February 12, 2023

Στο Φτερό / Μία πολύ αλλιώτικη οικογένεια

 

«Στρέλλα» του Μιχάλη Παρασκάκη, λιμπρέτο (Πάνος Χ. Κούτρας-Παναγιώτης Ευαγγελίδης) Αλεξάνδρα Κ* / Μουσική διεύθυνση: Κωνσταντίνος Τερζάκης / Σκηνοθεσία: Γιώργος Κουτλής.
 
Σε ένα χωριό της Αρκαδίας ο εννιάχρονος, ορφανός από μάνα, Λεωνίδας, που μεγάλωσε με τη γιαγιά του, έχει δει τον Γιώργο, τον πατέρα του, να σκοτώνει το θείο του -τον αδελφό της μάνας του-, όταν τον έπιασε να «πειράζει» το παιδί. Ο Γιώργος δικάστηκε, καταδικάστηκε και τώρα, δεκαπέντε χρόνια μετά,
αποφυλακίζεται. Είναι στα 48 του. Σε ένα φτηνό ξενοδοχείο της Ομόνοιας συναντάει την Στρέλλα. Εκδιδόμενη τρανς. Που λατρεύει την Μαρία Κάλλας. Δημιουργούν μία παθιασμένη ερωτική σχέση. Ο Γιώργος, όμως, ψάχνει και το γιο του που στα 14 του έφυγε από το χωριό. Ένας καλοθελητής του λέει πως έγινε «τραβεστί» στην Αθήνα. Εκείνος κάτι ψυλλιάζεται. Και ρωτάει την Στρέλλα. Και μαθαίνει την αλήθεια: είναι ο Λεωνίδας, ο γιος του. Και το χειρότερο: ή Στρέλλα ήξερε πως είναι ο πατέρας της. Ήθελε να τον ξαναδεί και, όταν έμαθε ότι αποφυλακίζεται, στήθηκε έξω από τη φυλακή και τον είδε. Και,
μετά, επιδίωξε να  τον γνωρίσει. Και, μετά, τον ερωτεύτηκε. Αιμομιξία! Μοιάζει αδιέξοδο. Αποδεικνύεται πως δεν είναι. Αποφασίζουν να ζήσουν μαζί. Σπάζοντας κάθε ταμπού. Και το έργο τελειώνει σχεδόν σουρεαλιστικά, παραμονή Πρωτοχρονιάς. Όπου όλοι μαζί, χαρούμενοι, γιορτάζουν -η Στρέλλα,
ο Γιώργος, οι τρανς φίλες ης Στρέλλας, ένας αποφυλακισμένος φίλος του Γιώργου που στη φυλακή ήταν εραστής του έως και η ηλικιωμένη τρανς, η Μαίρη, που έχει πεθάνει από καρκίνο. Μία πολύ αλλιώτικη, αντισυμβατική οικογένεια. Η τολμηρή ταινία «Στρέλλα» (2009) του Πάνου Χ. Κούτρα, σε σενάριο δικό του και του Πάνου Ευαγγελίδη, σενάριο που, πιθανόν, έχει αντλήσει, αλλά με
πρίσμα αισιόδοξο και απελευθερωμένο, από την ιαπωνική ταινία «Η πένθιμη παρέλαση των ρόδων» (1969) του πρωτοπόρου Τοσίο Ματσουμότο ο οποίος, με τη σειρά του, άντλησε από τον «Οιδίποδα τύραννο» του Σοφοκλή, μεταπλάστηκε σε «όπερα δωματίου». Από τον Μιχάλη Παρασκάκη, σε προσεκτικά ισορροπημένο λιμπρέτο της Αλεξάνδρας Κ*. Βρίσκω τον όρο «όπερα δωματίου» καταχρηστικό. Θα προτιμούσα «μουσικό θέατρο». Δεν έχει, πάντως, αυτό σημασία. Σημασία έχει ότι ο συνθέτης ακολουθεί τις διακυμάνσεις των σχέσεων διακριτικά, ευφάνταστα και
ευρηματικά, σε σύγχρονη μουσική γλώσσα, εμπλέκοντας στη ροή τον «Χωρισμό» του Αττίκ -η σκηνή στο γκέι μπαρ/κλαμπ με drag show «Κούκλες»- και δύο δημοφιλείς άριες -«Sempre libera» από την «Τραβιάτα» του Βέρντι και «Vissi d’ arte» από την «Τόσκα» του Πουτσίνι- που τραγουδάει η «Κάλλας» της Στρέλλας και χωρίς να διστάσει στο φινάλε να καταφύγει στο -πολύ ταιριαστό για την περίσταση- μιούζικαλ. Ο ικανότατος Γιώργος Κουτλής ανέλαβε 
