίβεια, τα γενέθλια είναι στις 28 Φεβρουαρίου- συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών. Και, όντως, έμοιαζε για καινούργια αρχή μετά την εξαιρετική επετειακή συναυλία της 3ης Φεβρουαρίου.
Καλεσμένος, ο ταυτισμένος (και) με τον ρόσο συνθέτη συμπατριώτης του πιανίστας Μιχαήλ Πλετνιόφ. Για να παίξει -σολίστ- την «Ραψωδία σ’ ένα θέμα του Παγκανίνι» για πιάνο και ορχήστρα (1934): τις υπέροχες 24 παραλλαγές -με κορυφαία την μελωδικότατη 18η- του Ραχμάνινοφ πάνω στο Καπρίτσιο αρ. 24 (πιθανόν 1807), από τα 24 Καπρίτσια για 
σόλο βιολί του Νικολό Παγκανίνι, ένα άτυπο κοντσέρτο για πιάνο σε μία κίνηση. Ο Πλετνιόφ έδωσε μία μοντέρνα, αποστασιοποιημένη συναισθηματικά ερμηνεία, σε αντίθεση με την ορχήστρα που, οδηγημένη από τον Λουκά Καρυτινό, έμεινε προσηλωμένη στον ύστερο ρομαντισμό του Ραχμάνινοφ αλλά, εντούτοις, δέθηκαν άριστα. Το ανκόρ του Μιχαήλ Πλετνιόφ
λογικό ήταν, σε μία βραδιά αφιερωμένη στον Ραχμάνινοφ, Ραχμάνινοφ να είναι: το Πρελούδιο σε ντο δίεση ελάσσονα, αριθμός 2 (1892) από τα «Kομμάτια Φαντασίας», έργο 3, ένα από τα 24 -ο αριθμός 24 σημάδεψε τη βραδιά...- υπέροχα Πρελούδια του συνθέτη, γνωστό και ως «Οι καμπάνες της Μόσχας».
Και μία συναρπαστική, μεγαλειώδης ερμηνεία που έσβησε σαν ανάσα. Στο δεύτερο μέρος η ορχήστρα είχε να αναμετρηθεί με ένα από τα μνημειώδη συμφωνικά έργα του Ρίχαρντ Στράους: το συμφωνικό ποίημά του «Η ζωή ενός ήρωα», εξαμερές αλλά με τα προγραμματικά μέρη του να παίζονται χωρίς παύση. Ένα μεταβαγκνερικό έργο, αυτοαναφορικό αλλά μεγαλόπνευστο. Η ΚΟΑ, σε πλήρη ανάπτυξη και πάλι, όπως και στην Πρώτη του Μάλερ στην προηγούμενη συναυλία, ανταποκρίθηκε πλήρως και έδωσε τον καλύτερο εαυτό της τιθασευμένη από τον Λουκά 
Καρυτινό, με τα υπερενισχυμένα, στο έργο, χάλκινα να τα βγάζουν πέρα άριστα. Και με τον βιολονίστα Απόλλωνα Γραμματικόπουλο, κορυφαίο Α΄ στα Β΄ βιολιά και το βράδυ της συναυλίας στη θέση του Εξάρχοντα  να διαπρέπει -εξαιρετικός- στα εκτεταμένα βιολονιστικά σόλα του έργου. Μία βραδιά ενθαρρυντική για την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, τόσο ως προς το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα όσο ως προς την αθρόα, και πάλι, προσέλευση του κοινού (Φωτογραφίες: Μαρία Γραμματικού).
 
(Όπως πάντα άψογο το -δωρεάν- έντυπο πρόγραμμα-αφίσα της συναυλίας -υπεύθυνη έκδοσης Αλίκη Φιδετζή- με τα γλαφυρά κείμενα του Τίτου Γουβέλη). 
 
Μέγαρο Μουσικής Αθηνών / Αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης», Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, 15 Φεβρουαρίου 2023.
 
(Τη συναυλία παρακολούθησα με πρόσκληση που είχε την ευγένεια να μου παραχωρήσει απευθείας η ΚΟΑ).

February 13, 2023

Στο Φτερό / Στα 80 αλλά ακμαιότατη: επιτυχημένα γενέθλια

 

Κρατική Ορχήστρα Αθηνών: συναυλία «80 χρόνια Κ.Ο.Α.» / Μουσική διεύθυνση: Λουκάς Καρυτινός. Σολίστ: Τσέλια Κοστέα, σοπράνο, Βαντίμ Ρέπιν, βιολί. 

 

Με μία συναυλία αντάξια της επετείου γιόρτασε η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών τα 80 χρόνια από την πρώτη της εμφλανιση, που, ακριβώς, τα κλείνει στις 28 Φεβρουαρίου. Η Κ.Ο.Α ιδρύθηκε, με βάση της τη Συμφωνική Ορχήστρα του Ωδείου Αθηνών, στην Κατοχή, με νομοθετικό διάταγμα του 1942 που υπέγραφε ο Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος, υπουργός

Παιδείας και Θρησκευμάτων, τότε, της δωσιλογικής κυβέρνησης Τσολάκογλου, και, κατόπιν, δεύτερος κατοχικός πρωθυπουργός -δεν πρέπει να τα ξεχνάμε αυτά...- αλλά η πρώτη της συναυλία υπό τον πρώτο της καλλιτεχνικό διευθυντή Φιλοκτήτη Οικονομίδη και με έργα αποκλειστικά  