τη σκηνοθεσία αλλά επρόκειτο να περάσει από πολλές δυσκολίες, με βασική την αναγκαστική επιλογή που επέβαλε, όταν είχαν αρχίσει οι δοκιμές, για λόγους δικαιωματισμού, η ΛΟΑΤ+ κοινότητα, τρανς γυναίκας για τον επώνυμο ρόλο. Τρανς γυναίκα με φωνή λυρικών προδιαγραφών δεν βρέθηκε. Οπότε η λύση που επινοήθηκε ήταν να προστεθεί μία Μαρία Κάλλας, ως alter ego της Στρέλλας, η οποία την λατρεύει, επί σκηνής, στενά δεμένη μαζί 
της. Το εύρημα -η «Κάλλας» να είναι η «φωνή» της Στρέλλας- έχει επιτυχία και λειτουργεί αλλά περιορίζει την Στρέλλα σχεδόν σε βουβό πρόσωπο που, κάποιες στιγμές, ατάκες της εμπλέκονται με το τραγούδι της «Κάλλας». Κατά τα άλλα, η παράσταση έχει καλούς ρυθμούς και μερικές πολύ καλές 
στιγμές, με κορυφαία την πολύ συγκινητική «πορτοκαλί» σκηνή, με μικρή χορωδία των τρανς, της κηδείας της τρανς Μαίρης, φίλης αγαπημένης, κάτι σαν αποκούμπι της Στρέλλας -που έπασχε από καρκίνο και που επιθυμία της ήταν, όταν πεθάνει, να τη στολίσουν μόνο με πορτοκαλί τριαντάφυλλα. Η Εύα Μανιδάκη έχει σχεδιάσει ένα ικανοποιητικό σκηνικό όπου κυριαρχούν οι καμπύλες και όπου το απαραίτητο κιτς δεν ενοχλεί, όπως -ακόμα περισσότερο- και στα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη: σε φωτεινά, αισιόδοξα χρώματα που, αντιστικτικά, μέσα στα ημίφωτα, κατακλύζουν τη σκηνή και που ,μαζί με τις γιρλάντες οι οποίες πέφτουν, από την οροφή, στο πάρτι, επιβάλλουν την αισθητική της παράστασης. Η Φένια Αποστόλου που υπογράφει την επιμέλεια της κίνησης και τη χορογραφία και ο Νίκος Βλασόπουλος, με τα ταιριαστά ημίφωτα που σχεδίασε με τους φωτισμούς του, συμβάλλουν στο αποτέλεσμα.  
Ο Κωνσταντίνος Τερζάκης  έχει αναλάβει τη μουσική διεύθυνση της μικρής ορχήστρας με απόλυτη επάρκεια. Η διανομή, πολύ δουλεμένη, είναι, σε γενικές γραμμές, αποτελεσματική, με βασικό παράγοντα τον μπασοβαρύτονο Διονύση Τσαντίνη, άνετο και πειστικότατο Γιώργο. Ο κόντρα τενόρος Νίκος Σπανάτης (Άλεξ), αν και κάπως δύσκαμπτος, ο ευλύγιστος τενόρος Γιάννης Φίλιας (Αντώνης, Μπάτσος Α΄, Γιούρι), ο τενόρος Νικόλας Μαραζιώτης (Νίκος, Μπάτσος Β΄), ο μπάσος Γιώργος Ρούπας
(Κουλουκούσης) ανταποκρίνονται με επάρκεια. Πολλοί ικανοποιητικές, οι τρανς Βικτωρία Τσιτουρίδου-Μάγια ως Βίλμα και, κυρίως, η Ιωάννα Ζαμ-Πέτρου ως Μαίρη και εξαιρετική η Ντραγκ περφόρμερ Νίνα Νάη. Ο χορευτής Αλέξανδρος Σταυρόπουλος χορεύει καλά τον Σκίουρο στα όνειρα του 
Γιώργου και η μέτζο Αναστασία Κότσαλη, ως «Κάλλας» τα καταφέρνει καλά φωνητικά. Αχίλλειος πτέρνα της παράστασης, η Λέττα Κάππα που κλήθηκε, κάτω από κατεπείγουσες συνθήκες, να
αναλάβει τον επώνυμο ρόλο -ο δικαιωματισμός πρέπει να θέτει και κάποια όρια... Χωρίς γνώσεις, χωρίς  φωνή λυρικά ασκημένη, σχεδόν αχρηστευμένη, σχεδόν βουβή, περιφέρεται ερασιτεχνικά και αμήχανα αλλά δεν ενοχλεί. Μία παράσταση με πολλά θετικά στοιχεία αλλά με πίεση προετοιμασμένη -και αυτό φαίνεται. Αν της δοθεί η ευκαιρία να ξαναπαιχτεί -άρα και να ξαναδουλευτεί- την επόμενη σεζόν, πιστεύω ότι μπορεί να ωριμάσει και τα αποτελέσματα να είναι πολύ πιο ολοκληρωμένα (Φωτογραφίες: Ανδρέας Σιμόπουλος).
 
(Εξαιρετικό το -δίγλωσσο, ελληνικά και αγγλικά, στα βασικά- πρόγραμμα της παράστασης -υπεύθυνος έκδοσης, επιμέλεια ύλης Χαράλαμπος Γωγιός-, με πολύ ενδιαφέροντα κείμενα).
 
Εθνική Λυρική Σκηνή / «Εναλλακτική Σκηνή», Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», 7 Φεβρουαρίου 2023.

February 11, 2023

Στο Φτερό / Μαγευτική παράσταση ενός δύσκαμπτου έργου

 

«Στη μοναξιά των κάμπων με βαμβάκι» του Μπερνάρ-Μαρί Κολτές / Σκηνοθεσία: Τιμοφέι Κουλιάμπιν. 
 
Τόπος και χρόνος δεν προσδιορίζονται. Μία ερημιά, μία μοναξιά -η μοναξιά του τίτλου-, κάπου στο πουθενά. Ένας έμπορος -ο Ντίλερ- και ένας πελάτης του -ο Πελάτης. Συναντιούνται. Δεν μαθαίνουμε τι θέλει να του πουλήσει ο Ντίλερ, δεν μαθαίνουμε τι θέλει, τι επιθυμεί να αγοράσει ο Πελάτης. Ποτέ. Όλα κρυμμένα. Πίσω από λέξεις -ένας χείμαρρος λέξεων, μία μονομαχία με τις λέξεις. Μπορεί το ζητούμενο να είναι ο θάνατος. Πάντως, εξαρτώνται ο ένας από τον άλλον. Ο Γάλος Μπερνάρ-Μαρί Κολτές στο μεγάλο μονόπρακτό του «Η μοναξιά των κάμπων με βαμβάκι» εισάγει τα δύο πρόσωπα στο σκοτεινό ποιητικό σύμπαν του: ένα έργο δυσπρόσιτο, αν όχι απρόσιτο στο θεατή/ακροατή, όπου φλυαρίες με στρεβλωμένη σύνθεση και σύνταξη τήκονται σε 
ένα -σίγουρα ποιητικό και ενίοτε γοητευτικό- κράμα αλλά αφήνοντας, σε μένα τουλάχιστον, άνισες εντυπώσεις καθώς έντονα φλερτάρουν με το δήθεν και την πλήξη. Όμως, ο Ρόσος Τιμοφέι Κουλιάμπιν που υπογράφει τη σκηνοθεσία είναι σκηνοθέτης ιδιοφυής -του έχω ήδη πιστώσει τις συγκλονιστικές τσεχοφικές «Τρεις αδελφές» στη νοηματική, που είδαμε στο Φεστιβάλ Αθηνών, το 2018. Και μέσα από το στρυφνό αυτό κείμενο, αισθητά κομμένο, με δραματουργό τον Ρομάν Ντολζάνσκι, έχει δημιουργήσει μία ελκυστική συνθήκη στο συναρπαστικό σκηνικό του Ολέγκ Γκολόβκο που υπογράφει και τα κοστούμια: ένας τοίχος γκρίζος, μετωπικά στημένος, με, συμμετρικά, στενές πόρτες 