ελλήνων συνθετών, συνδέθηκε με μία στιγμή εθνικής ανάτασης: δόθηκε το πρωινό της Κυριακής 28 Φεβρουαρίου του 1943, λίγο πριν από την ιστορική κηδεία του ποιητή Κωστή Παλαμά, που ήταν μία κραυγή αντίστασης και ελευθερίας μέσα στις μαύρες εκείνες μέρες. Στολισμένη με λουλούδια η σκηνή του Μεγάρου Μουσικής, του οποίου η ΚΟΑ αποτελεί Ορχήστρα in Residence, την υποδέχτηκε, με τον καλλιτεχνικό της διευθυντή Λουκά Καρυτινό -φρακοφορεμένο-

στο πόντιουμ, αφού προηγήθηκε ένα επετειακό τρέιλερ με σημαντικές στιγμές των 80 αυτών χρόνων και με πρόσωπα από το διεθνές και το ελληνικό μουσικό στερέωμα που, κατά κάποιο τρόπο, συνδέθηκαν με την ορχήστρα ως αρχιμουσικοί ή σολίστες. Το κυρίως συναυλιακό μέρος άνοιξε με έργο έλληνα συνθέτη: «Vocalise» για υψίφωνο και ορχήστρα (2006) του γεννημένου στην Αυστραλία Έλληνα Νέστορα Ταίηλορ,

έργο ανάλαφρο, γοητευτικό, που με παρέπεμψε σε μουσική για κινηματογράφο, Εντυπωσιακή, στην τουαλέτα της σε γλυκό κίτρινο, κεντημένη με κοραλί απλικέ, η σολίστ -η δική μας πια ρουμάνα σοπράνο Τσέλια Κοστέα- ήρθε από μακριά και ψηλά, αρχικά -από τα ψηλότερα έδρανα της ορχήστρας-, και, σιγά-σιγά, κατέβηκε κοντά στον μαέστρο, για να συμμετάσχει ως -εξαιρετικό-

όργανο φωνητικό της ορχήστρας, καθώς δεν υπήρχε κείμενο στο τραγούδι της. Και προς τα ψηλά ανηφόρισε στο τέλος, με την φωνή της να απομακρύνεται και να σβήνει. Στη συνέχεια έφτασε στη σκηνή, ευσταλής, ο κύριος πόλος έλξης της συναυλίας: Βαντίμ Ρέπιν. Το δημοφιλέστατο Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα του Πιοτρ Ιλίτς Τσαϊκόφσκι (1878, πρώτη

εκτέλεση 1881) και ο ρόσος βιολονίστας επιβεβαίωσε τη διεθνή κλάση του: μέγας δεξιοτέχνης αλλά και μουσικότατος, ξεσκολισμένος στην εκτέλεση του υπέροχου τσαϊκόφσκειου κοντσέρτου, έλαμψε, ειδικά στο αλέγκρο μοντεράτο -το πρώτο μέρος-, με τα υπέροχα θέματα, για να κλείσει εντυπωσιακά με την θυελλώδη κόντα του τρίτου μέρους. Θερμότατο χειροκρότημα από την κατάμεστη αίθουσα - ήταν, νομίζω, η πρώτη φορά που έβλεπα τιγκαρισμένη την Αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» του Μεγάρου σε συναυλία της ΚΟΑ, ας είναι μία καινούργια αρχή-, ο Βαντίμ Ρέπιν πέρασε το μπουκέτο που του πρόσφεραν στην 

απαστράπτουσα στο παγιετέ σύνολό της νέα εξάρχουσα της ορχήστρας Κατερίνα Χατζηνικολάου -καλορίζικη!- και μας χάρισε, ως εκθαμβωτικό ανκόρ, μία από τις δώδεκα παραλλαγές στο ναπολιτάνικο τραγούδι «Ω, μαμά, μαμά αγαπημένη», με τον τίτλο «Το καρναβάλι της Βενετίας», έργο 10 (1829) του Νικολό Παγκανίνι, με την ορχήστρα να συνοδεύει με πιτσικάτο. Η πανηγυρική συναυλία έκλεισε, μετά από λίγα αλλά ζεστά λόγια του Λουκά Καρυτινού για την επέτειο, με την Συμφωνία αρ. 1 «Ο Τιτάν» (1888) του Γκούσταφ Μάλερ, την πρώτη από τις μνημειώδεις συμφωνικές συνθέσεις του, ένα κράμα από

μεγαλοφυή και ευτελή στοιχεία που, ακριβώς,  απάρτισαν το τελείως προσωπικό ύφος του. Η ορχήστρα, σε πλήρη ανάπτυξη, ανταποκρίθηκε στις ιδιαίτερες περιστάσεις της βραδιάς και διέπρεψε, με τα, αυξημένου, στη Συμφωνία, ρόλου, χάλκινα να πράττουν το καλύτερο δυνατό. Μία πολύ καλή βραδιά της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών. Ήταν δίκαιο και έγινε πράξη. Εύχομαι και στα 180! (Φωτογραφίες: Μαρία Γραμματικού).

(Χρηστικότατο και καλόγουστο το -δωρεάν- έντυπο πρόγραμμα-αφίσα της συναυλίας -υπεύθυνη έκδοσης Αλίκη Φιδετζή-, που έχει καθιερώσει η ΚΟΑ, με τα πάντα προσεγμένα και διαβαστερά κείμενα του Τίτου Γουβέλη). 

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών / Αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης», Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, 3 Φεβρουαρίου 2023.

(Τη συναυλία παρακολούθησα με πρόσκληση που είχε την ευγένεια να μου παραχωρήσει απευθείας η ΚΟΑ).

 

Label: Μουσική, Στο Φτερό