που ανοίγουν αφήνοντας να φαίνονται στενά δωματιάκια -μία τουαλέτα με ντουσιέρα, μία ντουλάπα με κρεμασμένες δερμάτινες ζώνες, κάτι σαν πολύχρωμο παιχνίδι που πάνω του χιονίζει, μία πόρτα καγκελόφρακτη, κάτι σαν αίθουσα σχολικής τάξης με έναν πράσινο πίνακα όπου χαράζονται με κιμωλία κάποια ακατανόητα σημάδια ή παιδικά σχεδιάσματα...-, πόρτες που χωρίζονται με ευθείες σειρές, σαν γιρλάντες, κόκκινα ή πράσινα γλομπάκια από νέον, ενώ, πάνω από το σκηνικό αυτό, μία τεράστια οθόνη, που, πότε-πότε, διχάζεται,
φιλοξενεί, σε ασπρόμαυρο και σε γκρο  πλάνα, κυρίως, τους δύο ηθοποιούς που βιντεοσκοπούνται συνεχώς επιτρέποντάς μας να παρατηρούμε εκφράσεις. Η παράσταση ανοίγει με έναν κοστουμαρισμένο νέο που πετάει τα ρούχα του, γυμνώνεται και πάει στο ντους, όπου αφήνει την εντύπωση ότι αυνανίζεται, ώσπου στη θέση του, βρίσκεται, με γυμνά πόδια, ο Πελάτης -ίσως ο γηραιός εαυτός του. Για να συναντήσει τον Ντίλερ ο οποίος στην εκδοχή του Κουλιάμπιν είναι γυναίκα. Ντίλερ και Πελάτης, στη διάρκεια της παράστασης, αλλάζουν, κάποιες στιγμές, ρόλους αφήνοντας την αίσθηση ενός προσώπου και του ασυνείδητού του. Η παράσταση, στο μπροστινό μέρος της σκηνής, εκτυλίσσεται
σε μήκος και χωρίς βάθος, μέσα σε 60 λεπτά, με τους ηθοποιούς να μπαινοβγαίνουν ή να κάθονται στα δωματιάκια. Για να καταλήξει εκεί που άρχισε: στην τουαλέτα με το ντους, όπου ο Πελάτης / Ντίλερ / Μάλκοβιτς πιάνει στα χέρια του και επεξεργάζεται ένα ξυράφι. Φευγαλέα, στο βίντεο, τον μισοβλέπουμε με κομμένο λαιμό. Μήπως αυτό ήταν που έψαχνε και πρόσφερε; Ο σχεδιασμός του βίντεο -που, ουσιαστικά, πρωταγωνιστεί- από τον Αλεξάντερ Λομπάνοφ και οι φωτισμοί που σχεδίασε ο Όσκαρς Πάουλινς, προσφέρουν, μαζί με τη δουλειά και των λοιπών συντελεστών, τις δυνατότητες για μία τεχνικά άψογη και αισθητικά μαγευτική παράσταση. Ο Αμερικανός, με ρίζες στην Κροατία, Τζον Μάλκοβιτς επιβεβαιώνει και στη σκηνή ότι, όντως, είναι ο χαρισματικός ηθοποιός που γνωρίζαμε έως τώρα -εγώ τουλάχιστον- μόνον από τον κινηματογράφο. Αλλά και η Λιθουανή Ινγκεμπόργκα Νταπκούνεϊτε, πλάι του, κάνει μία ερμηνεία ισάξια, αν όχι και καλύτερη κάποιες στιγμές -μία σπουδαία, δυναμική ηθοποιός. Ο Τιμοφέι Κουλιάμπιν, επιπλέον, έχει καταφέρει να τους δέσει σφιχτά. Μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα παράσταση ενός δύσκαμπτου κειμένου (Φωτογραφίες: MĀRIS MORKĀNS).
 
(Η παράσταση δεν διαθέτει έντυπο πρόγραμμα καθώς η «Στέγη», δυστυχώς, τα κατάργησε. Το έργο κυκλοφορεί, με πλούσιο συνοδευτικό υλικό, από τις Εκδόσεις «Άγρα»: «Στη μοναξιά των κάμπων με βαμβάκι», 2001). 
 
«Στέγη» Ιδρύματος Ωνάση / Κεντρική Σκηνή, Θέατρο «Ντάιλες» («Καλών Τεχνών») / Ρίγα Λετονίας και Γιεκατερίνα Γιακίμοβα, 10 Φεβρουαρίου 2023.

February 5, 2023

«Βρυκόλακες» κατεψυγμένοι...

Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια... 184 

Προτείνεις ή σου προτείνουν απ’ το Εθνικό Θέατρο ν’ ανεβάσεις τους «Βρυκόλακες». Το έργο είναι γραμμένο το 1881. Άρα είναι «παλιό». Και το θέμα του «ξεπερασμένο». Αλλά το έργο είναι γραμμένο κι απ’ τον Ίψεν. Άρα είναι ένας δραματουργικός  ογκόλιθος -πολύ γερό σκαρί.

Πώς το ανεβάζεις σήμερα; Το αποδομείς; Το χειρίζεσαι μεταδραματικά; Το εκσυγχρονίζεις; Του αλλάζεις τόπο και χρόνο; Του αλλάζεις τα φώτα; Το εξελληνίζεις; Ή δεν κάνεις τίποτα απ’ αυτά; Δε σε απασχολεί η φόρμα αλλά το κείμενο; Και το σκάβεις μαζί με τους ηθοποιούς σου κι ανασύρεις απ’ τα σπλάχνα του κάθε διαχρονικό στοιχείο; Καθόλου δε διαφωνώ με την άποψη αυτή. Μπορεί και να μ ενδιαφέρει περισσότερο.

Αλλά σίγουρα δε μ’ ενδιαφέρει μια συμβατική παράσταση που διαβάζει μόνο το έργο και μένει στην επιφάνεια -μια παράσταση ξώπετση, κατεψυγμένη. Και μια σκηνοθεσία που δεν εκμεταλλεύεται τους πέντε καλούς ηθοποιούς της; Δυστυχώς, αυτό είδα στην Κεντρική Σκηνή του Κτιρίου Τσίλερ στους «Βρυκόλακες» του Σταμάτη Φασουλή. Κι αν κάτι ανάλογο που ’κανε με το ίδιο έργο στην πρώτη του, ουσιαστικά, σκηνοθεσία, το 1979, στο θέατρο «Αθηνά» για το θίασο του Γιάννη Φέρτη, τότε μου ’χε αρέσει, τώρα απογοητεύτηκα. Κι έπληξα. Βλέπεις, έχουν περάσει και 44 χρόνια...

February 1, 2023

Στο Φτερό: Το τίλιο που κρύωσε... ή Ο φόνος ως ιεροτελεστία

 

«Οι δούλες» του Ζαν Ζενέ / Σκηνοθεσία: Γιώργος Σκεύας 

 

Παρίσι, τέλος δεκαετίας του ’40. Οι αδελφές Λεμερσιέ, η Σολάνζ και η Κλερ, είναι δούλες -έτσι τις έλεγαν τότε, μετά έγιναν «υπηρέτριες», τώρα τις αποκαλούμε «τα κορίτσια του σπιτιού», «οικιακές βοηθούς»... Είναι δούλες στο σπίτι της -ανώνυμης στο έργο- Κυρίας. Της «ανωτέρας τάξεως». Την λατρεύουν -ίσως και ερωτικά-, η Κλερ κυρίως. Αλλά και τη μισούν -θέλουν τον αφανισμό της. Και,

όταν η Κυρία λείπει για  τις «κοινωνικές της υποχρεώσεις» και μένουν μόνες στο σπίτι, παίζουν ένα αλλόκοτο παιχνίδι: πότε η μία, πότε η άλλη «ντύνονται» η Κυρία -πουδράρονται, μακιγιάρονται, φοράνε μία τουαλέτα της...- και η άλλη υποδύεται την αδελφή της που 

έχει ντυθεί Κυρία. Ένα παιχνίδι όπου πολλές αλήθειες λέγονται και μυστικά φανερώνονται. Απώτερος στόχος τους, να βλάψουν και, τελικά, να σκοτώσουν την Κυρία. Η Κλερ, εν γνώσει της αδελφής της, με ανώνυμες επιστολές στην αστυνομία έχει καταγγείλει τον -επίσης ανώνυμο στο έργο- Κύριο, τον εραστή της Κυρίας, ως κλέφτη -που μπορεί και να είναι...- και τον έχουν συλλάβει. Η Κυρία αναστατωμένη έχει ξεχυθεί να μάθει την τύχη του. Ο δικαστής, πάντως, αφήνει τον Κύριο

προσωρινά ελεύθερο. Εκείνος τηλεφωνεί στο σπίτι, η Κυρία λείπει, λέει στην Κλερ, που σήκωσε το ακουστικό, να της πει, όταν γυρίσει, ότι την περιμένει σε ένα κλαμπ. Οι αδελφές Λεμερσιέ, μπροστά στον εμφανή πια κίνδυνο να αποκαλυφθούν, αποφασίζουν να υλοποιήσουν το σχέδιό τους: θα δηλητηριάσουν την Κυρία με το ζεστό τίλιο που συνηθίζει να πίνει ρίχνοντας μέσα δέκα χάπια Gardenal -είναι αρκετά. Η Κυρία επιστρέφει, «καταρρακωμένη» από τη σύλληψη του Κυρίου, παίζει το μελόδραμα της Μεγάλης Δυστυχισμένης, αποφασίζει να φοράει πια μαύρα, χαρίζει τη ρενάρ της στην Σολάνζ και μία κατακόκκινη βελούδινη τουαλέτα της στην Κλερ που

της φέρνει το τίλιο της αλλά η Κυρία αμελεί να το πιει. Εκείνες δεν της λένε τίποτα για τον Κύριο, ώσπου κάτι τους ξεφεύγει και το ομολογούν: ο Κύριος είναι προσωρινά ελεύθερος και την περιμένει. Η Κυρία αρπάζει και ρίχνει βιαστικά στους ώμους της τη ρενάρ που... χάρισε στην Σολάνζ, παρατάει οριστικά το τίλιο που, άλλωστε, έχει κρυώσει εντελώς και τρέχει στον Κύριο. Η Σολάνζ και η Κλερ αντιλαμβάνονται ότι αυτό είναι το τέλος τους: η Κυρία και ο Κύριος θα ψάξουν να βρουν ποιος έστειλε τις ανώνυμες επιστολές στην αστυνομία και με γραφολογική εξέταση θα τις ανακαλύψουν -η Σολάνζ φαντασιώνεται τη δίκη, την εκτέλεση και την κηδεία της. Και, μετά, ξαναπιάνουν το παιχνίδι τους: μία τελετουργία

θανάτου. Η Κλερ ντύνεται πάλι Κυρία και η Σολάνζ που «παίζει» την Κλερ της δίνει να πιει το -κρύο πια...- τίλιο: ο Φόνος ως αποθέωση. «Οι δούλες», το πρώτο (1947) θεατρικό έργο -ένα

μεγάλο μονόπρακτο ουσιαστικά- του Ζαν Ζενέ, του λωποδύτη κατάδικου στον οποίο δόθηκε, τελικά, χάρη και ο οποίος είχε γίνει ήδη γνωστός ως ιδιοφυής καταραμένος πεζογράφος -έργο, πιθανόν, εμπνευσμένο, αν και ο ίδιος ο συγγραφέας το αρνιόταν, από τον άγριο φόνο που διέπραξαν, το 1933, στο Λε Μαν, οι υπηρέτριες αδελφές Παπέν σκοτώνοντας την κυρία τους και την κόρη της- φανερώνει ότι δεν ήξερε να γράφει θέατρο: πλατειάζει και του λείπει η αίσθηση της δραματικής οικονομίας. Αλλά έχει μία τρομερή, πρωτογενή δύναμη. Που ισοπεδώνει κάθε αντίρρηση. Πρόδρομο του Θεάτρου του Παραλόγου, με μία γλώσσα ποιητική, όπου οι αγοραίες εκφράσεις μπλέκονται με λόγιες και πομπώδεις, άκρως σαρκαστικό, με σαφές ταξικό υπόβαθρο, έχει καταφέρει να γίνει πια κλασικό. Ο Δημήτρης Δημητριάδης έχει κάνει, από το

2005, την ιδανική μετάφραση για το έργο. Όπου η ηθελημένη, η ψαγμένη, η μελετημένη εκζήτηση το εξυπηρετει απόλυτα. Στη μετάφραση αυτή έχει βασιστεί ο σκηνοθέτης Γιώργος Σκεύας. Που ανέβασε με γνώση  μέτρο, γούστο και πολύ

καλούς ρυθμούς τις «Δούλες», σε ένα έξοχο δικό του σκηνικό, άριστα φωτισμένο από τον Βαγγέλη Μούντριχα -ο τεράστιος, α λα Ρούμπενς, πίνακας του βέλγου ζωγράφου Αντουάν Βιέρτς με την ολόγυμνη  «Αναγνώστρια ρομάντσων» (1853) κυριαρχεί προσδίδοντας τον αισθησιασμό που υποβόσκει στο έργο ενώ,

στο κέντρο της σκηνής, το πατάρι των «ιεροτελεστιών» των δύο αδελφών λιτά μετατρέπεται σε μεγάλο κρεββάτι αφήνοντας, όμως, πάντα, την αίσθηση ενός τάφου -ο θάνατος, ο φόνος είναι το λάιτ μοτίφ του έργου. Απλώς θα ήθελα περισσότερα λουλούδια για τα οποία τόσος λόγος γίνεται. Ο σκηνοθέτης υπογράφει και τα κοστούμια, με την κόκκινη βελούδινη τουαλέτα με την οποία περιβάλλεται η Κλερ -αυτή που η κυρία της «χαρίζει»- να δεσπόζει, χωρίς να

υπολείπεται το κοστούμι της  Κυρίας. Οι μουσικές της Σήμης Τσιλαλή αγκαλιάζουν την παράσταση και της δίνουν ώθηση. Βέβαια, τη βασική ώθηση δίνουν οι τρεις καλές ηθοποιοί: η Αμαλία Καβάλη (Κλερ) -παρά την κάποια οξύτητα στη φωνή της-, η έξοχη Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου (Κυρία) και η συγκλονιστική Αγγελική Παπαθεμελή (Σολάνζ) που, για μένα, κλέβει την παράσταση. Μία παράσταση καθαρή, δυνατή, αντάξια του κειμένου (Φωτογραφίες: Εβίτα Σκουρλέτη).  

(Καλοφτιαγμένο και διαφωτιστικό, το έντυπο πρόγραμμα της παράστασης -κείμενα Ματίνα Καλτάκη, με ένα δικό της και εμπεριστατωμένα άλλα). 

Θέατρο «Αποθήκη», «Αθηναϊκά Θέατρα», 27 Ιανουαρίου 2023.